Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 151-170 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/151.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία η εκπαίδευση των αγοριών παραμένει προτεραιότητα.182 Οι οικογένειες προσπαθούν ακόμα και με θυσίες να τα σπουδάσουν, ώστε να μπορούν αυτά να επιτύχουν άνετη επαγγελματική αποκατάσταση, καλύτερο γάμο, μεγαλύτερη προίκα και κοινωνική άνοδο. Αν τα κορίτσια προικίζονται, τα αγόρια προωθούνται στις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας. Το σπουδασμένο παιδί θα εγκατασταθεί στην πόλη και θα ζήσει πιο εύκολη ζωή, θα έχει μία δουλειά κοινωνικά αναγνωρισμένη, σταθερό και μεγαλύτερο εισόδημα και, τέλος, θα παντρευτεί με καλύτερους όρους.183 Αντίστοιχα, η οικογένεια αναβαθμίζεται από την αίγλη του σπουδασμένου παιδιού.

Για τα κορίτσια η εκπαίδευση δεν θεωρείται το ίδιο σημαντική· οι πανεπιστημιακές σπουδές δεν τους εξασφαλίζουν ένα σύζυγο με «προίκα», ενώ η αναζήτηση εργασίας δεν είναι ακόμα γενικευμένη. Όμως, όσο περνούν τα χρόνια, τα κορίτσια διεκδικούν με επιτυχία τη θέση τους στην ανώτατη εκπαίδευση και πείθουν την οικογένειά τους να χρηματοδοτήσει τις σπουδές τους.184

Σε πολλά ελληνικά μελοδράματα οι πρωταγωνιστές είναι φτωχά παλικάρια που καταφέρνουν να σπουδάσουν ένα από τα περιζήτητα επαγγέλματα της εποχής, κυρίως γιατροί ή δικηγόροι, ενώ ταυτόχρονα εργάζονται σε χειρωνακτικές δουλειές, για παράδειγμα στην οικοδομή. Στη συνέχεια, οι σπουδές τους θα φανούν χρήσιμες για τη λύση της πλοκής, θα αποδειχθούν δηλαδή καθοριστικές στην επίλυση των προβλημάτων της ζωής τους. Οι γυναίκες δεν φαίνεται να ζουν αντίστοιχες καταστάσεις, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Στις κωμωδίες η στάση απέναντι στην εκπαίδευση είναι αμφίθυμη.185 Η σχολική και η πανεπιστημιακή μόρφωση δεν θεωρούνται απαραίτητα προσόντα στη ζωή των νέων. Ορισμένοι μάλιστα πιστεύουν ότι το πολύ διάβασμα ευθύνεται για

182. Γκιζέλης κ.ά., ό.π., σ. 34 κ.ε.

183. Νικολαΐδου, ό.π., σ. 29-30.

184. Ιγγλέση, Πρόσωπα γυναικών..., ό.π.

185. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 432-433.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/152.gif&w=600&h=915

διανοητικές διαταραχές. «Αυτά κάνουν τα πολλά γράμματα και τα πολλά διπλώματα. Και μου λες εμένα γιατί την έκανα κοπάνα απ' το σχολείο. Παρά έτσι, καλύτερα που δεν ξέρω προπαίδεια», παρατηρεί γελώντας ο Μιστόκλης (Κώστας Βουτσάς, Ό,τι θέλει ο λαός, 1964, Μάριος Αδάμης), σχολιάζοντας την παράλογη συμπεριφορά του κυρίου Νέλσον (Γιάννης Φέρμης), που κυκλοφορεί με τρικαντό.

1. ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Η εικόνα του σχολείου φαίνεται να αντικατοπτρίζει τα συναισθήματα των νέων γι' αυτό. Είναι το καθήκον από το οποίο απομακρύνονται ευχάριστα, με «σκασιαρχεία» ή «κοπάνες», όπως ο Πολύκαρπος (Κούλης Στολίγκας, Τα τρία μωρά), που προτιμά να συνοδεύει τα μεγαλύτερα αδέλφια του στο καφενείο, παρά να πηγαίνει τακτικά στο σχολείο, ή ο Μπάμπης (Οικογένεια Παπαδοπούλου), που παίζει μπιλιάρδο ή διαβάζει Μυστήριο στο Ζάππειο, ενώ η μητέρα του πιστεύει ότι μελετάει στο σπίτι ενός συμμαθητή του. Με τσιριχτά χαράς τα πιτσιρίκια στην τάξη της Μαρίνας (Γκέλυ Μαυροπούλου, Οι εννιακόσιοι της Μαρίνας, 1960, σενάριο Παναγιώτης Καγιάς, σκηνοθεσία Κώστας Δούκας - Θ. Σαντάς)186 ακούν ότι το σχολείο θα κλείσει για τις εκλογές και σηκώνονται αμέσως να φύγουν. Κάποιο μικρό, στην τάξη του Τιμολέοντα Αδάμαντα (Ορέστης Μακρής, Έξω οι κλέφτες), του πετάει μία σαΐτα την ώρα που αυτός γράφει στον πίνακα «Η αρετή αποτελεί το ύψιστον καθήκον». Κανείς δεν ομολογεί το φταίξιμο και ο Τιμολέων προσπαθεί να μάθει στα παιδιά τις βασικές κοινωνικές αξίες του θάρρους και της αποδοχής της ευθύνης. Οι δάσκαλοι θεωρούν ως σοβαρό μέρος των καθηκόντων τους την ηθική διάπλαση των μαθητών τους και αφιερώνουν πολύ χρόνο σε σωφρονιστικά κηρύγματα για να την επιτύχουν.

Το πηλήκιο, η πλάκα και το μολύβι είναι αντικείμενα που αργότερα αντικαθίστανται από τη σχολική σάκα και το περιεχόμενο της, τετράδια και βιβλία, αλλά οι καθηγητές που επιπλήττουν για αταξίες ή αργοπορία, που βάζουν γραπτή τιμωρία ή καλούν τον κηδεμόνα, για να παραπονεθούν για τις σκανταλιές του μαθητή και της μαθήτριας, παραμένουν σταθερές παρουσίες και συμπεριφορές (Διαγωγή μηδέν' Τα τρία μωρά· Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο' Χτυποκάρδια στο θρανίο, 1963, Αλέκος Σακελλάριος187).

186. Μεταφορά της κωμωδίας του Παναγιώτη Καγιά Τοπικός παράγων, που ανεβαίνει στο θέατρο «Ρεξ», από το θίασο Κοτοπούλη, το χειμώνα του 1945" Θρύλος, ό.π., τ. Δ', σ. 93-94' Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 152-153, 160-161.

187. Μεταφορά της μουσικής κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κοτοπούλη», από το θίασο Αλίκης Βουγιουκλάκη, στις 8 Δεκεμβρίου 1962" Θέα-

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/153.gif&w=600&h=915

Για τους νέους το σχολείο είναι επίσης ο τόπος των αφελών και επιτρεπτών διασκεδάσεων, της καζούρας, της πλάκας, των αστείων που οργανώνονται με τους συνομηλίκους εις βάρος των καθηγητών. Τα δύο στρατόπεδα είναι σαφώς διαχωρισμένα: από τη μία οι δάσκαλοι, που προσπαθούν να αμυνθούν, και από την άλλη οι μαθητές, που συνεχώς επινοούν νέα πειράγματα, σε μία αναζήτηση ορίων. Οι πρώτοι βρίσκονται συχνά σε απελπιστική κατάσταση και αναγκάζονται να χρησιμοποιούν όποιο μέσο καταστολής διαθέτουν — φωνές, επιπλήξεις ή χειροδικία. Εμφανίζονται ως θύματα των παιδιών, της αναίδειας και της ανεξάντλητης ζωτικότητάς τους. Στην Οικογένεια Παπαδοπούλου παρουσιάζεται μία τάξη τελειοφοίτων σχολείου αρρένων την ώρα των μαθηματικών. Κανείς δεν προσέχει τον καθηγητή. Άλλοι παίζουν ναυμαχία, άλλοι συζητούν, κάποιος κρυφοβλέπει μία σέξι φωτογραφία και κάποιος άλλος πετάει σαΐτες στον πίνακα. Ο καθηγητής (Ντίνος Ηλιόπουλος), με ψυχραιμία αλλά και αποθάρρυνση, τους βγάζει έναν-έναν έξω, ώσπου μένει μόνος. Πρόκειται για μία καθημερινή κατάσταση, όπως μαρτυρούν οι αντιδράσεις του, την οποία κανείς δεν μπορεί να αναχαιτίσει. Η χειροδικία στο Ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο είναι μία συλλογική πράξη λύτρωσης των ενηλίκων και της έννομης τάξης απέναντι στους νέους και στη δυναμική ανάδυσή τους.

Στο Διαγωγή μηδέν η τάξη θηλέων ενός χωριού κάνει κάποιες αθώες αταξίες, πειράζει τη γεροντοκόρη διευθύντρια και τον ερωτευμένο δάσκαλο (Λέλα Πατρικίου, Ντίνος Ηλιόπουλος), αλλά η αντιλογία ή η αναίδεια είναι άγνωστες στα κορίτσια. Η διευθύντρια, παρόλο που τη σέβονται και τη φοβούνται, διοχετεύει σε αυτές μητρικά αισθήματα, είναι όχι μόνο αυστηρή, αλλά και τρυφερή μαζί τους.

Αντίθετα, δέκα χρόνια αργότερα, στην πρωτεύουσα, και όχι πλέον στην επαρχία, στο Ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο η εικόνα του ιδιωτικού σχολείου δεν είναι καθόλου κολακευτική για την εκπαίδευση των κοριτσιών. Το σχολείο είναι ένας χώρος όπου τα κορίτσια συγκεντρώνονται για να διασκεδάσουν νόμιμα και συλλογικά, να κάνουν καψόνια στους καθηγητές τους και να μείνουν ατιμώρητα χάρη στα λεφτά των γονιών τους. Ο Σακελλάριος, εστιάζοντας αποκλειστικά στα κακομαθημένα πλουσιοκόριτσα, φαίνεται να πιστεύει ότι ένα τέτοιο σχολείο, που δεν τα ευαισθητοποιεί στα προβλήματα της ζωής, είναι περίπου περιττό ως θεσμός. Τα κορίτσια της ανώτερης τάξης προορίζονται ως ακόλουθοι των συζύγων τους, και όχι ως μελλοντικοί επαγγελματίες, αφού δεν πρόκειται να εργαστούν, ούτε καν στην οικογενειακή επιχείρηση. Δεν χρειάζονται επομένως τη σχολική εκπαίδευση για να αφομοιώσουν το ρόλο της κα-

Θέατρο 63, ό.π., σ. 47, 288" Θρύλος, ό.π., τ. Θ', σ. 208-209" Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 282" Αθανασάτου, Ελληνικός κινηματογράφος..., ό.π., σ. 245.

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/154.gif&w=600&h=915

καταναλώτριας, της οικοδέσποινας-διευθύντριας του υπηρετικού προσωπικού ή της συστηματικής χαρτοπαίκτριας.

Η εικόνα της ανώφελης εκπαίδευσης συμπληρώνεται από τα Χτυποκάρδια στο θρανίο, όπου η παντρεμένη φίλη (Καίτη Λαμπροπούλου) υποδέχεται την έφηβη Λίζα (Αλίκη Βουγιουκλάκη) στα καινούργια της καθήκοντα της συζύγου του κυρίου καθηγητού (Δημήτρης Παπαμιχαήλ). Αυτή τη φορά ο καθηγητής είναι γιατρός, με λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα και άφθονα χρήματα, αλλά θεωρεί αυτονόητο, χωρίς καμία συνέπεια, έστω και κοινωνική, το γεγονός να εγκαταλείψει η νεαρή γυναίκα του το σχολείο πριν πάρει το απολυτήριο της. Κανείς δεν θα παρεξηγηθεί, ούτε θα υποτιμήσει την κυρία καθηγητού, επειδή δεν τελείωσε το οκτατάξιο γυμνάσιο της εποχής.

Η Λίζα έχει γνωρίσει τον Δημήτρη ως μαθήτρια της προτελευταίας τάξης του γυμνασίου, μία μέρα που χρειαζόταν τη συνενοχή του για να κάνει σκασιαρχείο. Βρίσκεται παντρεμένη μέσα σε ελάχιστο διάστημα. Οι εξίσου πλούσιοι γονείς της δεν φέρνουν καμία αντίρρηση γι' αυτόν τον πολύ ταιριαστό, από κοινωνικο-οικονομικής απόψεως, γάμο. Ούτε τους απασχολεί η διαφορά ηλικίας του ζευγαριού, που φθάνει τα είκοσι χρόνια. Προκειμένου να αποκατασταθεί η κόρη τους με αυτόν τον πολύ κατάλληλο γαμπρό, με τον οποίο άλλωστε είναι ερωτευμένη, τα ζητήματα εκπαίδευσης και διαφοράς ηλικίας φαίνονται ανύπαρκτα. Μόνο ο Δημήτρης κάνει λόγο για το τελευταίο κάποια στιγμή, γιατί τον απασχολεί προφανώς, αλλά μετά το ξεχνά. Η μόνη που επιστρέφει στο σχολείο, όχι μόνο με τη σκέψη, αλλά και στην πράξη, είναι η Λίζα. Αλλά το κάνει κρυφά, χωρίς να το ομολογήσει στο σύζυγο ή στους γονείς της' ο Δημήτρης δίνει μεγάλη έμφαση στην απόφασή της να εγκαταλείψει το σχολείο για χάρη του, ενώ αυτή, γεμάτη ενοχή, δεν τολμά να του αποκαλύψει τις πρωινές της δραστηριότητες. Όπως παρατηρεί στο τέλος ο πατέρας της, όταν ήταν μαθήτρια το έσκαγε από το σχολείο για να μείνει σπίτι, τώρα το σκάει από το σπίτι για να πάει στο σχολείο. Το σχολείο είναι η εποχή ευτυχισμένων αναμνήσεων και ξέγνοιαστων στιγμών, το παραγέμισμα των ατέλειωτων ωρών του άεργου πρωινού της, ο τόπος όπου ξαναβρίσκεται με τις συνομήλικές της, δηλαδή με την ηλικία της και με τα αντίστοιχα καθήκοντα, αυτά της μαθήτριας. Όμως, τα καθήκοντα παραβιάζονται, η Λίζα δεν πάει ποτέ διαβασμένη, επειδή προέχουν αυτά της οικοδέσποινας. Η συμπεριφορά της μέσα στην τάξη —πάντα κουρασμένη και πάντα αδιάβαστη— είναι ακατανόητη, γιατί ούτε στο σχολείο έχει αποκαλύψει ότι είναι μία εξαίρεση, παντρεμένη.

Η Λίζα δεν θα τελειώσει το γυμνάσιο. Η εγκυμοσύνη τερματίζει οριστικά την προσπάθειά της. Τα νέα καθήκοντα της μητέρας θα την απορροφήσουν και θα γεμίσουν το χρόνο της. Αν οι παντρεμένες δεν πηγαίνουν σχολείο, όπως λέει η ίδια κάποια στιγμή, οι νεαρές μητέρες έχουν και πρακτικούς λόγους για να αποκλειστούν από αυτό. Μητέρα και σχολείο είναι ιδιότητες ασύμ-

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/155.gif&w=600&h=915

ασύμβατες. Άλλωστε, η ωριμότητα που φέρνει μαζί της η νέα κατάσταση δεν αφήνει περιθώρια νοσταλγίας για τις διασκεδάσεις της σχολικής ζωής.

Ένα ακόμα μειονέκτημα των λεγόμενων «καλών» ιδιωτικών σχολείων είναι ότι καλλιεργούν ένα πνεύμα ανωτερότητας και διάκρισης, το οποίο, αν δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τα πλουσιοκόριτσα, επηρεάζει αρνητικά τις κοπέλες των μεσαίων τάξεων. Αποκτούν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, θεωρούν ότι δεν έχουν πλέον κοινά σημεία με το περιβάλλον τους, πράγμα που τις δυσκολεύει αργότερα να διαλέξουν γαμπρό. Η οικογένεια έχει χρηματοδοτήσει σπουδές, που αντί να λύνουν δημιουργούν προβλήματα. Η Πελαγία (Ρένα Βλαχοπούλου, Η Παριζιάνα, 1969, Γιάννης Δαλιανίδης) μετανιώνει που σπούδασε την αδελφή της την Ελένη (Έρρικα Μπρόγερ) στις «Καλόγριες», επειδή τώρα κανένας υποψήφιος δεν είναι αρκετά καλός γι' αυτήν.

Υπάρχει όμως και ο αντίποδας. Τη Λίζα (Νίκη Λινάρδου, Καλώς ήλθε το δολλάριο), ένα λαϊκό κορίτσι, προφανώς από φτωχή οικογένεια, τη σταμάτησαν από το σχολείο όταν πέθανε ο πατέρας της, και έκλαιγε γι' αυτό μια βδομάδα. Είναι ξύπνια, μαθαίνει αμέσως τα αγγλικά που της διδάσκει ο Φίλιππος, αυτή «τ' αγαπούσε τα γράμματα». Για τους μη προνομιούχους ο Σακελλάριος κρατάει τη θέση της υπεράσπισης. Η εκπαίδευση γι' αυτούς είναι αξία που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει καλύτερη τύχη.

Αν η εικόνα του σχολείου ως τόπου διασκέδασης συνυφαίνεται με τα παιδιά των οικονομικά ισχυρών στρωμάτων, στα ασθενέστερα στρώματα το σχολείο προβάλλεται ως επιδίωξη, ακριβούς επειδή μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους προς το καλύτερο. Στην Οικογένεια Χωραφά, μολονότι οι γονείς έχουν κάθε λόγο να στηριχθούν στο παραδοσιακό σχήμα και να βοηθηθούν από τα μεγαλύτερα παιδιά τους τόσο μέσα στο σπίτι όσο και στο εισόδημα, δεν το δέχονται, γιατί προτιμούν αυτά να μορφωθούν. Η κόρη τους γνωρίζει επίσης έναν πλούσιο νέο, όμως θέτει η ίδια όρο ότι θα παντρευτεί αφού τελειώσει το σχολείο. Και ο πατέρας δεν δέχεται να βγει ο δωδεκάχρονος γιος του στο μεροκάματο, επειδή η πενιχρή αμοιβή του δεν θα αντισταθμίζει την απώλεια τ co ν σχολικών σπουδών.

Και για τα παιδιά της επαρχίας το σχολείο είναι πολύ χρήσιμο. Όνειρο του αρχιμουσικού της τοπικής φιλαρμονικής (Κώστας Χατζηχρήστος, Ενα μπουζούκι αλλιώτικο από τ' άλλα, 1970, σενάριο Βασίλης Χριστοδούλου, σκηνοθεσία Κώστας Χατζηχρήστος) είναι να πάει στην πρωτεύουσα, να κερδίσει αρκετά χρήματα και να γυρίσει στο χωριό του για να χτίσει ένα γυμνάσιο. Πραγματοποιεί την υπόσχεση του όταν πιάνει δουλειά σε μπουζουξίδικα, παραγνωρίζοντας την προσωπική του απέχθεια για το συγκεκριμένο μουσικό είδος. Γι' αυτόν είναι πιο σημαντικό να μάθουν τα παιδιά περισσότερα γράμματα από όσα τούς εξασφαλίζει το δημοτικό σχολείο, του οποίου ο ίδιος υπήρξε μαθητής. Υπηρετώντας μία μουσική που του είναι καταρχήν δυσάρεστη,

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/156.gif&w=600&h=915

αλλά του εξασφαλίζει πολλά χρήματα, πραγματοποιεί έναν κοινωφελή σκοπό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αναδεικνύονται δύο εύκολες πηγές πλουτισμού, το ποδόσφαιρο και τα λαϊκά τραγούδια. Όποιος παίζει καλή μπάλα μπορεί να μπει σε πρωταθλητική ομάδα και να κερδίζει ανέλπιστα χρήματα, ενώ όποιος ξέρει μπουζούκι μπορεί να παίζει σε νυκτερινό κέντρο και να βγάζει από χίλιες ώς δυόμισι χιλιάδες δραχμές τη βραδιά, το ισόποσο ενός υπαλλήλου γραφείου με απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου. Οι νέοι που δεν τα καταφέρνουν καλά στα γράμματα αισθάνονται ότι υπάρχουν και γι' αυτούς διέξοδοι, και μάλιστα προσοδοφόρες. Ο Πασχάλης (Τάσος Γιαννόπουλος, Το πιο γρήγορο μπουζούκι, 1973, σενάριο Κώστας Νικολαΐδης— Ηλίας Λυμπερόπουλος, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας), ένας μαθητής που δεν «παίρνει» τα γράμματα, έρχεται στην Αθήνα για να φοιτήσει σε κάποια τεχνική σχολή, για να μπορέσει και αυτός να κάνει μία αξιοπρεπή δουλειά στη ζωή του. Ένας συγχωριανός του τον πληροφορεί για τα μεροκάματα των μπουζουκιών και τον παροτρύνει να εγκαταλείψει τις σπουδές του ηλεκτρονικού και να αναζητήσει την τύχη του στα μπουζούκια. Ο δάσκαλος του (Μάκης Δεμίρης) αποδεικνύεται πολύ ικανός και γρήγορα ο Πασχάλης κατακτά την πρώτη θέση στο πάλκο.

Η μουσική εκπαίδευση, η φοίτηση στα ωδεία και το πάθος για την κλασική μουσική αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιφύλαξη από τους συντελεστές και προσλαμβάνουν αρνητική χροιά στις κωμωδίες. Όσοι αγαπούν την κλασική μουσική εμφανίζονται να περιφρονούν τη λαϊκή μουσική, η οποία από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει μεγάλες δόξες. Γρήγορα η πραγματικότητα τους δίνει ένα καλό μάθημα. Στο έργο Και οι δεκατέσσερις ήταν υπέροχοι ο Μένης (Γιώργος Πάντζας), δάσκαλος της μουσικής, προσπαθεί να διδάξει σε μερικά παιδάκια ένα αφελές τραγούδι. Αυτά είναι παράφωνα και παίζουν άθλια τα όργανά τους. Θέλει να τους εμφυσήσει την αγάπη για την κλασική μουσική, αλλά αυτά στρέφονται αυτόματα προς τις επίκαιρες λαϊκές επιτυχίες. Η προσπάθειά του εμφανίζεται ως μάταιη" αλλού πάει η εποχή. Επειδή και ο ίδιος έχει ξεπερασμένη εμφάνιση και συμπεριφορά, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο. Αντίστοιχα, δεν λειτουργούν ως πρότυπο και οι διδαχές του. Αφού τα παιδιά προτιμούν τα λαϊκά τραγουδάκια, δεν χρειάζεται να μάθουν τον Σοπέν.

Η σύγκρουση δεν είναι μόνο ανάμεσα σε ό,τι θεωρείται ξενόφερτο και «ελληνικό». Τοποθετείται και σε πλαίσιο ταξικής διαφοράς. Ο Ανδρέας (Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Το πιο λαμπρό αστέρι) είναι αριστοκράτης, έστω και νυν φτωχός, σπουδάζει στο ωδείο, περιφρονεί τα λαϊκά τραγούδια και ορκίζεται ότι ποτέ του δεν θα εργαστεί σε μπουζουκομάγαζο, ακόμα και αν αυτό πρόκειται να τον σώσει οικονομικά. Η υπεροπτική για τις προτιμήσεις του μεγάλου κοινού στάση του δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητη. Ο σεναριογράφος τα

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/157.gif&w=600&h=915

φέρνει έτσι που ο Ανδρέας, υποκύπτοντας σε πολλαπλούς εκβιασμούς, γίνεται αστέρι του λαϊκού τραγουδιού και εγκαταλείπει για πάντα το ωδείο.

Η εκμάθηση ξένων γλωσσών μπαίνει ιδιαίτερα στη ζωή των κοριτσιών, και πολλές, όταν αναζητούν θέση γραμματέα, αναφέρουν τη γνώση δύο ή τριών γλωσσών ανάμεσα στα προσόντα τους (Ένα κορίτσι για δύο· Μοντέρνα Σταχτοπούτα, 1965, Αλέκος Σακελλάριος" Μιας πεντάρας νειάτα). Η Καίτη (Άννα Φόνσου, Η παιχνιδιάρα) ήρθε από τη Χαλκίδα στην Αθήνα για να μάθει ξένες γλώσσες. Μερικές όμως, όπως η Μαίρη (Άννα Μαντζουράνη, Ο Μιχαλιός του 14ου Συντάγματος, 1962, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Απόστολος Τεγόπουλος - Κώστας Χατζηχρήστος) και η Πόπη (Βίκυ Βανίτα, Έμπαινε, Μανωλιό, 1970, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), χρησιμοποιούν τη φοίτηση τους ως μία ευκαιρία εξόδου από το σπίτι και συναντήσεων με τον αγαπημένο τους.

2. ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΖΩΗ

Οι εικόνες από τη φοιτητική ζωή στις κωμωδίες είναι περιορισμένες- συνδυάζονται είτε με την παράβαση των φοιτητικών υποχρεώσεων είτε με τη διακωμώδηση των επιμελών φοιτητών, βάλλουν δηλαδή και προς την αποδοχή της φοιτητικής ιδιότητας και προς την απόρριψή της, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Οι φοιτητές παρουσιάζονται με έναν έντονα προκατασκευασμένο τρόπο, ως ένα στοιχείο το οποίο οι σεναριογράφοι δεν γνωρίζουν από κοντά, και γι' αυτό το παραθέτουν με ελάχιστες παραμέτρους. Θα πρέπει όμως να πούμε ότι κάτι ανάλογο ισχύει και για την παρουσίαση των διαφόρων επαγγελμάτων. Εντέλει, η ιδιότητα του φοιτητή χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ηθικά και να σηματοδοτήσει εύκολα και γρήγορα μία νεανική ομάδα που κινείται σε δύο πόλους: του τεμπέλη, που κοροϊδεύει τους δικούς του και την κοινωνία, και αυτού που ξεκινάει από χαμηλά, αλλά θέλει να γίνει κάτι στη ζωή του.

Ένα σεναριακό στερεότυπο που αφορά τους φοιτητές είναι η αδιαφορία τους για τις σπουδές τους. Πολλές φορές οι σπουδές είναι άλλοθι για τεμπελιά, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε αξιόποινες πράξεις. Ο Λάκης, βολεμένος στο σπίτι του θείου του Τζόρτζη (Στέφανος Ληναίος, Αλέκος Αλεξανδράκης, Το κλωτσοσκούφι), εύκολα αντιπαρέρχεται τις παραινέσεις της μητέρας και της θείας του για να πάρει επιτέλους το πτυχίο του. Μάλλον ζει μία άσωτη ζωή, όπως φαίνεται από την επίθεση που κάνει στη Μαίρη, τόσο στο λούναπαρκ, όπου αυτή εργάζεται, όσο και στο σπίτι. Η δεύτερη επίθεση, μία απόπειρα βιασμού, είναι βαριά ηθική μομφή για τον νέο, του οποίου η ανευθυνότητα καλλιεργείται από το περιβάλλον του. Ο Σακελλάριος και ο Γιαννακόπουλος δεν χαρίζονται, όπως είδαμε, στους πλουσίους, για τους οποίους η μόρ-

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/158.gif&w=600&h=915

μόρφωση αποτελεί κοινωνικό άλλοθι. Σε μία εποχή όπου οι σπουδές κοστίζουν ακριβά και δεν είναι προσιτές στον καθένα, τα παιδιά των πλουσίων βρίσκονται στην προνομιακή θέση να πληρώνουν και να χαραμίζουν ένα αγαθό που άλλοι, αν και ενδιαφέρονται σοβαρά, δεν μπορούν να αποκτήσουν.

Παρόμοια περίπτωση είναι ο Ντίνος (Σταύρος Παράβας, Δέκα μέρες στο Παρίσι, 1962, σενάριο Νίκος Τσιφόρος — Πολύβιος Βασιλειάδης, κινηματογραφική διασκευή Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Ορέστης Λάσκος)-188 υποτίθεται ότι μελετά ποινικό δίκαιο την ώρα που παίζει χαρτιά σε παράνομη λέσχη. Η εύπορη οικογένειά του του παρέχει τη δυνατότητα να σπουδάσει, αλλά όχι και τα χρήματα που απαιτούνται για τα χρέη του. Ο Ντίνος δεν διστάζει γι' αυτόν το λόγο να αφαιρεί κρυφά μικροαντικείμενα από το σπίτι, δηλαδή να κλέβει. Η εικόνα του νεαρού φοιτητή δεν είναι αξιοζήλευτη, ώς τη στιγμή που η Κικίτσα (Άννα Μαντζουράνη) αναλαμβάνει τα ηνία της σχέσης τους και του επιβάλλει να πάρει το πτυχίο της Νομικής. Επίσης, ο Δημήτρης (Νίκος Λυκομήτρος, Ό,τι θέλει ο λαός), που χαρτζιλικώνεται από τον πατέρα του, δεν ενδιαφέρεται να πάρει το δίπλωμα της Νομικής, μέχρι τη στιγμή που η Ρένα (Μίκα Φλωρά) τον πιέζει να παντρευτούν. Αλλη μία περίπτωση νέου, πλούσιου και αργόσχολου, που κοροϊδεύει το περιβάλλον του ότι μελετά συνεχώς για την επιστήμη του, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζει με μανία Μικρό ήρωα είναι ο Πέτρος (Νίκος Παπαναστασίου, Φουκαράδες και λεφτάδες). Μέσω του Πέτρου προβάλλεται, έστω και φευγαλέα, μία αρνητική εικόνα για τους φοιτητές, οι οποίοι σκιαγραφούνται ως τεμπέληδες και κοινωνικά παράσιτα. Οι δύο φοιτητές της φιλοσοφίας (Ο κούκλος, 1968, σενάριο Κώστας Τοσίου, σκηνοθεσία Νίκος Οικονόμου - Στέλιος Τζάκσον) έχουν παρατήσει τις σπουδές τους στο τρίτο έτος, απορροφημένοι από δύο γειτονοπούλες τους.

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η αδιαφορία των νέων για τις σπουδές τους είναι η ιδιαίτερη αγάπη τους στον ύπνο" από τις πανεπιστημιακές παραδόσεις προτιμούν το κρεβάτι τους, στο οποίο περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας (Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι).

Τα παραπάνω παραδείγματα αναφέρονταν σε γόνους πλούσιων οικογενειών. Όμως, η φοιτητική τεμπελιά πλήττει και τα παιδιά των κατώτερων στρωμάτων, που μπορεί να σπουδάζουν σε πολύ μικρά ποσοστά, αλλά μπορεί επίσης να είναι εξίσου τεμπέληδες. Οι τρεις φοιτητές στα Κωθώνια του θρανίου (1962, Κώστας Γεωργούτσος) δεν ασχολούνται καθόλου με το πανεπιστήμιο, αλλά ούτε και εργάζονται. Αφιερώνουν το χρόνο τους στις αισθηματικές τους υπο-

188. Μεταφορά της κωμωδίας των Νίκου Τσιφόρου - Πολύβιου Βασιλειάδη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Σαμαρτζή», από το θίασο Νίκου Σταυρίδη - Διονύση Παπαγιαννόπουλου - Δάφνης Σκούρα - Μάρως Κοντού, στις 26 Μαΐου I960- Θέατρο 60, ό.π., σ. 41 310' Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 251-253.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/159.gif&w=600&h=915

υποθέσεις, σε χορούς και εκδρομές. Φαίνεται ότι η φοιτητική ιδιότητα αποδίδεται στα πρόσωπα μόνο για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι, αν και χαμηλών εισοδημάτων, δεν εργάζονται. Έτσι, δεν θεωρείται ότι οι φοιτητές έχουν μία παραγωγική ή απαιτητική ενασχόληση. Κάποια στιγμή θα βρεθούν με το πτυχίο στο χέρι, χωρίς να έχει εν τω μεταξύ χρειαστεί να ασχοληθούν σοβαρά με τις σπουδές τους ή να αφιερώσουν χρόνο στο διάβασμα. Τα φοιτητικά χρόνια θεωρούνται παράταση της χωρίς ευθύνες νεότητας, οι σπουδές είναι μία μορφή άνεσης, που παρέχεται στους νέους και η οποία δεν συμβάλλει πάντα στην πραγματική τους βελτίωση (π.χ. Ο χαζομπαμπάς). Κυριαρχεί η αντίληψη ότι, για να πάρει κανείς πτυχίο αυτά τα χρόνια, δεν χρειάζεται κόπος, παρά μόνο χρήματα.

Το πόσο οι οικογένειες θεωρούν ύψιστο καθήκον το να σπουδάσουν ένα από τα αγόρια τους φαίνεται στο έργο Λάλα 'το, Λαλάκη, ή Τα δολλάρια της Ασπασίας (1967, Φώντας Φιλέρης). Η Ασπασία και τα τρία αδέλφια της (Ελένη Ζαφειρίου, Νικήτας Πλατής, Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Ρίζος) εργάζονται σκληρά σε δουλειές του ποδαριού, για να σπουδάσουν το μικρό τους αδελφό δικηγόρο. Όταν ο Λεωνίδας παίρνει το πτυχίο του, φεύγει με την Ασπασία για την Αμερική, όπου μετεκπαιδεύεται, με την προοπτική να γίνει νομικός σύμβουλος σε μεγάλη επιχείρηση. Οι παρεμβάσεις της Ασπασίας, που κινεί τα νήματα, ελέγχει το διάβασμα του Λεωνίδα σαν να είναι νήπιο και διαχειρίζεται το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα, οδηγούν στην πραγματοποίηση των ονείρων των πέντε αδελφών με την αξιοσημείωτη αλληλεγγύη.

Υπάρχουν όμως και οι οικονομικές αντιξοότητες που μπορεί να καθηλώσουν έναν νέο στην κατάσταση του «αιώνιου φοιτητή». Ο Αλέκος (Γιάννης Γκιωνάκης, Δουλειές με φούντες, 1959, σενάριο Νίκος Τσιφόρος - Πολύβιος Βασιλειάδης, σκηνοθεσία Πάνος Γλυκοφρύδης), φοιτητής της ιατρικής, δεν κατάφερε να περάσει μαθήματα πέραν του πρώτου έτους" ζει φτιάχνοντας αυτοσχέδια καταστροφικά σαπούνια για λογαριασμό του Περικλή (Νίκος Σταυρίδης) και κάνοντάς του τον αβανταδόρο στον υπαίθριο πάγκο του. Μολονότι θεωρεί τη ζωή του «αλήτη» μεγάλο ξεπεσμό, δεν έχει άλλες επιλογές. Μόνο όταν κληρονομεί αναπάντεχα ένα θείο του, αισιοδοξεί ότι θα καταφέρει να γίνει γιατρός.

Οι νέοι που δουλεύουν για να σπουδάσουν αυξάνονται όσο περνούν τα χρόνια. Ο Γιώργος (Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, 1959, σενάριο Δημήτρης Γιαννουκάκης, σκηνοθεσία Φίλιππος Φυλακτός) εργάζεται τα βράδια ως τραγουδιστής σε κέντρα, για να αντιμετωπίζει τα —πολλά— έξοδα των σπουδών του στο Πολυτεχνείο. Παίρνει το δίπλωμα του πολιτικού μηχανικού, χωρίς να στηριχθεί στη βοήθεια τρίτων. Αν και αρκετά ανέμελος, ο Νίκος (Ανδρέας Μπάρκουλης, Τρία κορίτσια από την Αμέρικα) εργάζεται επίσης για να σπουδάσει, όπως ομολογεί στη Μάρτζι. Ο εργαζόμενος νέος που σπουδάζει αποδί-

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/160.gif&w=600&h=915

αποδίδεται με μία πολύ Θετική εικόνα για τις αρχές και την εντιμότητά του. Η σύγκριση των αυτοδημιούργητων νέων με την προηγούμενη, επίσης αυτοδημιούργητη και τώρα οικονομικά ευκατάστατη, γενιά δίνει έμφαση ακριβώς στο στοιχείο της εργασίας ως το μόνο που μπορεί να οδηγήσει σταθερά και με διάρκεια σε μία πετυχημένη ζωή.

Η ολοκλήρωση των σπουδών του νέου είναι όρος που τίθεται είτε από τους γονείς του είτε από τους γονείς της νέας, ώστε να δοθεί η συγκατάθεση τους για το γάμο (Ο Θύμιος τα 'κανε θάλασσα). Τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι ο τόπος όπου κινηματογραφούνται οι νέοι πτυχιούχοι και λειτουργεί ως σύμβολο των προοπτικών που ανοίγονται στη ζωή τους.

Νέες που σπουδάζουν συναντά κανείς σπάνια στις κωμωδίες. Γι' αυτές οι σπουδές είναι μέσον προκειμένου να ασκήσουν ένα επάγγελμα που αρμόζει στην τάξη τους. Η Μαίρη (Άννα Συνοδινού, Δολλάρια και όνειρα), ένα από τα παιδιά που δοκιμάστηκαν σκληρά στην Κατοχή, σπουδάζει αρχαιολόγος και εργάζεται ως γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο για να ζήσει. Η Λίζα (Γκιζέλα Ντάλι, Φτωχός εκατομμυριούχος, 1965, σενάριο Γιώργος Ολύμπιος, σκηνοθεσία Ντίμης Δαδήρας), που εργάζεται για να καταφέρει να σπουδάσει γιατρός, είναι πολύ τυχερή: ο νέος που την ερωτεύεται (Γιώργος Πάντζας) όχι μόνο είναι ζάπλουτος, αλλά επιπλέον της υπόσχεται να την περιμένει μέχρι να τελειώσει τις σπουδές της, σε μία σπάνια αντιστροφή των ρόλων — συνήθως οι κοπέλες περιμένουν υπομονετικά τους νέους να πάρουν το πτυχίο τους και να τις παντρευτούν. Στην ίδια κωμωδία υπάρχει και μία σύντομη σκηνή από πανεπιστημιακή παράδοση.

Οι νέες που σπουδάζουν και μελετούν, όπως είναι καθήκον τους να κάνουν, γίνονται αντικείμενο ειρωνικών σχολίων από τις φίλες τους. Στο Αντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω υπάρχει μία φοιτήτρια της αρχαιολογίας, που συνεχώς διαβάζει και απαιτεί ησυχία, αλλά οι συγκάτοικοι της —και μαζί ο θεατής— θεωρούν την ανάγκη της ιδιοτροπία καθόλου αξιοσέβαστη. Το γεγονός ότι αποστηθίζει αρχαία κείμενα παρουσιάζεται σχεδόν ως απόκλιση από το φυσιολογικό, δραστηριότητα πολύ μακρινή για την καθημερινότητα των νέων, τις ανάγκες και τις διασκεδάσεις τους.

Η κινηματογραφική εικόνα συχνά ειρωνεύεται τις μελετηρές νέες, παρουσιάζοντάς τις στερεότυπα, με μεγάλα γυαλιά, χωμένες πίσω από ένα βιβλίο (Ανδρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω' Λυτό το κάτι άλλο' Δεσποινίς διευθυντής' Η ωραία του κουρέα). Ο Νίκος (Ανδρέας Μπάρκουλης, Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα, 1958, σενάριο Τέρψη Κολοζόφ - Ουμπέρτο Λέντσι, σκηνοθεσία Ουμπέρτο Λέντζι), όταν ακούει από το ραδιόφωνο για την επίσκεψη της Ιταλίδας φοιτήτριας της αρχαιολογίας Βαντίζα Βάντζι (Βαντίζα Γκουίντα) στην Ελλάδα, τη φαντάζεται με «μεγάλα γυαλιά, πλατυποδία... Μια ζωή χαμένη για να κάνεις συλλογή από πέτρες». Τα μεγάλα γυαλιά είναι τόσο ισχυρό σύμ-

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/161.gif&w=600&h=915

σύμβολο της λογιοσύνης, ώστε αρκούν από μόνα τους για να καθησυχάσουν τους κινηματογραφικούς γονείς ότι πράγματι το παιδί τους είναι αφοσιωμένο στα γράμματα (Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του).

Θετική στάση απέναντι στις φοιτήτριες καταγράφεται στο Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα, όπου η Βαντίζα, μολονότι κέρδισε σε διαγωνισμό αρχαίας ιστορίας ένα ταξίδι στην Ελλάδα, παρουσιάζεται εντέλει ως μία όμορφη και συγκροτημένη κοπέλα, που καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στα επιστημονικά και στα ερωτικά της ενδιαφέροντα, και όχι ως μία γεροντοκόρη αφοσιωμένη στην επιστήμη. Επίσης, στον Ουρανοκατέβατο η επιστροφή της μικρότερης κόρης του Περικλή (Κλεό Σκουλούδη, Μίμης Φωτόπουλος) στις σπουδές της και η περαιτέρω αφοσίωσή της σε αυτές θα θεωρηθούν αποκατάσταση της τάξης.

Η απομάκρυνση του νέου από το σπίτι για λόγους σπουδών τον στερεί από την παρακολούθηση και την καθοδήγηση του πατέρα. Μόνος του στη μεγάλη πόλη, ο νέος είναι εύκολα επιρρεπής στις διασκεδάσεις και παραμελεί τα καθήκοντά του. Κάτι τέτοιο θεωρείται φυσικό επακόλουθο της —ανδρικής— νεότητας, και οι κωμωδίες επισύρουν την προσοχή των κηδεμόνων σε μία κατάσταση που μπορεί να αφορά πολλές οικογένειες της επαρχίας οι οποίες σπουδάζουν τους γιους τους στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη. Στο Πατέρα, κάτσε φρόνιμα (1967, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης — Γιώργος Κατσαμπής, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης) παρουσιάζεται η εικόνα του νέου (Αλέκος Τζανετάκος) στον οποίο ο πατέρας (Λάμπρος Κωνσταντάρας), πλούσιος κτηματίας, εξασφαλίζει την άνετη διαβίωση στην πόλη και με μεγάλη προθυμία καταβάλλει συνεχώς επιπλέον χρήματα για συγγράμματα και εξέταστρα. Τα χρήματα πληρώνουν τα γλέντια ολόκληρης της νεανικής παρέας. Οι σεναριογράφοι επανέρχονται εδώ σε ένα μοτίβο που υπάρχει στο θέατρο τουλάχιστον από την εποχή του μελοδράματος Ο Γερο-Μαρτέν, το οποίο γνώρισε αρκετές διασκευές στην ελληνική σκηνή. Στη συγκεκριμένη ταινία, όπως και στην παραλλαγή της Το θύμα (1969, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Ντίνος Δημόπουλος), με τον Κώστα Βουτσά και τον Αλέκο Τζανετάκο στους ρόλους του αδελφούχρηματοδότη και του φοιτητή,189 τίθεται για πολλοστή φορά η διάκριση ανάμεσα στην αγνή επαρχία και στην πόλη, η οποία καταστρέφει οικονομικά και ηθικά τους αφελείς επαρχιώτες, ανύποπτους για τους κινδύνους που κρύβονται πίσω από τις διασκεδάσεις και τους επιτήδειους καταχραστές χρημάτων και εμπιστοσύνης. Τόσο ο πατέρας στο Πατέρα, κάτσε φρόνιμα όσο και ο αδελφός στο Θύμα παρασύρονται στις διασκεδάσεις και στην κατασπατάληση χρημάτων, όπως και ο προστατευόμενός τους. Έτσι, φαίνεται ότι πρόβλημα δεν είναι μόνο η απομάκρυνση του νέου από την ηθική προστασία της οικογένειας λόγω σπουδών, αλλά και η απουσία άμυνας της ανύποπτης επαρχίας στους κιν-

189. Μοσχοβάκης, «Ντίνος Δημόπουλος: η περίεργη διαδρομή», ό.π., σ. 29.

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/162.gif&w=600&h=915

κινδύνους της πόλης. Φαίνεται όμως και κάτι ακόμα: η λαχτάρα της επαρχίας για μία πλευρά της ζωής που δεν μπορεί να απολαύσει εντός των γεωγραφικών ορίων της.

Για παρόμοιους λόγους, οι σπουδές στην Ευρώπη αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιφύλαξη εκ μέρους των γονιών, οι οποίοι τις έχουν χρηματοδοτήσει. Ο πρώτος που εκδηλώνει παρόμοιο σκεπτικισμό τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο είναι ο Σπύρος Μελάς με το έργο του Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται. Όπως είδαμε και παραπάνω, η διασκευή του Γιώργου Λαζαρίδη διατηρεί την αντίληψη ότι οι σπουδές στο εξωτερικό μπορεί να λειτουργήσουν αποπροσανατολιστικά για τους νέους. Ο Γιάννης (Γιώργος Καμπανέλλης) δεν αφοσιώνεται στην επιστήμη του, δεν αξιοποιεί δηλαδή θετικά την επένδυση του πατέρα του, αλλά στοχεύει στην ταξική του μετακίνηση, μέσω του γάμου του και της ανάμειξής του στην πολιτική. Αυτή η μετακίνηση θεωρείται ηθικά επιζήμια για έναν νέο που προέρχεται από το λαό και προσγειώνεται, εξαιτίας κακών επιρροών, στην αριστοκρατία. Αν οι σπουδές πρόκειται να οδηγήσουν σε τέτοια αποτελέσματα τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, δεν είναι και τόσο ωφέλιμες. Ο πατέρας Κολαούζος, που έχει αποκτήσει χρήματα με τη σκληρή του εργασία, δεν αποποιείται την καταγωγή του. Θέλει όμως να βελτιώσει τη ζωή του γιου του, να του ανοίξει την πόρτα για τα μεσοαστικά στρώματα. Ο γιος, με την έλλειψη της εμπειρίας, δεν θέτει όρια στην κοινωνική αναρρίχηση, φιλοδοξεί να κατακτήσει την κορυφή. Εδώ τα όρια τα θέτει ο συγγραφέας και ακολούθως ο σεναριογράφος, οι οποίοι, δείχνοντας την αποτυχία του, προσπαθούν, ηθικολογώντας, να αποτρέψουν τους θεατές από παρόμοιους δρόμους.

Μόνο προβλήματα δημιουργούν στον Χαράλαμπο οι σπουδές του γιου του Αποστόλη (Νίκος Δαδινόπουλος, Ο χαζομπαμπάς). Ο Αποστόλης δεν κατάφερε να περάσει στο Πολυτεχνείο και ο Χαράλαμπος τον έστειλε στη Γερμανία να σπουδάσει ηλεκτρολόγος. Αναγκάστηκε να στερείται τα απαραίτητα και να δουλεύει σε επτά δουλειές, για να μη λείψει τίποτε στο γιο του. Αυτός όχι μόνο επιστρέφει παντρεμένος, ενώ δεν είναι ακόμα σε θέση να συντηρήσει τη γυναίκα του, αλλά επιπλέον αρνείται να ασκήσει το επάγγελμα που σπούδασε. Η διαμονή του στο εξωτερικό δεν τον βοήθησε να ωριμάσει και να αναλάβει τις ευθύνες του.

Ο Χαράλαμπος είναι ένας από τους μπαμπάδες που εκπληρώνουν τα προσωπικά τους όνειρα και μετακυλίουν τη δική τους επιτυχία στη ζωή στο πρόσωπο του γιου τους και στις σπουδές του. Αν ο Κολαούζος πρέπει να προσγειώσει το γιο του, ο Χαράλαμπος απογειώνεται στην ιδέα του δικού του επιστήμονα. Η ανώτατη εκπαίδευση εμφανίζεται εδώ ως ένας τρόπος μέσω του οποίου οι γονείς —αυτή τη φορά— προσπαθούν να επιτύχουν την κοινωνική καταξίωση" οι συντελεστές της κωμωδίας πιστεύουν ότι τέτοιου είδους προ-

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/163.gif&w=600&h=915

προσπάθειες των γονιών συναντούν πολλές δυσκολίες, αν τα ίδια τα παιδιά δεν έχουν προσωπικά κίνητρα, ώστε να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις των σπουδών και να ενδιαφερθούν επαρκώς για την επιστήμη τους.

Ο Ντίνος (Νίκος Τζόγιας, Οι εννιακόσιοι της Μαρίνας), που προσβλέπει στο εξωτερικό για να συνεχίσει τις σπουδές του, ανήκει στις σπάνιες θετικές εξαιρέσεις- όταν παίρνει το πτυχίο της Νομικής, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του δικηγόρο στις ταπεινές αντιδικίες των συγχωριανών του και φεύγει, για να συνεχίσει τις σπουδές του επί δύο χρόνια στο εξωτερικό, με στόχο να ακολουθήσει πολιτική σταδιοδρομία. Η προοπτική του βουλευτή που δεν στηρίζεται στα τοπικά μικροσυμφέροντα, αλλά στις γνώσεις και στο ήθος του, προφανώς αντιμετωπίζεται μέσα από το παράδειγμά του ως η μοναδική σωτηρία για τον τόπο.190

Πάντως, κατά κανόνα, όταν οι νέοι επιστρέφουν από τις σπουδές τους στο εξωτερικό και διατυπώνουν απόψεις ή αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες στην επιχείρηση του πατέρα, αυτός αντιδρά (Τζαβαλάς Καρούσος, Ανθρωπος για όλες τις δουλειές, 1966, σενάριο Γιώργος Κωνσταντίνου - Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Γιώργος Κωνσταντίνου).

Ειρωνικά αντιμετωπίζουν οι γονείς και τις σπουδές των κοριτσιών στο εξωτερικό. Αυτοί που μπορούν να τις χρηματοδοτήσουν είναι βέβαια πλούσιοι —όπως είδαμε—, οι οποίοι δεν δίνουν αρκετή σημασία ούτε καν στις γυμνασιακές σπουδές, πόσο μάλλον στις πανεπιστημιακές. Είναι πιθανό οι κωμωδίες να αναφέρονται σε μία μόδα, ή και σε μία πραγματικότητα, που ανθεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και η οποία θέλει τα κορίτσια των πλούσιων οικογενειών να συνεχίζουν τις σπουδές τους σε κολέγια της Δυτικής Ευρώπης ως στοιχείο κοινωνικής διάκρισης. Ήδη το 1954 στον Θανασάκη τον πολιτευόμενο οι σπουδές της Μαίρης (Άννα Συνοδινού) στην Ελβετία δεν της χρησιμεύουν παραγωγικά, απλώς έχουν ενισχύσει τη μεγάλη ιδέα που τρέφει για τον εαυτό της. Πιστεύει ότι οι σπουδές, χάρη στις οποίες γνώρισε και τον εξίσου φαντασμένο σύζυγο της, της ανοίγουν το δρόμο για κοινωνική διαφοροποίηση. Δεν έχει πλέον κοινά σημεία με την πατρική της οικογένεια και τον μπακάλη αδελφό της, αλλά προσανατολίζεται στην κατάκτηση της μεγαλοαστικής τάξης.191 Όπως στο έργο Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται, έτσι και στον Θανασάκη οι οικογένειες χρηματοδοτούν τις σπουδές με τις καλύτερες προθέσεις, όμως οι νέοι έχουν εσφαλμένη αντίληψη των προσόντων που αποκτούν. Αυτό το λάθος καθιστά τις σπουδές ένα προβληματικό ώς επιζήμιο εφόδιο. Αν οι γονείς δεν μπορούν να ελέγξουν τις δραστηριότητες των παιδιών τους, επειδή

190. Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 152-153.

191. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 433' Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 150-151.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/164.gif&w=600&h=915

αυτές τους ξεπερνούν, τότε πρέπει να το σκεφτούν διπλά πριν τους δώσουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν.

Οι κοπέλες που σπουδάζουν μακριά από τη γονική επίβλεψη, σε πόλεις ξελογιάστρες, όπως το Παρίσι, κινδυνεύουν να πάθουν τα χειρότερα. Η Έλενα (Ξένια Καλογεροπούλου, Γαμήλιες περιπέτειες, 1959, Κώστας Γεωργούτσος) επιστρέφει στους γονείς της έγκυος και απελπισμένη, επειδή ο αγαπημένος της Τζιμ, προφανώς μέλος του αμερικανικού στρατού ή του NATO στην Ευρώπη, κάποια ωραία πρωία εξαφανίζεται χωρίς ειδοποίηση. Η Έλενα θα είναι τυχερή, αφού μετά από πολλά γυρίσματα της τύχης, θα παντρευτεί επιτέλους τον πατέρα του παιδιού της· ωστόσο, εν τω μεταξύ έχει επισημανθεί πού ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος για τις λιγότερο τυχερές: στην επί δύο χρόνια απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία λόγω σπουδών.

Οι επιχειρηματίες πατέρες δεν πιστεύουν ότι οι σπουδασμένες κόρες τους —όπως άλλωστε και οι γιοι τους— μπορούν να αναβαθμίσουν κάπως την κατάσταση των εργοστασίων τους, αλλά μάλλον ότι αποτελούν απειλή, ιδίως επειδή προσπαθούν να διαφοροποιήσουν τις εργασιακές σχέσεις με τους υπαλλήλους. Αυτό που μεταφέρουν οι κόρες από τις σπουδές τους είναι ένα «σοσιαλιστικό» πνεύμα κατανόησης των προβλημάτων των εργατών και συναίνεσης, το οποίο οι μπαμπάδες θεωρούν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια των κόπων τους (Κατηγορούμενος ο έρως, 1962, σενάριο Δημήτρης Ευαγγελίδης, σκηνοθεσία Γκρεγκ Τάλλας· Η κόρη μου η σοσιαλίστρια,192 1966, Αλέκος Σακελλάριος).

Μερικές κωμωδίες αντιμετωπίζουν τις πτυχιούχους της Ελβετίας με μεγαλύτερη συμπάθεια. Η αυτοπεποίθηση, η οργανωμένη σκέψη, η ψυχραιμία και οι πρωτοβουλίες που τις χαρακτηρίζουν θα μπορούσαν να αποδοθούν εξίσου στην ταξική τους καταγωγή και στην επαφή τους με ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον. Τα κόλπα που χρησιμοποιεί στη ζωή της η Ντιάνα (Τζένη Καρέζη, Ραντεβού στην Κέρκυρα, 1960, σενάριο Γιώργος Ολύμπιος — Ιάκωβος Καμπανέλλης, σκηνοθεσία Ντίμης Δαδήρας)193 αποδίδονται στις σπουδές της στην Ελβετία, ενώ η Έλσα (Ξένια Καλογεροπούλου, Ο μπαμπάς μου κι εγώ), με πενταετή παραμονή στην ίδια χώρα, είναι εξίσου εύστροφη, ψύχραιμη και ανεξάρτητη. Διεκδικεί από τον πατέρα της (Λάμπρος Κωνσταντάρας

192. Μεταφορά της κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κοτοπούλη» — «Ρεξ», από το θίασο Αλίκης Βουγιουκλάκη — Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στις 26 Νοεμβρίου 1965" Θέατρο 66, ό.π., σ. 42-43, 387" Θρύλος, ό.π., τ. I', σ. 323-324· Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 158.

193. Κριτική του Κώστα Σταματίου στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 210" Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, «Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο ελληνικός κινηματογράφος», Αριάδνη, τ. 7 (1994), σ. 178-180.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/165.gif&w=600&h=915

ρας) το δικαίωμα να αποφασίσει μόνη της για τις υποθέσεις της, και το κερδίζει.

Οι σπουδές δεν εκτιμώνται από την κοινωνία όσο θα έπρεπε και ανταμείβονται ανάλογα χαμηλά, πιστεύει ο Γιώργος Τζαβέλλας (Μια ζωή την έχουμε). Ο Κλέων έπαιρνε άριστα στο σχολείο, όπως πήρε με άριστα και το δίπλωμα της εμπορικής σχολής. Διαπιστώνει όμως με απελπισία ότι παίρνει συνεχώς «μηδέν στη ζωή». Κανείς δεν του αναγνωρίζει ούτε τις γνώσεις του ούτε την εξαιρετική του ευσυνειδησία, και όλοι τον θεωρούν «βλαμμένο». Παρόμοια εικόνα δίνει για τις σπουδές και ο πάντα σκεπτικιστής απέναντι τους Αλέκος Σακελλάριος δεκαπέντε χρόνια αργότερα (Η Ρένα είναι οφ-σάιντ, 1972). Ο «πολιτικών και οικονομικών επιστημών», όπως και πολλά άλλα «παιδιά που λιώσανε τα παντελόνια τους από το διάβασμα», δεν θα πληρωθούν ποτέ αρκετά, ούτε για τα χρόνια που πέρασαν μελετώντας ούτε για την εξειδικευμένη εργασία που είναι σε θέση —αλλά που συχνά δεν τους ζητείται— να παρέχουν.

Οι εκτιμήσεις των οξυδερκών παρατηρητών Τζαβέλλα και Σακελλάριου, που διατυπώνονται με απόσταση μίας δεκαπενταετίας, επισημαίνουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν εκτιμά όσο πρέπει τα μορφωμένα μέλη της και δείχνει την απαξία της με πολλούς τρόπους, είτε θεωρώντας τα τεμπέληδες είτε αμείβοντάς τα χαμηλά. Οι κωμωδίες αναπαράγουν την άποψη ότι η εκπαίδευση είναι ένα αγαθό που μπορούν ευκολότερα να απολαύσουν όσοι δεν το χρειάζονται: οι πλούσιοι, οι όχι απαραίτητα κοινωνικά ωφέλιμοι. Ανάλογα με την προέλευση τους, οι νέοι εμφανίζονται είτε να έχουν πρόσβαση σε ένα αγαθό το οποίο σπαταλούν, αν είναι παιδιά πλούσιων οικογενειών, είτε να έχουν επωφεληθεί και να διαθέτουν ένα όπλο που τους βοηθά στη ζωή τους, αν προέρχονται από χαμηλά στρώματα. Αυτοί που το χρειάζονται, αν μπορέσουν να το αποκτήσουν, θα ωφεληθούν. Θα εξασφαλίσουν μία λιγότερο κοπιαστική εργασία από ό,τι οι χειρώνακτες, ένα σταθερό, ακόμα και αν είναι χαμηλό, εισόδημα και, ανάλογα με την τύχη τους, την κοινωνική τους αναρρίχηση. Δεν διαπιστώθηκε η έννοια της καθολικά ωφέλιμης για την κοινωνία εκπαίδευσης, αλλά μόνο η ωφελιμιστική άποψη με τους συγκεκριμένους στόχους της αναρρίχησης από τα χαμηλά στα ιδανικά μεσαία στρώματα. Η αξία της εκπαίδευσης συναρτάται δηλαδή με το κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανέλιξη όσων νέων αποτελούν ούτως ή άλλως θετικά πρότυπα, χάρη στις άλλες αρετές τους. Δεν υπάρχουν παραδείγματα στα οποία η εκπαίδευση συντέλεσε εποικοδομητικά στη διαμόρφωση του νεανικού χαρακτήρα.

3. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΘΗΤΕΙΑ

Μερικές κωμωδίες αναφέρονται στη ζωή στο στρατό (Το κορίτσι τον λόχου,

1962, Δημήτρης Αθανασιάδης" Ο Μιχαλιός του 14ου Συντάγματος), στο ναυ-

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/166.gif&w=600&h=915

ναυτικό (Δυο κωθώνια στο ναυτικό, 1952, σενάριο Άκης Φαράς, σκηνοθεσία Κώστας Δρίτσας· Δύο χιλιάδες ναύτες κι ένα κορίτσι, 1960, σενάριο Γιώργος Φαραζουλής [εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Άκης Φαράς], σκηνοθεσία Γρηγόρης Γρηγορίου-194 Η Αλίκη στο ναυτικό, 1961, Αλέκος Σακελλάριος-195 Ο θαλασσόλυκος, 1964, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Χατζηχρήστος) και στην αεροπορία (Ο κύριος πτέραρχος, 1963, σενάριο Αλέκος Σακελλάριος, σκηνοθεσία Ντίνος Κατσουρίδης·198 Ραντεβού στον αέρα, 1966, Γιάννης Δαλιανίδης).197 Περιγράφονται στιγμές της καθημερινής ζωής στο στράτευμα διανθισμένες με κωμικές καταστάσεις και πρόσωπα. Οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί προσπαθούν με αυστηρότητα, με φωνές, απειλές και ποινές να επιβάλουν την αναμενόμενη πειθαρχία και τάξη, όμως στρατιώτες, ναύτες και σμηνίτες φαίνονται να έχουν απεριόριστες δυνατότητες να παραβιάζουν τους κανόνες. Οι ανώτεροι, όσο και να φωνάζουν ή να μοιράζουν τιμωρίες, είναι καλόκαρδοι και στο τέλος συγχωρούν — όπως και οι αξιωματικοί της αστυνομίας ή της χωροφυλακής. Η εντύπωση, ή και η εμπειρία της κοινής γνώμης, ότι η στρατιωτική θητεία είναι μία βασανιστική περίοδος στη ζωή του νέου παρουσιάζεται στην οθόνη όπως οι σχετικές αναμνήσεις των ανδρών και οι «ιστορίες από το στρατό»: γκάφες που διαδέχονται η μία την άλλη, δικαιολογίες και ψέματα στους ανωτέρους, μία καλή ανδρική παρέα με ισχυρά αισθήματα αλληλεγγύης.

Οι κωμωδίες που αναφέρονται στη στρατιωτική θητεία οργανώνονται σε δύο παραλλαγές· στη μία ένα ή περισσότερα κορίτσια εισδύουν στο στρατιωτικό άδυτο, προκαλώντας ένταση και αγωνία για τυχόν ανακάλυψή τους (Δυο κωθώνια στο ναυτικό' Δυο χιλιάδες ναύτες κι ένα κορίτσι' Η Αλίκη στο ναυτικό' Ραντεβού στον αέρα). Μία εξ ορισμού απαγορευμένη και άτοπη παρουσία, που αδυνατεί να συλλάβει τους κανόνες και να προσαρμοστεί σε αυτούς, πυροδοτεί κωμικά στιγμιότυπα: η Λία Κούρτη (Μάρθα Καραγιάννη, Ραντεβού στον αέρα) εμφανίζεται στη γραμμή φορώντας στολή αγγαρείας και ψηλοτά-

194. Κριτική των Γ. Π. Σαββίδη και Αγλαΐας Μητροπούλου στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α' σ. 222' Γρηγορίου, τ. Β', ό.π., σ. 67-69.

195. Κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 222' Σακελλάριος, ό.π., σ. 511-514- Γρηγορίου, τ. Β', ό.π., σ. 69.

196. Μεταφορά της κωμωδίας των Αλέκου Σακελλάριου - Χρήστου Γιαννακόπουλου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Χατζηχρήστου», από το θίασο Κώστα Χατζηχρήστου, στις 24 Μαΐου 1962· Θέατρο 62, ό.π., σ. 44, 293" Θρύλος, ό.π., τ. Θ', σ. 43-44· Δημήτρης Καλαντίδης, «Οι κωμωδίες του Ντίνου Κατσουρίδη με τον Κώστα Χατζηχρήστο», Ντίνος Κατσουρίδης, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Π.Ε.Κ.Κ., Αιγόκερως, Αθήνα 2000, σ. 37.

197. Κωνσταντίνος Κυριακός, «Οι ένοπλες δυνάμεις στον ελληνικό κινηματογράφο», Δημοκρατική, 21 Φεβρ. 1997" Αθανασάτου, Ελληνικός κινηματογράφος..., ό.π., σ. 323332· Constantinidis, ό.π., σ. 25-29.

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/167.gif&w=600&h=915

ψηλοτάκουνη γόβα- η Μπέτυ (Ξένια Καλογεροπούλου, Δυο χιλιάδες ναύτες κι ένα κορίτσι) ρωτάει τι σημαίνει «Τις ει», θεωρώντας ότι μπορεί να είναι μία χρήσιμη γνώση στη ζωή της.

Στη δεύτερη παραλλαγή οι φαντάροι, των οποίων παρακολουθούμε τις περιπέτειες, έχουν σχέση με τον κόσμο του θεάματος και τους ανατίθεται από τους ανωτέρους τους να οργανώσουν ψυχαγωγικές βραδιές για το στρατόπεδο τους, τις οποίες παρακολουθεί και ο θεατής. Έτσι, το σενάριο αναπτύσσεται πάνω σε μία υποτυπώδη πλοκή, αλλά με εμβόλιμα νούμερα και τραγούδια (Ο θαλασσόλυκος" Ραντεβού στον αέρα). Στο Δυο χιλιάδες ναύτες κι ένα κορίτσι η Μπέτυ είναι χορεύτρια και την παρακολουθούμε στα νούμερά της.

Μερικά πλάνα παρέλασης υπό τους ήχους εμβατηρίων καθώς και η παρωδία ασκήσεων έχουν πάντα τη θέση τους σε αυτές τις κωμωδίες. Οι κωμικοί ήρωες δεν καταφέρνουν να εναρμονιστούν με το πνεύμα του στρατοπέδου, δεν εκτελούν σωστά τις ασκήσεις, αποτελούν την απροσάρμοστη εξαίρεση, που παράγει κωμικό αποτέλεσμα. Είναι οι διαφορετικοί από το ικανό, πειθαρχημένο, ετοιμοπόλεμο σύνολο.

Οι αισθηματικές περιπέτειες των στρατευμένων νέων είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτών των κωμωδιών. Συνήθως, για να υπογραμμιστεί η ένταση, ο πατέρας της νέας είναι υψηλόβαθμος στη μονάδα που υπηρετεί ο νέος (Δυο κωθώνια στο ναυτικό' Η Αλίκη στο ναυτικό' Το κορίτσι τον λόχου' Ο θαλασσόλυκος' Ο Μιχαλιός τον 14ον Συντάγματος). Αν αποκαλυφθεί η ιστορία τους, δεν κινδυνεύουν να ακούσουν μία απλή άρνηση, αλλά να πληρώσει ο νέος το θράσος του με μία πολύ δύσκολη θητεία. Ο στρατός δεν είναι μόνο γλέντι, αλλά και γυμνάσια, καψόνια, στερήσεις εξόδου, αγγαρείες και φυλακές. Όμως, αυτό που φοβούνται οι στρατευμένοι δεν τους συμβαίνει. Έχουν διαλέξει με επίγνωση της κοινωνικής τους θέσης" ο απλός ναύτης αγαπά ένα κορίτσι του λαού (Ο θαλασσόλυκος), ενώ η κόρη του ανώτερου αξιωματικού συνδέεται με αξιωματικό (Ο θαλασσόλυκος" Ο Μιχαλιός του 14ου Συντάγματος).

Μπορεί οι στρατιωτικοί να διοικούν τους λόχους άψογα και να επιτυγχάνουν πλήρη ευθυγράμμιση με τις διαταγές τους, αλλά στο σπίτι δεν τα καταφέρνουν το ίδιο καλά. Αν οι φαντάροι είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν, επειδή ξέρουν ότι κάποτε θα λήξουν τα βάσανά τους, οι κόρες είναι πιο δυναμικές, γιατί αντιλαμβάνονται ότι μόνο έτσι θα βρουν τη σωτηρία τους (Το κορίτσι του λόχου). Και, βέβαια, τα αγόρια δεν θα μπορούσαν να είναι πιο υπάκουα (Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι).

Όμως, και οι διασκεδάσεις δεν είναι άγνωστες στους φαντάρους" αντίθετα, μόλις βρουν ευκαιρία, μόλις βρεθούν μακριά από την επιτήρηση των ανωτέρων, το ρίχνουν στο γλέντι. Η στρατιωτική θητεία είναι ένας κενός χρόνος, όπου ακόμα και τα καψόνια μπορούν να φανούν αστεία και όπου οι φωνές, οι διαταγές και οι αγγαρείες μπορούν πάντα να ξεπεραστούν από την κατά βάθος

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/168.gif&w=600&h=915

καλή καρδιά των αξιωματικών, την καλή τύχη, την καλή διάθεση και την εξυπνάδα των φαντάρων.

Κατά τους συντελεστές των κωμωδιών, η εκπαίδευση είναι ένα αγαθό που απολαμβάνουν όσοι δεν το χρειάζονται, ενώ όσοι το έχουν ανάγκη δυσκολεύονται να το αποκτήσουν. Το σχολείο είναι τόπος ταλαιπωρίας των δασκάλων και των καθηγητών, το πανεπιστήμιο άλλοθι στον πρωινό ύπνο και στην αποφυγή εργασίας και ανάληψης ευθυνών. Η εκπαίδευση έχει νόημα μόνο όταν έχει και ανταλλακτική αξία, γι' αυτό πρέπει να δίνεται στους νέους και στις νέες των χαμηλότερων στρωμάτων ως ευκαιρία —αλλά όχι και ως βεβαιότητα— για κοινωνική ανέλιξη.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/169.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ

Οι κωμωδίες που αναφέρονται στον έρωτα και στο γάμο καλύπτουν μεγάλο φάσμα των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων, καταγράφοντας τις σχετικές κοινωνικές αντιλήψεις. Ο έρωτας είναι η πηγή των περιπετειών των νεαρών προσώπων σε πάρα πολλές κωμωδίες και καταλήγει απαραίτητα στο γάμο. Συνήθως παρακολουθούμε ένα πανομοιότυπο τελετουργικό. Ένας νέος και μία νέα γνωρίζονται, φλερτάρουν και συνάπτουν σχέση. Η σχέση μένει κρυφή για την οικογένεια της κοπέλας, μέχρις ότου ο νέος αποφασίσει να τη ζητήσει σε γάμο. Στο διάστημα που μεσολαβεί εκτίθενται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το ζευγάρι.

Ο έρωτας και ο γάμος είναι παρόντες, είτε ως κύριο είτε ως δευτερεύον θέμα σε όλες τις κωμωδίες. Για παράδειγμα, σε όσες πρωταγωνιστούν το ζεύγος των υποπρολεταρίων και οι περιπέτειές του, πάντα υπάρχει ένα ρομαντικό ζευγάρι που χρειάζεται τη βοήθειά τους, και χάρη σε αυτήν καταφέρνει να παντρευτεί (ενδεικτικά, Φτώχεια, έρως και κομπίνες' Χαρούμενοι αλήτες' Ούτε μιλάει ούτε λαλάει' Προκοπής ο απρόκοπος, 1969, σενάριο Φίλιος Φιλιππίδης, σκηνοθεσία Γιάννης Βαρβέρης" Δυο τρελλοί και ο ατσίδας).

Ποσοτικά οι ταινίες που αναφέρονται στο προ του γάμου διάστημα είναι πολλαπλάσιες από αυτές που παρουσιάζουν την έγγαμη σχέση και τα προβλήματά της. Η σύντομη εποχή του έρωτα προηγείται της μακράς περιόδου του γάμου. Είναι οι μέρες των κρυφών ραντεβού, των εμποδίων που πρέπει να υπερπηδηθούν, της συγκατάθεσης που χρειάζεται να αποσπαστεί από τις οικογένειες. Ο γάμος είναι μία σαφής τομή, η ζωή του ζευγαριού μετά από αυτόν αλλάζει ριζικά, τα ώς τότε προβλήματά του λύνονται, για να αντικατασταθούν όμως από άλλα. Μετά το γάμο, η περί έρωτος συζήτηση διακόπτεται, ο έρωτας ως συναίσθημα και ως πρακτική, με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του, δεν απασχολεί κανέναν. Αυτό που κινδυνεύει δεν είναι τα συναισθήματα αλλά η συζυγική σχέση. Αυτήν αφορούν τα προβλήματα, αυτή θα πρέπει να διασωθεί.

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/170.gif&w=600&h=915

1. ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

Ο έρωτας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο νέους και η σχέση που ακολουθεί, δεδομένου ότι θα καταλήξει σε γάμο, είναι αξίες σεβαστές και αποδεκτές στις κωμωδίες. Η κοπέλα δέχεται εκδηλώσεις αγάπης και σεβασμού εκ μέρους του νέου, με τελική της επιβράβευση το ρόλο της νύφης. Η γυναίκα δεν απαξιώνεται, ούτε υποβιβάζεται σε ερωτικό αντικείμενο, εφόσον σκοπεύει αποκλειστικά και μόνο στη δημιουργία οικογένειας. Οι γυναίκες παρουσιάζονται ως απλά αντικείμενα μόνο στην περίπτωση που τις απασχολεί η καλοπέραση της στιγμής, στο πλευρό οποιουδήποτε —πλούσιου πάντα— άνδρα. Όταν ο άνδρας, αρκετά συχνά, χρησιμοποιεί τη φράση «κι εγώ σαν άντρας είχα τις περιπέτειές μου», το παρελθόν του φαίνεται να συντίθεται από ασήμαντες στιγμές, και όχι από γυναικεία πρόσωπα.

Σε αυτό το σημείο υπάρχει μία ενδιαφέρουσα απόκλιση σε σχέση με το μυθιστόρημα, όπου περιγράφονται αρνητικά αισθήματα απέναντι στον έρωτα, στις ερωτικές, στις σεξουαλικές σχέσεις και στις γυναίκες. Οι ερωτικές σχέσεις που αποτυπώνονται στα μυθιστορήματα είναι είτε πλατωνικές και εξιδανικευμένες είτε σαρκικές, ανάγκη της φύσης για τους άνδρες, και συνοδεύονται από αισθήματα δυσφορίας ή απέχθειας" «επιχειρείται συνεχώς μία διχοτόμηση ανάμεσα σε δύο διάφορους και ασυμβίβαστους τομείς της ερωτικής σχέσης: από τη μία μεριά, στο αίσθημα, στον πνευματικό-πλατωνικό έρωτα, αγνό και σχεδόν ασεξουαλικό, και, από την άλλη, στη σεξουαλικότητα, στη φυσική επαφή, αυτό που ορισμένοι συγγραφείς αποκαλούν "φυσική ανάγκη" και που θεωρούν, κατά κανόνα, σαν ένα "ένστικτο" περιφρονητέο, κτηνώδες και βρόμικο. Στους διαμετρικά αντίθετους αυτούς πόλους αντιστοιχούν δύο ειδών ερωτικοί σύντροφοι, διαμετρικά αντίθετοι και αυτοί. Πρόκειται για τις αγνές και τίμιες γυναίκες, που εμπνέουν αγάπη και σεβασμό, ή για τις εύκολες και ελαφρές, κατάλληλες μόνο για την ικανοποίηση των "φυσικών αναγκών" γυναίκες, αρχέτυπο των οποίων είναι η πόρνη».198 Ανάλογα και οι γυναίκες είναι είτε ιδανικές εξ αποστάσεως ερωμένες είτε «εύκολες και ελαφρές».

Η εικόνα της «εύκολης» γυναίκας είναι παρόμοια στην κωμωδία και στο μυθιστόρημα. Η διαφορά εντοπίζεται στις «αγνές» και «τίμιες», που δεν παύουν να είναι αγνές και τίμιες, αφού συνάψουν ερωτική σχέση με τον νέο που θα παντρευτούν. Ακόμα και όταν η σχέση έχει «ολοκληρωθεί», όπως παρατηρεί προβοκατόρικα η Άννα στον Ατσίδα, η νέα δεν χάνει την αγνότητα και την τιμιότητά της αν ο νέος εντέλει την παντρευτεί. Εξ ου και το άγχος του γά-

198. Σακαλάκη, ό.π., σ. 152-171" το παράθεμα στη σ. 153" η αρνητική εικόνα για τις γυναίκες και στις σ. 185-186.

Σελ. 170
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 151
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

    Στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία η εκπαίδευση των αγοριών παραμένει προτεραιότητα.182 Οι οικογένειες προσπαθούν ακόμα και με θυσίες να τα σπουδάσουν, ώστε να μπορούν αυτά να επιτύχουν άνετη επαγγελματική αποκατάσταση, καλύτερο γάμο, μεγαλύτερη προίκα και κοινωνική άνοδο. Αν τα κορίτσια προικίζονται, τα αγόρια προωθούνται στις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας. Το σπουδασμένο παιδί θα εγκατασταθεί στην πόλη και θα ζήσει πιο εύκολη ζωή, θα έχει μία δουλειά κοινωνικά αναγνωρισμένη, σταθερό και μεγαλύτερο εισόδημα και, τέλος, θα παντρευτεί με καλύτερους όρους.183 Αντίστοιχα, η οικογένεια αναβαθμίζεται από την αίγλη του σπουδασμένου παιδιού.

    Για τα κορίτσια η εκπαίδευση δεν θεωρείται το ίδιο σημαντική· οι πανεπιστημιακές σπουδές δεν τους εξασφαλίζουν ένα σύζυγο με «προίκα», ενώ η αναζήτηση εργασίας δεν είναι ακόμα γενικευμένη. Όμως, όσο περνούν τα χρόνια, τα κορίτσια διεκδικούν με επιτυχία τη θέση τους στην ανώτατη εκπαίδευση και πείθουν την οικογένειά τους να χρηματοδοτήσει τις σπουδές τους.184

    Σε πολλά ελληνικά μελοδράματα οι πρωταγωνιστές είναι φτωχά παλικάρια που καταφέρνουν να σπουδάσουν ένα από τα περιζήτητα επαγγέλματα της εποχής, κυρίως γιατροί ή δικηγόροι, ενώ ταυτόχρονα εργάζονται σε χειρωνακτικές δουλειές, για παράδειγμα στην οικοδομή. Στη συνέχεια, οι σπουδές τους θα φανούν χρήσιμες για τη λύση της πλοκής, θα αποδειχθούν δηλαδή καθοριστικές στην επίλυση των προβλημάτων της ζωής τους. Οι γυναίκες δεν φαίνεται να ζουν αντίστοιχες καταστάσεις, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Στις κωμωδίες η στάση απέναντι στην εκπαίδευση είναι αμφίθυμη.185 Η σχολική και η πανεπιστημιακή μόρφωση δεν θεωρούνται απαραίτητα προσόντα στη ζωή των νέων. Ορισμένοι μάλιστα πιστεύουν ότι το πολύ διάβασμα ευθύνεται για

    182. Γκιζέλης κ.ά., ό.π., σ. 34 κ.ε.

    183. Νικολαΐδου, ό.π., σ. 29-30.

    184. Ιγγλέση, Πρόσωπα γυναικών..., ό.π.

    185. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 432-433.