Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 52-71 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/52.gif&w=600&h=915

33.4 Κοινωνικές ανισότητες

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού των παιδιών και των νέων βρίσκονται πολύ συχνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, στη χώρα μας υπάρχουν λίγες μελέτες για τη μέτρηση των διαστάσεων και των χαρακτηριστικών των προβλημάτων αυτών. Τα παιδιά και οι νέοι που μεγαλώνουν σε συνθήκες ένδειας και κοινωνικού αποκλεισμού είναι λιγότερο πιθανό να έχουν καλή επίδοση στο σχολείο και καλή υγεία, ενώ είναι πιο πιθανό να επιδείξουν παραβατική συμπεριφορά και να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας7.

Η φτώχεια που υπάρχει σε μια κοινωνία καταγράφεται ως απόλυτη ή ως σχετική. Σύμφωνα με την έννοια της απόλυτης φτώχειας ένα άτομο θεωρείται φτωχό όταν το εισόδημα του δεν επαρκεί για την επιβίωση του, δηλαδή τη διατήρηση της φυσικής δύναμης και υγείας. Με την έννοια αυτή η απόλυτη φτώχεια δίνει έμφαση στις βιολογικές ανάγκες και παραβλέπει άλλες πτυχές που σχετίζονται με τις κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες του ατόμου.

Η έννοια της σχετικής φτώχειας δέχεται όχι μόνο την ύπαρξη βιολογικών αναγκών αλλά και κοινωνικών και πολιτιστικών που μέχρι ένα σημείο ολοκληρώνουν το άτομο. Και ένα άτομο θεωρείται φτωχό αν το εισόδημά του δεν επαρκεί να εξασφαλίσει ένα επίπεδο διαβίωσης συνεπές με τις συνήθειες και τα πρότυπα της συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία ζει. Επομένως, η φτώχεια διαφοροποιείται μεταξύ των χωρών και των κοινωνικών ομάδων, αλλά και διαχρονικά.

Ενώ σήμερα το ενδιαφέρον μας σε σχέση με τα ζητήματα φτώχειας επικεντρώνεται στη σχετική φτώχεια, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού σχεδόν στο σύνολο της προπολεμικής περιόδου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια βρίσκονταν στην κατάσταση της απόλυτης φτώχειας με τη στέρηση βασικών ειδών απαραίτητων για την επιβίωση τους. Έτσι, στις ομάδες αυτές του πληθυσμού σημειώθηκαν αρκετοί θάνατοι παιδιών και κυρίως βρεφών λόγω κακής ή ελλιπούς διατροφής. Από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, βέβαια, υπήρξαν άνθρωποι, κυρίως γιατροί, που είχαν εντοπίσει τη σημασία της φτώχειας και της αμάθειας με την αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα των βρεφών. Η αδυναμία θηλασμού, η συχνότερη εγκατάλειψη βρεφών λόγω ελλιπών οικονομικών μέσων, η απουσία κοινωνικής φροντίδας και η έλλειψη

7. Θ. Μητράκος, «Παιδική φτώχεια: Πρόσφατες εξελίξεις και προσδιοριστικοί παράγοντες», Τράπεζα της Ελλάδος, Οικονομικό Δελτίο, 30.5.2008.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/53.gif&w=600&h=915

ψη στοιχειώδους ιατρικής περίθαλψης ήταν ίσως οι σημαντικότερες αιτίες.

Όμως, ακόμα και σήμερα, όπως αναφέρουν εκθέσεις της UNISEF8 (2005), περίπου 50 εκατομμύρια παιδιά του ανεπτυγμένου κόσμου των χωρών του ΟΟΣΑ ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες από το 1950 και μετά διπλασιάστηκε ή υπερδιπλασιάστηκε το εθνικό εισόδημα, ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών ζει σε οικογένειες τόσο φτωχές ώστε να απειλείται η υγεία τους αλλά και η ανάπτυξή τους. Ένα ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό ζει στη σκιά της σχετικής φτώχειας. Οι ελάχιστες φυσικές ανάγκες τους αντιμετωπίζονται, αλλά τα παιδιά αυτά στερούνται από δραστηριότητες και παροχές που θεωρούνται αυτονόητες για τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους.

Αντίστοιχα, στοιχεία της Eurostat για τις κοινωνικές συνθήκες δείχνουν ότι οι νέοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες σε σχέση με τα άτομα άλλων ηλικιακών ομάδων. Τα στοιχεία, επίσης, για τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού με χαμηλό εισόδημα δείχνουν ότι η αναλογία των νέων (16-24 ετών) στην κατηγορία με χαμηλό εισόδημα είναι υψηλότερη από την αντίστοιχη στον υπόλοιπο πληθυσμό. Στο σύνολο της Ε.Ε. για κάθε 100 νέους του υπόλοιπου πληθυσμού υπάρχουν 137 στον πληθυσμό με χαμηλό εισόδημα.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα της παιδικής φτώχειας δεν έχει λάβει ιδιαίτερα σοβαρές διαστάσεις, γι' αυτό δεν θεωρήθηκε ως ένα κυρίαρχο ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής και ενδεχομένως αυτός είναι ο λόγος που το σχετικό ερευνητικό ενδιαφέρον ήταν περιορισμένο. Οι αναλύσεις των στοιχείων των Ερευνών Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) θεωρούν ως μονάδα αναφοράς το νοικοκυριό και όχι το άτομο. Έτσι, ένα παιδί θεωρείται φτωχό εάν ανήκει σε φτωχό νοικοκυριό, παρά το γεγονός ότι η έννοια της παιδικής φτώχειας ίσως θα έπρεπε να διευρυνθεί και να συμπεριλάβει πέρα από τους οικονομικούς όρους του νοικοκυριού και άλλους παράγοντες που είναι σημαντικοί για το παιδί, όπως η παρουσία και των δύο γονέων, η ύπαρξη συγκεκριμένων αγαθών κ.λπ.

Στις διάφορες μελέτες για τη φτώχεια, κυρίως με βάση τα στοιχεία των Ερευνών Οικογενειακών Προϋπολογισμών, όπου καταγράφονται τα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά των φτωχών (1974 και μετά), που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν και ομάδες στόχου σε μια πολιτική εναντίον της φτώχειας, διαπιστώνεται ότι η φτώχεια συνδέεται με το χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο των αρχηγών των νοικοκυριών, ενώ η θέση

8. UNISEF, Child poverty in rich countries 2005, Innocenti Research Centre Report Card No 6, Italy 2005.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/54.gif&w=600&h=915

του αρχηγού του νοικοκυριού στην αγορά εργασίας είναι επίσης κρίσιμη για το χαρακτηρισμό ενός νοικοκυριού ως φτωχού ή όχι. Ενώ οι έρευνες της δεκαετίας του 1970 εντοπίζουν τη φτώχεια κυρίως στις αγροτικές περιοχές, σε πολυμελείς ή ολιγομελείς οικογένειες και με αρχηγό συνταξιούχο, διαχρονικά οι ομάδες πληθυσμού που πλήττονται από τη φτώχεια έχουν αλλάξει. Η αύξηση της ανεργίας, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές, έχει καταστήσει τη φτώχεια αστικό φαινόμενο, χωρίς βεβαίως να έχει εξαλειφθεί από τις αγροτικές περιοχές.

Πρόσφατα στοιχεία (ΕΟΠ 2004-05)9 δείχνουν ότι οι διαστάσεις του προβλήματος της παιδικής φτώχειας διευρύνονται στις αρχές του 21ου αιώνα. Υψηλό κίνδυνο παιδικής φτώχειας αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές και είναι πολυμελή. Επίσης, τα παιδιά που ζουν με ένα μόνο από τους δύο γονείς, σε νοικοκυριά με αρχηγό οικονομικό μετανάστη και ηλικία έως 34 ετών, εκτός εργατικού δυναμικού, χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, εργαζόμενο περιστασιακά ή ανειδίκευτο εργάτη.

Το 54% των νέων 16-24 ετών (σε σύγκριση με το 49% του συνόλου του πληθυσμού) αντιμετωπίζει δυσκολίες για να καλύψει τις ανάγκες του σύμφωνα με στοιχεία του European Community Household Panel (ECHP 1995), και η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό, 82%. Επίσης, το 58% των νέων 16-24 ετών (σε σύγκριση με το 46% του συνόλου του πληθυσμού) είναι δυσαρεστημένο από την οικονομική του κατάσταση και η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση μετά την Πορτογαλία (73%) με ποσοστό 72%. Επιπλέον, το 24% των νέων 16-24 ετών (σε σύγκριση με το 18% του συνόλου του πληθυσμού) δηλώνει ότι ζει σε πολυπληθή νοικοκυριά, με την Ελλάδα να παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό, 55% (με χαμηλότερο στην Ολλανδία, 3%). Ευνοϊκότερη είναι η θέση των παιδιών 0-17 ετών που ζουν σε νοικοκυριά στα οποία κανείς δεν εργάζεται στην Ελλάδα (5,3% περίπου) έναντι σχεδόν διπλάσιου ποσοστού στην Ε.Ε.-15 στο τέλος του 20ού αιώνα, όπως και σε σχέση με τους άστεγους.

Επίσης, αξιοποιώντας τα στοιχεία της EU-SILC, που αντικατέστησε το Ευρωπαϊκό Πάνελ Νοικοκυριών (ECHP), για το 2003 ο Μπούζας10 εκτιμά ότι 23 από τα 100 παιδιά ηλικίας μέχρι 18 ετών ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Επιπλέον, το ποσοστό της παιδικής φτώχειας παρουσιάζει αυξητική τάση, καθώς από 19% το 1995 ανήλθε σε 21% το 2000 και 20,5% το 2003.

9. Βλ. Θ. Μητράκος, ό.π.

10. Ν. Μπούζας, «Παιδιά που ζουν σε φτωχά νοικοκυριά στην Ελλάδα: Μια πρώτη διερεύνηση των χαρακτηριστικών τους», Φτώχεια, αποκλεισμός και κοινωνικές ανισότητες, ΕΚΚΕ, Αθήνα 2006.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/55.gif&w=600&h=915

Η αυξημένη ανεργία των νέων αυξάνει την πιθανότητα να ανήκουν στην κατηγορία των φτωχών νοικοκυριών. Στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία), η δομή της οικογένειας και η μεταξύ των γενεών αλληλεγγύη συνεχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην άμβλυνση της παιδικής φτώχειας και εν μέρει αντισταθμίζουν και την έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης.

Στοιχεία για νέους άστεγους δεν υπάρχουν, φαίνεται όμως ότι οι έφηβοι και οι νέοι γύρω στα 20 έχουν μικρότερη τάση να μείνουν άστεγοι σε σχέση με αυτούς γύρω στα 30.

Οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές είναι συχνότερες μεταξύ των παιδιών και των νέων που ζουν σε δυσμενείς συνθήκες, ενώ ο συνδυασμός της εγκατάλειψης του σχολείου, της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, της φτώχειας και της έλλειψης ευκαιριών μπορεί να προκαλέσει σωματικά ή ψυχικά προβλήματα στους νέους.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/56.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/57.gif&w=600&h=915

4. ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΗ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΔΟΚΙΜΟ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

4.1 Εξελίξεις στη γεννητικότητα

Σε κάθε προσπάθεια για τη μέτρηση της υγείας του πληθυσμού πρέπει να συνεκτιμηθούν οι δυνάμεις ανανέωσης του πληθυσμού, που εκφράζονται με τους δείκτες αναπαραγωγικότητας. Τα στοιχεία για την αναπαραγωγικύτητα, όπως και για τη θνησιμότητα, θεωρούνται σχετικά αξιόπιστα, γιατί βασίζονται στις ληξιαρχικές καταγραφές και στα αποτελέσματα των Απογραφών Πληθυσμού.

Από τη σειρά των δεικτών που είναι δυνατόν να εκτιμηθούν προκύπτει ότι η αναπαραγωγικότητα του ελληνικού πληθυσμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα (1921-2001) ακολούθησε φθίνουσα εξέλιξη, έτσι ώστε το σημερινό της επίπεδο να είναι αισθητά χαμηλότερο από το προπολεμικό. Οι δείκτες γεννητικότητας έχουν μειωθεί σε ένα επίπεδο που ο πληθυσμός δεν μπορεί μακροχρόνια να αντικατασταθεί. Σειρά παραγόντων οδήγησε σ' αυτή την καθοδική τάση, όπως η κατά ηλικία σύνθεση του αναπαραγωγικού πληθυσμού, η νοοτροπία της ολιγοτεκνίας που επεκτάθηκε σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, η χρήση μέσων ελέγχου των γεννήσεων, οι αλλαγές στις κοινωνικές αξίες και τους τρόπους συμπεριφοράς αλλά και η εκπαίδευση. Η χαμηλή γεννητικότητα στη νότια Ευρώπη συνδυάζεται με υψηλή γαμηλιότητα, κάτι που δεν ισχύει στις βόρειες χώρες.

Οι γεννήσεις παρουσιάζουν πτωτική εξέλιξη (Πίνακας 4.1). Ο μέσος ετήσιος αριθμός τους από 148.089 την περίοδο 1921-1929 (με επιφυλάξεις για την ακρίβεια των στοιχείων, καθώς κατά την περίοδο 1921-1924, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, της ανταλλαγής των πληθυσμών και της μη εφαρμογής του ληξιαρχικού νόμου, ο αριθμός των δηλωθεισών γεννήσεων δεν είναι τελείως ακριβής) και 191.594 τη δεκαετία του 1930 περιορίστηκε σε 153.681 τη δεκαετία του 1950 και σε 102.028 τη δεκαετία του 1990.

Κατά τη διάρκεια των τριών μεταπολεμικών δεκαετιών οι γεννήσεις παρέμειναν σχεδόν σταθερές στο επίπεδο των 150 περίπου χιλιάδων γεννήσεων το χρόνο, όμως από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η μείωση των γεννήσεων ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί πλέον στο επίπεδο

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/58.gif&w=600&h=915

δο των 100 χιλιάδων. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι το σημερινό επίπεδο γεννήσεων είναι κατά 46,7% χαμηλότερο σε σχέση με τη δεκαετία του 1930, οπότε σημειώθηκε και ο υψηλότερος μέσος αριθμός γεννήσεων, και κατά 17%-33,6% χαμηλότερο σε σχέση με τις μεταπολεμικές δεκαετίες.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.1

Μέσος ετήσιος αριθμός γεννήσεων και θανάτων ανά δεκαετία

Μέσος αριθμός

Μέσος αριθμός

Γεννήσεις -

γεννήσεων

θανάτων

Θάνατοι

1921-1929

148.089

93.326

54.763

1930-1939

191.594

105.419

86.175

1950-1959

153.681

57.186

96.495

1960-1969

154.479

67.960

86.518

1970-1979

143.567

78.824

64.744

1980-1989

122.954

90.432

32.522

1990-1999

102.028

98.972

3.057

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΣΥΕ.

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΣΥΕ.

Η υπεροχή των γεννήσεων διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια σχεδόν όλου του 20ού αιώνα, αν και μειώνεται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου. Τα τελευταία χρόνια, όμως, κάποιες χρονιές οι θάνατοι υπερέχουν ελαφρώς των γεννήσεων (Διάγραμμα 4.1 -Πίνακας 4.2).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.1 Αριθμός γεννήσεων ανά πενταετία, 1921-2001

Πηγή: ΕΣΥΕ, Δικτυακός τόπος.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/59.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.2

Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού, 1896,1907,1920,1921-2001 (ανά πενταετία)

Γεννήσεις ζώντων Θάνατοι

Γεννήσεις ζώντων Θάνατοι

Απόλυτοι

Επί 1.000

Απόλυτοι

Επί 1.000

αριθμοί

κατοίκων

αριθμοί

κατοίκων

1896*

-

37,1

-

21,8

1907*

-

33,6

-

20,3

1920*

-

31,4

-

21,2

1921

106.935

21,2

68.839

13,6

1926

181.278

30,0

84.136

13,9

1931

199.565

30,8

114.369

17,7

1936

193.343

27,9

105.005

15,1

1940

179.500

24,5

93.830

12,8

1951

155.422

20,3

57.508

7,5

1956

158.203

19,7

59.460

7,4

1961

150.716

17,9

63.955

7,6

1966

154.613

17,9

67.912

7,9

1971

141.126

16,0

73.819

8,4

1976

146.566

16,0

81.818

8,9

1981

140.953

14,5

86.261

8,9

1986

112.810

11,3

91.783

9,2

1991

102.620

10,0

95.498

9,3

1996

100.718

9,6

100.740

9,6

2001

102.282

9,3

102.559

9,4

* Β. Χιονίδου, «Δημογραφία», Η Ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας κατά τον 19ο αιώνα, 1830-1914, επιμέλεια Κ. Κωστής -Σ. Πετμεζάς, ALPHA BANK Αθήνα 2006. Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

* Β. Χιονίδου, «Δημογραφία», Η Ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας κατά τον 19ο αιώνα, 1830-1914, επιμέλεια Κ. Κωστής -Σ. Πετμεζάς, ALPHA BANK Αθήνα 2006. Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Ο αδρός δείκτης γεννητικότητας (γεννήσεις ζώντων ανά 1.000 κατοίκους) την πρώτη δεκαετία του αιώνα κινήθηκε σε υψηλά επίπεδα (39,8%ο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Σιάμπου 1901-1910, ή 34,4%ο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Βαλαώρα 1900-1909) και αρκετά υψηλά τις επόμενες τρεις δεκαετίες (περίπου 30%ο). Τις δεκαετίες του 1940 και 1950 ο αδρός δείκτης γεννητικότητας μειώθηκε στο 20%ο περίπου και διατηρήθηκε πάνω από 15%ο μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1970. Η μείωση συνεχίστηκε και στο τέλος του αιώνα έχει πέσει κάτω από το 10%ο (Διάγραμμα 4.2). Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες μεσογειακές χώρες, χαρακτηρίζεται από χαμηλή θνησιμότητα, αλλά και χαμηλή γεννητικότητα, η οποία στο τέλος του αιώνα διαμορφώθηκε οτο 9,5%ο γεννήσεις (2000) έναντι 10,6%ο στην Ε.Ε.-25.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/60.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.2

Αδρός δείκτης γεννητικότητας και αδρός δείκτης θνησιμότητας, 1896-2001

Πηγή: ΕΣΥΕ, Δικτυακός τόπος, Β. Χιονίδου, 2006.

Σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στο δείκτη θνησιμότητας η περίοδος 18961920 χαρακτηρίζεται από χαμηλό ποσοστό πραγματικής αύξησης του πληθυσμού λόγω υψηλής μετανάστευσης προς την Αμερική και τις συνέπειες της πολεμικής περιόδου 1912-1922. Την επόμενη περίοδο μέχρι τον πόλεμο του 1940 παρουσιάστηκε υψηλό ποσοστό αύξησης λόγω της εισροής των προσφύγων (κυρίως 1923-1924) και της παλιννόστησης. Ακολούθησε μικρό ποσοστό αύξησης λόγω της εμπόλεμης κατάστασης κατά τη δεκαετία του 1940 και στη συνέχεια σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο το ποσοστό πραγματικής αύξησης διατηρήθηκε χαμηλό (κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες κυρίως λόγω της εξωτερικής μετανάστευσης).

Το γενικό ποσοστό γονιμότητας (γεννήσεις ζώντων ανά 1.000 γυναίκες παραγωγικής ηλικίας) παρουσίασε επίσης συνεχή μείωση κατά τη μεταπολεμική περίοδο και από 72,8%ο το 1955 (έναντι 113,1 %ο κατά μέσο όρο την περίοδο 1933-1937) μειώθηκε στο 49,1 %ο το 1985 και διαμορφώθηκε στο 39,2 %ο το 1997 (Πίνακας 4.3).

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/61.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.3 Ποσοστά γονιμότητας, 1933-1937,1950-1997

Έτη

Γενικό ποσοστό γονιμότητας

Ειδικά κατά ηλικία ποσοστά γονιμότητας

15-19 20-24 25-29 30-34 35-39 40-44 45-49

Ολικό ποσοστό γονιμότητας

Ποσοστό αναπαραγωγής

Γενικό ποσοστό γονιμότητας

15-19 20-24 25-29 30-34 35-39 40-44 45-49

Ολικό ποσοστό γονιμότητας

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

Ακαθάριστο

Καθαρό

1933-1937

113,1

17,2

130,9

205,0

-

-

-

-

3.746

1.813

1.294

1950

74,1

12,0

100,4

162,9

122,6

81,4

28,2

6,8

2.571

1.250

1.114

1955

72,8

13,8

101,8

155,7

114,9

66,3

20,7

4,3

2.388

1.161

1.052

1960

71,2

16,7

104,5

151,0

106,2

50,6

14,1

2,0

2.231

1.084

999

1965

70,3

26,1

126,8

149,9

104,7

44,2

10,7

1,5

2.319

1.127

1.054

1970

68,3

36,0

141,5

158,8

96,3

43,6

9,5

1,1

2.435

1.183

1.121

1975

62,2

39,7

135,2

155,6

79,6

36,6

8,0

0,7

2.277

1.107

1.059

1980

63,4

53,1

157,7

134,3

66,1

26,5

6,7

0,9

2.227

1.078

1.040

1985

49,1

36,4

118,0

102,5

54,4

19,2

4,4

0,5

1.677

812

789

1990

42,8

21,6

87,4

97,3

54,6

20,4

3,6

0,4

1.426

690

671

1995

39,4

13,0

62,6

96,7

62,7

24,0

4,4

0,6

1.319

638

628

1997

39,2

12,1

56,5

92,9

69,4

26,0

4,8

0,6

1.312

635

624

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος, 1997, 2003.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος, 1997, 2003.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/62.gif&w=600&h=915

Ο συντελεστής ολικής γονιμότητας (αριθμός παιδιών που αναλογούν σε 1.000 γυναίκες παραγωγικής ηλικίας) εμφανίζει σταθερή μείωση. Ο μέσος αριθμός τέκνων κατά γυναίκα μειώθηκε βαθμιαία από 5,5 στην αρχή του αιώνα (σύμφωνα με εκτιμήσεις του Σιάμπου, 2003) ή 3,7 κατά μέσο όρο την περίοδο 1933-37, στο 2,4 στο μέσο της δεκαετίας του 1950, επίπεδο που διατηρήθηκε επί μία 30ετία περίπου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο δείκτης μειώθηκε περίπου στο επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών (2,1 παιδιά ανά γυναίκα) και στη συνέχεια έπεσε κάτω από το επίπεδο αυτό φθάνοντας στα 1,4 παιδιά το 1990,1,3 παιδιά το 1997 και στο τέλος του 20ού αιώνα στα 1,27 παιδιά ανά μητέρα, επίπεδο από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη (1,48 παιδιά στην Ε.Ε.-25).

Το ακαθάριστο ποσοστό αναπαραγωγής (αριθμός κοριτσιών που θα γεννηθούν από μία γυναίκα στη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ζωής) μειώθηκε από 1.813 θυγατέρες ανά 1.000 γυναίκες προπολεμικά (19331937) σε 1.250 θυγατέρες το 1950 και σε μόλις 635 θυγατέρες το 1997. Αντίστοιχα, όσον αφορά στο καθαρό ποσοστό αναπαραγωγής (στο οποίο λαμβάνεται υπόψη η θνησιμότητα), ενώ κατά την προπολεμική περίοδο 1.000 γυναίκες αναμενόταν να γεννήσουν και να επιζήσουν μέχρι τη λήξη της αναπαραγωγικής τους ηλικίας 1.294 θυγατέρες, το 1950 το ποσοστό μειώθηκε στις 1.114 θυγατέρες, στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στις 789 θυγατέρες και στο τέλος του αιώνα στις 624 θυγατέρες (1997).

Οι εκτός γάμου γεννήσεις στη χώρα μας είναι κατά πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.-25 (4% έναντι 27,2% το 2000). Μέχρι και τη δεκαετία του 1980 οι εκτός γάμου γεννήσεις ήταν κάτω από 15%, στη συνέχεια εμφάνισαν κάποια αύξηση φθάνοντας το 23,8% το 1991 (2.447 γεννήσεις) και το 42,5% (4.352 γεννήσεις) το 2001.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα ειδικά κατά ηλικία ποσοστά γονιμότητας (γεννήσεις μιας πενταετούς ομάδας ηλικιών ανά 1.000 γυναίκες της αντίστοιχης ηλικίας) μειώθηκαν με μεγαλύτερη ταχύτητα στις ηλικίες άνω των 30 ετών (Πίνακας 4.3 - Διάγραμμα 4.3). Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται ως τάση μείωσης του αριθμού των παιδιών που γεννώνται και συγκέντρωση της τεκνοποίησης στα αμέσως μετά το γάμο χρόνια και κυρίως κάτω από την ηλικία των 30 ετών δεδομένου ότι η μέση ηλικία γάμου ήταν τα 24 έτη. Έτσι, από 205%ο την περίοδο 1933-1937 για την ηλικία των 25-29 ετών διαμορφώθηκε στο 155%ο περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και στη συνέχεια μειώθηκε στο 92,9%ο το 1997. Σημαντική ήταν κατά τη μεταπολεμική περίοδο η μείωση για τις ηλικίες των 30-34 ετών και των 3539 ετών μέχρι το 1985, αφότου παρουσιάστηκε μικρή αύξηση (122,6%ο το 1950, 54,4%ο το 1985, 69,4%ο το 1997 για την πρώτη ομάδα και 81,4%, 19,2%ο και 26,0%ο για τη δεύτερη, αντίστοιχα). Για τις ηλικίες πάνω από τα

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/63.gif&w=600&h=915

40 η μείωση είναι πολύ μεγάλη (από 28,2 %ο την περίοδο 1933-1937 σε 4,8%ο το 1997 για την ηλικία των 40-44 ετών και, αντίστοιχα, από 6,8%ο σε 0,6%ο για την ηλικία των 44-49 ετών).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.3 Ειδικά κατά ηλικία ποσοστά γονιμότητας, 1933-1937,1950-1997

Την ίδια περίοδο η γεννητικότητα των νέων αυξήθηκε από 17,2%ο την περίοδο 1933-1937 για την ηλικία των 15-19 ετών σε 53,1 %ο το 1980 και στη συνέχεια παρουσίασε συνεχή μείωση και έφθασε στο 12,1 %ο το 1997 και από 130,9%ο για την ηλικία των 20-24 ετών στο 157,7%ο και το 56,5%ο, αντίστοιχα. Η συνεχής μείωση στη γεννητικότητα των νέων είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται στις περισσότερες χώρες της Ε .Ε., αλλά η μείωση γίνεται με διαφορετικούς ρυθμούς μεταξύ των χωρών. Η Ελλάδα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη μείωση στη γεννητικότητα εφήβων (15-19 ετών), η οποία στα μέσα της δεκαετίας του 1990 διαμορφώθηκε κοντά στον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. Η γεννητικότητα των εφήβων κυμαίνεται μεταξύ των χωρων από 4 %ο στην Ολλανδία ccoç 22 %ο στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αντίστοιχα, η γεννητικότητα των γυναικών ηλικίας 20-24 ετών δείχνει συνεχή και σχεδόν ενιαία μείωση μεταξύ των χωρών της Ε .Ε. και το 1995 ο μέσος όρος διαμορφώθηκε στις 50 γεννήσεις ανά 1.000 γυναίκες. Για την Ελλάδα η γεννητικότητα αυτής της ομάδας ήταν λίγο υψηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., στην οποία το Ηνωμένο Βασίλειο (74%ο) και η Αυστρία (71 %ο) είχαν τις υψηλότερες τιμές, ενώ η Ισπανία (23%ο) και η Ιταλία (33 %ο) τις χαμηλότερες.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/64.gif&w=600&h=915

Βέβαια, η Ελλάδα ανήκει στις χώρες όπου η αναλογία των γεννήσεων από γυναίκες έως 25 ετών είναι υψηλή. Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. τα υψηλότερα ποσοστά παρουσιάζουν η Αυστρία (32%ο), το Ηνωμένο Βασίλειο (31%ο),η Πορτογαλία (28%ο) και η Ελλάδα (27%ο), ενώ τα χαμηλότερα η Ολλανδία (12%ο),η Ισπανία (15%ο),η Ιταλία (18%ο) και η Ιρλανδία (18%).

Την τελευταία εικοσαετία του αιώνα η γονιμότητα έχει μετατοπιστεί από την ομάδα ηλικιών 20-24 ετών, για την οποία ο ειδικός δείκτης γονιμότητας παρουσίαζε τις υψηλότερες τιμές από την αρχή της δεκαετίας του 1980 και μέχρι το 1988, προς τις μεγαλύτερες ηλικίες και ειδικότερα στην ομάδα ηλικιών 25-29 ετών, ενώ στην αρχή του 21ου αιώνα και προς την ομάδα ηλικιών 30-34 ετών (2005). Η μετατόπιση αυτή σχετίζεται με την αύξηση κατά τρία περίπου έτη της μέσης ηλικίας της μητέρας κατά τη γέννηση του πρώτου τέκνου (από 25 έτη το 1991 σε 27,7 έτη το 2001) ως αποτέλεσμα της αντίστοιχης αύξησης κατά τρία έτη της μέσης ηλικίας των γυναικών κατά τον πρώτο γάμο.

Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο η μέση ηλικία κατά τη γέννηση των παιδιών ελαττώνεται βαθμιαία σε σχέση με την προπολεμική περίοδο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Από 28,0 περίπου έτη στα μέσα της δεκαετίας του 1950 (έναντι περίπου 29,0 έτη την περίοδο 1936-1938) μειώθηκε στα 26,8 έτη το 1970 και στα 25,1 έτη το 1980. Στη συνέχεια, όμως, παρουσιάστηκε συνεχής αύξηση και το 1991 έφθασε τα 26,9 έτη, ενώ το 1997 τα 28,3 έτη. Οι εξελίξεις αυτές συναρτώνται και με την αντίστοιχη αύξηση στη μέση ηλικία των γυναικών κατά τον πρώτο γάμο, η οποία μετά από σταθεροποίηση πολλών ετών αυξήθηκε σημαντικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/65.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.4 Μέση ηλικία γαμπρού, νύφης και μητέρας, 1926-2001

Μέση ηλικία

Γαμπρού

Νύφης

Μητέρας

1926

28,5

23,5

-

1927

28,3

23,4

-

1928

28,1

23,3

-

1936

28,1

23,8

29,3

1937

28,4

23,9

29,5

1938

28,6

24,0

29,5

1956

28,6

24,5

28,0

1960

28,8

24,6

28,2

1965

29,0

24,1

28,0

1970

28,4

23,1

26,8

1975

28,0

22,8

26,0

1980

27,6

22,6

25,1

1985

27,9

23,2

25,5

1990

28,6

24,2

26,9

1995

29,4

25,9

27,8

1997

30,1

26,6

28,3

2001

-

27,0

-

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

4.2 Θνησιμότητα του συνόλου του πληθυσμού

4.2.1 Εξελίξεις στη θνησιμότητα

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η Ελλάδα, όπως και η Ε.Ε. ως σύνολο, παρουσιάζει σημαντική μείωση της θνησιμότητας και σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση. Η βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών καθώς και των νέων μεθόδων προληπτικής και θεραπευτικής ιατρικής συνέβαλαν σημαντικά στην κατεύθυνση αυτή.

Ο αδρός δείκτης θνησιμότητας (θάνατοι ανά 1.000 κατοίκους) από 13,6%ο-15,8%ο το 1921 αυξήθηκε σε 17,7%ο το 1931 και μειώθηκε σε 12,8% το 1940. Γενικά, προπολεμικά ο δείκτης κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα, πάνω από 13%ο και σε κάποιες περιπτώσεις πάνω από 18%ο (1929,1932), ενώ κατά τη μεταπολεμική περίοδο ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 περίπου από 7,5%ο παρουσίασε μικρή αλλά σταθερή ανοδική πορεία και έφθασε το 8,9% το 1981, το 9,3% το 1991 και το 9,4% το 2001. Οι διαχρο-

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/66.gif&w=600&h=915

διαχρονικές ροπές των δεικτών θνησιμότητας κατά ηλικία και φύλο είναι μάλλον πτωτικές, κυρίως στις μικρότερες ηλικίες. Η παρατηρούμενη στα τελευταία χρόνια αύξηση της γενικής θνησιμότητας οφείλεται στις μεταβολές στη δομή του ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή στην αύξηση της αναλογίας των μεγάλων ηλικιών. Ως γνωστόν, ο δείκτης αυτός επηρεάζεται σημαντικά από τη σύνθεση του πληθυσμού και η μικρή άνοδος οφείλεται κυρίως στην αύξηση των θανάτων που προέρχονται από άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Στον Πίνακα 4.5 και το Διάγραμμα 4.4 παρουσιάζεται η ποσοστιαία κατανομή των θανάτων κατά ηλικία του θανόντος (1926-1928,1936-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001). Με βάση τα στοιχεία αυτά:

Προπολεμικά

- Παρατηρείται πολύ υψηλή συμμετοχή των θανάτων των νεαρών ηλικιών (0-24 ετών) στο σύνολο των θανάτων, που υπερβαίνει το 40% ή και το 45% (48,8% το 1927). Βέβαια, ιδιαίτερα υψηλή είναι η συμμετοχή των θανάτων των παιδιών έως 4 ετών (πάνω από 30% ή και 35%-36,7% το 1927).

- Το ποσοστό των θανάτων των ατόμων ηλικίας 25-44 ετών κυμάνθηκε από 11,3%-13,3%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των ατόμων ηλικίας 4559 ετών ήταν της τάξης του 10%.

- Το ποσοστό των θανάτων των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών παρουσίασε σταδιακή άνοδο και κυμάνθηκε από 28,1% (1927) έως 37,1% (1938).

Μεταπολεμικά

- Παρατηρείται πολύ σημαντική μείωση της θνησιμότητας των μικρών ηλικιών και οι θάνατοι παιδιών και νέων έως 24 ετών ξεκινώντας από 16,5% το 1956 έχουν πλέον μειωθεί στο 1,7% το 2001.

- Μικρότερη είναι η μείωση της συμμετοχής για την ηλικιακή ομάδα 2544 ετών, η οποία διαμορφώθηκε στο 6,3% το 1956. Στην ομάδα αυτή η μείωση συνεχίστηκε μέχρι το 1991 (2,5%), στη συνέχεια όμως παρατηρήθηκε αύξηση και το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 3,1% το 2001.

- Η συμμετοχή της ομάδας 45-59 ετών ξεκινώντας από 12,6% το 1956 μειώθηκε βαθμιαία και διαμορφώθηκε στο 7,4% το 1991, επίπεδο που διατηρήθηκε σταθερό και το 2001.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/67.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.5

Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων κατά ηλικία του θανόντος, 1926-1928,1936-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001

Έτη

1926

1927

1928

1936

1937

1938

1956

1961

1971

1981

1991

2001

έως 1 έτους

16,2

17,7

16,8

21,0

21,3

19,6

10,3

9,4

5,1

2,7

0,6

0,5

1 έτους

8,6

9,3

8,2

6,5

5,5

4,6

1,1

0,8

0,3

0,1

0,0

0,0

2 ετών

4,5

5,8

5,0

4,4

3,7

3,0

0,6

0,4

0,2

0,1

0,1

0,0

3 ετών

2,2

2,4

2,4

2,0

2,0

1,6

0,4

0,3

0,2

0,1

0,0

0,0

4 ετών

1,5

1,5

1,6

1,3

1,4

1,3

0,3

0,2

0,1

0,1

0,1

0,0

0-4 ετών

33,0

36,7

34,0

35,2

33,9

30,1

12,7

11,1

5,9

3,1

0,8

0,6

5-9 ετών

3,7

3,6

3,6

3,3

3,0

2,9

0,8

0,7

0,4

0,2

0,0

0,1

10-14

2,4

1,8

1,7

1,7

1,7

1,8

0,6

0,5

0,3

0,2

0,2

0,1

5-14 ετών

6,1

5,4

5,3

5,0

4,7

4,7

1,4

1,2

0,7

0,4

0,2

0,2

15-19 ετών

3,5

3,1

3,1

2,2

2,1

2,3

1,0

0,7

0,6

0,5

0,3

0,3

20-24 ετών

4,1

3,6

3,5

3,3

3,3

3,1

1,4

0,9

0,6

0,6

0,6

0,6

15-24 ετών

7,6

6,7

6,6

5,5

5,4

5,4

2,4

1,6

1,2

1,1

0,9

0,9

0-24 ετών

46,7

48,8

45,9

45,7

44,0

40,2

16,5

13,9

7,8

4,6

1,8

1,7

25-29 ετών

4,2

3,7

3,7

3,2

3,2

3,3

1,5

1,0

0,7

0,6

0,5

0,6

30-34 ετών

2,9

2,7

2,6

2,8

2,9

2,9

1,4

1,3

0,7

0,6

0,3

0,7

35-39 ετών

3,4

3,0

3,2

2,8

3,0

3,1

1,4

1,3

1,1

0,7

0,9

0,7

40-44 ετών

2,8

2,7

2,6

2,5

2,6

2,6

2,0

1,5

1,6

1,2

0,9

1,1

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/68.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.5 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.5 (συνέχεια)

Έτη

1926

1927

1928

1936

1937

1938

1956

1961

1971

1981

1991

2001

25-44 ετών

13,3

12,1

12,1

11,3

11,7

11,9

6,3

5,1

4,1

3,1

2,5

3,1

45-49 ετών

3,3

3,2

3,2

2,9

2,9

3,0

3,0

2,6

2,1

2,0

1,5

1,7

50-54 ετών

3,7

3,3

3,4

3,2

3,1

3,3

4,2

3,9

2,8

3,4

2,2

2,6

55-59 ετών

3,7

3,5

3,8

3,9

4,1

4,2

5,4

5,4

5,2

4,2

3,7

3,2

45-59 ετών

10,7

10,0

10,4

10,0

10,1

10,5

12,6

11,9

10,1

9,6

7,4

7,4

60-64 ετών

4,7

4,4

4,6

4,9

4,9

5,2

6,1

7,6

7,8

6,0

6,3

5,3

65-69 ετών

5,1

5,0

5,4

5,4

5,8

6,3

8,6

8,4

10,7

10,1

7,6

8,5

70-74 ετών

5,3

5,2

5,5

6,1

6,2

6,8

11,0

11,5

13,8

14,1

9,6

13,0

75-79 ετών

4,7

4,8

5,1

5,5

5,8

6,4

13,3

12,8

13,8

16,7

15,4

15,4

80-84 ετών

3,9

4,0

4,3

4,7

4,8

5,3

11,7

13,6

14,4

16,7

20,2

16,1

85 ετών & άνω

4,6

4,7

5,3

5,9

6,4

7,1

13,5

15,0

17,5

19,1

29,1

29,6

60 ετών & άνω

28,3

28,1

30,2

32,5

33,9

37,1

64,2

68,9

78,0

82,7

88,3

87,8

Μη Δηλώσαντες

1,0

1,0

1,4

0,5

0,3

0,3

0,4

0,2

0,0

0,0

0,0

0,0

Σύνολο

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/69.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.4

Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων κατά μεγάλες ομάδες ηλικιών του θανόντος, 1921-1929,1930-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001

- Η συμμετοχή των θανάτων των μεγαλύτερων ηλικιών (άνω των 60 ετών) αυξήθηκε σημαντικά και από 64,2% το 1956 διαμορφώθηκε περίπου στο 88% κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του αιώνα. Η αύξηση των θανάτων των ηλικιωμένων επηρεάζει σημαντικά τη συνολική θνησιμότητα.

Γενικά, στη χώρα μας η θνησιμότητα των ενηλίκων σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο αυξάνεται και τείνει να διαμορφωθεί αντίστοιχα με τη θνησιμότητα των άλλων χωρών, γιατί οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και οι καταναλωτικές συνήθειες διαμορφώνονται ανάλογα (η βιομηχανία αναπτύσσεται, ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στις πόλεις, η διατροφή αλλάζει, οι καπνιστές πληθαίνουν και τα ατυχήματα αυξάνονται). Η άκαιρη θνησιμότητα (ατόμων κάτω των 65 ετών) μειώνεται, αλλά με ρυθμό σχετικά αργό, παρά το γεγονός ότι η θνησιμότητα αυτή μπορεί να προληφθεί σε μεγάλο βαθμό και επηρεάζεται πολύ από την εξυγίανση του περιβάλλοντος και γενικότερα από κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες.

Έτσι, σήμερα η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με θνησιμότητα πολύ κοντά στην ευρωπαϊκή, δηλαδή σχεδόν μέση βρεφική θνησιμότητα, λίγο υψηλότερη στα άτομα ηλικίας 15-29 ετών και λίγο χαμηλότερη στα άτομα ηλικίας άνω των 30 ετών (Φλαμανδοί, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία,

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/70.gif&w=600&h=915

Κύπρος, Λουξεμβούργο, Αυστρία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Φινλανδία).

Ο προτυπωμένος δείκτης αδρής θνησιμότητας (σταθμισμένος δείκτης με τη σύνθεση του πληθυσμού που θεωρείται πρότυπος) του ελληνικού πληθυσμού είναι από τους χαμηλότερους μεταξύ των χωρών της δυτικής Ευρώπης, αλλά η παιδική θνησιμότητα εξακολουθεί να είναι από τις υψηλότερες παρά τη μείωση (OECD, 2002). Σημειώνεται ότι η σχετικά καλύτερη θέση της χώρας μας στους ενήλικες (35-64 ετών) αντικατοπτρίζει τη μικρή επίπτωση των καρδιαγγειακών νοσημάτων στη χώρα μας (θνησιμότητα από ισχαιμική νόσο της καρδιάς 220%ο στους Έλληνες έναντι 380%ο στους Άγγλους και 450%ο στους Σουηδούς). Κάπως μειωμένη εμφανίζεται και η θνησιμότητα από κακοήθεις νεοπλασίες, ειδικότερα στις γυναίκες.

4.2.2 Συχνότερες αιτίες θανάτου

Οι παράγοντες που επηρεάζουν το πρότυπο θνησιμότητας μιας χώρας είναι η σύνθεση του πληθυσμού (φύλο, ηλικία), οι βιολογικοί ή κοινωνικοί παράγοντες, οι συνθήκες ζωής ή εργασίας, η ατομική συμπεριφορά (τρόπος ζωής, κάπνισμα, αλκοολισμός, οδική συμπεριφοράς σεξουαλική συμπεριφορά) και σε κάποιο βαθμό οι πολιτιστικές και οι οικονομικές συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν σε συγκεκριμένες αιτίες θανάτου. Σύμφωνα με τον Omran (1991), η παρατηρούμενη μείωση της θνησιμότητας στη διάρκεια του 20ού αιώνα (την οποία ορίζει ως «επιδημιολογική μετάβαση») είναι συνάρτηση των αλλαγών στο πρότυπο των αιτιών θανάτου. Έτσι, η πρώτη φάση της επιδημιολογικής μετάβασης χαρακτηρίζεται από μείωση των μολυσματικών ασθενειών και μεγάλες διαφορές στη θνησιμότητα μεταξύ των διαφόρων χωρών. Η πρόοδος αυτή ξεκίνησε το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα πρώτα στη βόρεια Ευρώπη και στις Σκανδιναβικές χώρες, στη συνέχεια στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο και τέλος στη νότια Ευρώτα]. Στη δεύτερη φάση (περίοδος από το τέλος του 19ου αιώνα) οι εκφυλιστικές ασθένειες έγιναν πιο συχνές από τις λοιμώδεις και οι διαφορές μεταξύ των χωρών λιγότερο σημαντικές. Αν και κάθε χώρα είχε το δικό της πρότυπο θνησιμότητας, σε όλες τις χώρες οι κύριες αιτίες θανάτου ήταν τα νοσήματα του κυκλοφορικού και τα κακοήθη νεοπλάσματα. Στην τρίτη φάση, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, παρουσιάζεται μείωση στο ρυθμό αύξησης της προσδοκώμενης ζωής, παρά τη σημαντική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας, και μια διευρυνόμενη διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Τέλος, στην τέταρτη φάση, την τρέχουσα, η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των φύλων μειώνεται και το φαινόμενο αυτό είναι αξιοσημείωτο στη Σουηδία και τη Δανία, κυρίως ως αποτέλεσμα των ριψοκίνδυνων συμπεριφορών των γυναικών (π.χ. κάπνισμα).

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/71.gif&w=600&h=915

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε μείωση των διαφορών μεταξύ των χωρών, αν και ακόμα παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες εν μέρει εξηγούν τις παρατηρούμενες διαφορές, αν και αυτό δεν είναι απόλυτο. Δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς η Ελλάδα και η Γερμανία κατατάσσονται στην ίδια θέση με το Λουξεμβούργο, ενώ είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε σχέση με τις συχνότερες αιτίες θανάτου στην Ελλάδα παρατηρούνται τα εξής:

Προπολεμικά

Κατά την προπολεμική περίοδο η σειρά σπουδαιότητας των αιτιών θανάτου ήταν διαφορετική από τη σειρά σπουδαιότητας των αιτιών θανάτου της μεταπολεμικής περιόδου (Πίνακας 4.6). Τα λοιμώδη νοσήματα και τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος αποτελούν την πλέον συχνή αιτία θανάτου στην Ελλάδα (ποσοστό πάνω από 40% των θανάτων οφείλονται σ' αυτές τις δύο κατηγορίες νόσων). Τα νοσήματα του πεπτικού (που αφορούν κυρίως τις μικρές ηλικίες) αποτελούν την τρίτη κατά σειρά αιτία θανάτου. Βέβαια, πολύ υψηλά είναι τα ποσοστά θανάτων που δεν έχουν ακριβή γνωμάτευση και καταγράφονται ως συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις ή μη δηλωθείσες αιτίες.

Μεταπολεμικά

Τα λοιμώδη νοσήματα δεν αποτελούν πλέον σημαντική αιτία θανάτου στην Ελλάδα. Το ποσοστό θανάτων από λοιμώδη νοσήματα το 1956 περιορίστηκε στο 5,4%, βαθμιαία μειώνεται σημαντικά και το 2000 αποτελεί μόνο το 0,5%. Αντίστοιχα, το ποσοστό θανάτων από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος μειώνεται σημαντικά σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, διατηρείται όμως σχεδόν σταθερό με μικρές αυξητικές τάσεις από τα μέσα του 20ού αιώνα και μετά (5,5% το 1956,7,6% το 2000). Τα νοσήματα του κυκλοφορικού αποτελούν πλέον την κύρια αιτία θανάτου, διαρκώς αυξανόμενα, με αποτέλεσμα το 2000 το 49,7% των θανάτων να οφείλεται σ' αυτά (έναντι ποσοστού κάτω από 5% προπολεμικά και 15% το 1956), ενώ σημαντική αύξηση εμφανίζεται στους θανάτους από νεοπλάσματα, από 12,7% το 1956 σε 22,6% το 2000. Οι κακώσεις και οι δηλητηριάσεις είναι η αιτία θανάτου περίπου για το 5% των θανόντων. Σημαντική βελτίωση παρουσιάζεται στις καταγραφόμενες αιτίες θανάτου πιθανώς λόγω αύξησης των θανάτων στα νοσοκομεία και στις πιστοποιήσεις τους από γιατρό. Έτσι, τα ποσοστά θανάτων που καταγράφονται ως συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις βαθμιαία περιορίζονται σημαντικά από 24,7% το 1956 σε 8,0% το 2000.

Σελ. 71
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 52
    

    33.4 Κοινωνικές ανισότητες

    Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού των παιδιών και των νέων βρίσκονται πολύ συχνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, στη χώρα μας υπάρχουν λίγες μελέτες για τη μέτρηση των διαστάσεων και των χαρακτηριστικών των προβλημάτων αυτών. Τα παιδιά και οι νέοι που μεγαλώνουν σε συνθήκες ένδειας και κοινωνικού αποκλεισμού είναι λιγότερο πιθανό να έχουν καλή επίδοση στο σχολείο και καλή υγεία, ενώ είναι πιο πιθανό να επιδείξουν παραβατική συμπεριφορά και να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας7.

    Η φτώχεια που υπάρχει σε μια κοινωνία καταγράφεται ως απόλυτη ή ως σχετική. Σύμφωνα με την έννοια της απόλυτης φτώχειας ένα άτομο θεωρείται φτωχό όταν το εισόδημα του δεν επαρκεί για την επιβίωση του, δηλαδή τη διατήρηση της φυσικής δύναμης και υγείας. Με την έννοια αυτή η απόλυτη φτώχεια δίνει έμφαση στις βιολογικές ανάγκες και παραβλέπει άλλες πτυχές που σχετίζονται με τις κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες του ατόμου.

    Η έννοια της σχετικής φτώχειας δέχεται όχι μόνο την ύπαρξη βιολογικών αναγκών αλλά και κοινωνικών και πολιτιστικών που μέχρι ένα σημείο ολοκληρώνουν το άτομο. Και ένα άτομο θεωρείται φτωχό αν το εισόδημά του δεν επαρκεί να εξασφαλίσει ένα επίπεδο διαβίωσης συνεπές με τις συνήθειες και τα πρότυπα της συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία ζει. Επομένως, η φτώχεια διαφοροποιείται μεταξύ των χωρών και των κοινωνικών ομάδων, αλλά και διαχρονικά.

    Ενώ σήμερα το ενδιαφέρον μας σε σχέση με τα ζητήματα φτώχειας επικεντρώνεται στη σχετική φτώχεια, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού σχεδόν στο σύνολο της προπολεμικής περιόδου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια βρίσκονταν στην κατάσταση της απόλυτης φτώχειας με τη στέρηση βασικών ειδών απαραίτητων για την επιβίωση τους. Έτσι, στις ομάδες αυτές του πληθυσμού σημειώθηκαν αρκετοί θάνατοι παιδιών και κυρίως βρεφών λόγω κακής ή ελλιπούς διατροφής. Από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, βέβαια, υπήρξαν άνθρωποι, κυρίως γιατροί, που είχαν εντοπίσει τη σημασία της φτώχειας και της αμάθειας με την αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα των βρεφών. Η αδυναμία θηλασμού, η συχνότερη εγκατάλειψη βρεφών λόγω ελλιπών οικονομικών μέσων, η απουσία κοινωνικής φροντίδας και η έλλειψη

    7. Θ. Μητράκος, «Παιδική φτώχεια: Πρόσφατες εξελίξεις και προσδιοριστικοί παράγοντες», Τράπεζα της Ελλάδος, Οικονομικό Δελτίο, 30.5.2008.