Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 93-112 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/93.gif&w=600&h=915

5.3 Θνησιμότητα κατά ομάδες ηλικιών

Κατά τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου πολύ υψηλός ήταν ο αριθμός των θανάτων των παιδιών έως 4 ετών, ο οποίος κατά την περίοδο 1921-1938 (για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία) κυμάνθηκε από 20.829 παιδιά (1921) έως 43.684 παιδιά (1931), αλλά σχεδόν σε όλη την περίοδο (με εξαίρεση 5 έτη) διατηρήθηκε πάνω από τις 30.000 παιδιά (Διάγραμμα 5.2). Οι θάνατοι των παιδιών έως 4 ετών μειώθηκαν σε 8.910 το 1952 και με βαθμιαία μείωση περιορίστηκαν σε 594 παιδιά το 2001.

Αντίστοιχα, για τις άλλες ηλικιακές ομάδες των παιδιών και των νέων ο αριθμός των θανάτων κυμάνθηκε από 4.904 (1935) έως 8.416 (1923) για τα παιδιά 5-14 ετών και από 5.934 (1922) έως 8.299 (1923) για τους νέους 1524 ετών, αριθμοί σαφώς μικρότεροι των αντίστοιχων των παιδιών 0-4 ετών. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο οι θάνατοι μειώθηκαν σε 1.136 και 1.882, αντίστοιχα, το 1952 και το 1956, και για την πρώτη ομάδα με βαθμιαία μείωση διαμορφώθηκαν σε 176 το 2001, ενώ για τη δεύτερη ομάδα παρατηρήθηκε μείωση των θανάτων μέχρι το 1971 (860 νέοι), στη συνέχεια όμως μικρή αύξηση (981 νέοι το 1981,1.094 το 1991 και 973 το 2001).

Σημειώνεται ότι κατά την προπολεμική περίοδο πολύ σημαντική ήταν η συμμετοχή των θανάτων της ηλικιακής ομάδας έως 4 ετών στο σύνολο των θανάτων. Το ποσοστό των θανάτων αυτής της ομάδας κυμάνθηκε από 27,3% (1921) έως 38,2% (1931) κατά την περίοδο 1921-1938 (Διάγραμμα 5.3). Η παρατηρούμενη μείωση της συμμετοχής των θανάτων των παιδιών και των νέων στο σύνολο των θανάτων οφείλεται κυρίως στη μείωση της συμμετοχής αυτής της ηλικιακής ομάδας, που το 1952 περιορίστηκε στο 16,7% και το 2001 διαμορφώθηκε στο 0,6%. Λιγότερο σημαντική ήταν η συμμετοχή των θανάτων των δύο άλλων ηλικιακών ομάδων των παιδιών και νέων στο σύνολο των θανάτων. Ειδικότερα, η συμμετοχή των θανάτων των παιδιών 5-14 ετών, που κατά την περίοδο 1921-1938 κυμάνθηκε από 4,7% (1938) έως 8,2% (1922), περιορίστηκε στο 2,1% το 1952 και διαμορφώθηκε στο 0,2% το 2001, ενώ η συμμετοχή των θανάτων των νέων 15-24 ετών, αντίστοιχα, που κυμάνθηκε από 5,4% (1937, 1938) έως 8,1% (1922) περιορίστηκε στο 3,5% το 1952 και διαμορφώθηκε στο 0,8% το 2001.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/94.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.2

Αριθμός θανάτων παιδιών και νέων 0-4 ετών, 5-14 ετών και 15-24 ετών, 1921,1926,1931,1936,1938,1952,1956,1961,1971,1981,1991,2001,2005

45.000 40.000 35.000 30.000 25.000 20.000 15.000 10.000 5.000 0

1921

1926

1931 1936 1938 1952 1956 1961 1971 1981 1991 2001 2005

0 -4 ετών

5 -14 ετών

115-24 ετών

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.3 Ποσοστιαία κατανομή των θανάτων των νέων κατά ομάδες ηλικιών του θανόντος, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2001,2005

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/95.gif&w=600&h=915

53.1 Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 0-4 ετών

Ειδικότερα, στις επιμέρους κατηγορίες των παιδιών έως 4 ετών παρατηρείται (Πίνακας 5.1 -Διαγράμματα 5.4-5.5):

- Μέχρι το 1929 οι θάνατοι των παιδιών 1-4 ετών υπερέχουν των θανάτων των παιδιών έως 1 έτους. Για την υπόλοιπη προπολεμική περίοδο και όλη τη μεταπολεμική περίοδο οι θάνατοι των παιδιών ηλικίας κάτω του 1 έτους είναι περισσότεροι.

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών 1-4 ετών συνολικά για την περίοδο 1921-1938 ανήλθε σε 286.103 παιδιά, μέγεθος λίγο χαμηλότερο από το αντίστοιχο των παιδιών έως 1 έτους (323.825 παιδιά), αλλά υψηλό επίσης. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και από 1.689 θανάτους το 1952 ανέρχονται σε 72 το 2001.

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών έως 1 έτους κατά την περίοδο 1921-1938, με όλες τις επιφυλάξεις για την ακρίβεια των στοιχείων που στην ομάδα αυτή είναι σοβαρές, παρουσιάζει διακυμάνσεις· ωστόσο, κινείται σε υψηλά επίπεδα και με εξαίρεση λίγα έτη αφορά σε πάνω από 15.000 παιδιά και πολλά έτη σε πάνω από 20.000 παιδιά. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και από 7.221 θανάτους το 1952 οι βρεφικοί θάνατοι ανέρχονται σε 522 το 2001.

- Αντίστοιχα, η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά έως 1 έτους από 10,5% το 1921 αυξήθηκε στο 23,3% το 1931, για τα επόμενα χρόνια παρουσιάζει αυξομειώσεις, αλλά παραμένει πάνω από το 20% (23,2% το 1934) και το 1938 διαμορφώνεται στο 19,6%. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 13,5% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,5%.

- Η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά 1-4 ετών την περίοδο 19211938 παρουσίασε διακυμάνσεις από 10,5% (1938) έως 20,5% (1923). Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 3,2% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,1%.

53.2 Βρεφική θνησιμότητα

Η βρεφική θνησιμότητα (θάνατοι βρεφών ανά 1.000 γεννηθέντα ζώντα) αποτελεί έναν πολύ καλό δείκτη για την κατάσταση υγείας του πληθυσμού αλλά και του πολιτιστικού και κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου μιας χώρας, καθώς η θνησιμότητα αυτή και κυρίως η όψιμη βρεφική θνησιμότητα επηρεάζεται εύκολα από τα διάφορα κοινωνικά και υγειονομικά μέσα. Για τους λόγους αυτούς γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σ' αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/96.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.4 Αριθμός θανάτων παιδιών έως 4 ετών, 1921-2005

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.5 Ποσοστό θανάτων παιδιών έως 4 ετών, 1921-2005

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/97.gif&w=600&h=915

Η βρεφική θνησιμότητα περιλαμβάνει όλους τους θανάτους βρεφών από τη γέννηση μέχρι το τέλος του 1ου έτους ζωής και διακρίνεται σε νεογνική και σε όψιμη βρεφική ή μετανεογνική θνησιμότητα (29η ημέρα ζωής έως το τέλος του 1ου έτους ζωής). Η νεογνική θνησιμότητα περιλαμβάνει τους θανάτους νεογνών που γεννήθηκαν ζωντανά και απεβίωσαν μέχρι την 28η ημέρα ζωής και διακρίνεται σε πρώιμη νεογνική θνησιμότητα (θάνατοι μεταξύ 0 και 7ης ημέρας της ζωής) και σε όψιμη νεογνική (θάνατοι μεταξύ 8ης και 28ης ημέρας της ζωής). Η διάκριση αυτή έγινε γιατί οι αιτίες που επηρεάζουν τη νεογνική και τη μετανεογνική θνησιμότητα διαφέρουν.

Οι όψιμοι εμβρυϊκοί θάνατοι14 και οι θάνατοι νεογνών μέχρι και την 7η ημέρα ζωής ορίζουν την περιγεννητική θνησιμότητα. Οι δύο κατηγορίες συνυπολογίζονται λόγω ομοιόμορφης συμπεριφοράς και ανταπόκρισης σε διάφορα κοινωνικο-οικονομικά μέτρα, της ύπαρξης κοινών αιτιών θανάτου και δυσχερειών διαχωρισμού μεταξύ θνησιγενείας και νεογνικού θανάτου. Σημειώνεται ότι στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες, η καταγραφή των όψιμων εμβρυϊκών θανάτων (κυρίως στις αγροτικές περιοχές) είναι εξαιρετικά ελλιπής, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η εκτίμηση του επιπέδου και της εξέλιξης της περιγεννητικής θνησιμότητας, ενώ τα αποτελέσματα των διαχρονικών ή διακρατικών συγκρίσεων είναι διαβλητά.

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι εξελίξεις στη βρεφική θνησιμότητα ήταν πολύ σημαντικές σε όλες τις χώρες. Έτσι, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα περίπου το 30% των νεογέννητων πέθαιναν και στις χαμηλότερες κοινωνικο-οικονομικές τάξεις οι θάνατοι αυτοί έφταναν το 50%, μέσα σε λίγες δεκαετίες η βελτίωση της κατάστασης ήταν μεγάλη. Η αντιμετώπιση των λοιμώξεων, που μάστιζαν τον παιδικό πληθυσμό, είχαν ως αποτέλεσμα την προοδευτική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας σχεδόν σε όλη την Ευρώ7τη, η οποία το 2001 έχει μειωθεί κάτω από 6%ο στις χώρες μέλη της Ε .Ε. (6,8 %ο στις ΗΠΑ). Στις αναπτυσσόμενες χώρες, βέβαια, εξακολουθεί να παραμένει ακόμα πολύ υψηλή (64 %ο) και στόχος του ΠΟΥ για το 2000 ήταν

14. Ως εμβρυϊκός θάνατος χαρακτηρίζεται ο θάνατος που συμβαίνει σε προϊόν της σύλληψης πριν από τον αποχωρισμό του από τη μητέρα του, δηλαδή όταν μετά τον αποχωρισμό από τη μητέρα του το κύημα δεν έχει ενδείξεις ζωής (διακρίνεται σε πρώιμο, που χαρακτηρίζεται ως αποβολή, και σε όψιμο, που χαρακτηρίζεται ως τοκετός θνησιγενούς νεογνού). Ο ΠΟΥ το 1967 όρισε ως θνησιγενές το κύημα που γεννήθηκε νεκρό μετά τη συμπλήρωση τουλάχιστον 28 εβδομάδων κύησης, οι οποίες θεωρούνταν ως το όριο βιωσιμότητας του νεογνού (το όριο μειώθηκε στις 22 εβδομάδες το 1975, ενώ σήμερα στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες στις 20 εβδομάδες). Το θνησιγενές ορίζεται, επίσης, με βάση το βάρος γέννησης, δηλαδή κάθε νεογνό που γεννιέται νεκρό με βάρος γέννησης τουλάχιστον 500 γρ., ενώ ορισμένες χώρες έχουν ως όριο τα 400 ή τα 350 γρ.

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/98.gif&w=600&h=915

η διαμόρφωση της βρεφικής θνησιμότητας κάτω από 15%ο (από 25,7%ο το 1980 και 18,1%ο το 1994), κάτι που φαίνεται να έχει επιτευχθεί σε πολλές χώρες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πίνακα 5.3, όπου παρουσιάζεται η εξέλιξη της βρεφικής θνησιμότητας και των επιμέρους κατηγοριών (νεογνική, πρώιμη νεογνική, όψιμη εμβρυϊκή, περιγεννητική, μετανεογνική/όψιμη βρεφική) για την περίοδο 1960-2001 και για την περίοδο 1921-1939 της νεογνικής και της μετανεογνικής θνησιμότητας, παρατηρείται:

- Κατά την προπολεμική περίοδο η βρεφική θνησιμότητα κινείται σε υψηλά επίπεδα (πάνω από 70%ο) και κάποιες χρονιές πάνω από 100%ο ή και πάνω από 120% (122,8% το 1932, 122,7% το 1933, 122,2% το 1937). Την περίοδο 1921-1939, για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, παρατηρούνται διακυμάνσεις μεταξύ των ετών. Δεν διαγράφεται σαφής τάση εξέλιξης των μεγεθών, κάτι που ίσως οφείλεται στην ποιότητα των διαθέσιμων στοιχείων, ωστόσο δίδεται σαφής εικόνα για το επίπεδο της βρεφικής θνησιμότητας. Μεταπολεμικά παρατηρείται σημαντική μείωση της συνολικής βρεφικής θνησιμότητας και ξεκινώντας από 40,1 %ο το 1960 διαμορφώνεται στο 5,1%ο το 2001, ενώ σήμερα είναι κάτω από 4%ο (Διάγραμμα 5.6).

- Κατά την προπολεμική περίοδο η νεογνική θνησιμότητα κινείται επίσης σε υψηλά επίπεδα με διακυμάνσεις μεταξύ των ετών (22,5%ο-46,1%ο). Μεταπολεμικά παρουσίασε εμφανή σταδιακή μείωση και από 19,5% το 1960 διαμορφώθηκε στο 3,6%ο το 2001.

- Αντίστοιχα, κατά την προπολεμική περίοδο η μετανεογνική/όψιμη βρεφική θνησιμότητα κινείται σε υψηλά επίπεδα με διακυμάνσεις μεταξύ των ετών (49,2 %ο-83,1 %ο). Μεταπολεμικά παρατηρείται σημαντική μείωση και από 20,6%ο το 1960 διαμορφώθηκε στο 1,5%ο το 2001.

- Η πρώιμη νεογνική θνησιμότητα παρουσίασε σταδιακή μείωση και από 12,3 ανά 1.000 γεννήσεις το 1960 διαμορφώθηκε στο 2,3%ο το 2001 (Διάγραμμα 5.7).

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/99.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.3 Δείκτες θνησιμότητας, 1921-2001

Έτη Συνολική Νεογνική Πρώιμη Όψιμη

βρεφική νεογνική εμβρυϊκή

Περι Όψιμη Νεογνική/ γεννη βρεφική συνολική τική_

Προπολεμικά

Έτη Συνολική Νεογνική Πρώιμη Όψιμη

βρεφική νεογνική εμβρυϊκή

Περι Όψιμη Νεογνική/ γεννη βρεφική συνολική τική_

Προπολεμικά

1921

75,35

-

-

13,61

-

-

-

1922

82,31

33,0

-

10,92

-

49,28

40,1

1923

91,58

33,3

-

11,14

-

58,27

36,4

1924

97,53

36,5

-

10,20

-

61,04

37,4

1925

90,08

31,4

-

12,39

-

58,71

34,8

1926

75,20

22,5

-

9,48

-

52,67

30,0

1927

100,50

31,4

-

10,18

-

69,11

31,2

1928

93,70

30,4

-

10,00

-

63,33

32,4

1929

110,80

35,6

-

10,09

-

75,21

32,1

1930

99,30

31,5

-

9,34

-

67,80

31,7

1931

109,00

46,1

-

11,34

-

62,87

42,3

1932

122,80

43,4

-

11,07

-

79,36

35,4

1933

122,73

44,5

-

10,44

-

78,19

36,3

1934

111,66

38,2

-

10,08

-

73,51

34,2

1935

112,76

37,9

-

9,32

-

74,84

33,6

1936

114,17

36,2

-

9,10

-

77,97

31,7

1937

122,20

39,1

-

9,87

-

83,10

32,0

1938

99,43

37,3

-

9,95

-

62,13

37,5

1939

118,15

-

-

10,09

-

-

-

Μεταπολεμικά

1955

43,5

-

-

-

-

-

-

1956

38,8

18,2

-

12,9

-

20,6

47,0

1957

44,2

20,1

-

12,5

-

24,1

45,5

1958

39,0

18,1

-

13,5

-

21,0

46,3

1959

40,7

19,5

-

13,5

-

21,2

47,9

1960

40,1

19,5

12,3

14,3

26,4

20,6

48,6

1961

39,9

20,2

12,7

13,4

25,9

19,7

50,6

1962

40,4

19,7

13,1

14,3

27,2

20,7

48,8

1963

39,3

21,1

14,1

14,7

28,6

18,2

53,7

1964

35,8

19,6

13,3

15,7

28,8

16,2

54,7

1965

34,3

19,8

14,2

15,5

29,4

14,5

57,7

1966

34,0

20,3

14,6

15,8

30,2

13,7

59,7

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/100.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.3 (συνέχεια)

Συνολική Νεογνική Πρώιμη Όψιμη βρεφική νεογνική εμβρυϊκή

Περι Όψιμη Νεογνική/ γεννη βρεφική συνολική τική _

1967

34,3

21,4

15,1

14,7

29,6

12,9

62,4

1968

34,4

21,8

15,0

13,8

28,6

12,6

63,4

1969

31,8

20,9

15,0

14,3

29,1

10,9

65,7

1970

29,6

19,6

14,5

13,1

27,4

10,0

66,2

1971

26,9

19,0

14,7

13,4

27,9

7,9

70,6

1972

27,3

19,9

14,8

12,7

27,3

7,4

72,9

1973

24,1

17,3

13,4

12,2

25,5

6,8

71,8

1974

23,9

17,8

13,9

12,0

25,8

6,1

74,5

1975

24,0

18,0

13,8

11,8

25,5

6,0

75,0

1976

22,5

16,9

13,1

12,2

25,1

5,6

75,1

1977

20,4

15,3

12,0

10,8

22,6

5,1

75,0

1978

19,3

14,8

11,6

10,1

21,6

4,5

76,7

1979

18,7

14,5

11,7

9,7

21,3

4,2

77,5

1980

17,9

13,9

11,2

9,2

20,3

4,0

77,7

1981

16,3

12,3

9,2

9,3

18,4

4,0

75,5

1982

15,1

11,5

8,3

8,6

16,8

3,6

76,2

1983

14,6

10,9

7,8

8,8

16,6

3,7

74,7

1984

14,3

10,8

7,8

8,9

16,6

3,5

75,5

1985

14,1

10,5

7,6

8,1

15,7

3,6

74,5

1986

12,2

8,7

6,5

8,1

14,6

3,5

71,3

1987

11,7

8,5

6,6

8,0

14,5

3,2

72,6

1988

11,0

8,1

6,1

6,8

12,9

2,9

73,6

1989

9,7

6,6

4,9

7,2

12,1

3,1

68,0

1990

9,7

6,5

4,8

7,1

11,9

3,2

67,0

1991

9,0

6,1

4,3

6,8

11,1

2,9

67,8

1992

8,4

5,7

4,0

6,0

10,0

2,7

67,9

1993

8,5

6,1

4,3

6,6

10,9

2,4

71,8

1994

7,9

5,6

4,0

5,7

9,7

2,3

70,9

1995

8,1

5,8

4,1

6,3

10,4

2,3

71,6

1996

7,2

5,2

3,7

5,9

9,6

2,0

72,2

1997

6,4

4,9

3,4

6,1

9,5

1,5

76,6

1998

6,7

4,6

3,1

5,9

8,9

2,1

68,7

1999

6,2

4,4

3,0

6,2

9,1

1,8

71,0

2000

5,9

4,2

2,9

5,2

8,1

1,7

71,2

2001

5,1

3,6

2,3

5,7

8,0

1,5

70,6

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα, Δικτυακός τόπος, Eurostat.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα, Δικτυακός τόπος, Eurostat.

Συνολική Νεογνική Πρώιμη Όψιμη βρεφική νεογνική εμβρυϊκή

Περι Όψιμη Νεογνική/ γεννη βρεφική συνολική τική _

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/101.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.6

Εξέλιξη βρεφικής, νεογνικής και μετανεογνικής θνησιμότητας και σχέση νεογνικής θνησιμότητας/συνολικής, 1921-2001

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.7

Εξέλιξη πρώιμης νεογνικής, όψιμης εμβρυϊκής και περιγεννητικής θνησιμότητας,

1921-2001

—·— πρώιμη νεογνική_-■— όψιμη εμβρυϊκή _—+— περιγεννητική

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/102.gif&w=600&h=915

- Η όψιμη εμβρυϊκή θνησιμότητα παρουσίασε σταδιακή μείωση και από 14,3%ο ανά 1.000 γεννήσεις το 1960 μειώθηκε σε 5,7%ο το 2001. Κατά την προπολεμική περίοδο η όψιμη εμβρυϊκή θνησιμότητα κυμάνθηκε από 9,1 %ο έως 13,6%».

- Η περιγεννητική θνησιμότητα παρουσίασε σταδιακή μείωση και από 26,4%ο ανά 1.000 γεννήσεις το 1960 μειώθηκε σε 8,0% το 2001. Μέχρι το 1980 εξακολουθούσε να είναι πάνω από 20%ο.

- Η βρεφική θνησιμότητα των αγοριών ήταν υψηλότερη των κοριτσιών. Σε σχέση με τις επιμέρους κατηγορίες της βρεφικής θνησιμότητας:

Νεογνική και μετανεογνική θνησιμότητα

Η παρατηρούμενη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας είναι αποτέλεσμα της μείωσης τόσο της νεογνικής όσο και της μετανεογνικής θνησιμότητας. Η μείωση, ωστόσο, της μετανεογνικής θνησιμότητας ήταν μεγαλύτερη κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Άλλωστε, κατά την περίοδο αυτή η βρεφική θνησιμότητα στο μεγαλύτερο μέρος αφορούσε σε μετανεογνικούς θανάτους και οι στρατηγικές για τη μείωσή της στόχευαν κυρίως στη μείωση των θανάτων αυτών, ενώ η θνησιμότητα των νεογνών και οι γεννήσεις θνησιγενών παρέμεναν υψηλές.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1985 η βρεφική θνησιμότητα σημείωσε πτώση κατά 88,5%15. Μεγαλύτερο μερίδιο στην πτώση είχε η μετανεογνική θνησιμότητα (96%), ενώ η μείωση της νεογνικής θνησιμότητας ήταν μικρότερη (73%). Κατά τη δεκαετία του 1985-1995 παρατηρήθηκε περίπου παράλληλη μείωση της βρεφικής, της νεογνικής και της μετανεογνικής θνησιμότητας κατά 48%, 50,9% και 44%, αντίστοιχα. Η εξέλιξη αυτή είναι χαρακτηριστικό των ανεπτυγμένων χωρών και η επίτευξη του στόχου αποδίδεται σε σειρά παραγόντων, όπως είναι η πρόληψη των λοιμωδών νοσημάτων με τους εμβολιασμούς, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η εκπαίδευση των πολιτών και η δυνατότητα όλων για πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Η σχέση της νεογνικής θνησιμότητας προς τη συνολική βρεφική θνησιμότητα διαφέρει διαχρονικά και μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Έτσι, σήμερα, στις ανεπτυγμένες χώρες η νεογνική θνησιμότητα αποτελεί περίπου το 70% της συνολικής βρεφικής θνησιμότητας σε αντίθεση με τις αναπτυσσόμενες. Στις χώρες αυτές η βρεφική θνησιμότητα εξακολουθεί να είναι υψηλή, κατανέμεται εξίσου μεταξύ νεογνικής και μετανεογνικής θνησιμότητας και οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές, κα-

15. Β. Δρόσου-Αγακίδου, «Διαχρονικές τάσεις και αιτίες περιγεννητικής, νεογνικής και βρεφικής θνησιμότητας», Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 22 (5), 2005.

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/103.gif&w=600&h=915

καθώς η στρατηγική που θα πρέπει να χαραχτεί στις ανεπτυγμένες χώρες στοχεύει στη μείωση κυρίως της νεογνικής θνησιμότητας, ενώ στις αναπτυσσόμενες στη μείωση εξίσου και της μετανεογνικής θνησιμότητας.

Στην Ελλάδα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η νεογνική θνησιμότητα αποτελούσε το 30,0%-42,3% της βρεφικής θνησιμότητας, στη δεκαετία του 1950 τα ποσοστά είχαν περίπου εξισωθεί και από τη δεκαετία του 1960 και μετά η συμβολή της νεογνικής θνησιμότητας αυξάνεται συνεχώς με κάποιες διακυμάνσεις και σήμερα αποτελεί το 71% της βρεφικής θνησιμότητας (Πίνακας 5.3). Η μείωση της βρεφικής θνησιμότητας σήμερα αποδίδεται κυρίως στη μείωση της νεογνικής θνησιμότητας, καθώς η μείωση της μετανεογνικής θνησιμότητας σε χαμηλά επίπεδα συνέβη νωρίτερα. Η νεογνική μαζί με την περιγεννητική θνησιμότητα αντικατοπτρίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που προσφέρονται στην έγκυο και το νεογέννητο και, επομένως, η μείωσή της αντανακλά τις βελτιώσεις που επήλθαν στον τομέα αυτό.

Περιγεννητική θνησιμότητα

Η ανάγκη διαχωρισμού της περιγεννητικής περιόδου από τις άλλες περιόδους βρεφικής ζωής επιβλήθηκε από την ιδιαιτερότητα του χρονικού αυτού διαστήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλή μητρική, εμβρυϊκή και νεογνική θνησιμότητα. Για την περιγεννητική θνησιμότητα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, καθώς η καταγραφή των θνησιγενών σε πολλές χώρες είναι ανεπαρκής ή ελλιπής και τα στοιχεία από τους διεθνείς οργανισμούς δίδονται με επιφυλάξεις.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΥ για το 1996, η περιγεννητική θνησιμότητα παρουσίαζε μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών και στις ανεπτυγμένες χώρες ήταν 9%ο, ενώ στις αναπτυσσόμενες 63%ο. Η περιγεννητική θνησιμότητα, η οποία επηρεάζεται από το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο μιας περιοχής, ανταποκρίνεται όμως δυσχερώς σε διάφορα κοινωνικο-οικονομικά μέτρα, αποτελεί μείζον πρόβλημα για τις ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες έχει ήδη συντελεστεί επιτυχώς η καταπολέμηση της όψιμης βρεφικής θνησιμότητας.

Η ανεπάρκεια σχετικών στοιχείων και πληροφόρησης στη χώρα μας επέβαλε τη διενέργεια των δύο πανελλήνιων περιγεννητικών ερευνών, το 1983 (Χ. Τζουμάκα-Μπακούλα) και το 1998 (Χ. Τζουμάκα-Μπακούλα κ.ά.Χ που περιέλαβαν το 8% και το 15% των τοκετών, αντίστοιχα. Η σύγκριση των ευρημάτων έδειξε ότι στο διάστημα των 15 ετών που μεσολάβησαν μεταξύ των δύο μελετών η περιγεννητική θνησιμότητα μειώθηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% και συγκεκριμένα από 24%ο σε 10,5%ο (Πί-

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/104.gif&w=600&h=915

Πίνακας 5.4). Η μείωση αφορούσε τόσο στην όψιμη εμβρυϊκή όσο και στην πρώιμη νεογνική θνησιμότητα. Μείωση διαπιστώθηκε, επίσης, στη θνησιμότητα των προώρων με βάρος μικρότερο των 1.500 γρ. κατά 47% και των νεογνών με βάρος από 1.500-2.500 γρ. κατά 49%. Τα στοιχεία αυτά είναι ενδεικτικά των σημαντικών βελτιώσεων στην περιγεννητική φροντίδα κατά τα τελευταία 15 χρόνια.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.4

Μεταβολές στην περιγεννητική θνησιμότητα μεταξύ των δύο πανελλήνιων περιγεννητικών ερευνών, 1983,1998

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.4

Μεταβολές στην περιγεννητική θνησιμότητα μεταξύ των δύο πανελλήνιων περιγεννητικών ερευνών, 1983,1998

1983

%

1998

%

Μείωση

%

Γενικός δείκτης περιγεννητικής

θνησιμότητας 24,0 Όψιμη εμβρυϊκή 11,5 Πρώιμη νεογνική 12,5

10,5 5,8 4,7

56 50 62

Περιγεννητική θνησιμότητα ανά βάρος γέννησης

<1.500 γρ. 761 1.500-2.500 γρ. 98 >2.500 γρ. 8

401 50 3

47 49 63

Πηγή: Περιγεννητικές Έρευνες, 1983,1998.

Πηγή: Περιγεννητικές Έρευνες, 1983,1998.

533 Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 5-14 ετών

Στις επιμέρους κατηγορίες των παιδιών ηλικίας 5-14 ετών (Πίνακας 5.1 -

Διαγράμματα 5.8-5.9) παρατηρείται:

- Οι θάνατοι των παιδιών 5-9 ετών υπερέχουν των θανάτων των παιδιών 10-14 ετών στη διάρκεια όλης της προπολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου.

— Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών 5-9 ετών κατά την περίοδο 19211938 παρουσιάζει διακυμάνσεις, από 2.756 παιδιά (1938) έως 5.077 παιδιά (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 681 το 1952 ανέρχονται σε 74 το 2001.

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/105.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.8 Αριθμός θανάτων παιδιών 5-14 ετών, 1921-2005

0 10-14 ετών

I 5 -14 ετών

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.9 Ποσοστό θανάτων παιδιών 5-14 ετών, 1921-2005

—♦— 5-9 ετών _ —10 -14 ετών —*— 5-14 ετών

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/106.gif&w=600&h=915

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών 10-14 ετών για την περίοδο 19211938 παρουσιάζει επίσης διακυμάνσεις και κυμάνθηκε από 1.631 παιδιά (1935) έως 3.339 παιδιά (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 455 το 1952 ανέρχονται σε 102 το 2001.

- Αντίστοιχα, η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά 5-9 ετών από 4,6% το 1921 και αυξομειώσεις τα επόμενα χρόνια διαμορφώνεται στο 2,9% το 1938. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 1,3% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,1%.

- Η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά 10-14 ετών την περίοδο 19211938 παρουσιάζει διακυμάνσεις και από 3,0% το 1921 διαμορφώνεται στο 1,8% το 1938. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 0,9% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,1%.

53.4 Θνησιμότητα νέων ηλικίας 15-24 ετών

Στις επιμέρους κατηγορίες των νέων ηλικίας 20-24 ετών (Πίνακας 5.1 -

Διαγράμματα 5.10-5.11) παρατηρείται:

- Οι θάνατοι των νέων 20-24 ετών υπερέχουν των θανάτων των εφήβων 15-19 ετών στη διάρκεια όλης της περιόδου.

- 0 αριθμός των θανάτων των εφήβων 15-19 ετών κατά την περίοδο 1921-1938 παρουσιάζει διακυμάνσεις και κυμάνθηκε από 2.154 εφήβους (1938) έως 3.923 εφήβους (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 724 το 1952 ανέρχονται σε 333 το 2001.

- Ο αριθμός των θανάτων των νέων 20-24 ετών για την περίοδο 19211938 παρουσιάζει επίσης διακυμάνσεις και κυμάνθηκε από 2.909 νέους (1938) έως 4.376 νέους (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 1.158 το 1952 ανέρχονται σε 640 το 2001.

- Αντίστοιχα, η συμμετοχή των θανάτων για τους εφήβους 15-19 ετών από 3,7% το 1921 και με μικρές αυξομειώσεις τα επόμενα χρόνια το 1938 διαμορφώνεται στο 2,3%. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 1,4% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,2%.

- Η συμμετοχή των θανάτων για τους νέους 20-24 ετών την περίοδο 1921-1938 παρουσίασε διακυμάνσεις και από 4,1% το 1921 διαμορφώθηκε στο 3,1% το 1938. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 2,2% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,6%.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/107.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.10 Αριθμός θανάτων νέων 15-24 ετών, 1921-2005

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.11 Ποσοστό θανάτων νέων 15-24 ετών, 1921-2005

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/108.gif&w=600&h=915

533 Ειδική κατά φύλο και ηλικία θνησιμότητα παιδιών και νέων

Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 5.5, όπου παρουσιάζεται η ειδική κατά φύλο και ηλικία θνησιμότητα παιδιών και νέων για τη μεταπολεμική περίοδο (1952-1997), καθώς για την προπολεμική περίοδο δεν έχουν υπολογιστεί αντίστοιχοι δείκτες, γενικά παρατηρείται:

- σημαντική βελτίωση των δεικτών θνησιμότητας σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο,

- διαφοροποίηση των δεικτών ανάλογα με την ηλικία και

- υπεροχή της θνησιμότητας των αγοριών ή νέων ανδρών έναντι των κοριτσιών ή νέων γυναικών σε όλα τα κλιμάκια ηλικιών των παιδιών και νέων μέχρι 24 ετών, όπως και στο σύνολο του πληθυσμού. Ειδικότερα, σε σχέση με τις εξελίξεις στη θνησιμότητα των παιδιών και

νέων:

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας έως 4 ετών

Η βρεφική θνησιμότητα σημείωσε μεγάλη μείωση κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Για τα αγόρια από 48,14%ο το 1952 μειώθηκε στο 6,85%ο το 1997 και για τα κορίτσια από 46,5%« στο 6,18%ο, αντίστοιχα.

Σημαντικά μικρότερη είναι η θνησιμότητα για τα παιδιά ηλικίας 1-4 ετών, η οποία επίσης παρουσίασε βαθμιαία μεγάλη μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,35%ο για τα αγόρια και 0,25%ο για τα κορίτσια από 3,16%ο και 2,77%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 5-14 ετών

Η θνησιμότητα για τα παιδιά ηλικίας 5-9 ετών παρουσίασε βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,20%ο για τα αγόρια και 0,16%ο για τα κορίτσια από 1,06%ο και 0,88%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Η θνησιμότητα για τα παιδιά ηλικίας 10-14 ετών παρουσίασε επίσης βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,22 %ο για τα αγόρια και 0,17%ΰ για τα κορίτσια από 0,77%ο και 0,50%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Θνησιμότητα νέων ηλικίας 15-24 ετών

Η θνησιμότητα για τους νέους ηλικίας 15-19 ετών παρουσίασε βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,73%ο για τους νέους και 0,29%ο για τις νέες από 1,08%ο και 0,75%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Η θνησιμότητα για τους νέους ηλικίας 20-24 ετών παρουσίασε βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 1,34 %ο για τα αγόρια και 0,33 %ο για τα κορίτσια από 1,89%ο και 1,23%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/109.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.5

Ειδική κατά φύλο και ηλικία θνησιμότητα παιδιών και νέων, 1952-1997

Έτη

έως 1 έτους

1

4 ετών

5-9 ετών

10-:

14 ετών

15-19 ετών

20-24 ετών

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

1952

48,14

46,50

3,16

2,77

1,06

0,88

0,77

0,50

1,08

0,75

1,89

1,23

1953

43,49

45,35

3,51

3,58

1,07

0,85

0,75

0,50

0,99

0,70

1,43

1,06

1954

52,18

49,36

3,90

3,55

1,25

0,95

0,91

0,58

1,05

0,68

1,24

1,08

1955

44,95

44,53

2,96

2,91

0,88

0,77

0,75

0,54

0,93

0,62

1,16

0,87

1956

40,09

39,18

2,51

2,42

0,75

0,58

0,75

0,39

0,95

0,60

1,27

0,86

1957

44,58

44,32

2,78

2,68

0,96

0,68

0,71

0,42

0,90

0,63

1,23

0,86

1958

39,99

38,63

2,35

2,28

0,81

0,54

0,60

0,38

0,92

0,59

1,10

0,71

1959

42,21

40,91

2,10

2,01

0,67

0,52

0,53

0,37

0,79

0,55

1,07

0,69

1960

40,82

38,92

2,17

1,91

0,75

0,52

0,52

0,34

0,92

0,49

0,93

0,58

1961

40,35

35,83

1,88

1,61

0,72

0,49

0,57

0,39

0,86

0,56

1,04

0,57

1962

42,88

37,33

1,89

1,86

0,63

0,44

0,52

0,35

0,79

0,44

1,01

0,67

1963

39,71

37,27

1,57

1,49

0,64

0,45

0,54

0,32

0,79

0,47

1,11

0,60

1964

38,55

33,94

1,56

1,38

0,64

0,42

0,44

0,28

0,90

0,42

1,19

0,52

1965

36,69

32,04

1,35

1,19

0,60

0,43

0,56

0,35

0,79

0,43

1,20

0,58

1966

36,55

31,33

1,33

1,24

0,56

0,37

0,53

0,35

0,77

0,42

1,40

0,54

1967

37,06

32,64

1,12

1,01

0,54

0,38

0,50

0,23

0,81

0,36

1,06

0,48

1968

35,81

32,38

1,17

1,06

0,48

0,35

0,41

0,26

0,67

0,35

0,93

0,44

1969

33,89

28,24

1,02

0,93

0,47

0,33

0,41

0,28

0,73

0,32

0,84

0,39

1970

31,10

25,54

1,00

0,93

0,47

0,34

0,48

0,28

0,84

0,32

1,08

0,39

1971

27,99

24,34

0,90

0,81

0,45

0,30

0,40

0,25

0,78

0,43

0,95

0,43

1972

29,98

25,84

0,85

0,79

0,42

0,32

0,42

0,31

0,83

0,31

1,12

0,50

1973

26,01

22,74

0,86

0,84

0,42

0,38

0,44

0,26

0,78

0,44

1,02

0,48

1974

27,84

21,97

0,87

0,73

0,41

0,29

0,28

0,26

0,81

0,32

1,04

0,39

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/110.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.5 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.5 (συνέχεια)

Έτη

έως 1 έτους

1

4 ετών

5-9 ετών

10-

14 ετών

15-

19 ετών

20-24 ετών

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

1975

26,88

21,51

0,73

0,70

0,44

0,28

0,43

0,29

0,83

0,36

1,06

0,47

1976

26,04

20,46

0,72

0,71

0,37

0,28

0,36

0,24

0,80

0,38

1,03

0,47

1977

23,12

17,86

0,71

0,75

0,39

0,29

0,34

0,27

0,90

0,39

1,05

0,37

1978

21,50

18,14 ·

0,75

0,58

0,36

0,27

0,35

0,27

0,94

0,35

1,11

0,42

1979

21,17

16,99

0,63

0,61

0,34

0,20

0,35

0,22

0,77

0,38

1,04

0,40

1980

20,06

15,97

0,68

0,49

0,30

0,25

0,37

0,21

0,77

0,28

1,06

0,46

1981

17,74

14,28

0,57

0,42

0,29

0,23

0,34

0,21

0,78

0,34

1,18

0,42

1982

16,54

13,66

0,44

0,41

0,29

0,29

0,36

0,18

0,81

0,34

1,07

0,41

1983

16,11

12,78

0,48

0,43

0,30

0,22

0,37

0,24

0,99

0,35

1,19

0,41

1984

15,49

12,69

0,43

0,33

0,31

0,21

0,26

0,18

0,75

0,34

1,22

0,38

1985

15,51

11,91

0,50

0,34

0,27

0,19

0,28

0,19

0,86

0,33

1,21

0,41

1986

12,98

10,14

0,41

0,38

0,21

0,14

0,24

0,12

0,82

0,35

1,28

0,41

1987

11,63

10,23

0,42

0,39

0,25

0,15

0,27

0,16

0,76

0,29

1,31

0,36

1988

12,11

9,53

0,39

0,31

0,20

0,20

0,19

0,15

0,79

0,28

1,19

0,41

1989

10,46

8,24

0,44

0,32

0,24

0,21

0,21

0,17

0,71

0,29

1,37

0,40

1990

9,67

9,40

0,35

0,26

0,25

0,18

0,25

0,14

0,76

0,27

1,30

0,38

1991

9,34

8,56

0,28

0,19

0,13

0,12

0,24

0,11

0,88

0,23

1,32

0,35

1992

8,99

7,91

0,25

0,26

0,17

0,14

0,24

0,16

0,81

0,25

1,20

0,36

1993

9,03

7,83

0,26

0,26

0,20

0,15

0,20

0,16

0,68

0,29

1,23

0,28

1994

8,29

7,83

0,27

0,27

0,20

0,13

0,18

0,15

0,82

0,29

1,21

0,37

1995

8,96

7,24

0,23

0,21

0,18

0,11

0,24

0,16

0,75

0,29

1,20

0,26

1996

7,87

6,63

0,34

0,24

0,17

0,16

0,26

0,18

0,75

0,25

1,13

0,37

1997

6,85

6,18

0,35

0,25

0,20

0,16

0,22

0,17

0,73

0,29

1,34

0,33

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/111.gif&w=600&h=915

Σημειώνεται ότι η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των δύο φύλων είναι μεγαλύτερη στους νέους (15-24 ετών) σε σχέση με τα παιδιά (0-14 ετών).

53.6 Συγκρίσεις με άλλες χώρες

Όπως προαναφέρθηκε, στη χώρα μας στοιχεία για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων (0-24 ετών) δεν είναι διαθέσιμα για το σύνολο της προπολεμικής περιόδου, καλύπτεται μόνο η περίοδος 1921-1938. Αντίστοιχες ελλείψεις και κενά στα στοιχεία παρουσιάζονται και σε άλλες χώρες, ενώ οι συγκρίσεις δυσχεραίνονται και από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το σύνολο της ομάδας (άτομα 0-24 ετών), στην οποία αναφέρεται η παρούσα μελέτη, ούτε για την προπολεμική ούτε για τη μεταπολεμική περίοδο, στην οποία υπάρχει σαφής βελτίωση του διαθέσιμου υλικού και πληρέστερη πληροφόρηση. Τα στοιχεία από διάφορους διεθνείς οργανισμούς αναφέρονται σε επιμέρους ηλικιακές ομάδες (βρέφη, εφήβους κ.λπ.) και με βάση αυτή την πληροφόρηση γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθεί η θέση της χώρας μας σε σχέση με τις άλλες χώρες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Προπολεμικά

Στις αρχές του 20ού αιώνα (ή τέλος του προηγούμενου αιώνα) η κατάσταση σε σχέση με τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στη χώρα μας φαίνεται να είναι σχετικά ευνοϊκή, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους, να είναι υψηλότερη στην Αθήνα, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, να αφορά κυρίως στα παιδιά κάτω του 1 έτους και να συναρτάται με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα: - Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κ. Στεφάνου16 για την περίοδο 1868-1878 (μέσος όρος) και με τις επιφυλάξεις που υπάρχουν για την ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν στην καταγραφή των θανάτων, ο δείκτης θνησιμότητας των παιδιών ηλικίας 0-5 ετών, ο οποίος υπολογίζεται σε 114%ο, θεωρείται χαμηλός. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην προτελευταία θέση πριν από τη Νορβηγία (104%ο) σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (υψηλότεροι ήταν οι δείκτες στη Δανία, 135%ο, τη Σουηδία, 137%ο, και την Ιταλία, 223%ο). Το χαμηλό ύψος του δείκτη αποδίδεται στην ηπιότητα του κλίματος, την αραιοκατοίκηση του χώρου και τη σπανιό-

16. Α Σταυρόπουλος, «Στοιχεία και προβληματισμοί για τη νοσολογία της νεότητας του 19ου αι. μέσα από δύο επιστημονικές προσεγγίσεις της εποχής», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας», τ. Α', Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/112.gif&w=600&h=915

σπανιότητα προδιαθεσικών παραγόντων για συγγενή και άλλα νοσήματα της πρώτης ηλικίας (σύφιλη, αλκοολισμός, φυματίωση).

- Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παπαπαναγιώτου17 για τη θνησιμότητα των παιδιών ηλικίας 0-10 ετών την περίοδο 1888-1897, στην Αθήνα παρουσιάζεται υψηλότερη αναλογία θανάτων παιδιών (48,1%), σε σχέση με άλλες πόλεις της Ελλάδας (Βόλος, 43%, Τρίπολη, 41%, Ζάκυνθος, 34%, Κέρκυρα, 33,5%). Το μεγαλύτερο μέρος, 32%, αφορά στα παιδιά έως 1 έτους (ή 66,4% των παιδικών θανάτων) και το υπόλοιπο 16,1% στα παιδιά 1-10 ετών.

- Η υπεροχή της παιδικής θνησιμότητας στην Αθήνα αποδίδεται στα ανεπαρκή υγειονομικά μέτρα, τις συνθήκες που επικρατούσαν στα βρεφοκομεία, την πληθυσμιακή συγκέντρωση και την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού προσφύγων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνοικισμών με χαμηλή υγειονομική κατάσταση.

Στις χώρες της Ευρώπης, η βρεφική θνησιμότητα (Πίνακας 5.6) στις αρχές του αιώνα (αντίστοιχα στοιχεία δεν υπάρχουν για τη χώρα μας) φαίνεται να είναι αρκετά υψηλή (κατά μέσο όρο 144%ο για τα αγόρια και 122%ο για τα κορίτσια). Οι διαφορές μεταξύ των χωρών ήταν σημαντικές και κυμαίνονταν στα αγόρια μεταξύ 82 %ο (Νορβηγία) και 232 %ο (Αυστρία) και στα κορίτσια μεταξύ 67 %ο (Νορβηγία) και 191 %» (Ισπανία).

Στοιχεία για τη βρεφική θνησιμότητα στη χώρα μας κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα δεν υπάρχουν, φαίνεται όμως ότι οι συνθήκες (κλίμα, κληρονομικότητα) που συνηγορούσαν σε κάπως ευνοϊκή κατάταξη της χώρας μας στις αρχές του αιώνα διατηρήθηκαν τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αυτής. Στη συνέχεια, όμως, οι εξελίξεις (πόλεμοι, πρόσφυγες κ.λπ.) συντέλεσαν στην αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας (ή μικρότερες μειώσεις σε σχέση με τις θετικές εξελίξεις που σημειώνονταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε για τις επόμενες προπολεμικές δεκαετίες και η συγκριτική θέση της Ελλάδας σε σχέση με τη βρεφική θνησιμότητα ήταν κακή.

17. Βλ. Α. Σταυρόπουλος, ό.π.

Σελ. 112
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 93
    

    5.3 Θνησιμότητα κατά ομάδες ηλικιών

    Κατά τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου πολύ υψηλός ήταν ο αριθμός των θανάτων των παιδιών έως 4 ετών, ο οποίος κατά την περίοδο 1921-1938 (για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία) κυμάνθηκε από 20.829 παιδιά (1921) έως 43.684 παιδιά (1931), αλλά σχεδόν σε όλη την περίοδο (με εξαίρεση 5 έτη) διατηρήθηκε πάνω από τις 30.000 παιδιά (Διάγραμμα 5.2). Οι θάνατοι των παιδιών έως 4 ετών μειώθηκαν σε 8.910 το 1952 και με βαθμιαία μείωση περιορίστηκαν σε 594 παιδιά το 2001.

    Αντίστοιχα, για τις άλλες ηλικιακές ομάδες των παιδιών και των νέων ο αριθμός των θανάτων κυμάνθηκε από 4.904 (1935) έως 8.416 (1923) για τα παιδιά 5-14 ετών και από 5.934 (1922) έως 8.299 (1923) για τους νέους 1524 ετών, αριθμοί σαφώς μικρότεροι των αντίστοιχων των παιδιών 0-4 ετών. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο οι θάνατοι μειώθηκαν σε 1.136 και 1.882, αντίστοιχα, το 1952 και το 1956, και για την πρώτη ομάδα με βαθμιαία μείωση διαμορφώθηκαν σε 176 το 2001, ενώ για τη δεύτερη ομάδα παρατηρήθηκε μείωση των θανάτων μέχρι το 1971 (860 νέοι), στη συνέχεια όμως μικρή αύξηση (981 νέοι το 1981,1.094 το 1991 και 973 το 2001).

    Σημειώνεται ότι κατά την προπολεμική περίοδο πολύ σημαντική ήταν η συμμετοχή των θανάτων της ηλικιακής ομάδας έως 4 ετών στο σύνολο των θανάτων. Το ποσοστό των θανάτων αυτής της ομάδας κυμάνθηκε από 27,3% (1921) έως 38,2% (1931) κατά την περίοδο 1921-1938 (Διάγραμμα 5.3). Η παρατηρούμενη μείωση της συμμετοχής των θανάτων των παιδιών και των νέων στο σύνολο των θανάτων οφείλεται κυρίως στη μείωση της συμμετοχής αυτής της ηλικιακής ομάδας, που το 1952 περιορίστηκε στο 16,7% και το 2001 διαμορφώθηκε στο 0,6%. Λιγότερο σημαντική ήταν η συμμετοχή των θανάτων των δύο άλλων ηλικιακών ομάδων των παιδιών και νέων στο σύνολο των θανάτων. Ειδικότερα, η συμμετοχή των θανάτων των παιδιών 5-14 ετών, που κατά την περίοδο 1921-1938 κυμάνθηκε από 4,7% (1938) έως 8,2% (1922), περιορίστηκε στο 2,1% το 1952 και διαμορφώθηκε στο 0,2% το 2001, ενώ η συμμετοχή των θανάτων των νέων 15-24 ετών, αντίστοιχα, που κυμάνθηκε από 5,4% (1937, 1938) έως 8,1% (1922) περιορίστηκε στο 3,5% το 1952 και διαμορφώθηκε στο 0,8% το 2001.