Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 65-84 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/65.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.4 Μέση ηλικία γαμπρού, νύφης και μητέρας, 1926-2001

Μέση ηλικία

Γαμπρού

Νύφης

Μητέρας

1926

28,5

23,5

-

1927

28,3

23,4

-

1928

28,1

23,3

-

1936

28,1

23,8

29,3

1937

28,4

23,9

29,5

1938

28,6

24,0

29,5

1956

28,6

24,5

28,0

1960

28,8

24,6

28,2

1965

29,0

24,1

28,0

1970

28,4

23,1

26,8

1975

28,0

22,8

26,0

1980

27,6

22,6

25,1

1985

27,9

23,2

25,5

1990

28,6

24,2

26,9

1995

29,4

25,9

27,8

1997

30,1

26,6

28,3

2001

-

27,0

-

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

4.2 Θνησιμότητα του συνόλου του πληθυσμού

4.2.1 Εξελίξεις στη θνησιμότητα

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η Ελλάδα, όπως και η Ε.Ε. ως σύνολο, παρουσιάζει σημαντική μείωση της θνησιμότητας και σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση. Η βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών καθώς και των νέων μεθόδων προληπτικής και θεραπευτικής ιατρικής συνέβαλαν σημαντικά στην κατεύθυνση αυτή.

Ο αδρός δείκτης θνησιμότητας (θάνατοι ανά 1.000 κατοίκους) από 13,6%ο-15,8%ο το 1921 αυξήθηκε σε 17,7%ο το 1931 και μειώθηκε σε 12,8% το 1940. Γενικά, προπολεμικά ο δείκτης κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα, πάνω από 13%ο και σε κάποιες περιπτώσεις πάνω από 18%ο (1929,1932), ενώ κατά τη μεταπολεμική περίοδο ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 περίπου από 7,5%ο παρουσίασε μικρή αλλά σταθερή ανοδική πορεία και έφθασε το 8,9% το 1981, το 9,3% το 1991 και το 9,4% το 2001. Οι διαχρο-

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/66.gif&w=600&h=915

διαχρονικές ροπές των δεικτών θνησιμότητας κατά ηλικία και φύλο είναι μάλλον πτωτικές, κυρίως στις μικρότερες ηλικίες. Η παρατηρούμενη στα τελευταία χρόνια αύξηση της γενικής θνησιμότητας οφείλεται στις μεταβολές στη δομή του ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή στην αύξηση της αναλογίας των μεγάλων ηλικιών. Ως γνωστόν, ο δείκτης αυτός επηρεάζεται σημαντικά από τη σύνθεση του πληθυσμού και η μικρή άνοδος οφείλεται κυρίως στην αύξηση των θανάτων που προέρχονται από άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Στον Πίνακα 4.5 και το Διάγραμμα 4.4 παρουσιάζεται η ποσοστιαία κατανομή των θανάτων κατά ηλικία του θανόντος (1926-1928,1936-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001). Με βάση τα στοιχεία αυτά:

Προπολεμικά

- Παρατηρείται πολύ υψηλή συμμετοχή των θανάτων των νεαρών ηλικιών (0-24 ετών) στο σύνολο των θανάτων, που υπερβαίνει το 40% ή και το 45% (48,8% το 1927). Βέβαια, ιδιαίτερα υψηλή είναι η συμμετοχή των θανάτων των παιδιών έως 4 ετών (πάνω από 30% ή και 35%-36,7% το 1927).

- Το ποσοστό των θανάτων των ατόμων ηλικίας 25-44 ετών κυμάνθηκε από 11,3%-13,3%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των ατόμων ηλικίας 4559 ετών ήταν της τάξης του 10%.

- Το ποσοστό των θανάτων των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών παρουσίασε σταδιακή άνοδο και κυμάνθηκε από 28,1% (1927) έως 37,1% (1938).

Μεταπολεμικά

- Παρατηρείται πολύ σημαντική μείωση της θνησιμότητας των μικρών ηλικιών και οι θάνατοι παιδιών και νέων έως 24 ετών ξεκινώντας από 16,5% το 1956 έχουν πλέον μειωθεί στο 1,7% το 2001.

- Μικρότερη είναι η μείωση της συμμετοχής για την ηλικιακή ομάδα 2544 ετών, η οποία διαμορφώθηκε στο 6,3% το 1956. Στην ομάδα αυτή η μείωση συνεχίστηκε μέχρι το 1991 (2,5%), στη συνέχεια όμως παρατηρήθηκε αύξηση και το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 3,1% το 2001.

- Η συμμετοχή της ομάδας 45-59 ετών ξεκινώντας από 12,6% το 1956 μειώθηκε βαθμιαία και διαμορφώθηκε στο 7,4% το 1991, επίπεδο που διατηρήθηκε σταθερό και το 2001.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/67.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.5

Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων κατά ηλικία του θανόντος, 1926-1928,1936-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001

Έτη

1926

1927

1928

1936

1937

1938

1956

1961

1971

1981

1991

2001

έως 1 έτους

16,2

17,7

16,8

21,0

21,3

19,6

10,3

9,4

5,1

2,7

0,6

0,5

1 έτους

8,6

9,3

8,2

6,5

5,5

4,6

1,1

0,8

0,3

0,1

0,0

0,0

2 ετών

4,5

5,8

5,0

4,4

3,7

3,0

0,6

0,4

0,2

0,1

0,1

0,0

3 ετών

2,2

2,4

2,4

2,0

2,0

1,6

0,4

0,3

0,2

0,1

0,0

0,0

4 ετών

1,5

1,5

1,6

1,3

1,4

1,3

0,3

0,2

0,1

0,1

0,1

0,0

0-4 ετών

33,0

36,7

34,0

35,2

33,9

30,1

12,7

11,1

5,9

3,1

0,8

0,6

5-9 ετών

3,7

3,6

3,6

3,3

3,0

2,9

0,8

0,7

0,4

0,2

0,0

0,1

10-14

2,4

1,8

1,7

1,7

1,7

1,8

0,6

0,5

0,3

0,2

0,2

0,1

5-14 ετών

6,1

5,4

5,3

5,0

4,7

4,7

1,4

1,2

0,7

0,4

0,2

0,2

15-19 ετών

3,5

3,1

3,1

2,2

2,1

2,3

1,0

0,7

0,6

0,5

0,3

0,3

20-24 ετών

4,1

3,6

3,5

3,3

3,3

3,1

1,4

0,9

0,6

0,6

0,6

0,6

15-24 ετών

7,6

6,7

6,6

5,5

5,4

5,4

2,4

1,6

1,2

1,1

0,9

0,9

0-24 ετών

46,7

48,8

45,9

45,7

44,0

40,2

16,5

13,9

7,8

4,6

1,8

1,7

25-29 ετών

4,2

3,7

3,7

3,2

3,2

3,3

1,5

1,0

0,7

0,6

0,5

0,6

30-34 ετών

2,9

2,7

2,6

2,8

2,9

2,9

1,4

1,3

0,7

0,6

0,3

0,7

35-39 ετών

3,4

3,0

3,2

2,8

3,0

3,1

1,4

1,3

1,1

0,7

0,9

0,7

40-44 ετών

2,8

2,7

2,6

2,5

2,6

2,6

2,0

1,5

1,6

1,2

0,9

1,1

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/68.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.5 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.5 (συνέχεια)

Έτη

1926

1927

1928

1936

1937

1938

1956

1961

1971

1981

1991

2001

25-44 ετών

13,3

12,1

12,1

11,3

11,7

11,9

6,3

5,1

4,1

3,1

2,5

3,1

45-49 ετών

3,3

3,2

3,2

2,9

2,9

3,0

3,0

2,6

2,1

2,0

1,5

1,7

50-54 ετών

3,7

3,3

3,4

3,2

3,1

3,3

4,2

3,9

2,8

3,4

2,2

2,6

55-59 ετών

3,7

3,5

3,8

3,9

4,1

4,2

5,4

5,4

5,2

4,2

3,7

3,2

45-59 ετών

10,7

10,0

10,4

10,0

10,1

10,5

12,6

11,9

10,1

9,6

7,4

7,4

60-64 ετών

4,7

4,4

4,6

4,9

4,9

5,2

6,1

7,6

7,8

6,0

6,3

5,3

65-69 ετών

5,1

5,0

5,4

5,4

5,8

6,3

8,6

8,4

10,7

10,1

7,6

8,5

70-74 ετών

5,3

5,2

5,5

6,1

6,2

6,8

11,0

11,5

13,8

14,1

9,6

13,0

75-79 ετών

4,7

4,8

5,1

5,5

5,8

6,4

13,3

12,8

13,8

16,7

15,4

15,4

80-84 ετών

3,9

4,0

4,3

4,7

4,8

5,3

11,7

13,6

14,4

16,7

20,2

16,1

85 ετών & άνω

4,6

4,7

5,3

5,9

6,4

7,1

13,5

15,0

17,5

19,1

29,1

29,6

60 ετών & άνω

28,3

28,1

30,2

32,5

33,9

37,1

64,2

68,9

78,0

82,7

88,3

87,8

Μη Δηλώσαντες

1,0

1,0

1,4

0,5

0,3

0,3

0,4

0,2

0,0

0,0

0,0

0,0

Σύνολο

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/69.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.4

Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων κατά μεγάλες ομάδες ηλικιών του θανόντος, 1921-1929,1930-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001

- Η συμμετοχή των θανάτων των μεγαλύτερων ηλικιών (άνω των 60 ετών) αυξήθηκε σημαντικά και από 64,2% το 1956 διαμορφώθηκε περίπου στο 88% κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του αιώνα. Η αύξηση των θανάτων των ηλικιωμένων επηρεάζει σημαντικά τη συνολική θνησιμότητα.

Γενικά, στη χώρα μας η θνησιμότητα των ενηλίκων σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο αυξάνεται και τείνει να διαμορφωθεί αντίστοιχα με τη θνησιμότητα των άλλων χωρών, γιατί οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και οι καταναλωτικές συνήθειες διαμορφώνονται ανάλογα (η βιομηχανία αναπτύσσεται, ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στις πόλεις, η διατροφή αλλάζει, οι καπνιστές πληθαίνουν και τα ατυχήματα αυξάνονται). Η άκαιρη θνησιμότητα (ατόμων κάτω των 65 ετών) μειώνεται, αλλά με ρυθμό σχετικά αργό, παρά το γεγονός ότι η θνησιμότητα αυτή μπορεί να προληφθεί σε μεγάλο βαθμό και επηρεάζεται πολύ από την εξυγίανση του περιβάλλοντος και γενικότερα από κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες.

Έτσι, σήμερα η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με θνησιμότητα πολύ κοντά στην ευρωπαϊκή, δηλαδή σχεδόν μέση βρεφική θνησιμότητα, λίγο υψηλότερη στα άτομα ηλικίας 15-29 ετών και λίγο χαμηλότερη στα άτομα ηλικίας άνω των 30 ετών (Φλαμανδοί, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία,

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/70.gif&w=600&h=915

Κύπρος, Λουξεμβούργο, Αυστρία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Φινλανδία).

Ο προτυπωμένος δείκτης αδρής θνησιμότητας (σταθμισμένος δείκτης με τη σύνθεση του πληθυσμού που θεωρείται πρότυπος) του ελληνικού πληθυσμού είναι από τους χαμηλότερους μεταξύ των χωρών της δυτικής Ευρώπης, αλλά η παιδική θνησιμότητα εξακολουθεί να είναι από τις υψηλότερες παρά τη μείωση (OECD, 2002). Σημειώνεται ότι η σχετικά καλύτερη θέση της χώρας μας στους ενήλικες (35-64 ετών) αντικατοπτρίζει τη μικρή επίπτωση των καρδιαγγειακών νοσημάτων στη χώρα μας (θνησιμότητα από ισχαιμική νόσο της καρδιάς 220%ο στους Έλληνες έναντι 380%ο στους Άγγλους και 450%ο στους Σουηδούς). Κάπως μειωμένη εμφανίζεται και η θνησιμότητα από κακοήθεις νεοπλασίες, ειδικότερα στις γυναίκες.

4.2.2 Συχνότερες αιτίες θανάτου

Οι παράγοντες που επηρεάζουν το πρότυπο θνησιμότητας μιας χώρας είναι η σύνθεση του πληθυσμού (φύλο, ηλικία), οι βιολογικοί ή κοινωνικοί παράγοντες, οι συνθήκες ζωής ή εργασίας, η ατομική συμπεριφορά (τρόπος ζωής, κάπνισμα, αλκοολισμός, οδική συμπεριφοράς σεξουαλική συμπεριφορά) και σε κάποιο βαθμό οι πολιτιστικές και οι οικονομικές συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν σε συγκεκριμένες αιτίες θανάτου. Σύμφωνα με τον Omran (1991), η παρατηρούμενη μείωση της θνησιμότητας στη διάρκεια του 20ού αιώνα (την οποία ορίζει ως «επιδημιολογική μετάβαση») είναι συνάρτηση των αλλαγών στο πρότυπο των αιτιών θανάτου. Έτσι, η πρώτη φάση της επιδημιολογικής μετάβασης χαρακτηρίζεται από μείωση των μολυσματικών ασθενειών και μεγάλες διαφορές στη θνησιμότητα μεταξύ των διαφόρων χωρών. Η πρόοδος αυτή ξεκίνησε το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα πρώτα στη βόρεια Ευρώπη και στις Σκανδιναβικές χώρες, στη συνέχεια στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο και τέλος στη νότια Ευρώτα]. Στη δεύτερη φάση (περίοδος από το τέλος του 19ου αιώνα) οι εκφυλιστικές ασθένειες έγιναν πιο συχνές από τις λοιμώδεις και οι διαφορές μεταξύ των χωρών λιγότερο σημαντικές. Αν και κάθε χώρα είχε το δικό της πρότυπο θνησιμότητας, σε όλες τις χώρες οι κύριες αιτίες θανάτου ήταν τα νοσήματα του κυκλοφορικού και τα κακοήθη νεοπλάσματα. Στην τρίτη φάση, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, παρουσιάζεται μείωση στο ρυθμό αύξησης της προσδοκώμενης ζωής, παρά τη σημαντική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας, και μια διευρυνόμενη διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Τέλος, στην τέταρτη φάση, την τρέχουσα, η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των φύλων μειώνεται και το φαινόμενο αυτό είναι αξιοσημείωτο στη Σουηδία και τη Δανία, κυρίως ως αποτέλεσμα των ριψοκίνδυνων συμπεριφορών των γυναικών (π.χ. κάπνισμα).

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/71.gif&w=600&h=915

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε μείωση των διαφορών μεταξύ των χωρών, αν και ακόμα παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες εν μέρει εξηγούν τις παρατηρούμενες διαφορές, αν και αυτό δεν είναι απόλυτο. Δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς η Ελλάδα και η Γερμανία κατατάσσονται στην ίδια θέση με το Λουξεμβούργο, ενώ είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε σχέση με τις συχνότερες αιτίες θανάτου στην Ελλάδα παρατηρούνται τα εξής:

Προπολεμικά

Κατά την προπολεμική περίοδο η σειρά σπουδαιότητας των αιτιών θανάτου ήταν διαφορετική από τη σειρά σπουδαιότητας των αιτιών θανάτου της μεταπολεμικής περιόδου (Πίνακας 4.6). Τα λοιμώδη νοσήματα και τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος αποτελούν την πλέον συχνή αιτία θανάτου στην Ελλάδα (ποσοστό πάνω από 40% των θανάτων οφείλονται σ' αυτές τις δύο κατηγορίες νόσων). Τα νοσήματα του πεπτικού (που αφορούν κυρίως τις μικρές ηλικίες) αποτελούν την τρίτη κατά σειρά αιτία θανάτου. Βέβαια, πολύ υψηλά είναι τα ποσοστά θανάτων που δεν έχουν ακριβή γνωμάτευση και καταγράφονται ως συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις ή μη δηλωθείσες αιτίες.

Μεταπολεμικά

Τα λοιμώδη νοσήματα δεν αποτελούν πλέον σημαντική αιτία θανάτου στην Ελλάδα. Το ποσοστό θανάτων από λοιμώδη νοσήματα το 1956 περιορίστηκε στο 5,4%, βαθμιαία μειώνεται σημαντικά και το 2000 αποτελεί μόνο το 0,5%. Αντίστοιχα, το ποσοστό θανάτων από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος μειώνεται σημαντικά σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, διατηρείται όμως σχεδόν σταθερό με μικρές αυξητικές τάσεις από τα μέσα του 20ού αιώνα και μετά (5,5% το 1956,7,6% το 2000). Τα νοσήματα του κυκλοφορικού αποτελούν πλέον την κύρια αιτία θανάτου, διαρκώς αυξανόμενα, με αποτέλεσμα το 2000 το 49,7% των θανάτων να οφείλεται σ' αυτά (έναντι ποσοστού κάτω από 5% προπολεμικά και 15% το 1956), ενώ σημαντική αύξηση εμφανίζεται στους θανάτους από νεοπλάσματα, από 12,7% το 1956 σε 22,6% το 2000. Οι κακώσεις και οι δηλητηριάσεις είναι η αιτία θανάτου περίπου για το 5% των θανόντων. Σημαντική βελτίωση παρουσιάζεται στις καταγραφόμενες αιτίες θανάτου πιθανώς λόγω αύξησης των θανάτων στα νοσοκομεία και στις πιστοποιήσεις τους από γιατρό. Έτσι, τα ποσοστά θανάτων που καταγράφονται ως συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις βαθμιαία περιορίζονται σημαντικά από 24,7% το 1956 σε 8,0% το 2000.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/72.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.6

Ποσοστιαία κατανομή θανάτων του συνόλου του πληθυσμού κατά αιτίες θανάτου, 1921,1926,1931,1936,1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001

Κατηγορίες νόσων

1. Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα

2. Νεοπλάσματα

3. Ενδοκρινικά και μεταβολικά νοσήματα, διαταραχές της θρέψεως και ανοσολογικές διαταραχές

4. Νοσήματα του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων

5. Ψυχικές διαταραχές

6. Νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων

7. Νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος

8. Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος

9. Νοσήματα του πεπτικού συστήματος

10. Νοσήματα του ουροποιογεννητικού συστήματος

1921 1926 1931 1936 1938 1956 1961 1971 1981 1991 2000

19,2 22,1 21,1 20,8 18,7 5,4 4,3 2,2 0,9 0,6 0,5 1,3 2,1 2,4 3,5 4,3 12,7 15,0 17,3 19,3 20,9 22,6

0,3

0,4 0,9 1,4

2,8 3,7 1,4 1,1

0,4 0,4 0,4 0,3 0,1 0,1 0,9 0,9 - - - 0,6 0,2 0,1

1,2 1,0 0,9

6,3

7,1 10,2 11,2 0,1 1,4 0,9 1,3

4,0 4,8 4,8 5,0 6,2 15,0 15,0 34,6 44,3 51,8 49,7 21,7 18,7 20,6 18,7 21,3 5,5 6,6 7,1 7,1 5,6 7,6 5,5 8,8 10,6 12,5 10,4 3,9 4,3 3,0 4,0 2,6 2,5

1,8

2,5 3,2 4,7 4,9 2,6 2,6 2,1 2,8 2,1 1,5

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/73.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.6 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.6 (συνέχεια)

Κατηγορίες νόσων

1921

1926

1931

1936

1938

1956

1961

1971

1981

1991

2000

11. Επιπλοκές της κυήσεως,

του τοκετού και της λοχείας

1,1

1,3

1,0

0,8

0,7

0,2

0,2

0,1

-

-

-

12. Νοσήματα του δέρματος

και του υποδόριου ιστού

-

4,0

-

0,3

0,3

-

-

-

0,2

-

-

13. Νοσήματα του μυοσκελετικού

συστήματος και του συνδετικού

ιστού

-

-

-

-

-

0,1

0,1

-

0,2

0,0

0,3

14. Συγγενείς ανωμαλίες

3,5

10,8

4,0

4,8

4,8

0,6

0,8

1,0

0,9

0,6

0,3

15. Ορισμένες καταστάσεις

που προέρχονται από την

περιγεννητική περίοδο

-

-

-

-

-

4,4

4,2

2,6

1,5

0,4

0,3

16. Συμπτώματα, σημεία

και ασαφώς καθορισμένες

καταστάσεις

11,6

-

8,9

9,8

9,9

24,7

17,5

12,3

7,4

8,3

8,0

17. Κακώσεις και δηλητηριάσεις

2,5

2,6

2,5

2,9

2,9

4,7

5,0

5,2

5,6

4,4

4,3

Μη δηλωθείσες αιτίες

7,9

11,4

10,0

-

-

0,6

0,4

-

-

-

-

Αλλοι νόσοι

18,7

10,1

10,1

8,7

7,4

8,1

10,9

9,2

-

-

-

Σύνολο

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/74.gif&w=600&h=915

Το πρότυπο αιτιών θνησιμότητας του συνόλου του πληθυσμού που διαμορφώνεται κατά την προπολεμική και τη μεταπολεμική περίοδο παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 4.5.

Οι αιτίες θανάτου που εμφανίζουν αύξηση ή μείωση το 1997 σε σχέση με το 1938 με βάση την ειδική ανά αιτία θνησιμότητα (θάνατοι επί 100.000 ατόμων υπολογιζόμενου πληθυσμού στο μέσο των αντίστοιχων ετών) παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.7. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο παρατηρείται μείωση της γρίπης, της πνευμονίας, της φυματίωσης, της ελονοσίας και άλλων λοιμωδών και παρασιτικών νοσημάτων, της γαστρίτιδας, της δωδεκαδακτυλίτιδας, της κολίτιδας και αύξηση των θανάτων από καρδιακά νοσήματα, καρκίνο, νόσων των αγγείων του εγκεφάλου, ατυχήματα και σακχαρώδη διαβήτη.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.7

Αιτίες θανάτου που εμφάνισαν αύξηση ή μείωση κατά το 1997 σε σχέση προς το 1938

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.7

Αιτίες θανάτου που εμφάνισαν αύξηση ή μείωση κατά το 1997 σε σχέση προς το 1938

Αύξηση

Μείωση

Καρδιακά νοσήματα

Πνευμονία

Νεοπλάσματα

Φυματίωσις του αναπνευστικού συστήματος

Νόσοι των αγγείων

του εγκεφάλου

Εντερίτις και διάρροια

Ατυχήματα

Ορισμένες καταστάσεις περιγεννητικής προελεύσεως

Σακχαρώδης διαβήτης

Νεφρίτιδα και νέφρωση

Γρίπη

Ελονοσία

Άλλες μολυσματικές και παρασιτικές νόσοι

Βακτηριδιακή δυσεντερία και αμοιβάδωση

Κοκίτης

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδας, στοιχεία 1997,2003.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδας, στοιχεία 1997,2003.

Σημειώνεται ότι παρά τη σημαντική μείωση των θανάτων από λοιμώδη νοσήματα φαίνεται ότι για μια σειρά ετών κατά τη μεταπολεμική περίοδο στις αγροτικές περιοχές τα λοιμώδη νοσήματα ήταν κάπως συχνότερα.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/75.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.5 Συχνότερες αιτίες θανάτου συνόλου πληθυσμού, 1921,1926,1931,1936,1938,1956,1961,1971,1981,1991,2000 Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα (1), Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (8), Νοσήματα του πεπτικού συστήματος (9)

Νεοπλάσματα (2), Νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος (7), Κακώσεις και

δηλητηριάσεις (17)

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/76.gif&w=600&h=915

Σήμερα

Σήμερα οι αιτίες θανάτου του ελληνικού πληθυσμού είναι παρόμοιες με εκείνες των ανεπτυγμένων χωρών. Οι σπουδαιότερες (από άποψη ειδικού ποσοστού θνησιμότητας) ομάδες ασθενειών παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.8 (καλύπτουν το 91,1% του αριθμού των θανάτων).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.8

Αιτίες θανάτου κατά σειρά σπουδαιότητας από άποψη ειδικού ποσοστού

θνησιμότητας, 1997

Κατηγορίες νόσων

Ειδικό ποσοστό θνησιμότητας επί 100.000 ατόμων

%

Καρδιακά νοσήματα

303,1

31,9

Νεοπλάσματα

215,3

22,7

Νόσοι των αγγείων του εγκεφάλου

174,9

18,4

Άλλες νόσοι του αναπνευστικού συστήματος

43,0

4,5

Ατυχήματα

37,0

3,9

Νόσοι άλλων τμημάτων του πεπτικού

συστήματος

23,2

2,4

Νόσοι του ουροποιητικού συστήματος

15,1

1,6

Ενδοκρινικά & μεταβολικά νοσήματα -

ανοσολογικές διαταραχές

10,2

1,1

Άλλα νοσήματα του κυκλοφορικού

συστήματος

10,1

1,1

Νοσήματα της ανώτερης αναπνευστικής

οδού

10,1

1,1

Νοσήματα του νευρικού συστήματος

9,3

1,0

Άλλα μικροβιακά νοσήματα

4,2

0,4

Αυτοκτονία και αυτοεπιβαλλόμενη κάκωση

3,6

0,4

Ορισμένες καταστάσεις περιγεννητικής

προελεύσεως

3,1

0,3

Συγγενείς ανωμαλίες

3,1

0,3

Λοιπές αιτίες θανάτου

-

8,9

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδας, στοιχεία 1997,2003.

Την πρώτη θέση κατέχουν τα καρδιακά νοσήματα και ακολουθούν κατά σειρά τα νεοπλάσματα, οι νόσοι των αγγείων του εγκεφάλου, οι νόσοι του αναπνευστικού συστήματος και οι θάνατοι από ατυχήματα, γεγονός που παρατηρείται σε όλη την τελευταία δεκαετία του αιώνα. Το πρότυπο θνη-

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/77.gif&w=600&h=915

θνησιμότητας που διαμορφώθηκε είναι αντίστοιχο των χωρών του ΟΟΣΑ, όπου οι κυριότερες αιτίες θανάτου είναι οι καρδιαγγειακές παθήσεις (έμφραγμα, εμβολή), ο καρκίνος, τα νοσήματα του αναπνευστικού (άσθμα, εμφύσημα, βροχίτις) και οι εξωτερικές αιτίες θανάτου (οδικά ατυχήματα, πτώσεις, αυτοκτονίες, ανθρωποκτονίες).

Βέβαια, η χώρα μας έχει τους λιγότερους θανάτους λόγω νόσων του αναπνευστικού στους άνδρες από όλες τις χώρες της Ευρώπης και λόγω αυτοκτονιών τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Ευνοϊκή είναι η θέση της Ελλάδας όσον αφορά στους θανάτους λόγω κακοήθων νεοπλασιών (δεύτερη καλύτερη θέση μετά τους Πορτογάλους στους άνδρες, πρώτη καλύτερη θέση στις γυναίκες). Παρ' όλα αυτά, οι διαχρονικές τάσεις όλων των κακοήθων νεοπλασιών είναι αυξητικές στη χώρα μας με εξαίρεση τον καρκίνο στομάχου και τον καρκίνο της μήτρας1'.

423 Διαπιστώσεις

Σε σχέση με τη θνησιμότητα του συνολικού πληθυσμού παρατηρούνται: Διαφορές μεταξύ των φύλων

Η θνησιμότητα στους άνδρες είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στις γυναίκες κυρίως στον αστικό πληθυσμό (Διάγραμμα 4.6). Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλες τις χώρες του κόσμου και είναι περισσότερο έκδηλο στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες.

Διαφορές μεταξύ περιοχών

Η θνησιμότητα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα και το ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας (αν και τα ποσοστά δεν είναι συγκρίσιμα λόγω διαφορετικής σύνθεσης του πληθυσμού) βαίνει αυξανόμενο από τις αστικές προς τις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Οι παρατηρούμενες διαφορές στη θνησιμότητα κατά περιοχές φαίνεται ότι σχετίζονται με τις διαφορές στο μορφωτικό επίπεδο, την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη και με το εισόδημα. Σημειώνεται ότι η ποσοστιαία αναλογία αγραμμάτων βαίνει αυξανόμενη από τις αστικές προς τις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές, η νοσοκομειακή και ιατρική περίθαλψη βαίνει μειούμενη, ενώ το εισόδημα είναι χαμηλότερο στη γεωργία, υψηλότερο στη βιομηχανία και ακόμα υψηλότερο στις υπηρεσίες12.

11. OECD, Health ata Glance, OECD Indicators 2005.

12. Γ. Σιάμπος, «Ένας αιώνας μεγάλων δημογραφικών μεταβολών στην Ελλάδα», Πληθυσμός και Ανάπτυξη στην Ελλάδα, Ελληνική Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών, Πανελλαδικό Δημογραφικό Συνέδριο 1998, Αθήνα 2003.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/78.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.6 Ειδική κατά φύλο θνησιμότητα, 1952-1997

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Η προτυποποιημένη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες για όλες τις ηλικίες μαζί είναι λίγο μεγαλύτερη στον αστικό παρά στον αγροτικό πληθυσμό, παρόλο που στις νεαρές ηλικίες η θνησιμότητα είναι μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές. Αυτό σημαίνει ότι η ιατρική περίθαλψη, που είναι οπωσδήποτε καλύτερη στις αστικές περιοχές, δεν μπορεί να εξουδετερώσει την αυξημένη επίπτωση (συχνότητα της νόσου στον πληθυσμό) που έχουν στον αστικό πληθυσμό αρκετά σοβαρά νοσήματα, τα οποία είναι συνέπεια του περιβάλλοντος των πόλεων και του τρόπου διαβίωσης σ' αυτές. Συγκρίνοντας την ειδική θνησιμότητα κατά ηλικίες ανάμεσα στις αστικές και αγροτικές περιοχές, φαίνεται ότι τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες η άκαιρη θνησιμότητα (θνησιμότητα των νεαρών ηλικιών) είναι μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές σε σχέση με τις αστικές, ενώ, αντίθετα, μετά το 45ο έτος η θνησιμότητα είναι μεγαλύτερη στις αστικές περιοχές. Η θνησιμότητα των ημιαστικών περιοχών παίρνει γενικά ενδιάμεση θέση.

Διαφορές μεταξύ των ομάδων ηλικιών — Παιδική θνησιμότητα

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΠΟΥ, οι αιτίες θανάτου ποικίλλουν στις διάφορες ηλικιακές ομάδες. Στις νεαρές ηλικίες το συνηθέστερο αίτιο θανάτου είναι τα ατυχήματα, ενώ ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα προκαλούν τους περισσότερους θανάτους στις μεγάλες ηλικίες.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/79.gif&w=600&h=915

Στην Ε.Ε.-25 το 27% των θανάτων μεταξύ των νέων (κάτω των 20 ετών) οφείλεται σε εξωτερικές αιτίες και οι μισοί από αυτούς σε τροχαία ατυχήματα, όπου σκοτώνονται 2,5 φορές περισσότεροι άνδρες από γυναίκες (στοιχεία Eurostat, μέσος τριετίας 2001-2003). Η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με υψηλά ποσοστά θανάτων από αυτή την αιτία, 13,8 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους για τους νέους 0-19 ετών έναντι 9,1 στην Ε.Ε.-25 και αντίστοιχα στις νέες γυναίκες 5 έναντι 3,8. Οι εξωτερικές αιτίες ευθύνονται για το θάνατο του 38% των ατόμων ηλικίας 20-44 ετών, με τις αυτοκτονίες να παρουσιάζουν ποσοστά περίπου ίδια με τα τροχαία - η Ελλάδα, όμως, μαζί με την Πορτογαλία παρουσιάζουν τα μικρότερα ποσοστά και στα δύο φύλα σε σχέση με τις αυτοκτονίες. Ο καρκίνος ευθύνεται για το θάνατο του 41% των ατόμων ηλικίας 45-64 ετών. Ο καρκίνος του αναπνευστικού συστήματος, ο πιο συχνός για τους άνδρες, ευθύνεται για το θάνατο 106 ατόμων ανά 100.000 αυτής της ηλικίας στην Ε .Ε .-25 και στη χώρα μας 116, ενώ ο καρκίνος του στήθους, ο πιο συχνός για τις γυναίκες, ευθύνεται για το θάνατο 48 γυναικών ανά 100.000 αυτής της ηλικίας στην Ε.Ε.-25 και στη χώρα μας 38. Οι ασθένειες του κυκλοφορικού είναι η πιο συνηθισμένη αιτία θανάτου των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών (42% των θανάτων). Στην Ελλάδα 589 άνδρες αυτής της ηλικίας ανά 100.000 άτομα πεθαίνουν (έναντι 788 στην Ε.Ε.-25) και 316 γυναίκες (έναντι 450).

Τα μεταπολεμικά χρόνια σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος στην προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, η οποία αντανακλάται στη σημαντική μείωση της μητρικής, βρεφικής και νηπιακής θνησιμότητας, στην καταπολέμηση ορισμένων λοιμωδών νοσημάτων, όπως η πολιομυελίτιδα, η διφθερίτιδα κ.λπ., και στην εντυπωσιακή αύξηση των σωματομετρικών δεικτών. Η σχετικά μεγάλη θνησιμότητα της Ελλάδας στις μικρές ηλικίες τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό στα λοιμώδη νοσήματα και αντανακλούσε την καθυστέρηση που υπήρχε ακόμα σε ορισμένες ομάδες του πληθυσμού της χώρας μας στην υγιεινή της διατροφής, στην υγειονολογική συνείδηση και γενικότερα στην οικονομική και πολιτισμική στάθμη. Όμως, και σήμερα, παρά τη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας, η θέση της χώρας μας σε σχέση με τις άλλες χώρες δεν θεωρείται ικανοποιητική. Φαίνεται να υπάρχει ανάγκη για καλύτερες υ7τηρεσίες προστασίας της μητρότητας και πρόληψης, σε ειδικές υπηρεσίες και εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό. (Στο επόμενο κεφάλαιο θα γίνει λεπτομερής ανάλυση των αιτιών θανάτου των παιδικών και νεανικών ηλικιών και οι σχετικές συγκρίσεις με τις άλλες ομάδες του πληθυσμού).

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/80.gif&w=600&h=915

Λοιμώδη νοσήματα

Ενώ κατά τη μεταπολεμική περίοδο παρουσιάζεται πολύ σημαντική μείωση των λοιμωδών νοσημάτων, από τη δεκαετία του 1990 λοιμώδη νοσήματα άγνωστα στη δυτική Ευρώπη για πολλά χρόνια επανεμφανίστηκαν, νέα λοιμώδη νοσήματα άρχισαν να εξαπλώνονται (AIDS), ενώ η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά δυσχεραίνει πλέον τον έλεγχο πολλών λοιμωδών νόσων. Επιπλέον, ενώ στην αρχή η επανεμφάνιση λοιμωδών νόσων περιοριζόταν στις χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης και ιδίως στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος οι επιδημίες να εξαπλωθούν στη δυτική Ευρώπη, όπως ακριβώς εξαπλώνεται το AIDS προς τα ανατολικά.

Ειδικότερα, παρατηρείται επανεμφάνιση της διφθερίτιδας, των επιδημιών χολέρας, ελονοσίας, αύξηση των κρουσμάτων από οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις στις ηλικίες κάτω των 5 ετών, ενώ τα οξέα διαρροϊκά νοσήματα και οι επιδημίες γρίπης με εκατομμύρια κρούσματα προκαλούν χιλιάδες θανάτους ετησίως σε όλη την Ευρώπη. Η επίπτωση της φυματίωσης, η οποία αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου στον κόσμο από ιάσιμη λοιμώδη νόσο, έχει αυξηθεί τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική Ευρώπη, κυρίως σε πληθυσμούς μεταναστών (περίπου 9 εκατομμύρια άνθρωποι νοσούν από φυματίωση, ενώ ο αριθμός των θανάτων ανέρχεται στα 2 εκατομμύρια ετησίως). Στην Ελλάδα η φυματίωση είναι υποχρεωτικώς δηλούμενο νόσημα, δηλώνονται περί τις 10 νέες περιπτώσεις ανά 100.000 πληθυσμού το χρόνο, σχεδόν οι μισές από αυτές που παρουσιάζονται, και ο αντιφυματικός εμβολιασμός καθιερώθηκε ως υποχρεωτικός με νόμο του 1960. Στη χώρα μας υπάρχει αναστολή της πτωτικής πορείας της νόσου, που αποδίδεται από τους ειδικούς, κατά κύριο λόγο, στην αθρόα είσοδο στη χώρα μας μεταναστών, λαθρομεταναστών και προσφύγων από χώρες με υψηλή επίπτωση φυματίωσης. Σε διεθνές επίπεδο καταβάλλονται προσπάθειες για την αντιμετώπιση της νόσου (ΠΟΥ, περιορισμός στο μισό των θανάτων από φυματίωση έως το 2015 και εκρίζωση της νόσου μέχρι το 2050), η εξάπλωση της οποίας ευνοείται από την ύπαρξη στελεχών ανθεκτικών στα φάρμακα, καθώς και από την HIV λοίμωξη, που εξασθενεί την άμυνα του οργανισμού.

Διαφορές με άλλες χώρες

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη μεταπολεμική περίοδο η Ελλάδα, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξακολουθούσε να παρουσιάζει σχετικά υψηλή θνησιμότητα, η οποία οφειλόταν κυρίως στη σχετικά μεγάλη βρεφική, νηπιακή και σε κάποιο βαθμό παιδική θνησιμότητα, ενώ η θνη-

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/81.gif&w=600&h=915

θνησιμότητα των ενηλίκων ήταν χαμηλή. Στα στοιχεία για την αναμενόμενη ζωή κατά τη γέννηση και στην ηλικία των 35 και 55 ετών αντανακλάται η ίδια κατάσταση. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρατηρείται επιδείνωση της θέσης μας σε σύγκριση με άλλες χώρες σε σχέση με κάποιες νόσους ή ηλικιακές ομάδες, όπως, π.χ., τους θανάτους ατόμων 5-24 ετών, που πιθανόν αντιπροσωπεύει τη μεγάλη επίπτωση των ατυχημάτων που πλήττει αυτές τις ηλικίες (Πίνακας 4.9).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.9

Προτυπωμένοι δείκτες θνησιμότητας ανά 100.000 του αντίστοιχου πληθυσμού κατά αιτίες θανάτου, 2002

Κατηγορίες νόσων Γυναίκες Άνδρες

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.9

Προτυπωμένοι δείκτες θνησιμότητας ανά 100.000 του αντίστοιχου πληθυσμού κατά αιτίες θανάτου, 2002

Κατηγορίες νόσων Γυναίκες Άνδρες

Ελλάδα

ΟΟΣΑ

Ελλάδα

ΟΟΣΑ

Ισχαιμικές παθήσεις

της καρδιάς

53,2

77,5

113,5

150,8

Εγκεφαλικά

108,1

59,9

106,3

75,5

Καρκίνος

110,0

134,0

206,0

233,0

Εξωτερικές αιτίες θανάτου

Τροχαία ατυχήματα

6,7

5,9

23,8

17,8

Πτώσεις

2,0

5,1

5,3

9,1

Αυτοκτονίες

0,9

5,6

4,0

19,6

Ανθρωποκτονίες

0,3

1,0

1,0

2,0

Πηγή: OECD, Health at a Glance, 2005 Edition. Ειδικότερα σε σχέση με τις συχνότερες αιτίες θανάτου: Καρδιαγγειακές παθήσεις

Οι καρδιαγγειακές παθήσεις ευθύνονται κατά μέσο όρο για το 38% των θανάτων στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ οι ισχαιμικές παθήσεις της καρδιάς και τα εγκεφαλικά για πάνω από το 50% των θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις. Οι ισχαιμικές παθήσεις της καρδιάς ευθύνονται για το 17% των θανάτων, η θνησιμότητά τους όμως παρουσιάζεται μειωμένη σε σχέση με το 1980, κυρίως λόγω μείωσης του καπνίσματος και, επομένως, μείωσης της επίπτωσης και βελτίωσης των θεραπευτικών μεθόδων. Παρατηρούνται σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων και πολύ υψηλότεροι δείκτες θνησιμότητας στους άνδρες και στις αστικές περιοχές. Η χαμηλή επίπτωση της νόσου αυτής στη χώρα μας έχει προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον και είναι ίσως η κυριότερη αιτία για τη μεγαλύτερη αναμενόμενη επιβίωση. Τα εγκεφαλικά ευθύνονται για το 10% των θανάτων, αντίστοιχα, ενώ η θνησι-

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/82.gif&w=600&h=915

θνησιμότητά τους παρουσιάζεται μειωμένη σε σχέση με το 1980 (κυρίως λόγω μείωσης επικίνδυνων συνηθειών, όπως το κάπνισμα ή η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά και ελέγχου της υπέρτασης, της χοληστερίνης και του πάχους). Η επίπτωση της νόσου στη χώρα μας είναι υψηλή.

Καρκίνος

Ο καρκίνος ευθύνεται για το 27% των θανάτων κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με χαμηλούς δείκτες τόσο για τους άνδρες (206 έναντι 233) όσο και για τις γυναίκες (110 έναντι 134). Ευνοϊκή είναι η θέση της χώρας μας για τον καρκίνο του στήθους και τον καρκίνο του προστάτη, που είναι οι πιο συνηθισμένες αιτίες για γυναίκες και άνδρες, αντίστοιχα, και δυσμενής για τον καρκίνο του πνεύμονα.

Άλλα χρόνια νοσήματα

Καθώς ο πληθυσμός της Ευρώπης γερνάει, χρόνια νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, οι χρόνιες αναπνευστικές νόσοι, η οστεοπόρωση και άλλα εκφυλιστικά μυοσκελετικά νοσήματα, παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, γεγονός που παρατηρείται και στη χώρα μας.

Εξωτερικές αιτίες θανάτου

Στις χώρες του ΟΟΣΑ το 4-10% των θανάτων οφείλεται σε εξωτερικές αιτίες (τροχαία, πτώσεις, αυτοκτονίες, ανθρωποκτονίες). Τα τροχαία ατυχήματα ευθύνονται για το θάνατο πάνω από 120.000 ατόμων στις χώρες αυτές, οι θάνατοι των ανδρών είναι περισσότεροι σχεδόν σε όλες τις χώρες και η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με υψηλούς δείκτες θνησιμότητας. Σημειώνεται ότι η βελτίωση των μέτρων ασφαλείας στους δρόμους έχει μειώσει τους θανάτους αυτούς κατά μέσο όρο στο μισό στον ΟΟΣΑ σε σχέση με το 1970. Οι θάνατοι από πτώσεις αφορούν κυρίως στις νεαρές ηλικίες και στους ηλικιωμένους. Η θνησιμότητα στην Ελλάδα από πτώσεις, αυτοκτονίες και ανθρωποκτονίες είναι χαμηλή σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ και ειδικότερα σε σχέση με τις αυτοκτονίες η χώρα μας κατατάσσεται στην τελευταία θέση (αυτοκτονούν 5,2 άνδρες και 1 γυναίκα στα 1.000 άτομα έναντι σε 18,3 άνδρες και 5,8 γυναίκες στην Ε.Ε.).

Τροχαία ατυχήματα

Αποτελούν σε όλο τον κόσμο την πρώτη αιτία θανάτου των νέων 15-24 ετών και ευθύνονται για το 30% των θανάτων. Στην Ευρώπη οι νεκροί ανέρχονται σε 70.000 και οι τραυματίες σε 2.000.000 κάθε χρόνο, ενώ στην Ελλάδα σε 2.000 και 30.000, αντίστοιχα. Στη χώρα μας ο δείκτης οδικής θνησιμότητας αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, σε 20,1 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, και η Ελλάδα, μαζί με την Πορτογαλία και την

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/83.gif&w=600&h=915

Ισπανία, παρουσιάζει αυξανόμενους δείκτες οδικής θνησιμότητας μεταξύ των χωρών της Ευρώπης. Η επίπτωση των τροχαίων είναι μεγαλύτερη σε νέα άτομα, με ανοδική τάση των δεικτών στα άτομα αυτά από χρόνο σε χρόνο, ιδιαίτερα στην κατηγορία μοτοσικλετών-μοτοποδηλάτων. Για τους Ευρωπαίους άνδρες ο κίνδυνος να πεθάνουν από τροχαία είναι τρεις φορές μεγαλύτερος από τις γυναίκες.

Οι νοσηλευόμενοι εξαιτίας τροχαίων ατυχημάτων καταλαμβάνουν στα νοσοκομεία της χώρας μας το 36% των κρεβατιών. Οι τραυματίες επιβάτες και οδηγοί αυτοκινήτων αντιπροσωπεύουν το 24% των τροχαίων τραυματισμών, με μέση ηλικία ανδρών τα 31 χρόνια. Οι τραυματισμοί των μοτοσικλετιστών αντιπροσωπεύουν το 44% των τροχαίων, με μέση ηλικία, 26 χρόνια και αναλογία ανδρών-γυναικών 15:1. Αντίστοιχα, οι τραυματισμοί των πεζών αναλογούν στο 21% των νοσηλευομένων, σε σχέση 1:3 παρασυρόμενοι από μοτοσικλέτα και αυτοκίνητο, αντίστοιχα, και με μέση ηλικία τα 52 χρόνια.

Οι επιπτώσεις των τροχαίων ατυχημάτων είναι μεγάλες στο έμψυχο υλικό και στην οικονομία του τόπου. Σε 200 δισεκατομμύρια δραχμές υπολογίζεται σήμερα το ετήσιο κόστος των τροχαίων ατυχημάτων στην Ελλάδα. Από αυτά, τα 90 δισεκατομμύρια δαπανώνται από το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία για τη νοσηλεία των τραυματιών, ενώ τα υπόλοιπα αφορούν σε υλικές ζημιές, διοικητικά έξοδα (δίκες, κίνηση τροχαίας, συντάξεις αναπηρίας) και απώλεια παραγωγής.

Άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία

Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΣΥΕ για τα άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία13, το 18,2% του πληθυσμού της χώρας αντιμετωπίζει κάποιο σχετικό πρόβλημα, τα προβλήματα αυξάνουν σημαντικά με την αύξηση της ηλικίας και το 63% είναι πάνω από 65 ετών. Ωστόσο, 1,1% των παιδιών έως 14 ετών (1,5% αγόρια, 0,7% κορίτσια) και 1,8% των νέων 15-24 ετών (2,0% άνδρες, 1,6% γυναίκες) δηλώνουν πρόβλημα υγείας ή αναπηρία.

Μέση ηλικία κατά το θάνατο

Η μέση ηλικία κατά το θάνατο παρουσιάζει συνεχή αύξηση τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Έτσι, για τους άνδρες η μέση ηλικία αυξήθηκε από 34,2 έτη το 1926 και 39,2 έτη το 1938 σε 58,3 έτη το 1959 και 73,1 έτη το 2004 (Πίνακας 4.10). Αντίστοιχα, για τις γυναίκες από 34,5 έτη το 1926 και 40,3 έτη το 1938 σε 62,6 έτη το 1959 και 79,3 έτη το 2004.

13. ΕΣΥΕ, Έρευνα για τα άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία, 2002.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/84.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.10 Μέση ηλικία κατά το θάνατο, 1926-1928,1936-1938, 1959,1961,1971,1981,1991,1997,2004

Έτη

Άνδρες

Γυναίκες

1926

34,2

34,5

1927

33,0

33,3

1928

35,0

35,2

1936

35,6

36,3

1937

36,5

37,9

1938

39,2

40,3

1959

58,3

62,6

1961

59,5

64,4

1971

65,4

70,2

1981

68,4

73,4

1991

71,3

77,0

1997

72,0

77,9

2004

73,1

79,3

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

4.3 Προσδόκιμο ζωής

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ελλάδας στη διάρκεια του 20ού αιώνα είναι η εντυπωσιακή αύξηση της προσδοκώμενης ζωής (αριθμός των ετών που ελπίζεται να ζήσουν κατά μέσο όρο άτομα ορισμένης ηλικίας), η οποία αντανακλά το επίπεδο θνησιμότητας, δηλαδή όσο υψηλότερη είναι η θνησιμότητα, τόσο μικρότερη είναι η προσδοκώμενη ζωή. Γενικά, στις χώρες της δυτικής Ευρώπης παρατηρείται συνεχής αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Ιδιαίτερη σημασία για τη βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού έχει, βεβαίως, η αύξηση των χρόνων υγιούς ζωής, δηλαδή του προσδόκιμου επιβίωσης χωρίς αναπηρία ή χρόνια νόσο, του «προσδόκιμου υγείας». Οι σχετικοί δείκτες είναι ενθαρρυντικοί και με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, αν και ελλιπή, φαίνεται ότι τα χρόνια που κερδήθηκαν με την επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβίωσης στη γέννηση είναι ως επί το πλείστον απαλλαγμένα από σοβαρή νόσο ή αναπηρία, γεγονός που καταδεικνύει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων πρόληψης και περίθαλψης.

Στην Ελλάδα η προσδοκώμενη ζωή παρουσίασε συνεχή αύξηση (σχεδόν 40 έτη) σε όλη τη διάρκεια του αιώνα και από 36,7 έτη το 1879 ανήλθε

Σελ. 84
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 65
    

    ΠΙΝΑΚΑΣ 4.4 Μέση ηλικία γαμπρού, νύφης και μητέρας, 1926-2001

    Μέση ηλικία

    Γαμπρού

    Νύφης

    Μητέρας

    1926

    28,5

    23,5

    -

    1927

    28,3

    23,4

    -

    1928

    28,1

    23,3

    -

    1936

    28,1

    23,8

    29,3

    1937

    28,4

    23,9

    29,5

    1938

    28,6

    24,0

    29,5

    1956

    28,6

    24,5

    28,0

    1960

    28,8

    24,6

    28,2

    1965

    29,0

    24,1

    28,0

    1970

    28,4

    23,1

    26,8

    1975

    28,0

    22,8

    26,0

    1980

    27,6

    22,6

    25,1

    1985

    27,9

    23,2

    25,5

    1990

    28,6

    24,2

    26,9

    1995

    29,4

    25,9

    27,8

    1997

    30,1

    26,6

    28,3

    2001

    -

    27,0

    -

    Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

    Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα.

    4.2 Θνησιμότητα του συνόλου του πληθυσμού

    4.2.1 Εξελίξεις στη θνησιμότητα

    Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η Ελλάδα, όπως και η Ε.Ε. ως σύνολο, παρουσιάζει σημαντική μείωση της θνησιμότητας και σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση. Η βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών καθώς και των νέων μεθόδων προληπτικής και θεραπευτικής ιατρικής συνέβαλαν σημαντικά στην κατεύθυνση αυτή.

    Ο αδρός δείκτης θνησιμότητας (θάνατοι ανά 1.000 κατοίκους) από 13,6%ο-15,8%ο το 1921 αυξήθηκε σε 17,7%ο το 1931 και μειώθηκε σε 12,8% το 1940. Γενικά, προπολεμικά ο δείκτης κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα, πάνω από 13%ο και σε κάποιες περιπτώσεις πάνω από 18%ο (1929,1932), ενώ κατά τη μεταπολεμική περίοδο ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 περίπου από 7,5%ο παρουσίασε μικρή αλλά σταθερή ανοδική πορεία και έφθασε το 8,9% το 1981, το 9,3% το 1991 και το 9,4% το 2001. Οι διαχρο-