Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 77-96 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/77.gif&w=600&h=915

θνησιμότητας που διαμορφώθηκε είναι αντίστοιχο των χωρών του ΟΟΣΑ, όπου οι κυριότερες αιτίες θανάτου είναι οι καρδιαγγειακές παθήσεις (έμφραγμα, εμβολή), ο καρκίνος, τα νοσήματα του αναπνευστικού (άσθμα, εμφύσημα, βροχίτις) και οι εξωτερικές αιτίες θανάτου (οδικά ατυχήματα, πτώσεις, αυτοκτονίες, ανθρωποκτονίες).

Βέβαια, η χώρα μας έχει τους λιγότερους θανάτους λόγω νόσων του αναπνευστικού στους άνδρες από όλες τις χώρες της Ευρώπης και λόγω αυτοκτονιών τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Ευνοϊκή είναι η θέση της Ελλάδας όσον αφορά στους θανάτους λόγω κακοήθων νεοπλασιών (δεύτερη καλύτερη θέση μετά τους Πορτογάλους στους άνδρες, πρώτη καλύτερη θέση στις γυναίκες). Παρ' όλα αυτά, οι διαχρονικές τάσεις όλων των κακοήθων νεοπλασιών είναι αυξητικές στη χώρα μας με εξαίρεση τον καρκίνο στομάχου και τον καρκίνο της μήτρας1'.

423 Διαπιστώσεις

Σε σχέση με τη θνησιμότητα του συνολικού πληθυσμού παρατηρούνται: Διαφορές μεταξύ των φύλων

Η θνησιμότητα στους άνδρες είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στις γυναίκες κυρίως στον αστικό πληθυσμό (Διάγραμμα 4.6). Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλες τις χώρες του κόσμου και είναι περισσότερο έκδηλο στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες.

Διαφορές μεταξύ περιοχών

Η θνησιμότητα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα και το ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας (αν και τα ποσοστά δεν είναι συγκρίσιμα λόγω διαφορετικής σύνθεσης του πληθυσμού) βαίνει αυξανόμενο από τις αστικές προς τις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Οι παρατηρούμενες διαφορές στη θνησιμότητα κατά περιοχές φαίνεται ότι σχετίζονται με τις διαφορές στο μορφωτικό επίπεδο, την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη και με το εισόδημα. Σημειώνεται ότι η ποσοστιαία αναλογία αγραμμάτων βαίνει αυξανόμενη από τις αστικές προς τις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές, η νοσοκομειακή και ιατρική περίθαλψη βαίνει μειούμενη, ενώ το εισόδημα είναι χαμηλότερο στη γεωργία, υψηλότερο στη βιομηχανία και ακόμα υψηλότερο στις υπηρεσίες12.

11. OECD, Health ata Glance, OECD Indicators 2005.

12. Γ. Σιάμπος, «Ένας αιώνας μεγάλων δημογραφικών μεταβολών στην Ελλάδα», Πληθυσμός και Ανάπτυξη στην Ελλάδα, Ελληνική Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών, Πανελλαδικό Δημογραφικό Συνέδριο 1998, Αθήνα 2003.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/78.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4.6 Ειδική κατά φύλο θνησιμότητα, 1952-1997

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική της Φυσικής Κινήσεως του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Η προτυποποιημένη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες για όλες τις ηλικίες μαζί είναι λίγο μεγαλύτερη στον αστικό παρά στον αγροτικό πληθυσμό, παρόλο που στις νεαρές ηλικίες η θνησιμότητα είναι μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές. Αυτό σημαίνει ότι η ιατρική περίθαλψη, που είναι οπωσδήποτε καλύτερη στις αστικές περιοχές, δεν μπορεί να εξουδετερώσει την αυξημένη επίπτωση (συχνότητα της νόσου στον πληθυσμό) που έχουν στον αστικό πληθυσμό αρκετά σοβαρά νοσήματα, τα οποία είναι συνέπεια του περιβάλλοντος των πόλεων και του τρόπου διαβίωσης σ' αυτές. Συγκρίνοντας την ειδική θνησιμότητα κατά ηλικίες ανάμεσα στις αστικές και αγροτικές περιοχές, φαίνεται ότι τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες η άκαιρη θνησιμότητα (θνησιμότητα των νεαρών ηλικιών) είναι μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές σε σχέση με τις αστικές, ενώ, αντίθετα, μετά το 45ο έτος η θνησιμότητα είναι μεγαλύτερη στις αστικές περιοχές. Η θνησιμότητα των ημιαστικών περιοχών παίρνει γενικά ενδιάμεση θέση.

Διαφορές μεταξύ των ομάδων ηλικιών — Παιδική θνησιμότητα

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΠΟΥ, οι αιτίες θανάτου ποικίλλουν στις διάφορες ηλικιακές ομάδες. Στις νεαρές ηλικίες το συνηθέστερο αίτιο θανάτου είναι τα ατυχήματα, ενώ ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα προκαλούν τους περισσότερους θανάτους στις μεγάλες ηλικίες.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/79.gif&w=600&h=915

Στην Ε.Ε.-25 το 27% των θανάτων μεταξύ των νέων (κάτω των 20 ετών) οφείλεται σε εξωτερικές αιτίες και οι μισοί από αυτούς σε τροχαία ατυχήματα, όπου σκοτώνονται 2,5 φορές περισσότεροι άνδρες από γυναίκες (στοιχεία Eurostat, μέσος τριετίας 2001-2003). Η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με υψηλά ποσοστά θανάτων από αυτή την αιτία, 13,8 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους για τους νέους 0-19 ετών έναντι 9,1 στην Ε.Ε.-25 και αντίστοιχα στις νέες γυναίκες 5 έναντι 3,8. Οι εξωτερικές αιτίες ευθύνονται για το θάνατο του 38% των ατόμων ηλικίας 20-44 ετών, με τις αυτοκτονίες να παρουσιάζουν ποσοστά περίπου ίδια με τα τροχαία - η Ελλάδα, όμως, μαζί με την Πορτογαλία παρουσιάζουν τα μικρότερα ποσοστά και στα δύο φύλα σε σχέση με τις αυτοκτονίες. Ο καρκίνος ευθύνεται για το θάνατο του 41% των ατόμων ηλικίας 45-64 ετών. Ο καρκίνος του αναπνευστικού συστήματος, ο πιο συχνός για τους άνδρες, ευθύνεται για το θάνατο 106 ατόμων ανά 100.000 αυτής της ηλικίας στην Ε .Ε .-25 και στη χώρα μας 116, ενώ ο καρκίνος του στήθους, ο πιο συχνός για τις γυναίκες, ευθύνεται για το θάνατο 48 γυναικών ανά 100.000 αυτής της ηλικίας στην Ε.Ε.-25 και στη χώρα μας 38. Οι ασθένειες του κυκλοφορικού είναι η πιο συνηθισμένη αιτία θανάτου των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών (42% των θανάτων). Στην Ελλάδα 589 άνδρες αυτής της ηλικίας ανά 100.000 άτομα πεθαίνουν (έναντι 788 στην Ε.Ε.-25) και 316 γυναίκες (έναντι 450).

Τα μεταπολεμικά χρόνια σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος στην προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, η οποία αντανακλάται στη σημαντική μείωση της μητρικής, βρεφικής και νηπιακής θνησιμότητας, στην καταπολέμηση ορισμένων λοιμωδών νοσημάτων, όπως η πολιομυελίτιδα, η διφθερίτιδα κ.λπ., και στην εντυπωσιακή αύξηση των σωματομετρικών δεικτών. Η σχετικά μεγάλη θνησιμότητα της Ελλάδας στις μικρές ηλικίες τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό στα λοιμώδη νοσήματα και αντανακλούσε την καθυστέρηση που υπήρχε ακόμα σε ορισμένες ομάδες του πληθυσμού της χώρας μας στην υγιεινή της διατροφής, στην υγειονολογική συνείδηση και γενικότερα στην οικονομική και πολιτισμική στάθμη. Όμως, και σήμερα, παρά τη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας, η θέση της χώρας μας σε σχέση με τις άλλες χώρες δεν θεωρείται ικανοποιητική. Φαίνεται να υπάρχει ανάγκη για καλύτερες υ7τηρεσίες προστασίας της μητρότητας και πρόληψης, σε ειδικές υπηρεσίες και εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό. (Στο επόμενο κεφάλαιο θα γίνει λεπτομερής ανάλυση των αιτιών θανάτου των παιδικών και νεανικών ηλικιών και οι σχετικές συγκρίσεις με τις άλλες ομάδες του πληθυσμού).

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/80.gif&w=600&h=915

Λοιμώδη νοσήματα

Ενώ κατά τη μεταπολεμική περίοδο παρουσιάζεται πολύ σημαντική μείωση των λοιμωδών νοσημάτων, από τη δεκαετία του 1990 λοιμώδη νοσήματα άγνωστα στη δυτική Ευρώπη για πολλά χρόνια επανεμφανίστηκαν, νέα λοιμώδη νοσήματα άρχισαν να εξαπλώνονται (AIDS), ενώ η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά δυσχεραίνει πλέον τον έλεγχο πολλών λοιμωδών νόσων. Επιπλέον, ενώ στην αρχή η επανεμφάνιση λοιμωδών νόσων περιοριζόταν στις χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης και ιδίως στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος οι επιδημίες να εξαπλωθούν στη δυτική Ευρώπη, όπως ακριβώς εξαπλώνεται το AIDS προς τα ανατολικά.

Ειδικότερα, παρατηρείται επανεμφάνιση της διφθερίτιδας, των επιδημιών χολέρας, ελονοσίας, αύξηση των κρουσμάτων από οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις στις ηλικίες κάτω των 5 ετών, ενώ τα οξέα διαρροϊκά νοσήματα και οι επιδημίες γρίπης με εκατομμύρια κρούσματα προκαλούν χιλιάδες θανάτους ετησίως σε όλη την Ευρώπη. Η επίπτωση της φυματίωσης, η οποία αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου στον κόσμο από ιάσιμη λοιμώδη νόσο, έχει αυξηθεί τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική Ευρώπη, κυρίως σε πληθυσμούς μεταναστών (περίπου 9 εκατομμύρια άνθρωποι νοσούν από φυματίωση, ενώ ο αριθμός των θανάτων ανέρχεται στα 2 εκατομμύρια ετησίως). Στην Ελλάδα η φυματίωση είναι υποχρεωτικώς δηλούμενο νόσημα, δηλώνονται περί τις 10 νέες περιπτώσεις ανά 100.000 πληθυσμού το χρόνο, σχεδόν οι μισές από αυτές που παρουσιάζονται, και ο αντιφυματικός εμβολιασμός καθιερώθηκε ως υποχρεωτικός με νόμο του 1960. Στη χώρα μας υπάρχει αναστολή της πτωτικής πορείας της νόσου, που αποδίδεται από τους ειδικούς, κατά κύριο λόγο, στην αθρόα είσοδο στη χώρα μας μεταναστών, λαθρομεταναστών και προσφύγων από χώρες με υψηλή επίπτωση φυματίωσης. Σε διεθνές επίπεδο καταβάλλονται προσπάθειες για την αντιμετώπιση της νόσου (ΠΟΥ, περιορισμός στο μισό των θανάτων από φυματίωση έως το 2015 και εκρίζωση της νόσου μέχρι το 2050), η εξάπλωση της οποίας ευνοείται από την ύπαρξη στελεχών ανθεκτικών στα φάρμακα, καθώς και από την HIV λοίμωξη, που εξασθενεί την άμυνα του οργανισμού.

Διαφορές με άλλες χώρες

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη μεταπολεμική περίοδο η Ελλάδα, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξακολουθούσε να παρουσιάζει σχετικά υψηλή θνησιμότητα, η οποία οφειλόταν κυρίως στη σχετικά μεγάλη βρεφική, νηπιακή και σε κάποιο βαθμό παιδική θνησιμότητα, ενώ η θνη-

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/81.gif&w=600&h=915

θνησιμότητα των ενηλίκων ήταν χαμηλή. Στα στοιχεία για την αναμενόμενη ζωή κατά τη γέννηση και στην ηλικία των 35 και 55 ετών αντανακλάται η ίδια κατάσταση. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρατηρείται επιδείνωση της θέσης μας σε σύγκριση με άλλες χώρες σε σχέση με κάποιες νόσους ή ηλικιακές ομάδες, όπως, π.χ., τους θανάτους ατόμων 5-24 ετών, που πιθανόν αντιπροσωπεύει τη μεγάλη επίπτωση των ατυχημάτων που πλήττει αυτές τις ηλικίες (Πίνακας 4.9).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.9

Προτυπωμένοι δείκτες θνησιμότητας ανά 100.000 του αντίστοιχου πληθυσμού κατά αιτίες θανάτου, 2002

Κατηγορίες νόσων Γυναίκες Άνδρες

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.9

Προτυπωμένοι δείκτες θνησιμότητας ανά 100.000 του αντίστοιχου πληθυσμού κατά αιτίες θανάτου, 2002

Κατηγορίες νόσων Γυναίκες Άνδρες

Ελλάδα

ΟΟΣΑ

Ελλάδα

ΟΟΣΑ

Ισχαιμικές παθήσεις

της καρδιάς

53,2

77,5

113,5

150,8

Εγκεφαλικά

108,1

59,9

106,3

75,5

Καρκίνος

110,0

134,0

206,0

233,0

Εξωτερικές αιτίες θανάτου

Τροχαία ατυχήματα

6,7

5,9

23,8

17,8

Πτώσεις

2,0

5,1

5,3

9,1

Αυτοκτονίες

0,9

5,6

4,0

19,6

Ανθρωποκτονίες

0,3

1,0

1,0

2,0

Πηγή: OECD, Health at a Glance, 2005 Edition. Ειδικότερα σε σχέση με τις συχνότερες αιτίες θανάτου: Καρδιαγγειακές παθήσεις

Οι καρδιαγγειακές παθήσεις ευθύνονται κατά μέσο όρο για το 38% των θανάτων στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ οι ισχαιμικές παθήσεις της καρδιάς και τα εγκεφαλικά για πάνω από το 50% των θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις. Οι ισχαιμικές παθήσεις της καρδιάς ευθύνονται για το 17% των θανάτων, η θνησιμότητά τους όμως παρουσιάζεται μειωμένη σε σχέση με το 1980, κυρίως λόγω μείωσης του καπνίσματος και, επομένως, μείωσης της επίπτωσης και βελτίωσης των θεραπευτικών μεθόδων. Παρατηρούνται σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων και πολύ υψηλότεροι δείκτες θνησιμότητας στους άνδρες και στις αστικές περιοχές. Η χαμηλή επίπτωση της νόσου αυτής στη χώρα μας έχει προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον και είναι ίσως η κυριότερη αιτία για τη μεγαλύτερη αναμενόμενη επιβίωση. Τα εγκεφαλικά ευθύνονται για το 10% των θανάτων, αντίστοιχα, ενώ η θνησι-

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/82.gif&w=600&h=915

θνησιμότητά τους παρουσιάζεται μειωμένη σε σχέση με το 1980 (κυρίως λόγω μείωσης επικίνδυνων συνηθειών, όπως το κάπνισμα ή η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά και ελέγχου της υπέρτασης, της χοληστερίνης και του πάχους). Η επίπτωση της νόσου στη χώρα μας είναι υψηλή.

Καρκίνος

Ο καρκίνος ευθύνεται για το 27% των θανάτων κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με χαμηλούς δείκτες τόσο για τους άνδρες (206 έναντι 233) όσο και για τις γυναίκες (110 έναντι 134). Ευνοϊκή είναι η θέση της χώρας μας για τον καρκίνο του στήθους και τον καρκίνο του προστάτη, που είναι οι πιο συνηθισμένες αιτίες για γυναίκες και άνδρες, αντίστοιχα, και δυσμενής για τον καρκίνο του πνεύμονα.

Άλλα χρόνια νοσήματα

Καθώς ο πληθυσμός της Ευρώπης γερνάει, χρόνια νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, οι χρόνιες αναπνευστικές νόσοι, η οστεοπόρωση και άλλα εκφυλιστικά μυοσκελετικά νοσήματα, παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, γεγονός που παρατηρείται και στη χώρα μας.

Εξωτερικές αιτίες θανάτου

Στις χώρες του ΟΟΣΑ το 4-10% των θανάτων οφείλεται σε εξωτερικές αιτίες (τροχαία, πτώσεις, αυτοκτονίες, ανθρωποκτονίες). Τα τροχαία ατυχήματα ευθύνονται για το θάνατο πάνω από 120.000 ατόμων στις χώρες αυτές, οι θάνατοι των ανδρών είναι περισσότεροι σχεδόν σε όλες τις χώρες και η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με υψηλούς δείκτες θνησιμότητας. Σημειώνεται ότι η βελτίωση των μέτρων ασφαλείας στους δρόμους έχει μειώσει τους θανάτους αυτούς κατά μέσο όρο στο μισό στον ΟΟΣΑ σε σχέση με το 1970. Οι θάνατοι από πτώσεις αφορούν κυρίως στις νεαρές ηλικίες και στους ηλικιωμένους. Η θνησιμότητα στην Ελλάδα από πτώσεις, αυτοκτονίες και ανθρωποκτονίες είναι χαμηλή σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ και ειδικότερα σε σχέση με τις αυτοκτονίες η χώρα μας κατατάσσεται στην τελευταία θέση (αυτοκτονούν 5,2 άνδρες και 1 γυναίκα στα 1.000 άτομα έναντι σε 18,3 άνδρες και 5,8 γυναίκες στην Ε.Ε.).

Τροχαία ατυχήματα

Αποτελούν σε όλο τον κόσμο την πρώτη αιτία θανάτου των νέων 15-24 ετών και ευθύνονται για το 30% των θανάτων. Στην Ευρώπη οι νεκροί ανέρχονται σε 70.000 και οι τραυματίες σε 2.000.000 κάθε χρόνο, ενώ στην Ελλάδα σε 2.000 και 30.000, αντίστοιχα. Στη χώρα μας ο δείκτης οδικής θνησιμότητας αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, σε 20,1 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, και η Ελλάδα, μαζί με την Πορτογαλία και την

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/83.gif&w=600&h=915

Ισπανία, παρουσιάζει αυξανόμενους δείκτες οδικής θνησιμότητας μεταξύ των χωρών της Ευρώπης. Η επίπτωση των τροχαίων είναι μεγαλύτερη σε νέα άτομα, με ανοδική τάση των δεικτών στα άτομα αυτά από χρόνο σε χρόνο, ιδιαίτερα στην κατηγορία μοτοσικλετών-μοτοποδηλάτων. Για τους Ευρωπαίους άνδρες ο κίνδυνος να πεθάνουν από τροχαία είναι τρεις φορές μεγαλύτερος από τις γυναίκες.

Οι νοσηλευόμενοι εξαιτίας τροχαίων ατυχημάτων καταλαμβάνουν στα νοσοκομεία της χώρας μας το 36% των κρεβατιών. Οι τραυματίες επιβάτες και οδηγοί αυτοκινήτων αντιπροσωπεύουν το 24% των τροχαίων τραυματισμών, με μέση ηλικία ανδρών τα 31 χρόνια. Οι τραυματισμοί των μοτοσικλετιστών αντιπροσωπεύουν το 44% των τροχαίων, με μέση ηλικία, 26 χρόνια και αναλογία ανδρών-γυναικών 15:1. Αντίστοιχα, οι τραυματισμοί των πεζών αναλογούν στο 21% των νοσηλευομένων, σε σχέση 1:3 παρασυρόμενοι από μοτοσικλέτα και αυτοκίνητο, αντίστοιχα, και με μέση ηλικία τα 52 χρόνια.

Οι επιπτώσεις των τροχαίων ατυχημάτων είναι μεγάλες στο έμψυχο υλικό και στην οικονομία του τόπου. Σε 200 δισεκατομμύρια δραχμές υπολογίζεται σήμερα το ετήσιο κόστος των τροχαίων ατυχημάτων στην Ελλάδα. Από αυτά, τα 90 δισεκατομμύρια δαπανώνται από το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία για τη νοσηλεία των τραυματιών, ενώ τα υπόλοιπα αφορούν σε υλικές ζημιές, διοικητικά έξοδα (δίκες, κίνηση τροχαίας, συντάξεις αναπηρίας) και απώλεια παραγωγής.

Άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία

Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΣΥΕ για τα άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία13, το 18,2% του πληθυσμού της χώρας αντιμετωπίζει κάποιο σχετικό πρόβλημα, τα προβλήματα αυξάνουν σημαντικά με την αύξηση της ηλικίας και το 63% είναι πάνω από 65 ετών. Ωστόσο, 1,1% των παιδιών έως 14 ετών (1,5% αγόρια, 0,7% κορίτσια) και 1,8% των νέων 15-24 ετών (2,0% άνδρες, 1,6% γυναίκες) δηλώνουν πρόβλημα υγείας ή αναπηρία.

Μέση ηλικία κατά το θάνατο

Η μέση ηλικία κατά το θάνατο παρουσιάζει συνεχή αύξηση τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Έτσι, για τους άνδρες η μέση ηλικία αυξήθηκε από 34,2 έτη το 1926 και 39,2 έτη το 1938 σε 58,3 έτη το 1959 και 73,1 έτη το 2004 (Πίνακας 4.10). Αντίστοιχα, για τις γυναίκες από 34,5 έτη το 1926 και 40,3 έτη το 1938 σε 62,6 έτη το 1959 και 79,3 έτη το 2004.

13. ΕΣΥΕ, Έρευνα για τα άτομα με προβλήματα υγείας ή αναπηρία, 2002.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/84.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 4.10 Μέση ηλικία κατά το θάνατο, 1926-1928,1936-1938, 1959,1961,1971,1981,1991,1997,2004

Έτη

Άνδρες

Γυναίκες

1926

34,2

34,5

1927

33,0

33,3

1928

35,0

35,2

1936

35,6

36,3

1937

36,5

37,9

1938

39,2

40,3

1959

58,3

62,6

1961

59,5

64,4

1971

65,4

70,2

1981

68,4

73,4

1991

71,3

77,0

1997

72,0

77,9

2004

73,1

79,3

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

4.3 Προσδόκιμο ζωής

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ελλάδας στη διάρκεια του 20ού αιώνα είναι η εντυπωσιακή αύξηση της προσδοκώμενης ζωής (αριθμός των ετών που ελπίζεται να ζήσουν κατά μέσο όρο άτομα ορισμένης ηλικίας), η οποία αντανακλά το επίπεδο θνησιμότητας, δηλαδή όσο υψηλότερη είναι η θνησιμότητα, τόσο μικρότερη είναι η προσδοκώμενη ζωή. Γενικά, στις χώρες της δυτικής Ευρώπης παρατηρείται συνεχής αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Ιδιαίτερη σημασία για τη βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού έχει, βεβαίως, η αύξηση των χρόνων υγιούς ζωής, δηλαδή του προσδόκιμου επιβίωσης χωρίς αναπηρία ή χρόνια νόσο, του «προσδόκιμου υγείας». Οι σχετικοί δείκτες είναι ενθαρρυντικοί και με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, αν και ελλιπή, φαίνεται ότι τα χρόνια που κερδήθηκαν με την επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβίωσης στη γέννηση είναι ως επί το πλείστον απαλλαγμένα από σοβαρή νόσο ή αναπηρία, γεγονός που καταδεικνύει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων πρόληψης και περίθαλψης.

Στην Ελλάδα η προσδοκώμενη ζωή παρουσίασε συνεχή αύξηση (σχεδόν 40 έτη) σε όλη τη διάρκεια του αιώνα και από 36,7 έτη το 1879 ανήλθε

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/85.gif&w=600&h=915

στα 46,2 έτη ζωής το 1928, στα 54,4 το 1940, στα 65,0 το 1950, στα 68,9 το 1960, στα 71,9 το 1970, στα 74,3 το 1980 και στα 78,1 το 2000. Η προσδοκώμενη ζωή αυξήθηκε σημαντικά και στους άνδρες και στις γυναίκες και το 2000 διαμορφώθηκε στα 75,5 έτη για τους άνδρες και στα 80,5 έτη για τις γυναίκες, με διαφορά μεταξύ των φύλων περίπου 5 έτη.

Σε όλη την περίοδο η προσδοκώμενη ζωή ήταν υψηλότερη για τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες, με αυξανόμενη μάλιστα διαφορά μεταξύ των φύλων. Έτσι, ενώ το 1928 η προσδοκώμενη ζωή ήταν 45,0 έτη για τους άνδρες και 47,5 έτη για τις γυναίκες (διαφορά 2,5 έτη), το 1960 η προσδοκώμενη ζωή για τους άνδρες ανήλθε στα 67,3 έτη και για τις γυναίκες στα 70,4 (διαφορά 3,1 έτη) και το 1990 για τους άνδρες ανήλθε στα 74,6 έτη και για τις γυναίκες στα 79,4 (διαφορά 4,8 έτη). Η προσδοκώμενη ζωή στη χώρα μας διατηρήθηκε υψηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (77,2 έτη το 2000), όπου επίσης σημειώθηκε πολύ σημαντική αύξηση κατά την περίοδο αυτή, τόσο στους άνδρες (74,2 έτη) όσο και στις γυναίκες (80,2 έτη). Τα οφέλη στο προσδόκιμο ζωής αντικατοπτρίζουν τη μείωση στη θνησιμότητα όλων των ηλικιών συμπεριλαμβανομένης της μεγάλης μείωσης της παιδικής θνησιμότητας και τους υψηλότερους λόγους επιβίωσης στις μεγαλύτερες ηλικίες (65 και άνω).

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/86.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/87.gif&w=600&h=915

5. ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΗΛΙΚΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

5.1 Γενικά

Όπως προαναφέρθηκε στο κεφάλαιο 2, μία μέθοδος εκτίμησης της νοσηρότητας είναι με βάση τη θνησιμότητα, καθώς η θνησιμότητα αντικατοπτρίζει τη συσσωρευμένη νοσηρότητα, έχει αποδειχτεί σταθερό μέτρο και γενικά υπάρχουν διαθέσιμα και αξιόπιστα στοιχεία γι' αυτήν, εφόσον προέρχονται από ληξιαρχικές καταγραφές. Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφονται οι εξελίξεις στη θνησιμότητα και οι αιτίες θανάτου παιδιών και νέων στη διάρκεια του 20ού αιώνα και γίνονται συγκρίσεις με τις αντίστοιχες εξελίξεις στο σύνολο του πληθυσμού και τις επιμέρους κατηγορίες του παιδικού και νεανικού πληθυσμού, καθώς και τις διεθνείς εξελίξεις.

Σημειώνεται ότι στην παρούσα μελέτη, η οποία καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο, δηλαδή όλο τον 20ό αιώνα, είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν δυσκολίες για την πλήρη κάλυψη από άποψη στατιστικών στοιχείων όλης της περιόδου και, επίσης, εκφράζονται επιφυλάξεις για την πληρότητα και την ποιότητά τους κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο. Όσον αφορά στο πρώτο ήμισυ του αιώνα, μόνο η περίοδος 1921-1938 καλύπτεται σχετικά επαρκώς από άποψη στατιστικών στοιχείων που αφορούν στον παιδικό και νεανικό πληθυσμό, ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα έχει αξιοποιηθεί οποιαδήποτε σχετική πληροφόρηση από διάφορες πηγές, ώστε να καλυφθούν κενά ή ασυνέχειες, στο βαθμό που αυτό ήταν εφικτό.

5.2 Εξέλιξη της θνησιμότητας των παιδιών και των νέων

Η εξέλιξη του αριθμού των θανάτων των παιδιών και των νέων (0-24 ετών) κατά ομάδες ηλικιών την περίοδο 1921-2000 παρουσιάζεται στον Πίνακα 5.1. Τα διαθέσιμα στοιχεία για την προπολεμική περίοδο αναφέρονται στην περίοδο 1921-1938. Σημειώνεται ότι η αξιοπιστία των στοιχείων δεν είναι πάντα η επιθυμητή. Ειδικότερα, στα στοιχεία για τη βρεφική θνησιμότητα, τα οποία συγκεντρώνονται από τις αρχές του 20ού αιώνα, παρουσιάζονται ανακρίβειες, καθώς υπάρχουν προβλήματα σε διάφορα στάδια του συστήματος καταγραφής (συμπλήρωση δελτίων, θνησιγενή, αβάπτιστα, αιτίες θανάτου) και για μια σειρά ετών υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/88.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.1

Κατανομή των θανάτων παιδιών και νέων κατά κλιμάκια ηλικιών, 1921-2005

Έτη

Σύνολο

έως 1

1-4

0-4

5-9

10-14

5-14

15-19

20-24

15-24

0-24

έτους

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

Προπολεμικά

1921

76.407

8.058

12.771

20.829

3.480

2.260

5.740

2.804

3.159

5.963

32.532

1922

81.718

9.024

15.060

24.084

3.531

2.273

5.804

2.905

3.029

5.934

35.822

1923

102.042

10.433

20.965

31.398

5.077

3.339

8.416

3.923

4.376

8.299

48.113

1924

93.320

11.412

15.652

27.064

3.948

2.760

6.708

3.531

3.758

7.289

41.061

1925

88.633

14.085

15.329

29.414

3.529

2.292

5.821

3.286

3.545

6.831

42.066

1926

84.136

13.628

14.213

27.841

3.115

1.988

5.103

2.946

3.440

6.386

39.330

1927

100.020

17.745

19.062

36.807

3.567

1.794

5.361

3.130

3.591

6.721

48.889

1928

105.665

17.737

18.141

35.878

3.831

1.835

5.666

3.306

3.735

7.041

48.585

1929

115.561

20.159

20.259

40.418

4.219

1.945

6.164

3.688

3.966

7.654

54.236

1930

103.811

19.815

19.612

39.427

4.278

1.834

6.112

3.234

3.513

6.747

52.286

1931

114.369

26.661

17.023

43.684

4.438

1.812

6.250

3.196

3.803

6.999

56.933

1932

117.593

23.875

18.017

41.892

5.259

1.908

7.167

3.220

4.171

7.391

56.450

1933

111.447

23.268

15.633

38.901

4.395

1.861

6.256

2.857

3.929

6.786

51.943

1934

100.651

23.329

13.646

36.975

3.682

1.647

5.329

2.485

3.699

6.184

48.488

1935

101.416

21.708

12.686

34.394

3.273

1.631

4.904

2.350

3.685

6.035

45.333

1936

105.005

22.074

14.890

36.964

3.501

1.763

5.264

2.341

3.479

5.820

48.048

1937

105.674

22.469

13.317

35.786

3.223

1.795

5.018

2.170

3.451

5.621

46.425

1938

93.766

18.345

9.827

28.172

2.756

1.723

4.479

2.154

2.909

5.063

37.714

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/89.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.1 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.1 (συνέχεια)

Έτη

Σύνολο

έως 1

1-4

0-4

5-9

10-14

5-14

15-19

20-24

15-24

0-24

έτους

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

Μεταπολεμικά

1952

53.377

7.221

1.689

8.910

681

455

1.136

724

1.158

1.882

11.928

1956

59.460

6.128

1.389

7.517

477

362

839

573

809

1.382

9.738

1961

63.955

6.006

1.035

7.041

440

349

789

461

565

1.026

8.856

1971

73.819

3.797

523

4.320

271

236

507

412

448

860

5.687

1981

86.261

2.294

287

2.581

181

213

394

416

565

981

3.956

1991

95.498

927

102

1.029

82

131

213

432

662

1.094

2.336

2001

102.559

522

72

594

74

102

176

333

640

973

1.743

2005

105.091

409

84

493

88

90

178

259

577

836

1.507

Πηγή: Ε Σ TE, Στατιστική Επετηρίδα της Ελλάδος.

Πηγή: Ε Σ TE, Στατιστική Επετηρίδα της Ελλάδος.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/90.gif&w=600&h=915

Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 5.1 παρατηρείται διαχρονικά σημαντική μείωση του αριθμού των θανάτων των παιδιών και των νέων και από 43,4 χιλιάδες περίπου κατά μέσο όρο την περίοδο 1921-1929 και 51,9 χιλιάδες την περίοδο 1930-1935, μειώθηκαν σε 10,7 χιλιάδες την περίοδο 1952-1959 και 2,9 χιλιάδες την περίοδο 1990-1999 (Διάγραμμα 5.1). Το 2001 ο αριθμός των θανάτων των παιδιών και των νέων 0-24 ετών ανέρχεται στους 1.743 με τάσεις περαιτέρω μείωσης (1.507 άτομα το 2005).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.1

Εξέλιξη του συνολικού αριθμού των θανάτων και των θανάτων παιδιών και νέων 0-24 ετών, 1921,1926,1931,1936,1938,1952,1956,1961,1971,1981,1991,2001,2005

1921 1926 1931 1936 1938 1952 1956 1961 1971 1981 1991 2001 2005

Σύνολο_ 0-24 ετών

Η ποσοστιαία συμμετοχή των θανάτων των παιδιών και των νέων (Πίνακας 5.2) στο σύνολο των θανάτων, που κυμάνθηκε από 40,2% (1938) έως 50,4% (1930) κατά την περίοδο 1921-1938, μειώθηκε στο 22,3% το 1952 και στη συνέχεια παρουσίασε συνεχή μείωση σε 13,8% το 1961, σε 7,7% το 1971, σε 4,6% το 1981, σε 2,4% το 1991 και το 2001 διαμορφώθηκε στο 1,7%.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/91.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.2

Ποσοστιαία κατανομή θανάτων παιδιών και νέων κατά κλιμάκια ηλικιών, 1921-2005

Έτη

Σύνολο

έως 1

1-4

0-4

5-9

10-14

5-14

15-19

20-24

15-24

0-24

έτους

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

Προπολεμικά

1921

100,0

10,5

16,7

27,3

4,6

3,0

7,5

3,7

4,1

7,8

42,6

1922

100,0

11,0

18,4

29,5

4,3

2,8

7,1

3,6

3,7

7,3

43,8

1923

100,0

10,2

20,5

30,8

5,0

3,3

8,2

3,8

4,3

8,1

47,2

1924

100,0

12,2

16,8

29,0

4,2

3,0

7,2

3,8

4,0

7,8

44,0

1925

100,0

15,9

17,3

33,2

4,0

2,6

6,6

3,7

4,0

7,7

47,5

1926

100,0

16,2

16,9

33,1

3,7

2,4

6,1

3,5

4,1

7,6

46,7

1927

100,0

17,7

19,1

36,8

3,6

1,8

5,4

3,1

3,6

6,7

48,9

1928

100,0

16,8

17,2

34,0

3,6

1,7

5,4

3,1

3,5

6,7

46,0

1929

100,0

17,4

17,5

35,0

3,7

1,7

5,3

3,2

3,4

6,6

46,9

1930

100,0

19,1

18,9

38,0

4,1

1,8

5,9

3,1

3,4

6,5

50,4

1931

100,0

23,3

14,9

38,2

3,9

1,6

5,5

2,8

3,3

6,1

49,8

1932

100,0

20,3

15,3

35,6

4,5

1,6

6,1

2,7

3,5

6,3

48,0

1933

100,0

20,9

14,0

34,9

3,9

1,7

5,6

2,6

3,5

6,1

46,6

1934

100,0

23,2

13,6

36,7

3,7

1,6

5,3

2,5

3,7

6,1

48,2

1935

100,0

21,4

12,5

33,9

3,2

1,6

4,8

2,3

3,6

6,0

44,7

1936

100,0

21,0

14,2

35,2

3,3

1,7

5,0

2,2

3,3

5,5

45,7

1937

100,0

21,3

12,6

33,9

3,0

1,7

4,7

2,1

3,3

5,4

44,0

1938

100,0

19,6

10,5

30,1

2,9

1,8

4,7

2,3

3,1

5,4

40,2

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/92.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.2 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.2 (συνέχεια)

Έτη

Σύνολο

έως 1

1-4

0-4

5-9

10-14

5-14

15-19

20-24

15-24

0-24

έτους

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

Μεταπολεμικά

1952

100,0

13,5

3,2

16,7

1,3

0,9

2,1

1,4

2,2

3,5

22,3

1956

100,0

10,3

2,3

12,6

0,8

0,6

1,4

1,0

1,4

2,3

16,4

1961

100,0

9,4

1,6

11,0

0,7

0,5

1,2

0,7

0,9

1,6

13,8

1971

100,0

5,1

0,7

5,9

0,4

0,3

0,7

0,6

0,6

1,2

7,7

1981

100,0

2,7

0,3

3,0

0,2

0,2

0,5

0,5

0,7

1,1

4,6

1991

100,0

1,0

0,1

1,1

0,1

0,1

0,2

0,5

0,7

1,1

2,4

2001

100,0

0,5

0,1

0,6

0,1

0,1

0,2

0,3

0,6

0,9

1,7

2005

100,0

0,4

0,1

0,5

0,1

0,1

0,2

0,2

0,5

0,8

1,4

Πηγή: Ίδιοι υπολογισμοί.

Πηγή: Ίδιοι υπολογισμοί.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/93.gif&w=600&h=915

5.3 Θνησιμότητα κατά ομάδες ηλικιών

Κατά τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου πολύ υψηλός ήταν ο αριθμός των θανάτων των παιδιών έως 4 ετών, ο οποίος κατά την περίοδο 1921-1938 (για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία) κυμάνθηκε από 20.829 παιδιά (1921) έως 43.684 παιδιά (1931), αλλά σχεδόν σε όλη την περίοδο (με εξαίρεση 5 έτη) διατηρήθηκε πάνω από τις 30.000 παιδιά (Διάγραμμα 5.2). Οι θάνατοι των παιδιών έως 4 ετών μειώθηκαν σε 8.910 το 1952 και με βαθμιαία μείωση περιορίστηκαν σε 594 παιδιά το 2001.

Αντίστοιχα, για τις άλλες ηλικιακές ομάδες των παιδιών και των νέων ο αριθμός των θανάτων κυμάνθηκε από 4.904 (1935) έως 8.416 (1923) για τα παιδιά 5-14 ετών και από 5.934 (1922) έως 8.299 (1923) για τους νέους 1524 ετών, αριθμοί σαφώς μικρότεροι των αντίστοιχων των παιδιών 0-4 ετών. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο οι θάνατοι μειώθηκαν σε 1.136 και 1.882, αντίστοιχα, το 1952 και το 1956, και για την πρώτη ομάδα με βαθμιαία μείωση διαμορφώθηκαν σε 176 το 2001, ενώ για τη δεύτερη ομάδα παρατηρήθηκε μείωση των θανάτων μέχρι το 1971 (860 νέοι), στη συνέχεια όμως μικρή αύξηση (981 νέοι το 1981,1.094 το 1991 και 973 το 2001).

Σημειώνεται ότι κατά την προπολεμική περίοδο πολύ σημαντική ήταν η συμμετοχή των θανάτων της ηλικιακής ομάδας έως 4 ετών στο σύνολο των θανάτων. Το ποσοστό των θανάτων αυτής της ομάδας κυμάνθηκε από 27,3% (1921) έως 38,2% (1931) κατά την περίοδο 1921-1938 (Διάγραμμα 5.3). Η παρατηρούμενη μείωση της συμμετοχής των θανάτων των παιδιών και των νέων στο σύνολο των θανάτων οφείλεται κυρίως στη μείωση της συμμετοχής αυτής της ηλικιακής ομάδας, που το 1952 περιορίστηκε στο 16,7% και το 2001 διαμορφώθηκε στο 0,6%. Λιγότερο σημαντική ήταν η συμμετοχή των θανάτων των δύο άλλων ηλικιακών ομάδων των παιδιών και νέων στο σύνολο των θανάτων. Ειδικότερα, η συμμετοχή των θανάτων των παιδιών 5-14 ετών, που κατά την περίοδο 1921-1938 κυμάνθηκε από 4,7% (1938) έως 8,2% (1922), περιορίστηκε στο 2,1% το 1952 και διαμορφώθηκε στο 0,2% το 2001, ενώ η συμμετοχή των θανάτων των νέων 15-24 ετών, αντίστοιχα, που κυμάνθηκε από 5,4% (1937, 1938) έως 8,1% (1922) περιορίστηκε στο 3,5% το 1952 και διαμορφώθηκε στο 0,8% το 2001.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/94.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.2

Αριθμός θανάτων παιδιών και νέων 0-4 ετών, 5-14 ετών και 15-24 ετών, 1921,1926,1931,1936,1938,1952,1956,1961,1971,1981,1991,2001,2005

45.000 40.000 35.000 30.000 25.000 20.000 15.000 10.000 5.000 0

1921

1926

1931 1936 1938 1952 1956 1961 1971 1981 1991 2001 2005

0 -4 ετών

5 -14 ετών

115-24 ετών

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.3 Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων των νέων κατά ομάδες ηλικιών του θανόντος, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001,2005

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/95.gif&w=600&h=915

53.1 Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 0-4 ετών

Ειδικότερα, στις επιμέρους κατηγορίες των παιδιών έως 4 ετών παρατηρείται (Πίνακας 5.1 -Διαγράμματα 5.4-5.5):

- Μέχρι το 1929 οι θάνατοι των παιδιών 1-4 ετών υπερέχουν των θανάτων των παιδιών έως 1 έτους. Για την υπόλοιπη προπολεμική περίοδο και όλη τη μεταπολεμική περίοδο οι θάνατοι των παιδιών ηλικίας κάτω του 1 έτους είναι περισσότεροι.

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών 1-4 ετών συνολικά για την περίοδο 1921-1938 ανήλθε σε 286.103 παιδιά, μέγεθος λίγο χαμηλότερο από το αντίστοιχο των παιδιών έως 1 έτους (323.825 παιδιά), αλλά υψηλό επίσης. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και από 1.689 θανάτους το 1952 ανέρχονται σε 72 το 2001.

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών έως 1 έτους κατά την περίοδο 1921-1938, με όλες τις επιφυλάξεις για την ακρίβεια των στοιχείων που στην ομάδα αυτή είναι σοβαρές, παρουσιάζει διακυμάνσεις· ωστόσο, κινείται σε υψηλά επίπεδα και με εξαίρεση λίγα έτη αφορά σε πάνω από 15.000 παιδιά και πολλά έτη σε πάνω από 20.000 παιδιά. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και από 7.221 θανάτους το 1952 οι βρεφικοί θάνατοι ανέρχονται σε 522 το 2001.

- Αντίστοιχα, η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά έως 1 έτους από 10,5% το 1921 αυξήθηκε στο 23,3% το 1931, για τα επόμενα χρόνια παρουσιάζει αυξομειώσεις, αλλά παραμένει πάνω από το 20% (23,2% το 1934) και το 1938 διαμορφώνεται στο 19,6%. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 13,5% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,5%.

- Η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά 1-4 ετών την περίοδο 19211938 παρουσίασε διακυμάνσεις από 10,5% (1938) έως 20,5% (1923). Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 3,2% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,1%.

53.2 Βρεφική θνησιμότητα

Η βρεφική θνησιμότητα (θάνατοι βρεφών ανά 1.000 γεννηθέντα ζώντα) αποτελεί έναν πολύ καλό δείκτη για την κατάσταση υγείας του πληθυσμού αλλά και του πολιτιστικού και κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου μιας χώρας, καθώς η θνησιμότητα αυτή και κυρίως η όψιμη βρεφική θνησιμότητα επηρεάζεται εύκολα από τα διάφορα κοινωνικά και υγειονομικά μέσα. Για τους λόγους αυτούς γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σ' αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/96.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.4 Αριθμός θανάτων παιδιών έως 4 ετών, 1921-2005

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.5 Ποσοστό θανάτων παιδιών έως 4 ετών, 1921-2005

Σελ. 96
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 77
    

    θνησιμότητας που διαμορφώθηκε είναι αντίστοιχο των χωρών του ΟΟΣΑ, όπου οι κυριότερες αιτίες θανάτου είναι οι καρδιαγγειακές παθήσεις (έμφραγμα, εμβολή), ο καρκίνος, τα νοσήματα του αναπνευστικού (άσθμα, εμφύσημα, βροχίτις) και οι εξωτερικές αιτίες θανάτου (οδικά ατυχήματα, πτώσεις, αυτοκτονίες, ανθρωποκτονίες).

    Βέβαια, η χώρα μας έχει τους λιγότερους θανάτους λόγω νόσων του αναπνευστικού στους άνδρες από όλες τις χώρες της Ευρώπης και λόγω αυτοκτονιών τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Ευνοϊκή είναι η θέση της Ελλάδας όσον αφορά στους θανάτους λόγω κακοήθων νεοπλασιών (δεύτερη καλύτερη θέση μετά τους Πορτογάλους στους άνδρες, πρώτη καλύτερη θέση στις γυναίκες). Παρ' όλα αυτά, οι διαχρονικές τάσεις όλων των κακοήθων νεοπλασιών είναι αυξητικές στη χώρα μας με εξαίρεση τον καρκίνο στομάχου και τον καρκίνο της μήτρας1'.

    423 Διαπιστώσεις

    Σε σχέση με τη θνησιμότητα του συνολικού πληθυσμού παρατηρούνται: Διαφορές μεταξύ των φύλων

    Η θνησιμότητα στους άνδρες είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στις γυναίκες κυρίως στον αστικό πληθυσμό (Διάγραμμα 4.6). Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλες τις χώρες του κόσμου και είναι περισσότερο έκδηλο στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες.

    Διαφορές μεταξύ περιοχών

    Η θνησιμότητα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα και το ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας (αν και τα ποσοστά δεν είναι συγκρίσιμα λόγω διαφορετικής σύνθεσης του πληθυσμού) βαίνει αυξανόμενο από τις αστικές προς τις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Οι παρατηρούμενες διαφορές στη θνησιμότητα κατά περιοχές φαίνεται ότι σχετίζονται με τις διαφορές στο μορφωτικό επίπεδο, την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη και με το εισόδημα. Σημειώνεται ότι η ποσοστιαία αναλογία αγραμμάτων βαίνει αυξανόμενη από τις αστικές προς τις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές, η νοσοκομειακή και ιατρική περίθαλψη βαίνει μειούμενη, ενώ το εισόδημα είναι χαμηλότερο στη γεωργία, υψηλότερο στη βιομηχανία και ακόμα υψηλότερο στις υπηρεσίες12.

    11. OECD, Health ata Glance, OECD Indicators 2005.

    12. Γ. Σιάμπος, «Ένας αιώνας μεγάλων δημογραφικών μεταβολών στην Ελλάδα», Πληθυσμός και Ανάπτυξη στην Ελλάδα, Ελληνική Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών, Πανελλαδικό Δημογραφικό Συνέδριο 1998, Αθήνα 2003.