Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 41-60 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/41.gif&w=600&h=915

απασχολούμενων παιδιών και νέων ηλικίας 10-19 ετών συγκεντρωνόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία (πάνω από το 50%), η απασχόληση στους κλάδους αυτούς έχει μειωθεί πάρα πολύ. Το 1981 ανερχόταν στο 21,4% και το 2001 διαμορφώθηκε στο 8,9%. Σημειώνεται ότι το 1928 το 17,6% των απασχολουμένων στη γεωργία, το 39,3% στην κτηνοτροφία και το 17,2% στην αλιεία ήταν παιδιά και νέοι ηλικίας έως 19 ετών. Ο δεύτερος σημαντικός κλάδος απασχόλησης των παιδιών και των νέων ήταν η μεταποίηση με 117.912 άτομα ηλικίας έως 19 ετών (20,2%), ενώ η απασχόληση στις υπηρεσίες ανερχόταν στο 5,9% και η απασχόληση στο εμπόριο στο 4,1%. Αντίστοιχα στοιχεία για την ομάδα 10-24 ετών δεν είναι διαθέσιμα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.8

Απασχόληση παιδιών και νέων 10-19 ετών κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, 1928,1981,2001

Κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας

Απασχολούμενοι

%

1928

1981

2001

1928

1981

2001

Γεωργία

226.198

52.808

10.743

38,7

21,4

8,9

Κτηνοτροφία - Θήρα

65.432

-

-

11,2

-

-

Αλιεία

2.556

-

343

0,4

-

0,3

Μεταλλεία - Ορυχεία

1.211

849

102

0,2

0,3

0,1

Μεταποίηση

117.912

76.937

9.269

20,2

31,2

7,7

Ηλεκτρισμός - Φωταέριο

-

379

162

-

0,2

0,1

Οικοδομήσεις και δημόσια

έργα

-

27.033

11.526

-

11,0

9,5

Εμπόριο

24.227

25.210

13.335

4,1

10,2

11,0

Ξενοδοχεία

-

-

7.926

-

-

6,6

Μεταφορές - Αποθήκες

Επικοινωνίες

10.137

6.219

1.969

1,7

2,5

1,6

Τράπεζες - Ασφάλειες -

Διεκπεραιώσεις

2.146

3.472

567

0,4

1,4

0,5

Λοιπές υπηρεσίες

34.704

10.486

10.567

5,9

4,2

8,8

Νέοι

-

36.133

50.517

-

14,6

41,8

Δεν δήλωσαν

99.715

7.336

3.702

17,1

3,0

3,1

Οικονομικώς ενεργοί

584.238

246.862

120.728

100,0

100,0

100,0

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Η εικόνα εμφανίζεται αρκετά διαφοροποιημένη κατά τη μεταπολεμική περίοδο (Πίνακας 3.9). Το 1981 ο σημαντικότερος κλάδος απασχόλησης των παιδιών και νέων 10-24 ετών εμφανίζεται η μεταποίηση (27,6%) και ακολουθούν η γεωργία -κτηνοτροφία -αλιεία (16,2%),οι νέοι (12,4%),το εμπόριο (11,8%),οι οικοδομήσεις και τα δημόσια έργα (10,4%) και οι λοιπές υπηρεσίες (9,8%).

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/42.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.9

Απασχόληση παιδιών και νέων κατά ομάδες ηλικιών και κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, 1981,2001

Κλάδοι οικονομικής Ομάδες ηλικιών

Κλάδοι οικονομικής Ομάδες ηλικιών

δραστηριότητας

10-14

15-19

20-24

10-24

ετών

ετών

ετών

ετών

1981

Γεωργία

12.417

40.391

41.194

94.002

Κτηνοτροφία - Θήρα

-

-

-

-

Αλιεία

-

-

-

-

Μεταλλεία - Ορυχεία

40

809

1.999

2.848

Μεταποίηση

10.744

66.193

82.716

159.653

Ηλεκτρισμός - Φωταέριο

1

378

1.586

1.965

Οικοδομήσεις και δημόσια έργα

3.508

23.525

33.125

60.158

Εμπόριο

2.472

22.738

43.010

68.220

Ξενοδοχεία

-

-

-

-

Μεταφορές - Αποθήκευση -

Επικοινωνίες

171

6.048

18.953

25.172

Τράπεζες - Ασφάλειες -

Διεκπεραιώσεις

30

3.442

16.283

19.755

Λοιπές υπηρεσίες

851

9.635

46.020

56.506

Νέοι

4.353

31.780

35.493

71.626

Δεν δήλωσαν

1.538

5.798

11.413

18.749

Οικονομικώς ενεργοί

36.125

210.737

331.792

578.654

2001

Γεωργία

-

10.743

38.604

49.347

Κτηνοτροφία - Θήρα

-

-

-

-

Αλιεία

-

343

1.599

1.942

Μεταλλεία - Ορυχεία

-

102

688

790

Μεταποίηση

71

9.198

51.741

61.010

Ηλεκτρισμός - Φωταέριο

-

162

1.097

1.259

Οικοδομήσεις και δημόσια έργα

83

11.443

41.257

52.783

Εμπόριο

4

13.331

78.542

91.877

Ξενοδοχεία

-

7.926

37.110

45.036

Μεταφορές - Αποθήκευση -

Επικοινωνίες

-

1.969

20.001

21.970

Τράπεζες - Ασφάλειες -

Διεκπεραιώσεις

-

567

9.948

10.515

Λοιπές υπηρεσίες

-

10.567

98.705

109.272

Νέοι

5.210

45.307

95.204

145.721

Δεν δήλωσαν

5

3.697

24.576

28.278

Οικονομικώς ενεργοί

5.373

115.355

499.072

619.800

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/43.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.9 (συνέχεια)

Κλάδοι οικονομικής _Ομάδες ηλικιών

Κλάδοι οικονομικής _Ομάδες ηλικιών

δραστηριότητας

10-14

15-19

20-24

10-24

ετών

ετών

ετών

ετών

1981

Γεωργία

34,4

19,2

12,4

16,2

Κτηνοτροφία - Θήρα

-

-

-

-

Αλιεία

-

-

-

-

Μεταλλεία - Ορυχεία

0,1

0,4

0,6

0,5

Μεταποίηση

29,7

31,4

24,9

27,6

Ηλεκτρισμός - Φωταέριο κλπ.

0,0

0,2

0,5

0,3

Οικοδομήσεις και δημόσια έργα

9,7

11,2

10,0

10,4

Εμπόριο

6,8

10,8

13,0

11,8

Ξενοδοχεία

-

-

-

0,0

Μεταφορές - Αποθήκευση -

Επικοινωνίες

0,5

2,9

5,7

4,4

Τράπεζες - Ασφάλειες -

Διεκπεραιώσεις

0,1

1,6

4,9

3,4

Λοιπές υπηρεσίες

2,4

4,6

13,9

9,8

Νέοι

12,0

15,1

10,7

12,4

Δεν δήλωσαν

4,3

2,8

3,4

3,2

Οικονομικώς ενεργοί

100,0

100,0

100,0

100,0

2001

Γεωργία

-

9,3

7,7

8,0

Κτηνοτροφία - Θήρα

-

-

-

-

Αλιεία

-

0,3

0,3

0,3

Μεταλλεία - Ορυχεία

-

0,1

0,1

0,1

Μεταποίηση

1,3

8,0

10,4

9,8

Ηλεκτρισμός - Φωταέριο

-

0,1

0,2

0,2

Οικοδομήσεις και δημόσια έργα

1,5

9,9

8,3

8,5

Εμπόριο

0,1

11,6

15,7

14,8

Ξενοδοχεία

-

6,9

7,4

7,3

Μεταφορές - Αποθήκευση -

Επικοινωνίες

-

1,7

4,0

3,5

Τράπεζες - Ασφάλειες -

Διεκπεραιώσεις

-

0,5

2,0

1,7

Λοιπές υπηρεσίες

-

9,2

19,8

17,6

Νέοι

97,0

39,3

19,1

23,5

Δεν δήλωσαν

0,1

3,2

4,9

4,6

Οικονομικώς ενεργοί

100,0

100,0

100,0

100,0

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/44.gif&w=600&h=915

Αντίστοιχα, το 2001 οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας αποτελούν το 23,5% και κατά σειρά ακολουθούν οι λοιπές υπηρεσίες (17,6% ή 24,9% αν συμπεριληφθεί και ο κλάδος ξενοδοχεία με 7,3%), το εμπόριο (14,8%), η μεταποίηση (9,8%), οι οικοδομήσεις και τα δημόσια έργα (8,5%) και η γεωργία - κτηνοτροφία - αλιεία (8,3%).

Διαφοροποιήσεις στην κατά κλάδο απασχόληση παρατηρούνται και μεταξύ των επιμέρους ηλικιακών ομάδων. Έτσι, το 2001 οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας αποτελούν το 97,0% στην ηλικιακή ομάδα 10-14 ετών, το 39,3% στην ομάδα 15-19 ετών και μόνο το 19,1% στην ομάδα 2024 ετών. Στην ομάδα 10-14 ετών σχεδόν το σύνολο των παιδιών χαρακτηρίζονται ως νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας (αν αφαιρεθούν οι νέοι, τα υπόλοιπα παιδιά στην αγορά εργασίας ανέρχονται μόλις σε 163). Ο σημαντικότερος κλάδος απασχόλησης νέων 15-19 ετών εμφανίζεται το εμπόριο (11,6%), οι οικοδομήσεις και τα δημόσια έργα (9,9%), η γεωργία - κτηνοτροφία -αλιεία (9,6%),οι λοιπές υπηρεσίες (9,2% ή 16,1% αν συμπεριληφθεί και ο κλάδος ξενοδοχεία με 6,9%) και η μεταποίηση (8,0%). Ο σημαντικότερος κλάδος απασχόλησης νέων 20-24 ετών εμφανίζονται οι λοιπές υπηρεσίες (19,8% ή 27,2% αν συμπεριληφθεί και ο κλάδος ξενοδοχεία με 7,4%), το εμπόριο (15,7%), η μεταποίηση (10,4%), οι οικοδομήσεις και τα δημόσια έργα (8,3%) και η γεωργία - κτηνοτροφία - αλιεία (7,7%).

Από τη δεκαετία του 1960 το ποσοστό ανεργίας του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού εμφανίζεται υψηλό, ένα πρόβλημα που συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου και κατά την τελευταία δεκαετία έγινε ιδιαίτερα έντονο (Πίνακας 3.10).

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.10

Κατανομή του οικονομικώς ενεργού παιδικού και νεανικού πληθυσμού κατά ομάδες ηλικιών, 1961,1981,2001

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.10

Κατανομή του οικονομικώς ενεργού παιδικού και νεανικού πληθυσμού κατά ομάδες ηλικιών, 1961,1981,2001

Ομάδες

1961

1981

2001

ηλικιών

Απασχο

Ανεργοι

Απασχο

Ανεργοι

Απασχο

Ανεργοι

λούμενοι

λούμενοι

λούμενοι

10-14 ετών

82,6

17,4

86,5

13,5

2,6

97,4

15-19 ετών

89,1

10,9

82,5

17,5

55,1

44,9

10-19 ετών

87,3

12,7

83,1

16,9

52,7

47,3

20-24 ετών

89,7

10,3

86,1

13,9

74,5

25,5

10-24 ετών

88,4

11,6

84,8

15,2

70,2

29,8

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/45.gif&w=600&h=915

To 1961 το ποσοστό ανεργίας για το σύνολο του οικονομικώς ενεργού παιδικού και νεανικού πληθυσμού ανέρχεται σε 11,6% ή 4,9% του πληθυσμού αυτής της ομάδας (17,4% στην ομάδα 10-14 ετών, 10,9% στην ομάδα 15-19 ετών και 10,3% στην ομάδα 20-24 ετών) έναντι 5,9% του συνολικού πληθυσμού. Το μεγαλύτερο ποσοστό, βεβαίως, των ανέργων αυτών είναι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας (73,6%). Τα αντίστοιχα ποσοστά ανεργίας το 2001 έχουν διαμορφωθεί σε 29,8% για το σύνολο του οικονομικώς ενεργού παιδικού και νεανικού πληθυσμού ή 8,6% του πληθυσμού αυτής της ομάδας (97,4% στην ομάδα 10-14 ετών, 44,9% στην ομάδα 15-19 ετών και 25,5% στην ομάδα 20-24 ετών) έναντι 11,1% του συνολικού πληθυσμού.

Στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. παρουσιάζεται υψηλή ανεργία των νέων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του αιώνα και ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών (Διάγραμμα 3.7). Η ανεργία παρέμεινε υψηλή σε όλη τη δεκαετία με τάσεις μείωσης μετά τα μέσα της δεκαετίας. Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας κατά μέσο όρο στην Ε.Ε. παρατηρήθηκε το 1994 για τους νέους άνδρες (21,0%) και το 1996 για τις νέες γυναίκες (24,0%).

Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με υψηλή ανεργία των νέων, η οποία είναι πάνω από τρεις φορές υψηλότερη από την ανεργία των άνω των 25 ετών. Η ανεργία των νέων, η οποία αυξανόταν μέχρι το 1998 και στη συνέχεια παρουσίασε μικρή τάση μείωσης το 2000, ανήλθε στο 29,6% του εργατικού δυναμικού της αντίστοιχης ηλικίας έναντι 16,7% της Ε.Ε.-15. Η χώρα μας κατατάσσεται στην τρίτη θέση σε σχέση με την Ε.Ε.-25 και στην πρώτη σε σχέση με την Ε .Ε -15. Το ποσοστό ανεργίας των νέων γυναικών παρουσιάζεται ιδιαίτερα υψηλό, σχεδόν διπλάσιο των νέων ανδρών (41,0% έναντι 22,0% το 1999).

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/46.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.7

Ποσοστό ανεργίας συνολικού πληθυσμού (Ελλάδα) και νεανικού πληθυσμού (Ελλάδα, Ε.Ε.-15), 1983-2000

Πηγή: Eurostat Yearbook 2002, The statistical guide to Europe, Data 1990-2000.

3.3.2 Εκπαίδευση του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η εκπαιδευτική διαδικασία διευρύνθηκε σημαντικά σε όλες τις χώρες της Ε .Ε., στην αρχή με τη γενίκευση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα με την αύξηση του αριθμού των νέων που λαμβάνουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Ανάλογες ήταν οι εξελίξεις και στην Ελλάδα, όπου το ποσοστό των αποφοίτων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από 7,6% το 1961 αυξήθηκε στο 23,5% το 1991, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των αποφοίτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης από 1,8% αυξήθηκε στο 8,7%. Το 2001 το 26,2% του πληθυσμού ήταν απόφοιτοι Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ή πτυχιούχοι ΤΕΛ ή ΤΕΣ), ενώ το 15,8% είχε μετα-Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Η αναβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου είναι περισσότερο εμφανής στις νέες γενιές. Το 84,1% των νέων 20-24 ετών στην Ελλάδα έχει ολοκληρώσει Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έναντι 60% των ατόμων 25-64 ετών και έναντι 77,5% και 69,1%, αντίστοιχα, στην Ε.Ε.-25. Σημειώνεται ότι στις νεανικές ηλικίες ο αριθμός των αγραμμάτων έχει πλέον μειωθεί πάρα πολύ (από 32,5% το 1928 σε 1,3% το 2001). Το ποσοστό των φοιτητών στο σύνολο του πληθυσμού αυξήθηκε από 2,24% το 1988 σε 3,18% το 1997 και σε

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/47.gif&w=600&h=915

σχέση με τον πληθυσμό των νέων από 14% σε 25%5. Το 70% των νέων 2529 ετών έχει Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των γονιών τους είναι 46% (40% για τις γυναίκες). Η συμμέτοχη των γυναικών στη μετα-Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αυξήθηκε σημαντικά από τη δεκαετία του 1980 και ο λόγος των γυναικών προς 100 άνδρες αυξήθηκε από 75 σε 102 το 1994-1995 στο σύνολο της Ε.Ε. Χαμηλό, ωστόσο, είναι στη χώρα μας το ποσοστό των νέων που ολοκληρώνουν την επαγγελματική κατάρτιση ως προς το σύνολο των συμμετεχόντων στη μετα-Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (κάτω από 50% έναντι 84% στην Αυστρία και 77% στη Γερμανία).

Το ποσοστό του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού που δεν είναι οικονομικώς ενεργό, κυρίως λόγω της συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία, αυξήθηκε σημαντικά σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο και σε σχέση με την προπολεμική περίοδο. Ενώ το 1928 το 54,8% των παιδιών και των νέων έως 19 ετών δεν συμμετείχε στο εργατικό δυναμικό, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 64,2% το 1961, σε 83,2% το 1981 και σε 90,8% το 2001. Λόγω της μεγαλύτερης συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό της ομάδας 20-24 ετών η αντίστοιχη αύξηση του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού συνολικά (έως 24 ετών) ήταν από 57,9% το 1961 σε πάνω από 70% το 1981 και το 2001.

Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του μη ενεργού παιδικού και νεανικού πληθυσμού βρίσκεται στην εκπαίδευση ή την κατάρτιση φαίνεται και σε σχετική έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (Πίνακας 3.11). Σύμφωνα με αυτή την έρευνα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η εκπαίδευση έχει καταστεί αυξανόμενα σημαντική για τη ζωή των νέων και η τάση αυτή συνεχίζεται σε όλες τις χώρες της Ε .Ε. Έτσι, το 1995 πάνω από το 58% των νέων της Ε.Ε. βρίσκονταν στην εκπαίδευση ή την κατάρτιση (έναντι του 49% το 1987), 28% ήταν οικονομικώς ενεργοί με εργασία, 8% αναζητούσαν εργασία και 6% ήταν μη ενεργοί που δεν συμμετείχαν στην εκπαίδευση/κατάρτιση. Τα αντίστοιχα μεγέθη για την Ελλάδα ήταν 56%, 25%, 9% και 9%. Το ποσοστό των εκπαιδευομένων ή καταρτιζομένων στην Ελλάδα αυξήθηκε από 51% το 1987 στο 56% το 1995, και βρίσκεται πολύ κοντά στον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.-15 (2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο το 1987,2 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο το 1995).

5. European Youth Observatory, General Report on Young People, 1986/97,2000.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/48.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.11 Οικονομικώς ενεργοί και μη ενεργοί νέοι 15-24 ετών στις χώρες της Ε .Ε., 1987,1995

Οικονομικώς ενεργοί Μη ενεργοί

Χώρα Εργαζόμενοι Αναζητούν Όχι εκπαίδευση Εκπαίδευση _εργασία_

Χώρα Εργαζόμενοι Αναζητούν Όχι εκπαίδευση Εκπαίδευση _εργασία_

1987

1995

1987

1995

1987

1995

1987

1995

Ε.Ε.-15

34

28

10

8

7

6

49

58

Βέλγιο

31

25

8

7

5

4

56

65

Δανία

31

26

5

3

3

3

61

68

Γερμανία

34

29

4

4

5

5

57

62

Ελλάδα

27

25

8

9

14

9

51

56

Ισπανία

26

22

17

13

8

5

49

61

Γαλλία

33

21

11

9

5

4

51

67

Ιρλανδία

37

32

13

8

5

4

46

56

Ιταλία

31

25

14

11

10

10

45

54

Λουξεμβούργο

48

34

3

3

5

5

44

59

Ολλανδία

30

26

5

3

4

5

61

66

Αυστρία

-

42

-

3

-

3

-

53

Πορτογαλία

47

32

9

5

9

6

35

57

Φινλανδία

-

19

-

9

-

6

-

66

Σουηδία

-

39

-

9

-

8

-

44

Ην. Βασίλειο

44

39

10

8

8

8

39

46

Πηγή: European Commission, Report on the state of young people's health in the European Union, A Commission Services Working Paper, 2000.

333 Σχηματισμός οικογένειας

Η γαμηλιότητα των νέων στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες της Ε.Ε., μειώνεται σημαντικά σε σχέση με το σύνολο των γάμων, καθώς οι γάμοι καθυστερούν και μερικές φορές αντικαθίστανται από τη συμβίωση (Διάγραμμα 3.8). Η μεγαλύτερη συχνότητα γάμων στους άνδρες παρατηρείται στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, ενώ στις γυναίκες στην ηλικιακή ομάδα 20-24 ετών, με εξαίρεση τα τελευταία χρόνια, οπότε η μεγαλύτερη συχνότητα γάμων των γυναικών μετατέθηκε στην επόμενη ηλικιακή ομάδα, όπου και η αντίστοιχη των ανδρών.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/49.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.8 Ειδικά ποσοστά γαμηλιότητας κατά φύλο και ηλικία, 1956-1997

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος, 2003.

Από τα ειδικά κατά ηλικία ποσοστά γαμηλιότητας φαίνεται ότι τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες 15-24 ετών τα ποσοστά αυξάνονταν μέχρι το 1981 και στη συνέχεια μειώθηκαν. Ενώ το 1956 νυμφεύονταν 4,2 άνδρες και 19,1 γυναίκες ηλικίας 15-19 ετών στα 1.000 άτομα αυτής της ηλικιακής ομάδας, τα μεγέθη διαμορφώθηκαν οζ 5,3 %ο και 57,4 %ο το 1971 και 1,3%ο και 12,5%ο το 1997, αντίστοιχα. Στην ηλικιακή ομάδα 20-24 ετών τα αντίστοιχα μεγέθη διαμορφώθηκαν <7£ 28,2 %ο και 59,3%ο το 1956, 56,2%ο και 92,2%ο το 1981 και 17,5%» και 48,3%, το 1997.

Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο παρατηρήθηκε μια τάση για πρώιμη σύσταση οικογένειας. Η μέση ηλικία γάμου των γυναικών παρουσίασε φθίνουσα πορεία και από περίπου 24,5 έτη κατά τη δεκαετία του 1950 διαμορφώθηκε στα 22,6 έτη το 1980 (Διάγραμμα 3.9). Στη συνέχεια, όμως, παρατηρήθηκε συνεχής αύξηση και στο τέλος του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε περίπου στα 27 έτη. Κατά την προπολεμική περίοδο (19261928,1936-1938) η μέση ηλικία γάμου των γυναικών ήταν σχεδόν σταθερή (κυμάνθηκε από 23,3-24,0 έτη).

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/50.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.9

Μέση ηλικία γάμου κατά φύλο και ηλικία, 1926-1928,1936-1938,1956,1960,1965, 1970,1975,1980,1985,1990,1995,1997,2001

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδας.

Αντίστοιχα, η μέση ηλικία γάμου των ανδρών, η οποία κατά την προπολεμική περίοδο ήταν σχεδόν σταθερή λίγο πάνω από τα 28 έτη, κατά τη μεταπολεμική περίοδο μετά από μικρή ανοδική πορεία μέχρι το 1965, οπότε διαμορφώθηκε στα 29 έτη, παρουσίασε μείωση μέχρι τα 27,6 έτη το 1980 και στη συνέχεια συνεχή αύξηση, ενώ στο τέλος του αιώνα διαμορφώθηκε πάνω από τα 30 έτη. Οι εξελίξεις στις χώρες της Ε.Ε. ήταν ανάλογες και μεταξύ 1975 και 1995 η μέση ηλικία γάμου αυξήθηκε για τους άνδρες από 25,7 έτη σε 29 έτη και για τις γυναίκες από 23 έτη σε 26,5 έτη6. Αυτή η καθυστέρηση στο γάμο δεν σημαίνει απαραίτητα παράλληλη μείωση της γεννητικότητας, αλλά μάλλον καθυστέρηση στη γέννηση του πρώτου παιδιού. Ωστόσο, στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες του Νότου όπου η γεννητικότητα συνδέεται με το γάμο, οι εξελίξεις αυτές φαίνεται να έχουν επιπτώσεις και στη γεννητικότητα.

Το είδος των νοικοκυριών, στα οποία ζουν τα παιδιά και οι νέοι, φαίνεται να διαφοροποιείται κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Έτσι, σήμερα, οι νέοι εγκαταλείπουν αργότερα τα σπίτια τους σε σχέση με το παρελθόν, ενώ

6. European Youth Observatory, ό.π.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/51.gif&w=600&h=915

αυξάνονται τα μη παραδοσιακά νοικοκυριά (νοικοκυριά ενός ατόμου, μονογονεϊκά νοικοκυριά). Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. οι νέοι μένουν περισσότερο με τους γονείς τους σε σχέση με το παρελθόν, όμως το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα αυξημένο στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες του Νότου (Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία). Το 1995 πάνω από το 70% των νέων ηλικίας 20-24 ετών ζούσε με τους γονείς του, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στη Φινλανδία ήταν 29% και στην Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο 47%.

Οι νέοι φεύγουν από το σπίτι τους για διάφορους λόγους, όπως για να σπουδάσουν, να εργαστούν και να συγκατοικήσουν ή να παντρευτούν. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970, οπότε ήταν δυνατή η σχεδόν άμεση μετάβαση από το σχολείο στη δουλειά, ήταν δυνατό να αποκτήσουν κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας από την οικογένεια από την ηλικία ακόμα και των 15 ή 16 ετών. Ενώ στη δεκαετία του 1960 τυπικά οι νέοι τελείωναν το σχολείο, στη συνέχεια είχαν την πρώτη σεξουαλική σχέση, δούλευαν, άφηναν το σπίτι και παντρεύονταν, οι συνθήκες στη δεκαετία του 1990 άλλαξαν και οι νέοι τείνουν να δραστηριοποιούνται σεξουαλικά πριν αφήσουν το σχολείο, μένουν για περισσότερο χρονικό διάστημα στο σπίτι λόγω σπουδών ή ανεργίας, παντρεύονται και αποκτούν παιδιά αργότερα.

Η μετάβαση από την οικογενειακή στέγη στην ανεξαρτησία εξαρτάται από την οικογένεια από την οποία προέρχεται ο νέος. Οι νέοι από οικογένειες πανεπιστημιακού επιπέδου τείνουν να φεύγουν από την οικογένεια σε νεαρότερη ηλικία σε σχέση με τους προερχόμενους από εργατικές οικογένειες στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στη δεκαετία του 1990. Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, πολλοί νέοι φεύγουν από το σπίτι για σπουδές και συχνά επιστρέφουν στην οικογένεια και περνούν ένα διάστημα του χρόνου (διακοπές) μαζί της, ενώ οι νέοι από εργατικές οικογένειες, που αφήνουν το σπίτι αργότερα, συχνά το κάνουν μόνιμα.

Σημειώνεται ότι η μετάβαση από το σχολείο στην εργασία θεωρείται μια σημαντική φάση στον κύκλο ζωής, καθώς οι αλλαγές στα πρότυπα εκπαίδευσης, όπως και ο χρόνος εγκατάλειψης της πατρικής στέγης από τους νέους εν μέρει εξηγείται από την αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Οι νέοι συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στην εκπαιδευτική διαδικασία, την οποία παρατείνουν, πολλές φορές λόγω έλλειψης αμειβόμενης εργασίας, ενώ οι νέες μορφές μερικής ή ευέλικτης απασχόλησης μειώνουν την ασφάλεια στην εργασία, κυρίως για τους νέους με λιγότερα επαγγελματικά προσόντα, οι οποίοι αντιμετωπίζουν και αυξημένο κίνδυνο περιοδικής ανεργίας.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/52.gif&w=600&h=915

33.4 Κοινωνικές ανισότητες

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού των παιδιών και των νέων βρίσκονται πολύ συχνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, στη χώρα μας υπάρχουν λίγες μελέτες για τη μέτρηση των διαστάσεων και των χαρακτηριστικών των προβλημάτων αυτών. Τα παιδιά και οι νέοι που μεγαλώνουν σε συνθήκες ένδειας και κοινωνικού αποκλεισμού είναι λιγότερο πιθανό να έχουν καλή επίδοση στο σχολείο και καλή υγεία, ενώ είναι πιο πιθανό να επιδείξουν παραβατική συμπεριφορά και να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας7.

Η φτώχεια που υπάρχει σε μια κοινωνία καταγράφεται ως απόλυτη ή ως σχετική. Σύμφωνα με την έννοια της απόλυτης φτώχειας ένα άτομο θεωρείται φτωχό όταν το εισόδημα του δεν επαρκεί για την επιβίωση του, δηλαδή τη διατήρηση της φυσικής δύναμης και υγείας. Με την έννοια αυτή η απόλυτη φτώχεια δίνει έμφαση στις βιολογικές ανάγκες και παραβλέπει άλλες πτυχές που σχετίζονται με τις κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες του ατόμου.

Η έννοια της σχετικής φτώχειας δέχεται όχι μόνο την ύπαρξη βιολογικών αναγκών αλλά και κοινωνικών και πολιτιστικών που μέχρι ένα σημείο ολοκληρώνουν το άτομο. Και ένα άτομο θεωρείται φτωχό αν το εισόδημά του δεν επαρκεί να εξασφαλίσει ένα επίπεδο διαβίωσης συνεπές με τις συνήθειες και τα πρότυπα της συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία ζει. Επομένως, η φτώχεια διαφοροποιείται μεταξύ των χωρών και των κοινωνικών ομάδων, αλλά και διαχρονικά.

Ενώ σήμερα το ενδιαφέρον μας σε σχέση με τα ζητήματα φτώχειας επικεντρώνεται στη σχετική φτώχεια, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού σχεδόν στο σύνολο της προπολεμικής περιόδου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια βρίσκονταν στην κατάσταση της απόλυτης φτώχειας με τη στέρηση βασικών ειδών απαραίτητων για την επιβίωση τους. Έτσι, στις ομάδες αυτές του πληθυσμού σημειώθηκαν αρκετοί θάνατοι παιδιών και κυρίως βρεφών λόγω κακής ή ελλιπούς διατροφής. Από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, βέβαια, υπήρξαν άνθρωποι, κυρίως γιατροί, που είχαν εντοπίσει τη σημασία της φτώχειας και της αμάθειας με την αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα των βρεφών. Η αδυναμία θηλασμού, η συχνότερη εγκατάλειψη βρεφών λόγω ελλιπών οικονομικών μέσων, η απουσία κοινωνικής φροντίδας και η έλλειψη

7. Θ. Μητράκος, «Παιδική φτώχεια: Πρόσφατες εξελίξεις και προσδιοριστικοί παράγοντες», Τράπεζα της Ελλάδος, Οικονομικό Δελτίο, 30.5.2008.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/53.gif&w=600&h=915

ψη στοιχειώδους ιατρικής περίθαλψης ήταν ίσως οι σημαντικότερες αιτίες.

Όμως, ακόμα και σήμερα, όπως αναφέρουν εκθέσεις της UNISEF8 (2005), περίπου 50 εκατομμύρια παιδιά του ανεπτυγμένου κόσμου των χωρών του ΟΟΣΑ ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες από το 1950 και μετά διπλασιάστηκε ή υπερδιπλασιάστηκε το εθνικό εισόδημα, ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών ζει σε οικογένειες τόσο φτωχές ώστε να απειλείται η υγεία τους αλλά και η ανάπτυξή τους. Ένα ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό ζει στη σκιά της σχετικής φτώχειας. Οι ελάχιστες φυσικές ανάγκες τους αντιμετωπίζονται, αλλά τα παιδιά αυτά στερούνται από δραστηριότητες και παροχές που θεωρούνται αυτονόητες για τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους.

Αντίστοιχα, στοιχεία της Eurostat για τις κοινωνικές συνθήκες δείχνουν ότι οι νέοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες σε σχέση με τα άτομα άλλων ηλικιακών ομάδων. Τα στοιχεία, επίσης, για τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού με χαμηλό εισόδημα δείχνουν ότι η αναλογία των νέων (16-24 ετών) στην κατηγορία με χαμηλό εισόδημα είναι υψηλότερη από την αντίστοιχη στον υπόλοιπο πληθυσμό. Στο σύνολο της Ε.Ε. για κάθε 100 νέους του υπόλοιπου πληθυσμού υπάρχουν 137 στον πληθυσμό με χαμηλό εισόδημα.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα της παιδικής φτώχειας δεν έχει λάβει ιδιαίτερα σοβαρές διαστάσεις, γι' αυτό δεν θεωρήθηκε ως ένα κυρίαρχο ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής και ενδεχομένως αυτός είναι ο λόγος που το σχετικό ερευνητικό ενδιαφέρον ήταν περιορισμένο. Οι αναλύσεις των στοιχείων των Ερευνών Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) θεωρούν ως μονάδα αναφοράς το νοικοκυριό και όχι το άτομο. Έτσι, ένα παιδί θεωρείται φτωχό εάν ανήκει σε φτωχό νοικοκυριό, παρά το γεγονός ότι η έννοια της παιδικής φτώχειας ίσως θα έπρεπε να διευρυνθεί και να συμπεριλάβει πέρα από τους οικονομικούς όρους του νοικοκυριού και άλλους παράγοντες που είναι σημαντικοί για το παιδί, όπως η παρουσία και των δύο γονέων, η ύπαρξη συγκεκριμένων αγαθών κ.λπ.

Στις διάφορες μελέτες για τη φτώχεια, κυρίως με βάση τα στοιχεία των Ερευνών Οικογενειακών Προϋπολογισμών, όπου καταγράφονται τα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά των φτωχών (1974 και μετά), που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν και ομάδες στόχου σε μια πολιτική εναντίον της φτώχειας, διαπιστώνεται ότι η φτώχεια συνδέεται με το χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο των αρχηγών των νοικοκυριών, ενώ η θέση

8. UNISEF, Child poverty in rich countries 2005, Innocenti Research Centre Report Card No 6, Italy 2005.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/54.gif&w=600&h=915

του αρχηγού του νοικοκυριού στην αγορά εργασίας είναι επίσης κρίσιμη για το χαρακτηρισμό ενός νοικοκυριού ως φτωχού ή όχι. Ενώ οι έρευνες της δεκαετίας του 1970 εντοπίζουν τη φτώχεια κυρίως στις αγροτικές περιοχές, σε πολυμελείς ή ολιγομελείς οικογένειες και με αρχηγό συνταξιούχο, διαχρονικά οι ομάδες πληθυσμού που πλήττονται από τη φτώχεια έχουν αλλάξει. Η αύξηση της ανεργίας, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές, έχει καταστήσει τη φτώχεια αστικό φαινόμενο, χωρίς βεβαίως να έχει εξαλειφθεί από τις αγροτικές περιοχές.

Πρόσφατα στοιχεία (ΕΟΠ 2004-05)9 δείχνουν ότι οι διαστάσεις του προβλήματος της παιδικής φτώχειας διευρύνονται στις αρχές του 21ου αιώνα. Υψηλό κίνδυνο παιδικής φτώχειας αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές και είναι πολυμελή. Επίσης, τα παιδιά που ζουν με ένα μόνο από τους δύο γονείς, σε νοικοκυριά με αρχηγό οικονομικό μετανάστη και ηλικία έως 34 ετών, εκτός εργατικού δυναμικού, χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, εργαζόμενο περιστασιακά ή ανειδίκευτο εργάτη.

Το 54% των νέων 16-24 ετών (σε σύγκριση με το 49% του συνόλου του πληθυσμού) αντιμετωπίζει δυσκολίες για να καλύψει τις ανάγκες του σύμφωνα με στοιχεία του European Community Household Panel (ECHP 1995), και η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό, 82%. Επίσης, το 58% των νέων 16-24 ετών (σε σύγκριση με το 46% του συνόλου του πληθυσμού) είναι δυσαρεστημένο από την οικονομική του κατάσταση και η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση μετά την Πορτογαλία (73%) με ποσοστό 72%. Επιπλέον, το 24% των νέων 16-24 ετών (σε σύγκριση με το 18% του συνόλου του πληθυσμού) δηλώνει ότι ζει σε πολυπληθή νοικοκυριά, με την Ελλάδα να παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό, 55% (με χαμηλότερο στην Ολλανδία, 3%). Ευνοϊκότερη είναι η θέση των παιδιών 0-17 ετών που ζουν σε νοικοκυριά στα οποία κανείς δεν εργάζεται στην Ελλάδα (5,3% περίπου) έναντι σχεδόν διπλάσιου ποσοστού στην Ε.Ε.-15 στο τέλος του 20ού αιώνα, όπως και σε σχέση με τους άστεγους.

Επίσης, αξιοποιώντας τα στοιχεία της EU-SILC, που αντικατέστησε το Ευρωπαϊκό Πάνελ Νοικοκυριών (ECHP), για το 2003 ο Μπούζας10 εκτιμά ότι 23 από τα 100 παιδιά ηλικίας μέχρι 18 ετών ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Επιπλέον, το ποσοστό της παιδικής φτώχειας παρουσιάζει αυξητική τάση, καθώς από 19% το 1995 ανήλθε σε 21% το 2000 και 20,5% το 2003.

9. Βλ. Θ. Μητράκος, ό.π.

10. Ν. Μπούζας, «Παιδιά που ζουν σε φτωχά νοικοκυριά στην Ελλάδα: Μια πρώτη διερεύνηση των χαρακτηριστικών τους», Φτώχεια, αποκλεισμός και κοινωνικές ανισότητες, ΕΚΚΕ, Αθήνα 2006.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/55.gif&w=600&h=915

Η αυξημένη ανεργία των νέων αυξάνει την πιθανότητα να ανήκουν στην κατηγορία των φτωχών νοικοκυριών. Στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία), η δομή της οικογένειας και η μεταξύ των γενεών αλληλεγγύη συνεχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην άμβλυνση της παιδικής φτώχειας και εν μέρει αντισταθμίζουν και την έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης.

Στοιχεία για νέους άστεγους δεν υπάρχουν, φαίνεται όμως ότι οι έφηβοι και οι νέοι γύρω στα 20 έχουν μικρότερη τάση να μείνουν άστεγοι σε σχέση με αυτούς γύρω στα 30.

Οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές είναι συχνότερες μεταξύ των παιδιών και των νέων που ζουν σε δυσμενείς συνθήκες, ενώ ο συνδυασμός της εγκατάλειψης του σχολείου, της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, της φτώχειας και της έλλειψης ευκαιριών μπορεί να προκαλέσει σωματικά ή ψυχικά προβλήματα στους νέους.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/56.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/57.gif&w=600&h=915

4. ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΗ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΔΟΚΙΜΟ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

4.1 Εξελίξεις στη γεννητικότητα

Σε κάθε προσπάθεια για τη μέτρηση της υγείας του πληθυσμού πρέπει να συνεκτιμηθούν οι δυνάμεις ανανέωσης του πληθυσμού, που εκφράζονται με τους δείκτες αναπαραγωγικότητας. Τα στοιχεία για την αναπαραγωγικύτητα, όπως και για τη θνησιμότητα, θεωρούνται σχετικά αξιόπιστα, γιατί βασίζονται στις ληξιαρχικές καταγραφές και στα αποτελέσματα των Απογραφών Πληθυσμού.

Από τη σειρά των δεικτών που είναι δυνατόν να εκτιμηθούν προκύπτει ότι η αναπαραγωγικότητα του ελληνικού πληθυσμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα (1921-2001) ακολούθησε φθίνουσα εξέλιξη, έτσι ώστε το σημερινό της επίπεδο να είναι αισθητά χαμηλότερο από το προπολεμικό. Οι δείκτες γεννητικότητας έχουν μειωθεί σε ένα επίπεδο που ο πληθυσμός δεν μπορεί μακροχρόνια να αντικατασταθεί. Σειρά παραγόντων οδήγησε σ' αυτή την καθοδική τάση, όπως η κατά ηλικία σύνθεση του αναπαραγωγικού πληθυσμού, η νοοτροπία της ολιγοτεκνίας που επεκτάθηκε σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, η χρήση μέσων ελέγχου των γεννήσεων, οι αλλαγές στις κοινωνικές αξίες και τους τρόπους συμπεριφοράς αλλά και η εκπαίδευση. Η χαμηλή γεννητικότητα στη νότια Ευρώπη συνδυάζεται με υψηλή γαμηλιότητα, κάτι που δεν ισχύει στις βόρειες χώρες.

Οι γεννήσεις παρουσιάζουν πτωτική εξέλιξη (Πίνακας 4.1). Ο μέσος ετήσιος αριθμός τους από 148.089 την περίοδο 1921-1929 (με επιφυλάξεις για την ακρίβεια των στοιχείων, καθώς κατά την περίοδο 1921-1924, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, της ανταλλαγής των πληθυσμών και της μη εφαρμογής του ληξιαρχικού νόμου, ο αριθμός των δηλωθεισών γεννήσεων δεν είναι τελείως ακριβής) και 191.594 τη δεκαετία του 1930 περιορίστηκε σε 153.681 τη δεκαετία του 1950 και σε 102.028 τη δεκαετία του 1990.

Κατά τη διάρκεια των τριών μεταπολεμικών δεκαετιών οι γεννήσεις παρέμειναν σχεδόν σταθερές στο επίπεδο των 150 περίπου χιλιάδων γεννήσεων το χρόνο, όμως από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η μείωση των γεννήσεων ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί πλέον στο επίπεδο

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/58.gif&w=600&h=915

δο των 100 χιλιάδων. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι το σημερινό επίπεδο γεννήσεων είναι κατά 46,7% χαμηλότερο σε σχέση με τη δεκαετία του 1930, οπότε σημειώθηκε και ο υψηλότερος μέσος αριθμός γεννήσεων, και κατά 17%-33,6% χαμηλότερο σε σχέση με τις μεταπολεμικές δεκαετίες.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.1

Μέσος ετήσιος αριθμός γεννήσεων και θανάτων ανά δεκαετία

Μέσος αριθμός

Μέσος αριθμός

Γεννήσεις -

γεννήσεων

θανάτων

Θάνατοι

1921-1929

148.089

93.326

54.763

1930-1939

191.594

105.419

86.175

1950-1959

153.681

57.186

96.495

1960-1969

154.479

67.960

86.518

1970-1979

143.567

78.824

64.744

1980-1989

122.954

90.432

32.522

1990-1999

102.028

98.972

3.057

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΣΥΕ.

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΣΥΕ.

Η υπεροχή των γεννήσεων διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια σχεδόν όλου του 20ού αιώνα, αν και μειώνεται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου. Τα τελευταία χρόνια, όμως, κάποιες χρονιές οι θάνατοι υπερέχουν ελαφρώς των γεννήσεων (Διάγραμμα 4.1 -Πίνακας 4.2).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.1 Αριθμός γεννήσεων ανά πενταετία, 1921-2001

Πηγή: ΕΣΥΕ, Δικτυακός τόπος.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/59.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.2

Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού, 1896,1907,1920,1921-2001 (ανά πενταετία)

Γεννήσεις ζώντων Θάνατοι

Γεννήσεις ζώντων Θάνατοι

Απόλυτοι

Επί 1.000

Απόλυτοι

Επί 1.000

αριθμοί

κατοίκων

αριθμοί

κατοίκων

1896*

-

37,1

-

21,8

1907*

-

33,6

-

20,3

1920*

-

31,4

-

21,2

1921

106.935

21,2

68.839

13,6

1926

181.278

30,0

84.136

13,9

1931

199.565

30,8

114.369

17,7

1936

193.343

27,9

105.005

15,1

1940

179.500

24,5

93.830

12,8

1951

155.422

20,3

57.508

7,5

1956

158.203

19,7

59.460

7,4

1961

150.716

17,9

63.955

7,6

1966

154.613

17,9

67.912

7,9

1971

141.126

16,0

73.819

8,4

1976

146.566

16,0

81.818

8,9

1981

140.953

14,5

86.261

8,9

1986

112.810

11,3

91.783

9,2

1991

102.620

10,0

95.498

9,3

1996

100.718

9,6

100.740

9,6

2001

102.282

9,3

102.559

9,4

* Β. Χιονίδου, «Δημογραφία», Η Ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας κατά τον 19ο αιώνα, 1830-1914, επιμέλεια Κ. Κωστής -Σ. Πετμεζάς, ALPHA BANK Αθήνα 2006. Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

* Β. Χιονίδου, «Δημογραφία», Η Ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας κατά τον 19ο αιώνα, 1830-1914, επιμέλεια Κ. Κωστής -Σ. Πετμεζάς, ALPHA BANK Αθήνα 2006. Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Ο αδρός δείκτης γεννητικότητας (γεννήσεις ζώντων ανά 1.000 κατοίκους) την πρώτη δεκαετία του αιώνα κινήθηκε σε υψηλά επίπεδα (39,8%ο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Σιάμπου 1901-1910, ή 34,4%ο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Βαλαώρα 1900-1909) και αρκετά υψηλά τις επόμενες τρεις δεκαετίες (περίπου 30%ο). Τις δεκαετίες του 1940 και 1950 ο αδρός δείκτης γεννητικότητας μειώθηκε στο 20%ο περίπου και διατηρήθηκε πάνω από 15%ο μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1970. Η μείωση συνεχίστηκε και στο τέλος του αιώνα έχει πέσει κάτω από το 10%ο (Διάγραμμα 4.2). Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες μεσογειακές χώρες, χαρακτηρίζεται από χαμηλή θνησιμότητα, αλλά και χαμηλή γεννητικότητα, η οποία στο τέλος του αιώνα διαμορφώθηκε οτο 9,5%ο γεννήσεις (2000) έναντι 10,6%ο στην Ε.Ε.-25.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/60.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.2

Αδρός δείκτης γεννητικότητας και αδρός δείκτης θνησιμότητας, 1896-2001

Πηγή: ΕΣΥΕ, Δικτυακός τόπος, Β. Χιονίδου, 2006.

Σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στο δείκτη θνησιμότητας η περίοδος 18961920 χαρακτηρίζεται από χαμηλό ποσοστό πραγματικής αύξησης του πληθυσμού λόγω υψηλής μετανάστευσης προς την Αμερική και τις συνέπειες της πολεμικής περιόδου 1912-1922. Την επόμενη περίοδο μέχρι τον πόλεμο του 1940 παρουσιάστηκε υψηλό ποσοστό αύξησης λόγω της εισροής των προσφύγων (κυρίως 1923-1924) και της παλιννόστησης. Ακολούθησε μικρό ποσοστό αύξησης λόγω της εμπόλεμης κατάστασης κατά τη δεκαετία του 1940 και στη συνέχεια σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο το ποσοστό πραγματικής αύξησης διατηρήθηκε χαμηλό (κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες κυρίως λόγω της εξωτερικής μετανάστευσης).

Το γενικό ποσοστό γονιμότητας (γεννήσεις ζώντων ανά 1.000 γυναίκες παραγωγικής ηλικίας) παρουσίασε επίσης συνεχή μείωση κατά τη μεταπολεμική περίοδο και από 72,8%ο το 1955 (έναντι 113,1 %ο κατά μέσο όρο την περίοδο 1933-1937) μειώθηκε στο 49,1 %ο το 1985 και διαμορφώθηκε στο 39,2 %ο το 1997 (Πίνακας 4.3).

Σελ. 60
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 41
    

    απασχολούμενων παιδιών και νέων ηλικίας 10-19 ετών συγκεντρωνόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία (πάνω από το 50%), η απασχόληση στους κλάδους αυτούς έχει μειωθεί πάρα πολύ. Το 1981 ανερχόταν στο 21,4% και το 2001 διαμορφώθηκε στο 8,9%. Σημειώνεται ότι το 1928 το 17,6% των απασχολουμένων στη γεωργία, το 39,3% στην κτηνοτροφία και το 17,2% στην αλιεία ήταν παιδιά και νέοι ηλικίας έως 19 ετών. Ο δεύτερος σημαντικός κλάδος απασχόλησης των παιδιών και των νέων ήταν η μεταποίηση με 117.912 άτομα ηλικίας έως 19 ετών (20,2%), ενώ η απασχόληση στις υπηρεσίες ανερχόταν στο 5,9% και η απασχόληση στο εμπόριο στο 4,1%. Αντίστοιχα στοιχεία για την ομάδα 10-24 ετών δεν είναι διαθέσιμα.

    ΠΙΝΑΚΑΣ 3.8

    Απασχόληση παιδιών και νέων 10-19 ετών κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, 1928,1981,2001

    Κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας

    Απασχολούμενοι

    %

    1928

    1981

    2001

    1928

    1981

    2001

    Γεωργία

    226.198

    52.808

    10.743

    38,7

    21,4

    8,9

    Κτηνοτροφία - Θήρα

    65.432

    -

    -

    11,2

    -

    -

    Αλιεία

    2.556

    -

    343

    0,4

    -

    0,3

    Μεταλλεία - Ορυχεία

    1.211

    849

    102

    0,2

    0,3

    0,1

    Μεταποίηση

    117.912

    76.937

    9.269

    20,2

    31,2

    7,7

    Ηλεκτρισμός - Φωταέριο

    -

    379

    162

    -

    0,2

    0,1

    Οικοδομήσεις και δημόσια

    έργα

    -

    27.033

    11.526

    -

    11,0

    9,5

    Εμπόριο

    24.227

    25.210

    13.335

    4,1

    10,2

    11,0

    Ξενοδοχεία

    -

    -

    7.926

    -

    -

    6,6

    Μεταφορές - Αποθήκες

    Επικοινωνίες

    10.137

    6.219

    1.969

    1,7

    2,5

    1,6

    Τράπεζες - Ασφάλειες -

    Διεκπεραιώσεις

    2.146

    3.472

    567

    0,4

    1,4

    0,5

    Λοιπές υπηρεσίες

    34.704

    10.486

    10.567

    5,9

    4,2

    8,8

    Νέοι

    -

    36.133

    50.517

    -

    14,6

    41,8

    Δεν δήλωσαν

    99.715

    7.336

    3.702

    17,1

    3,0

    3,1

    Οικονομικώς ενεργοί

    584.238

    246.862

    120.728

    100,0

    100,0

    100,0

    Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

    Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

    Η εικόνα εμφανίζεται αρκετά διαφοροποιημένη κατά τη μεταπολεμική περίοδο (Πίνακας 3.9). Το 1981 ο σημαντικότερος κλάδος απασχόλησης των παιδιών και νέων 10-24 ετών εμφανίζεται η μεταποίηση (27,6%) και ακολουθούν η γεωργία -κτηνοτροφία -αλιεία (16,2%),οι νέοι (12,4%),το εμπόριο (11,8%),οι οικοδομήσεις και τα δημόσια έργα (10,4%) και οι λοιπές υπηρεσίες (9,8%).