Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 199-218 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/199.gif&w=600&h=915

ο άνδρας —όχι σπάνια— προσπαθεί να ξεγλιστρήσει, η γυναίκα μπορεί να κάμψει την αντίστασή του με κάθε τρόπο, ψέμα, υποκρισία ή εκβιασμό. Τέτοιες συμπεριφορές θεωρούνται περίπου αυτονόητες, ακόμα και επιβεβλημένες.

ε' Δυσκολίες

Ο έρωτας που καταλήγει στο γάμο είναι κοινός τόπος. Κοινός τόπος είναι και τα εμπόδια που παρεμβάλλονται ώς το ευτυχές τέλος. Οι δυσκολίες που εμφανίζονται στο ενδιάμεσο οργανώνονται γύρω από συγκεκριμένους άξονες. Στον άνδρα συνδέονται με την οικονομική του αποκατάσταση· στη γυναίκα με την αναποφασιστικότητα του άνδρα να παντρευτεί" και στους δύο με τις αντιρρήσεις των γονιών, που πρέπει να καμφθούν.

Η στάση των ανδρών στο θέμα του γάμου ποικίλλει. Πολλοί ανάμεσά τους, όχι μόνο νέοι, αλλά και μεσήλικες, αμφισβητούν τα πλεονεκτήματα της έγγαμης ζωής και δεν αποφασίζουν να μπουν στο ζυγό. Η ανδρική ανωριμότητα συνδέεται άμεσα με την εργασιακή αποκατάσταση και με την οικονομική αυτονομία, οπότε αναδεικνύεται σε σημαντική δυσκολία. Ο Αντώνης (Ελα στο θείο) δεν θέλει να αναλάβει ευθύνες, γι' αυτό δεν σοβαρεύεται ούτε στο ζήτημα της εργασίας ούτε στο ζήτημα του γάμου. Μόνο η γυναικεία παρέμβαση θα τον πείσει να αλλάξει ζωή. «Αμα μπει η καπιστράνα, θα στρώσει», λέει ο θείος του στη Νανά, υπονοώντας ότι η ρέμπελη ζωή του ανιψιού του θα τερματιστεί με το γάμο.

Ανάλογη πεποίθηση έχει η νεαρή, όμορφη Ρίτα, καθώς και η εξαδέλφη της, που αποφασίζουν αμετάκλητα να παντρευτούν τον Μικέ και τον Μπισμπίκο (Κούλης Στολίγκας, Φραγκίσκος Μανέλλης, Οι άσσοι της τράκας, 1962, Ηλίας Παρασκευάς). Αν και βιολογικά μεσήλικες, οι δύο άνδρες στη δημόσια συμπεριφορά τους παραβγαίνουν άνετα με παιδιά του δημοτικού, και μάλιστα ιδιαίτερα ζωηρά σε σκανταλιές. Πολλές φορές με τη θέλησή τους και άλλες λόγω της αδεξιότητάς τους, γίνονται συμφορά για όποιον τους συναναστρέφεται. Οι κοπέλες μεσολαβούν υπέρ τους προς όλες τις κατευθύνσεις, πιστεύοντας ακράδαντα ότι «θα στρώσουν με το γάμο», ότι ο γάμος και η ανάληψη ευθυνών θα τους υποχρεώσουν να ωριμάσουν.

Η ανωριμότητα του άνδρα μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι το ενδιαφέρον του συγκεντρώνεται σε κάποιο άλλο θέμα, εκτός της δημιουργίας οικογένειας. Στο Γκολ στον έρωτα (1954, Τζανής Αλιφέρης) ο Παντελής (Μίμης Φο^τόπουλος) είναι μαγεμένος με την μπάλα" περνάει το χρόνο του περισσότερο προπονώντας τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς, ψάχνοντας νέα ταλέντα ή με τους φίλους του στο γήπεδο. Δεν παραμελεί μόνο την αγαπημένη του Αλίκη, αλλά και την εργασία του, με αποτέλεσμα να χάνει τους πελάτες του. Ο φίλος του Πίπης (Νίκος Ρίζος) επίσης έχει το νου του περισσότερο στον

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/200.gif&w=600&h=915

ιππόδρομο και στα στοιχήματα παρά στη δουλειά. Οι φίλες τους, αφού τους ανέχονται για αρκετό καιρό, αποφασίζουν να λάβουν δραστικά μέτρα και, με όπλο την πρόκληση ζήλιας, τους αναγκάζουν να συγκεντρωθούν στη δουλειά τους και να αποφασίσουν να παντρευτούν.

Ο άνδρας που αντιστέκεται στην ιδέα του γάμου δικαιολογείται, αλλά ώς ένα ορισμένο σημείο. Από τη στιγμή που η οικονομική του αποκατάσταση έχει επιτευχθεί, δεν συγχωρείται η εμμονή του να παραμείνει «ελεύθερο πουλί». Τότε το περιβάλλον του συνωμοτεί εναντίον του, για να τον παντρέψει.

Η κυρία Φωτεινή προσπαθεί να πείσει με το καλό το νοικάρη της Βασιλάκη (Ο μαγκούφης) να αποφασίσει να παντρευτεί. Αφού αυτός δεν πείθεται, φεύγει από το σπίτι και τον αφήνει να τα βγάλει μόνος του πέρα με τα πρακτικά της καθημερινότητας. Ο Βασιλάκης δεν ξέρει βέβαια να σιδερώνει τα πουκάμισά του, ούτε να μαντάρει τις κάλτσες του ούτε να ράβει κουμπιά ούτε καλά-καλά να ψήνει καφέ. Όταν αρρωσταίνει κιόλας, η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Μόνο η γυναικεία παρουσία μπορεί να τον συνεφέρει. Η κωμωδία των Σπυρόπουλου — Παπαδούκα - Αλιφέρη είναι μία επιτομή της σημασίας του γάμου και της προσφοράς της οικογένειας στη συναισθηματική πληρότητα του άνδρα. Ο Βασιλάκης περιφέρεται μόνος την ώρα που οι άλλοι γιορτάζουν τα Χριστούγεννα με τις οικογένειές τους ή με τη συντροφιά τους και βρίσκει ένα σκύλο, επίσης μόνο, για να του κάνει παρέα. Ο παραλληλισμός ανάμεσα στο μοναχικό άνδρα και στο αδέσποτο σκυλί είναι προφανής. Η γυναικεία συμβολή δεν περιορίζεται στην εξασφάλιση μίας ανεκτής καθημερινότητας, αλλά και της στοργής, της τρυφερότητας και των παιδιών, που εξισορροπούν τις δεσμεύσεις του γάμου.

Συνωμοσία του στενού του περιβάλλοντος υφίσταται και ο Γιώργος (Γιάννης Γκιωνάκης, Ο τρελλός της πλατείας Αγάμων), που πέφτει θύμα των ενωμένων δυνάμεων του θείου του Τζον (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) και της σπιτονοικοκυράς του Ασπασίας (Μαρίκα Νέζερ). Δέχεται να γνωριστεί με τη νύφη που του επιβάλλει ο θείος του, προκειμένου να έχει σημαντικά οικονομικά οφέλη και να προχωρήσει σε εικονικό γάμο. Όμως, η τύχη τα φέρνει έτσι που ερωτεύεται στα αλήθεια την Έλεν (Μέμα Σταθοπούλου). Μία ιστορία που έχει ξεκινήσει ως «μπίζνες» και υπόθεση συμφέροντος εξελίσσεται σε πραγματικό και αμοιβαίο έρωτα. Επαναλαμβάνεται μέσα από αυτή την παραλλαγή η παντοδυναμία του έρωτα εις βάρος του χρήματος.

Αναφέρθηκε προηγουμένως ως κύρια προϋπόθεση για να προχωρήσει ένας νέος σε γάμο το γεγονός ότι πρέπει να έχει «δημιουργηθεί»· να μην έχει υποχρεώσεις προς την πατρική οικογένεια, να μην έχει αδελφή να προικίσει και να παντρέψει ή να έχει ανταποκριθεί επιτυχώς προς αυτές τις υποχρεώσεις" και, βέβαια, να έχει μία καλή δουλειά, η οποία θα του επιτρέπει να ζει τον εαυτό του, τη γυναίκα του και τα παιδιά που θα αποκτήσουν. Ο χαμηλός μι-

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/201.gif&w=600&h=915

μισθός είναι ένα επιπλέον εμπόδιο, ιδίως για νέους που δεν ζητούν προίκα. Ο Γιάννης (Γιάννης Γκιωνάκης, Ενας απένταρος λεφτάς, 1967, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Χρήστος Κυριακόπουλος) δεν μπορεί να παντρευτεί με τη Ράνια, λόγω των περιορισμένων εισοδημάτων του, που δεν του επιτρέπουν να μαζέψει γρήγορα τα αναγκαία χρήματα για το στήσιμο του νέου νοικοκυριού.

Στο διάστημα κατά το οποίο ο νέος προσπαθεί να τακτοποιήσει τις παραπάνω απαραίτητες προϋποθέσεις, ένας βασικός κίνδυνος απειλεί την ερωτική του σχέση: η κοπέλα, σε αντίθεση με αυτόν, βιάζεται να παντρευτεί. Στο ζήτημα του γάμου η στάση των γυναικών είναι σχεδόν ενιαία: τον επιδιώκουν πάση θυσία. Άλλωστε, σε αυτό συνηγορούν και οι συγγενείς τους, που πάντοτε πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση. Αν η προίκα είναι εξασφαλισμένη, τότε για τις γυναίκες δεν υπάρχουν εμπόδια.

Μία από τις δυσκολίες που συναντούν συχνότερα τα ζευγάρια είναι οι αντιρρήσεις των γονέων, οι οποίες πρέπει να υπερπηδηθούν. Συνήθως οι γονείς έχουν βλέψεις σε κάποιο άλλο πρόσωπο, πάντοτε οικονομικά ευκατάστατο. Αν πρόκειται για γαμπρό, αυτός είναι συχνά μεγαλύτερης ηλικίας (Το σωφεράκι" Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο· Της κακομοίρας !). Όμως, σε όλες τις περιπτώσεις, όπως είπαμε, δικαιώνεται το νεαρό ζευγάρι, και όχι οι επιλογές, οι επιφυλάξεις ή η απόρριψη των κηδεμόνων.

Η Μαρούλα και ο Δημήτρης (Αθηνά Τζιμούλη, Νίκος Κούρκουλος, Η κυρία δήμαρχος, 1960, σενάριο Βίων Παπαμιχάλης - Νέστορας Μάτσας, σκηνοθεσία Ροβήρος Μανθούλης) αντιμετωπίζουν την απόλυτη άρνηση των γονιών τους για τη σχέση τους.218 Ο κυρ Ανάργυρος (Βασίλης Αυλωνίτης) και η κυραΑσπασία (Γεωργία Βασιλειάδου), ιδιοκτήτες γειτονικών ταβερνών, τρώγονται από το πρωί ώς το βράδυ για όλα τα ζητήματα που μπορεί να τους φέρνουν αντιμέτωπους. Η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή, ώστε οι δύο νέοι αναγκάζονται να προφασιστούν ψεύτικη εγκυμοσύνη της κοπέλας, προκειμένου να αποσπάσουν τη συγκατάθεση για το γάμο.

Η Νέλλη και ο Μάνος (Βίκυ Βανίτα, Αλέκος Τζανετάκος, Οι τέσσερις άσσοι, 1970, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης),219 ως νέοι Ρωμαίος και Ιουλιέττα, πρέπει να υπερνικήσουν τις σαραντάχρονες διαφορές των πατεράδων τους για να μπορέσουν να παντρευτούν. Για να πετύχει το στόχο τους, η Νέλλη εξυφαίνει ριψοκίνδυνα σχέδια. Οι γονείς της Μαίρης (Οι θαλασσιές οι χάντρες) πιστεύουν ότι ο λαϊκής καταγωγής Φώτης (Φαί-

218. Για την Κυρία δήμαρχο βλ. Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 158-159.

219. Ανυπόγραφη κριτική στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 403.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/202.gif&w=600&h=915

Φαίδων Γεωργίτσης) δεν ταιριάζει να μπει στην αριστοκρατική τους οικογένεια. Υποχωρούν όμως στα επιχειρήματα της Μαίρης, ενώ στη γιορτή των αρραβώνων αποκαλύπτεται τελικά η λαϊκή καταγωγή όλων των νυν αριστοκρατών φιλούν τους.

Ο πατέρας της Νίνας (Προκοπής ο απρόκοπος) αντιπαθεί τους φοιτητές. Ο Ντίνος όμως (Βάσος Αδριανός), γιος φτωχών βιοπαλαιστών από την επαρχία, καταφέρνει με χίλιες στερήσεις να πάρει το πτυχίο του, να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στο μέλλοντα πεθερό του και να αποσπάσει τη συγκατάθεσή του για το γάμο του με τη Νίνα. Μπορεί ο πεθερός να αντιπαθεί τους φοιτητές, αλλά εκτιμά τη βιοπάλη, που του θυμίζει τη δική του νεότητα. Διότι στις κωμωδίες οι πλούσιοι γονείς είναι αυτοδημιούργητοι πρώην φτωχοί, όπως για παράδειγμα ο πατέρας του Πέτρου (Γιάννης Ιωαννίδης, Κώστας Κακκαβάς) στο Λαός και Κολωνάκι. Η γενιά των πατεράδων πέτυχε την οικονομική της αποκατάσταση με σκληρή δουλειά, αλλά έχει την τάση να το ξεχνάει, όταν αποβλέπει σε γάμους συμφέροντος.

Οι κοπέλες πιέζονται πάντα από το χρόνο, όταν βγαίνουν ραντεβού, και βιάζονται να επιστρέψουν σπίτι τους, πριν οι δικοί τους υποψιαστούν ότι κάτι απαγορευμένο συμβαίνει (η Μαίρη στα Ντερβισόπαιδα, 1960, σενάριο Βασίλης Μπέτσος, σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος·220 η Κατίνα στον Ψευτοθόδωρο' η Μαρούλα στο Η κυρία δήμαρχος). Φοβούνται μήπως τις δει κανένα μάτι και το πει στους γονείς τους (η Καίτη στην Καφετζού, η Έλλη στο Λαός και Κολωνάκι). Όταν συναντούν γνωστούς, αγωνιούν μήπως αυτοί δώσουν αναφορά στο σπίτι τους. Πρέπει συνεχώς να περιορίζουν τις εκδηλώσεις αγάπης και τις σεξουαλικές διαχύσεις των αγαπημένων τους, φροντίζοντας να διατηρούν τον έλεγχο και προστατεύοντας την ηθική τους (Ραντεβού στον αέρα' Ο παρθένος). Συχνά θεωρούν ότι ένα φιλί είναι ένα βήμα που δεν έπρεπε να γίνει (Νύχτες στο Μιραμάρε). Για τους άνδρες αυτή η συμπεριφορά είναι βέβαια δυσάρεστη και προκαλεί διαμαρτυρίες, όπως του Χαρίτου (Θόδωρος Κατσαδράμης) για τις αρνήσεις της Κατίνας (Για μια χούφτα τουρίστριες). Οι νέοι πάντα βιάζονται, ενώ οι νέες πρέπει να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, μέχρις ότου πειστούν ότι γνωρίζονται αρκετό καιρό και αρκετά καλά, προκειμένου να αρχίσουν τις υποχωρήσεις.

Πολλές κοπέλες χρειάζεται να προσπαθήσουν αρκετά για να κάνουν τον νέο που αγαπούν να τις προσέξει. Ο Γιάννης Δαλιανίδης θίγει το θέμα σε δύο παραλλαγές της ίδιας εποχής, στο Λαός και Κολωνάκι και στο Αγόρι που αγαπώ. Στην πρώτη κωμωδία η Καίτη θεωρείται από τον Κώστα (Κάκια Αναλυτή, Κώστας Χατζηχρήστος) πολύ μικρή και καθόλου εντυπωσιακή, ώστε να

220. Κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 180.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/203.gif&w=600&h=915

κινήσει την προσοχή του. Αυτή όμως τον αγαπά για την καλή του καρδιά. Τον κυνηγάει επίμονα και εμφανίζεται μπροστά του συνεχώς, ώσπου καταφέρνει να τον πείσει ότι αυτή αξίζει την αγάπη του, και όχι η «φρεγάτα» Ντέντη. Η Λίζα πάλι (Άννα Φόνσου), ένα ασήμαντο κοριτσόπουλο, ερωτεύεται τον σταρ του κινηματογράφου Δημήτρη (Ανδρέας Μπάρκουλης) και χρειάζεται να περιμένει αρκετό χρόνο μέχρι να τον κάνει να την προσέξει. Μία δεκαετία αργότερα ο Γιώργος Λαζαρίδης χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο στο έργο Ο γίγας της Κυψέλης (1968, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), τοποθετώντας τους ήρωές του σε λαϊκό περιβάλλον. Ο Νίκος (Νίκος Ρίζος) έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και δεν καταδέχεται την αγάπη της υπηρέτριας Ζαμπέτας (Δέσποινα Στυλιανοπούλου), θεωρώντας ότι του πέφτει πολύ λίγη. Πιστεύει ότι μπορεί να κατακτήσει τις γόησσες της γειτονιάς και την αντίστοιχη «φρεγάτα» Κλάρα (Ρία Δελούτση). Όταν η Ζαμπέτα γίνεται δημοφιλής λαϊκή τραγουδίστρια, ο Νίκος αναγκάζεται να πέσει στα πόδια της για να την πείσει για τον έρωτά του.

Μία ιδιαίτερη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες είναι το να πείσουν τον εκλεκτό τους να αφοσιωθεί αποκλειστικά σε αυτές. Επειδή ο «σωστός» άνδρας είναι και πολυγαμικός, η γυναίκα που ερωτεύτηκε καρδιοκατακτητή πρέπει να τον συμμορφώσει, να τον κάνει να εγκαταλείψει τον ώς τώρα τρόπο ζωής του και να τον μετατρέψει σε πιστό σύζυγο. Όπως είδαμε, η Ντιάνα (Ραντεβού στην Κέρκυρα) παρουσιάζεται ως Μίρκα στον Ανδρέα και εργάζεται στο ξενοδοχείο της μητέρας του, με σκοπό να τον παρακολουθεί από κοντά και να του χαλάει τις ερωτοδουλειές του. Με μεγάλη αδιακρισία και ψέματα παρεμβαίνει στα ραντεβού και στα τηλεφωνήματά του, δημιουργώντας του προβλήματα. Του γίνεται κολλιτσίδα, χωρίς να αισθάνεται προσβεβλημένη από τις αντιδράσεις του. Με το θράσος και την εξυπνάδα της η δυναμική και επίμονη Ντιάνα κερδίζει κατά κράτος το νάρκισσο Ανδρέα, σε μία μάχη που αρχικά φαινόταν χαμένη. Η νέα δεν αγωνιά και δεν αμφιβάλλει για την επιτυχία του σχεδίου της. Η συμμόρφωση του Ανδρέα, όπως και όλων των κινηματογραφικών συλλεκτών γυναικών, η υποταγή του στη μία και μοναδική που ξεπέρασε τις δυσκολίες και τον κέρδισε με την ομορφιά και την εξυπνάδα, αλλά όχι και με τον αισθησιασμό της, είναι σύνηθες ευτυχισμένο τέλος στις κωμωδίες, επειδή εκπληρώνεται η επικράτηση της ιδέας της οικογένειας έναντι των ανθρώπινων αδυναμιών. Το γεγονός ότι βρίσκεται ο κατάλληλος άνθρωπος για να δράσει ως φάρμακο λειτουργεί ανακουφιστικά και προστατευτικά για το κοινωνικό σώμα και το θεατή.

Ο Φίλιππος (Κώστας Κακκαβάς, Πλούσιοι χωρίς λεφτά), ενώ κάνει σχέδια ζωής με την ταπεινή γειτονοπούλα του Άννα (Σόνια Ζωΐδου), δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη τη γνωριμία του με την προκλητική Μαίρη (Μάρθα Καραγιάννη). Λέει ταυτόχρονα και στις δύο κοπέλες ότι τις αγαπά και μάλλον πι-

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/204.gif&w=600&h=915

πιστεύει ότι είναι ειλικρινής. Τη λύση δίνει η Μαίρη, που υποκρίνεται ότι τον ήθελε μόνο για τα υποτιθέμενα χρήματά του, ενώ στην πραγματικότητα δρα ως νέα και υγιής Μαργαρίτα Γκωτιέ: ο πατέρας της Άννας τής αποκαλύπτει τη διπλή σχέση του Φίλιππου, και αυτή, γενναιόδωρη, αποφασίζει να μην τον διεκδικήσει. Η Μαίρη, εικόνα της χειραφετημένης, υφίσταται τη συνηθισμένη τιμωρία, μένει μόνη. Η Άννα, η φτωχή γειτονοπούλα, αγαπά τον Φίλιππο, δεν του κάνει παράπονα, είναι αισιόδοξη για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και τον βοηθάει όσο μπορεί τις δύσκολες στιγμές. Αυτή η εικόνα της τυφλής και αδιαμαρτύρητης αφοσίωσης κερδίζει τελικά.

Η Καίτη έχει βαρεθεί τα τσιλιμπουρδίσματα του Λυκούργου (Λίλιαν Μηνιάτη, Ντίνος Ηλιόπουλος, Ο κόσμος τρελλάθηκε), που συνεχώς προφασίζεται πολλή εργασία, για να βγαίνει με ωραίες γυναίκες, και τον απειλεί ότι «φτάνει να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι» για να κερδίσει όποιον βάλει στο μάτι. Πράγματι, κουνώντας πέντε δάκτυλα κατακτά πέντε άνδρες, των οποίων τις προτάσεις γάμου πρέπει να εξουδετερώσει ο Λυκούργος.

Δυσκολίες προκύπτουν και όταν ο νέος δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από τον προηγούμενο δεσμό του. Η κυρία Μπρούντζου (Αλίκη Ανδρέου, Μια τον κλέφτη, 1960, Δημήτρης Ιωαννόπουλος)221 φαίνεται πολύ απαιτητική ερωμένη, που δεν θα άφηνε αμαχητί τον Πέτρο (Δημήτρης Χορν). Το γεγονός όμως ότι είναι παντρεμένη και ότι δεν θέλει να χάσει τη σιγουριά του γάμου με το βιομήχανο Μπρούντζο (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), καθώς και το ανώτερο κοινωνικό περιβάλλον με τους καθωσπρεπισμούς του, στο οποίο ανήκει, δεν της επιτρέπουν να κάνει σκηνές ζηλοτυπίας, ούτε να κινηθεί ώστε να εμποδίσει την εξέλιξη του ειδυλλίου του Πέτρου με τη Λένα (Κάκια Αναλυτή). Στο Μην είδατε τον Παναή (1962, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Ορέστης Λάσκος) η Ασπασία, που πρόκειται να παντρευτεί ένα χασάπη (Ζανίνο), δεν θέλει να εγκαταλείψει και τον Φάνη (Ανδρέας Μπάρκουλης), με αποτέλεσμα να κάνει σκηνή μπροστά στο νέο του έρωτα, στη Μιράντα, και να προκαλέσει τον πρόσκαιρο χωρισμό τους. Η κακομαθημένη, καπάτσα και κάπως αναιδής Μαίρη (Αλίκη Βουγιουκλάκη, Η ψεύτρα, 1963, Γιάννης Δαλιανίδης), που έχει μάθει να κερδίζει ό,τι βάζει στο μάτι, δίνοντας μάχες μέχρι τελικής πτώσεως, πρέπει να βγάλει από τη μέση την Καίτη (Ζωή Φυτούση), προκειμένου να προχωρήσει στη σχέση της με τον Θάνο (Αλέκος Αλεξανδράκης). Οι δύο γυναίκες ανταλλάσσουν τα δέοντα και ο ετοιμόρροπος δεσμός του Θάνου και της Καίτης δεν αντέχει για πολύ.

221. Μεταφορά της κωμωδίας του Δημήτρη Ιωαννόπουλου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Γκλόρια» (πλατεία Αμερικής), από το θίασο Μιράντας - Γιώργου Παππά, στις 21 Ιουνίου 1941: Δημήτρης Ιωαννόπουλος, Θέατρο, τ. Γ', Αλκαίος, Αθήνα 1975, σ. 186" Θρύλος, ό.π., τ. Γ', σ. 31-33.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/205.gif&w=600&h=915

Οι ωραίες, προκλητικές και εντυπωσιακές γυναίκες μένουν λοιπόν πάντα μόνες στο τέλος, ενώ οι μαζεμένες και αφοσιωμένες, οι όμορφες αλλά απλές, οι καθόλου απαιτητικές φεύγουν με το έπαθλο, το συμμορφωμένο μέλλοντα σύζυγο. Η Άλκη (Ο γυναικάς), η Καίτη (Λαός και Κολωνάκι), η Καίτη (Ερωτας με δόσεις), η Λίζα, η Ντιάνα αντιπαρατίθενται σε γυναίκες που θα ήταν το ερωτικό όνειρο κάθε άνδρα της εποχής, όμως εντέλει αυτές κερδίζουν ύστερα από μερικά σκαμπανεβάσματα, τα οποία αντιμετωπίζουν χωρίς απελπισία, με τη σιγουριά αυτού που έχει το δίκιο με το μέρος του. Το δίκιο είναι η ηθική και η «αληθινή αγάπη».

Σπάνια γυναίκες εμφανίζονται αδιάφορες απέναντι στο γάμο. Η Νάνσυ (Νάντια Χωραφά, Η Νάνσυ την ψώνισε, 1960, σενάριο Βασίλης Μπέτσος, σκηνοθεσία Ίων Νταϊφάς) έχει όλο της το ενδιαφέρον στραμμένο στη ζωγραφική και δεν σκέπτεται καθόλου να παντρευτεί. Η περίπτωση της παρουσιάζεται ως σοβαρή απόκλιση και κανείς δεν σέβεται τις διαφορετικές της επιλογές. Αντίθετα, αυτές την κάνουν να φαίνεται ως όχι ιδιαίτερα ισορροπημένο άτομο. Μία ακόμα εξαίρεση είναι η Νανά (Ξένια Καλογεροπούλου, Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του), που οι σπουδές της τη βοήθησαν να αναπτύξει μία πιο φιλελεύθερη αντίληψη ως προς την αναγκαιότητα του γάμου. Δηλώνει στην έκπληκτη συνάδελφο της ότι δεν θα παντρευτεί, επειδή οι άνδρες θέλουν τη γυναίκα για υπηρέτριά τους. Η ζωή των παντρεμένων φιλενάδων της της έχει γίνει μάθημα. «Οι τρελές λένε "ναι" στο γάμο. Οι γνωστικές λένε "όχι" και γλιτώνουνε», υποστηρίζει" χάρη στο δίπλωμα και στο μισθό, μπορεί να χαίρεται την ελευθερία της. Στη δεκαετία που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο κωμωδίες οι νέες έχουν καταφέρει να μη θεωρούνται ημίτρελες, απλώς και μόνο επειδή δεν σκέπτονται να παντρευτούν.

Οι φόβοι της Αλέκας (Μαριάννα Κουράκου, Πέντε γυναίκες για έναν άνδρα) μπροστά στα καθήκοντα που πρέπει να αναλάβει μία παντρεμένη γυναίκα είναι θεμιτοί και αντιμετωπίζονται με κατανόηση από τη μητέρα της (Νανά Σκιαδά). Η Αλέκα πανικοβάλλεται με τη σκέψη και μόνο ότι, αν δεχθεί την πρόταση του Τάκη (Γιώργος Μιχαλακόπουλος), θα περάσει από την ξένοιαστη καθημερινότητα της άεργης νέας στις υποχρεώσεις της νοικοκυράς" αντί να «σκοτώνει» την ώρα της στις καφετέριες και στα παραλιακά κέντρα, θα πλένει, θα σκουπίζει, θα ξεσκονίζει, θα μαγειρεύει περίπλοκα φαγητά και θα μεγαλώνει παιδιά. Είναι μία από τις λίγες φορές που ελληνική κωμωδία αναγνωρίζει την ελάχιστη έλξη που ακούν οι συγκεκριμένες δραστηριότητες σε κάποιες γυναίκες και δικαιολογεί, έστω αδέξια, τις τάσεις φυγής της Αλέκας.

στ' Αστεφείς

Το 1959 ο Βασίλης Λογοθετίδης ανεβάζει το έργο Η δε γυνή να φοβήται τον

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/206.gif&w=600&h=915

άνδρα.222 Το τολμηρό του θέμα, η εκτός γάμου συμβίωση, ανοίγει το δρόμο σε κάποιους σεναριογράφους, οι οποίοι το ξαναχρησιμοποιούν σε κωμωδίες τους, πριν από την κινηματογραφική του μεταφορά το 1965.

Επτά χρόνια ζουν μαζί ο Φαίδων και η Μέλπω (Γιώργος Πάντζας, Καίτη Πάνου, Τρελλοί πολυτελείας, 1963, Στέφανος Φωτιάδης).223 Ο πλούσιος Φαίδων θεωρεί τον εαυτό του πολύ δυστυχισμένο, διότι τίποτε δεν μπορεί πλέον να του προσφέρει χαρά και ικανοποίηση — τα έχει όλα. Η Μέλπω, αν και αντιλαμβάνεται το πρόβλημα από την κακή του συμπεριφορά απέναντι της, ανέχεται πολλές ταπεινώσεις και κάνει υπομονή, επειδή «είναι γυναίκα του». Η μελαγχολική της διάθεση τονίζει το αδιέξοδο της. Αφού δεν είναι νόμιμη σύζυγος, δεν τολμά να ανακαλέσει τον απότομο Φαίδωνα στην τάξη, δεν θέλει να του δώσει επιχειρήματα που θα διαλύσουν την εύθραυστη σχέση τους. Όταν εμφανίζεται στη ζωή τους η Μαρίνα (Ελένη Ανουσάκη), τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους. Η Μέλπω εγκαταλείπει μεν το σπίτι στο οποίο έζησε τόσα χρόνια χωρίς προοπτική, βρίσκει όμως στήριγμα στον εξάδελφο του Φαίδωνα, στον Μηνά (Γιώργος Κωνσταντίνου), που άκουγε όλο αυτό το διάστημα τις πικρές της εκμυστηρεύσεις. Αν και απέτυχε να αποκαταστήσει τις προγαμιαίες σχέσεις με το γάμο, η κατά τα άλλα απολύτως ηθική Μέλπω έχει το δικαίωμα να ξαναδοκιμάσει σε μία σχέση, η οποία αυτή τη φορά προδιαγράφεται επιτυχής.

Στον Εαυτούλη μου η Ελένη (Μπεάτα Ασημακοπούλου) συζεί επί πέντε χρόνια με το φίλαυτο Γιάγκο (Λάμπρος Κωνσταντάρας). Αυτή είναι μία καινοτομία σε σχέση με το πρωτότυπο κείμενο, του οποίου η παράσταση προηγήθηκε κατά είκοσι χρόνια της μεταφοράς στον κινηματογράφο. Στο θεατρικό έργο η Ελένη και ο Γιάγκος είναι παντρεμένοι. Στην ταινία συζούν. Κάτι τέτοιο είναι αποδεκτό από το περιβάλλον τους, το οποίο συμπεριφέρεται στην Ελένη χωρίς να υπολογίζει αυτή τη λεπτομέρεια. Αναδύεται λοιπόν το ερώτημα τι προκάλεσε αυτή τη μετατροπή στο σενάριο. Πιστεύω ότι μπορούμε εδώ να ανιχνεύσουμε, περισσότερο από την ενδεχόμενη κοινωνική εξέλιξη, την επιρροή της κωμωδίας του Γιώργου Τζαβέλλα.

Ο Τζαβέλλας εγκαθιστά τους ήρωές του στο λαϊκό περιβάλλον της Πλά-

222. Μεταφορά της κωμωδίας του Γιώργου Τζαβέλλα, που ανεβαίνει στο θέατρο «Αθηνών», από το θίασο Βασίλη Λογοθετίδη, στις 15 Οκτωβρίου 1959' Θέατρο 60, ό.π., σ. 40, 310· Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 160-162· Γιώργος Τζαβέλλας, ό.π., σ. 156" Ακτσόγλου, στο ίδιο, σ. 91-92, 153-154· Δελβερούδη, στο ίδιο, σ. 104-105· Μυλωνάς, ό.π., σ. 115. Για την αντίδραση του περιβάλλοντος σε εκτός γάμου συμβιώσεις βλ. Αβδελά, ό.π., σ. 145-146.

223. Μεταφορά της κωμωδίας του Στέφανου Φωτιάδη Το μαγκανοπήγαδο, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κεντρικόν», από το θίασο Άννας Συνοδινού - Νίκου Χατζίσκου, το χειμώνα του 1956" Θρύλος, ό.π., τ. Ζ', σ. 7-9.

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/207.gif&w=600&h=915

Πλάκας, μίας γειτονιάς από την οποία τα μικρό- και μεσοαστικά στρώματα έχουν αρχίσει να αποσύρονται. Ο Αντώνης και η Ελένη έχουν καταφύγει εκεί, επειδή ο Αντώνης, υπάλληλος σε υπουργείο, θέλει να απομονώνει εντελώς την προσωπική του ζωή από τις οποιεσδήποτε κοινωνικές του δραστηριότητες. Θεωρώντας ότι η Ελένη δεν είναι κοινωνικά αντάξιά του, δεν αποφασίζει να την παντρευτεί, αλλά την αγαπά αρκετά ή αισθάνεται υπεύθυνος γι' αυτήν, ώστε να μην την εγκαταλείπει.

Αντίθετα, ο Γιάγκος, ο ήρωας του Ψαθά, είναι άνθρωπος που δεν ορρωδεί προ ουδενός και επιβάλλει τις απόψεις του, χωρίς να στέκεται στις αντιδράσεις ή στα αισθήματα των άλλων. Υπ' αυτή την έννοια, δεν τον απασχολεί το ζήτημα της αποκατάστασης της Ελένης, η οποία άλλωστε δεν απαιτεί κάτι τέτοιο. Φαίνεται να ζει και εκείνη μία κανονική ζωή, χωρίς να της δημιουργεί προβλήματα το γεγονός. Η Ελένη, κόρη πρώην εργοστασιάρχη, δεν έχει δική της οικογένεια και έρχεται από την Αίγυπτο. Ιδίως το δεύτερο στοιχείο κάνει πιθανοφανή την ανοχή της σε μία συμβίωση χωρίς γάμο και την απόκλιση της από τα ντόπια ήθη. Δεν επικρίνεται για τις επιλογές της, παρουσιάζεται ως μία στοργική νοικοκυρά, που λυπάται για όσα επένδυσε στο σπιτικό της, το οποίο τώρα, κατ' απαίτηση του Γιάγκου, αναγκάζεται να εγκαταλείψει.

Σε τελείως άλλη βάση τοποθετεί ο Γιώργος Τζαβέλλας το ζήτημα της ελεύθερης συμβίωσης στην κωμωδία του. Η ηρωίδα του είναι ένα κορίτσι χαμηλής κοινωνικής τάξης και μόρφωσης, ενώ ο ήρωας είναι προϊστάμενος σε κάποιο υπουργείο. Υπάρχει μία κοινωνική διαφορά, που δεν αγνοείται, όπως συμβαίνει σε όλες τις άλλες κωμωδίες, αλλά προσδιορίζεται μέσω των παρενεργειών της. Ο Αντωνάκης (Γιώργος Κωνσταντίνου) δεν μπορεί να διαχειριστεί τη διαφορά. Αισθάνεται ένοχος απέναντι στο περιβάλλον του, επειδή δεν έχει να επιδείξει μία γυναίκα πλούσια ή μορφωμένη. Αν η εκτός γάμου συμβίωση δεν είναι τόσο σπάνια στα λαϊκά στρώματα, όσο είναι στα μικροαστικά, τότε ο Αντωνάκης αισθάνεται ότι όχι μόνο δεν «ανέβηκε», όπως άλλοι συνάδελφοι του, που διαπραγματεύτηκαν με επιτυχία την επαγγελματική τους θέση στη γαμήλια αγορά, αλλά και «κατέβηκε» στην τάξη της Ελένης. Αυτή την «κάθοδο» προσπαθεί να την κρατήσει μυστική από τους φίλους του και δεν παντρεύεται για να μην αναγκαστεί να τη φανερώσει.

Ο Αντωνάκης είναι ένας άνθρωπος σε βαθιά εσωτερική σύγκρουση, όπως μπορεί να αποκαλύψει ο νευρικός του χαρακτήρας. Ασφαλώς, η ποιότητα της Ελένης, η αγάπη που του δείχνει δεν του διαφεύγουν. Αντίθετα, του δημιουργούν ένα ακόμα μέτωπο ενοχών, το οποίο αντιμετωπίζει με συνεχή επιθετικότητα. Ο φαντασιακός κόσμος της έγγαμης ζωής, όπως τον περιγράφουν οι φίλοι του, με την πλήρη υποταγή των γυναικών στην παραμικρή επιθυμία των συζύγων, είναι γι' αυτόν μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να εκτιμήσει, αλλά ούτε και να προβάλει. Όταν οι άλλοι περιγράφουν το φανταστικό τους

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/208.gif&w=600&h=915

αυταρχισμό, αυτός σιωπά. Αυτά που οι φίλοι ονειρεύονται αυτός τα ζει. Αλλά δεν είναι ευτυχισμένος.

Ο γάμος θα δώσει στην Ελένη και στον Αντώνη μία μοναδική ευκαιρία. Ενώ όλοι οι άλλοι είναι καταδικασμένοι, μετά το γάμο, να περνούν τη ζωή τους με μάχες για τη θέση του αρχηγού, η Ελένη και ο Αντώνης θα ανακαλύψουν τα πραγματικά τους αισθήματα, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της θέσης και της αξίας του καθενός. Η Ελένη θα συνειδητοποιήσει ότι τίποτε ουσιαστικό δεν της λείπει και θα επιβάλει στον Αντώνη την αξία της. Ό,τι δεν πέτυχε με την υποταγή και τις εκδηλώσεις αγάπης το πετυχαίνει με τη διεκδίκηση της ισότιμης θέσης. Τέτοιοι επαναπροσδιορισμοί δεν γίνονται αυτόματα, ενώ ο χωρισμός είναι το αποτέλεσμα της θεμελιώδους σύγκρουσης. Όμως, και το χωρισμό ο Τζαβέλλας τον χρησιμοποιεί ως τον απαραίτητο καταλύτη, που δίνει στα πρόσωπα το χρονικό περιθώριο να αφήσουν τα πραγματικά τους αισθήματα να έρθουν στην επιφάνεια. Το ευτυχισμένο τέλος οι ήρωες της κωμωδίας πάλεψαν σκληρά για να το εξασφαλίσουν.

Το στοιχείο της λαϊκής καταγωγής το ξαναβρίσκουμε στην εκτός γάμου συμβίωση ενός ακόμα ζευγαριού, στον Τζαναμπέτη. Η Λόλα ζει δώδεκα χρόνια με τον Αποστόλη (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Νίκος Ρίζος), ο οποίος δεν αποφασίζει να της βάλει στεφάνι. Σε κάθε της κουβέντα επαναφέρει το πρόβλημά της. Μολονότι έχει μία επιτυχημένη καριέρα τραγουδίστριας σε δική τους επιχείρηση, δεν είναι ευτυχισμένη, επειδή δεν έχει εκπληρωθεί το όνειρο της. Πρόθυμα θα άφηνε το τραγούδι και τα χρήματα που κερδίζει για να αφοσιωθεί στο σπιτικό της. Όμως, ο Αποστόλης δεν θυσιάζει τα σίγουρα εισοδήματά τους και πιστεύει ότι, εφόσον η Λόλα είναι καλλιτέχνις, δεν της ταιριάζει ο γάμος. Η Λόλα είναι μία λαϊκή γυναίκα, όπως και η Ελένη, πράγμα που δικαιολογεί το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως «αστεφής», που συμβιώνει με τον Αποστόλη χωρίς να έχει προηγηθεί γάμος. Οι σεναριογράφοι, όπως παρατηρούμε, αποφεύγουν να τοποθετούν κοπέλες από μεσαία και μικροαστικά στρώματα σε καταστάσεις συμβίωσης εκτός γάμου. Ενδεχομένως, αυτό γίνεται για χάρη της αληθοφάνειας. Αναζητούν αυτά τα πρόσωπα στις ταξικές εξαιρέσεις, και όχι στους μέσους όρους, προκειμένου να λειτουργήσει η κωμωδία ως αναπαραγωγή της τρέχουσας ηθικής.

ζ' Ένας ιδανικός σύζυγος

Τα κριτήρια που ορίζουν ποιος είναι ο πλέον κατάλληλος γαμπρός ή η κατάλληλη νύφη εξαρτώνται από τα άτομα που εκφέρουν γνώμη, από την ηλικία τους και από την τάξη στην οποία ανήκουν.

Οι νέοι που παρουσιάζονται από τους συντελεστές των κωμωδιών ως πρότυπα δίνουν το προβάδισμα στα φυσικά και ψυχικά χαρίσματα και δευτερευόντως

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/209.gif&w=600&h=915

ντως, ή καθόλου, στην οικονομική κατάσταση και στην κοινωνική καταγωγή του υποψηφίου. Το όμορφο πρόσωπο και το καλλίγραμμο ή γυμνασμένο σώμα είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ερωτική επιτυχία και για τα δύο φύλα. Ο καλός χαρακτήρας ενός άνδρα μετράει περισσότερο από την ομορφιά του, όπως υποστηρίζει η Ανθούλα (Ελένη Ανουσάκη, Τρελλός, παλαβός και Βέγγος, 1968, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Θανάσης Βέγγος).224 Όμως, η ομορφιά στην κοπέλα είναι το υπ' αριθμόν ένα προσόν για την κατάκτηση του άλλου φύλου: Ο πλούσιος Τζον Μπίρδας (Αλέκος Τζανετάκος, Ένας απένταρος λεφτάς) εξομολογείται στη νέα που τον σαγήνευσε: «Μόλις σας είδα, είπα μέσα μου "αυτή είναι η γυναίκα των ονείρων μου" είναι κούκλα. Αυτή θα παντρευτώ"».

Όμως, οι γυναίκες που θα αποκατασταθούν εντέλει δεν έχουν ποτέ, όπως είδαμε, ούτε προκλητική ομορφιά ούτε προκλητική συμπεριφορά. Η σύγκριση ανάμεσα σε μία γυναίκα με έκδηλη σεξουαλικότητα, η οποία εν πολλοίς εκφράζεται με το ανάλογο ντύσιμο, και σε μία όμορφη, αλλά όχι εξίσου προκλητική αντίζηλο δεν καταλήγει ποτέ υπέρ της πρώτης. Συνηθισμένο θύμα παρόμοιων συγκρίσεων είναι για παράδειγμα οι πολύ όμορφες, πλούσιων σωματικών χαρισμάτων γυναίκες, που υποδύεται η Ρίκα Διαλυνά και οι οποίες μένουν μόνες, αφού δεν είναι αυτές η τελική επιλογή του νέου (Λαός και Κολωνάκι' Διπλοπεννιές, 1966, σενάριο Αλέκος Σακελλάριος, σκηνοθεσία Γιώργος Σκαλενάκης225).

Θα επαναλάβουμε ότι οι γονείς και κηδεμόνες, εφόσον ανήκουν στα ανώτερα στρώματα, δίνουν στο σύνολο τους προτεραιότητα στην οικονομική κατάσταση του υποψηφίου, η οποία καλό θα ήταν να συνοδεύεται και από υψηλή κοινωνική καταγωγή. Ζητήματα καλού χαρακτήρα και ψυχικών χαρισμάτων δεν τους απασχολούν. Η κυρία Κατρανά (Μιράντα, Κρουαζιέρα στη Ρόδο) ζητά κάθε χρόνο από το ρεσεψιονίστ (Κούλης Στολίγκας) λίστα με τους ανύπαντρους άνδρες που μένουν στο ξενοδοχείο, για να διαλέξει τον πλουσιότερο και να τον παντρέψει με την κόρη της. Ο Λέων Μαυρογιάννης (Λάμπρος Κωνσταντάρας, Ο μπαμπάς μου κι εγώ), πιστεύοντας ότι ο αγαπημένος της κόρης του είναι πλούσιος, τίθεται υπεράνω χρημάτων: «Τα νιάτα και η αγάπη είναι το παν», του λέει, την ώρα που ο νεαρός προσπαθεί να του εξομολογηθεί την πραγματική οικονομική του κατάσταση. «Τι δουλειά έχουν τα οικονομικά με τα αισθήματα; Τα λεφτά δεν με ενδιαφέρουν. Με ενδιαφέρει η ευτυχία της κόρης μου. Όταν υπάρχει αγάπη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, τα άλλα δεν είναι τί-

224. Κριτική του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 372.

225. Κριτικές των Μιρέλλας Γεωργιάδου και Γ. Χατζ. στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 320.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/210.gif&w=600&h=915

τίποτα. Τι σημασία έχουν τα λεφτά», υποστηρίζει, αλλά λιποθυμά όταν συνειδητοποιεί την πραγματικότητα. Ο Μάκης Καρασίνης (Λάμπρος Κωνσταντάρας, Ο φαντασμένος, 1973, σενάριο Ανδρέας Βλασόπουλος, σκηνοθεσία Ντίνος Δημόπουλος)226 δεν θέλει για γαμπρό του το νεαρό χημικό Ντίνο (Θόδωρος Ντόβας), αλλά προτιμά έναν πλούσιο και άεργο κληρονόμο. Μολονότι παρουσιάζεται ως εκφραστής των παραδοσιακών αξιών, η στάση του δεν επικροτείται. Δεν πρόκειται απλώς για ξεπερασμένες αντιλήψεις, για έναν άνθρωπο που δεν παρακολουθεί την εποχή του και μένει προσκολλημένος στο παρελθόν, αλλά για έναν επιπόλαιο άνδρα, με αμφίβολες αξίες. Γι' αυτό στο τέλος όχι μόνο η κόρη του Νάσα (Νόρα Κατσέλη) θα παντρευτεί τον αγαπημένο της, αλλά και ο Καρασίνης θα τον αποδεχθεί, κάνοντάς τον συνεταίρο του. Καλός γαμπρός για έναν πλούσιο είναι εντέλει αυτός που μπορεί να τον διαδεχθεί στην επιχείρηση του όταν έρθει η ώρα, αφού οι κόρες δεν είναι φτιαγμένες για να διευθύνουν εργοστάσια (Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός" Για ποιον χτυπά η κουδούνα).

Πολλοί κηδεμόνες από τα κατώτερα στρώματα θα ήθελαν να δουν τα παιδιά τους αποκατεστημένα με πλούσιους, οι οποίοι θα τα απαλλάξουν από το φάσμα της φτώχειας και τις μέριμνες της επιβίωσης (Ελα στο θείο" Το σωφεράκι" Αλλοίμονο στους νέους, 1961, σενάριο Αλέκος Σακελλάριος — Χρήστος Γιαννακόπουλος, σκηνοθεσία Αλέκος Σακελλάριος227), ασκώντας ψυχολογική πίεση στις κοπέλες, που καλούνται να βγάλουν από τη δυσχερή οικονομική θέση την οικογένειά τους μέσω του γάμου. Οι πλούσιοι γαμπροί και νύφες τίθενται έτσι στην κορυφή της ζήτησης από τα πρόσωπα μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά και από ορισμένους νέους, χωρίς να αξιολογούνται πάντα θετικά από τους συντελεστές των κωμωδιών. Οι νέοι που θεωρούν το γάμο επιχείρηση (Κορίτσια της Αθήνας, 1961, Απόλλων Γαβριηλίδης·228 Ησαΐα, χόρευε" Ο τσαχπίνης) καταλήγουν να ερωτευτούν το έτερον ήμισυ, παραβλέποντας το γεγονός ότι δεν έχει περιουσία.

Για έναν πατέρα καλός γαμπρός θεωρείται επίσης ο επιστήμονας, ο οποίος μπορεί να εξασφαλίσει τη μετακίνηση και την εγκατάσταση στην πόλη- στον Τετραπέρατο (1966, σενάριο Γιώργος Ασημακόπουλος, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος) ο Βλαχαντρέας (Νίκος Φέρμας) ρωτάει αν ο υποψήφιος γαμπρός που του προτείνει ο βουλευτής της περιφέρειάς του (Νίκος Ρίζος) είναι επιστήμονας

226. Μοσχοβάκης, «Ντίνος Δημόπουλος: η περίεργη διαδρομή», ό.π., σ. 32.

227. Μεταφορά της κωμωδίας των Αλέκου Σακελλάριου - Χρήστου Γιαννακόπουλου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κεντρικόν», από το θίασο Δημήτρη Χορν, στις 25 Φεβρουαρίου 1961· Θέατρο 61, ό.π., σ. 43, 274· Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 391-393· Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 352-354.

228. Κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 225.

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/211.gif&w=600&h=915

νας και αν ζει στην Αθήνα ή, έστω, στη Θεσσαλονίκη. Οι ευκατάστατοι γονείς της Μπέλλας (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Νίτσα Τσαγανέα, Μάρσα Νεστορίδου, Δόκτωρ Ζι-Βέγγος) θα την έδιναν ευχαρίστως σε έναν επιστήμονα, αλλά όχι σε έναν απλό λογιστή.

Περισσότερο θετικά αξιολογούνται τα παιδιά του λαού, ως φορείς προτερημάτων που δεν χαρακτηρίζουν τα ανώτερα στρώματα: οι κοπέλες είναι σεμνές, μαζεμένες, δεν φέρνουν αντιρρήσεις, σέβονται τους γονείς, ζουν μέσα στο σπίτι και είναι εκπαιδευμένες ώστε να φροντίζουν το νοικοκυριό και να ανατρέφουν παιδιά. Όπως λέει ο θείος Χαρίλαος στον Φώτη (Ελα στο θείο), «Η αδελφούλα σας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Φαίνεται σοβαρή, μετρημένη, τίμια [...]. Έχει ένα ύφος τόσο σοβαρό, τόσο συμμαζεμένο, σπάνιο για σημερινό κορίτσι».

Είκοσι τρία χρόνια αργότερα ο Μπόμπος (Αντώνης Παπαδόπουλος, Ο μοναχογιός μου ο αγαθιάρης, 1973, Σπύρος Ζιάγκος) παραδέχεται ότι δεν του «αρέσουν καθόλου οι μοντέρνες κοπέλες με το σούπερ μίνι και τον επιπόλαιο χαρακτήρα» και προτιμά κάποια σαν τη —μεταμφιεσμένη— Ρίτα, με φαρδιά φούστα ώς το γόνατο, γυαλιά και μαλλιά τραβηγμένα σε χαμηλό κότσο.

Οι νέοι είναι εργατικοί, συνεπείς, ειλικρινείς, γνώστες του κώδικα τιμής, τον οποίο δεν παραβιάζουν, και φιλότιμοι, έχουν γνήσια αισθήματα, φροντίζουν την οικογένειά τους. Ο Κώστας (Λαός και Κολωνάκι), ένας καλόκαρδος γαλατάς με μεγάλη αυτοπεποίθηση, πιστεύει ότι «ο άντρας χρειάζεται νά 'χει λεβεντιά, νά 'χει ασικλίκι, νά 'χει ντερβισιλίκι, να το λέει η καρδιά του και νά 'ναι και τσαχπίνης»· τέτοια προσόντα θα εκτιμηθούν από κάθε γυναίκα. Ο Τζον Μπίρδας (Ενας απένταρος λεφτάς), ένας πλούσιος που υποδύεται το φτωχό, διαφημίζει ως εξής τον εαυτό του, προκειμένου να πείσει τη Ράνια (Σάσα Καστούρα) ότι είναι κατάλληλος για σύζυγος: «Μπορεί να είμαι ένας φτωχός βιοπαλαιστής, αλλά είμαι καλόκαρδος, τίμιος, εργατικός και... τσαχπίνης».

Η κοινωνική τάξη προσδιορίζει τη δύναμη και την ειλικρίνεια των ερωτικών αισθημάτων. Όσο αυτή είναι χαμηλότερη, τόσο εκείνα είναι ειλικρινέστερα και αυθεντικότερα. Ο Τάκης (Ο Ψευτοθόδωρος, 1963, σενάριο Βασίλης Μπέτσος, σκηνοθεσία Βασίλης Παπάζογλου) το διατυπώνει σαφώς: «Εμείς τα παιδιά του λαού μπορεί νά 'μαστέ φτωχαδάκια, αλλά η καρδιά μας είναι γεμάτη αισθήματα. Αγαπάμε, και αγαπάμε αληθινά».

Όταν υπάρχει κοινωνική διαφορά στο ζευγάρι, οι νέοι δείχνουν μεγάλη επιφύλαξη για την ειλικρίνεια των αισθημάτων των πλουσιοτέρων, ανεξάρτητα από το φύλο. Οι κοινωνικά ασθενέστεροι φοβούνται ότι θα πέσουν θύματα συναισθηματικής εγκατάλειψης, ότι θα γελαστούν. Κατ' αυτούς, οι πλούσιοι το μόνο που θέλουν είναι να περνάνε τον καιρό τους ευχάριστα και, μόλις βαρεθούν, στρέφουν αλλού το ενδιαφέρον τους, χωρίς να δεσμεύονται από ηθικούς κανόνες. «Τα κορίτσια του καλού κόσμου σε κάθε μέρος που πάνε έχουν κι

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/212.gif&w=600&h=915

από μια αγάπη. Είναι κι αυτό ένα σπορ για τα πλουσιοκόριτσα», λέει πικραμένος ο Ντίνος στην Ασράφ (Σμαρούλα Γιούλη, Νύχτες στο Μιραμάρε), πιστεύοντας ότι ήταν γι' αυτή μόνο μία καλοκαιρινή περιπέτεια. Παρόμοια αντίδραση έχει και ο Μίλτος (Νίκος Ξανθόπουλος, Η Σταχτοπούτα, 1960, σενάριο Κώστας Ασημακόπουλος, σκηνοθεσία Χρήστος Αποστόλου), όταν η Μαίρη (Βέτα Προέδρου) του λέει ότι δεν μπορεί να φύγει μαζί του για την Κέρκυρα. Νομίζει ότι πρόκειται για απλή δικαιολογία και ότι η Μαίρη παίζει μαζί του. Όταν η Ρένα (Μπεάτα Ασημακοπούλου, Το πλοίο της χαράς) μαθαίνει ότι ο Ντίνος (Γιώργος Τσιτσόπουλος) είναι γιος εφοπλιστή, αναρωτιέται αν «έχουν μπέσα οι πλούσιοι» και δηλώνει ότι θα τον έχει από κοντά, για να μην τον χάσει. Οι πλούσιοι αγωνίζονται σκληρά προκειμένου να πείσουν για την ειλικρίνεια των αισθημάτων τους.

Στο Γκολ στον έρωτα εμφανίζονται τρία πλουσιόπαιδα μέσα σε μία «Πλίμουθ» να συμφωνούν μεταξύ τους με ποιο κορίτσι θα φλερτάρει ο καθένας και καταλήγουν ότι «άμα τις βαρεθούν, θα τις αλλάξουν», δίνοντας μία πολύ αρνητική εικόνα των νέων της τάξης τους. Τα ρηχά αισθήματα των πλουσίων περιγράφονται λεπτομερέστερα στο έργο Οι γυναίκες θέλουν ξύλο. Η Βίκυ (Μπεάτα Ασημακοπούλου), μία πλούσια χήρα, περιτριγυρίζεται από θαυμαστές τής τάξης της σε κάθε της έξοδο. Οι συνοδοί τη διεκδικούν με χλιαρό τρόπο και συζητούν μεταξύ τους για το ποιος θα την παντρευτεί, σαν να κλείνουν οποιαδήποτε εμπορική συμφωνία. Από τη μεριά της, η Βίκυ θεωρεί τους άνδρες «χαλβάδες» και τους χρησιμοποιεί για να περνά ευχάριστα την ώρα της. Αν οι υπόλοιποι θαυμαστές της ανέχονται αυτή τη συμπεριφορά, ο Βλάσης (Μίμης Φωτόπουλος), ένας ευκατάστατος επιπλοποιός λαϊκής καταγωγής, τη βάζει στη θέση της, μιλώντας της μία γλώσσα που δεν έχει ξανακούσει: «Δε φταις εσύ, κακομοίρα, που έχεις τέτοιο διεφθαρμένο χαρακτήρα, φταίει το αριστοκρατικό σου περιβάλλον. Δεν έμαθες τίποτ' άλλο, παρά να στολίζεσαι απέξω και να μαϊμουδίζεις. Μέσα σου όμως είσαι άδεια, άδεια σαν κλούβιο αυγό. Ό,τι λες κι ό,τι κάνεις είναι ψέμα, κι ολόκληρη η ζωή σου είναι ένα ψέμα». Αυτή η αποκάλυψη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι χάνει την περιουσία της, την κάνει να συνειδητοποιήσει την αξία των αισθημάτων και της ειλικρίνειας.

Από τη μεριά τους, οι πλούσιοι φοβούνται ότι μπορεί να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης, ότι τα λεφτά τους μπορεί να είναι πιο ελκυστικά από τους ίδιους. Ζουν με το άγχος ότι όποιος τους πλησιάζει αποβλέπει στην περιουσία τους και δεν τρέφει ειλικρινή αισθήματα γι' αυτούς. Αυτό τους κάνει συχνά να αλλάζουν ταυτότητα και να εμφανίζονται ως απένταροι. Έτσι, είναι σίγουροι ότι το έτερον ήμισυ ενδιαφέρεται πραγματικά για τους ίδιους, και όχι για την περιουσία τους. Ο βασικός λόγος για τον οποίο η Ντιάνα (Ραντεβού στην Κέρκυρα) εμφανίζεται με άλλο πρόσωπο στον Ανδρέα είναι ότι θέλει να αγαπηθεί για τον εαυτό της, και όχι για τα εκατομμύριά της. Πολλοί άλλοι

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/213.gif&w=600&h=915

νέοι και νέες ακολουθούν το παράδειγμά της (Η ψεύτρα· Ένας απένταρος λεφτάς). «Είναι ένας άνθρωπος γνήσιος, εκδηλωτικός, και το σπουδαιότερο απ' όλα αγάπησε εμένα, όχι τη θέση μου, ούτε τα λεφτά μου», λέει με ανακούφιση η Έφη στην αδελφή της (Η κόμησσα της φάμπρικας).

Ασφαλώς, ο πλούσιος γάμος σε πολλές παραλλαγές είναι στο κέντρο τής θεματικής. Η στάση του ενδιαφερομένου απέναντι στον πλούσιο υποψήφιο μπορεί να είναι διαμετρικά αντίθετη και να δίνει διαφορετικές ηθικές αποχρώσεις. Σε κάθε περίπτωση, καθορίζει την ηθική ποιότητα των νέων. Στα Τέσσερα σκαλοπάτια η φτωχή Ρένα, κορίτσι ευγενικό από τη φύση του, το οποίο, αν και ορφάνεψε πολύ μικρό και έζησε σε αρνητικό περιβάλλον, διατήρησε ίσως την ανάμνηση μίας καλής αγωγής, δεν θέλει να παντρευτεί τον πλούσιο Δημήτρη Γκρενά, για να μην κατηγορηθεί για τυχοδιωκτισμό. Αντίθετα, σε ένα έργο της ίδιας χρονιάς, στο έργο Μια νύχτα στον Παράδεισο, η καμαριέρα Λίνα δεν διστάζει να υποκριθεί μία ρομαντική και απελπισμένη ύπαρξη, προκειμένου να σαγηνεύσει τον αφελή γιο ενός βιομηχάνου (Αλέκος Αλεξανδράκης) και να ξεφύγει από την άχαρη περιπέτεια της βιοπάλης.

Μερικά χρόνια αργότερα οι νέοι γίνονται πιο ωφελιμιστές. Το χρήμα, η καλοπέραση και η κατανάλωση ανάγονται σε προτεραιότητες, ενώ τα αισθήματα υποχωρούν, όπως παρατηρεί και ο Τάκης (Ο Ψευτοθόδωρος). Το αυτοκίνητο γίνεται αντικείμενο εξαιρετικά ελκυστικό για το άλλο φύλο. «Έχεις κούρσα, αποκτάς χαρέμι», αποφαίνεται ένας άνδρας, που περιμένει υπομονετικά με το φίλο του στη στάση του λεωφορείου, βλέποντας δύο κοπέλες να επιβιβάζονται σε ένα μεγαλοπρεπές καμπριολέ. Ο φίλος συμπληρώνει: «Κι εγώ έχω ποδήλατο, αλλά δεν μπορώ να σταυρώσω γυναίκα. Είχα μια και μου 'φύγε», καταμετρώντας την υστέρηση των μη προνομιούχων (Εκλεψα τη γυναίκα μου). Οι επιλογές που κινούνται σε αυτό το πλαίσιο δεν γίνονται αυτόματα αποδεκτές. Νέοι που υιοθετούν ή επιδιώκουν έναν τρόπο ζωής αναντίστοιχο με την τάξη και την οικονομική τους επιφάνεια κατά κανόνα γελοιοποιούνται, δηλαδή κρίνονται αρνητικά.

Θέλοντας να κάνει έναν πλούσιο γάμο, η Ρένα (Σόνια Ζωΐδου, Κορίτσια της Αθήνας) παριστάνει και η ίδια την κόρη μεγαλοβιομηχάνου. Πείθει μάλιστα τη μητέρα και το θείο της να πουλήσουν το σπίτι τους, για να έχει χρήματα να κινείται μέχρι να γίνει ο γάμος της με τον Τάκη (Γιώργος Καμπανέλλης): «Να ντυθώ, να μάθω να σοφάρω, νά 'χω μια δεκάρα στην τσάντα μου, να μπω σ' ένα ταξί, να του κάνω ένα δώρο», επιχειρηματολογεί, προσπαθώντας να υλοποιήσει ό,τι έχει ως πρότυπο στο μυαλό της.

Ο Μίλτος (Γιώργος Πάντζας, Ο αδελφός μου ο λόρδος) θέλει να ανέλθει κοινωνικά μέσω ενός πλούσιου γάμου. Είναι ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων και ξοδεύει όλο του το μισθό σε ρούχα' πιστεύει ότι η προσεγμένη του εμφάνιση θα τον οδηγήσει στην πλούσια νύφη. «Αυτό το κουστουμάκι θα με βοηθήσει να

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/214.gif&w=600&h=915

πιάσω την καλή... Τι τα θες! Η εμφάνιση παίζει σπουδαίο ρόλο στην κοινωνία. Αμα είσαι λέτσος, δε γυρίζει κανένας να σε κοιτάξει- ενώ άμα είσαι καλοντυμένος, ανεβαίνεις ψηλά. Γι' αυτό κι εγώ θ' ανέβω ψηλά», ονειρεύεται ο Μίλτος. Στον Τσαχπίνη ο Ναπολέων (Σταύρος Παράβας) εμφανίζεται σε πολλές πλούσιες νύφες με ψεύτικη ταυτότητα, υποδυόμενος ευγενείς νέους διαφόρων εξωτικών χωρών, προκειμένου να κατορθώσει να παντρευτεί κάποια από όλες. Κάθε φορά συμβαίνει ένα απρόοπτο που τον ρεζιλεύει, ώσπου αναγκάζεται να παντρευτεί την ταπεινή του γειτονοπούλα, που ώς τώρα περιφρονούσε και η οποία εν τω μεταξύ κληρονόμησε σεβαστή περιουσία.

Επειδή όμως ο πλούτος θεωρείται κατεξοχήν ελκυστικός, οι νέοι παρουσιάζονται συχνά ως πλούσιοι, χωρίς να είναι. Η αλλαγή ταυτότητας, συστατικό στοιχείο της κωμωδίας, ισούται συνήθως στις κωμωδίες αυτής της εποχής με αλλαγή της οικονομικής ή ταξικής ταυτότητας, όπως επανειλημμένα διαπιστώσαμε. Κάποτε όμως φθάνει η στιγμή της ειλικρίνειας, των αποκαλύψεων, και οι νέοι έρχονται σε τόσο δύσκολη θέση, ώστε ανακουφίζονται όταν μαθαίνουν ότι και ο σύντροφος τους τους είπε ένα ανάλογο ψέμα, όπως π.χ. η Άννα και ο Γιώργος (Χριστίνα Σύλβα, Γιώργος Πάντζας, Λάθος στον έρωτα), η Έλσα και ο Γιώργος (Ξένια Καλογεροπούλου, Χρήστος Νέγκας, Ο μπαμπάς μου κι εγώ) ή η Ρένα και ο Τάκης (Κορίτσια της Αθήνας). Η αλλαγή ταυτότητας αφορά συνηθέστατα και τους δύο, ώστε να ισοκατανέμεται και η ευθύνη για το παράπτωμα. Αν τύχει μόνο ο ένας να παριστάνει τον πλούσιο, τότε επικρατεί μία αίσθηση αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η ηλικία είναι επίσης ένας παράγοντας που προσδιορίζει την καταλληλότητα του υποψηφίου, με σαφή διάκριση ανάμεσα στα δύο φύλα. Όσο πιο νέες, τόσο καλύτερες νύφες θεωρούνται οι γυναίκες, όπως φαίνεται από τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε όσες άφησαν τα χρόνια να περάσουν, χωρίς να παντρευτούν (π.χ. Ο ανηψιός μου ο Μανώλης- Ραντεβού στον αέρα' Ο παπατρέχας).

Αντίθετα, η ηλικία του άνδρα δεν απασχολεί τις νέες, ακόμα και τις πιο εμφανίσιμες. Προκειμένου να παντρευτούν, και μάλιστα σε εποχή που οι άνδρες δύσκολα το αποφασίζουν, ιδίως αν δεν υπάρχει πειστική προίκα, πολλές νόστιμες νεαρές λένε το «ναι», ακόμα και σε υπέργηρους, τέρατα ή σε άτομα μειωμένης αντίληψης, (π.χ. Τον βρήκαμε τον Παναή' Οι άσσοι της τράκας). Η υπηρέτρια Ανθή είναι ερωτευμένη με τον κατά πολύ μεγαλύτερο της, επονομαζόμενο «κουτο-Θωμά» (Αλέκα Στρατηγού, Χρήστος Ευθυμίου, Ενας βλάκας και μισός), επειδή την έχει συγκινήσει η καλοσύνη του. Η Αλίκη (Μάρθα Βούρτση, Το πιθάρι, 1962, Δημήτρης Σκλάβος, από μία ιστορία του Μέντη Μποσταντζόγλου), έχοντας απαυδήσει με τον Ανδρέα (Θανάσης Βέγγος), που δεν έρχεται να τη ζητήσει από τον αδελφό της, αποφασίζει να παντρευτεί έναν άλλον, αν και μεγάλο στην ηλικία, όπως η ίδια παρατηρεί.

Μόνο οι ώριμοι και σοβαροί άνδρες ενδιαφέρουν την Τζένη (Μίρκα Κα-

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/215.gif&w=600&h=915

Καλατζοπούλου, Ερωτικά παιχνίδια, 1960, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Θεοδοσιάδης)· έτσι, ο Αλέκος (Γιώργος Πάντζας), για να την κατακτήσει, μεταμορφώνεται σε γοητευτικό σαρανταπεντάρη, με γκρίζους κροτάφους, κοστούμι, γραβάτα και πεπαλαιωμένα γούστα. Η Τζένη θεωρεί τους νέους «επιπόλαιους, άπειρους, βλάκες με περικεφαλαία, σαχλαμαράκηδες. Δεν μπορείς να κουβεντιάσεις μαζί τους σοβαρά, όλο αρλούμπες σού λένε».

Η Ηρώ, δακτυλογράφος στο οινοπνευματοποιείο του Χαρίλαου (Ευτυχώς τρελλάθηκα), περιμένει υπομονετικά να φτιάξουν οι δουλειές του για να αποφασίσει να την παντρευτεί. Δεν την απασχολεί ότι η διαφορά ηλικίας τους είναι τόση ώστε ο Χαρίλαος περνιέται για πατέρας της. «Έναν άντρα 45-47 ετών εγώ δεν τον βλέπω διόλου γέρο. Ζήτημα μυαλού. Ο σαρανταπεντάρης είναι ό,τι χρειάζεται. Μυαλωμένος, δημιουργημένος, σίγουρος». Η ανάγκη της για σιγουριά την κάνει να παραβλέπει τη διαφορά ηλικίας. Άλλωστε, και οι γονείς βρίσκουν ότι «στο γάμο η διαφορά ηλικίας εξασφαλίζει τη σιγουριά» (Κρουαζιέρα στη Ρόδο). Η Καίτη (Μάρθα Βούρτση, Ο μαγκούφης) αγαπά τον Βασιλάκη για τα ψυχικά του χαρίσματα: «Είναι καλός, τίμιος, συμπαθητικός κι έχει και καλή καρδιά». Στο όνειρο του Ανδρέα πάλι, στην εύγλωττη για τις νεανικές αξίες των αρχών της δεκαετίας του 1960 διασκευή του Φάουστ από τον Αλέκο Σακελλάριο και τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, η Ρίτα (Δημήτρης Χορν, Μάρω Κοντού, Αλλοίμονο στους νέους) αφήνεται να πειστεί από την άποψη της μητέρας της και δέχεται την πρόταση γάμου του υπέργηρου πλούσιου κύριου Αγησίλαου, αφήνοντας στα κρύα του λουτρού τον νέο μεν, φτωχό δε Ανδρέα, λέγοντάς του: «Για να ζήσω τα νιάτα μου, χρειάζονται λεφτά». Η Ουρανία πάντως (Ρίκα Διαλυνά, Ένας βλάκας και μισός), που άκουσε τη μαμά της και παντρεύτηκε πριν από δέκα χρόνια το μεγαλύτερο της Σωτήρη (Μαρίκα Νέζερ, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), τώρα θεωρεί ότι χαράμισε τα νιάτα της.

Στον κόσμο των κωμωδιών δεν υπάρχουν μόνο όμορφοι, έξυπνοι και καλοί υποψήφιοι για γάμο, αλλά και βλάκες και τεντιμπόηδες. Ένας βλάκας είναι προτιμότερος γαμπρός από έναν τεντιμπόη' ο βλάκας, με μία μικρή επίβλεψη, μπορεί να τα καταφέρει, ενώ ο τεντιμπόης είναι πολύ πιθανόν ότι θα κατασπαταλήσει μία ενδιαφέρουσα προίκα. Οι γονείς, και ιδιαίτερα οι μπαμπάδες έχουν δουλέψει σκληρά και έχουν κάνει την περιουσία τους με αιματηρές οικονομίες, προκειμένου να την κληροδοτήσουν στα παιδιά τους και να εξασφαλίσουν το άνετο μέλλον τους. Έτσι, προσέχουν ιδιαίτερα το ζήτημα της διατήρησης της περιουσίας και ζητούν εχέγγυα γι' αυτό (π.χ. Ο Γιάννης τα 'κανε θάλασσα). Αλλά και οι κοπέλες που έχουν ταλαιπωρηθεί από τους άνδρες προτιμούν εντέλει κάποιον, έστω άβγαλτο και λιγότερο έξυπνο, αλλά λογικό, ευγενικό και αυθόρμητο (π.χ. η Ρίτα, Ο μοναχογιός μου ο αγαθιάρης).

Σελ. 215
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/216.gif&w=600&h=915

η' Ξενομερίτες

Υπάρχει μία διαφορά στην αντιμετώπιση των ξένων υποψηφίων ανάμεσα στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Στα τέλη του 1950 στην ταινία Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα η υποδοχή της Ιταλίδας φοιτήτριας από την ελληνική οικογένεια του μέλλοντος συζύγου της είναι πολύ θερμή. Μάλιστα, η οικογένεια κάνει το παν για να διευκολύνει την ένωση των δύο ερωτευμένων. Δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε βέβαια το γεγονός ότι ο βασικός συντελεστής τής ταινίας, ο Umberto Lenzi, είναι Ιταλός και αποπειράται μία θετική υποδοχή της ταινίας του στις δύο χώρες.

Την επόμενη δεκαετία οι ξένοι και οι ξένες υποψήφιοι αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιφύλαξη, επειδή τα ήθη τους θεωρούνται πιο χαλαρά σε σχέση με ό,τι επικρατεί στην Ελλάδα. Λίγες αισθηματικές ιστορίες ευοδώνονται ανάμεσα σε Ελληνα/Ελληνίδα και ξένη/ξένο. Στο Γαμπρός απ' το Λονδίνο (1967, σενάριο Αλέκος Σακελλάριος - Γιάννης Δαλιανίδης, σκηνοθεσία Γιάννης Δαλιανίδης) οι Άγγλοι γονείς θεωρούνται πιο φιλελεύθεροι από τους Έλληνες. Αυτός που παρουσιάζεται ως Αγγλος γαμπρός αποδεικνύεται στο τέλος Έλληνας, και η καρδιά των γονιών της Μαίρης (Νόρα Βαλσάμη) πηγαίνει στη θέση της. Ο Έλληνας Κώστας (Κώστας Βουτσάς) δείχνει αλληλεγγύη και σώζει τη ζωή της Μαίρης, ενώ ο υποτιθέμενος Αγγλος δεν έχει μπέσα και την εγκαταλείπει. Ηθικά χαρίσματα καλό είναι να αναζητά κανείς εντός συνόρων.

Οι ξένες επίσης θεωρούνται ασύμβατες με τα ελληνικά ήθη. Όπου τους δίνεται, για κάποιους ιδιαίτερους λόγους, το προβάδισμα, αυτό στο τέλος αποδεικνύεται σφαλερό. Στο έργο Μια Ιταλίδα απ' την Κυψέλη η ψευτο-Ιταλίδα Μπιάνκα (Μάρω Κοντού) γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από την οικογένεια του άνδρα της, επειδή έχει όλα τα χαρίσματα που στερούνται οι Ελληνίδες. Η εξέλιξη της υπόθεσης δεν θα αφήσει να θριαμβεύσουν τα προσόντα των ξένων έναντι των Ελλήνων. Το ευαίσθητο σημείο είναι πάντα η ηθική. Όταν η Μπιάνκα υποκρίνεται τη φλογερή και ασυγκράτητη γυναίκα, κουνιάδα και πεθερά (Κατερίνα Γιουλάκη, Ηλέκτρα Καλαμίδου) οπισθοχωρούν ατάκτως. Στην ίδια κωμωδία η Γαλλίδα Ρενέ (Καίτη Παπανίκα) εκμεταλλεύεται το θαυμασμό και την εμπιστοσύνη που της δείχνει η Τούλα, για να επισκέπτεται ανενόχλητη το σπίτι της, να κάνει τα γλυκά μάτια στο σύζυγο της Πολυκράτη (Γιάννης Βογιατζής) και να του αποσπά ακριβά δώρα, τα οποία στη συνέχεια του μεταπωλεί. Η αλόγιστη προτίμηση της Τούλας στις ξένες καταρρίπτεται. Δεν είναι όλες οι Ελληνίδες ανήθικες, όπως δεν είναι και όλες οι ξένες ηθικές. Σε άλλα χαρίσματα καθόλου δεν υστερούν οι Ελληνίδες από τις ξένες- ο Πέτρος (Γοργόνες και μάγκες) πιστεύει ότι οι Γαλλίδες έχουν θηλυκότητα και άλλον αέρα, ενώ οι Ελληνίδες κάνουν μόνο για νοικοκυρές, για να ανακαλύψει ότι η γεμάτη θηλυκά προσόντα χορεύτρια δεν είναι άλλη από τη νησιωτοπούλα

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/217.gif&w=600&h=915

Μαρίνα (Μάρθα Καραγιάννη), της οποίας τον έρωτα προσπαθούσε ώς τώρα να αποφύγει.

Με μεγάλη ευκολία οι δύο Γερμανίδες τουρίστριες δέχονται να κάνουν παρέα στον Μάριο και στον Βρασίδα (Αλέκος Τζανετάκος, Νίκος Σταυρίδης, Δυο μοντέρνοι γλεντζέδες, 1971, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας), αντί πινακίων διαφόρων εδεσμάτων. Κανένα από τα δύο μέρη δεν έχει σοβαρό σκοπό στο νου του" κοιτάζουν μόνο να διασκεδάσουν, οι άνδρες με τη συντροφιά δύο νόστιμων κοριτσιών, οι κοπέλες για να εξασφαλίσουν την τροφή των διακοπών τους. Αυτού του είδους η αντιμετώπιση της παρέας με το άλλο φύλο οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι κοπέλες είναι ξένες.

Περισσότερο αποδεκτά είναι τα παιδιά των μεταναστών ελληνικής καταγωγής. Οι Ελληνοαμερικανοί αντιμετωπίζονται με μεγάλη συμπάθεια, επειδή είναι ή θα έπρεπε να είναι πολύ πλούσιοι, και κυρίως επειδή δεν ζητούν προίκα (Τρεις δραπέται του φρενοκομείου, 1954, Τόνις Παπαδαντωνάκης). Όλοι πέφτουν πάνω τους, για να τους εκμεταλλευτούν, να φάνε λίγα από τα δολλάριά τους. Η δεύτερη γενιά μεταναστών δεν μεταφέρει πλέον τις δυσκολίες της εγκατάστασης, αλλά μόνο τα κέρδη. Σε ένα σημείο υστερούν από τους εντός συνόρων Έλληνες, στην εξυπνάδα. Θεωρούνται λιγότερο έξυπνοι, λίγο αφελείς, εύκολα θύματα. Αυτό ισχύει και για τους «βεριτάμπλ» ξένους. Όπως λέει ο Νίκος στη Βαντίζα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα), «τους Έλληνες δύσκολα τους πιάνουν κορόιδα». II πεποίθηση για το «δαιμόνιο της φυλής» επιβεβαιώνεται με κάθε ευκαιρία. Ο Αμερικανός Τζον Τζόνσον (Πάρις Αλεξάντερ, Όχι, κύριε Τζόνσον / No, Μίστερ Τζόνσον, 1965, σενάριο Μιχάλης Γρηγορίου, σκηνοθεσία Γρηγόρης Γρηγορίου),229 μία παραλλαγή του Χόμερ του Ζυλ Ντασέν (Ποτέ την Κυριακή, 1960), τα έχει καταφέρει πολύ καλά στη χώρα του" αν και πολύ νέος, έχει σημαντική θέση σε μεγάλη εταιρεία και αναλαμβάνει με αυτοπεποίθηση να προωθήσει το προϊόν της στην ελληνική αγορά. Η προσγείωση του στην ελληνική πραγματικότητα ανατρέπει γρήγορα την αισιοδοξία του. Ένας ξένος δεν μπορεί να αντιληφθεί τους κώδικες επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής ηθικής ποιότητας, που ανήκουν όμως στην ίδια φυλή. Μόνιμα ο Τζον δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του, και αιτία δεν είναι η γλώσσα που δεν ξέρει. Οι καλοί του φίλοι τον σώζουν επανειλημμένα από τις απανωτές κακοτυχίες του, και επιτέλους του ανοίγουν τα μάτια. Τα αμερικανικά συστήματά του δεν έχουν λόγο ύπαρξης σε αυτό το τόσο δια-

229. Κριτική των Γιάννη Μπακογιαννόπουλου, Αντώνη Μοσχοβάκη, Βασίλη Ραφαηλίδη, Γ. Κ. Πηλιχού, Τώνιας Μαρκετάκη, Μαρίας Παπαδοπούλου, Παναγιώτη Παπαδούκα στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 317" Γρηγορίου, ό.π., τ. Β', σ. 106-108.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/218.gif&w=600&h=915

διαφορετικό, ενδοστρεφές και γοητευτικό μέρος της γης. Το Όχι, κύριε Τζόνσον, πέρα από τίτλος της κωμωδίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί και πολιτική απάντηση της αντιιμπεριαλιστικής μερίδας στα αμερικανικά σχέδια της εποχής.

Η Βαγγελίτσα, ή Έβελυν (Ίλυα Λιβυκού, Ένα βότσαλο στη λίμνη), αναφέρει στην έκπληκτη εξαδέλφη της Βέτα (Μαίρη Λαλοπούλου) ότι γνώρισε διάφορους κυρίους κατά την πτήση της από την Αμερική στην Αθήνα και ότι θα βγει με καθέναν από αυτούς τα επόμενα βράδια. Όταν γνωρίζει τον Μανώλη (Βασίλης Λογοθετίδης), ενθουσιάζεται από τα πρώτα λεπτά μαζί του και τον φιλά στο στόμα. Δέχεται χωρίς νάζια τις ολονύκτιες περιποιήσεις του και ομολογεί στη Βέτα τον ενθουσιασμό της για τη χουβαρδοσύνη του. Αν και δεν έχει πουριτανικούς τρόπους, είναι συμπαθής, απλή, άμεση, ειλικρινής. Είναι Ελληνοαμερικάνα, επηρεασμένη από άλλα ήθη, και γι' αυτό αποδεκτή.

Το 1962 ο Ασημάκης Γιαλαμάς και ο Κώστας Πρετεντέρης, στο σενάριο του Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο (σκηνοθεσία Βασίλης Γεωργιάδης), επινοούν μία χαριτωμένη Ελληνοαμερικάνα για να αποδώσουν έναν αντισυμβατικό γυναικείο χαρακτήρα.230 Η Βίκυ (Ντανιέλ Λοντέρ) δεν θα ήθελε να κερδίζει τη ζωή της δουλεύοντας ως δακτυλογράφος" προτιμά να τραγουδάει σε διάφορα κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού, να συνεργάζεται με έναν απατεώνα, πλασάροντας με αθώο ύφος πλαστά εκατονταδόλαρα και να ζει σε πολυτελή ξενοδοχεία. Δεν μοιάζει με τις Ελληνίδες συνομήλικές της. Παίζει το παιχνίδι της ερωτικής κατάκτησης, χωρίς το άγχος να καταφέρει τον Σπύρο (Δημήτρης Παπαμιχαήλ) να την παντρευτεί, η συμπεριφορά της κινείται από το χάδι στο χαστούκι. Την ίδια στιγμή που τον οδηγεί στη διαπίστωση ότι δεν ταιριάζουν και τον αναγκάζει να αποχωρήσει θυμωμένος, του πετάει ένα «I love you» και εξαφανίζεται με το σπορ αυτοκίνητο της. Στη σκιαγράφηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα συμβάλλουν οπωσδήποτε και κινηματογραφικά πρότυπα της αστυνομικής κωμωδίας, όμως είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε ένα τέτοιο πρόσωπο, για λόγους αληθοφάνειας, αποδίδονται κοσμοπολίτικα χαρακτηριστικά.

Σε θέματα ηθικής, και οι Ελληνοαμερικανικοί θεωρούνται, όπως είδαμε και με το παράδειγμα της Έβελυν, πιο ελαστικοί. Η δεκαεπτάχρονη Κάθριν (Λίντα Βαντάλ, Το νησί της αγάπης) εξομολογείται στον Ανδρέα (Ανδρέας Μπάρκουλης) ότι στην Καλιφόρνια φιλιόταν με αγόρια στην ακρογιαλιά, και αυτό της άρεσε. Ο Ανδρέας δεν αντιδρά καθόλου στα λόγια της, δέχεται το γεγονός, επειδή εκείνη έρχεται από το εξωτερικό. Η Κάθριν τον φιλάει πρώτη, και λίγες μέρες αργότερα φεύγει μαζί του για το ερημονήσι του. Ζουν εκεί, έξω από τον πολιτισμό και τις συμβάσεις του, σε μία καλαμένια καλύβα" ύστερα από

230. Βλ. Μητροπούλου, ό.π., σ. 229" Μοσχοβάκης, «Από το παλιό στο καινούργιο», ό.π., σ. 12" Μυλωνάς, ό.π., σ. 104-106.

Σελ. 218
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 199
    

    ο άνδρας —όχι σπάνια— προσπαθεί να ξεγλιστρήσει, η γυναίκα μπορεί να κάμψει την αντίστασή του με κάθε τρόπο, ψέμα, υποκρισία ή εκβιασμό. Τέτοιες συμπεριφορές θεωρούνται περίπου αυτονόητες, ακόμα και επιβεβλημένες.

    ε' Δυσκολίες

    Ο έρωτας που καταλήγει στο γάμο είναι κοινός τόπος. Κοινός τόπος είναι και τα εμπόδια που παρεμβάλλονται ώς το ευτυχές τέλος. Οι δυσκολίες που εμφανίζονται στο ενδιάμεσο οργανώνονται γύρω από συγκεκριμένους άξονες. Στον άνδρα συνδέονται με την οικονομική του αποκατάσταση· στη γυναίκα με την αναποφασιστικότητα του άνδρα να παντρευτεί" και στους δύο με τις αντιρρήσεις των γονιών, που πρέπει να καμφθούν.

    Η στάση των ανδρών στο θέμα του γάμου ποικίλλει. Πολλοί ανάμεσά τους, όχι μόνο νέοι, αλλά και μεσήλικες, αμφισβητούν τα πλεονεκτήματα της έγγαμης ζωής και δεν αποφασίζουν να μπουν στο ζυγό. Η ανδρική ανωριμότητα συνδέεται άμεσα με την εργασιακή αποκατάσταση και με την οικονομική αυτονομία, οπότε αναδεικνύεται σε σημαντική δυσκολία. Ο Αντώνης (Ελα στο θείο) δεν θέλει να αναλάβει ευθύνες, γι' αυτό δεν σοβαρεύεται ούτε στο ζήτημα της εργασίας ούτε στο ζήτημα του γάμου. Μόνο η γυναικεία παρέμβαση θα τον πείσει να αλλάξει ζωή. «Αμα μπει η καπιστράνα, θα στρώσει», λέει ο θείος του στη Νανά, υπονοώντας ότι η ρέμπελη ζωή του ανιψιού του θα τερματιστεί με το γάμο.

    Ανάλογη πεποίθηση έχει η νεαρή, όμορφη Ρίτα, καθώς και η εξαδέλφη της, που αποφασίζουν αμετάκλητα να παντρευτούν τον Μικέ και τον Μπισμπίκο (Κούλης Στολίγκας, Φραγκίσκος Μανέλλης, Οι άσσοι της τράκας, 1962, Ηλίας Παρασκευάς). Αν και βιολογικά μεσήλικες, οι δύο άνδρες στη δημόσια συμπεριφορά τους παραβγαίνουν άνετα με παιδιά του δημοτικού, και μάλιστα ιδιαίτερα ζωηρά σε σκανταλιές. Πολλές φορές με τη θέλησή τους και άλλες λόγω της αδεξιότητάς τους, γίνονται συμφορά για όποιον τους συναναστρέφεται. Οι κοπέλες μεσολαβούν υπέρ τους προς όλες τις κατευθύνσεις, πιστεύοντας ακράδαντα ότι «θα στρώσουν με το γάμο», ότι ο γάμος και η ανάληψη ευθυνών θα τους υποχρεώσουν να ωριμάσουν.

    Η ανωριμότητα του άνδρα μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι το ενδιαφέρον του συγκεντρώνεται σε κάποιο άλλο θέμα, εκτός της δημιουργίας οικογένειας. Στο Γκολ στον έρωτα (1954, Τζανής Αλιφέρης) ο Παντελής (Μίμης Φο^τόπουλος) είναι μαγεμένος με την μπάλα" περνάει το χρόνο του περισσότερο προπονώντας τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς, ψάχνοντας νέα ταλέντα ή με τους φίλους του στο γήπεδο. Δεν παραμελεί μόνο την αγαπημένη του Αλίκη, αλλά και την εργασία του, με αποτέλεσμα να χάνει τους πελάτες του. Ο φίλος του Πίπης (Νίκος Ρίζος) επίσης έχει το νου του περισσότερο στον