Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 277-296 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/277.gif&w=600&h=915

ιδίως στην πρωτεύουσα. Εκεί οι νέοι διακρίνονται στις εξής επαγγελματικές κατηγορίες: στους αυτοαπασχολούμενους, που έχουν καταφέρει να στήσουν ένα μικρομάγαζο με δικά τους μέσα, στους υπαλλήλους, δημόσιους και ιδιωτικούς, στους επιχειρηματίες που εργάζονται στην πατρική επιχείρηση, στους επιστήμονες, στους διανοούμενους και στους καλλιτέχνες. Οι επαρχιώτες που έρχονται στην πρωτεύουσα για να βρουν δουλειά αποτελούν ξεχωριστή ομάδα, όπως και οι μετανάστες, που επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους στην πατρίδα.

α' Αυτοαπασχολούμενοι

Μία σημαντική κατηγορία εργαζομένων που εκπροσωπεί τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα είναι οι νέοι που κατάφεραν να στήσουν στην πρωτεύουσα μία μικρή επιχείρηση με δικούς τους πόρους, οι οποίοι δεν δηλώνονται. Διαφέρουν από αυτούς που εργάζονται στην πατρική επιχείρηση, τόσο για οικονομικούς όσο και για κοινωνικούς λόγους. Η πατρική επιχείρηση μπορεί να είναι ένα εργοστάσιο ή μία μεγάλη αντιπροσωπεία, ενώ η πατρική παρουσία είναι ιδιαίτερα έντονη. Οι ιδιοκτήτες είναι πλούσιοι μεγαλοαστοί, με την ανάλογη νοοτροπία. Οι περιπτώσεις που θα δούμε αμέσως παρακάτω δεν έχουν ούτε την οικονομική άνεση ούτε την εμβέλεια των πλουσίων. Έχουν ένα μικρό μαγαζί και προσπαθούν να τα φέρουν βόλτα, άλλος καλύτερα και άλλος λιγότερο καλά. Μέσα από το παράδειγμά τους διακρίνεται μία αγορά με χαμηλό τζίρο. Οι πελάτες δεν είναι πιο πλούσιοι από τους μαγαζάτορες, ενώ ο κύκλος εργασιών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Οι περισσότεροι επαγγελματίες παραπονούνται για αναδουλειά. Στο τέλος του μήνα πρέπει να κάνουν απολογισμό στα βερεσέδια και να προσπαθήσουν να εισπράξουν τα οφειλόμενα, για να τα καταθέσουν αμέσως στις κρατικές απαιτήσεις.

Ο Μάνος (Ο φαταούλας, 1952, σενάριο Στέφανος Φωτιάδης, σκηνοθεσία Ιάσων Βροντάκης)277 έχει ένα επάγγελμα αποκρουστικό για τον πολύ κόσμο, ωστόσο από τα λίγα κερδοφόρα: γραφείο κηδειών μάλλον μπορεί να απαιτεί εξόφληση τοις μετρητοίς. Οι δουλειές πάνε τόσο καλά, ώστε διαπραγματεύεται την αγορά ενός αυτοκινήτου για τις ανάγκες της επιχείρησης.

Ο Πίπης (Νίκος Ρίζος, Γκολ στον έρωτα) έχει ψιλικατζίδικο, αλλά παίζει και στον ιππόδρομο, για να βγάλει κάποια «στραβά έξοδα», όπως λέει. Ο φίλος του ο Παντελής (Μίμης Φωτόπουλος) έχει κουρείο" είναι όμως μανιώδης ποδοσφαιρόφιλος, με αποτέλεσμα να χάνει τους πελάτες του, επειδή πιο πολύ έχει το νου του στο ποδόσφαιρο παρά στο κούρεμα και στο ξύρισμα. Στην

277. Μεταφορά της κωμωδίας των Στέφανου Φωτιάδη - Ιάσονος Βροντάκη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Αργυρόπουλου», από το θίασο Αργυρόπουλου, το καλοκαίρι του 1950- Θρύλος, ό.π., τ. Ε', σ. 284-286.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/278.gif&w=600&h=915

ίδια ταινία ο γαλατάς Θύμιος (Γιώργος Βλαχόπουλος) είναι ο μόνος που κερδίζει αρκετά, επειδή μπορεί να νοθεύει το εμπόρευμά του και να βγάζει κάθε χασούρα που του παρουσιάζεται, κλέβοντας τους πελάτες. Τα επαγγέλματα που έχουν σχέση με τη διατροφή παρουσιάζονται άλλοτε ως κερδοφόρα και άλλοτε ως εξίσου προβληματικά με άλλες επιχειρήσεις, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο Θύμιος έχει για παραγιό ένα παιδί γύρω στα δώδεκα, ένα από τα σπάνια παραδείγματα εργαζόμενου παιδιού στις κωμωδίες. Του φέρεται απότομα, τον καρπαζώνει και του αναθέτει πολλές δουλειές, τις οποίες ο μικρός εκτελεί αδιαμαρτύρητα. Από τις σύντομες σκηνές φαίνεται ότι η ζωή του ορφανού, ή απλώς του παιδιού που αναγκάζεται να βγει στη βιοπάλη δεν είναι καθόλου ρόδινη. Όμως, αυτό την έχει συνηθίσει, έχει συμβιβαστεί με τη συμπεριφορά των μεγάλων απέναντι του και, ως παιδί, βρίσκει διέξοδο στην μπάλα.

Ο Τάσος (Νίκος Σταυρίδης, Τζιπ, περίπτερο κι αγάπη, 1957, σενάριο Κώστας Μαιάνδρου, σκηνοθεσία Μαρία Πλυτά) έχει ένα περίπτερο «αναπήρου πολέμου» σε μία φτωχογειτονιά μακριά από το κέντρο. Οι εισπράξεις είναι πολύ χαμηλές, αφού οι γείτονες αγοράζουν βερεσέ και οι πλούσιοι περαστικοί ζητούν μόνο ένα ποτήρι νερό. Παράλληλα, οι οικονομικές υποχρεώσεις του Τάσου είναι αυξημένες, επειδή βοηθάει την αδελφή του, χήρα με τέσσερα παιδιά. Ο φίλος του Βαγγέλης (Νίκος Ρίζος) τον αντικαθιστά στο πόστο του όποτε χρειάζεται, αλλά δεν γίνεται σαφές αν και αυτός ζει από το περίπτερο ή αν έχει άλλη εργασία. Ο Στέλιος (Νίκος Ρίζος, Ο θησαυρός του μακαρίτη) είναι ιδιοκτήτης παλαιοβιβλιοπωλείου, αγοράζει —προς τρεις δραχμές— παλαιά μυθιστορήματα και τα ξαναπουλάει στο δεκαπλάσιο σε τρυφερές υπάρξεις. Κερδίζει αρκετά χρήματα, αφού πολλά ρομαντικά κοριτσόπουλα περνούν από το μαγαζί του.

Το γαλατάδικο του Κώστα (Λαός και Κολωνάκι) δουλεύει περισσότερο βερεσέ παρά τοις μετρητοίς, αφού οι πελάτες του, ξεπεσμένοι αριστοκράτες και φτωχοί γείτονες, δεν έχουν να πληρώσουν. Ο ίδιος γυρίζει με τους ντενεκέδες του και μοιράζει το γάλα, αλλά ο ανταγωνισμός του εμφιαλωμένου και παστεριωμένου εργοστασιακού κάνει τη δουλειά του ακόμα πιο δύσκολη. Αναφαίνεται εδώ από τον παρατηρητικό Δαλιανίδη μία από τις συνέπειες της εκβιομηχάνισης, που θα συντελέσει, μέσα σε λίγα χρόνια, στην εξαφάνιση των μικρών παραγωγών σε αυτόν και σε άλλους κλάδους. Ο Θύμιος δεν έχει χρήματα για να βάλει εμπόρευμα στο μαγαζί, και έτσι καταφεύγει σε μία λύση που μόλις εμφανίστηκε στην αγορά: να ενσωματώσει ένα πρακτορείο Προ-Πο στο γαλατάδικο. Πράγματι, οι δουλειές του πηγαίνουν αμέσως πολύ καλύτερα, αφού, για να καταθέσουν τα δελτία τους, οι πελάτες υποχρεώνονται να καταναλώσουν και από έναν κεσέ γιαούρτι.

Στα Ντερβισόπαιδα ο ίδιος ηθοποιός υποδύεται τον κουρέα Θόδωρα, που

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/279.gif&w=600&h=915

ταλαιπωρεί τους πελάτες του, επειδή έχει πιο πολύ το νου του στο να συμπληρώνει δελτία Προ-Πο. Ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος, Ένα ασύλληπτο κορόιδο, 1969, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Θανάσης Βέγγος) είναι επίσης κουρέας, ασύλληπτης επιδεξιότητας. Ιδιοκτήτες μαγειρείου είναι ο Κοσμάς και ο Δαμιανός (Κώστας Χατζηχρήστος, Γιάννης Γκιωνάκης, Πράκτορες 005 εναντίον Χρυσοπόδαρου, 1965, Ορέστης Λάσκος), αλλά δεν τα βγάζουν πέρα, γιατί η πελατεία τους έχει «μικρό» πορτοφόλι. Ούτε το ενοίκιο δεν μπορούν να πληρώσουν, και ο ζόρικος ιδιοκτήτης (Πάνος Καραβουσάνος) τους δίνει τελεσίγραφο. Όταν, χάρη στην κληρονομιά που τους άφησε ο πατέρας τους, βρίσκονται διευθυντές ενός εργοστασίου, παίρνουν το μέρος των εργατών και ικανοποιούν τα αιτήματά τους, επειδή ξέρουν από πρώτο χέρι τι θα πει βιοπάλη, και δεν το έχουν ξεχάσει.

Οι μικρές επιχειρήσεις δημιουργούν δυσβάστακτες υποχρεώσεις στους ιδιοκτήτες τους. Ο κουρέας Μήτσος (Γιώργος Κάππης, Ο Ψευτοθόδωρος) είναι εντελώς απογοητευμένος, επειδή, ενώ είναι κουρέας σε δικό του μαγαζί, αναγκάζεται να δανείζεται χρήματα από την αγαπημένη του για να τα βγάζει πέρα: «Θα το κλείσω το ρημάδι, για να ησυχάσω. Δεν προλαβαίνω να πληρώσω την εφορία, έρχεται η δημαρχία. Πλερώνω τη δημαρχία και πλακώνει το ΙΚΑ. Πλερώνω το ΙΚΑ, ξεμπουκάρει το TEBE. Έρεψα πια».

Στις κωμωδίες αποτυπώνεται μεγάλη εφευρετικότητα από πρόσωπα που δεν έχουν μεν κεφάλαια, αλλά προσπαθούν να επιβιώσουν με το στήσιμο κάποιας απίθανης δουλειάς. Ορισμένα εμφανίζονται να εργάζονται όχι σε επάγγελμα γνωστό και κοινότοπο, αλλά σε κάτι παράξενο και περιθωριακό. Στις Δουλειές του ποδαριού (1962, σενάριο Θεόδωρος Τέμπος, σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος) ο Μήτρος και ο Μητρούσης (Θανάσης Βέγγος, Φραγκίσκος Μανέλλης) τροφοδοτούν το κωμικό περιεχόμενο της ταινίας με την ιδιόμορφη εργασία τους. Έχουν ένα εργαστήριο, στο οποίο προσπαθούν να εφεύρουν το φάρμακο για τη φαλάκρα. Η επιλογή αυτού του εργασιακού αντικειμένου δεν είναι τυχαία. Συμβολίζει όσους καταφεύγουν σε μία σειρά εκκεντρικών απασχολήσεων, αφού το σύστημα δεν τους προσφέρει μία πιο ομαλή, αποδεκτή και κοινότοπη εργασιακή ένταξη. Θα δούμε παρακάτω ότι αντίστοιχα οι άνεργοι, για να εξασφαλίσουν το ελάχιστο εισόδημα που τους επιτρέπει να ζουν όπωςόπως, κάνουν δουλειές του ποδαριού, δουλειές που γίνονται με ελάχιστο δανεικό κεφάλαιο, στο δρόμο, όχι σε συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο, και είναι βραχύβιες.

Λίγα χρόνια αργότερα, υπάρχουν νέοι που θέλουν να αντιμετωπίσουν τη ζωή με λιγότερο άγχος. Σε αυτό συμβάλλει η ιδεολογία των χίπηδων, η οποία προτείνει την απομάκρυνση από τις σύνθετες υλικές δεσμεύσεις. Ο μακρυμάλλης χίπης Λουκ (Ο παραγιός μου ο ραλλίστας) έχει κατάστημα δίσκων οι δουλειές δεν πάνε και τόσο καλά, αφού το χρέος στον καφετζή κάθε μέρα αυ-

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/280.gif&w=600&h=915

αυξάνεται. Όμως, ο Λουκ και η κοπελιά του δεν το βάζουν κάτω. Το ρίχνουν στο χορό και απολαμβάνουν τουλάχιστον οι ίδιοι τους δίσκους που δεν πουλάνε.

Από ό,τι φαίνεται στις κωμωδίες, τα πράγματα βελτιώνονται για αρκετούς αυτοαπασχολούμενους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Ο Αντουάν (Σταύρος Παράβας, Και οι δεκατέσσερις ήταν υπέροχοι) είναι κομμωτής και, όπως ο Μήτρος και ο Μητρούσης, θέλει να εφεύρει το φάρμακο για τη φαλάκρα. Η υποτυπώδης αποθήκη που στέγαζε τα γουδιά των πρώτων δεν συγκρίνεται με το πλήρως εξοπλισμένο, μεγαλοπρεπές εργαστήριο του Αντουάν. Μέσω της κομμωτικής ο Αντουάν κερδίζει επαρκώς τα προς το ζην, αλλά επιθυμία του είναι να επενδύσει περισσότερα κεφάλαια στις εφευρέσεις του.

Ο τουρισμός ανάγεται σε σημαντική επαγγελματική διέξοδο, ιδίως για την επαρχία, προς το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε. Το 1959, στο Διακοπές στην Κολοπετεινίτσα, ο Ναπολέων Ελευθερίου και ο Βασίλης Γεωργιάδης αποδίδουν την πρώιμη εισαγωγή καινοτομιών στη ζωή του χωριού για χάρη του τουρισμού στην ιδιορρυθμία του προέδρου (Κώστας Χατζηχρήστος)οι υπόλοιποι κάτοικοι είναι απρόθυμοι να συμμορφωθούν.278 Το 1971, δώδεκα χρόνια αργότερα, στο Για μια χούφτα τουρίστριες οι Κεφαλοχωρίτες και οι Μαριδοχωρίτες φαίνονται πιο δεκτικοί στη νέα πραγματικότητα. Οι πρόεδροι των δύο χωριών (Κατερίνα Γιουλάκη, Αλέκος Αλεξανδράκης) έχουν έναν ισχυρό ανταγωνισμό, που εκφράζεται με κάθε αφορμή στην καθημερινότητα, καθώς προσπαθούν να δημιουργήσουν ο καθένας για το χωριό του υποδομή, ώστε να προσελκύσουν θερινό τουρισμό. Αν το 1956, στην Αρπαγή της Περσεφόνης, ο ανταγωνισμός οφείλεται στη διεκδίκηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και της βιομηχανικής ανάπτυξης —του νερού, των καλλιεργειών και της δημιουργίας εργοστασίου κονσερβοποιίας—, δεκαπέντε χρόνια αργότερα η ενίσχυση της απασχόλησης και του εισοδήματος στηρίζεται στον τουρισμό. Το κάμπινγκ που θα εγκαταστήσει η βασίλισσα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων Ελέν (Καίτη Παπανίκα) στο πρώην ναρκοπέδιο, στην παραλία του Μαριδοχωρίου, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πως ό,τι αποτελούσε πληγή και πόνο για τον τόπο μπορεί τώρα, χάρη στον τουρισμό, να μεταμορφωθεί σε πηγή κέρδους, εξέλιξης και προόδου. Ο τουρισμός φέρνει αναγκαστικά και τη μεταβολή των συνηθειών, την προσαρμογή, έστω και υποχρεωτική, των κατοίκων σε νέα συστήματα, ελκυστικά για τους μελλοντικούς πελάτες. Οι ταμπέλες στα μαγαζιά αλλάζουν, το καφενείο γίνεται snack bar και το παντοπωλείο super market. Οι φούστες των γυναικών κονταίνουν, μάλιστα ο πρόεδρος κυκλοφορεί με τη βοηθό του, η οποία με ένα ψαλίδι τις κόβει επιτόπου στο ύψος που εκείνος

278. Κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 210" Δελβερούδη, «...κοινωνικές αλλαγές της μεταπολεμικής εποχής στην οθόνη», ό.π., σ. 164-165.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/281.gif&w=600&h=915

επιθυμεί. Τα αγγλικά διδάσκονται στους κατοίκους μαζικά" στην πλατεία του χωριού κάθε Πέμπτη επίσημη γλώσσα είναι η αγγλική. Ο Ελληνοαμερικανός μίστερ Πήτερ (Στέφανος Στρατηγός), ο άνθρωπος που υπερθεματίζει στις αλλαγές και τις προωθεί στην πράξη, δεν είναι τυχαία πρώην στρατιώτης στον πόλεμο της Κορέας. Αυτός αναλαμβάνει να μάθει αγγλικά σε νέους, γέρους και παιδιά. Το ντόπιο γλέντι, τα όργανα, η νησιώτικη μουσική, ο χορός, οι παραδοσιακές στολές, το ουζάκι είναι απαραίτητα στοιχεία της ψυχαγωγίας των τουριστών, όπως και οι νυκτερινές καντάδες. Η εικόνα είναι πολύ πιο φιλική, και όχι πλέον ειρωνική με τα ξένα κορίτσια. Ακόμα και το μπάνιο τους στη θάλασσα, όπου μια-δυο μπαίνουν γυμνές στο νερό, αποδίδεται χωρίς σεμνοτυφίες, ως ένας νεωτερισμός ευχάριστος στο ανδρικό μάτι.279

Ο Αλέκος (Κώστας Βουτσάς, Επτά χρόνια γάμου) είναι ένας πολύ επιτυχημένος ιδιοκτήτης γραφείου ταξιδιών, οργανώνει ταξίδια στο εξωτερικό και επικοινωνεί με τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το επάγγελμά του, εκτός από οικονομική άνεση, του δίνει και δυνατότητες διαφυγής και ψυχαγωγίας. Η ανάπτυξη του τουρισμού προς το εξωτερικό δημιουργεί ένα ακόμα προσοδοφόρο επάγγελμα.

β' Αυτοκινητιστές

Ανάλογα με τη διάδοση του αυτοκινήτου στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, πολλαπλασιάζονται και οι επαγγελματικά απασχολούμενοι με αυτό.

Ο Τάκης (Ο Ψευτοθόδωρος) αγοράζει με δόσεις ένα αυτοκίνητο, με το οποίο εργάζεται ως «πειρατής», δηλαδή μεταφέρει επιβάτες, συμφωνώντας μαζί τους στο αντίτιμο της διαδρομής. Τα πειρατικά δεν διαθέτουν μηχάνημα μέτρησης της απόστασης και καθορισμού του αντιτίμου, όπως τα ταξί" οι τιμές τους είναι πιο προσιτές και παίρνουν περισσότερους επιβάτες. Το πειρατικό εμφανίζεται στις κωμωδίες στις αρχές της δεκαετίας του 1960, παράλληλα με τη διάδοση του Ι.Χ., και είναι λαϊκό μέσο μεταφοράς σε σχέση με το ταξί. Δεν απαιτεί άλλα έξοδα, εκτός από την ύπαρξη και τη συντήρηση του, και εξασφαλίζει ικανοποιητικά μεροκάματα. Επειδή όμως πλήττει οικονομικά τα ταξί, για τα οποία απαιτείται ειδική άδεια, η οποία αποκτάται δύσκολα και κοστίζει πολύ, η λειτουργία του είναι στα όρια του νόμου. Οι καβγάδες ανά-

279. Η Papadimitriou, «Traveling on Screen: Tourism and the Greek Film Musical», αναφέρεται στον τουρισμό ως επαγγελματική δυνατότητα" όμως, βάσει του δείγματος της (Γοργόνες και μάγκες, Οι θαλασσιές οι χάντρες), παρατηρεί ότι τα αποτελέσματα δεν είναι θετικά για τους ήρωες, σ. 100-102.

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/282.gif&w=600&h=915

ανάμεσα σε ταξιτζήδες και πειρατές είναι συνεχείς και καταλήγουν στην απαγόρευση των πειρατικών.

Ικανοποιητικά έσοδα φαίνεται ότι έχουν οι εκπαιδευτές σε ιδιόκτητες σχολές οδηγών, αφού το αυτοκίνητο διαδίδεται ολοένα και περισσότερο, πάντοτε ακόμη μεταξύ των πλουσίων, ενώ πολλές γυναίκες επιθυμούν να μάθουν να οδηγούν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το επάγγελμα έχει οργανωθεί σε πιο επίσημη και σταθερή βάση. Το κύριο σώμα των πελατών αποτελούν γυναίκες, ενώ δίνεται μία ακόμα ευκαιρία στους σεναριογράφους να σχολιάσουν την ανικανότητα περί τις μηχανές και την επιπολαιότητά τους. Ο Μικές (Κώστας Χατζηχρήστος) στο έργο Ο ταυρομάχος προχωρεί (1963, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Σωκράτης Καψάσκης)280 και ο Μπάμπης (Θανάσης Βέγγος) στη Σχολή για σωφερίνες υποφέρουν ιδίως από πελάτισσες μιας κάποιας ηλικίας και μερικών παραπανίσιων κιλών, τα οποία τις εμποδίζουν να χειρίζονται ελεύθερα το τιμόνι. Το νέο επάγγελμα έχει έξοδα εγκατάστασης, που αφορούν τα εκπαιδευτικά αυτοκίνητα, αλλά αυτά αντιμετωπίζονται με γραμμάτια, και το μεροκάματο είναι εξασφαλισμένο. Αν οι πελάτισσες μείνουν ευχαριστημένες, τότε δίνουν τις κατάλληλες συστάσεις σε γνωστούς τους, οι οποίοι με τη σειρά τους απευθύνονται στη σχολή.

Την εποχή που η μοτοσικλέτα και, γενικότερα, το δίκυκλο γίνεται δημοφιλές μέσο μετακίνησης των νέων, εμφανίζονται και οι αντιπρόσωποι μοτοσικλετών Χρήστος και Πάνος (Κώστας Βουτσάς, Νίκος Ρίζος, Ο αισιόδοξος, 1973, σενάριο Πολύβιος Βασιλειάδης - Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), οι οποίοι προσπαθούν να επεκτείνουν την επιχείρηση τους και με μία αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Γι' αυτόν το λόγο ο Πάνος ταξιδεύει συχνά στην Ιαπωνία.

γ' Ιδιωτικοί υπάλληλοι

Ο Κώστας (Ελα στο θείο) είναι ένας φτωχός νέος, ο οποίος εργάζεται ως υπάλληλος σε μπακάλικο για να ζήσει και θεωρείται πρότυπο εντιμότητας. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης τον έχει δεξί του χέρι και συνεχώς τον προβάλλει ως παράδειγμα στον ακαμάτη ανιψιό του. Όταν ο Κώστας κατηγορείται για υπεξαίρεση, η εξίσου φτωχή αγαπημένη του στέκεται στο πλευρό του, έτοιμη να τον ακολουθήσει στο καλό και στο κακό. Η ανταμοιβή είναι πολλαπλή για το ερωτευμένο ζευγάρι με τις υγιείς αρχές" ο εργατικός νέος ανακηρύσσεται από τον εργοδότη του συνεταίρος και παίρνει γυναίκα αντάξιά του, η οποία βάζει τα αισθήματα πάνω από το συμφέρον.

280. Κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 286.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/283.gif&w=600&h=915

Υπάλληλος με σημαντικές αρμοδιότητες στον οίκο «Φραμπαλάς και Σία», που εμπορεύεται καλλυντικά, είναι ο Αριστος (Βύρων Πάλλης, Ο γυναικάς). Αυτός κατ' ουσίαν διευθύνει τις εργασίες, ως προϊστάμενος γυναικών γραμματέων και δακτυλογράφων, αφού ο φέρων τον τίτλο του διευθυντή και σύζυγος της ιδιοκτήτριας (Χρήστος Ευθυμίου) έχει το νου του αποκλειστικά στον ποδόγυρο. Ο Αριστος φροντίζει να βγάζει το αφεντικό του από τη δύσκολη θέση, κάθε φορά που μία γυναικοδουλειά του κινδυνεύει να γίνει αντιληπτή από τη γυναίκα του. Αυτή η υποστήριξη οφείλεται αποκλειστικά στην ανδρική αλληλεγγύη, και όχι στο συμφέρον- ο Αριστος είναι ένας έντιμος νέος, που δεν διστάζει να συγκρουστεί με τον Πασχάλη, όταν αυτός ξεπερνά τα όρια, και να αναζητήσει μεροκάματο στην οικοδομή.

Υπάλληλοι σε κατάστημα νεωτερισμών είναι ο Γρηγόρης και ο Θωμάς (Νίκος Σταυρίδης, Θανάσης Βέγγος, Περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, ή Οι δοσατζήδες, 1959, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Βασίλης Γεωργιάδης).281 Η ταλαιπωρία που υφίστανται από τους αναποφάσιστους πελάτες και πελάτισσες είναι μεγάλη, ενώ ο μισθός τους δεν τους αφήνει προοπτική για γάμο: «Άμα δεν έχει μια δουλίτσα δική του ο άνθρωπος, δεν πρέπει να παντρεύεται», υποστηρίζει ο Γρηγόρης, ενώ ο Θωμάς τον πείθει ότι πρέπει να το τολμήσουν και να στήσουν δική τους δουλειά. Με κεφάλαιο 15.000 δραχμών, αλλά και βάζοντας γραμμάτια, γίνονται πλανόδιοι πωλητές γυναικείων ειδών και γυρίζουν με το τρίκυκλο τους τις γειτονιές, πουλώντας με δόσεις. Όνειρό τους είναι να φτιάξουν κάποτε ένα μαγαζί «με φωτεινή επιγραφή Πασπάτης Καλαφάτης». «Το μεράκι μου είναι να δω τη φίρμα μου με μεγάλα φωτεινά γράμματα. Δεν είμαι φιλόδοξος. Αλλά μεγάλη δουλειά νά 'χεις κάτι δικό σου», εξομολογείται ο Γρηγόρης. Η κίνηση του πλανόδιου μαγαζιού είναι πολύ ενθαρρυντική στην αρχή. Οι δυσκολίες αρχίζουν όταν έρχεται η στιγμή να εισπράξουν τις δόσεις. Άλλοι πελάτες κρύβονται, άλλοι έχουν εξαφανιστεί, οι βερεσέδες μένουν απλήρωτοι, ο δανειστής ζητά τα χρήματά του και κάποιος κλέβει τη μοτοσικλέτα. Στο τέλος, αφού έχουν πάρει το μάθημα να μην είναι τόσο γενναιόδωροι και μεγαλόκαρδοι και να μην πουλούν με δόσεις, αφού δηλαδή έχουν αποδεχθεί τους κανόνες του σωστού εμπόρου, ξαναστήνουν την επιχείρηση τους με τη βοήθεια των κοριτσιών τους και με κεφάλαιο την προίκα τους.

Η μεταπήδηση από την ιδιότητα του υπαλλήλου σε αυτήν του επιχειρηματία είναι το όνειρο που συναντάμε συχνότερα ανάμεσα στους ήρωες των κωμωδιών και που πραγματοποιείται στο αίσιο τέλος τους. Η ταινία του Γεωργιάδη είναι παράλληλα μία «σάτιρα του φαινομένου των δόσεων, που εισβάλλει

281. Μοσχοβάκης, «Από το παλιό στο καινούργιο» και Βασίλης Γεωργιάδης, «Πίστη στον άνθρωπο», στο Βασίλης Γεωργιάδης, ό.π., σ. 11, 37-38· κριτική του Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 190.

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/284.gif&w=600&h=915

αυτή την εποχή στις ντόπιες εμπορευματικές σχέσεις, προκειμένου να κορεστεί ο καταναλωτισμός αυτών που δεν διαθέτουν μετρητά — κατά κανόνα δεν πρόκειται να τα διαθέσουν ποτέ». Ο Νίκος (Νίκος Ξανθόπουλος, Τα ντερβισόπαιδα) είναι υπάλληλος στο γραφείο του εργολάβου οικοδομών Τάκη (Νίκος Φέρμας). Ο σκηνοθέτης Στέλιος Τατασόπουλος δεν εστιάζει στις δραστηριότητες του γραφείου, αλλά στις οικοδομές, επιτρέποντας στο θεατή να αποκτήσει μία εικόνα των αθηναϊκών οικοδομών στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Η οικοδομή είναι μία πρόσφορη ευκαιρία απασχόλησης, στην οποία καταφεύγουν όσοι έχουν επείγουσα ανάγκη για ένα έστω χαμηλό μεροκάματο. Όποιος δεν μπορεί να εξασφαλίσει το ελάχιστο κεφάλαιο για να στήσει μία δουλειά του ποδαριού, φορτώνεται τσάπα, φτυάρι, μυστρί και καταφθάνει σε ένα από τα αναρίθμητα γιαπιά της πρωτεύουσας, σαν τον Αριστο (Ο γυναικάς) ή τον Ανδρέα και τον Σωτήρη (Θανάσης Βέγγος, Γιάννης Μαλούχος, Το πιθάρι).

Περίεργη ειδικότητα έχει ο Θόδωρος (Ντίνος Ηλιόπουλος, Ζητείται ψεύτης, 1961, Γιάννης Δαλιανίδης),282 ο οποίος προσλαμβάνεται από το βουλευτή Φερέκη για την ικανότητά του να εφευρίσκει πρόσφορες δικαιολογίες και να παραμυθιάζει τους απαιτητικούς ψηφοφόρους.

Επιπλοποιός είναι ο Τέλης (Θανάσης Μυλωνάς, Μη βαράτε όλοι μαζί, 1962, σενάριο Φραγκίσκος Μανέλλης-Δ. Πριονάς, σκηνοθεσία Πάνος Ρηγινός),283 όχι σε δικό του μαγαζί, ωστόσο το επάγγελμά του «έχει πέραση». Τα βράδια δουλεύει στην αποθήκη ενός φίλου του, για να φτιάξει τα έπιπλα του νοικοκυριού που θα στήσει με την Αννούλα (Κλαίρη Δεληγιάννη).

Ο Τηλέμαχος (Κώστας Βουτσάς, Ενα έξυπνο... έξυπνο μούτρο) προσπαθεί κάπου να «τρουπώσει», να βρει μία δουλίτσα, και μετά είναι σίγουρος ότι θα φανούν οι ικανότητές του.284 Στο πρόσωπο του συμπυκνώνεται η εικόνα μίας μερίδας νέων οι οποίοι δεν έχουν βοήθεια από πουθενά, από την οικογένεια ή τον κοινωνικό περίγυρο, ούτε γνωριμίες, και γι' αυτό ζουν παροπλισμένοι, στα όρια της νομιμότητας. Κυριότερο προσόν τους είναι η μεγάλη αυτο-

282. Μεταφορά της κωμωδίας του Δημήτρη Ψαθά, που ανεβαίνει στο θέατρο «Σαμαρτζή», από το θίασο Κοτοπούλη, στις 21 Αυγούστου 1953: Δημήτρης Ψαθάς, Ζητείται ψεύτης, κωμωδία σε τρεις πράξεις και τέσσερις εικόνες, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα χ·χ·, σ. 5' Θρύλος, ό.π., τ. ΣΤ', σ. 187-189" Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 148.

283. Η κωμωδία προβάλλεται στην τηλεόραση με τον τίτλο Οι αετονύχηδες ενσωματωμένο στο ζενερίκ της (ΕΤ1, 23 Μαρτίου 2004).

284. Διασκευή της κωμωδίας Ο Τηλέμαχος τρύπωσε, που ανεβαίνει στις 5 Οκτωβρίου 1962, στο θέατρο «Χατζηχρήστου», από το θίασο Χατζηχρήστου, με τη συμμετοχή των Βασίλη Αυλωνίτη, Γεωργίας Βασιλειάδου, Νίκου Ρίζου" Θέατρο 63, ό.π., σ. 46, 290" Θρύλος, ό.π., τ. Θ', σ. 160-161" μεταφέρεται ξανά από τον Ορέστη Λάσκο το 1970, σε παραγωγή του Κλέαρχου Κονιτσιώτη, με πρωταγωνιστή τον Κώστα Χατζηχρήστο και με τίτλο Ο απίθανος.

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/285.gif&w=600&h=915

εκτίμηση. Ζητούν μία μικρή ευκαιρία, για να καταφέρουν να επιβιώσουν καταρχήν και να φτιάξουν σιγά-σιγά το μέλλον τους. Έτσι, ο Τηλέμαχος ψιλοεκβιάζει αυτούς που θέλει να γίνουν εργοδότες του, αφού δεν μπορεί να τους πείσει διαφορετικά να του δώσουν μία ευκαιρία.

Ένας υπάλληλος αφοσιωμένος στην επιχείρηση μπορεί να ελπίζει ότι θα εξελιχθεί επαγγελματικά, θα βελτιώσει το μισθό του και το βιοτικό του επίπεδο. Ο Δημήτρης (Αχ! αυτή η γυναίκα μου) έχει βλέψεις στη θέση του υποδιευθυντή και κάνει ό,τι μπορεί, μέσα και έξω από τη δουλειά, για να πείσει το διευθυντή να τον προαγάγει. Η γυναίκα του τον ενθαρρύνει και τον βοηθάει- γι' αυτήν η προαγωγή είναι εξίσου σημαντική, γιατί θα της επιτρέψει να πραγματοποιήσει τα καταναλωτικά της όνειρα με μεγαλύτερη οικονομική άνεση.

Οι υπάλληλοι όμως συνήθως δεν καλοπερνάνε. Οι ανώτεροί τους είναι στριμμένοι και κακότροποι, έχουν μεγάλες απαιτήσεις και κάνουν ότι δεν ακούν τις νύξεις για αύξηση του μισθού ή τις αρνούνται κατηγορηματικά. Συχνά οι υπάλληλοι καλούνται να βοηθήσουν την επιχείρηση, περιορίζοντας τις δίκαιες απαιτήσεις τους και δουλεύοντας χωρίς πρόσθετη αμοιβή πέραν του ωραρίου τους, την ίδια στιγμή που τα αφεντικά τους καλοπερνάνε, τρώγοντας το πλεόνασμα των κόπων τους (Σάντα Τσικίτα). Μπορεί ένας υπάλληλος να είναι η ψυχή της επιχείρησης, εργατικός, υπομονετικός και πειθήνιος, να καλύπτει τις ατασθαλίες των αφεντικών του, αλλά να κακοπληρώνεται και να υφίσταται απαράδεκτη μεταχείριση από το διευθυντή του, όπως ο Αγησίλαος (Κώστας Βουτσάς, Ενας άφραγκος Ωνάσης). Ο ίδιος αισθάνεται ότι του λείπει το θάρρος για να αντισταθεί στην εκμετάλλευση και δεν συνειδητοποιεί την προνομιούχο θέση που του δίνει το γεγονός ότι γνωρίζει και χειρίζεται σημαντικά οικονομικά μυστικά. Οι έντιμοι υπάλληλοι δεν ενθαρρύνονται με κάποια δίκαιη προαγωγή. Η άδικη μεταχείριση τους καθιστά ευάλωτους σε πειρασμούς εξαγοράς (Ο πιο καλός ο μαθητής). Σε πιο χαμηλά επαγγέλματα η σκληρότητα φθάνει στη χειροδικία, δηλαδή στην καρπαζιά, όπως συμβαίνει με τον Μανώλη (Αλέκος Τζανετάκος, Ο παραγιός μου ο ραλλίστας), βοηθό στο καφενείο του Αγησίλαου (Νίκος Σταυρίδης). Εκτός από τις φάπες, ο Αγησίλαος κακοπληρώνει τον Μανώλη και δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του προς το ΙΚΑ.

Τα επαγγέλματα που έχουν σχέση με το αυτοκίνητο και την αυξανόμενη παρουσία του στους αθηναϊκούς δρόμους εμφανίζονται ήδη στις πρώτες κωμωδίες της δεκαετίας του 1950 και πυκνώνουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όπως είδαμε και στις προηγούμενες σελίδες. Αρκετοί νέοι στις κωμωδίες εργάζονται ως οδηγοί πλουσίων, αργότερα πειρατικών και ταξί, μηχανικοί σε συνεργεία, υπάλληλοι σε βενζινάδικα, δάσκαλοι οδήγησης. Ο Βρασίδας (Μίμης Φωτόπουλος, Τα τέσσερα σκαλοπάτια) είναι οδηγός σε πλουσιόσπιτο, μάλιστα ζητά να προσλάβει και βοηθό, που θα ασχολείται με την καθαριότητα του οχή-

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/286.gif&w=600&h=915

οχήματος. Παράλληλα, ο Βρασίδας παραδίδει μαθήματα οδήγησης σε άλλους πλουσίους, που επιθυμούν να μάθουν να σοφάρουν.

Ενδιαφέροντα στοιχεία στη σύσταση της πρότυπης εικόνας του εργαζομένου εισάγει ο Γιώργος Τζαβέλλας στο Σωφεράκι το 1953. Ο Βάγγος εργάζεται ως οδηγός ταξί, αλλά δεν έχει το νου του στο μέλλον, στην αποταμίευση, στην αποκατάσταση, σύμφωνα με τις υγιείς κοινωνικές αξίες. Ό,τι κερδίζει το ξοδεύει το ίδιο βράδυ στις διασκεδάσεις, με παρέες γυναικών, χωρίς προοπτική για μία σταθερή σχέση. Αυτή η στάση ζωής αντανακλάται και σε σημάδια επιπολαιότητας στη δουλειά του, που κάνουν το αφεντικό του να μην τον εμπιστεύεται και να καβγαδίζει συχνά μαζί του. Ο Βάγγος αλλάζει σιγά-σιγά όταν ερωτεύεται, οπότε εγκαταλείπει την παλαιά του ζωή, παντρεύεται, τα βρίσκει με το αφεντικό του και αναβαθμίζεται επαγγελματικά από σοφεράκι σε ιδιοκτήτη ταξί.

Ο Λάμπρος (Νίκος Ρίζος, Ο αδελφός μου ο τροχονόμος, 1963, σενάριο Άκης Φαράς, σκηνοθεσία Φίλιππος Φυλακτός) δεν έχει άλλο πρόβλημα με το ταξί του, εκτός από τις κλήσεις της Τροχαίας για διάφορες παραβάσεις, που φθάνουν μέχρι το Αυτόφωρο. Τροχονόμοι και ταξιτζήδες είναι στα μαχαίρια και οι τελευταίοι βρίσκονται στο στόχαστρο, πληρώνοντας συνεχώς κλήσεις. Ο Λάμπρος κάποια στιγμή αποφασίζει ότι τον συμφέρει καλύτερα να επιστρέψει στην παλαιά του δουλειά, οδηγός σε λεωφορείο, υπάλληλος, για να γλιτώσει το κυνηγητό και την αφαίμαξη.

Μηχανικοί είναι ο Ηρακλής (Στέφανος Ληναίος, Ο θησαυρός του μακαρίτη), ο Σάκης (Ανδρέας Μπάρκουλης, Ψιτ! κορίτσια), ο Γιώργος και ο Θύμιος (Γιώργος Πάντζας, Θανάσης Βέγγος, Λάθος στον έρωτα) και πολλοί άλλοι. Ο Ηρακλής, χάρη στην εφευρετικότητά του, κερδίζει μία μικρή περιουσία, επισκευάζοντας διάφορες παρατημένες μηχανές. Όπως λέει, το σημαντικότερο είναι η όρεξη για δουλειά, που κάνει θαύματα. Υπάλληλοι σε βενζινάδικο είναι ο Φώτης (Ο τρελλός τα 'χει τετρακόσια), ο Βαγγέλης και ο Νίκος (Φραγκίσκος Μανέλλης, Νίκος Θηβαίος, Ο φιγουρατζής, 1968, Βαγγέλης Μελισσηνός), ο Παντελής (Γιάννης Γκιωνάκης, Ο ξεροκέφαλος, 1970, Ερρίκος Θαλασσινός), ο Αχιλλέας (Γιώργος Πάντζας, Ο αρχιψεύταρος, 1971, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Ερρίκος Θαλασσινός). Όπως έχουν πολλαπλασιαστεί τα αυτοκίνητα, έτσι διαδίδονται και τα βενζινάδικα, με τους ανειδίκευτους υπαλλήλους τους. Το αφεντικό του Παντελή διαμαρτύρεται, επειδή, αν και ανίκανος υπάλληλος, θέλει και ΙΚΑ. Ο Μιχάλης και ο Φίλιππος (Αλέκος Τζανετάκος, Σωτήρης Τζεβελέκος, Αν ήμουν πλούσιος) δουλεύουν σε γκαράζ και πλένουν αυτοκίνητα.

Ανερχόμενα επαγγέλματα είναι και όσα έχουν σχέση με τον τουρισμό. Στον Καταφερτζή ο Κανέλλος (Θανάσης Βέγγος) ψάχνει πέντε μήνες για δουλειά, χωρίς αποτέλεσμα, ώστε οι γνωστοί του να τον θεωρούν τεμπέλη, ότι δεν κυνηγά με αρκετό ζήλο τις ευκαιρίες. Ο εξάδελφος του τον συστήνει σε ένα

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/287.gif&w=600&h=915

γραφείο ταξιδιών, για να ξεναγεί τουρίστες στους αρχαιολογικούς χώρους. Πρόκειται για ένα νέο επάγγελμα, που αναπτύσσεται γρήγορα, παράλληλα με τον τουρισμό. Στην ταινία δίνεται μία σατιρική εικόνα του μέσου επαγγελματία, την εποχή που η ειδικότητα δεν έχει περιχαρακωθεί συνδικαλιστικά. Ο Κανέλλος προσαρμόζει τους αγαθούς και καθόλου απαιτητικούς τουρίστες στην οικεία σε αυτόν έννοια του κοπαδιού" τους ξεναγεί, χωρίς να ξέρει ξένες γλώσσες, με λίγες μόνο λέξεις, τους επιβάλλεται με αυστηρότητα που ξεπερνάει τα όρια, ενώ αυτοί υφίστανται αδιαμαρτύρητα τις σουρεαλιστικές περιγραφές και τον κακό του τρόπο.

Τα επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με τη γυναικεία εμφάνιση, όπως είναι τα καταστήματα ειδών ρουχισμού και υπόδησης, οι οίκοι μόδας, τα ινστιτούτα καλλονής και τα κομμωτήρια, πολλαπλασιάζονται όχι μόνο στην πραγματική ζωή, αλλά και στις κωμωδίες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Υπάλληλοι σε ινστιτούτο καλλονής δουλεύουν ο Φίφης (Μικροί και μεγάλοι εν δράσει) και ο Λάκης με τον Πασχάλη (Το βλακόμουτρο). Οι διευθύντριές τους είναι γυναίκες, οι οποίες τους υποδεικνύουν την ορθή συμπεριφορά απέναντι στις πελάτισσες. Ο Μανώλης (Ντίνος Ηλιόπουλος, Τρεις κούκλες κι εγώ) αφήνει για λίγο τα λογιστικά βιβλία, προκειμένου να συνοδέψει τα μανεκέν του οίκου μόδας στον οποίο εργάζεται σε μία περιοδεία ξεπουλήματος των φορεμάτων. Ο Ρίκος (Ντίνος Ηλιόπουλος, Οι κληρονόμοι, 1964, σενάριο Πολύβιος Βασιλειάδης, σκηνοθεσία Γιάννης Δαλιανίδης) είναι ένας δημιουργικός υπάλληλος του οίκου μόδας Μιχαλούδη, και γι' αυτό βρίσκεται να κληρονομεί ένα αξιόλογο ποσοστό του. Ο Αλέκος (Γιώργος Κάππης, Τα ομορφόπαιδα, 1971, σενάριο Κώστας Παπαπέτρου, σκηνοθεσία Ορέστης Λάσκος) είναι πλασιέ καλλυντικών" γυρίζει πόρτα-πόρτα και προσπαθεί να πείσει τις γυναίκες να αγοράσουν την πραμάτεια του.

Ο ντετέκτιβ είναι ένα επάγγελμα που έχει μεγαλύτερη σχέση με τις κινηματογραφικές εμπειρίες των συντελεστών των κωμωδιών και λιγότερη —έως καθόλου— με την πραγματικότητά τους. Ο ηθοποιός που κάνει δημοφιλές το επάγγελμα στις κωμωδίες είναι ασφαλώς ο Θανάσης Βέγγος. Στο Διαβόλου κάλτσα του Γρηγόρη Γρηγορίου είναι ο Βαν Γκρέυ, που ψάχνει την ανιψιά του Θωμά Σκαρμούτσου βάσει μίας ελιάς στον ώμο, χαρακτηριστικό που επανέρχεται και σε άλλες ταινίες. Ως Φρίξος στο Βασιλιά της γκάφας (1962, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Πάνος Γλυκοφρύδης), εξυφαίνει περίπλοκα σχέδια προκειμένου να ανακαλύψει μία πλούσια κληρονόμο, ενώ αυτή είναι η στενή του συνεργάτις. Στο Βοήθεια, ο Βέγγος, φανερός πράκτωρ 000 (1967, σενάριο Νίκος Τσιφόρος — Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Θανάσης Βέγγος) φοιτά σε σχολή πρακτόρων, προκειμένου να απασχοληθεί σε ένα μοντέρνο και επικερδές επάγγελμα. Το μεγάλο πρότυπο είναι βέβαια ο επίκαιρος κινηματογραφικός Τζέιμς Μποντ και η παγκόσμια επιτυχία του.

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/288.gif&w=600&h=915

Ο μπάτλερ Λουκάς (Γιάννης Γκιωνάκης, Ο λαγοπόδαρος, 1964, σενάριο Γ. Παΐζης, σκηνοθεσία Οδυσσέας Κωστελέτος) πιστεύει ότι είναι απόγονος του Σέρλοκ Χολμς, γι' αυτό άλλωστε έχει προμηθευτεί και το ανάλογο καπέλο. Εντοπίζει παντού υπόπτους, όμως είναι ένας από τους ελάχιστους κωμικούς ντετέκτιβ που έχει πραγματικό αντικείμενο: συλλαμβάνει στο τέλος έναν τρελό δολοφόνο (Τάσος Γιαννόπουλος). Ο Δημήτρης Ποντικόπουλος (Αλέκος Τζανετάκος, Ο ξεροκέφαλος) είναι ντετέκτιβ, με δράση στη Νέα Υόρκη, πατρίδα της μόδας των αστυνομικών ταινιών και των ντετέκτιβ, και έρχεται για υπόθεση αναζήτησης κληρονόμων στην Αθήνα.

Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, το ποδόσφαιρο, όπως όλα τα άλλα αθλήματα, είναι καταρχήν ερασιτεχνικό και αποτελεί ενασχόληση στον ελεύθερο χρόνο. Τα πράγματα όμως ειδικά γι' αυτό αλλάζουν θεαματικά μέσα σε λίγα χρόνια. Το 1972 στο έργο Η Ρένα είναι οφ-σάιντ του Αλέκου Σακελλάριου ο δεκαοκτάχρονος Αργεντινός ποδοσφαιριστής Χούλιο (Νίκος Γαλανός) δέχεται προσφορά δέκα εκατομμυρίων δραχμών για να μεταγραφεί σε μία από τις τρεις μεγάλες ελληνικές ομάδες. Στα εισοδήματά του προστίθεται μισθός τριάντα χιλιάδων δραχμών το μήνα και πριμ μετά από κάθε αγώνα που τελειώνει με νίκη. Την ίδια στιγμή ο νεαρός, που έχει πτυχίο «πολιτικών και οικονομικών επιστημών» (Σωτήρης Τζεβελέκος), δεν βρίσκει δουλειά στο αντικείμενο του και εργάζεται σε μία μπουτίκ ως παιδί για τα θελήματα με τρεις χιλιάδες επτακόσιες το μήνα. Ο Σακελλάριος διαμαρτύρεται με τον τρόπο του, μέσω της κεντρικής του ηρωίδας (Ρένα Βλαχοπούλου), γι' αυτόν τον παραλογισμό, που δεν παύει να αποτελεί κοινωνική πραγματικότητα.

Η μητέρα του Μανωλιού (Γιώργος Παπαζήσης, Υβ! Υβ! Άνθρωποι είμαστε, σφάλματα κάνουμε, 1972, σενάριο Νίκος Καμπάνης - Διονύσης Τζεφρώνης, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος) θα ήθελε να γίνει ο γιος της επιστήμονας, για να έχει σίγουρο και εξασφαλισμένο μέλλον. Όμως, αυτός αγαπά την μπάλα, και η συνέπειά του στην προπόνηση τον αναδεικνύει στον πιο σημαντικό παίκτη της ομάδας. Αυτός και οι συναθλητές του παίρνουν μισθό και επιπλέον πριμ για κάθε επιτυχημένη κίνησή τους μέσα στο γήπεδο. Ο προπονητής τούς επιβάλλει μία περιορισμένη ζωή, μακριά από διασκεδάσεις, για να μπορούν να αποδίδουν. Και αυτοί με τη σειρά τους επωφελούνται από τις επιτυχίες τους και ζητούν από τη διοίκηση της ομάδας να πραγματοποιήσει κάθε τους επιθυμία. Οι απαιτήσεις τους είναι εκβιαστικές, ενώ το κλίμα που επικρατεί στα παρασκήνια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου καθόλου αθλητικό. Οι ποδοσφαιριστές όμως είναι έρμαια της απόδοσης τους. Αν είναι καλή, τότε παράγοντες και φίλαθλοι τους ανεβάζουν στα ουράνια. Αν για οποιονδήποτε λόγο διαψεύσουν τις προσδοκίες, τότε η τιμωρία, η περιθωριοποίηση τους είναι άμεση και αμείλικτη.

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/289.gif&w=600&h=915

δ' Δημόσιοι υπάλληλοι

Αστυφύλακες εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε κωμωδία όπου υπάρχουν σκηνές σε δρόμους. Είναι πανταχού παρόντες για να ρυθμίζουν την κοινωνική τάξη. Σε αντίθεση με την πραγματικότητα και το αστυνομικό κράτος στην πολιτική ζωή της δεκαετίας του 1950, οι αστυφύλακες, ιδίως οι αξιωματικοί, μεγαλύτεροι στην ηλικία, φέρονται πατρικά, με κατανόηση σε όσους οδηγούνται ενώπιόν τους και, όποτε περνάει από το χέρι τους, τη χαρίζουν στους μπατίρηδες που παραβαίνουν ανώδυνα το νόμο. Φροντίζουν πάντα να διαλευκαίνουν δίκαια τις υποθέσεις και να κάνουν την αλήθεια να λάμπει (Σκληρός άνδρας). Είναι επάγγελμα στο οποίο προσελκύονται πολλοί νέοι, ιδίως από την επαρχία, όπου δεν έχουν εναλλακτικές διεξόδους, επειδή μοναδική προϋπόθεση για την είσοδο σε αυτό είναι το «καθαρό» πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, πράγμα που φυσικά δεν αναφέρεται στις κωμωδίες. Οι νέοι αστυφύλακες κάνουν περιπολίες στους δρόμους και κυνηγάνε υπόπτους, αλλά κανένας από την ιεραρχία δεν αφήνει να διαφανεί τι πραγματικά συμβαίνει στα κρατητήρια και στα αστυνομικά τμήματα αυτή την περίοδο. Μόνο στο έργο Ο αχτύπητος χτυπήθηκε (1970, σενάριο Βασίλης Χριστοδούλου, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος) υπάρχει μία σκηνή ανάκρισης, στην οποία τρεις αστυνομικοί πιέζουν τον αθώο Νίκο (Γιώργος Πάντζας) να ομολογήσει μία κλοπή που δεν έκανε, χρησιμοποιώντας μερικά εξίσου «αθώα» μέσα, όπως η λάμπα στο πρόσωπο και η στέρηση νερού και τσιγάρου.

Ο Θύμιος (Κώστας Χατζηχρήστος, Πιάσαμε την καλή), ένας αγράμματος επαρχιώτης, έρχεται στην Αθήνα για να καταταγεί αστυφύλακας. Φοιτά στη σχολή, εκπαιδεύεται και βγαίνει στο δρόμο ως τροχονόμος, για μία σύντομη θητεία. Μοιράζει κλήσεις σε όποιον παραβαίνει τους κανόνες κυκλοφορίας, αλλά αποτάσσεται για ένα παράπτωμα" η αστυνομία δεν χαρίζει κάστανα.

Ο Ανδρέας (Νίκος Ξανθόπουλος, Ο Μήτρος και ο Μητρούσης στην Αθήνα, 1960, σενάριο Θεόδωρος Τέμπος, σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος) είναι αστυνομικός της Δίωξης Λαθρεμπορίου. Με τη βοήθεια της τραγουδίστριας Ντίνας και των γκαφατζήδων Μήτρου και Μητρούση (Άννα Μαντζουράνη, Θανάσης Βέγγος, Φραγκίσκος Μανέλλης), που εργάζονται στο ύποπτο καμπαρέ, συλλαμβάνει τους λαθρέμπορους ρολογιών, προσθέτοντας μία επιτυχημένη υπόθεση στη σταδιοδρομία του. Εξίσου επιτυχημένος είναι και ο αστυνόμος που με τη βοήθεια της Μίνας αποκαλύπτει σπείρα απατεώνων και σώζει την περιουσία του Ιλάριου (Στέφανος Στρατηγός, Γκέλυ Μαυροπούλου, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Εταιρεία θαυμάτων, 1962, Στέφανος Στρατηγός).285

285. Μεταφορά της κωμωδίας του Δημήτρη Ψαθά, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κε-

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/290.gif&w=600&h=915

Το πιο λεπτομερές πορτρέτο του αστυφύλακα γίνεται στην Κόμησσα της φάμπρικας, μέσω του Χρήστου Δελημάνη (Στέφανος Ληναίος). Προσηλωμένος στο καθήκον, αρνείται να αντιληφθεί και να σκεφτεί πέρα από όσα διαπιστώνει ιδίοις όμμασι. Μονολιθικός, τυπικός, φοράει τη μάσκα της υπηρεσίας —«μας έχει σκληρύνει το επάγγελμα», όπως λέει— και προσπαθεί να δράσει ενάντια στο χαρακτήρα του. Η διάσταση ανάμεσα στον εαυτό του και στο θεσμό που καλείται να υπηρετήσει είναι προφανής. Αν και έχει μόρφωση υψηλή για το Σώμα —απόφοιτος γυμνασίου και ορθογράφος, όπως παρατηρεί ο ανώτερος του—, δεν διακρίνεται για την ευστροφία του. Το μυαλό του έχει προσαρμοστεί στους κώδικες της υπηρεσίας του. Μιλάει σαν μαγνητόφωνο, αραδιάζοντας κανόνες και απαγορεύσεις, ενώ η πεποίθηση του ότι «όποιος δουλεύει πάει μπροστά με την αξία του» τον καθιστά εξαιρετικά αφελή. Φοβάται τους ανωτέρους του και, αν εκτελεί το καθήκον του με μανία, το κάνει για να μη φέρει ο ίδιος ευθύνη. Όσο καλοκάγαθο και αν εμφανίζεται το αστυνομικό σώμα σε αυτή την κωμωδία που προβάλλεται μέσα στη Χούντα, ο τρόμος του αστυφύλακα Δελημάνη μην τυχόν και παραβεί το καθήκον του δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως ζήτημα ευσυνειδησίας.

Στο έργο Της κακομοίρας! ο Αργύρης (Θανάσης Μυλωνάς), ύστερα από προσπάθειες ενός χρόνου, καταφέρνει να προσληφθεί στη ΔΕΗ ως ηλεκτρολόγος. Θα κερδίζει τρεις χιλιάδες το μήνα, εκατό τη μέρα, και όχι σαράντα που κέρδιζε ώς σήμερα, δουλεύοντας στο ελεύθερο επάγγελμα. Τώρα μπορεί να παντρευτεί τη Λίτσα, που τραβιέται μαζί της δύο χρόνια και την ντρέπεται πια. Ο Αργύρης είναι ένας από τους λίγους νέους που επιδιώκουν να τακτοποιηθούν επαγγελματικά μέσα από έμμισθη εργασία. Ούτε το δημόσιο ούτε ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί προτεραιότητα των νέων ανδρών στις κωμωδίες. Το ιδανικό είναι η προσωπική επιχείρηση.

Δημόσιος υπάλληλος είναι ο Ηρακλής Λεοντόπουλος (Κώστας Χατζηχρήστος, Σκληρός άνδρας). Ο μισθός του είναι τόσο χαμηλός, που πρέπει να δουλεύει σε τρεις δουλειές για να τα φέρνει βόλτα. Επίσης, η γεροντοκόρη προϊσταμένη του (Τζόλυ Γαρμπή) τον γλυκοκοιτάζει και, επειδή δεν της δίνει σημασία, προσπαθεί να κάνει αισθητή την παρουσία της με φωνές, απαγορεύσεις και παρατηρήσεις. Η ζωή του Ηρακλή στο γραφείο είναι δύσκολη, αλλά και αυτός δεν ασχολείται καθόλου με τα υπαλληλικά του καθήκοντα.

Οι δημόσιοι οργανισμοί δίνουν περιθώρια για να γίνονται καταχρήσεις από ανέντιμους υπαλλήλους. Ο Αντώνης (Ανδρέας Ντούζος, Φωνάζει ο κλέφτης, 1965, Γιάννης Δαλιανίδης),286 αντί να ευγνωμονεί το στρατηγό γαμπρό του

Κεντρικόν», από το θίασο Δημήτρη Χορν, στις 25 Δεκεμβρίου 1959" Θέατρο 60, ό.π., σ. 38, 311- Θρύλος, ό.π., τ. Η', σ. 194-197.

286. Μεταφορά της κωμωδίας του Δημήτρη Ψαθά, που ανεβαίνει στο θέατρο «Ko-

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/291.gif&w=600&h=915

(Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), που τον βόλεψε σε μία θέση, και έτσι έχει δουλειά, κλέβει χρήματα, με κίνδυνο να αποκαλυφθεί και να τον φέρει σε πολύ δύσκολη θέση. Τα καταναλωτικά όνειρα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με τους μισθούς του δημοσίου και, αν οι ηθικές αντιστάσεις είναι χαλαρές, το βήμα προς τη «λοβιτούρα» γίνεται εύκολα. Η σύζυγος του Αντώνη (Νινή Τζάνετ) πιστεύει ότι δεν πειράζει να κλέβει κάποιος, αρκεί να μην τον πάρουν είδηση. Ο Αντώνης δεν μένει ατιμώρητος· γι' αυτόν η κωμωδία δεν έχει καλό τέλος.

Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η περίοδος ανάπτυξης που διανύει η χώρα, παρά τις δυσκολίες που καταγράφονται παράλληλα, δημιουργεί ένα κλίμα ασφάλειας και αισιοδοξίας και κάνει τα άτομα τολμηρά, να θέλουν να στήσουν μία δική τους δουλειά, η οποία θα τους αποφέρει περισσότερα κέρδη και θα τους εξασφαλίζει άνετη διαβίωση. Οι υπάλληλοι, ιδιωτικοί και δημόσιοι, δεν φαίνονται να αμείβονται καλά, ούτε να εργάζονται με καλούς όρους. Η αίτηση για αύξηση πάντα απορρίπτεται και ο Σακελλάριος είναι ο πρώτος που μιλάει για μείωση — απίστευτη για την εποχή της ανάπτυξης, συνηθισμένη για την εποχή της ύφεσης. Το δημόσιο, παρά την εξασφάλιση που προσφέρει, δεν θεωρείται ιδανικός τομέας απασχόλησης. Οι κωμωδιογράφοι γενικά αποφεύγουν να απεικονίζουν δημοσίους υπαλλήλους, για να μην έχουν οποιαδήποτε μπερδέματα με τη λογοκρισία. Το προφίλ του δημοσίου υπαλλήλου, που βασανίζει όσους τον έχουν ανάγκη, αναπτύσσεται στο θέατρο από τη μεταπολεμική γενιά, αλλά όχι στον εμπορικό κινηματογράφο.

ε' Επαρχιώτες στην Ομόνοια

Η αναζήτηση εργασίας και καλύτερων συνθηκών ζωής οδηγεί τους νέους από το χωριό στην πόλη. Στο χωριό δεν υπάρχουν δουλειές, αλλά και η πόλη γίνεται φανερό ότι, από ένα σημείο και μετά, είναι αφιλόξενη για πολλούς. Οι επαρχιώτες ταλαιπωρούνται ωσότου βρουν σταθερή απασχόληση.287

Ο Θύμιος (Κώστας Χατζηχρήστος, Πιάσαμε την καλή) δεν καταφέρνει να στεριώσει σε δουλειά εξαιτίας της αδεξιότητάς του. Μετά την απόταξή του από την αστυνομία εργάζεται για λίγο σε ένα παραλιακό καφενείο, μοιράζει πάγο με το καροτσάκι —ένα επάγγελμα βραχύβιο στον κινηματογράφο— και, όταν κερδίζει το λαχείο, ανοίγει γραφείο «γενικών επιχειρήσεων», ντύνεται με κοστουμιά, καπνίζει πούρο και γλεντάει στα μπουζούκια.

Ο Μήτρος και ο Μητρούσης (Ο Μητρός και ο Μητρούσης στην Αθήνα)

Κοτοπούλη», από το θίασο Μαίρης Αρώνη - Ντίνου Ηλιόπουλου, στις 3 Οκτωβρίου 1958' Θέατρο 59, ό.π., σ. 37, 207-228, 260" Θρύλος, ό.π., τ. Ζ', σ. 409-412.

287. Κυριακού, ό.π., σ. 633.

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/292.gif&w=600&h=915

εγκαταλείπουν το χωριό και τις αγροτικές εργασίες, πιστεύοντας ότι θα εγκαταλείψουν μαζί και την αδεξιότητά τους και θα δουν καλύτερη προκοπή. Πράγματι, ήδη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους τους προσφέρεται εργασία σερβιτόρου σε καμπαρέ. Όμως, οι δύο γκαφαδόροι, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις παγίδες της πρωτεύουσας, απλώς πέφτουν θύματα αετονύχηδων λαθρεμπόρων, που τους εκμεταλλεύονται για να κάνουν τη δουλειά τους. Η αφέλεια μπορεί να τους θέτει σε κίνδυνο, είναι όμως και αυτή που θα τιμωρήσει τους κακούς και θα απαλλάξει τους καλούς. Σε πολλά παραδείγματα ο αφελής επαρχιώτης θα καταφέρει, ενώ αγνοεί εντελώς την παρανομία, να αποκαταστήσει την τάξη. Μία τέτοια επιτυχία λειτουργεί αντισταθμιστικά: οι κίνδυνοι της πρωτεύουσας είναι υπαρκτοί, όμως δεν επικρατούν. Οι επαρχιώτες μπορούν να κερδίσουν το παιχνίδι της εγκατάστασης, όσο και αν εκ πρώτης όψεως φαίνονται να μειονεκτούν ως προς τους πρωτευουσιάνους.

Σε μία δεύτερη συνέχεια των περιπετειών των δύο ηρώων, στις Δουλειές του ποδαριού, είδαμε παραπάνω ότι έφθασαν στο σημείο να στήσουν ένα εργαστήριο, αναζητώντας το απίθανο, αλλά πολύ επιθυμητό φάρμακο για τη φαλάκρα. Οι δουλειές των δύο επαρχιωτών στέφονται με απόλυτη επιτυχία, όταν καταλήγουν συνεταίροι ενός πραγματικού εργοστασίου καλλυντικών, που εκμεταλλεύεται έντιμα τη συνεισφορά τους στο φάρμακο. Δεν αφήνεται λοιπόν καμία αμφιβολία για την επιτυχία του επαρχιώτη, που έρχεται άοπλος στην πρωτεύουσα και μέσα σε δύο χρόνια καταλήγει εργοστασιάρχης.

Ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος, Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, 1963, Αλέκος Σακελλάριος)288 φθάνει με το καράβι από το χωριό του, την Πλατανιά, με μόνο όπλο ένα καλάθι με τρόφιμα και αρχίζει να ψάχνει. Το δίκτυο των συγχωριανών και των προυχόντων με τις επιστολές προς τον τοπικό βουλευτή μπαίνει σε κίνηση αλληλεγγύης προς το νεοαφιχθέντα. Ο βουλευτής δεν μένει στις υποσχέσεις, αλλά τον στέλνει στην πρώτη του δουλειά, γκαρσόνι σε εστιατόριο. Τώρα ο Θανάσης θα πρέπει να μάθει τους κώδικες και τις ταχύτητες της πόλης, και ώς τότε θα βρίσκεται συχνά στο δρόμο ξυλοκοπημένος και υποχρεωμένος να ξαναρχίζει από το μηδέν. Οι συγχωριανοί είναι πάντα δίπλα του, για να τον ακούσουν και να τον βοηθήσουν να βρει την επόμενη δουλειά: διαιτητής σε πληρωμένους αγώνες μποξ, βοηθός φαρμακείου, φωτογράφος σε δικό του μαγαζί" κάποια στιγμή αποφασίζει να γίνει «πόλισμαν»: «σε ταΐζουνε, σε κοιμίζουνε, σου δίνουνε και το χαρτζιλίκι σου και βγαίνεις μετά και στο δρόμο και κάνεις και κουμάντο [...]. Όποιον έχετε φούρκα να μου τον λέτε να τον χώνω μέσα», λέει, αφήνοντας ένα υπονοούμενο για τον τρόπο με τον οποίο η

288. Διασκευή της κωμωδίας των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Αργυρόπουλου», από το θίασο Αργυρόπουλου, το καλοκαίρι του 1945" Θρύλος, ό.π., τ. Δ', σ. 195.

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/293.gif&w=600&h=915

αστυνομία της εποχής κατασκευάζει ενόχους. Ο Θανάσης γρήγορα απογοητεύεται και από αυτή την προοπτική, οπότε καταφεύγει στην έσχατη λύση, την καλή προίκα. Όταν και αυτή η προσπάθεια ναυαγεί, επιστρέφει στο χωριό του, όπου μπορεί να φάει ένα κομμάτι ψωμί ήσυχα, χωρίς καβγάδες και ξυλοκοπήματα. Ο κώδικας της πόλης είναι δύσκολος για τους αθώους επαρχιώτες.

Το σενάριο του Σακελλάριου στηρίζεται στην ομώνυμη κωμωδία, που παρουσίασε το 1945 με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο. Ο Σακελλάριος δίνει μία δεύτερη εκδοχή της το 1971, με το έργο Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει... (σενάριο Αλέκος Σακελλάριος, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας), επικαιροποιημένη ως προς τα επεισόδια.289 Εδώ τον Λέανδρο (Κώστας Χατζηχρήστος) κατατρέχει το ΙΚΑ για χρέη. Ο επαρχιώτης ήρθε στην Αθήνα, κατάφερε να στήσει μία επικερδή επιχείρηση, αλλά για κάποιους λόγους στράβωσε η δουλειά και τώρα κινδυνεύει να πάει φυλακή. Όπως είδαμε και στην περίπτωση του Μήτσου στον Ψευτοθόδωρο, το κράτος με τους διάφορους οργανισμούς του κυνηγά τον πολίτη, ο οποίος δεν έχει διεξόδους.

Ένας ακόμα επαρχιώτης που έρχεται στην πρωτεύουσα για να εργαστεί είναι ο Γιάννης (Γιάννης Γκιωνάκης, Ο Γιάννης τα 'κανε θάλασσα). Στην επαρχιακή πόλη από όπου κατάγεται οι δυνατότητες για εργασία εξαντλούνται γρήγορα. Επειδή δεν έχει ταλέντα, ούτε εξυπνάδα, δεν στεριώνει σε δουλειά. Στην Αθήνα θα τον φιλοξενήσουν οι συγγενείς του και θα τον συστήσουν σε διάφορες δουλειές. Είναι ένας νέος της εποχής, η λέξη «παραδάκι» τού είναι οικειότερη από τη λέξη «ελευθερία». Την κατάλληλη στιγμή όμως θα θυμηθεί τα διδάγματα του πατέρα του, θα φανεί τίμιος και θα ανταμειφθεί με μία καλή προίκα.

Ένας συνηθισμένος τρόπος επαγγελματικής αποκατάστασης του επαρχιώτη στην πρωτεύουσα είναι η αγορά ενός θυρωρείου. Ο Λάζαρος (Τάσος Γιαννόπουλος, Πράκτωρ Κίτσος καλεί Γαστούνη, 1967, σενάριο Κώστας Δούκας Γιώργος Παπακώστας — Γ. Καραγεωργιάδης, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας) έρχεται από το χωριό του, αναζητώντας διαθέσιμο θυρωρείο, το οποίο προτίθεται να δώσει προίκα στην αδελφή του. Παρά τον οργασμό στην κατασκευή πολυκατοικιών, δεν είναι εύκολο να βρει κάτι, αφού η ζήτηση είναι μεγάλη και τα θυρωρεία πωλούνται αμέσως.

Ο Λάζαρος ξεπουλάει τα υπάρχοντά του στο χωριό, για να βρει την τύχη του στην πρωτεύουσα. Οι ιδιοκτήτες ενός τουριστικού γραφείου ενθουσιάζονται από την παραδοσιακή του αμφίεση και σκέφτονται να την εκμεταλλευτούν για να προσελκύσουν πελάτες. Τα υπάρχοντά του ξεπουλάει και ο Μανώλης (Κώ-

289. Το έργο Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει... ανεβαίνει στο θέατρο «Χατζηχρήστου», από το θίασο Χατζηχρήστου (Χατζηχρήστος, Φωτόπουλος, Μαρία Φωκά, Καίτη Παπανίκα, Δέσποινα Στυλιανοπούλου), το Δεκέμβριο του 1969' Θρύλος, ό.π., τ. IB', 1981, σ. 9-10.

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/294.gif&w=600&h=915

Κώστας Χατζηχρήστος, Φως, νερό, τηλέφωνο, οικόπεδα με δόσεις, 1966, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Κώστας Στράντζαλης), ο οποίος κινδυνεύει να χάσει όλες του τις οικονομίες, όταν πέφτει στα νύχια ενός ζεύγους απατεώνων (Ζανίνο, Κία Μπόζου). Οι καταχρήσεις εις βάρος αφελών πάσης φύσεως αφθονούν, ενώ οι επαρχιώτες και οι ξένοι —ο Αρμένιος (Σωτήρης Μουστάκας)— αποδεικνύονται ιδιαίτερα εύπιστοι στις υποσχέσεις των απατεώνων, που επιβιώνουν ακριβώς χάρη στα ανύποπτα θύματά τους.

Το Λιανοκλάδι, ο τόπος καταγωγής του Θύμιου (Κώστας Χατζηχρήστος, Ο τυχεράκιας, 1968, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Ερρίκος Θαλασσινός), είναι «κόμβος», ένας βασικός σταθμός της σιδηροδρομικής γραμμής Αθήνα-Θεσσαλονίκη, όπου οι επιβάτες έχουν την ευκαιρία να φάνε κάτι πρόχειρο, χωρίς να κατεβούν από το τρένο. Ο Θύμιος εργάζεται ως υπάλληλος ενός σουβλατζή και περιφέρεται στην πλατφόρμα με τα σουβλάκια στο δίσκο, αλλά, λόγω του παράδοξου χαρακτήρα του, περισσότερο διαπληκτίζεται με τους υποψήφιους πελάτες παρά προωθεί το εμπόρευμά του. Δεν είναι λοιπόν η ανεργία που τον οδηγεί στην πρωτεύουσα, αλλά η επιθυμία για μία ζωή πολύ καλύτερη από αυτήν του πλανόδιου επαρχιακού σερβιτόρου. Άλλωστε, και από τα παραδείγματα του Λάζαρου, του Μανώλη και του Κώστα (Ενα μπουζούκι αλλιώτικο από τ άλλα) φαίνεται ότι αρκετοί επαρχιώτες ξεπουλούν τις περιουσίες τους, για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη —και τρόπο ζωής— στην πρωτεύουσα.

Η πρώτη επαφή του Θύμιου με τα ήθη της πρωτεύουσας του προκαλεί ξάφνιασμα. Οι νέοι έχουν μακριά μαλλιά, οι νέες με τις κοντές φούστες έχουν «ξεχάσει να ντυθούν». Και η προαγωγή είναι αυτόματη: γενικός διευθυντής της «σουβλακοποιίας» ενός συντοπίτη του. Το τυχερό δελτίο στο Προ-Πο θα τον απαλλάξει από την υποχρέωση της εργασίας. Όμως, η επιθυμία του για κοινωνική άνοδο θα τον ρίξει στα νύχια επιτήδειων απένταρων δήθεν αριστοκρατών, που θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν από τα χρήματά του. Ο σεναριογράφος Λάκης Μιχαηλίδης επαναφέρει συχνά αυτά τα χρόνια το μοτίβο του αφελούς επαρχιώτη που πέφτει θύμα απατεώνων, δημοφιλές από το μεσοπολεμικό θέατρο (Το θύμα- Πατέρα, κάτσε φρόνιμα).

Η ιεροτελεστία της αστικοποίησης, αλλά και της κοινωνικής ανόδου, περιλαμβάνει διάφορα στάδια. Το 1956 η Κατερίνα (Ρένα Βλαχοπούλου, Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες) φθάνει από την Κέρκυρα στην Αθήνα με μακριές πλεξούδες, μαντίλα, το γάιδαρο και την κατσίκα της, προκαλώντας κυκλοφοριακό χάος. Γρήγορα όμως μεταμορφώνεται σε δεσποινίδα της πρωτεύουσας. Στην περίπτωση του Θύμιου, η επαρχιώτικη ενδυμασία αντικαθίσταται από κοστούμι, γραβάτα, ακόμα και φουλάρι, ενώ τα τσαρούχια από παπούτσια. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει ουίσκι αντί ούζο, ξένες γλώσσες, γκολφ, καράτε, ιππασία και μαθήματα οδήγησης. Σημαντική αλλαγή είναι το καθημερινό μπάνιο ή ντους,

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/295.gif&w=600&h=915

το οποίο αντιμετωπίζεται καταρχήν με διαμαρτυρίες και πιο δραστικά με τη χρήση μίας ομπρέλας (Ενα μπουζούκι αλλιώτικο από τ' άλλα), που δείχνει πολύ παραστατικά τη διαφορετική αντίληψη για την ατομική υγιεινή. Στα χρόνια της δικτατορίας επανέρχεται ως μοτίβο το «παρασύρθηκα», και ο επαρχιώτης προσφέρεται γι' αυτό. Επειδή αποτυγχάνει στις καινούργιες γνωριμίες του και η έξοδος από το οικείο περιβάλλον μοιάζει πολύ επικίνδυνη, το «παρασύρθηκα» είναι ένας μεταφορικός τρόπος για να επιστήσει την προσοχή τού θεατή σε επικίνδυνους πολιτικούς συγχρωτισμούς. Ο Θύμιος γυρίζει στο χωριό του, γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική αγάπη. Η επιθυμία της κοινωνικής ανόδου παραλληλίζεται με ασθένεια, από την οποία θεραπεύεται ο «παθός» και επιστρέφει οριστικά. Επίσης, θεραπεύεται από τις επιθυμίες που γεννούν τα χρήματα, από τον ακριβό αλλά άχρηστο τρόπο ζωής και απαλλάσσεται από τα κέρδη του Προ-Πο χαρίζοντάς τα σε κάτι κοινωνικά ωφέλιμο, στην αποπεράτωση του τοπικού ορφανοτροφείου.

Το χωριό παρουσιάζεται και σε άλλες κωμωδίες ως τόπος σωτηρίας. Ο Πελοπίδας (Ενας βλάκας με πατέντα) αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις επιδεξιότητες που απαιτεί η πρωτεύουσα, με αποτέλεσμα να λιμοκτονεί, να αποκαλείται αλήτης, να θεωρείται ύποπτος εγκληματικών πράξεων. Για καλή του τύχη, τον αναζητά ο θείος του (Φραγκίσκος Μανέλλης), για να τον περιμαζέψει στο χωριό και να του δώσει μία δεύτερη ευκαιρία. «Πάω στο χωριό μου, να γαληνέψει λιγάκι το μυαλό μου, να γαληνέψει το μάτι μου», λέει ο Θύμιος (Κώστας Χατζηχρήστος, Σήκω, χόρεψε συρτάκι, 1967, σενάριο Νίκος Τσιφόρος, σκηνοθεσία Κώστας Στράντζαλης). Όταν τελειώνει η θητεία του ως μαχαραγιά, ο Γούτος (Φραγκίσκος Μανέλλης, Ο μαχαραγιάς, 1968, σενάριο Νίκος Τσιφόρος, σκηνοθεσία Κώστας Στράντζαλης), ένας υπάλληλος γενικών καθηκόντων σε μεγάλο ξενοδοχείο, ο οποίος βλέπει ότι δεν έχει στον ήλιο μοίρα με το μισθό των χιλίων δραχμών, αποφασίζει να φύγει με την αγαπημένη του (Κία Μπόζου) στο χωριό της και να ζήσουν από το κτηματάκι της. Ο Γούτος δεν κάνει λιγότερες γκάφες στις αγροτικές εργασίες, αλλά η αγάπη της γυναίκας του τον σώζει. Στο χωριό και οι δύο αποκτούν προοπτική ζωής, που η πρωτεύουσα δεν μπορούσε να τους δώσει.

Το μέσον, βουλευτικό ή άλλο, είναι χρήσιμος τρόπος για να βρει κάποιος δουλειά, όπως είδαμε στο Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης. Με βουλευτικό σημείωμα βρίσκει δουλειά ο Πάνος Φλωράς στο κολέγιο θηλέων (Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο). Η σχέση αναζήτησης εργασίας και βουλευτικού μέσου αναπτύσσεται στο Υπάρχει και φιλότιμο (1965, Αλέκος Σακελλάριος).290

290. Μεταφορά της κωμωδίας Ανώμαλος προσγείωσις, των Αλέκου Σακελλάριου Χρήστου Γιαννακόπουλου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Μακέδο», από το Θέατρο Τέχνης, τον Ιούλιο του 1950" Θρύλος, ό.π., τ. Ε', σ. 266-268' σε επανάληψη, από το θίασο Λάμπρου

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/296.gif&w=600&h=915

Στο έργο Ο Γιάννης τα 'κανε θάλασσα το μέσον δεν είναι πολιτικό, αλλά κάποιος ήδη καλά εγκατεστημένος στην πρωτεύουσα συγχωριανός. Και στο Έξω φτώχεια και καλή καρδιά (1964, σενάριο Γιώργος Οικονομίδης - Κώστας Νικολαΐδης, σκηνοθεσία Πάνος Γλυκοφρύδης) ο Θανάσης Κούτρας (Θανάσης Βέγγος) έρχεται από το χωριό στην Αθήνα, υπολογίζοντας στη βοήθεια του γνωστού του κομφερανσιέ Γιώργου Οικονομίδη και της ραδιοφωνικής εκπομπής του «Νέα ταλέντα».

Υπάρχουν όμως και πλούσιοι επαρχιώτες οι οποίοι έρχονται στην πρωτεύουσα για να απολαύσουν υπηρεσίες που δεν βρίσκουν στον τόπο τους, όπως η ιατρική περίθαλψη και οι διασκεδάσεις. Ο Θωμάς (Λάκης Σκέλλας, Δουλειές με φούντες) καταφθάνει για να τον δει γιατρός, επειδή αισθάνεται άρρωστος. Οι σεναριογράφοι Νίκος Τσιφόρος και Πολύβιος Βασιλειάδης παραλλάσσουν το σενάριο του έργου Γλέντι, λεφτά κι αγάπη και φέρνουν πάλι στην Αθήνα τον επαρχιώτη τους, ένα δοκιμασμένο κωμικό θεατρικό πρόσωπο, για να τον ρίξουν ως κορόιδο στα χέρια του αετονύχη Περικλή (Νίκος Σταυρίδης), ο οποίος προσπαθεί να τον πείσει να συμμετάσχει σε μία κομπιναδόρικη επιχείρηση. Με υποκειμενικά πλάνα δείχνεται τι μπορεί να μαγέψει το νεαρό επαρχιώτη: οι πολυκατοικίες, τα μεγάλα και πολυτελή αυτοκίνητα, ο τροχονόμος, αλλά κυρίως οι γυναίκες με την προκλητική εμφάνιση.

στ' Μετανάστες

Η εναλλακτική λύση της μετανάστευσης προτείνεται ως διέξοδος στη νεανική ανεργία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ο Βρασίδας (Οι παπατζήδες) σκέφτεται να αναζητήσει σταθερή δουλειά στην Αυστραλία, για να ξεφύγει από τις μικροαπάτες, με τις οποίες προσπαθούσε ώς τότε να βγάλει το χαρτζιλίκι του. Οι ατελείωτες ώρες αναμονής σε προθαλάμους γραφείων, προκειμένου να περάσουν συνέντευξη και να λάβουν μία αόριστη υπόσχεση τού τύπου «θα σας ειδοποιήσουμε» για κάποια δουλειά, οδηγούν ορισμένους νέους να αποχωρήσουν με τη δήλωση ότι προτιμούν να φύγουν μετανάστες για τη Γερμανία (Ευτυχώς χωρίς δουλειά, 1963, Γιάννης Καψάλης). Στο έργο Ησαΐα, χόρευε οι δύο νέοι, αφού αλληλοσυστήνονται με το γνωστό μοτίβο της επιπολαιότητας ως γόνοι ζάπλουτων οικογενειών και υποχρεώνουν τους γονείς τους να συμμετάσχουν στη φάρσα, προσγειώνονται στην πραγματικότητα, αποφασίζουν να στηριχθούν στην αγάπη τους και να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, όπου θα φτιάξουν το μέλλον τους με δουλειά και οικονομία. Ο Νίκος (Γιώργος

Κωνσταντάρα, στις 10 Οκτωβρίου 1964' Θέατρο 65, ό.π., σ. 49, 281" κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 323" Δελβερούδη, «Η πολιτική στις κωμωδίες...», ό.π., σ. 148-149, 154.

Σελ. 296
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 277
    

    ιδίως στην πρωτεύουσα. Εκεί οι νέοι διακρίνονται στις εξής επαγγελματικές κατηγορίες: στους αυτοαπασχολούμενους, που έχουν καταφέρει να στήσουν ένα μικρομάγαζο με δικά τους μέσα, στους υπαλλήλους, δημόσιους και ιδιωτικούς, στους επιχειρηματίες που εργάζονται στην πατρική επιχείρηση, στους επιστήμονες, στους διανοούμενους και στους καλλιτέχνες. Οι επαρχιώτες που έρχονται στην πρωτεύουσα για να βρουν δουλειά αποτελούν ξεχωριστή ομάδα, όπως και οι μετανάστες, που επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους στην πατρίδα.

    α' Αυτοαπασχολούμενοι

    Μία σημαντική κατηγορία εργαζομένων που εκπροσωπεί τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα είναι οι νέοι που κατάφεραν να στήσουν στην πρωτεύουσα μία μικρή επιχείρηση με δικούς τους πόρους, οι οποίοι δεν δηλώνονται. Διαφέρουν από αυτούς που εργάζονται στην πατρική επιχείρηση, τόσο για οικονομικούς όσο και για κοινωνικούς λόγους. Η πατρική επιχείρηση μπορεί να είναι ένα εργοστάσιο ή μία μεγάλη αντιπροσωπεία, ενώ η πατρική παρουσία είναι ιδιαίτερα έντονη. Οι ιδιοκτήτες είναι πλούσιοι μεγαλοαστοί, με την ανάλογη νοοτροπία. Οι περιπτώσεις που θα δούμε αμέσως παρακάτω δεν έχουν ούτε την οικονομική άνεση ούτε την εμβέλεια των πλουσίων. Έχουν ένα μικρό μαγαζί και προσπαθούν να τα φέρουν βόλτα, άλλος καλύτερα και άλλος λιγότερο καλά. Μέσα από το παράδειγμά τους διακρίνεται μία αγορά με χαμηλό τζίρο. Οι πελάτες δεν είναι πιο πλούσιοι από τους μαγαζάτορες, ενώ ο κύκλος εργασιών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Οι περισσότεροι επαγγελματίες παραπονούνται για αναδουλειά. Στο τέλος του μήνα πρέπει να κάνουν απολογισμό στα βερεσέδια και να προσπαθήσουν να εισπράξουν τα οφειλόμενα, για να τα καταθέσουν αμέσως στις κρατικές απαιτήσεις.

    Ο Μάνος (Ο φαταούλας, 1952, σενάριο Στέφανος Φωτιάδης, σκηνοθεσία Ιάσων Βροντάκης)277 έχει ένα επάγγελμα αποκρουστικό για τον πολύ κόσμο, ωστόσο από τα λίγα κερδοφόρα: γραφείο κηδειών μάλλον μπορεί να απαιτεί εξόφληση τοις μετρητοίς. Οι δουλειές πάνε τόσο καλά, ώστε διαπραγματεύεται την αγορά ενός αυτοκινήτου για τις ανάγκες της επιχείρησης.

    Ο Πίπης (Νίκος Ρίζος, Γκολ στον έρωτα) έχει ψιλικατζίδικο, αλλά παίζει και στον ιππόδρομο, για να βγάλει κάποια «στραβά έξοδα», όπως λέει. Ο φίλος του ο Παντελής (Μίμης Φωτόπουλος) έχει κουρείο" είναι όμως μανιώδης ποδοσφαιρόφιλος, με αποτέλεσμα να χάνει τους πελάτες του, επειδή πιο πολύ έχει το νου του στο ποδόσφαιρο παρά στο κούρεμα και στο ξύρισμα. Στην

    277. Μεταφορά της κωμωδίας των Στέφανου Φωτιάδη - Ιάσονος Βροντάκη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Αργυρόπουλου», από το θίασο Αργυρόπουλου, το καλοκαίρι του 1950- Θρύλος, ό.π., τ. Ε', σ. 284-286.