Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 193-212 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/193.gif&w=600&h=915

συνυπάρχει ευκολότερη πρόσβαση στα παιδιατρικά νοσοκομεία με τις μονάδες εντατικής νοσηλείας προώρων, και την αύξηση των επενδύσεων στον υγειονομικό τομέα, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των πιο πάνω μονάδων. Είχε, επίσης, ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών για τη δημόσια υγεία, την αύξηση των διαθέσιμων υπηρεσιών υγείας (παιδιατρικών νοσοκομείων), καθώς και την ποιοτική αναβάθμιση των λειτουργών υγείας και την αύξηση των μονάδων εντατικής νοσηλείας νεογνών και βρεφών.

Η μείωση της νεογνικής θνησιμότητας φαίνεται να συσχετίζεται κυρίως με την αύξηση του συνολικού αριθμού των παιδιάτρων στον πληθυσμό, δηλαδή υπακούει σε ιατρό-τεχνολογικά μέτρα (προοδευτική ανάπτυξη της νεογνολογίας, καλύτερη εκπαίδευση των νεογνολόγων, ανάπτυξη δικτύου μεταφοράς προώρων και προβληματικών νεογνών, αναβάθμιση της ιατρικής βιοτεχνολογίας, δημιουργία μονάδων εντατικής νοσηλείας νεογνών στα παιδιατρικά νοσοκομεία κ.λπ.).

Η μείωση της όψιμης βρεφικής/μετανεογνικής θνησιμότητας φαίνεται ότι εξαρτάται στατιστικά από την αύξηση της αστικοποίησης του πληθυσμού. Η όψιμη βρεφική θνησιμότητα ανταποκρίνεται ευκολότερα σε κοινωνικά μέτρα, είναι μια υπόθεση της οικογένειας και θεωρείται ευκολότερη σε χειρισμό, δεδομένου ότι εξαρτάται από το περιβάλλον όπου ζει και ανατρέφεται το βρέφος, από την ιατρική παρακολούθηση, το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο των γονέων, την υγιεινή της κατοικίας (τρεχούμενο νερό, θέρμανση), την πρόσληψη ικανοποιητικού αριθμού θερμίδων ημερησίως κ.λπ. Επειδή οι προαναφερθείσες συνθήκες ισχύουν κατεξοχήν σε αστικούς πληθυσμούς, η όψιμη βρεφική θνησιμότητα μειώνεται καθώς αυξάνεται η αστικοποίηση του πληθυσμού.

7.2 Κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες που επηρέασαν τις εξελίξεις στην παιδική και τη νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα

Οι παράγοντες που πιθανόν επηρέασαν τις εξελίξεις στη νοσηρότητα και θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στην Ελλάδα, χωρίς βεβαίως να είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποιοι είναι αυτοί που σε κάθε χρονική περίοδο λειτούργησαν περισσότερο καθοριστικά και διαμόρφωσαν το σύγχρονο νοσολογικό πρότυπο, είναι:

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/194.gif&w=600&h=915

1. Αύξηση του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα ήταν σταθερά ανοδική, παρά τις συνεχείς αυξομειώσεις κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο. Μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα παρατηρήθηκαν επιταχυνόμενοι ρυθμοί αύξησης του συνολικού και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά στη συνέχεια οι αρνητικές επιπτώσεις των πολέμων (1912-1922) και των μαζικών πληθυσμιακών μετακινήσεων (1922) είχαν ως αποτέλεσμα μεγάλες διακυμάνσεις των μεγεθών. Οι ταχείς ρυθμοί ανόδου επανήλθαν μετά την οξεία κρίση των ετών 1931-1932 και διακόπηκαν εκ νέου με τη νέα πολεμική σύγκρουση. Το 1937 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έφθασε στο ύψος ρεκόρ των 173 αποπληθωρισμένων δραχμών ή 2.526 διεθνών δολαρίων ΙΑΔ (Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης) του «1990». Μεταπολεμικά το επίπεδο αυτό ξεπεράστηκε το 1959 με 2.538 διεθνή δολάρια ΙΑΔ του «1990». Οι θετικές εξελίξεις συνεχίστηκαν και σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

2. Αύξηση των δαπανών υγείας

Οι δαπάνες υγείας στη χώρα μας κατά τη μεταπολεμική περίοδο αυξήθηκαν σημαντικά, με υψηλούς ή χαμηλούς ρυθμούς ανάλογα με την περίοδο, παρά τη χρονική υστέρηση σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Έτσι, την περίοδο 1960-1975 η Ελλάδα παρουσίασε σταθερότητα στις δημόσιες δαπάνες στον τομέα της υγείας, που από 1,7% του ΑΕΠ το 1960 αυξήθηκαν μόλις στο 2,5% το 1975 παρά τους σχετικά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ενώ την περίοδο 1975-1985 (κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οπότε επιχειρείται η εφαρμογή του Εθνικού Συστήματος Υγείας) η αύξηση των δαπανών ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των χωρών του ΟΟΣΑ. Την τελευταία δεκαετία του αιώνα οι δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ φαίνεται να προσεγγίζουν το αντίστοιχο μέσο μέγεθος των χωρών της Ε.Ε., αν και εξακολουθεί να υπάρχει κάποια υστέρηση στις κατά κεφαλήν δαπάνες. Το 2000 οι συνολικές δαπάνες υγείας διαμορφώνονται στο 9,1% του ΑΕΠ, από τις οποίες το 5,2% είναι δημόσιες δαπάνες και το 3,9% ιδιωτικές, επίπεδο αρκετά υψηλό.

3. Βελτίωση της οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας

Από το τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού η χώρα μας, χωρίς επαρκείς πόρους και με σημαντικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προσπαθούσε να οργανώσει την υγειονομική περίθαλψη. Μέχρι το 1917, οπότε ιδρύεται το Υπουργείο Περίθαλψης, που το 1922 μετονομάστηκε σε

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/195.gif&w=600&h=915

Υπουργείο Υγιεινής και Κοινωνικής Πρόνοιας, κάθε Υπουργείο είχε το δικό του τμήμα περίθαλψης, αλλά υπήρχαν πολλά προβλήματα συντονισμού των υπηρεσιών. Η οργάνωση και η κατανομή των νοσοκομειακών και υγειονομικών υπηρεσιών επηρεάστηκαν από ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της εποχής (πρόσφυγες, πόλεμοι) και σε όλη την προπολεμική περίοδο παρατηρούνται σημαντικές ελλείψεις στις υγειονομικές υποδομές και γεωγραφικές ανισότητες, ενώ η εξωνοσοκομειακή περίθαλψη αρχίζει το 1938, οπότε το ΙΚΑ καλύπτει τον αστικό πληθυσμό (1/3 του πληθυσμού) με τέτοιες υπηρεσίες. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχειώδεις ιατρικές υπηρεσίες για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 προωθείται η οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών σε κεντρικό, περιφερειακό και νομαρχιακό επίπεδο, ενώ, παράλληλα, αναπτύχθηκαν ιδιωτικές νοσηλευτικές κλινικές. Παράλληλα, στο χώρο της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, στη δεκαετία του 1950 θεσμοθετείται η λειτουργία των Κοινοτικών Υγειονομικών Σταθμών και των Κοινοτικών και Αγροτικών Ιατρείων για την κάλυψη των αναγκών του αγροτικού πληθυσμού.

Στη δεκαετία του 1960, με την ίδρυση του ΟΓΑ και την επέκταση της κοινωνικής ασφάλισης, ένα διαρκώς μεγαλύτερο φάσμα υπηρεσιών παρέχεται σε περισσότερες ομάδες του πληθυσμού είτε από συμβαλλόμενους γιατρούς με τα ασφαλιστικά ταμεία, είτε από πολυιατρεία των ασφαλιστικών οργανισμών, είτε στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 επιχειρήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές στο επίπεδο παραγωγής και διανομής των υπηρεσιών υγείας με τη θεσμοθέτηση του πλαισίου για την οργάνωση και την ανάπτυξη ολοκληρωμένου Εθνικού Συστήματος Υγείας. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν σημαντικού ύψους επενδύσεις που αφορούσαν στην ανάπτυξη και λειτουργία ολοκληρωμένου δικτύου πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας στις μη αστικές περιοχές της χώρας, στην αναβάθμιση των δομών και υποδομών των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων νοσηλευτικών μονάδων και στην κατασκευή και λειτουργία Περιφερειακών Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων (Ιωάννινα, Πάτρα, Ηράκλειο). Επίσης, έγιναν σημαντικής κλίμακας επενδύσεις στον τομέα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, στην ανάπτυξη και εφαρμογή πληροφοριακών συστημάτων, στη δημιουργία των κτιριακών υποδομών για την ανάπτυξη και λειτουργία νέων δομών και στην ανάπτυξη προγραμμάτων κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού του τομέα της υγείας.

Με μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων στη δεκαετία του 1990 έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα που είχαν προκύψει στη λει-

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/196.gif&w=600&h=915

λειτουργία του συστήματος, την ανάπτυξή του και τον εκσυγχρονισμό του. Στις επιδιώξεις των νομοθετικών ρυθμίσεων περιλαμβάνεται η κατοχύρωση και η ανάδειξη του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα του ΕΣΥ, η ισόρροπη ανάπτυξη όλων των επιπέδων παροχής υπηρεσιών υγείας (πρωτοβάθμια φροντίδα και περίθαλψη, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια και ειδική νοσηλευτική περίθαλψη), ο επανακαθορισμός του ρόλου των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, η αναβάθμιση, η αναδιοργάνωση και ολοκληρωμένη ανάπτυξή τους σε αποκεντρωμένη βάση, η σύσταση νέων φορέων και ειδικών υπηρεσιών.

Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο, θέματα οργάνωσης, γεωγραφικής κατανομής και αποτελεσματικότητας δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκαν ικανοποιητικά ούτε με την οργάνωση του ΕΣΥ το 1983, ούτε αργότερα μέχρι το κλείσιμο του αιώνα. Τη νοσηλευτική περίθαλψη χαρακτηρίζει για πολλά χρόνια υψηλή συγκέντρωση των πόρων που διατίθενται στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, οι ανισότητες μεταξύ των περιφερειών, τα μικρά κατά κανόνα νομαρχιακά νοσοκομεία (περίπου το 1/3 του μεγέθους των νοσοκομείων στα μεγάλα αστικά κέντρα) που διαθέτουν περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ η εισαγωγή νέας ιατρικής τεχνολογίας παρουσιάζει κατά κανόνα κάποια υστέρηση.

Ωστόσο, ως συνέπεια των εξελίξεων που προαναφέρθηκαν, κατά τη μεταπολεμική περίοδο σημειώνεται σημαντική βελτίωση των δεικτών επιπέδου υγείας. Ειδικότερα, παρατηρείται:

- Βαθμιαία αύξηση του αριθμού των θεραπευτηρίων σε σχέση με την προπολεμική περίοδο (από 120 στη δεκαετία του 1930 σε 973 το 1967), ο αριθμός των οποίων όμως μειώθηκε σημαντικά από τη δεκαετία του 1970 και μετά, κυρίως λόγω μείωσης των μικρών ιδιωτικών μονάδων, και το 1997 ανέρχονται σε 350, από τα οποία τα 206 είναι ιδιωτικά (Πίνακας 7.1).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.1 Δείκτες επιπέδου υγείας, 1967-1997

Έτη

Θεραπευτήρια

Κλίνες

Γιατροί

Νοσηλευτικό

Κάτοικοι

Κάτοικοι

(ιδιωτικά)

προσωπικό

ανά κλίνη

ανά γιατρό

1967

973(741)

52.173

5.620

11.704

167

678

1971

835(599)

56.232

6.618

13.143

155

589

1981

688 (455)

59.914

12.350

19.803

162

394

1991

380 (232)

51.297

18.390

35.715

198

272

1997

350 (206)

52.474

21.441

40.211

200

244

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/197.gif&w=600&h=915

- Αύξηση του αριθμού των κλινών μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 (από 11.202 το 1930 και 13.234 το 1935 σε 52.173 το 1967), οι οποίες με αυξομειώσεις διαμορφώθηκαν σε 52.474 το 1997.

- Αύξηση του αριθμού των γιατρών (από 5.620 το 1967 σε 21.441 το 1997) και του νοσηλευτικού προσωπικού (από 11.704 σε 40.211, αντίστοιχα).

- Αύξηση των διαθέσιμων κλινών στα παιδιατρικά νοσοκομεία. Το 2000 λειτουργούσαν έξι παιδιατρικά νοσοκομεία, που διέθεταν 1.615 κλίνες, στα οποία υπηρετούσαν 858 γιατροί και 1.524 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό. Παρά την αύξηση των παιδιατρικών κλινών σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, την τελευταία 25ετία παρατηρείται μείωση των παιδιατρικών κλινών (2,05 ανά 10.000 κατοίκους το 1990 έναντι 2,54 το 1971), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει χειροτέρευση της κατάστασης, αφού λόγω της αλλαγής της τεχνολογίας η αποδοτικότητα μπορεί να μην είναι ίδια (Πίνακας 7.2).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.2 Παιδιατρικά νοσοκομεία και κλίνες, 1973-2000

Έτη

1973

1981

1991

1998

2000

Θ

Κλίνες

Θ

Κλίνες

Θ

Κλίνες

Θ

Κλίνες

Θ Κλίνες

Σύνολο

15

1.768

11

1.780

6

1.716

6

1.672

6 1.615

Δημόσια

3

570

4

850

5

1.600

5

1.626

6 1.615

ΝΠΙΔ

3

802

1

460

-

-

-

-

-

Ιδιωτικά

9

396

6

470

1

116

1

46

-

Θ= Θεραπευτήρια.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Θ= Θεραπευτήρια.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Σχετικά με τη νοσηλεία του παιδικού πληθυσμού ήδη από το 1859 λειτουργούσε το Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών (ΔΒΑ), το οποίο δεχόταν για νοσηλεία (κλειστή περίθαλψη) έκθετα νεογέννητα αλλά και μεγαλύτερης ηλικίας ορφανοί, από όλη την Ελλάδα. Η θνησιμότητα των «Θρεπτών του Δήμου» ήταν μεγάλη, με κύριες αιτίες θανάτου την πείνα, το μαρασμό και διάφορες επιδημίες. Το 1878 το Πανεπιστήμιο Αθηνών αποφάσισε τη σύσταση Έδρας «της των νοσημάτων των παίδων κλινικής». Η Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών στεγάστηκε στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών, στη συνέχεια σε ιδιαίτερο «κατάλληλο και ευρύχωρο θεραπευτήριο» μέσα στον περίβολο του ΔΒΑ, ενώ συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και οι θάλαμοι του βρεφοκομείου ως νοσηλευτικοί θάλαμοι. Το πρώτο Παιδιατρικό Νοσοκομείο θεμελιώθηκε από τη βασίλισσα Όλγα και βαθμιαία, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, εξοπλίστηκε και απέκτησε ειδικευμένα τμήματα για παι-

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/198.gif&w=600&h=915

παιδιά (ουροχημικό, ορθοπεδική κλινική, νεογνικό τμήμα, θαλάμους απομόνωσης για τη νοσηλεία παιδιών με μεταδοτικά νοσήματα, χειρουργείο). Το 1929 ο αριθμός των κλινών του Παιδιατρικού Νοσοκομείου ήταν 60 (που το 1939 αυξήθηκαν σε 225), ενώ λειτουργούσαν επτά νοσοκομεία 256 κλινών για βρέφη. - Αύξηση της δυνατότητας πρόσβασης διαρκώς μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού στις υπηρεσίες παροχής υγειονομικής φροντίδας, αν και η οργάνωση ειδικών υπηρεσιών για επιμέρους ομάδες παιδιών και νέων (π.χ. εφήβους) δεν έχει ακόμα προχωρήσει ικανοποιητικά. Οι υπηρεσίες υγείας που κατευθύνονται στον παιδικό και τον νεανικό πληθυσμό ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., αν και δεν έχει γίνει κάποια συστηματική έρευνα για τις προληπτικές ιατρικές υπηρεσίες των νέων. Ενώ στις περισσότερες χώρες, όπως και στη χώρα μας, υπάρχουν υπηρεσίες πρόληψης στο επίπεδο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, οι έφηβοι που πλησιάζουν το τέλος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σπάνια εξετάζονται συστηματικά στο σχολείο. Σε κάποιες χώρες ειδικές υπηρεσίες παρέχονται στους φοιτητές και σε άλλες περιπτώσεις κάποιες συγκεκριμένες σχολές (π.χ. ιατρικές) οργανώνουν συστηματικές ιατρικές εξετάσεις για τους πρωτοετείς φοιτητές. Επιπλέον, πολλές δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες προβλέπουν ιατρικές εξετάσεις για τους νεοεισερχόμενους εργαζόμενους. Στις περισσότερες χώρες, όμως, δεν υπάρχουν συστηματικά σημεία εισόδου στις ιατρικές υπηρεσίες για τους νέους (εκτός από το γεγονός ότι οι νέοι εξετάζονται πριν από την κατάταξή τους στο στρατό).

4. Αύξηση του ιατρικού και του νοσηλευτικού προσωπικού

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού των γιατρών (από 5.084 το 1930 σε 47.234 το 2000) και του ειδικευμένου προσωπικού, αύξηση του αριθμού των παιδιάτρων (από 1,1 στις αρχές της δεκαετίας του 1970 περίπου σε 2,3 στο τέλος του αιώνα) και καλύτερη στελέχωση των νοσοκομείων και των παιδιατρικών νοσοκομείων.

Το 1901 υπήρχαν στην Ελλάδα 2.454 γιατροί και αναλογούσε 1 για κάθε 992 κατοίκους κατά μέσο όρο, αλλά στην πραγματικότητα οι γιατροί ήταν ελάχιστοι, ή μάλλον ανύπαρκτοι, στην ύπαιθρο32. Η αύξηση του πληθυσμού που προκλήθηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε σε αύξηση της αναλογίας σε 1/1.250 το 1926, παρά το γεγονός ότι μεταξύ των

32. Γ. Στάθης, «Πληθωρισμός και Ανισοκατανομή του Ιατρικού Σώματος στην Ελλάδα», Mediforce - Επιστήμες Διοίκησης και Οικονομίας της Υγείας, 13, 2005.

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/199.gif&w=600&h=915

προσφύγων περιλαμβάνονταν 600 γιατροί. Το 1935 υπήρχε ένας γιατρός για 1.061 κατοίκους, ενώ το 1940 είχε αποκατασταθεί η αναλογία των αρχών του αιώνα φθάνοντας σε 1/997' υπήρχαν, όμως, μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ πόλεων και υπαίθρου (η πυκνότητα των γιατρών ήταν 1/500 στις πόλεις και 1/1.900 στην ύπαιθρο). Τα επόμενα χρόνια ο αριθμός των γιατρών αυξανόταν συνεχώς, αφού μάλιστα λειτούργησε στο μεταξύ και η Ιατρική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, η σημαντική έλλειψη γιατρών στην ελληνική ύπαιθρο συνεχίστηκε και κατά τη μεταπολεμική περίοδο (το 1977 27,2 στην Περιφέρεια Πρωτευούσης έναντι 5,3 στα Νησιά Ανατολικού Αιγαίου), μικρή βελτίωση σημειώθηκε στις περισσότερες περιφέρειες μέχρι τη δεκαετία του 1980, ενώ η πυκνότητα των γιατρών στην επαρχία αυξήθηκε δραστικά κατά την περίοδο 1980-2001 (Πίνακας 7.3).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.3 Αναλογία κατοίκων ανά γιατρό, 1901-2001

Έτη_Αναλογία κατοίκων ανά γιατρό

Έτη_Αναλογία κατοίκων ανά γιατρό

1901

992

1926

1.250

1935

1.061

1940

997

1960

805

1970

615

1980

394

1992

265

2001

229

5. Αύξηση του αριθμού των γεννήσεων σε νοσοκομείο και με την παρουσία γιατρού

Ο τόπος όπου έλαβε χώρα η γέννηση και το πρόσωπο που παραστάθηκε και πρόσφερε τις υπηρεσίες του κατά τον τοκετό αποτελούν ενδείξεις της υπάρχουσας περίθαλψης της μητρότητας. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο διαπιστώνεται μια συνεχής αύξηση των γεννήσεων σε νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων κλινικών και μαιευτηρίων)· συγκεκριμένα, από 34,3% το 1956 το ποσοστό αυξήθηκε σε 67,3% το 1965 και σε 99,5% το 1997, ενώ έχουν σχεδόν μηδενιστεί οι τοκετοί που λαμβάνουν χώρα σε ιδιωτική κατοικία (0,4% το 1997 έναντι 62,5% το 1956), (Πίνακας 7.4 - Διάγραμμα 7.1). Διαπιστώνεται, επίσης, συνεχής αύξηση των γεννήσεων όπου παραστάθηκε γιατρός (από 37% το 1956 σε 67,3% το 1965 και σε 99,4% το 1997) και, παράλληλα, συνεχής μείωση των γεννήσεων όπου παραστάθηκε και πρόσφερε

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/200.gif&w=600&h=915

τις υπηρεσίες του άλλο πρόσωπο, μη ειδικό (από 22,1% το 1956 σε 0,1% το 1997).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.4

Ποσοστιαία κατανομή των γεννήσεων ζώντων αναλόγως του μέρους όπου ακριβώς συνέβη η γέννηση και του προσώπου που παραστάθηκε κατά τον τοκετό,

1956-1997

Έτη

Ιδιωτική κατοικία

Νοσοκομείο

Γιατρός

Μαία

Άλλο πρόσωπο

1956

62,5

34,3

37,0

38,6

22,1

1960

51,0

48,6

49,0

31,3

18,0

1965

32,3

67,3

67,3

23,1

9,5

1970

17,0

82,8

81,5

14,2

4,3

1975

10,2

89,7

87,9

9,7

2,4

1980

3,6

96,3

93,6

5,7

0,7

1985

1,4

98,6

95,4

4,3

0,3

1990

0,6

99,3

97,7

2,1

0,2

1997

0,4

99,5

99,4

0,5

0,1

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 7.1

Ποσοστιαία κατανομή των γεννήσεων ζώντων αναλόγως του μέρους όπου ακριβώς συνέβη η γέννηση και του προσώπου που παραστάθηκε κατά τον τοκετό,

1956-1997

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/201.gif&w=600&h=915

Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι οι περισσότερες γεννήσεις γίνονται πλέον στο νοσοκομείο παρουσία γιατρού και οι θάνατοι συμβαίνουν επίσης στο νοσοκομείο και πιστοποιούνται από γιατρό βοήθησε σημαντικά στη βελτίωση της καταγραφής τόσο του αριθμού όσο και των αιτιών θανάτου των παιδιών και κυρίως των βρεφών (Διάγραμμα 7.2).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 7.2

Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων αναλόγως του είδους πιστοποιήσεών τους και του μέρους όπου ακριβώς συνέβησαν, 1956-1997

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος. 6. Πληρέστερη ανοσολογική κάλυψη

Έχει αποδειχτεί ότι οι παιδικοί εμβολιασμοί είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα για τη μείωση των παιδικών ασθενειών και της παιδικής θνησιμότητας. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες οι εμβολιασμοί των παιδιών οδήγησαν σε σημαντική μείωση των λοιμωδών νόσων και στη μείωση της βρεφικής και παιδικής θνησιμότητας σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Η ευρεία χρήση των εμβολίων οδήγησε στη δραματική μείωση των μεταδοτικών ασθενειών, οι οποίες αποτελούσαν και τις κύριες αιτίες παιδικής θνησιμότητας.

Σύμφωνα με την Πανελλαδική Μελέτη Κατάστασης Εμβολιασμού του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού το 1998, η κατάσταση εμβολιασμού στην

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/202.gif&w=600&h=915

Ελλάδα33 υπολείπεται των στόχων του ΠΟΥ, καθώς και του επιπέδου των περισσότερων χωρών της Ε.Ε. (Πίνακας 7.5). Σε μια σημαντική μερίδα παιδιών παρατηρείται αξιοσημείωτη καθυστέρηση στη διενέργεια του συνόλου των εμβολίων του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών, και η καθυστέρηση αυτή έχει αρνητικές συνέπειες τόσο στην ατομική όσο και στη συλλογική ανοσία. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της θέσης της χώρας μας.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.5

Στόχοι ΠΟΥ και αντίστοιχοι δείκτες από την Πανελλαδική Μελέτη Κατάστασης Εμβολιασμού (παιδιά Α' Δημοτικού το 1996-1997, γενεά γεννηθέντων το 1990-1991)

Δείκτης εμβολιασμού

Στόχοι ΠΟΥ

Κάλυψη με εμβολιασμούς Ελλάδα

Διφθερίτιδα/Τέτανος: 3

έγκυρες δόσεις έως 1 έτους

>=

90% έως το 2000*

84%

Κοκίτης: 3 έγκυρες δόσεις

έως 1 έτους

>=

90% έως το 2000*

>=

95% έως το 1995**

82%

Πολιομυελίτιδα: 3 έγκυρες

δόσεις έως 1 έτους

>=

90% έως το 2000*

81%

Διφθερίτιδα/Τέτανος: 4

έγκυρες δόσεις έως 2 ετών

>=

= 95% έως το 1995**

69%

Διφθερίτιδα/Τέτανος: 5

έγκυρες δόσεις

>=

= 95% έως το 1995**

81%

Ιλαρά: 1 έγκυρη δόση

έως 2 ετών

>=

90% έως το 2000*

>=

95% έως το 1997**

71%

Ερυθρά: 1 έγκυρη δόση

έως 2 ετών

>=

= 95% έως το 1997**

64%

Παρωτίτιδα: 1 έγκυρη δόση

έως 2 ετών

>=

= 95% έως το 1997**

64%

* Στόχοι Εκτεταμένου Προγράμματος Εμβολιασμών για όλο τον κόσμο. ** Στόχοι Εκτεταμένου Προγράμματος Εμβολιασμών για την Ευρώπη. Πηγή: Πανελλαδική Μελέτη Κατάστασης Εμβολιασμού, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, 1998.

* Στόχοι Εκτεταμένου Προγράμματος Εμβολιασμών για όλο τον κόσμο. ** Στόχοι Εκτεταμένου Προγράμματος Εμβολιασμών για την Ευρώπη. Πηγή: Πανελλαδική Μελέτη Κατάστασης Εμβολιασμού, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, 1998.

33. Πανελλαδική Μελέτη Κατάστασης Εμβολιασμού του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού το 1998.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/203.gif&w=600&h=915

Περίπου στα 2/3 των χωρών του ΟΟΣΑ σχεδόν το 95% του πληθυσμού έχει εμβολιαστεί με το τριπλό εμβόλιο, καλύπτοντας το ποσοστό που είναι απαραίτητο για τη γενική ανοσία του πληθυσμού, ενώ όσον αφορά στην ιλαρά περίπου οι μισές χώρες αναφέρουν το ίδιο ποσοστό. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ιλαρά παραμένει μια σημαντική αιτία παιδικής θνησιμότητας, αλλά στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης έχει σχεδόν εξαλειφθεί, αν και υπάρχουν χώρες με χαμηλότερα ποσοστά εμβολιασμών από αυτά που επιτρέπουν τη γενική ανοσία. Για την Ελλάδα το ποσοστό των εμβολιασθέντων για διφθερίτιδα, τέτανο, κοκίτη, όπως και ιλαρά ήταν για το 1997 στο 90% έναντι 93,8% και 90,5%, αντίστοιχα, του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ.

7. Εξελίξεις στη φαρμακευτική θεραπεία και στα προγράμματα πρόληψης

Πολύ σημαντικό ρόλο στη μείωση της παιδικής και της νεανικής θνησιμότητας έπαιξε η χρήση νέων φαρμάκων (αντιβιοτικών) και ιατρικών μεθόδων από ευρύτερες ομάδες του πληθυσμού, τα οποία αντιμετώπισαν μια σειρά ασθενειών (λοιμώδη νοσήματα, νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, νοσήματα του πεπτικού συστήματος κ.λπ.) που ευθύνονταν για μεγάλο αριθμό θανάτων παιδιών και νέων, κυρίως στις μικρότερες ηλικίες.

Αυτά, σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό των πολιτικών υγείας για τη λήψη μέτρων προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της βρεφικής ιατρικής περίθαλψης στην ύπαιθρο και την ενημέρωση για μεγαλύτερη χρήση των υπηρεσιών αυτών, όπως και με την ενίσχυση προγραμμάτων πρόληψης, αγωγής υγείας και εκπαίδευσης των μητέρων σχετικά με την υιοθέτηση υγιεινού τρόπου διαβίωσης των ίδιων και των βρεφών τους, παρά τις αξιοσημείωτες καθυστερήσεις, και με τη γενικότερη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, οδήγησαν σε θετικές εξελίξεις και εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων κυρίως για τις ασθενέστερες ομάδες και τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών, οι οποίες είχαν και τις δυσμενέστερες επιπτώσεις.

8. Πληθυσμιακές εξελίξεις

Οι πληθυσμιακές εξελίξεις, κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα του συνολικού πληθυσμού, αλλά ιδιαίτερα του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού. Η Ελλάδα τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, και κυρίως τη δεκαετία του 1920, έπρεπε να χειριστεί και να καλύψει μεγάλο αριθμό προσφύγων (στην Απογραφή του 1928 οι πρόσφυγες ανέρχονταν σε 1.221.819 άτομα), οι οποίοι για μεγάλο χρονικό διάστημα αναγκάστηκαν να ζήσουν κάτω από δυσμενείς συνθήκες (οικονομικές, στέγασης κ.λπ.), με

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/204.gif&w=600&h=915

πολλές επιπτώσεις στην υγεία τους και πολλές δυσκολίες στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυπταν. Οι επιπτώσεις στη νοσηρότητα του παιδικού κυρίως πληθυσμού ήταν σοβαρές και οι απώλειες παιδιών, ιδιαίτερα βρεφών, πολύ μεγάλες.

9. Αστικοποίηση του πληθυσμού

Η αύξηση του αστικού πληθυσμού φαίνεται να επηρέασε θετικά την εξέλιξη της νοσηρότητας και της θνησιμότητας των παιδιών και των νέων, καθώς συνδυάζεται με τη βελτίωση σειράς παραγόντων που λειτουργούν θετικά στην αποφυγή ή την αντιμετώπιση νοσημάτων. Έτσι, ενώ το 1907 ο αστικός πληθυσμός αποτελούσε μόλις το 24,0% του συνολικού πληθυσμού, το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 37,7% το 1951 και στο 72,8% το 2001. Αντίστοιχη ήταν η μείωση του αγροτικού πληθυσμού από 67,0% το 1907 σε 47,5% το 1951 και μόλις σε 27,2% το 2001 (Πίνακας 7.6).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.6

Κατανομή του πληθυσμού κατά βαθμό αστικότητας, 1907-2001

Έτη

Αστικός

Ημιαστικός

Αγροτικός

1907

24,0

9,0

67,0

1920

22,9

15,2

61,9

1928

31,1

14,5

54,4

1940

32,8

14,8

52,4

1951

37,7

14,8

47,5

1961

43,3

12,9

43,8

1971

53,2

11,6

35,2

1981

58,1

11,6

30,3

1991

58,8

12,8

28,4

2001

72,8

-

27,2

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα, 2003.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα, 2003.

Οι ευνοϊκότερες συνθήκες διαβίωσης στην ύπαιθρο στις αρχές του αιώνα, καθώς η κατάσταση στις πόλεις παρουσιαζόταν δυσμενέστερη λόγω των κακών συνθηκών που βίωναν κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες ή προσφυγικοί πληθυσμοί, που κυρίως εγκαθίσταντο στις περιοχές αυτές, δεν διατηρήθηκαν κι έτσι ήδη από την προπολεμική περίοδο και σχεδόν κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου οι αγροτικές περιοχές ζούσαν σε χειρότερες συνθήκες, με αντίστοιχες επιπτώσεις στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα ή την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που προέκυπταν.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/205.gif&w=600&h=915

Οι συνθήκες ύδρευσης και αποχέτευσης για πολλά χρόνια ήταν δυσμενέστερες στον αγροτικό και ημιαστικό πληθυσμό (νοσήματα από νερό και τρόφιμα), η υγιεινή των τροφίμων επίσης υστερούσε (νοσήματα από νερό και τρόφιμα, φυματιώσεις άλλης εντόπισης εκτός του αναπνευστικού), οι εμβολιασμοί γίνονταν σε μικρότερη έκταση απ' ό,τι στις πόλεις (τέτανος, κοκίτης), σε ορισμένες περιπτώσεις οι επαγγελματικές συνθήκες ήταν δυσμενείς (εχινοκοκκίαση) και οι υγειονομικές συνθήκες γενικότερα ήταν χειρότερες από τις πόλεις (ιογενής ηπατίτιδα, ορισμένα άλλα λοιμώδη νοσήματα), ενώ η διαφορά στην ιατρική κάλυψη μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών ήταν προφανής.

10. Μέγεθος των νοικοκυριών

Το μέγεθος των νοικοκυριών μειώθηκε κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Στην προπολεμική περίοδο και στην Απογραφή του 1951 πάνω από τέσσερα άτομα διέμεναν σε κάθε νοικοκυριό, ενώ το μέγεθος αυτό περιορίστηκε στα 2,8 άτομα το 2001 (Πίνακας 7.7). Σημειώνεται ότι ο I. Αντωνιάδης, εξετάζοντας το μέγεθος των οικογενειών των θανόντων βρεφών, που παρακολουθούνταν από το Ιατρείο Υγιεινής Βρεφών Αθηνών την περίοδο 1922-1923, σχολιάζει ότι «ο θάνατος επεσκέφθη ασυγκρίτως περισσότερο τις πλέον των 4 μελών οικογένειες».

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.7 Αριθμός μελών των νοικοκυριών, 1920-1961

Έτος

Αριθμός μελών

Έτος

Αριθμός μελών

1920

4,29

1971

3,39

1940

4,25

1981

3,12

1951

4,11

1991

2,97

1961

3,78

2001

2,80

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφές Πληθυσμού. 11. Βελτίωση των συνθηκών στέγασης

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφές Πληθυσμού. 11. Βελτίωση των συνθηκών στέγασης

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο οι συνθήκες στέγασης και οι ανέσεις της κατοικίας βελτιώθηκαν σημαντικά σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, με πολύ ουσιαστικό αντίκτυπο στη βελτίωση της δημόσιας υγείας λόγω της σημαντικής κάμψης στη νοσηρότητα και θνησιμότητα εξαιτίας κακών συνθηκών υγιεινής.

Με βάση τα στοιχεία των θανόντων βρεφών, που παρακολουθούνταν από το Ιατρείο Υγιεινής Βρεφών Αθηνών την περίοδο 1922-1923 και άλλων

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/206.gif&w=600&h=915

προσωπικών παρατηρήσεων, ο I. Αντωνιάδης συμπεραίνει ότι «το νοτίως της γραμμής Πατησίων - Πανεπιστημίου - Κηφισίας τμήμα της πόλεως υστερεί εις υγείας του βορείου, αναφορικώς διά τα βρέφη. Κυριώτεραι αφορμαί του ανθυγιεινού: έλλειψις υγιεινής ρυμοτομίας, υγιεινής οικίας, καθαριότητος οδών, έλλειψις ύδατος, φωτός ηλιακού και αδιαχώρητου των κατοίκων». Επίσης, σημειώνει ότι «το 1/5 των οικογενειών δεν έχει αποχωρητήριο» και «αναφορικώς διά την ύδρευσιν, πρόβλημα αγωνιώδες και τρομακτικόν εν Αθήναις, τα 4/10 των οικογενειών των θανόντων υδρεύονται εκ πηγαδιών και τα 6/10 εκ του ύδατος της δεξαμενής».

Η βελτίωση της κατάστασης ύδρευσης και αποχέτευσης ήταν πολύ σημαντική σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, αν και εξακολουθούσαν να υπάρχουν πολλά προβλήματα ακόμα και τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, κυρίως στον αγροτικό πληθυσμό. Κατά την Απογραφή του 1971 εξυπηρετούνταν με παροχή νερού μέσα στην οικοδομή το 80,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας έναντι του 68,3% μέσα ή έξω από την οικοδομή του 1961 (ή 38,0% μέσα στην οικοδομή). Το 1971 εξυπηρετούνταν με δίκτυο υπονόμων το 27,3% του συνολικού πληθυσμού (44,3% του αστικού, 19,1% του ημιαστικού, 5,3% του αγροτικού), ενώ το 16% των αγροτικών και το 5% των ημιαστικών νοικοκυριών εξακολουθούσε να μην έχει καθόλου αποχωρητήριο και εκεί που υπήρχε σε μεγάλο βαθμό να μην ανταποκρίνεται στις βασικές υγειονομικές απαιτήσεις. Οι εξελίξεις στις επόμενες τρεις δεκαετίες ήταν ραγδαίες και η βελτίωση των συνθηκών εμφανής σε όλη την περίοδο μέχρι το τέλος του αιώνα (Πίνακας 7.8, στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών 1974-1998/1999).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.8

Ανέσεις κατοικίας, 1974-1998/1999

Τρεχούμενο νερό

Λουτρό ή ντους

Ηλεκτρικό

Τηλέφωνο

1974

80,0

50,7

98,3

43,1

1981-1982

98,0

73,2

99,4

56,6

1987-1988

99,3

84,4

99,4

74,8

1994-1995

99,8

92,7

99,7

88,1

1998-1999

99,4

96,1

99,9

93,6

Πηγή: ΕΣΥΕ, Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών. 12. Βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης

Πηγή: ΕΣΥΕ, Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών. 12. Βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα έγιναν σημαντικότατα βήματα στον τομέα της εκπαίδευσης. Η «υποχρεωτική εκπαίδευση» έγινε υποχρεωτική και ο αριθμός των αγραμμάτων, που στις αρχές του αιώνα ήταν πολύ υψηλός,

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/207.gif&w=600&h=915

κυρίως στον γυναικείο πληθυσμό, από 65% σχεδόν του συνολικού πληθυσμού μειώθηκε στο 23,6% το 1951 και μόλις στο 3,6% το 2001 (Πίνακας 7.9). Ειδικότερα, το ποσοστό των αγράμματων γυναικών, που στις αρχές του αιώνα έφθανε το 85%, μειώθηκε στο 35,3% το 1951 και στο 5,2% το 2001. Επίσης, με την επέκταση της εκπαίδευσης και στη Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση φαίνεται ότι το μορφωτικό επίπεδο των νέων γενεών βελτιώθηκε σημαντικά, με ανάλογες επιπτώσεις στο μορφωτικό επίπεδο του συνολικού πληθυσμού και των γονέων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.9

Ποσοστό αγραμμάτων στον πληθυσμό κατά φύλο, 1900-2001

Έτη

Σύνολο

Άνδρες

Γυναίκες

1900

65,7

46,7

84,7

1907

59,7

39,7

79,7

1920

51,6

34,0

68,8

1928

40,9

23,5

58,0

1951

23,6

11,0

35,3

1961

17,8

7,6

27,3

1971

14,2

6,3

21,7

1981

8,6

3,6

13,4

1991

6,4

3,6

9,0

2001

3,6

2,0

5,2

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφές Πληθυσμού.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφές Πληθυσμού.

Έτσι, ενώ κατά την προπολεμική περίοδο 1936-1938 η ποσοστιαία αναλογία των αγράμματων γαμπρών (μέσης ηλικίας περίπου 28 ετών) και νυφών (μέσης ηλικίας περίπου 24 ετών) στους τελούμενους γάμους ήταν υψηλή (σχεδόν 10% για τους γαμπρούς και πάνω από 35% για τις νύφες), στα μέσα του αιώνα παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στο 3,4% και 9,2%, αντίστοιχα (1955). Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το 2001 τα ποσοστά σχεδόν εκμηδενίστηκαν (0,5% και 0,7%, αντίστοιχα). Αντίστοιχη ήταν και η μείωση της αναλογίας των αγράμματων γονέων το ποσοστό των αγράμματων πατέρων από 20,3% το 1928 μειώθηκε στο 6,9% το 1955 και στο 1,1% το 2001, ενώ το ποσοστό των αγράμματων μητέρων από 67,6% μειώθηκε στο 16,2% και 1,4%, αντίστοιχα (Πίνακας 7.10).

Είναι γνωστό ότι πολλές μελέτες θεωρούν ότι το επίπεδο εκπαίδευσης των γονέων, αλλά πολύ περισσότερο των μητέρων, συνδέεται στενά με τη θνησιμότητα των παιδιών, κυρίως των βρεφών. Το προοδευτικά αναβαθμιζόμενο

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/208.gif&w=600&h=915

ζόμενο μορφωτικό επίπεδο επηρέασε θετικά τη συχνότητα προσφυγής στις υπηρεσίες υγείας και προληπτικής ιατρικής, την αντιμετώπιση δυσμενών περιβαλλοντικών συνθηκών και την εξασφάλιση καλύτερων όρων διατροφής και διαβίωσης στα παιδιά, αλλά και την αντιμετώπιση νόσων, κυρίως κατά τη μετανεογνική περίοδο.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.10

Επίπεδο μόρφωσης γονέων, 1928,1932-1933,1936-1938,1955-1997

Έτη

% αγραμμάτων

Γαμπρός

Νύφη

Πατέρας

Μητέρα

1928

14,1

43,5

20,3

67,6

1932

-

-

16,9

60,4

1933

-

-

16,3

59,5

1936

9,3

34,4

13,6

54,7

1937

7,5

31,5

12,3

53,5

1938

6,3

27,8

11,3

50,9

1955

3,4

9,2

6,9

16,2

1960

2,6

6,6

3,6

11,6

1965

1,3

3,4

2,6

8,4

1970

0,9

1,8

1,6

4,1

1975

0,6

0,9

1,1

1,8

1980

1,2

1,4

0,7

0,9

1985

0,7

0,8

1,0

1,2

1990

0,7

0,8

1,0

1,1

1995

0,7

0,9

1,2

1,4

1997

0,6

0,7

1,1

1,4

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση Πληθυσμού, 1997. 13. Τρόπος ζωής και υγεία

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση Πληθυσμού, 1997. 13. Τρόπος ζωής και υγεία

Με δεδομένο ότι οι μολυσματικές ασθένειες δεν αποτελούν πλέον την κύρια αιτία θανάτου και νοσηρότητας των πολιτών της Ευρώπης, αλλά τη θέση τους πήραν πλέον οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο καρκίνος, τα ατυχήματα και οι αυτοκτονίες, οι ειδικοί έχουν επισημάνει ότι οι αιτίες αυτές συνδέονται άμεσα με τον τρόπο ζωής, είτε πρόκειται για ατομική συμπεριφορά, είτε για κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον. Τα νοσήματα αυτά είναι αποτέλεσμα της χρόνιας έκθεσης του οργανισμού σε διάφορες επικίνδυνες συνήθειες, παράγοντες κινδύνου (διατροφή, σωματική δραστηριότητα, κα-

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/209.gif&w=600&h=915

κατανάλωση αλκοόλ, κάπνισμα κ.λπ.). Κάθε χρόνιο νόσημα δεν οφείλεται σε ένα μόνο παράγοντα κινδύνου, αλλά σε ένα αιτιολογικό σύμπλεγμα, όπου διάφοροι παράγοντες συνεργούν στην πρόκληση βλαβών.

Διατροφικές προτιμήσεις ή συνήθειες, όπως η καθιστική ζωή, η κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα, διαμορφώνονται κυρίως κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, υιοθετούνται στη συνέχεια ως τρόπος ζωής και είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουν μετά την ενηλικίωση. Επομένως, τα περιθώρια ελάττωσης του κινδύνου από διάφορες χρόνιες ασθένειες είναι περιορισμένα, ενώ, αντίθετα, η διαμόρφωση ορθών/υγιεινών συνηθειών/ συμπεριφορών κατά την παιδική ηλικία φαίνεται να λειτουργούν αποτελεσματικότερα στην πρόληψη των ασθενειών αυτών (καρδιαγγειακά, καρκίνος κ.λπ.).

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το κάπνισμα, η ανθυγιεινή διατροφή, η μείωση της φυσικής δραστηριότητας, η έλλειψη σωματικής άσκησης και η παχυσαρκία θεωρούνται κοινοί παράγοντες για τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τον καρκίνο (ΠΟΥ, 1999, 2004), ενώ στις ανεπτυγμένες χώρες το 1/3 των θανάτων από καρκίνο αποδίδεται σε κακή διατροφή. Υπάρχει σημαντική διαφορά στην επίπτωση των νόσων που σχετίζονται με τη διατροφή ανάμεσα στις βόρειες και νότιες χώρες. Η θνησιμότητα από ισχαιμική καρδιακή νόσο είναι μικρότερη στις χώρες του Νότου (Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία) και υψηλότερη στις χώρες του Βορρά (Μ. Βρετανία, Φινλανδία, Ιρλανδία). Ωστόσο, οι εξελίξεις στη χώρα μας είναι ανησυχητικές, καθώς, ενώ σε πολλές χώρες της Ε .Ε. από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να σημειώνεται μια σταδιακή μείωση της συχνότητας θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα, το ίδιο διάστημα στην Ελλάδα σημειώθηκε σταδιακή αύξηση της θνησιμότητας και της νοσηρότητας και αυξητικές τάσεις παρατηρούνται στη συχνότητα και τη θνησιμότητα των περισσότερων νεοπλασιών, που ήταν σχετικά μικρή. Οι εξελίξεις αυτές αποδίδονται στην αύξηση του καπνίσματος, στις διαφοροποιήσεις της διατροφής και στις αλλαγές του περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, τόσο στον Βορρά όσο και στον Νότο, οι Ευρωπαίοι καθιερώνουν ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες από την παιδική και την εφηβική ηλικία. Επομένως, είναι καθοριστικής σημασίας η ανάγκη να υιοθετήσουν οι πολίτες, και κυρίως τα παιδιά, υπεύθυνη συμπεριφορά απέναντι στην πρόληψη των ασθενειών με την κατάλληλη πληροφόρηση, την παιδεία και την εκπαίδευση με στόχο την προαγωγή της υγείας, παράλληλα με τις φροντίδες για την ψυχική υγεία των νέων και τη μείωση των θανάτων από ατυχήματα. Ειδικότερα:

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/210.gif&w=600&h=915

Διατροφή

Η κατανάλωση θερμίδων, καθώς και η σύνθεση της τροφής έχει μεγάλη σημασία για τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα του πληθυσμού. Στις χώρες του ΟΟΣΑ υπολογίζεται ότι κατά μέσο όρο η κατανάλωση θερμίδων αυξήθηκε μεταξύ του 1961 και του 2002 κατά 450 ανά άτομο κάθε μέρα. Οι τρεις χώρες που παρουσιάζουν την υψηλότερη κατανάλωση θερμίδων ανά άτομο είναι κατά σειρά οι ΗΠΑ, η Πορτογαλία και η Ελλάδα, που παρουσιάζουν και τη μεγαλύτερη αύξηση σε σχέση με το 1961 (Πίνακας 7.11). Θέματα υποσιτισμού και ανεπάρκειας τροφής, που ήταν συνηθισμένα κατά την προπολεμική περίοδο και συχνά αποτελούσαν αιτία ασθένειας και θανάτου παιδιών και νέων, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες περιορίστηκαν σημαντικά, ενώ εδώ και πολλά χρόνια αφορούν σε πολύ οριακές καταστάσεις, είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.11

Κατά κεφαλήν κατανάλωση θερμίδων ανά ημέρα, 1961-2002

Έτη

Ελλάδα

ΟΟΣΑ (27)

1961

2.820

2.956

1970

3.135

3.100

1980

3.216

3.212

1990

3.524

3.305

2000

3.648

3.401

2002

3.721

3.413

Πηγή: OECD, Health at a Glance: OECD Indicators, 2005 Edition.

Πηγή: OECD, Health at a Glance: OECD Indicators, 2005 Edition.

Ωστόσο, οι αλλαγές στη διατροφή, με την αύξηση της κατανάλωσης κρέατος, ψαριών και τυριού, τη μείωση της κατανάλωσης του ψωμιού, των φρούτων και των λαχανικών, τη μείωση των μονοακόρεστων λιπαρών οξέων και την αύξηση των κορεσμένων, αλλά και η απομάκρυνση από τη «μεσογειακή» διατροφή προκαλούν νέα προβλήματα υγείας. Η επιβάρυνση των ασθενειών που αποδίδονται στη διατροφή είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι συχνά εκτιμάται. Η διατροφή θεωρείται παράγοντας κινδύνου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τα κορεσμένα λιπαρά οξέα συμβάλλουν στην αύξηση της χοληστερόλης, ενώ η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών μειώνει τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα και ορισμένους τύπους καρκίνων.

Η χώρα μας, βέβαια, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, όπως και οι άλλες μεσογειακές χώρες, ενώ και σε σχέση με την κατανάλωση ζάχαρης, που παρουσιάζει αύξηση

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/211.gif&w=600&h=915

ση στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, η θέση της Ελλάδας είναι σχετικά πλεονεκτική (κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ). Συχνά, όμως, οι έφηβοι λαμβάνουν έως και το 50% των προσλαμβανόμενων θερμίδων σε λίπος, ενώ η διατροφή τους υπολείπεται σε πρόσληψη ασβεστίου, σιδήρου και φυτικών ινών. Αυτός ο τύπος διατροφής μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη μελλοντική τους υγεία. Επιπλέον, η υπερβάλλουσα κατανάλωση τροφής παράλληλα με το είδος της διατροφής (δίαιτα με υψηλά λιπαρά, κατανάλωση ζάχαρης και φτωχή σε φρούτα και λαχανικά), καθώς και η ανισορροπία μεταξύ θερμίδων που καταναλώνονται και θερμίδων που ξοδεύονται (καθιστική ζωή, χαμηλή φυσική άσκηση) οδηγούν σε αύξηση των παχύσαρκων ή υπέρβαρων ατόμων στον πληθυσμό. Η παχυσαρκία αποτελεί πλέον ένα αυξανόμενο πρόβλημα της δημόσιας υγείας και συνδέεται στενά με τον κίνδυνο για πολλές ασθένειες, όπως υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη, διαβήτη, καρδιαγγειακές παθήσεις, άσθμα, αρθρίτιδα και ορισμένα είδη καρκίνου.

Η αύξηση του ποσοστού των υπέρβαρων και των παχύσαρκων παιδιών και η υιοθέτηση επιβλαβών διατροφικών συνηθειών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αναδεικνύεται ταχύτατα σε μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας. Τα υπέρβαρα παιδιά είναι πολύ πιθανό να γίνουν υπέρβαροι ενήλικες, ενώ περισσότερα από τα 3/4 των παχύσαρκων παιδιών θα παραμείνουν παχύσαρκοι ενήλικες, και το 1/4 από αυτά θα αναπτύξει διαβήτη. Με δεδομένη την υστέρηση που παρατηρείται μεταξύ της παχυσαρκίας και των προβλημάτων υγείας που προκαλεί, η αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας που παρατηρήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στην πλειονότητα των χωρών δεν προδιαγράφει ένα καλό μέλλον, ενώ προβλέπεται αυξημένη οικονομική επιβάρυνση (επιπρόσθετο κόστος υγειονομικής περίθαλψης, έμμεσες δαπάνες, όπως η απώλεια ημερών εργασίας κ.λπ.).

Περισσότεροι από το 50% των ενηλίκων θεωρούνται σήμερα υπέρβαροι ή παχύσαρκοι σε 10 χώρες του ΟΟΣΑ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα (ΗΠΑ, Μεξικό, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Σλοβακία, Ελλάδα, Ν. Ζηλανδία, Ουγγαρία, Λουξεμβούργο, Τσεχία), αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία και φαίνεται ότι μάλλον υποτιμάται η πραγματική κατάσταση, καθώς σε πολλές χώρες, όπως και στην Ελλάδα, η μέτρηση της παχυσαρκίας γίνεται βάσει των αναφορών των ίδιων των ατόμων και όχι με πραγματική καταμέτρηση του ύψους και του βάρους τους. Αντίστοιχα στοιχεία του International Obesity Task Force δείχνουν ότι πάνω από 200 εκατομμύρια ενήλικες και 14 εκατομμύρια παιδιά στην Ε.Ε. είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Μέσα σε 10 χρόνια η παχυσαρκία αυξήθηκε από 10 έως 40% στην πλειονότητα των χωρών της Ε .Ε. Η παχυσαρκία στην Ευρώπη αφορά στο 20% των παιδιών, έναντι του 10% μία δεκαετία νωρίτερα, ο αριθμός

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/212.gif&w=600&h=915

των υπέρβαρων ή παχύσαρκων παιδιών σχολικής ηλικίας αυξάνεται κατά 400.000 κάθε χρόνο και, αν εξακολουθήσουν αυτές οι τάσεις, το 2030 δύο στους τρεις Ευρωπαίους θα είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Λεπτομερέστερη ανάλυση των δεδομένων κατά ηλικία δείχνει ότι αυτό συμβαίνει κυρίως με την είσοδό τους στη σχολική ζωή και συνδέεται εν μέρει με τα αναλώσιμα είδη στο σχολικό περιβάλλον.

Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 7.12, το 54,1% του συνολικού πληθυσμού στην Ελλάδα είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (από τους οποίους το 43,3% είναι υπέρβαροι και το 10,7% παχύσαρκοι), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους νέους 15-24 ετών είναι 21,2% (από τους οποίους το 19,3% είναι υπέρβαροι και το 1,9% παχύσαρκοι). Υπολογίζεται ότι περίπου το 30% των παιδιών είναι υπέρβαρα και το 9% παχύσαρκα, παρατηρείται αύξηση του δείκτη μάζας σώματος στους φοιτητές, ενώ, σύμφωνα με έρευνα της Ενδοκρινολογικής Μονάδας της Α' Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, την τελευταία εικοσαετία το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων αγοριών και κοριτσιών κατά την εφηβεία αυξήθηκε από 11,8% σε 20,6% για τα αγόρια και από 3,6% σε 14,4% για τα κορίτσια. Η παιδική και εφηβική παχυσαρκία προδικάζει παχυσαρκία κατά την ενήλικη ζωή με σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία, καθώς, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, μέχρι το 80% των στεφανιαίων καρδιακών παθήσεων θα μπορούσαν να αποφευχθούν αλλάζοντας τα άτομα τρόπο ζωής, το 1/3 των καρκίνων θα μπορούσαν να αποφευχθούν με υγιεινή διατροφή, διατήρηση κανονικού βάρους και φυσική άσκηση, ενώ ο διαβήτης τύπου-2, παλαιότερα σπάνιος μεταξύ των νέων, τώρα σε κάποιες περιπτώσεις αποτελεί σχεδόν το 50% όλων των διαγνώσεων του διαβήτη.

Παράλληλα με την παχυσαρκία, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση της επίπτωσης ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας, που αποτελούν διαταραχές με επιφυλακτική πρόγνωση και σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα για τον παιδικό και τον νεανικό πληθυσμό, η οποία εμφανίζεται κυρίως στην περίοδο της εφηβείας και με μεγαλύτερη συχνότητα μεταξύ των κοριτσιών. Η προβολή από τα MME του εξαιρετικά αδύνατου γυναικείου σώματος ως πρότυπου ομορφιάς και γοητείας αλλά και διατροφικές συνήθειες των ομάδων αυτών φαίνεται πως συμβάλλουν σημαντικά στο φαινόμενο αυτό.

Σελ. 212
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 193
    

    συνυπάρχει ευκολότερη πρόσβαση στα παιδιατρικά νοσοκομεία με τις μονάδες εντατικής νοσηλείας προώρων, και την αύξηση των επενδύσεων στον υγειονομικό τομέα, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των πιο πάνω μονάδων. Είχε, επίσης, ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών για τη δημόσια υγεία, την αύξηση των διαθέσιμων υπηρεσιών υγείας (παιδιατρικών νοσοκομείων), καθώς και την ποιοτική αναβάθμιση των λειτουργών υγείας και την αύξηση των μονάδων εντατικής νοσηλείας νεογνών και βρεφών.

    Η μείωση της νεογνικής θνησιμότητας φαίνεται να συσχετίζεται κυρίως με την αύξηση του συνολικού αριθμού των παιδιάτρων στον πληθυσμό, δηλαδή υπακούει σε ιατρό-τεχνολογικά μέτρα (προοδευτική ανάπτυξη της νεογνολογίας, καλύτερη εκπαίδευση των νεογνολόγων, ανάπτυξη δικτύου μεταφοράς προώρων και προβληματικών νεογνών, αναβάθμιση της ιατρικής βιοτεχνολογίας, δημιουργία μονάδων εντατικής νοσηλείας νεογνών στα παιδιατρικά νοσοκομεία κ.λπ.).

    Η μείωση της όψιμης βρεφικής/μετανεογνικής θνησιμότητας φαίνεται ότι εξαρτάται στατιστικά από την αύξηση της αστικοποίησης του πληθυσμού. Η όψιμη βρεφική θνησιμότητα ανταποκρίνεται ευκολότερα σε κοινωνικά μέτρα, είναι μια υπόθεση της οικογένειας και θεωρείται ευκολότερη σε χειρισμό, δεδομένου ότι εξαρτάται από το περιβάλλον όπου ζει και ανατρέφεται το βρέφος, από την ιατρική παρακολούθηση, το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο των γονέων, την υγιεινή της κατοικίας (τρεχούμενο νερό, θέρμανση), την πρόσληψη ικανοποιητικού αριθμού θερμίδων ημερησίως κ.λπ. Επειδή οι προαναφερθείσες συνθήκες ισχύουν κατεξοχήν σε αστικούς πληθυσμούς, η όψιμη βρεφική θνησιμότητα μειώνεται καθώς αυξάνεται η αστικοποίηση του πληθυσμού.

    7.2 Κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες που επηρέασαν τις εξελίξεις στην παιδική και τη νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα

    Οι παράγοντες που πιθανόν επηρέασαν τις εξελίξεις στη νοσηρότητα και θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στην Ελλάδα, χωρίς βεβαίως να είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποιοι είναι αυτοί που σε κάθε χρονική περίοδο λειτούργησαν περισσότερο καθοριστικά και διαμόρφωσαν το σύγχρονο νοσολογικό πρότυπο, είναι: