Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 126-145 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/126.gif&w=600&h=915

ενοχή, ενώ οι ιδέες του Βασίλη τον καθιστούν γελοίο στα μάτια του θεατή, λόγω της υπερβολής με την οποία διατυπώνονται.

Ο αδελφός αισθάνεται την υποχρέωση να συμπεριφέρεται αυστηρά, όμως αυτό γίνεται περισσότερο για τα μάτια του κόσμου, παρά γιατί ο ίδιος έχει ειλικρινείς αντιρρήσεις. Η μεγάλη ανάγκη του να απολογείται στο κοινωνικό περιβάλλον καταλύει τη λογική και ακυρώνει το συμφέρον του.184 Όμως, όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1960, οι βίαιες αντιδράσεις σε θέματα τιμής παρουσιάζονται ως υπερβολικές και επί της ουσίας αντιφατικές. Ο Πολύδωρος (Ο παπατρέχας, 1966) αφενός επιτρέπει τις νυκτερινές εξόδους της αδελφής του σε νάιτ κλαμπ, ελπίζοντας να γνωρίσει εκεί η Ναυσικά, ή Νάνσυ (Νίτσα Μαρούδα), κανένα γαμπρό, αφετέρου την ξυλοφορτώνει, όταν κάνει έφοδο στο κέντρο και τη βλέπει να χορεύει με έναν νεαρό.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η συμπεριφορά των τριών αδελφών τής Άννας (Κώστας Βουτσάς, Γιάννης Βογιατζής, Χρήστος Δοξαράς, Ζωή Λάσκαρη, Μια κυρία στα μπουζούκια, 1967, Γιάννης Δαλιανίδης) παρωδεί την αυστηρότητα και δείχνει πόσο η φύλαξη των κοριτσιών είναι μακριά από τα τρέχοντα ήθη. Κάθε μέρα ένας από τους τρεις μένει στο σπίτι για να τη φυλάει. «Κοντεύετε να με κάνετε καλόγρια εδώ μέσα. Δε θα βγεις έξω, δε θα βάλεις κοντή φούστα, δε θα δουλέψεις, φτάνει πια, ώς εδώ», εκρήγνυται η Άννα, που αποφασίζει, από ασήμαντο κορίτσι της γειτονιάς, να διεκδικήσει έναν τίτλο στα καλλιστεία, ώστε να αναγνωριστούν τα προσόντα της και να κάνει κάτι στη ζωή της. Το γεγονός ότι τα αδέλφια αποδέχονται αυτή τη συμμετοχή, δηλαδή μία ακραία αλλαγή, αδιαμαρτύρητα, και μάλιστα εμφανίζονται στο κέντρο την κρίσιμη βραδιά, για να την υποστηρίξουν και να τη χειροκροτήσουν, δείχνει ότι η δυναμική διεκδίκηση κάποιων δικαιωμάτων χειραφέτησης εκ μέρους των γυναικών δεν είναι εύκολο πλέον να περισταλεί. Υπάρχουν όμως άλλοι τρόποι, πιο ασφαλείς, ώστε η νέα γυναίκα να μην απομακρυνθεί από τους προδιαγεγραμμένους ρόλους: ο έρωτας και η υπόσχεση για γάμο και οικογένεια. Η Άννα εγκαταλείπει την ώρα που πρόκειται να βγει στην πασαρέλα, μόλις εμφανίζεται ο μεταμελημένος Γιώργος (Φαίδων Γεωργίτσης) και τη σφίγγει στην αγκαλιά του. Ο έλεγχος εκ μέρους της πατρικής οικογένειας είναι παρωχημένη δράση, όμως εκ μέρους του συζύγου παραμένει ακέραιος και σεβαστός.

Στην κωμωδία Η Ωραία του κουρέα ο Γιάννης δημιουργεί σκάνδαλο σε νυκτερινό κέντρο και απειλεί τις τέσσερις αδελφές του, που βγήκαν ραντεβού χωρίς την άδειά του. Το γεγονός της μανιάτικης καταγωγής του επιτείνει την

164. Η πίεση που ασκεί ο κοινωνικός έλεγχος και η οποία οδηγεί σε εγκλήματα τιμής αναλύεται από την Αβδελά στο Δια λόγους τιμής: Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ό.π., passim.

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/127.gif&w=600&h=915

αυστηρότητά του. Όπως είδαμε και στην εισαγωγή, Μανιάτες και Κρητικοί θεωρούνται οι παραδοσιακότεροι, επομένως οι αυστηρότεροι αδελφοί. Ο Γιάννης είναι παγιδευμένος σε μία παράδοση και διατηρεί μία νοοτροπία που υπονομεύει την ίδια του τη ζωή. Με την οργίλη συμπεριφορά του κινδυνεύει να καταστρέψει τις σχέσεις των αδελφών του, αλλά και να χάσει τη γυναίκα που αγαπάει.

Τα συναισθήματα που τρέφουν οι αδελφές για τους αδελφούς τους ποικίλλουν, όπως είδαμε, από την αγάπη και την ευγνωμοσύνη ώς την αδιαφορία. Τα θετικά πρότυπα, όπως η Ρούλα (Ελα στο θείο), η Ελένη (Άννα Φόνσου, Ο Φανούρης και το σόι του) και η Μαρίνα (Οι σκανδαλιάρηδες), συμπαρίστανται στις δύσκολες στιγμές- η Ρούλα δεν διστάζει να πουλήσει τη ραπτομηχανή της για να μπορέσει ο Φώτης να πληρώσει την εφορία, η Ελένη, αντί να αποταμιεύει το μισθό της για τη δική της προίκα, τον καταθέτει στον Φανούρη για να συγκεντρωθεί η προίκα της Κατίνας, η Μαρίνα χαρτζιλικώνει αδιαμαρτύρητα τον άνεργο Βασίλη και τον παρηγορεί ταυτόχρονα για την αντιστροφή των ρόλων τους.

Υπάρχουν όμως και οι αδελφές που σηκώνουν κεφάλι και βγάζουν γλώσσα, με συνέπεια να φαίνονται αχάριστες και άκαρδες. Η Αλεξάνδρα (Κατερίνα Γιουλάκη), η πιο γλωσσού από τις αδελφές του Πολύδωρου, του θυμίζει με θράσος τις υποχρεώσεις του: «Αδελφός μας είσαι και έχεις υποχρέωση και να μας ταΐζεις και να μας ποτίζεις και να μας παντρέψεις. Εμείς είμαστε αδύναμα πλάσματα». Τα αρνητικά πρότυπα αδιαφορούν, αυθαδιάζουν, δηλαδή δεν υπακούουν ασυζητητί, αλλά απαντούν στις παρατηρήσεις με αναίδεια και οργή, όπως η Μαριάννα (Νίκη Λινάρδου, Η αδελφή μου θέλει ξύλο), ή, ακόμη χειρότερα, απαιτούν. Εκβιάζοντας συναισθηματικά τον αδελφό της, η Μαρίνα (Κατερίνα Γώγου, Το έξυπνο πουλί) τον απειλεί ότι αυτός θα είναι υπεύθυνος για την καταστροφή της ευτυχίας της, αν δεν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τού γαμπρού. Παρόμοια τακτική ακολουθεί και η Ρένα (Ελένη Μαυρομμάτη, Τέντυμπόυ αγάπη μου), η οποία, αν και παντρεμένη και προικισμένη, προσπαθεί να ξαναπάρει μέρος στη διανομή της πατρικής περιουσίας.

Το θετικό πρότυπο συμπεριφοράς για τις αδελφές, όπως γενικότερα για τις γυναίκες, είναι λοιπόν η υπακοή, η συνεργασία, η συμπαράσταση. «Ελαττώματα» όπως η αντιλογία, η ανυπακοή και η αυθάδεια είναι τόσο ενοχλητικά, που ακυρώνουν κάθε ουσιαστική συμπαράσταση στα βάρη του αδελφού: η Αλεξάνδρα (Κατερίνα Γιουλάκη) στον Παπα τρέχα εργάζεται ως μοδίστρα και βοηθάει οικονομικά τον Πολύδωρο- αυτό που τονίζει η εικόνα όμως είναι οι θυμικές της αντιδράσεις, όχι η συνεισφορά της.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο οι νέες γυναίκες που εκμεταλλεύονται ορισμένες φορές τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής συνήθειας. Και οι νέοι μπορεί να ζουν εις βάρος του μεγαλύτερου αδελφού. Αυτός, ανεξάρτητα από την ηλικία του,

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/128.gif&w=600&h=915

έχει την ευθύνη να συντηρεί τα ανήλικα αδέλφια του και, όπως είπαμε, να τα σπουδάζει. Ορισμένοι αδελφοί προεκτείνουν στο διηνεκές τη συντήρηση τους από τον αδελφό τους, με διάφορες προφάσεις, αλλά με πραγματική αιτία την τεμπελιά. Οπωσδήποτε, η τακτική τους αυτή επικρίνεται.

Οι γονείς, και ιδιαίτερα οι μητέρες παρουσιάζονται ως υπεύθυνες αυτής της κατάστασης. Στο Τεμπελόσκυλο (1963, Στέφανος Φωτιάδης)165 ο Πολύδωρος (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), με την πρόφαση ότι δεν βρίσκει δουλειά που να του ταιριάζει, κοιμάται όλη μέρα και αφήνει τον αδελφό του Ορέστη (Νίκος Βασταρδής) να προσπαθεί μόνος του να συντηρήσει την οικογένεια. Η μητέρα (Πόπη Μέγγουλα) παίρνει συνέχεια το μέρος του Πολύδωρου, τον υπερασπίζεται, όταν ο Ορέστης τα βάζει μαζί του για την αδιαφορία του, και του ετοιμάζει πρόθυμα το καφεδάκι ή το γάλα του όποτε της το ζητήσει. Ούτε ο πατέρας (Λαυρέντης Διανέλλος) διαμαρτύρεται, ώστε να σπρώξει τον Πολύδωρο να αναλάβει κάποιες οικονομικές ευθύνες. Ο Ορέστης δεν έχει σύμμαχο" παρουσιάζεται ως θύμα εκμετάλλευσης, αδύναμος να αντιδράσει στην αδράνεια της οικογένειας.

Ο Βασίλης (Κώστας Καρράς, Ο αδελφός μου ο λόρδος, ή Ο αδελφός μου ο τρελλάρας, 1966, σενάριο Στέφανος Φωτιάδης, σκηνοθεσία Βαγγέλης Σειληνός) εργάζεται σκληρά στην οικοδομή, για να συντηρεί τον εαυτό του, τη μητέρα του και το θείο του, επειδή ο αδελφός του ο Μίλτος (Γιώργος Πάντζας), υπάλληλος σε συνεργείο αυτοκινήτων, ξοδεύει όλο του το μισθό σε προσωπικά του έξοδα και δεν συμμετέχει καθόλου στις οικογενειακές υποχρεώσεις. Επίσης, ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος, Ο Θανάσης, η Ιουλιέττα και τα λουκάνικα, 1970, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου - Βασίλης Ανδρεόπουλος - Ντίνος Κατσουρίδης, σκηνοθεσία Ντίνος Κατσουρίδης) συντηρεί, εκτός από τη μητέρα του, την αδελφή του και την οικογένειά της, επειδή ο άνδρας της δεν αποφασίζει να εργαστεί.166

Μία ακόμα πιο ακραία κατάσταση παρουσιάζεται στο Καλώς ήλθε το δολλάριο (1967, Αλέκος Σακελλάριος).167 Ο Φίλιππος (Γιώργος Κωνσταντίνου) συγκατοικεί με τη μητέρα του (Τζόλυ Γαρμπή) και τους δύο αδελφούς του

165. Διασκευή της μουσικής κωμωδίας του Στέφανου Φωτιάδη Τεμπέλης με καριέρα, που ανεβαίνει στο θέατρο «Αργυρόπουλου», από το Θίασο Μουσικής Κωμωδίας, την άνοιξη του 1954· Θρύλος, ό.π., τ. ΣΤ', σ. 246.

166. Κριτική του Κώστα Σταματίου στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Β', σ. 14.

167. Διασκευή της κωμωδίας των Αλέκου Σακελλάριου - Χρήστου Γιαννακόπουλου Ο έκτος αμερικανικός στόλος, που ανεβαίνει στο θέατρο «Φωτόπουλου», από το θίασο Μίμη Φωτόπουλου, στις 25 Δεκεμβρίου 1958" Θέατρο 59, ό.π., σ. 37, 263" Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 16-18" ανεβαίνει και στο θέατρο «Ακροπόλ», από το θίασο Γιώργου Κωνσταντίνου, με τίτλο Τον άρτον ημών τον επιούσιον, το χειμώνα του 1967" Θρύλος, ό.π., τ. ΙΑ', σ. 23-25.

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/129.gif&w=600&h=915

—το μεγαλύτερο του Σόλωνα (Ορφέας Ζάχος) και το μικρότερο Κίμωνα (Αλέκος Τζανετάκος)—, είναι όμως ο μόνος εργαζόμενος στην οικογένεια, και μάλιστα σε πολλές δουλειές, για να τα φέρει βόλτα. Ο Σόλων είναι μεγαλομανής και δεν καταδέχεται να δουλέψει υπάλληλος, ο Κίμων είναι τεμπέλης. Ο Φίλιππος τους ανέχεται για χατίρι της μητέρας του, τους συντηρεί και τους χαρτζιλικώνει, καβγαδίζει συνέχεια μαζί τους, για να τους πείσει να δουλέψουν επιτέλους. Εμφανίζεται πραγματικά ως θύμα της ευαισθησίας του απέναντι στη μητέρα του, αφού καμία παράδοση δεν τον υποχρεώνει να κρατά αυτή τη στάση, μιας και τα αδέλφια του δεν είναι «μωρά, ούτε κορίτσια». Μέσω ενός ακόμα ακραίου παραδείγματος, ο Σακελλάριος συμπληρώνει τις εκδοχές τού αδελφού-προστάτη, συνηγορώντας υπέρ της ανακούφισής του.

Στο Θύμα (1969, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Ντίνος Δημόπουλος) ο Μιχάλης (Κώστας Βουτσάς) δουλεύει σκληρά στο χωριό, ως κτηνοτρόφος, για να σπουδάσει γεωπόνο τον αδελφό του Δημήτρη (Αλέκος Τζανετάκος). Είχε δώσει υπόσχεση στον πατέρα του, αλλά και ο ίδιος ονειρεύεται αυτή τη σταδιοδρομία για το μικρό του αδελφό. Ο Μιχάλης, σύμφωνα με τις περιγραφές του Δημήτρη, «έχει καρδιά μικρού παιδιού» και είναι «δουλευτάρης [...] έκανε ολόκληρη περιουσία μονάχα απ' τη δουλειά του. Εχει μαζέψει καμιά πεντακοσαριά χιλιάδες και ετοιμάζεται ν' αγοράσει χτήματα, για να τ' αναλάβω εγώ μόλις γίνω γεωπόνος». Ο Δημήτρης συναισθάνεται τις θυσίες τού Μιχάλη για λογαριασμό του, χωρίς ωστόσο να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του- καθυστερεί πάρα πολύ να πάρει το πτυχίο του και ζητάει συνεχώς χρήματα, γιατί έχει μπλέξει με τις κακές παρέες και τις διασκεδάσεις της πρωτεύουσας.168 Ως νέος, έχει παρασυρθεί. Τέτοιου είδους παρεκτροπές θεωρούνται ανεκτές και αναμενόμενες- το σημαντικό είναι να υπάρχει αλληλεγγύη ανάμεσα στα αδέλφια. Λίγο αργότερα ο Δημήτρης θα λύσει διάφορες παρεξηγήσεις προς όφελος του Μιχάλη, θα πάρει το πτυχίο του και θα αναλάβει να τον ξεκουράσει με προσωπική χειρωνακτική δουλειά. Η ωραιοποίηση των σχέσεων διαμορφώνει ένα κλίμα διδακτισμού, ευδιάκριτο στις κωμωδίες της εποχής.

Θα μπορούσε κανείς δίκαια να υποθέσει ότι ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος, Ο άνθρωπος που έτρεχε πολύ, 1973, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Θανάσης Βέγγος) είναι μία μεταφορά στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι εκείνοι που το φιλότιμο τους τους κάνει να σηκώνουν όσα βάρη αφήνουν οι άλλοι στο δρόμο τους. Αυτή η στάση αφορά πρωτίστως οικογενειακούς δεσμούς, ενώ στις φιλικές σχέσεις εμφανίζεται όχι ως καθήκον, αλλά ως επιλογή. Ο Θανάσης, όπως ο θείος στο Στραβόξυλο, που θα αναλύσουμε παρακάτω, αναλαμβάνει ευθύνες τις οποίες οι άλλοι συγγενείς αποποιούνται. Έτσι,

168. Για τις «τέρψεις της ζωής των πόλεων» και την έλξη που ασκούν στους αγροτικούς πληθυσμούς βλ. Καραποστόλης, ό.π., σ. 111.

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/130.gif&w=600&h=915

βρίσκεται να συντηρεί διάφορους συγγενείς του, να τους εξασφαλίζει τα προς το ζην και να οργανώνει τη ζωή τους, ώστε να είναι βιώσιμη. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε αυτή την κατάσταση τον φέρνει η ανευθυνότητα των άλλων, το δικαίωμά τους να ζουν όπως νομίζουν, χωρίς να φέρουν και την ευθύνη ή να επωμίζονται τις συνέπειες της επιλογής τους. Ο Θανάσης είναι ένα προφανές θύμα, που έχει αποφασίσει να παίξει το συγκεκριμένο ρόλο, επειδή έτσι πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Το γεγονός ότι οι άλλοι αρνούνται τη συνεισφορά που επιβάλλει το καθήκον δημιουργεί την πίεση, όχι οι λύσεις που δίνει αυτός.

Όψιμα κάνει την εμφάνιση της και μία περίπτωση αδελφής-προστάτιδας, η Ρένα (Ρένα Βλαχοπούλου, Μια Ελληνίδα στο χαρέμι, 1971, Γιάννης Δαλιανίδης), το ανάλογο του Φίλιππου στο Καλώς ήλθε το δολλάριο. Η Ρένα εργάζεται ως τηλεφωνήτρια σε μεγάλη εταιρεία και συντηρεί τους δύο μικρότερους αδελφούς της, που περνούν την ώρα τους ο ένας με εφευρέσεις (Χρόνης Εξαρχάκος) και ο άλλος με μουσική και χορό (Βαγγέλης Σειληνός). Η μετακίνηση της στη θέση του μοναδικού εργαζόμενου αρχηγού της οικογένειας έχει επιπτώσεις στους ανδρικούς ρόλους. Ο Βαγγέλης καθαρίζει τα τζάμια φορώντας φακιόλι, ο Χρόνης τής ψήνει καφέ και βάζει μπουγάδα. Ο γάμος του Βαγγέλη με τη Μαρία (Μαρία Ιωαννίδου), μία εξίσου πετεινόμυαλη νέα, που λικνίζεται όλη μέρα υπό τους ήχους ενός τρανζίστορ μασώντας τσίχλα, πρέπει να γίνει με τη συγκατάθεση της Ρένας. Οι αλλαγές έχουν ωστόσο περισσότερο σχέση με την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας πρώτος ρόλος για τη Βλαχοπούλου, που σχολιάζει έμμεσα κάποιες επιπτώσεις της εξωοικιακής γυναικείας εργασίας, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα κωμικά αποτελέσματα, παρά με την ανακατανομή των καθηκόντων μέσα στο νοικοκυριό.

3. ΛΟΙΠΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ

Ot στενότεροι συγγενείς των νέων, όταν δεν υπάρχουν γονείς, είναι οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι θείοι και οι θείες. Οι στενοί εξ αίματος συγγενείς καλούνται να υποκαταστήσουν τους γονείς, να προσφέρουν οικονομική και συναισθηματική κάλυψη στα παιδιά για όσο διάστημα αυτά δεν είναι σε θέση να εργαστούν, και φροντίζουν επιμελώς για την οικονομική τους αποκατάσταση, δηλαδή για την προίκα της κοπέλας και την κληροδότηση της επιχείρησης του θείου στον νέο.

Από την εικόνα που δίνεται γι' αυτές τις σχέσεις στις κωμωδίες μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κοινωνικό σώμα θεωρεί ανέφελες όσες αφορούν άμεσα συγγενείς, παππούδες και γιαγιάδες με εγγόνια' οι σχέσεις πλάγιας συγγένειας ανάμεσα σε θείους και στα παιδιά των πεθαμένων αδελφών τους παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία, η οποία προσδιορίζεται με οικονομικά κριτήρια.

Σελ. 130
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/131.gif&w=600&h=915

Στο Χαρούμενοι αλήτες (1958, σενάριο Ηλίας Λυμπερόπουλος - Κούλης Στολίγκας, σκηνοθεσία Ντίμης Δαδήρας)189 η Αννούλα (Αλίκη Βουγιουκλάκη) ζει με την παράλυτη γιαγιά της, μοναδικό συγγενή που της έμεινε μετά το θάνατο των γονιών της στην Κατοχή. Δουλεύει σκληρά, για να συμπληρώσει τη σύνταξη του πατέρα της, να συντηρήσει τον εαυτό της και τη γιαγιά της, να σπουδάσει χορό, που είναι το μεγάλο της ταλέντο και πάθος. Εχει μία στοργική σχέση με τη γιαγιά της, η οποία της φέρεται τρυφερά, με εμπιστοσύνη, δεν την ελέγχει για τις κινήσεις της, αλλά της συμπαραστέκεται στα προβλήματα της. Η Αννούλα δεν διστάζει να της εξομολογηθεί την ερωτική της απογοήτευση και να βρει στα λόγια της παρηγοριά και ενθάρρυνση. Πιο εύκολα εξομολογείται η εγγονή στη γιαγιά και στον παππού τα αισθηματικά της προβλήματα, παρά η κόρη στη μητέρα ή η αδελφή στον αδελφό.

Αρμονικές και τρυφερές σχέσεις υπάρχουν και ανάμεσα σε γιαγιάδες και εγγονούς. Στο Διακοπές στην Αίγινα ο Ζαν (Ανδρέας Μπάρκουλης) δεν χρειάζεται να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια προκειμένου να κάμψει τις αντιρρήσεις της γιαγιάς του (Ελένη Χαλκούση) για την εκλεκτή της καρδιάς του. Η γιαγιά, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Αίγινας, δεν ενθουσιάζεται με την Αλίκη, της οποίας ο πατέρας όχι μόνο δεν έχει ανάλογη καταγωγή, αλλά μπλέκεται και σε ένα κοινωνικό σκάνδαλο. Όμως, στο τέλος πείθεται από την αισθηματολογία του εγγονού της, παραμερίζει τις αντιρρήσεις της και κάνει καλή παρέα με τον μπερμπάντη συμπέθερό της (Λάμπρος Κωνσταντάρας).

Ο παππούς (Λαυρέντης Διανέλλος) έχει πολύ τρυφερή σχέση με την εγγονή του (Άννα Φόνσου, Το αγόρι που αγαπώ). Φροντίζει ο ίδιος τα πρακτικά θέματα του νοικοκυριού, δεν επιβαρύνει την εγγονή του με αυτά, δεν διαμαρτύρεται, και τα καταφέρνει μια χαρά. Η διαφορά του από τον Λεωνίδα Πετρόχειλο (Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι) είναι μεγάλη. Είναι αποτελεσματικός και προσφέρει γαλήνη στο σπιτικό. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν αυτή η διαφορά έχει να κάνει με την ηλικία, με το βαθμό συγγένειας προς τον προστατευόμενο, με το φύλο και τον αριθμό των παιδιών ή με την κοινωνική τάξη. Η διαφορά του χαρακτήρα (οξύθυμος - πράος) είναι η πλέον προφανής, αλλά δεν αρκεί στην ανάλυσή μας. Ένας άνδρας κατώτερης οικονομικής τάξης (ο παππούς είναι παλαιοβιβλιοπώλης, όχι ανώτερος αξιωματικός) που ζει μόνος με ένα παιδί δεν έχει προφανώς την πολυτέλεια να πληρώνει τις υπηρεσίες μίας γυναίκας που θα ασχοληθεί με το νοικοκυριό του. Εκ των πραγμάτων, αναγκάζεται να ανταποκριθεί σε καθήκοντα κατά παράδοση «γυναικεία». Παρατηρούμε ότι αυτή η κατάσταση δεν σχολιάζεται, θεωρείται φυσιολογική και παρουσιάζεται με κάποια διάθεση τρυφερότητας. Ο βαθμός συγγένειας δείχνει ότι

169. Κριτική του Κώστα Σταματίου στο Σολδάτος Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 179.

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/132.gif&w=600&h=915

είναι πιο εύκολο για τον παππού να ακούει τις εκμυστηρεύσεις της εγγονής του από ό,τι είναι για τον πατέρα να συμπαραστέκεται ανάλογα στην κόρη του. Δεν αντιδρά με θυμό στην αναφορά που του κάνουν οι συμμαθήτριες της Λίζας (Άννα Φόνσου) για τον περίπατο της με τον καρδιοκατακτητή ηθοποιό Δημήτρη Ραζή (Ανδρέας Μπάρκουλης) στη γειτονιά" ακούει, χωρίς να απειλεί ότι θα τιμωρήσει ή θα σφάξει την εγγονή του. Χρησιμοποιεί το χαρακτηρισμό «αταξίες», που παραπέμπει σε παιδικές δραστηριότητες, για να δείξει στη Λίζα ότι παρεκτρέπεται με το αντικείμενο του έρωτά της. Η στάση του διαφέρει από αυτή των μπαμπάδων, προσπαθεί να αντιμετωπίσει κατάματα την κατάσταση, και όχι να την αποφύγει, κάνοντας πως την αγνοεί: «Αν ήταν άλλος στη θέση μου, θα σου μιλούσε διαφορετικά, θα θύμωνε, θα αγρίευε, μπορεί και να σου τις έβρεχε κιόλας, εγώ όμως θα σου μιλήσω ήρεμα». Προσπαθεί να πει στη Λίζα ότι ο έρωτάς της είναι ανέφικτος και να την προσγειώσει: «Θα αγαπήσεις, αλλά έναν στη σειρά σου, έναν στα δικά σου τα μέτρα». Γίνεται δυναμικός, όταν αντιλαμβάνεται ότι η Λίζα κινδυνεύει πραγματικά, και αντιμετωπίζει τον Δημήτρη πρόσωπο με πρόσωπο, σε ένα «αντρίκειο» ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Το τελευταίο δείχνει ότι ο παππούς γνωρίζει και το καθήκον του και τα όρια" χειρίζεται τις οικογενειακές υποθέσεις με τη σοφία και την ψυχραιμία της ηλικίας του, αλλά παρεμβαίνει δυναμικά, όταν χρειάζεται, και αποκαθιστά την τάξη προκαλώντας αίσιο τέλος.

Εξίσου τρυφερή είναι η σχέση του στρατηγού Κουτσομήτρου με την εγγονή του Λίζα (Τζαβαλάς Καρούσος, Άννα Ιασωνίδου, Κολωνάκι, διαγωγή μηδέν, 1967, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Στέλιος Ζωγραφάκης).170 Ο στρατηγός την έχει μεγαλώσει σαν ένα απλό κορίτσι του λαού, που φροντίζει μόνη της το νοικοκυριό και δεν μοιάζει σε τίποτε με τους φαντασμένους γείτονές της. Αν και ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, παραμένουν απλοί και καταδεκτικοί, δεν έχουν ξεχάσει τις ηθικές αξίες που συνυφαίνονται με τη λαϊκή καταγωγή τους.

Συνήθως στις κωμωδίες ο θείος είναι το αποκούμπι του νέου, η θεία της νέας. Σπάνια, και κάπως αργά (π.χ. Σχολή για σωφερίνες" Δυο τρελλοί και ο ατσίδας), εμφανίζεται η συγκατοίκηση θείου-ανιψιάς, προφανώς επειδή δεν θεωρείται σεξουαλικά ασφαλής για την κοπέλα, εκτός και αν ο θείος έχει δική του οικογένεια (Τα τέσσερα σκαλοπάτια, 1951, σενάριο Γιώργος Ασημακόπουλος, σκηνοθεσία Γιώργος Ζερβός" Τζο ο τρομερός). Σε μία εξαίρεση, στο Εκατό χιλιάδες λίρες, ο θείος (Γιώργος Δαμασιώτης) ενδιαφέρεται για την ανιψιά του μόνο προκειμένου να επωφεληθεί από την περιουσία της. Η Πέγκυ (Καίτη

170. Μεταφορά της κωμωδίας του Χρήστου Γιαννακόπουλου Μια τσουκνίδα στις βιολέτες, που ανεβαίνει στο θέατρο «Μπουρνέλλη», από το θίασο Μίμη Φωτόπουλου - Ντίνου Ηλιόπουλου, την άνοιξη του 1956" Θρύλος, ό.π., τ. Ζ', σ. 40-42.

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/133.gif&w=600&h=915

Πάνου), μια ορφανή κοπέλα, που έρχεται από την Αυστραλία για να παραλάβει την κληρονομιά της, ζητά από το θείο της να τη φιλοξενήσει μέχρι να αποκατασταθεί. Η Πέγκυ είναι υπεύθυνο και αποφασιστικό άτομο, παίρνει πρωτοβουλίες σε θέματα που την αφορούν, επιβάλλει τις επιθυμίες της με κομψό τρόπο, κινείται με άνεση στον κοινωνικό της χώρο, είναι σε θέση να βρει λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας. Όμως, η συμπεριφορά της, οι πρωτοβουλίες που παίρνει και οι χειρισμοί που κάνει ερμηνεύονται και δικαιολογούνται από το γεγονός ότι έχει ζήσει στο εξωτερικό. Γι' αυτό φέρεται διαφορετικά από τις άλλες κοπέλες της ηλικίας της· δεν εκπροσωπεί τον κανόνα της γυναικείας συμπεριφοράς και κατάστασης εντός των συνόρων, αλλά την εξαίρεση, η οποία αναγνωρίζεται ως κανόνας μόνο για τις γυναίκες που έχουν ζήσει στο εξωτερικό, και ως εκ τούτου έχουν διαφορετικά όρια.

Ένα επίσης σημαντικό στοιχείο που δίνει άνεση στη συμπεριφορά της Πέγκυς είναι η οικονομική της ανεξαρτησία, η μεγάλη κληρονομιά που της έχει αφήσει ο πατέρας της, καθώς και το γεγονός ότι γνωρίζει την πραγματική οικονομική της κατάσταση. Νομίζοντας ότι είναι φτωχή, η Ρένα (Ζινέτ Λακάζ, Τα τέσσερα σκαλοπάτια) αισθάνεται την υποχρέωση να υπομένει την εξευτελιστική συμπεριφορά των συγγενών, επειδή δεν έχει εναλλακτικές λύσεις. Υφίσταται αδιαμαρτύρητα τις ιδιοτροπίες της θείας (Σμάρω Στεφανίδου) και της εξαδέλφης της (Άννα Κυριακού), όπως και τις διακρίσεις που γίνονται ανάμεσα στις δύο κοπέλες. Ο εξ αίματος συγγενής, ο θείος (Γιάννης Πρινέας), παρασύρεται από τον κακό χαρακτήρα της γυναίκας του και δεν προστατεύει όπως θα έπρεπε την ανιψιά του, ούτε της προσφέρει ευκαιρίες παρόμοιες με αυτές της κόρης του. Επίσης, στο Τζο ο τρομερός ο θείος (Χρήστος Τσαγανέας) και η εξαδέλφη Σόνια (Σόνια Ζωΐδου) καταχρώνται την περιουσία της Νάντιας (Μαργαρίτα Παπαγεωργίου) και δεν τη θεωρούν μέλος της οικογένειας, αλλά υπηρέτρια. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι εξαδέλφες, όπως συμβαίνει και στο λογοτεχνικό πρότυπο, στη Σταχτοπούτα, ακολουθούν το κακό παράδειγμα των γονιών τους στην απομόνωση και στην κοινωνική περιθωριοποίηση των ορφανών παιδιών. Τόσο η Ρένα όσο και η Νάντια είναι καλόκαρδες, υποτακτικές, συμφιλιωμένες με την κατάστασή τους. Η συμπεριφορά τους είναι αυτή που αρμόζει σε ένα καθωσπρέπει κορίτσι της εποχής. Συνδέεται όμως και με το γεγονός ότι αγνοούν πως είναι πλούσιες, σε αντίθεση με την Πέγκυ.

Στο έργο Αν έχεις τύχη... (1964, σενάριο Νίκος Τσιφόρος, σκηνοθεσία Γιώργος Πετρίδης) ο Φωκίων Καριάδης (Χρήστος Τσαγανέας) στήνει μία περίπλοκη μηχανορραφία, προκειμένου να καταχραστεί την περιουσία της ανιψιάς του Μάγκυς (Λίλιαν Μηνιάτη). Στη Σχολή για σωφερίνες ο θείος της Μίρκας (Ζανίνο, Ντίνα Τριάντη) έχει την κηδεμονία της όσο καιρό η κοπέλα είναι ανύπαντρη· συγκατοικεί μαζί της, την ελέγχει απόλυτα και παράλληλα διαχειρίζεται τη σεβαστή περιουσία της, που αποτελείται από ένα εργοστάσιο υφα-

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/134.gif&w=600&h=915

υφασμάτων. Θα αποδειχθεί ότι ο θείος έκανε κακούς λογαριασμούς και δεν δίσταζε να ξεπουλά την παραγωγή του εργοστασίου προς όφελος του.

Το ορφανό παιδί-θύμα των συγγενών, οι οποίοι καταχρώνται την περιουσία του, ένα από τα πιο δημοφιλή μοτίβα των κοινωνικών μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων του 19ου αιώνα,171 έχει οπωσδήποτε και κοινωνικές αντιστοιχίες. Είναι ένα θέμα ιδιαίτερα αγαπητό, με την ίδια πάντα κατάληξη: το παιδί γίνεται κάποια στιγμή κύριο της μεγάλης κληρονομιάς που του άφησαν οι γονείς του και ξεφεύγει από τα βάσανα, είναι όμως πάντα μεγαλόκαρδο, δεν κρατά κακία στους συγγενείς, και κυρίως δεν ξεχνά ότι αυτοί το μεγάλωσαν, όσο και αν δεν καλοπέρασε κοντά τους.

Στα παραπάνω παραδείγματα οι άνδρες παρουσιάζονται αδίστακτοι ως προς τα οικονομικά οφέλη που μπορούν να απομυζήσουν από την περιουσία των πεθαμένων τους αδελφών. Η προστασία του ορφανού κοριτσιού είναι ένα δυσβάστακτο καθήκον, που δεν τους απασχολεί πέρα από το γεγονός ότι τους δίνει την ευκαιρία για την οικονομική εκμετάλλευση και απογύμνωση του. Η νέα θεωρείται πιο εύκολο θύμα, αδαής περί τα οικονομικά, επομένως ανίκανη να διαχειριστεί τα συμφέροντά της, να προστατέψει τον εαυτό της ή να αντιδράσει, εκπαιδευμένη στην υπακοή, που θεωρείται θετικό συγγενές χαρακτηριστικό. Αντίστοιχα παραδείγματα με υπεξαίρεση της ατομικής περιουσίας τού νέου από το θείο του δεν έχω εντοπίσει. Ο νέος θεωρείται προφανώς ότι μεγαλώνοντας θα είναι σε θέση όχι μόνο να αντιληφθεί την αδικία και την άπονη συμπεριφορά —αυτό το αντιλαμβάνονται και οι γυναίκες—, αλλά και να βάλει τον καταχραστή στη θέση του. Οι θείοι μοιάζουν να θεωρούν ότι δεν διατρέχουν παρόμοιο κίνδυνο από τις ανιψιές τους, γι' αυτό αποφασίζουν πολύ πιο εύκολα να τις εκμεταλλευτούν.

Δεν είναι όμως όλοι οι συγγενείς κακοί. Ορισμένοι παρέχουν στέγη και φροντίδα στην ορφανή και φτωχή ανιψιά τους, χωρίς να την εκμεταλλεύονται, όπως συμβαίνει στο Στραβόξυλο. Και εκεί, σε μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας, φαίνεται ότι το ορφανό παιδί αποτελεί βάρος, ιδίως οικονομικό, που κανένας τρίτος δεν είναι πρόθυμος να επωμιστεί. Ο Βασιλάκης Μαρουλής (Βασίλης Αργυρόπουλος) θέλει να διώξει την ανιψιά του, θυμωμένος με τις ηθικές της παρεκτροπές, και όχι για οικονομικούς λόγους- όμως, οι άλλοι συγγενείς δεν δέχονται να την αναλάβουν, γιατί σκέπτονται τα έξοδα μίας τέτοιας κίνησης. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπολογίζεται το ηθικό ή ψυχολογικό συμφέρον της ορφανής νέας, αλλά το κόστος που συνεπάγεται η φιλοξενία της. Στο τέλος όμως η νέα δεν εγκαταλείπεται" ο δύστροπος θείος, που βάζει την

171. Στο νεοελληνικό θέατρο το μοτίβο εισάγεται με τον Ψυχοπατέρα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, το 1895' Γρηγορίου Ξενόπουλου, Θέατρον, τ. Δ', Αθήνα 1945, σ. 7-87.

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/135.gif&w=600&h=915

ηθική πάνω από το συμφέρον, δείχνει την καλή πλευρά του εαυτού του, κρατώντας τη στο σπίτι του.

Ο Μπάμπης (Ορέστης Μακρής, Στουρνάρα 288, 1959, Ντίνος Δημόπουλος)172 είναι ένας ακόμα θείος που φροντίζει την ανήλικη ανιψιά του Χαρούλα (Βούλα Χαριλάου). Δεν έχει δική του οικογένεια και εργάζεται ως θυρωρός. Είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, τρυφερός και περήφανος. Μολονότι αντιμετωπίζει μία δύσκολη κατάσταση, την εκτός γάμου εγκυμοσύνη της μικρής, της συμπαραστέκεται, αντί να την εξευτελίσει, και αντιδρά με μεγάλη αξιοπρέπεια στην απόπειρα χρηματικής εξαγοράς εκ μέρους της οικογένειας του «δράστη».

Ο Θωμάς Σκαρμούτσος (Νίκος Σταυρίδης, Διαβόλου κάλτσα, 1961, σενάριο Γρηγόρης Βαφιάς, κινηματογραφική προσαρμογή Πάνος Γλυκοφρύδης, σκηνοθεσία Γρηγόρης Γρηγορίου)173 είναι κάπως τολμηρός στις επιλογές τής βιοτεχνίας του με την επωνυμία «Δαλιδά», η οποία φτιάχνει μαγιό- μάλιστα, ο ανταγωνιστής του τον κατηγορεί για «μαστρωπό, ηδονοβλεψία, με τα μαγιό από ζελατίνα... έξω όλα, όλα στη φόρα». Όμως, ο Θωμάς είναι κέρβερος σε ό,τι αφορά την ηθική της ανιψιάς του Ρένας (Άννα Φόνσου). Δεν διστάζει να την κλειδώσει στο δωμάτιο της, όταν τη βλέπει να γυρνάει μεθυσμένη στο σπίτι, με τη συνοδεία του «τέντι-μπόι» Τώνη (Ερρίκος Μπριόλας). Η Ρένα όμως είναι διαφορετική από τις κοπέλες που υπακούουν σε τέτοια μέτρα. Είναι χειραφετημένη, καπνίζει, φοράει παντελόνια και ξέρει να υπερασπίζεται τον εαυτό της και τις επιθυμίες της. Χωρίς δισταγμό βάζει στη θέση του το θείο, όταν αυτός την απειλεί με αποκλήρωση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Δέκα χρόνια αργότερα, ο θείος της Σούλας (Νίκος Σταυρίδης, Σόφη Ζανίνου, Δυο τρελλοί και ο ατσίδας) είναι πολύ αυταρχικός. Επιστρέφοντας στο παλαιό μοτίβο του συνοικεσίου, επιμένει να παντρέψει τη Σούλα με έναν πλούσιο βλάκα (Μανώλης Δεστούνης), αγνοώντας τα αισθήματά της για ένα φοιτητή, που εργάζεται ως τραγουδιστής, για να σπουδάσει (Μιχάλης Βιολάρης). Τα χαστούκια και οι εγκλεισμοί είναι στην ημερήσια διάταξη, όπως συμβαίνει και σε άλλες κωμωδίες που γυρίζονται κατά τη δικτατορία και οι οποίες προσπαθούν να επαναφέρουν παλαιές σωφρονιστικές μεθόδους. Βέβαια, οι μέθοδοι στο τέλος αποτυγχάνουν και το χατίρι του θείου δεν γίνεται.

Ο θείος μπορεί να φροντίζει από μακριά την ανιψιά, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Ο μετανάστης δεν έχει ξεχάσει το καθήκον

172. Μεταφορά της κωμωδίας των Μίμη Τραϊφόρου — Μήτσου Βασιλειάδη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Βέμπο», από το θίασο Σοφίας Βέμπο — Χρήστου Ευθυμίου, το καλοκαίρι του 1957" θέατρο 57, ό.π., σ. 37' Δημόπουλος, ό.π., σ. 250- Μοσχοβάκης, «Ντίνος Δημόπουλος: η περίεργη διαδρομή», ό.π., σ. 19' Μυλωνάς, ό.π., σ. 54.

173. Κριτικές των Αντώνη Κυριακόπουλου και Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 222" Γρηγορίου, ό.π., τ. Β', σ. 69-71.

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/136.gif&w=600&h=915

του και συμβάλλει στο μηνιαίο εισόδημα με τσεκ, που έρχονται συχνότερα από την Αμερική, αλλά και από διάφορες χώρες της Αφρικής. Ο Τζίμης, θείος της Βιολέττας (Βασίλης Αυλωνίτης, Γκέλυ Μαυροπούλου), στο έργο Εχει θείο το κορίτσι, ή αλλιώς Ο θείος της Βιολέττας (1957, σενάριο Χρήστος Πύρπασος, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος), στέλνει τακτικά εμβάσματα και φροντίζει για την καλοπέραση της αδελφής του και της ανιψιάς του. Μετά από είκοσι δύο έτη παραμονής στην Αμερική, επιστρέφει για να αποκαταστήσει τις δύο γυναίκες. Στο πρόσωπο του η Βιολέττα βρίσκει ένα σύμμαχο που την ακούει, δεν της κάνει παρατηρήσεις και δεν σχολιάζει καθόλου το γεγονός ότι τη συνάντησε σε νυκτερινό κέντρο με τον καλό της, χωρίς τη συνοδεία της θείας. Όπως συμβαίνει και με άλλους μετανάστες, που εμφανίζονται σε κωμωδίες, η μακρόχρονη απουσία και ο συγχρωτισμός με τα αμερικανικά ήθη έχουν απελευθερώσει τον θείο από μέρος των παλαιών αντιλήψεων. Πρόκειται για τον ιδανικό συνδυασμό, αφού ο θείος συντηρεί τις γυναίκες κατά τα πατροπαράδοτα, αλλά δεν επιβάλλει στην ανιψιά του τη δική του επιθυμία.

Σε πολλές κωμωδίες τα κορίτσια βρίσκουν καταφύγιο στη θεία τους όταν χάνουν τους γονείς τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεία δεν έχει δική της οικογένεια, είναι ανύπαντρη, όπως και οι θείες που συγκατοικούν με τους χήρους αδελφούς τους και τους βοηθούν στο μεγάλωμα των παιδιών. Η θεία αναλαμβάνει να επιτηρεί την κοπέλα. Αν υπάρχει αδελφός της θείας, τότε αυτός φροντίζει οικονομικά τις δύο γυναίκες, όπως είδαμε μόλις με τη Βιολέττα και τη γεροντοκόρη θεία της Πηνελόπη (Σοφία Βερώνη). Η θεία Πηνελόπη, στερημένη η ίδια τις χαρές του έρωτα, αντιμετωπίζει αρνητικά κάθε έκφραση του ερωτικού συναισθήματος — από το αγκαλιασμένο ζευγάρι στο δρόμο ώς το ραντεβού της ανιψιάς της. Μετατρέπει σε ηθικούς κανόνες τη δική της στέρηση και, όπως επαναλαμβάνει, «δεν ανέχεται φλερτ και προγαμιαίους ασπασμούς». Όπως όλες οι κοπέλες που περιορίζονται υπερβολικά, η Βιολέττα βρίσκει τρόπο για να συναντά κρυφά τον Αλέκο (Νίκος Καζής)- η επιτήρηση της θείας δεν είναι πιο αποτελεσματική από όσο των άλλων κηδεμόνων κοριτσιών.

Η θεία ελέγχει αν ο εκλεκτός της καρδιάς της ανιψιάς της είναι κατάλληλος για σύζυγος και φροντίζει για την προίκα της, ακόμα και όταν δεν είναι πλούσια, όπως συμβαίνει με τη θεία Κατερίνα (Δέσποινα Παναγιωτίδου) στο Φτώχεια, έρως και κομπίνες (1956, Ηλίας Παρασκευάς) και με τη θεία Φανουρία (Σαπφώ Νοταρά) στη Θνρωρίνα (1968, Νίκος Αβραμέας).

Η διαφοροποίηση που εμφανίζεται στη συμπεριφορά των παιδιών προς τους γονείς τους με το πέρασμα του χρόνου διαπιστώνεται και στις σχέσεις θείων-ανιψιών, όπως είδαμε και στο Διαβόλου κάλτσα. Μπορεί η θεία της Ντόρας (Μαρίκα Κρεββατά, Σάσα Καστούρα, Ο Ξεροκέφαλος, 1970, Ερρίκος Θαλασσινός) να μη συμφωνεί μαζί της για τους χειρισμούς της στο θέμα της εργασίας και του γάμου, όμως δεν την τρομοκρατεί, όπως κάνει η θεία Κατερίνα

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/137.gif&w=600&h=915

με την Τούλα (Μάρθα Καραγιάννη) στην κωμωδία του Παρασκευά. Λέει την άποψή της σε μία συζήτηση, χωρίς να προσπαθεί να την επιβάλει στην ανιψιά της. Διατηρεί το πνεύμα της παλαιότερης εποχής, τονίζει ότι ο λόγος του άνδρα δεν αμφισβητείται, ενώ η Ντόρα υποστηρίζει ότι ένας άνδρας δεν μπορεί να κανονίζει τη ζωή της, γιατί και οι γυναίκες σήμερα έχουν δικαιώματα.

Αν η θεία έχει δική της οικογένεια, δίνει μεν στέγη στην ανιψιά της, αλλά της ζητά παράλληλα να εργάζεται, για να συντηρεί τον εαυτό της· στο Ποια είναι η Μαργαρίτα (1961, σενάριο Γιάννης Δαλιανίδης, σκηνοθεσία Ντίμης Δαδήρας) η θεία (Σαπφώ Νοταρά), μόλις η Μαργαρίτα (Τζένη Καρέζη) μένει χωρίς δουλειά, τη στέλνει στην Αθήνα και αρκείται στο να της δώσει τις απαραίτητες συμβουλές, καθώς τη βάζει στο τρένο: «Να προσέχεις, να προσέχεις πολύ, η Αθήνα δεν είναι Πάτρα- εκεί τα κορίτσια κινδυνεύουν εκεί όλοι οι άνδρες είναι τι να σου πω [...] τα μάτια σου δεκατέσσερα, μακριά απ' τους άνδρες...».

Είδαμε ότι στην πλειονότητα των σχέσεων θείου-ανιψιάς το οικονομικό κέρδος καθορίζει τη συμπεριφορά του κηδεμόνα. Στη σχέση θείου-ανιψιού αυτό το κριτήριο αντιστρέφεται. Ο θείος περιμαζεύει τον ανιψιό όταν αυτός χάνει τους γονείς του, τον μεγαλώνει, τον σπουδάζει και συνήθως κινδυνεύει να μετατραπεί σε θύμα της απληστίας του. Στις περιπτώσεις που εμφανίζονται στις κωμωδίες, ο θείος έχει πάντα οικονομική άνεση, αλλά συχνά δεν έχει δική του οικογένεια.

Ο Νίκος Τσιφόρος είναι ένας από τους σεναριογράφους που επανειλημμένα εμφανίζουν τη σχέση θείου-ανιψιού. Ο Άγγελος (Γιώργος Καμπανέλλης, Γλέντι, λεφτά κι αγάπη) είναι η επεξεργασμένη στο απαιτητικότερο εκδοχή του Αντώνη (Νίκος Σταυρίδης, Ελα στο θείο), ο οποίος περιοριζόταν απλώς στο να βάζει χέρι στο ταμείο του μπακάλικου του θείου του. Ο Άγγελος είναι φοιτητής με έξοδα του θείου του Λαυρέντη (Βασίλης Αυλωνίτης), αλλά έχει μπλέξει με μία θεατρίνα, και κάθε άλλο παρά ασχολείται με τις σπουδές του. Η κακή παρέα καλλιεργεί στον ανιψιό την ιδέα ότι κατά κάποιο τρόπο η περιουσία του θείου καλό είναι να περάσει στα χέρια του το ταχύτερο δυνατό, τον κάνει να σκέπτεται σοβαρά ότι ο θάνατος του θείου θα του δώσει την ευκαιρία για συνεχείς και απρόσκοπτες διασκεδάσεις, αφού, μέσω της κληρονομιάς, θα του εξασφαλίσει παραδάκι για ξόδεμα.

Στο Λεφτά (1958) επανέρχεται η σχέση θείου-ανιψιού (Βασίλης Αυλωνίτης, Γιώργος Καμπανέλλης), αυτή τη φορά όχι στη βάση της χρηματικής εκμετάλλευσης, αλλά της αρμονικής υποστήριξης. Ο Θεοδόσης εργάζεται σε λαϊκά πανηγύρια και βγάζει με το ζόρι το μεροκάματο, αλλά το μοιράζεται με τον ανιψιό του, μέχρι ο τελευταίος να ξαναβρεί δουλειά. Όταν φτάνει η είδηση ότι κληρονόμησε τον αδελφό του, που πέθανε στην Αφρική, ο Θεοδόσης αρχίζει να μεγαλοπιάνεται και παρασύρει και τον Νάσο μακριά από την ώς

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/138.gif&w=600&h=915

τότε ζωή και τα όνειρά του. Ο ανιψιός δεν έχει τη δυνατότητα να συνετίσει τον θείο του, στην ουσία οφείλει να τον υπακούσει, να μη φέρει αντιρρήσεις στον τρόπο ζωής που εκείνος τού επιβάλλει.

Ο κύριος Καρύδογλου (Οικογένεια Παπαδοπούλου) έχει υποκαταστήσει στη ζωή της αδελφής του και του ανιψιού του το ρόλο του απόντος συζύγου και πατέρα. Είναι αυστηρός και τους επιβάλλει συνεχώς κανόνες. Από την άλλη, τους παρέχει μία άνετη ζωή, έχει σπουδάσει τον Αλέξη στο εξωτερικό, τον έχει βοηθήσει μέχρι να σταθεί στα πόδια του. Τώρα που ο Αλέξης βρήκε μία καλή δουλειά, ο θείος εξακολουθεί να τον κηδεμονεύει και να ανακατεύεται στη ζωή του. Ο Αλέξης δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μία κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί του. Αντί να τον πείσει να συγκατατεθεί στο γάμο του με τη Βαρβάρα, οργανώνει την τελετή μυστικά. Τα όρια ανάμεσα στο φόβο και στο σεβασμό είναι δυσδιάκριτα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος των νέων είναι ανίσχυρος. Δεν χρειάζεται ωστόσο να χάνουν τον καιρό τους με επιχειρήματα και να προσκρούουν σε απαγορεύσεις, όταν μπορούν να κάνουν, έστω κρυφά για κάποιο διάστημα, αυτό που επιθυμούν.

Ο Θεοδόσης (Φραγκίσκος Μανέλλης, Ένας βλάκας με πατέντα, 1963, σενάριο Φραγκίσκος Μανέλλης, διασκευή Γιώργος Πρωτοπαπάς - Ανδρέας Λαμπρινός, σκηνοθεσία Ανδρέας Λαμπρινός - Γιώργος Πρωτοπαπάς) περιμαζεύει το γιο της αδελφής του, που δεν κατάφερε να ορθοποδήσει στην πρωτεύουσα, και τον ξαναφέρνει στο χωριό. Στην αρχή τού φέρεται πολύ άσχημα, τον βάζει να κοιμηθεί στο στάβλο, αλλά, όταν ξεπερνάει τα νεύρα του, έχει καλά σχέδια γι' αυτόν. Ο Πελοπίδας (Γιάννης Μαλούχος), που του λείπει πολύ η πεθαμένη του μητέρα, βρίσκει μία στοργική οικογένεια και έναν έρωτα στο πρόσωπο της ψυχοκόρης των θείων του.

Τον αυταρχικό θείο που δεν επιτρέπει στον ανιψιό του να παντρευτεί, επειδή ο ίδιος είναι εναντίον του γάμου, υποδύεται ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στις κωμωδίες Ο γεροντοκόρος (1967, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης - Γιώργος Κατσαμπής, σκηνοθεσία Ορέστης Λάσκος) και Ο τζαναμπέτης (1969, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς - Κώστας Πρετεντέρης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης).174 Το πρόβλημα του ανιψιού (Κώστας Πρέκας, Παύλος Λιάρος) λύνεται κατ' ευχήν, όταν ο θείος ερωτεύεται και αλλάζει απόψεις για το γάμο.

Ο θείος Τζορτζ (Γιώργος Οικονομίδης, Κάλλιο πέντε και στο χέρι) έχει ζήσει τα είκοσι τελευταία χρόνια στην Αμερική, «στη χώρα της ελευθερίας», όπως επαναλαμβάνει συνεχώς. Σε αντίθεση με τον αδελφό του Πυθαγόρα (Μί-

174. Μεταφορά της κωμωδίας των Ασημάκη Γιαλαμά - Κώστα Πρετεντέρη Η όμορφη και ο τζαναμπέτης, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κοτοπούλη», από το θίασο Λάμπρου Κωνσταντάρα - Μάρως Κοντού, στις 11 Οκτωβρίου 1968" Θέατρο 69, ό.π., σ. 47, 304" Πρετεντέρης, Θεατρικά, ό.π., σ. 536-537" Θρύλος, ό.π., τ. ΙΑ', σ. 266-267.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/139.gif&w=600&h=915

Μίμης Φωτόπουλος), που συνεχώς επικαλείται τη μανιάτικη καταγωγή του και θέλει να επιβάλει στην οικογένειά του τις αυταρχικές του ιδέες, παίρνει το μέρος των ανιψιών του και τα υποστηρίζει στις αισθηματικές τους υποθέσεις. Μπορεί στο βάθος ο θείος Τζορτζ να διατηρεί τις μανιάτικες ιδέες του, γιατί «ο Ρωμιός δεν αλλάζει», βοηθάει ωστόσο τα ζευγάρια να αποσπάσουν τη συγκατάθεση του ανένδοτου Πυθαγόρα.

Παρόμοια, στο έργο Ο θείος μου ο Ιπποκράτης ο θείος (Νίκος Σταυρίδης) είναι καλός, έχει κατανόηση για τα αισθηματικά των ανιψιών του Πέτρου και Σοφίας και τους βοηθάει να συμφιλιωθούν με το σκληρό, απότομο πατέρα τους. Φαίνεται ότι οι απόψεις περί αυστηρότητας μπορεί να διαφοροποιούνται μέσα στην ίδια οικογένεια και τίθενται σε συνάρτηση με το χαρακτήρα του ατόμου. Ο αυταρχικός βρίσκει άλλοθι στην πατροπαράδοτη ηθική, για να επιβάλει, στην πραγματικότητα, τη δική του θέληση στους άλλους και να μπορεί να τους αγνοεί, ενώ ο πράος και καλόκαρδος υπολογίζει περισσότερο τα αισθήματα των άλλων, παρά κάποιες προκατασκευασμένες και ακλόνητες απόψεις.

Ο θείος και η θεία, όταν δεν υπάρχουν γονείς, εκπροσωπούν αυτοδίκαια, ως πρεσβύτεροι, την οικογενειακή συνείδηση, διδάσκουν το ηθικό χρέος και πιέζουν τους νέους να ανταποκριθούν στα πατροπαράδοτα καθήκοντα (π.χ. Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες).

Οι μετανάστες θείοι και θείες πέφτουν συχνά θύματα της απληστίας των ανιψιών τους. Γι' αυτό ο Πελ Παπ (Χρήστος Τσαγανέας, Ενα καράβι Παπαδόπουλοι, 1966, σενάριο Νίκος Τσιφόρος, σκηνοθεσία Φώφη Γιάγκου) δοκιμάζει τα ανίψια του, προκειμένου να είναι σίγουρος ότι η κληρονομιά του θα πέσει σε άξια χέρια και σε καλές ψυχές. Μέσα από την παρέλαση των ανιψιών ο θεατής έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει διαφορετικές αντιδράσεις, οι οποίες κινούνται από την απληστία ώς την αυταπάρνηση.

Στην καλύτερη περίπτωση, τα ανίψια γκρινιάζουν για τα δέματα με το ανάξιο λόγου περιεχόμενο, όπως τσίχλες, τσατσάρες και φανταχτερά πουκάμισα, ενώ περιμένουν πάντα μία γενναία οικονομική ενίσχυση. Τις περισσότερες φορές αυτή η ενίσχυση δίνεται είτε με τη μορφή δώρου, όπως η κούρσα που στέλνει ο θείος στον Θανάση (Κώστας Χατζηχρήστος, Ο ταξιτζής, 1962, σενάριο Άκης Φαράς, σκηνοθεσία Κώστας Χατζηχρήστος), είτε σε μετρητά. Ο θείος καταφθάνει, συνειδητοποιεί τις ανάγκες των ανιψιών και τους χρηματοδοτεί αναλόγως.

Δεν είναι λίγες οι φορές που τα ανίψια κατασκευάζουν μία πλαστή πραγματικότητα, για να συγκινήσουν το θείο και να του αποσπάσουν χρήματα. Η Φώφη (Πόπη Λάζου, Επτά ημέρες ψέμματα, 1963, σενάριο Νίκος ΤσιφόροςΠολύβιος Βασιλειάδης, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος) έγραψε στη θεία της (Άννα Παϊτατζή) ότι παντρεύτηκε, για να καρπωθεί τα χρήματα του γαμήλιου δώρου. Με τον ερχομό της θείας αναγκάζεται να βρει κάποιον που θα

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/140.gif&w=600&h=915

παραστήσει το σύζυγο της. Στο παρεμφερές Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, που γυρίζει ο ίδιος σκηνοθέτης (1969, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης), ο Θόδωρος έχει γράψει στο θείο του (Γιώργος Πάντζας, Νίκος Σταυρίδης) ότι έχει οικογένεια με δύο παιδιά και δεν αρκεί ο μισθός του για να τη συντηρήσει. Όταν ο θείος καταφθάνει, ο Θόδωρος αναγκάζεται να σκηνοθετήσει τη ζωή του, σύμφωνα με όσα έγραφε, για να μη χάσει τη χρηματοδότηση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον Παντελή και το θείο του (Κώστας Ρηγόπουλος, Μίμης Φωτόπουλος, Για μια τρύπια δραχμή, 1968, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος). Εδώ το ρόλο της συζύγου θα κληθεί να παίξει ο φίλος του Παντελή Σταύρος (Σταύρος Παράβας), προσθέτοντας άλλη μία γυναικεία μεταμφίεση στους ρόλους του. Τη σύζυγο του ανιψιού υποδύεται και ο Σταμάτης (Φραγκίσκος Μανέλλης, Ο φακίρης Σταμάτης Κόκκορας, 1969, Άγγελος Θεοδωρόπουλος), όταν επιστρέφει ξαφνικά ο θείος από το εξωτερικό. Στο Θα σε κάνω βασίλισσα (1964, Αλέκος Σακελλάριος)175 ο Αντώνης, αδιόρθωτος τσιγκούνης, έχει πείσει την Ελένη (Θανάσης Βέγγος, Νίκη Λινάρδου) να γράψει στο θείο της ότι έμεινε χήρα, για να μη σταματήσουν τα μηνιαία εμβάσματα. Και εδώ η άφιξη του θείου (Λάμπρος Κωνσταντάρας) προκαλεί την αναδιάταξη της ζωής τού ζευγαριού, ώστε να προσαρμοστεί στα ψέματα που έγραφε η Ελένη. Η αναστάτωση που φέρνουν οι μετανάστες συγγενείς με τις επισκέψεις τους στην πατρίδα δεν περνά απαρατήρητη. Δεν περνούν όμως απαρατήρητα και τα οφέλη. Όλοι οι θείοι και οι θείες ικανοποιούν ανιψιούς και ανιψιές με γενναιόδωρη χρηματική αποκατάσταση.

Θείες που φροντίζουν παιδιά του άλλου φύλου, ακόμα και περισσότερα του ενός (Τα τρία μωρά), εμφανίζονται συχνότερα από ό,τι οι θείοι με τις ανιψιές. Στην περίπτωση που είναι ευκατάστατες, καθηλώνουν τους ανιψιούς τους στην ανωριμότητα, τουλάχιστον όπως συμβαίνει και με τις πλούσιες μητέρες των παραχαϊδεμένων γιων. Στα Τρία μωρά παρουσιάζεται μία ακραία κατάσταση, που δείχνει πώς η ανωριμότητα των κηδεμονευομένων ενθαρρύνεται από την παρατεταμένη υποχωρητικότητα του κηδεμόνα. Τα «μωρά» (Κώστας Χατζηχρήστος, Μιχάλης Μπούχλης, Κούλης Στολίγκας) έχουν γίνει κοτζάμ άνδρες, αλλά παραμένουν καθηλωμένοι στη βρεφική ηλικία ως προς το ζήτημα της ανάληψης ευθυνών. Συντηρούνται από τη θεία τους, ώς τη στιγμή που αυτή αγανακτεί και τους πετάει έξω από το σπίτι, αναγκάζοντάς τους να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και να πάρουν την απόφαση να εργαστούν.

Πολύ αυταρχική είναι και η πλούσια θεία του Λούλη (Άννα Παϊτατζή,

175. .Μεταφορά της κωμωδίας των Αλέκου Σακελλάριου - Χρήστου Γιαννακόπουλου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Παρκ», από το θίασο Βασίλη Λογοθετίδη, το καλοκαίρι του 1956" θέατρο 57, ό.π., σ. 30-31" Θρύλος, ό.π., τ. Ζ', σ. 118-119' Δελβερούδη, «...κοινωνικές αλλαγές της μεταπολεμικής εποχής στην οθόνη», ό.π., σ. 167-168.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/141.gif&w=600&h=915

Γιάννης Γκιωνάκης, Κορόιδο γαμπρέ, 1962, σενάριο Νίκος Τσιφόρος, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης). Ο Λούλης είναι αφελής, αλλά και η θεία τον ελέγχει στα ερωτικά ζητήματα, τον αποπαίρνει συνεχώς, του μιλά υποτιμητικά. Η έλλειψη εξυπνάδας και η ανεύθυνη συμπεριφορά του δικαιολογούν όχι βέβαια την κακομεταχείριση, αλλά τουλάχιστον τη χειραγώγηση του. Όταν αποφασίζει να δουλέψει, δηλαδή να ωριμάσει, η θέση της θείας αποδυναμώνεται εντελώς.

Η θεία του Πέτρου (Σταύρος Παράβας, Έκλεψα τη γυναίκα μου, 1964, σενάριο Γιώργος Ολύμπιος, σκηνοθεσία Κώστας Στράντζαλης) τον πιέζει να παντρευτεί, για να μη χαθεί η συνέχεια της οικογένειας, και του φέρνει διάφορες νύφες, προκειμένου να τον πείσει να διαλέξει μία από αυτές. Στην Προξενήτρα (1966, Νίκος Αβραμέας) η θεία Γεωργία (Γεωργία Βασιλειάδου), εμφανώς χαμηλότερης οικονομικής επιφάνειας από τις προηγούμενες, έχει μεγαλώσει και έχει σπουδάσει τον ανιψιό της Γιώργο (Ερρίκος Μπριόλας). Μολονότι εκείνος είναι πλέον οικονομικά ανεξάρτητος, εκείνη, με τη μεγαλύτερη κοινωνική της πείρα, διαλέγει σύζυγο για λογαριασμό του- απορρίπτει την πλούσια, αλλά άστατη αρραβωνιαστικιά του και ενθαρρύνει τη σχέση του με την ταπεινή και έντιμη Νανά. Η ηθική υποχρέωση του νέου απέναντι στη θεία, που του συμπαραστάθηκε στα παιδικά του χρόνια, είναι τόσο μεγάλη, ώστε αυτός υπακούει χωρίς συζήτηση στις αποφάσεις της — άλλωστε, η επιλογή της είναι πιο εύστοχη από τη δική του.

Είδαμε παραπάνω ότι πολλοί νέοι εμφανίζονται να εκμεταλλεύονται οικονομικά τον πατέρα, τη μητέρα ή τα αδέλφια τους, όμως κανένας από αυτούς δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τόσο ανάλγητα τον ενδεχόμενο θάνατο του γονιού ή των αδελφών του, έστω και αν επρόκειτο να τους κληρονομήσει" ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θα φαινόταν αστείο, γιατί θα πρόσβαλλε τα αποδεκτά αισθήματα που οφείλουν να τρέφουν τα μέλη μίας πυρηνικής οικογένειας μεταξύ τους. Το γεγονός ότι τα ανίψια παρουσιάζονται τόσο άκαρδα απέναντι στους θείους και στις θείες τους, σε μερικές περιπτώσεις, δείχνει μία μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους άτεκνους και στους γονείς. Όσο καλά και αν φέρεται, τυπικά τουλάχιστον, ο άτεκνος θείος ή θεία, δεν αποκλείεται να αντιμετωπίσει την κακόβουλη σκέψη και την αχαριστία του —παραστρατημένου— ανιψιού, πράγμα που αποκλείεται να συμβεί στον πατέρα ή στη μητέρα του, όσο αυταρχικοί και αν είναι. Όπως δεν είναι σίγουρο ότι οι νέοι θα βρουν την αγάπη στην οικογένεια των θείων τους, έτσι και ο σεβασμός που οφείλεται στο φυσικό γονιό είναι ο μόνος απαρέγκλιτος. Από αυτή την άποψη, οι θείοι που μεγαλώνουν ανίψια δεν ξέρουν ποτέ τι τους περιμένει. Πάντως, τα κορίτσια φαίνονται ακίνδυνα σε σχέση με τα αγόρια, αφού οι νέες όχι μόνο δεν φαντασιώνουν το θάνατο του θείου ή της θείας τους, αλλά, αντίθετα, τους παρέχουν άνετη ζωή με την περιουσία τους (π.χ. η Πέγκυ στο Εκατό χιλιάδες λίρες).

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/142.gif&w=600&h=915

Όμως, και οι νέοι προσφέρουν κηδεμονία στη θεία τους, η οποία —ως γυναίκα— την έχει ανάγκη. Ο Φώτης (Ελα στο θείο) προσγειώνει συχνά την ελαφρόμυαλη θεία Ελένη (Λέλα Πατρικίου), επαναφέροντάς τη στο δρόμο τής πραγματικότητας και της λογικής. Σε αυτή τη σχέση η ηλικιακή ιεραρχία υποχωρεί στην ιεραρχία κατά φύλο, σε αντίθεση με παραδείγματα μητέρας-γιου ή γιαγιάς-εγγονού, όπου ο σεβασμός και η υποταγή στη μητρική θέληση είναι πιο έκδηλα.

Τα παραδείγματα με τη συμβίωση εξαδέλφων δεν είναι πολλά. Φαίνεται ότι, όταν δεν υπάρχουν γονείς στη μέση, η σχέση ανάμεσα στις εξαδέλφες είναι φιλική. Λείπουν οι τάσεις εξουσίας, προσφέρονται ηθική στήριξη και φιλοξενία, χωρίς απαίτηση υπακοής. Στο Ποια είναι η Μαργαρίτα η εξαδέλφη, που έχει πρώτη εγκατασταθεί στην Αθήνα, δέχεται να φιλοξενήσει τη Μαργαρίτα: αυτός είναι ο κανόνας, που διευκολύνει τη μετάβαση από την επαρχία στην πόλη.176 Ο επαρχιώτης βρίσκει στέγη και καθοδήγηση μέχρις ότου συνηθίσει την πρωτεύουσα και το διαφορετικό τρόπο ζωής. Έτσι, και η Ρένα (Πόπη Λάζου) είναι φιλική, συμπαραστέκεται στη Μαργαρίτα, αναζητά λύση στα προβλήματά της, τη γνωρίζει στις παρέες της, την καθησυχάζει και της βρίσκει δουλειά. Μπορεί οι αδελφές να μην αναπτύσσουν παρόμοιες σχέσεις, λόγω του ανταγωνισμού, όμως οι εξαδέλφες δείχνουν τρυφερότητα και αλληλεγγύη, που σπάνια συναντάμε ανάμεσα σε γυναίκες, τουλάχιστον στις κωμωδίες.

Θύμα των συγγενών του από το χωριό πέφτει ο Σωτήρης (Νίκος Τσούκας, Πώς καταντήσαμε, Σωτήρη, 1972, σενάριο Λάζαρος Μοντανάρης, σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος). Όταν μαθαίνουν ότι απέκτησε οικονομική άνεση, καταφθάνουν και του ζητούν να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες τους. Ο γαμπρός του του ζητά τώρα προίκα, η εξαδέλφη του ονειρεύεται να γίνει η νέα Βουγιουκλάκη, ο συμπολεμιστής του πατέρα του του ζητά δανεικά. Στην κωμωδία του Τατασόπουλου περιγράφεται η δύσκολη θέση του νέου που ήρθε από το χωριό του στην πρωτεύουσα, κατάφερε με μεγάλη δυσκολία, και ακόμα με μεγαλύτερη τύχη να εγκατασταθεί με κάποια άνεση και να αποκτήσει μία καλή δουλειά, και τώρα πρέπει να γίνει το αποκούμπι συγγενών, που ζητούν επίσης να βελτιώσουν τη ζωή τους.

176. Πβ. Καραποστόλης, ό.π., σ. 112" Μαρίνα Πετρονώτη, Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων: όψεις και αλληλεπιδράσεις με τη διαδικασία επαγγελματικής κινητικότητας, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σ. 25-27.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/143.gif&w=600&h=915

4. ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Οι περισσότερες νέες εμφανίζονται λοιπόν ενταγμένες σε οικογένεια, ή τουλάχιστον ζουν με κάποιο συγγενή ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Μία ηθική κοπέλα δεν μπορεί να κατοικεί μόνη της. Τέτοιες περιπτώσεις επισύρουν την περιέργεια, την καχυποψία και την κατακραυγή.177 Οι περιπτώσεις κοριτσιών που ζουν μόνα ή παρουσιάζονται εκτός οικογενειακού πλαισίου, αν εξαιρέσουμε αυτά που έχουν πάρει τον κακό δρόμο, είναι πολύ λίγες κατά τη δεκαετία του 1950. Μερικές αφορούν κοπέλες που έχουν χάσει τους γονείς τους και φιλοξενούνται από συγγενείς. Μία τέτοια συγκατοίκηση δεν είναι ανέφελη, όπως ήδη διαπιστώσαμε. Η δυσαρμονία που κάποια στιγμή ανακύπτει στις σχέσεις της νέας με αυτούς την οδηγεί στην απομάκρυνση της και στην αναζήτηση άλλου καταφύγιου.

Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στα Τέσσερα σκαλοπάτια, όπου η Ρένα εγκαταλείπει για λόγους αξιοπρέπειας την οικογένεια του θείου της. Για να καταφέρει να επιβιώσει, μεταμφιέζεται σε αγόρι. Έτσι, βρίσκει πιο εύκολα δουλειά, και κυρίως δεν γίνεται στόχος και σεξουαλική λεία των ανδρών.

Το πόσο μία νέα που μένει μόνη κινεί την καχυποψία φαίνεται στο Προπαντός ψυχραιμία (1951, σενάριο Μ. Φωτόπουλος — Στ. Μήτρου, σκηνοθεσία Ντίνος Ηλιόπουλος - Μίμης Φωτόπουλος) : για να την αποδεχθούν οι γονείς του μνηστήρα της Τηλέμαχου (Γιάννης Γκιωνάκης), η Καίτη (Άννα Κυριακού) αναγκάζεται να «νοικιάσει» δύο θείους και να τους εμφανίσει ως οικογένειά της. Η μητέρα του Τηλέμαχου (Λέλα Πατρικίου) θεωρεί την ορφάνια της Καίτης «ύποπτη! κοπέλα αγνώστου προελεύσεως!», ενώ φαίνεται ότι οι αντιρρήσεις της δεν αποτελούν προσωπική ιδιοτροπία.

Τα επόμενα χρόνια εμφανίζονται σε μικρό αριθμό κωμωδιών κοπέλες που ζουν όχι εντελώς μόνες, αλλά με φίλες τους, πάντοτε επειδή δεν έχουν φυσική οικογένεια και στενούς συγγενείς για να μείνουν μαζί τους. Οι κοπέλες αυτές είναι υποχρεωμένες να εργαστούν για να ζήσουν. Είναι επίσης υποχρεωμένες να προστατεύουν μόνες τους τον εαυτό τους. Θεωρούνται τα πλέον εύκολα θύματα και κινδυνεύουν πολύ συχνά από κάθε λογής αρσενικά που συναντούν.

Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν στοιχεία που να αναφέρονται σε πραγματικά δεδομένα επί του θέματος, δηλαδή κατά πόσον αποτελεί κοινωνική συνήθεια η συγκατοίκηση νέων γυναικών και αν με αυτόν τον τρόπο κάποιες που έρχονται μόνες τους από την επαρχία στην πόλη καλύπτουν την ανάγκη της στέγης. Θα πρέπει να επισημάνουμε ωστόσο ότι ο αμερικανικός κινηματογράφος βρίθει από τέτοιου είδους συγκατοικήσεις, αφού αυτός είναι ο κανόνας της αγ-

177. Πβ. Ιγγλέση, Πρόσωπα γυναικών..., ό.π., σ. 180.

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/144.gif&w=600&h=915

αγγλοσαξονικής ζωής: τα ενήλικα παιδιά απομακρύνονται από την οικογένεια, εργάζονται για να συντηρούν τον εαυτό τους και συγκατοικούν με άτομο ή άτομα του ίδιου φύλου, για να μοιράζονται τα πάγια έξοδα της καθημερινότητας. Είναι λοιπόν πιθανό να εμπνέονται οι σεναριογράφοι από ανάλογες ιστορίες, τις οποίες προσαρμόζουν στα υπόλοιπα δεδομένα της σύγχρονης πραγματικότητας, ώστε να τις καθιστούν οικείες στο κοινό.

Στην Ωραία των Αθηνών η Τόνια και η Κλάρα (Γκέλυ Μαυροπούλου, Σπεράντζα Βρανά) είναι φίλες και συγκάτοικοι. «Είμαστε ελεύθερες, δεν έχουμε περιορισμούς' περιοριζόμαστε μόνες μας», λέει η Τόνια στον Νότη (Μίμης Φωτόπουλος).

Ο λόγος για τον οποίο οι κοπέλες ζουν μόνες συνήθως δεν αποκαλύπτεται. Γενικά και αόριστα, έχουν χάσει τους γονείς τους. Μόνο η Μαίρη (Άννα Συνοδινού) στο Δολλάρια και όνειρα (1956, Ίων Νταϊφάς) εξομολογείται ότι οι γονείς της σκοτώθηκαν στον Πόλεμο και ότι μία φίλη της μητέρας της την πήρε μαζί της στο λύκειο που διηύθυνε.

Ο Πόλεμος και η ταραγμένη περίοδος που ακολούθησε είναι τα ιστορικά και κοινωνικά αίτια εξαιτίας των οποίων οι οικογένειες στις κωμωδίες δεν εμφανίζονται στην πλήρη μορφή τους· όπως είδαμε, συχνά λείπει ο ένας ή και οι δύο γονείς, και το νεαρό ορφανό άτομο είτε στηρίζεται από τα μεγαλύτερα αδέλφια ή άλλα συγγενικά πρόσωπα είτε ζει χωρίς οικογένεια. Όσο και αν το θέμα αντιμετωπίζεται διακριτικά, για πολιτικούς λόγους, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, είναι γεγονός ότι πολλοί νέοι που, βάσει του σεναρίου, γεννήθηκαν λίγο πριν από τον Πόλεμο εμφανίζονται στις κωμωδίες χωρίς στενή οικογένεια. Το κωμικό είδος, από τη φύση του, δεν θα μπορούσε να δώσει διαστάσεις σε ένα τραγικό ζήτημα, οπότε παρουσιάζει κάποια δεδομένα του, χωρίς να τα σχολιάζει. Θα ήταν ενδιαφέρουσα ωστόσο η σύγκριση με δημογραφικές μελέτες, για να φανεί αν η διαφοροποιημένη σύνθεση των πλασματικών οικογενειών των κωμωδιών ανάμεσα στις δεκαετίες 1950 και 1960 ανταποκρίνεται πράγματι στην αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων. Παράγοντες που επηρεάζουν τη θνησιμότητα των ατόμων σε μεσαίες ηλικίες ενδεχομένως υποχωρούν προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Γεγονός είναι ότι στις κωμωδίες της δεκαετίας του 1960 γονείς και των δύο φύλων είναι συχνότερα παρόντες στην οθόνη.

Οι κοπέλες που είναι μόνες εμφανίζονται πάντα δυναμικές· πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να βελτιώσουν τη θέση τους. Μπορούν να βάζουν όρους και να οδηγούν τα πράγματα στη λύση που επιθυμούν. Οπωσδήποτε, η μεγαλύτερη κοινωνική εμπειρία τους λειτουργεί θετικά για τις ίδιες και συχνά ευεργετικά για τους ανθρώπους με τους οποίους πρόκειται να παντρευτούν. Η Νανά (Σπεράντζα Βρανά) στο Έλα στο θείο δεν χρειάζεται συγγενείς για να πιέσει τον Αντώνη να την παντρευτεί. Ο Αντώνης άγεται και

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/145.gif&w=600&h=915

φέρεται από το θείο του, γιατί εξαρτάται από το χαρτζιλίκι του- η Νανά δεν υπόκειται σε παρόμοιες δουλείες. Οι απόψεις της είναι ξεκάθαρες, τα λόγια της σταράτα. Η λαϊκή της καταγωγή δικαιολογεί το δυναμισμό της. Δεν έχει τη μικροαστική αξιοπρέπεια και τους μαλακούς τρόπους των περισσότερων συνομηλίκων της. Επάξια κατέχει τον αρχηγικό ρόλο στο ζευγάρι, ενώ ο θείος (Γιάννης Ιωαννίδης) δεν διστάζει καθόλου να εμπιστευτεί τον ανεπρόκοπο ανιψιό του στα χέρια της.

Στο διάστημα της εξαετίας 1954-1959 καταγράφονται μετρημένες στα δάκτυλα περιπτώσεις κοριτσιών που ζουν χωρίς οικογενειακή προστασία, ενώ οι νέοι χωρίς οικογενειακό πλαίσιο είναι πολλαπλάσιοι.

Αυτές οι αναλογίες είναι αναμενόμενες σε μία κοινωνία που θεωρεί προϋπόθεση της ηθικής του κοριτσιού τη στενή επίβλεψη από το οικογενειακό περιβάλλον. Η ύπαρξη και μόνο του οικογενειακού πλαισίου αποτελεί τεκμήριο ότι η νέα δεν αφήνεται στην αυτοπροστασία της ηθικής της. Στην πραγματικότητα, η κοινωνία δεν θεωρεί ότι η νέα μπορεί να προστατευτεί μόνη της, ότι έχει αρκετές αντιστάσεις ώστε να αποφεύγει τις παρεκτροπές. Το οικογενειακό πλαίσιο συνιστά το κοινωνικό άλλοθι, τον εφησυχασμό ότι κάποιος άλλος —πατέρας, μητέρα, αδελφός, θεία— φροντίζει για την προστασία της νέας από τους ηθικούς κινδύνους. Από την άλλη μεριά, οι ίδιες οι ταινίες δείχνουν πόσο η κοπέλα αποτελεί εύκολη λεία, ακόμα και όταν περπατάει μόνη της στο δρόμο, χωρίς να δίνει το παραμικρό δικαίωμα, πώς την πλησιάζουν οι άνδρες για να της επιτεθούν είτε με πειράγματα είτε με χειρονομίες (Ο γυναικάς" Οι σκανδαλιάρηδες). Στον εργασιακό χώρο επίσης, όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο, οι κοπέλες αντιμετωπίζουν με μεγάλη συχνότητα σεξουαλικές επιθέσεις από τα αφεντικά τους (Η μουσίτσα· Άνδρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω, 1960, Μαρία Πλυτά" Το κλωτσοσκούφι" Αχ! και νά 'μουν άνδρας, 1966, Στέφανος Φωτιάδης178).

Πάντως, πολύ καλά τα βγάζουν πέρα οι τρεις φίλες και συγκάτοικοι στο Ψιτ! κορίτσια (1959, σενάριο Άλκης Παπάς - Σάκης Καρβέλης, σκηνοθεσία Άλκης Παπάς), καθώς και η Αλίκη (Αλίκη Βουγιουκλάκη) με τη νεανική της συντροφιά στη Μουσίτσα. Αν αναλύσουμε τις περιπτώσεις των κοριτσιών χωρίς οικογένεια, θα δούμε ότι δεν λείπουν οι ικανότητες από τις κοπέλες, αλλά η δυνατότητα να τις εμφανίσουν, αφού ζουν μέσα σε αλλεπάλληλες προστασίες και κηδεμονίες. Όταν η κηδεμονία απουσιάζει, τότε τα προσόντα, ηθικά και ψυχολογικά, βγαίνουν στην επιφάνεια.

178. Μεταφορά της κωμωδίας του Στέφανου Φωτιάδη Ο Αλέκος είναι γυναίκα, που ανεβαίνει στο θέατρο «Μπουρνέλλη», από το θίασο Χρήστου Ευθυμίου - Γκέλυς Μαυροπούλου - Διονύση Παπαγιαννόπουλου, την 1η Μαρτίου 1962· Θέατρο 62, ό.π., σ. 44, 292" Θρύλος, ό.π., τ. Θ', σ. 58-59.

Σελ. 145
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 126
    

    ενοχή, ενώ οι ιδέες του Βασίλη τον καθιστούν γελοίο στα μάτια του θεατή, λόγω της υπερβολής με την οποία διατυπώνονται.

    Ο αδελφός αισθάνεται την υποχρέωση να συμπεριφέρεται αυστηρά, όμως αυτό γίνεται περισσότερο για τα μάτια του κόσμου, παρά γιατί ο ίδιος έχει ειλικρινείς αντιρρήσεις. Η μεγάλη ανάγκη του να απολογείται στο κοινωνικό περιβάλλον καταλύει τη λογική και ακυρώνει το συμφέρον του.184 Όμως, όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1960, οι βίαιες αντιδράσεις σε θέματα τιμής παρουσιάζονται ως υπερβολικές και επί της ουσίας αντιφατικές. Ο Πολύδωρος (Ο παπατρέχας, 1966) αφενός επιτρέπει τις νυκτερινές εξόδους της αδελφής του σε νάιτ κλαμπ, ελπίζοντας να γνωρίσει εκεί η Ναυσικά, ή Νάνσυ (Νίτσα Μαρούδα), κανένα γαμπρό, αφετέρου την ξυλοφορτώνει, όταν κάνει έφοδο στο κέντρο και τη βλέπει να χορεύει με έναν νεαρό.

    Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η συμπεριφορά των τριών αδελφών τής Άννας (Κώστας Βουτσάς, Γιάννης Βογιατζής, Χρήστος Δοξαράς, Ζωή Λάσκαρη, Μια κυρία στα μπουζούκια, 1967, Γιάννης Δαλιανίδης) παρωδεί την αυστηρότητα και δείχνει πόσο η φύλαξη των κοριτσιών είναι μακριά από τα τρέχοντα ήθη. Κάθε μέρα ένας από τους τρεις μένει στο σπίτι για να τη φυλάει. «Κοντεύετε να με κάνετε καλόγρια εδώ μέσα. Δε θα βγεις έξω, δε θα βάλεις κοντή φούστα, δε θα δουλέψεις, φτάνει πια, ώς εδώ», εκρήγνυται η Άννα, που αποφασίζει, από ασήμαντο κορίτσι της γειτονιάς, να διεκδικήσει έναν τίτλο στα καλλιστεία, ώστε να αναγνωριστούν τα προσόντα της και να κάνει κάτι στη ζωή της. Το γεγονός ότι τα αδέλφια αποδέχονται αυτή τη συμμετοχή, δηλαδή μία ακραία αλλαγή, αδιαμαρτύρητα, και μάλιστα εμφανίζονται στο κέντρο την κρίσιμη βραδιά, για να την υποστηρίξουν και να τη χειροκροτήσουν, δείχνει ότι η δυναμική διεκδίκηση κάποιων δικαιωμάτων χειραφέτησης εκ μέρους των γυναικών δεν είναι εύκολο πλέον να περισταλεί. Υπάρχουν όμως άλλοι τρόποι, πιο ασφαλείς, ώστε η νέα γυναίκα να μην απομακρυνθεί από τους προδιαγεγραμμένους ρόλους: ο έρωτας και η υπόσχεση για γάμο και οικογένεια. Η Άννα εγκαταλείπει την ώρα που πρόκειται να βγει στην πασαρέλα, μόλις εμφανίζεται ο μεταμελημένος Γιώργος (Φαίδων Γεωργίτσης) και τη σφίγγει στην αγκαλιά του. Ο έλεγχος εκ μέρους της πατρικής οικογένειας είναι παρωχημένη δράση, όμως εκ μέρους του συζύγου παραμένει ακέραιος και σεβαστός.

    Στην κωμωδία Η Ωραία του κουρέα ο Γιάννης δημιουργεί σκάνδαλο σε νυκτερινό κέντρο και απειλεί τις τέσσερις αδελφές του, που βγήκαν ραντεβού χωρίς την άδειά του. Το γεγονός της μανιάτικης καταγωγής του επιτείνει την

    164. Η πίεση που ασκεί ο κοινωνικός έλεγχος και η οποία οδηγεί σε εγκλήματα τιμής αναλύεται από την Αβδελά στο Δια λόγους τιμής: Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ό.π., passim.