Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 305-324 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/305.gif&w=600&h=915

σπουδάζουν είναι ηλίθιοι». Στην ίδια ταινία ο φίλος του μαθηματικός Αλέκος Γκαζόπουλος (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) επίσης δεν ασκεί το επάγγελμά του, αλλά συντηρείται όπως-όπως από το χαρτοπαίγνιο.

Όμως, εντέλει οι προοπτικές που ανοίγονται για το νεαρό επιστήμονα επιβεβαιώνονται αν βοηθήσει λίγο η τύχη, όπως συμβαίνει με τον Ντίνο (Ο φαντασμένος), τον οποίο, ύστερα από μία άκριτη απόρριψη, ο Καρασίνης υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες. Ο Ντίνος, αριστούχος χημικός, καταφέρνει μόνο με το πτυχίο του, χωρίς εμφανή οικογενειακή στήριξη, να επιτύχει τη συνεργασία με Αμερικανούς για την παραγωγή ενός νέου τύπου απορρυπαντικού. Βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να προσφέρει συνεργασία με πολύ ευνοϊκούς όρους στον άνθρωπο που μέχρι πριν από λίγο απέρριπτε ως «φοιτητάριο». Κερδίζει έτσι χάρη στις σπουδές του μία καλύτερη κοινωνική θέση, μέσω του γάμου του με τη Νάσα Καρασίνη και των διαπραγματεύσεων και συμφωνιών που επιτυγχάνει στον επαγγελματικό του χώρο. Η τελική αποδοχή του από τον Καρασίνη δείχνει ότι η ανώτατη μόρφωση ανάγεται πλέον σε επένδυση εξίσου επικερδή με την περιουσία.

Η περίπτωση του Ντίνου, όπως και αυτή του συνονόματού του στο Προκοπής ο απρόκοπος, που αναλύσαμε παραπάνω, έχουν ένα κοινό λεπτό σημείο: ξαφνικά οι φοιτητές από αντιπαθείς γίνονται συμπαθείς στους εργοστασιάρχες πεθερούς τους. Αυτό που καταφέρνουν λοιπόν, μαζί με το πτυχίο τους, είναι να βρουν ηγετική θέση στο εργοστάσιο — χώρια η προίκα. Ενσωματώνονται στο σύστημα με πολύ καλές προοπτικές και δικαιώνουν την καθ' όλα νόμιμη επιθυμία της κοινωνικής αναρρίχησης με την αξία τους, ως αυτοδημιούργητοι. Η τύχη των δύο Ντίνων εμφανίζεται ως παράδειγμα προς μίμηση· αυτά πρέπει να επιδιώκουν οι φοιτητές το 1969 και το 1973" όχι να βγαίνουν στους δρόμους και να ζητούν «ψωμί, παιδεία, ελευθερία».

θ' Η διασκέδαση ως επάγγελμα

Η κοινωνική θέση των καλλιτεχνών του θεάματος και των επαγγελματιών τής διασκέδασης δεν βελτιώθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, όπως φαίνεται από τις κινηματογραφικές αναφορές που γίνονται σε αυτούς, αλλά και από μαρτυρίες που έχουν καταγράψει στις αναμνήσεις τους. Οι μισθοί τους παρέμεναν καθηλωμένοι σε χαμηλά επίπεδα, ζούσαν χωρίς πολυτέλεια, αναγκάζονταν να δουλεύουν εξαντλητικά, σε πολλές ταινίες το χρόνο και παράλληλα στο θέατρο, για να βελτιώσουν τα οικονομικά τους.

Στις κωμωδίες οι νέοι που ασχολούνται επαγγελματικά με τη διασκέδαση αυξάνονται όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1950. Οπωσδήποτε, στο χώρο της κινούνται επαγγελματικά οι συντελεστές των ταινιών, επομένως τον γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον και είναι φυσικό να εμπνέονται από αυτόν.

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/306.gif&w=600&h=915

Το γεγονός όμως που την ανάγει σε σταθερή πηγή έμπνευσης και θεματικής τροφοδότησης των κωμωδιών είναι η πρωτιά της κωμωδίας του Μιχάλη Κακογιάννη Κυριακάτικο ξύπνημα στις εισπράξεις της περιόδου 1953-1954. Το πρότυπο που φέρνει την αύξηση της παρουσίας των καλλιτεχνών στις κωμωδίες είναι ο Δημήτρης Χορν, ακριβώς την εποχή που μεσουρανεί στη σκηνή. Η εμφάνισή του στην ταινία του Κακογιάννη, μαζί με την εξίσου δημοφιλή Έλλη Λαμπέτη, είναι από μόνη της ικανή να εξασφαλίσει εισιτήρια και να κάνει το κοινό να λατρέψει τους δύο απροσάρμοστους ήρωες, τον Αλέξη και τη Μίνα. Η Μίνα είναι υπάλληλος, το επάγγελμά της δεν έχει τίποτε το ασυνήθιστο, ο Αλέξης όμως είναι τραγουδιστής, ντιζέρ για την ακρίβεια, σύμφωνα με τον όρο της εποχής. Ανήκει σε έναν χώρο που μπορεί να μην εξασφαλίζει καλή υπόληψη, προκαλεί όμως πάντα την περιέργεια και το ενδιαφέρον του κοινού.

Την προηγούμενη χρονιά, το 1953, δύο πολύ καλοί γνώστες της νυκτερινής ζωής και του κόσμου του θεάματος, ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, ζωγράφισαν τον κόσμο της νύχτας στο Σάντα Τσικίτα. Κύριο σκηνικό της ταινίας ήταν το καμπαρέ, χώρος με γυναικείο προσωπικό και ανδρική πελατεία.

Ο Ντίνος Δημόπουλος, πάλι, το 1954, με το Χαρούμενο ξεκίνημα κάνει μία νεανική μουσική κωμωδία, η οποία αναφέρεται συχνά και ως το πρώτο ελληνικό μιούζικαλ. Στο πρότυπο των τριών νέων μουσικών που ψάχνουν απεγνωσμένα για δουλειά, ενώ χρωστούν σε όλο τον κόσμο, θα αναπτυχθούν στο υπόλοιπο της δεκαετίας δυάδες και τριάδες μουσικών που αναζητούν εργασία και ελπίζουν στην καθιέρωση.

Αυτές οι τρεις ταινίες άνοιξαν το δρόμο στα καλλιτεχνικά επαγγέλματα, που πολλαπλασιάστηκαν στην ελληνική οθόνη τα επόμενα χρόνια. Οι τραγουδιστές, οι τραγουδίστριες και οι ηθοποιοί που εμφανίζονται στις κωμωδίες έχουν ένα επάγγελμα όπως όλα τα άλλα, αγωνίζονται να βρουν δουλειά, να μπουν στο χώρο, να κάνουν την πρώτη τους επιτυχία. Τα προβλήματά τους δεν διαφέρουν από αυτά των άλλων εργαζομένων.

Ο Αλέξης στο Κυριακάτικο ξύπνημα τραγουδάει σε νυκτερινό κέντρο, όταν ο πατέρας του του κόβει το επίδομα, και θεωρεί τον εαυτό του φτωχό. Ο Αλέκος και ο Φλώρος (Νίκος Καζής, Μιχάλης Μπούχλης, Εχει θείο το κορίτσι) είναι δύο άνεργοι μουσικοί. Ζουν μαζί σε ένα δωμάτιο, υπό τις συνεχείς απειλές της σπιτονοικοκυράς τους ότι θα τους κάνει έξωση αν δεν εξοφλήσουν τα χρέη τους. Ο Αλέκος βρίσκει δουλειά ως ντιζέρ σε νυκτερινό κέντρο και ο Φλώρος ως πιανίστας. Ανεργοι μουσικοί είναι οι τρεις φίλοι και συγκάτοικοι Κώστας, Γιώργος και Θανάσης (Γιώργος Καμπανέλλης, Γιάννης Γκιωνάκης, Θανάσης Βέγγος, Ο θείος από τον Καναδά, 1959, Φίλιππος Φυλακτός), οι οποίοι αισθάνονται μεγάλη ανακούφιση όταν με κάποιο μέσον βρίσκουν δου-

Σελ. 306
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/307.gif&w=600&h=915

δουλειά στο ραδιοφωνικό σταθμό. Σε νυκτερινό κέντρο εργάζονται οι τρεις φίλοι και συγκάτοικοι Τοτός, ως τραγουδιστής, Γιώργος και Μίμης, ως πιανίστες (Ντίνος Ηλιόπουλος, Γιώργος Οικονομίδης, Νίκος Κούρκουλος, Καλημέρα, Αθήνα). Τα επαγγέλματα της διασκέδασης δεν προσφέρουν υψηλό μεροκάματο, αλλά εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή επιβίωση, τη στέγη και την τροφή, χωρίς μεγάλες πολυτέλειες. Ιδιαίτερα οι μουσικοί έχουν πότε-πότε και τα τυχερά τους. Ο Ιππόλυτος (Θανάσης Βέγγος, Ο Ιππόλυτος και το βιολί του, 1963, σενάριο Γιώργος Σινιγαγιάς, σκηνοθεσία Πάνος Γλυκοφρύδης) εργάζεται σε νυκτερινό κέντρο ως βιολιστής και ζητά τριάντα δραχμές αύξηση στο μεροκάματο. Το αφεντικό του αρνείται με διάφορες δικαιολογίες, όμως ένας καλός και πολύ μεθυσμένος πελάτης (Γιάννης Αργύρης), που συγκινείται από το παθιάρικο δοξάρι του Ιππόλυτου, τον μονοπωλεί και τον χρυσώνει κάθε βράδυ. Το πρωί ο πελάτης, νηφάλιος πλέον, τον πετάει έξω από το σπίτι του. Η ανάμνηση του σχετικού επεισοδίου από τα Φώτα της πόλης του Τσάρλι Τσάπλιν δείχνει την αστάθεια όχι μόνο του εισοδήματος, αλλά και της επαγγελματικής ζωής του μουσικού.

Λίγα χρόνια αργότερα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί εμφανώς για τους τραγουδιστές. Ο Γρηγόρης (Διπλοπεννιές) είναι οικοδόμος. Μολονότι η οικοδομή δίνει σχετικά σταθερό μεροκάματο, αυτός και η νοικοκυρά γυναίκα του τα φέρνουν πολύ δύσκολα βόλτα. Στο επάγγελμά του οι άνθρωποι τραγουδούν πολύ. Εκεί τον ακούει λαϊκό συγκρότημα που ψάχνει για τραγουδιστή και τον πείθει να εργαστεί σε νυκτερινό κέντρο με μπουζούκια. Οπωσδήποτε, η νέα ευκαιρία ενισχύει σημαντικά τα οικονομικά του σπιτιού του. Με το τραγούδι κερδίζει τα διπλάσια.

Τα μπουζούκια αναδεικνύονται σε πολύ επικερδή δραστηριότητα στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ο μουσικός Κώστας (Ενα μπουζούκι αλλιώτικο από τ' άλλα) αρνείται να παίξει μπουζούκι σε νυκτερινό κέντρο, επειδή δεν συμπαθεί αυτό το είδος της μουσικής. Όταν όμως τελειώνουν τα χρήματά του, αναγκάζεται να ακολουθήσει τη συμβουλή του φίλου του (Γιώργος Βελέντζας), ο οποίος του έχει από καιρό τονίσει ότι μόνο τα μπουζούκια τραβάνε τον καλό κόσμο και ότι οι εργαζόμενοι σε αυτά, από γκαρσόνια μέχρι μουσικοί, κερδίζουν καλά μεροκάματα. Μέσα σε μικρό διάστημα ο Κώστας κερδίζει τόσα χρήματα, ώστε καταφέρνει, εκτός από την ικανοποίηση των δικών του αναγκών, να γίνει ευεργέτης του χωριού του. Ο Πασχάλης επίσης (Το πιο γρήγορο μπουζούκι) κερδίζει εύκολα και γρήγορα μία καλή θέση στη νυκτερινή πίστα. Σε πολύ λίγο διάστημα τα έχει καταφέρει πολύ καλύτερα από τα αδέλφια του, που έχουν σπουδάσει ο ένας γιατρός και ο άλλος δικηγόρος, αλλά δεν κερδίζουν αρκετά από τις δουλειές τους. Ο μόνος κίνδυνος γι' αυτόν, όπως και για όλες τις φίρμες, είναι ο ανταγωνισμός. Ο κόσμος βαριέται γρήγορα τους πρωταγωνιστές της νυκτερινής ζωής και τους καταναλώνει ανενδοίαστα. Υπάρχει πολύ

Σελ. 307
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/308.gif&w=600&h=915

και ευκαιριακό χρήμα, αλλά καμία σταθερότητα. Το χωριό αποδεικνύεται για άλλη μία φορά το πιο ασφαλές καταφύγιο.

Όπως θα δούμε αναλυτικότερα στο επόμενο κεφάλαιο, η μεταχείριση που επιφυλάσσουν σεναριογράφοι και σκηνοθέτες των κωμωδιών στη διανόηση και στην τέχνη είναι πολύ κακή. Οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι ποιητές και οι λογοτέχνες θεωρούνται αργόσχολοι, ιδιόρρυθμοι και παράσιτα του κοινωνικού σώματος. Δεν συμβαίνει το ίδιο με κάποιον που προσπαθεί να κατακτήσει κάποια επαγγελματική θέση ως συγγραφέας στο χώρο του εμπορικού θεάτρου. Ο Αλέκος (Μιχάλης Νικολινάκος) στο Ψιτ! κορίτσια είναι τυπικός εκπρόσωπος του θεατρικού συγγραφέα της εποχής. Εργάζεται σε εφημερίδα και ταυτόχρονα κάνει τα πρώτα του βήματα στο θέατρο, προσπαθώντας να πλασάρει κείμενά του σε κάποια επιθεώρηση. Η εικόνα που δίνεται είναι ότι πρόκειται για μία ειλικρινή προσπάθεια ενός νέου να εισχωρήσει σε ένα επάγγελμα καθ' όλα νόμιμο και αξιοπρεπές, αφού υπερπηδήσει τις πρώτες δυσκολίες. Έτσι, θεωρείται μεγάλη επιτυχία το ότι το σκετς του έγινε αποδεκτό και αναγκαστική υποχώρηση το γεγονός ότι το όνομά του δεν εμφανίζεται πουθενά, δηλαδή ότι το νούμερο το καρπώνονται για δικό τους κάποια «μεγάλα ονόματα» της επιθεώρησης. Φαίνεται ότι πρόκειται για συνηθισμένη συναλλαγή, η οποία προηγείται της καθιέρωσης. Ο νέος συγγραφέας αρκείται στην αμοιβή, που συνήθως έχει απόλυτη ανάγκη, ελπίζοντας ότι «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός» και ότι γρήγορα θα προωθηθεί με καλύτερους όρους. Στον επαγγελματικό χώρο η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν έχει το νόημα και τη σημασία που της δίνονται στους λογοτεχνικούς κύκλους. Οι επιθεωρησιογράφοι και κωμωδιογράφοι ανακυκλώνουν με μεγάλη ευκολία ιδέες, τύπους, υποθέσεις, κείμενα, χωρίς να βγαίνουν στην επιφάνεια διαμαρτυρίες για λογοκλοπή. Οι περιπτώσεις στις οποίες τέτοιες υποθέσεις φθάνουν στα δικαστήρια είναι πολύ λιγότερες από τις συγγένειες που μπορούμε να παρατηρήσουμε, στο εσωτερικό τής παραγωγής, ανάμεσα στα κείμενα διαφορετικών συγγραφέων.

Καθηγητής ιστορίας και συγγραφέας επιστημονικών άρθρων είναι ο Στρατής (Ντίνος Ηλιόπουλος, Ο Στρατής παραστράτησε, 1969, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς — Κώστας Πρετεντέρης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης),295 που αφιερώνει όλο του το χρόνο στο διάβασμα, αλλά έχει πολύ περιορισμένα έσοδα. Τα άρθρα του κακοπληρώνονται, ενώ οι επιστημονικές του ανησυχίες τον οδηγούν στο να εκδίδει με δικά του έξοδα τα βιβλία του, τα οποία δεν ενδιαφέρουν παρά ελάχιστους αναγνώστες.

295. Μεταφορά της κωμωδίας των Ασημάκη Γιαλαμά - Κώστα Πρετεντέρη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Φλόριντα», από το θίασο Κώστα Βουτσά - Μαίρης Χρονοπούλου - Νίκου Ρίζου-Γιάννη Βογιατζή, στις 29 Μαΐου 1968" Θέατρο 68, ό.π., σ. 56, 292" Πρετεντέρης, Θεατρικά, ό.π., σ. 536-537" Θρύλος, ό.π., τ. ΙΑ', σ. 232-234.

Σελ. 308
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/309.gif&w=600&h=915

Στην κωμωδία του Καραγιάννη αντιπαρατίθενται δύο κόσμοι" από τη μια, η σοφία, η σοβαρότητα, ο πνευματικός μόχθος, η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας σε όλες της τις λεπτομέρειες, που δεν χαίρουν εκτίμησης παρά μόνο στο εσωτερικό του σιναφιού και πληρώνονται ανάλογα, σχεδόν μηδενικά" από την άλλη, ο κόσμος του κινηματογράφου, η κατασκευή, το άφθονο χρήμα που κυκλοφορεί με άνεση, η επιφάνεια που αδιαφορεί για τις πνευματικές αξίες, ο νέος πειρασμός που απειλεί να αλλοτριώσει τους διανοούμενους. Ο αφοσιωμένος επιστήμονας ζει στο περιθώριο της ζωής, δεν ζει σαν άνθρωπος, όπως και ο ίδιος ο Στρατής διαπιστώνει, όταν ο Ελληνοαμερικανός παραγωγός (Νίκος Ρίζος) του δίνει την ευκαιρία να ξεχρεώσει και να καταναλώσει. Το δίλημμα αν πρέπει να απεμπολήσει τους μέχρι σήμερα πνευματικούς του κόπους και να γράφει καλοπληρωμένα σενάρια για απίθανες ιστορικές αμερικανικές ταινίες είναι σοβαρό. Οι σεναριογράφοι δίνουν μία λύση που περισώζει τις αξίες" ύστερα από μία σύντομη παρένθεση, ένα «παραστράτημα», ο Στρατής επιστρέφει στην επιστήμη, με πιο ανθρώπινους όμως όρους. Η αξία του, που ώς τώρα αναγνωριζόταν πνευματικά, τώρα αναγνωρίζεται και υλικά. Μπορεί πλέον να ζει αξιοπρεπώς, χάρη σε μία καλή θέση, μακριά από τον εκμαυλιστικό χώρο του κινηματογράφου.

Ο Χουάν (Δημήτρης Νικολαΐδης, Νύχτες στο Μιραμάρε) είναι σκηνοθέτης σε διεθνή παραγωγή, που γυρίζεται στο καστέλο της Ρόδου. Η εικόνα που δίνει γι' αυτόν ο σκηνοθέτης της κωμωδίας Ορέστης Λάσκος είναι υποτιμητική για το επάγγελμα, άποψη που ο ίδιος μεταφέρει και στο έργο Ο εμίρης και ο κακομοίρης (1964, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς - Κώστας Πρετεντέρης).296 Κύριο έργο του Χουάν είναι να προσπαθεί συνεχώς να τιθασεύσει την πρωταγωνίστρια της ταινίας Τζην Λομπάρ (Ζωζώ Σαπουντζάκη) και να περιορίσει τις ιδιοτροπίες και τις απαιτήσεις της. Ο κόσμος του κινηματογράφου κάνει την αυτοκριτική του μέσα από τις κωμωδίες. Σκηνοθέτες με πνευματικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες κάποτε τις εγκατέλειψαν, για να ασκήσουν το επάγγελμά τους με τους όρους του παραγωγού ή της αγοράς. Ο Καραγιάννης στο έργο Ο Στρατής παραστράτησε εξιδανικεύει αυτό που δεν κατάφερε ο ίδιος να γίνει, διασώζοντας τον ήρωα" ο Λάσκος στο έργο Ο εμίρης και ο κακομοίρης μειώνει αυτό που έγινε, κάνοντας το σκηνοθέτη υποτελή της πρωταγωνίστριας. Το γεγονός ότι οι σεναριογράφοι είναι οι ίδιοι στις δύο ταινίες δεν είναι ασφαλώς τυχαίο" βρίσκουν και αυτοί τρόπο να μιλήσουν για τις δικές τους επαγγελματικές απογοητεύσεις.

296. Μεταφορά της κωμωδίας των Ασημάκη Γιαλαμά - Κώστα Πρετεντέρη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Βεάκη», από το θίασο Μίμη Φωτόπουλου - Ντίνου Ηλιόπουλου, στις 8 Δεκεμβρίου 1962" Θέατρο 63, ό.π., σ. 47, 290" Θρύλος, ό.π., τ. Θ', σ. 212-213" Λαζαρίδης, ό.π., σ. 469-472.

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/310.gif&w=600&h=915

Ο Τοτός (Ιωάννης Μωραΐτης, Το Προ-Πο και τα μπουζούκια, 1968, σενάριο Σωτήρης Μήλλας, σκηνοθεσία Τζάκσον Οικονόμου) έκανε δεκαπέντε χρόνια να βγάλει το γυμνάσιο, αλλά ονειρεύεται να γίνει σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Δεν είναι έξυπνος, ούτε καλλιεργημένος, φαίνεται όμως ότι μπορεί να πραγματοποιήσει τη φιλοδοξία του, αρκεί να έχει χρηματοδότη. Η περίπτωση του αποτελεί σχόλιο της κατάστασης που επικρατεί αυτή την εποχή στην παραγωγή ελληνικών ταινιών: τυχαία, άνθρωποι που διαθέτουν κάποια χρήματα, αλλά όχι και το ανάλογο γούστο, αποφασίζουν να κάνουν μία δουλειά για την οποία δεν είναι καθόλου προετοιμασμένοι ή καταρτισμένοι.

Με έναν όχι αθώο υπαινιγμό οι σκηνοθέτες συχνά παρουσιάζονται θηλυπρεπείς, όπως ο Ρένος (Γιώργος Κάππης, Ο τρελλός τα 'χει τετρακόσια). Όμως, πρόκειται για άτομα που λυμαίνονται το χώρο, ψάχνοντας να εκμεταλλευτούν διάφορα ψώνια που ονειρεύονται «καλλιτεχνική» καριέρα, και όχι για πραγματικούς επαγγελματίες. Ζητούν μεγάλα ποσά από τον υποψήφιο αστέρα για να τον κάνουν πρωταγωνιστή και τον εκβιάζουν ότι, αν δεν επισπεύσει τη χρηματοδότηση, θα δώσουν σε άλλον την ευκαιρία.

Στο Εξυπνοι και κορόιδα ένας κουρέας έχει το ψώνιο να εμφανίζεται ως παραγωγός. Πλησιάζει κοπέλες στο δρόμο, λέει ότι έχει διεθνείς γνωριμίες και υπόσχεται ότι θα τις κάνει σταρ πρώτου μεγέθους. Οι περισσότερες όμως δεν τον πιστεύουν, τον αποπαίρνουν, τον βρίζουν, τον απειλούν ή τον χτυπούν με την τσάντα τους. Όσες πείθονται είναι μεγαλύτερα ψώνια από αυτόν, ελπίζουν να αναδειχθούν στο διεθνές στερέωμα χάρη στα φυσικά προσόντα — που δεν έχουν. Παράλληλα με διαδικασίες που ακολουθούν οι πραγματικοί κινηματογραφικοί παραγωγοί στην αναζήτηση προσώπων, οι συντελεστές της ταινίας σχολιάζουν αφενός τις δυνατότητες που παρέχει άθελά του ο κινηματογραφικός χώρος στον καθέναν να δηλώνει επαγγελματίας του και αφετέρου την έλξη που ασκεί σε ελαφρόμυαλα άτομα, χωρίς συναίσθηση των ταλέντων και των δυνατοτήτων τους, τα οποία ελπίζουν να κάνουν καριέρα πρωταγωνιστή. Ταυτόχρονα εξασφαλίζονται σε αυτή την τολμηρή οπτικά και λεκτικά κωμωδία μερικά επιπλέον πλάνα γυναικών με μαγιό, αφού χρειάζεται να ποζάρουν στον υποτιθέμενο παραγωγό, για να εκτιμήσει τα προσόντα τους.

Κριτική στους παραγωγούς που έχουν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα τα τελευταία χρόνια γίνεται και στους Τουρίστες (1963, σενάριο - σκηνοθεσία Ν. Κισσανδράκης). Προτείνεται από κάποιον φίλο στο πρωταγωνιστικό κωμικό ντουέτο να πιάσουν δουλειά ως ηθοποιοί σε μία καινούργια κινηματογραφική επιχείρηση, που «είναι πρωτάρηδες» και πληρώνουν καλά. Πολύ χαρακτηριστικά, ο υπεύθυνος ονομάζεται κύριος Κοπανατζής και το μόνο κέρδος για τους δύο φίλους είναι ότι «παίρνουν μάτι» μία ηθοποιό από την κλειδαρότρυπα.

Ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος, Έξω φτώχεια και καλή καρδιά), όπως

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/311.gif&w=600&h=915

πολλοί άλλοι συμπατριώτες του αυτή την εποχή —«όλοι οι Έλληνες γυρίζουν ταινία», όπως λέει ο ίδιος—, θέλει να ανακατευτεί με κινηματογραφικές επιχειρήσεις και ως παραγωγός. Ξεκινά από την αναζήτηση νέων, φερέλπιδων ταλέντων. Ο Κώστας (Ανδρέας Ντούζος), φοιτητής και γιος πλούσιου πατέρα, θέλει να γίνει θεατρίνος, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις του πατέρα του (Λαυρέντης Διανέλλος), και απειλεί να αυτοκτονήσει αν δεν γίνει το χατίρι του. Έχει εξασφαλισμένο μέλλον, το οποίο ριψοκινδυνεύει αν μπλεχτεί με τους κινηματογραφιστές. Αυτόβουλος φύλακάς του μπαίνει η Ελένη (Μάριον Σίβα), που παίρνει τη δουλειά της δακτυλογράφου στο γραφείο, για να τον παρακολουθεί και να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, πράγμα που γίνεται εντέλει — είναι και αυτή μία ακόμα γυναίκα-σωσίβιο.

Ο Γιώργος Πετρίδης (Γιώργος Πάντζας, Οι τρεις ψεύτες, 1970, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος) είναι γιος ενός επιτυχημένου κινηματογραφικού παραγωγού με διεθνή δραστηριότητα. Μετά τις σπουδές του στο εξωτερικό επιστρέφει στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διεύθυνση του ελληνικού τμήματος της επιχείρησης. Γνωρίζει ινκόγκνιτο τους συνεργάτες του, υποδυόμενος τον ατζαμπή κομπάρσο, για να αποκτήσει καλύτερη εικόνα γι' αυτούς. Τουλάχιστον ο σκηνοθέτης παρουσιάζεται δουλοπρεπής και βιάζεται να τον καλοπιάσει μόλις αποκαλύπτεται η πραγματική του ταυτότητα. Ο Γιώργος αρχίζει να εργάζεται με μεγάλη αυτοπεποίθηση, αλλά και γνώση, που πηγάζουν αφενός από το γεγονός ότι η οικογενειακή επιχείρηση τού είναι οικείος τόπος και αφετέρου από τις σπουδές του.

Ο Δημήτρης Ραζής (Ανδρέας Μπάρκουλης, Το αγόρι που αγαπώ) είναι ένας σταρ του σινεμά με μεγάλη επιτυχία στα νεαρά κορίτσια, τα οποία μαζεύονται έξω από το θέατρο για να τον δουν από κοντά, του στέλνουν φλογερά γράμματα ή τσακώνονται για ένα του αυτόγραφο και ονειρεύονται να τον γνωρίσουν και να τον κατακτήσουν δέχεται ερωτικές εξομολογήσεις, που του δυσκολεύουν τη ζωή. Είναι ακριβώς η εποχή της ανάδυσης της νέας γενιάς των πρωταγωνιστών στον ελληνικό κινηματογράφο, η οποία γνωρίζει το δημόσιο θαυμασμό και αρχίζει να κερδίζει αρκετά χρήματα.

Τον εαυτό του, δηλαδή τον επιτυχημένο πρωταγωνιστή της επιθεώρησης και του κινηματογράφου, υποδύεται επανειλημμένα ο Κώστας Χατζηχρήστος, και μάλιστα σε διπλό ρόλο, με έναν υποτιθέμενο επαρχιώτη αδελφό, που έρχεται και τον ξελασπώνει τη δύσκολη στιγμή. Χάρη στο ρόλο του ηθοποιού, διασώζονται ή αναπαριστάνονται για τις ανάγκες της ταινίας επιθεωρησιακά σκετς, στα οποία συμμετέχει, και αποκτάμε μία εικόνα της σκηνικής του παρουσίας. Στο Κακός, ψυχρός κι ανάποδος (1969, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Ερρίκος Θαλασσινός) επιπλέον παρακολουθούμε έναν κινητό κινηματογράφο, που φθάνει στο χωριό. Όλοι οι κάτοικοι μαζεύονται στη βραδινή προβολή, πληρώνοντας άλλος με λεφτά και άλλος σε είδος το εισιτήριο. Η προ-

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/312.gif&w=600&h=915

προβολή ξεκινά με πολλές τεχνικές δυσκολίες, που το κοινό παραβλέπει. Προβολατζής και επιχειρηματίας περνούν δύσκολες στιγμές, μέχρι να διορθωθούν τα προβλήματα. Στην ίδια κωμωδία ο σεναριογράφος ρίχνει μια ματιά στα θεατρικά παρασκήνια, στις οικονομικές δυσκολίες του θιασάρχη, στην εκμετάλλευση που υφίσταται από τους επιχειρηματίες, από το θεατρώνη ή τον κινηματογραφικό παραγωγό. Ο δημοφιλής πρωταγωνιστής είναι ένα δημόσιο πρόσωπο με δύο όψεις, σαν τους δύο ρόλους που υποδύεται τόσο συχνά. Η μία όψη είναι αυτή που βλέπει, χαίρεται, θαυμάζει και ίσως ζηλεύει το κοινό, η άλλη δείχνει ένα σκληρά εργαζόμενο, με συνεχή οικονομικά προβλήματα, εξουθενωτικά δεμένο χειροπόδαρα από τις υποχρεώσεις και τα δεσμά της εκμετάλλευσης. Ο αγιοποιητικός ρόλος που προσφέρει ο Λαζαρίδης στον Χατζηχρήστο δεν στερείται στοιχείων της βιογραφίας του ηθοποιού και άλλων συναδέλφων του ανάλογης δημοτικότητας.

Δεν είναι όμως όλοι οι ηθοποιοί πρωταγωνιστές και σταρ. Ο Ανδρέας (Γιώργος Πάντζας, Ο εμίρης και ο κακομοίρης) είναι Σ. Κ. Κ., δηλαδή «Σωματείο Καλλιτεχνών Κινηματογράφου», και παίζει κομπάρσος σε ταινίες για εβδομήντα δραχμές μεροκάματο. Η πρώην σύζυγος του (Έφη Οικονόμου) αναδείχθηκε σε πρωταγωνίστρια κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, αλλά αυτός δεν είχε ανάλογη τύχη. Συνεργείο και ηθοποιοί αντιμετωπίζουν χαλαρά το επάγγελμά τους, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι γυρίζουν ταινίες στο «άρπα κόλλα». Σε ακόμα χειρότερη κατάσταση βρίσκεται ο Οδυσσέας (Πάνος Τουλιάτος, Τον αράπη κι αν τον πλένης, το σαπούνι σου χαλάς!...), αριστούχος απόφοιτος δραματικής σχολής, που κάνει μήνες για να βρει κανένα μεροκάματο.

Το 1969 ο Λάσκος γυρίζει το Τρεις τρελλοί για δέσιμο (σενάριο Γιώργος Ασημακόπουλος - Βασίλης Σπυρόπουλος - Παναγιώτης Παπαδούκας), με τον Γιώργο Πάντζα στο ρόλο ενός «ψώνιου», υπαλλήλου σε στεγνοκαθαριστήριο, που ονειρεύεται να γίνει διεθνής σταρ. Ο Σπύρος φωτογραφίζεται με διάφορες στολές που φθάνουν για καθάρισμα και τις στέλνει στα ξένα στούντιο, ελπίζοντας ότι κάποιος θα προσέξει τη φωτογένειά του και θα του δώσει την ευκαιρία να γίνει διάσημος. Όταν, ύστερα από άσχετες εξελίξεις, συναντάται με έναν Ιταλό παραγωγό και τη βεντέτα σύζυγο του (Τάκης Μηλιάδης, Άννα Μαντζουράνη), δεν κρίνεται κατάλληλος για κινηματογραφική καριέρα. Στο τέλος όμως οι ίδιοι παράγοντες του δίνουν τον πρώτο ρόλο στην επόμενη ταινία τους. Υπ' αυτούς τους όρους, όσο «ψώνιο» και αν είναι κάποιος, αξίζει να επιμένει για να μπει στο χώρο. Από ό,τι υποστηρίζουν οι συντελεστές της κωμωδίας, ο κινηματογράφος στελεχώνεται και με δεύτερης διαλογής πρόσωπα, όποτε χρειαστεί" το ταλέντο δεν είναι απαραίτητο, αν βοηθά η τύχη, και κυρίως η επιμονή.

Ο Θόδωρος (Κάθε κατεργάρης στον πάγκο τον) ασκεί ένα σπάνιο επάγγελμα: είναι σκηνοθέτης σε φωτορομάντζα. Εργάζεται για λογαριασμό της κυ-

Σελ. 312
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/313.gif&w=600&h=915

κυρίας Αλαφούζου (Πόπη Άλβα), ιδιοκτήτριας του φωτο-περιοδικού «Το καλύτερο». Δουλειά του είναι να στήνει τα πλάνα της φωτο-ιστορίας, σε συνεργασία με το φωτογράφο (Μάκης Δεμίρης). Τα φωτο-περιοδικά, που δημοσιεύουν αυτοτελείς μελοδραματικές ιστορίες αγάπης, είναι αυτή την εποχή ευρέως διαδεδομένα στο λαϊκό αναγνωστικό κοινό.

Στο χώρο των φωτορομάντζων ως παραγωγός κινείται και ο Ελληνοαμερικανός Τζίμης (Νίκος Ρίζος, Ο Στρατής παραστράτησε). Έχει έρθει στην Ελλάδα ως απεσταλμένος αμερικανικών παραγωγών, για να πείσει συγκεκριμένους εξέχοντες επιστήμονες να συνεργαστούν ως σεναριογράφοι σε ταινίες, κόμικς και φωτορομάντζα ιστορικού περιεχομένου. Δύο στοιχεία συνθέτουν το πορτρέτο του: είναι εντελώς αμόρφωτος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να έχει τους καλύτερους συνεργάτες, τους οποίους αμείβει πλουσιοπάροχα. Η εικόνα του Τζίμη είναι ένα στερεότυπο χωρίς εξατομικευμένα χαρακτηριστικά. Έτσι προσλαμβάνουν ή φαντάζονται οι Έλληνες σεναριογράφοι τους Ελληνοαμερικανούς, ή μάλλον τους Αμερικανούς, από τους οποίους έχουν επηρεαστεί και οι Έλληνες μετανάστες. Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι γενικά θεωρούνται αφελείς, ενώ οι ντόπιοι συνομιλητές τους μπορούν άνετα να τους χειριστούν. Στην περίπτωση του Τζίμη αναδύονται συμπληρωματικά χαρακτηριστικά: η κουλτούρα τους είναι εκ προοιμίου χαμηλή. Όμως, στις διαπραγματεύσεις επί θεμάτων εργασίας είναι ασύγκριτοι, επειδή τον τελευταίο λόγο έχει το χρήμα, το άσφαλτο όπλο, που τους επιτρέπει να πετυχαίνουν τους στόχους τους.

Φωτογράφος ρεπορτάζ και ειδικών παραγγελιών είναι ο Οδυσσέας (Σταύρος Παράβας, Οι μνηστήρες της Πηνελόπης), ο οποίος έχει αναλάβει μία φωτογράφηση μαγιό για λογαριασμό Αμερικανών, που πληρώνουν καλά και τοις μετρητοίς. Παράλληλα έχει τα μάτια του ανοιχτά, για να βρίσκει όμορφα κορίτσια που μπορούν να ποζάρουν στις δουλειές του. Φωτορεπόρτερ είναι και ο Θανάσης (Θανάσης Βέγγος, Δικτάτωρ καλεί Θανάση, 1973, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς - Πάνος Γλυκοφρύδης, σκηνοθεσία Πάνος Γλυκοφρύδης), που δεν θέλει πια να εργάζεται ως φωτογράφος της γειτονιάς σε γάμους και βαφτίσια, αλλά κυνηγάει τη μεγάλη ευκαιρία, το θέμα που θα τον καθιερώσει επαγγελματικά και θα του αποφέρει τα ανάλογα χρήματα.

ι' Οι καλές τέχνες ως επάγγελμα

Στο Αλλού τα κακαρίσματα... ο γλύπτης Μίκης (Γιάννης Γκιωνάκης) αντιμετωπίζεται ως καθ' όλα αξιόλογος γαμπρός, που δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν οποιονδήποτε εύπορο νέο. Δεν είναι σαφές αν κερδίζει τη ζωή του από την τέχνη του ή αν έχει τέτοια οικονομική άνεση, ώστε να μπορεί να αφιερώνεται στη γλυπτική, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να δουλεύει. Πάντως, διαθέτει κούρσα, το σύμβολο της οικονομικής άνεσης, έχει δικό του ατελιέ και η

Σελ. 313
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/314.gif&w=600&h=915

νυκτερινή ζωή, τα πολυδάπανα καμπαρέ και οι ερωμένες που εργάζονται σε αυτά δεν του είναι άγνωστα. Σε όλη του τη ζωή έψαχνε για τη μούσα του, και τη βρίσκει στο πρόσωπο της Μπέμπας (Ντίνα Τριάντη), της οποίας φτιάχνει την προτομή.

Ανετα ζει και ο Θάνος (Αλέκος Αλεξανδράκης, Η ψεύτρα), ένας αφοσιωμένος στην τέχνη του γλύπτης. Μένει σε διώροφη μονοκατοικία, σε κάποιο προάστιο, και έχει ένα αξιοζήλευτο ατελιέ, με μεγάλα παράθυρα και ωραίο κήπο. Κατάφερε να διακριθεί με τα έργα του, μόλις κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο γλυπτικής. Δέχεται πολλές παραγγελίες και αμείβεται καλά γι' αυτές. Περνάει τις ώρες του σχεδιάζοντας ή δουλεύοντας πάνω σε κάποιο πρόπλασμα, ενώ η διασκέδαση έχει πολύ μικρή θέση στη ζωή του. Είναι μοναχικός. Εχει ως αρχή να μη δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις με τους πελάτες του και να μη φλερτάρει με τα μοντέλα του.

Ο Γιώργος (Σταύρος Ξενίδης, Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα) είναι ζωγράφος και προσπαθεί να ζήσει από την τέχνη του. Φοβάται ότι, αν παντρευτεί την Άννα, της οποίας ο πατέρας έχει εργοστάσιο οινοποιίας, θα αναγκαστεί να παρατήσει τη ζωγραφική, και αυτή η προοπτική τον κάνει να καθυστερεί την πρόταση γάμου. Από τη μεριά της, η Άννα τον καθησυχάζει ότι μπορεί κι εκείνη να τον βοηθήσει — δεν τα περιμένει όλα από αυτόν. Ο Γιώργος, μόλις επισημοποιείται η σχέση του, βρίσκεται ανακατεμένος στην οικογενειακή επιχείρηση. Προς το παρόν, τη συνδυάζει με τη ζωγραφική, η ήρεμη όμως αντιμετώπισή του από τους νέους του συγγενείς δείχνει ότι είναι ζήτημα χρόνου η εγκατέλειψη του «χόμπι» προς όφελος του σίγουρου κέρδους.

«Ενα εκατοστάρικο, δύο μυτζήθρες και τρεις σακούλες γιαούρτι» παίρνει ως αμοιβή ο ζωγράφος Μισέλ (Γιάννης Γκιωνάκης, Επτά ημέρες ψέμματα), με σπουδές στο Παρίσι, στην École des Beaux Arts, για να φτιάξει την ταμπέλα ενός γαλακτοπωλείου. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει πίνακες, και ο Μισέλ κουτσοπερνάει με αυτόν τον τρόπο. Επειδή δεν διαθέτει αρκετά χρήματα για να πληρώνει πεπειραμένα μοντέλα, συνεργάζεται με μπατίρηδες, τους οποίους πρέπει να πείθει να ανταποκρίνονται στην καλλιτεχνική του άποψη, πάντα με μεγάλη δυσκολία.

Ο ζωγράφος Αλέκος (Αλέκος Τζανετάκος, Για την καρδιά της ωραίας Ελένης, 1967, σενάριο Δ. Μπαζαίος, σκηνοθεσία Αντώνης Τέμπος) είναι πολύ φτωχός, επειδή αρνείται να κάνει άλλη δουλειά εκτός από τη ζωγραφική. Η εμφάνιση του είναι ελαφρά τυποποιημένη — μπορεί να του λείπει το μούσι, όχι όμως και ο μπερές, το συνώνυμο της Μονμάρτης και των ζωγράφων της. Το περιβάλλον τον αντιμετωπίζει ως «τράκα», ως κάποιον που προσπαθεί ανέξοδα να επιβιώσει. Ο ψιλικατζής τού κόβει την πίστωση και ο έμπορος πινάκων (Σωτήρης Μουστάκας), που του έχει δώσει και το παρατσούκλι, του προσφέρει ελάχιστα χρήματα για ένα έργο του. Του προτείνει μάλιστα κάτι πα-

Σελ. 314
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/315.gif&w=600&h=915

παραπάνω, αν δεχθεί να του βάψει το σπίτι: η ανάμνηση του τέταρτου επεισοδίου της Κάλπικης λίρας διαμορφώνει τα αδρά χαρακτηριστικά των ζωγράφων.

Η ζωγραφική του Αλέκου είναι αφηρημένη. Γι' αυτό δέχεται τις ειρωνείες των γύρω του.297 Ήδη, το να είναι κανείς ζωγράφος δεν θεωρείται σοβαρό επάγγελμα, πόσο μάλλον να έχει προσχωρήσει στην αφηρημένη ζωγραφική. Κάποια στιγμή ένας άγνωστος αναγνωρίζει το ταλέντο του Αλέκου και αγοράζει όλους τους πίνακές του. Τότε αυτός αλλάζει ζωή, και κυρίως αποκτά αυτοπεποίθηση σε σχέση με τις καλλιτεχνικές του δυνατότητες. Η σιγουριά του θα αποδειχθεί αστήρικτη, όταν θα αποκαλυφθεί ότι ο άγνωστος είναι θείος της αγαπημένης του, που βρήκε αυτόν τον τρόπο για να τον ενισχύσει οικονομικά και ηθικά, να καλύψει τη μεταξύ τους κοινωνική απόσταση. Μπορεί στο τέλος ο ζωγράφος να παντρεύεται την Ελένη, όμως η αποκάλυψη των πραγματικών κινήτρων του άγνωστου φιλότεχνου αποκαθιστά τη δυσπιστία των κινηματογραφικών συντελεστών και των θεατών για την αξία της σύγχρονης ζωγραφικής.

Ο ζωγράφος Μίλτος Κουρκουτούλης (Σωτήρης Μουστάκας, Ο αχαίρευτος, 1970, Μάρκος Μαλλιαράκης), ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή και το χρόνο του στη ζωγραφική, αντιμετωπίζει συνεχώς οικονομικές δυσκολίες. Η σπιτονοικοκυρά τού ζητά καθυστερούμενα ενοίκια, ο μπακάλης το βερεσέ και η αγαπημένη του Λίτσα (Μαρία Μπονέλου) σχολιάζει την υπερβολικά αδύνατη, υποτίθεται από έλλειψη αρκετού φαγητού, όψη του. Ο ίδιος πιστεύει ότι η τέχνη του δεν αναγνωρίζεται και ότι, μόλις συμβεί αυτό, θα γίνει πλούσιος και διάσημος. Η δυσκολία είναι να γίνει ένας καλλιτέχνης γνωστός, να περάσει μέσα στα κυκλώματα που θα τον αναδείξουν. «Κερδίζουν λεφτά οι ζωγράφοι που έχουν όνομα», παρατηρεί η γειτόνισσά του. Τότε θα κερδίζει «λεφτά με ουρά», όμως τώρα στερείται και τα απαραίτητα. Εν τω μεταξύ, περιφρονεί το χρήμα, κάνει τη στέρησή του ιδεολογία. Επίσης, δεν προχωρεί σε γάμο με τη Λίτσα, αφού δεν είναι σε θέση να τη συντηρεί. Θα επιθυμούσε να μετακινηθεί προς μία από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες —Παρίσι, Ρώμη, Λονδίνο—, που ενθαρρύνουν περισσότερο τα ταλέντα. Η Ελλάδα θεωρείται πολύ πιο δύσκολος χώρος αναγνώρισης.

Ο Μίλτος είναι ένας συνοικιακός ζωγράφος τοπίων, που προσπαθεί να πουλήσει τους πίνακές του, βάζοντας αγγελίες στο περίπτερο της γειτονιάς. Η κάμερα περνάει αδιάφορα μακριά, φευγαλέα από τους πίνακες με τα τοπία. Η κορύφωση που πυροδοτεί την ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης είναι η στιγμή όπου ο Μίλτος, απογοητευμένος και θυμωμένος από την άδικη επίθεση μίας

297. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, «Λίβελος και σάτιρα για τη μοντέρνα τέχνη», στο Άννα Καφέτση (επιμ.), Μεταμορφώσεις του μοντέρνου, Εθνική Πινακοθήκη - ΥΠ.ΠΟ., Αθήνα 1992, σ. 363-364, και ανθολογία σχετικών κειμένων, σ. 365-372.

Σελ. 315
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/316.gif&w=600&h=915

κοπέλας, ξεσπά την οργή του στον πίνακα που ζωγραφίζει, μετατρέποντάς τον σε «μοντέρνο» καλλιτέχνημα. Τότε η κάμερα μας αποκαλύπτει το περιεχόμενο του πίνακα: διαπιστώνουμε την απουσία συγκεκριμένων θεμάτων στην εικόνα, ενώ γνωρίζουμε ότι ο Μίλτος περισσότερο κατέστρεφε παρά δημιουργούσε τη στιγμή της απογοήτευσης του. Η αρνητική εκτίμηση του θεατή για την αξία του πίνακα δεν συμπίπτει ωστόσο με τη γνώμη δύο ειδικών, που επισκέπτονται τον Μίλτο για να δουν τη δουλειά του. Αφού ρίξουν μια αδιάφορη ματιά στα υπόλοιπα έργα, φθάνουν στον πίνακα και μένουν κατάπληκτοι: «Αυτό, μάλιστα. Αυτό είναι τέχνη. Ο μόνος πίνακάς σας που έχει νόημα. Αυτός ο συνδυασμός, αυτό το μαύρο και το κόκκινο, αυτό το πένθος και το αίμα, που συμβολίζει την προδοσία —η λέξη προδοσία έχει γραφεί πάνω στον πίνακα—, και αυτά τα σατανικά σχέδια είναι έμπνευσις μεγάλου ζωγράφου. Μπράβο, μπράβο». Οι κριτικοί ανακαλύπτουν νοήματα αόρατα για το θεατή, και γι' αυτό ανυπόστατα. Η τεχνοκριτική αμφισβητείται ταυτόχρονα με τη μοντέρνα τέχνη, ενώ ο θεατής εφησυχάζει ότι έχει επαρκή κριτήρια και ότι η εκτίμησή του για την αφηρημένη τέχνη είναι σωστή. Η απόπειρα του αφελούς Μίλτου να αποκαλύψει την πραγματικότητα επιβεβαιώνει οριστικά την εκτίμηση: ο καλλιτέχνης δεν είχε την πρόθεση να δημιουργήσει, αλλά να καταστρέψει. Ο θεατής καταλαβαίνει καλύτερα από τον ειδικό πού βρίσκεται η αλήθεια.

Ο Μίλτος, ως καλλιτέχνης, δεν είναι σε θέση να κάνει επιτυχείς οικονομικές διαπραγματεύσεις. Εδώ χρειάζεται η γυναικεία καπατσοσύνη. Η Λίτσα (Μαρία Μπονέλου) παρεμβαίνει επιτήδεια, αποτρέποντας τη μοιραία αποκάλυψη και πετυχαίνει να τετραπλασιάσει την αρχική προσφορά. «Εσύ, εσύ είσαι καλλιτέχνης, δεν ανακατεύεσαι με εμπόρια και παζάρια», λέει στον Μίλτο, για να αποφύγει τυχόν γκάφες του. Η επιτυχία έρχεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Μίλτος στρέφεται στη μαζική παραγωγή, αφού ζωγραφίζει τους πίνακες δύο-δύο. Τα τυχαία σχήματα και χρώματα υποκαθιστούν την καλλιτεχνική έμπνευση. Η τεχνική δεν είναι αποτέλεσμα αισθητικής αναζήτησης, χρησιμοποιείται εξίσου τυχαία για να «ξεπεταχτούν» έργα, που το κοινό τους θα θαυμάσει, χωρίς να γνωρίζει πώς δημιουργήθηκαν. Η έκθεση του Μίλτου έχει τόση επιτυχία, που ο πατέρας της Λίτσας μεταφέρει την ταμειακή του μηχανή από την ταβέρνα στην γκαλερί και μαζεύει το χρήμα από τους ενθουσιώδεις αγοραστές. Το κοινό της αφηρημένης τέχνης πλανάται και διακωμωδείται, στον ίδιο βαθμό με τους τεχνοκριτικούς, ως αισθητικά αστοιχείωτο. Η αφηρημένη τέχνη είναι ένα εμπόριο πιο επικερδές από άλλες παραδοσιακά εμπορικές ασχολίες, που φέρνει εύκολα, χωρίς κόπο, πολλά χρήματα σε όποιον καταπιάνεται με αυτήν. Εντέλει, ούτε στην Ελλάδα είναι δύσκολη η αναγνώριση για το μοντέρνο καλλιτέχνη, φθάνει να υπάρχει πίσω του ο κατάλληλος ατζέντης, που θα τον κάνει από «αχαΐρευτο», «ανοιχτομάτη». Ο τελευταίος πίνακας της έκθεσης πάνω στον οποίο εστιάζει η κάμερα έχει ακριβώς αυτόν τον τίτλο.

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/317.gif&w=600&h=915

Μπορεί οι ζωγράφοι να μην κερδίζουν χρήματα, έχουν όμως επιτυχίες στις γυναίκες, ιδιαίτερα στις «ραφιναρισμένες» και στις πνευματικά «ανεπτυγμένες». Ο Νίκος (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα) εμφανίζεται ως ζωγράφος στην Ιταλίδα φοιτήτρια της αρχαιολογίας Βαντίζα και ζητά από το ζωγράφο φίλο του Γιώργο να του δώσει για λίγες ώρες το ατελιέ του: «Αν τη φέρω εδώ, την έριξα», τονίζει για να τον πείσει. Ο Λεωνίδας (Χρόνης Εξαρχάκος, Η Παριζιάνα) είναι ένας ακόμα μοντέρνος ζωγράφος, παθιασμένος με την τέχνη του. Υποχρεώνει την Ελένη (Έρρικα Μπρόγερ) να ποζάρει ακίνητη επί δέκα ώρες, αλλά ο πίνακας δεν έχει καμία εξωτερική ομοιότητα με το μοντέλο, με αποτέλεσμα η Ελένη, έξαλλη, να του τον φορέσει κολάρο, αποδεικνύοντας την ελάχιστη αξία του με αυτή την επιθετική και απαράδεκτη για έργο τέχνης πράξη. Ο Λεωνίδας, θέλοντας να είναι σύγχρονος με την εποχή του, ζωγραφίζει τον εσωτερικό κόσμο της Ελένης και —από ό,τι παραδέχεται και η ίδια— είναι αρκετά διεισδυτικός στην παρατήρησή του. Όμως, δεν έχει μπει ακόμα στο χρηματιστήριο της τέχνης και γυρίζει με τους πίνακες υπό μάλης στη λαϊκή, χωρίς να βρίσκει πελάτες. Μόνο ο μπακάλης δέχεται να του δώσει μισό κιλό μορταδέλα και μισό κιλό φέτα, αν του γράψει μία επιγραφή στη βιτρίνα. Για τους πίνακες δεν ενδιαφέρεται καθόλου. Ο Λεωνίδας θα γίνει πλούσιος, όχι ως ζωγράφος, αλλά ως μοντελίστ σε οίκο μόδας του Κολωνακίου.

Ο Μένης (Και οι δεκατέσσερις ήταν υπέροχοι) είναι δάσκαλος της μουσικής σε μικρά παιδιά. Είναι κάπως στον κόσμο του, έναν κόσμο ξεπερασμένο, όπως φαίνεται από την εμφάνισή του, με το παλαιάς μόδας μουστάκι και τη χωρίστρα στα μαλλιά, και από το γεγονός ότι κοκκινίζει όταν πρέπει να μιλήσει σε μία κοπέλα — βρίσκεται πολύ μακριά από τα ήθη της εποχής. Προσπαθεί να διδάξει στα παιδάκια ένα αφελές τραγούδι και να τα κάνει να αγαπήσουν την κλασική μουσική, αλλά αυτά στρέφονται αυτόματα προς το «Της Λαρίσης το ποτάμι», επίκαιρο λαϊκό σουξέ. Τα λαϊκά τραγούδια, όπως και τα μπουζούκια, σαρώνουν κάθε άλλο μουσικό είδος.

ια' Λάθος επάγγελμα

Πολλοί νέοι δεν είναι ικανοποιημένοι από το επάγγελμά τους. Έχουν όνειρα να κάνουν κάτι καλύτερο, να φθάσουν «ψηλά», να ανέβουν κοινωνικά. Η στενότητα της αγοράς τούς καθηλώνει σε απασχολήσεις που δεν τους επιτρέπουν να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους. Η δυσαρμονία ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα τους δημιουργεί προβλήματα, που κυμαίνονται από την γκρίνια και τη δυσαρέσκεια ώς την παθολογική φαντασίωση.

Μεγάλη αγωνία έχει ο Ανδρέας (Ανδρέας Ντούζος, Έξω οι κλέφτες) για την επαγγελματική του αποκατάσταση. Γιος του δασκάλου Τιμολέοντα Αδάμαντα, έχει τελειώσει το γυμνάσιο και εργάζεται ως πλασιέ σε μολύβια και

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/318.gif&w=600&h=915

γόμες. Όμως, το μεροκάματο είναι πολύ μικρό, ο μισθός του πατέρα του ακόμα πιο ανεπαρκής και ο Ανδρέας απελπίζεται. Συνειδητοποιεί ότι το απολυτήριο του γυμνασίου μπορεί να εξασφαλίσει δουλειά μόνο σε δεσποινίδες με προσόντα Μπριζίτ Μπαρντό και ότι η μόνη λύση στο επαγγελματικό του αδιέξοδο θα ήταν μία δική του επιχείρηση, για την οποία όμως δεν υπάρχουν κεφάλαια.

Όταν το επάγγελμα δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του νέου, μόνη διέξοδος γίνονται η φαντασία και το ψέμα. Στον Παραμυθά ο Δημήτρης ήθελε να γίνει πιλότος, αλλά δεν τα κατάφερε, επειδή ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται για να συντηρήσει την οικογένειά του και δεν είχε αρκετό χρόνο για διάβασμα. Μολονότι έχει μία ικανοποιητική δουλειά και καλό μισθό στην Ολυμπιακή Αεροπορία, το απωθημένο του τον βασανίζει πάντα και του δημιουργεί πολλά προβλήματα. Η περίπτωση του αποκαλύπτει μία ακόμα αρνητική πτυχή των κοινωνικών εξελίξεων, όπου η προσωπική αποτυχία σε συγκεκριμένους στόχους κάνει το άτομο να αισθάνεται ότι μειονεκτεί κοινωνικά. Ο Δημήτρης εξισορροπεί αυτό το αίσθημα υποκρινόμενος σε κάθε ευκαιρία τον πιλότο, επάγγελμα που θεωρεί ανώτερο από το δικό του.

ιβ' Άνεργοι και υποαπασχολούμενοι

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας μεταπολεμικά ακολουθεί πολύ αργούς ρυθμούς.298 Η ανεργία κατά τη δεκαετία του 1950 αφορά το 30% περίπου του ενεργού αστικού πληθυσμού.299 Στις κωμωδίες η ανεργία συνδυάζεται συχνά με την περιθωριοποίηση και παρουσιάζεται από μία σχετικά ανώδυνη οπτική γωνία, που δεν κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα σε αυτήν και στην τεμπελιά. Έτσι, η ανεργία εμφανίζεται κατά ένα ποσοστό ως ατομική υπόθεση, την οποία θα μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να απαλείψει, αν ήταν απλώς πιο δραστήριος. Πάντως, συχνά ομολογείται ότι οι άνεργοι εξάντλησαν την αντοχή τους, χωρίς να βρουν μία νόμιμη απασχόληση. Δεν τα κατάφεραν, γιατί δεν υπάρχουν δουλειές. Αναγκάζονται τότε να καταφύγουν σε δουλειές του ποδαριού, σε μικροπαρανομίες και κομπίνες. «Εφόσον το οικονομικό σύστημα δεν μπορούσε να απορροφήσει το εργατικό δυναμικό, ο λαός έπρεπε να φροντίσει μόνος του για την τύχη του».300 Η έλλειψη προσφοράς εργασίας εξηγεί την αυξανόμενη εμφάνιση στις κωμωδίες πλανόδιων πωλητών κατά δυάδες ή τριάδες, όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, που

298. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία. Από την απελευθέρωση ώς τους συνταγματάρχες, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1981, σ. 117.

299. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, Αθήνα 1987, σ. 23.

300. Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία..., ό.π., σ. 118.

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/319.gif&w=600&h=915

προσπαθούν με μικροκομπίνες να τα βγάλουν πέρα. Το ίδιο ισχύει για όσους δεν κερδίζουν αρκετά από την κύρια απασχόληση τους και θέλουν να συμπληρώσουν επειγόντως το εισόδημά τους. Το καταφύγιο της παραοικονομίας δεν είναι ηθικά αξιόμεμπτο, αρκεί κανείς να επωφελείται χωρίς να βλάπτει τους άλλους· μπορεί επίσης να βλάπτει τους κακούς ή αυτούς που δεν έχουν ανάγκη. Σε μία σειρά ταινιών ο σκοπός, πάντοτε ευγενής και έντιμος, αγιάζει τα μέσα, δηλαδή την κομπίνα.

Η ανεργία, που αφορά ένα σημαντικό μέρος του ενεργού πληθυσμού, θεωρείται επαρκές άλλοθι, ώστε να αναλαμβάνει η οικογένεια τη συντήρηση του άνεργου νέου. Οι νέες κοπέλες των χαμηλών τάξεων δεν καταχρώνται χρήματα από το οικογενειακό εισόδημα και δεν ξοδεύουν, επειδή δεν έχουν κοινωνική ζωή αντίστοιχη με αυτήν των ανδρών. Ενώ για τα κορίτσια δεν υπάρχει απαίτηση εργασίας, αυτά είναι φιλότιμα και θέλουν να συμβάλουν στη συντήρηση του σπιτικού. Τα αγόρια εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να τεμπελιάζουν. Η νέα εργάζεται ή ζει μέσα στο σπίτι και συνηθίζει στην οικονομία και στη διαχείριση των μικρών εισοδημάτων" ο νέος όμως κυκλοφορεί και ξοδεύει πάνω από τις δυνατότητές του. Αυτή η στάση, που αναπληρώνεται από την οικογενειακή μέριμνα και στήριξη, συγχωρείται ως μία συμπεριφορά που συνδέεται με την ηλικία και την εξ αυτής απορρέουσα επιπολαιότητα. Πάντα υπάρχει η ελπίδα ότι ο νέος θα ωριμάσει, θα συνειδητοποιήσει την ανάγκη να βρει δουλειά και θα αποφύγει εντέλει την περιθωριοποίηση και τις αξιόποινες πράξεις. Πράγματι, αυτή είναι η κατάληξη στις κωμωδίες. Όταν κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας δεσμός με προοπτική γάμου και αποκατάστασης, η κοπέλα πιέζει με πιο κατάλληλους τρόπους από ό,τι η μητρική γκρίνια τον νέο να αποκτήσει συνέπεια ως προς τα κοινωνικά του καθήκοντα.

Ανεργος, και μάλιστα επιστήμονας εμφανίζεται στην πρώτη ταινία της εποχής που εξετάζουμε, στο Εκατό χιλιάδες λίρες. Η ταινία ανοίγει με μία σκηνή του δρόμου, που ήταν ίσως συνηθισμένη το 1948. Ο Κλεομένης (Μίμης Φωτόπουλος) αγοράζει λαθραία τσιγάρα, καπνό και αναπτήρες από δύο Αμερικανούς ναύτες. Τα μεταπουλάει στους θαμώνες των καφενείων. Είναι επιστήμονας άνθρωπος, γεωλόγος, υφηγητής εν τω πανεπιστημίω, αλλά δεν μπορεί να κερδίσει το ψωμί του με την επιστήμη του. Ξόδεψε τα χρήματα του πατέρα του σε σπουδές, που δεν του εξασφάλισαν το μέλλον του, και έτσι αναγκάζεται να κάνει δουλειές του ποδαριού. Κατά την αντίληψή του, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση είναι να βρει μία καλή προίκα, να κάνει έναν πλούσιο γάμο. Όταν αποτυγχάνει, δεν του μένει άλλη λύση παρά να γίνει καλόγερος.

Στην ίδια ταινία έχει ενδιαφέρον ο παραλληλισμός που γίνεται ανάμεσα στον άνεργο επιστήμονα και στον κομπιναδόρο επιχειρηματία Φρίξο (Αλέκος Λειβαδίτης): άλλοι κάνουν δουλειές του ποδαριού και άλλοι, μολονότι έχουν

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/320.gif&w=600&h=915

δουλειά —και μάλιστα δική τους—, μόνο με κομπίνες μπορούν να την κινήσουν. Οι κομπίνες είναι η ειδικότητά του. Ο συνεταίρος του, αν και μεγαλύτερος στην ηλικία, δεν τα καταφέρνει σε αυτόν τον τομέα. Φαίνεται ότι η κομπίνα είναι πεδίο στο οποίο διαπρέπουν οι νεότεροι. Ο συνδυασμός ανέργων και κομπιναδόρων δείχνει ότι η γενικότερη οικονομική κατάσταση κάθε άλλο παρά ανθηρή είναι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Μόνη επαγγελματική διέξοδος φαίνεται η καλή τύχη ή η καλή προίκα.

Με τους Απάχηδες των Αθηνών, το 1950, έρχεται ξανά στο προσκήνιο ένα μοτίβο που η ίδια οπερέτα είχε κάνει πολύ δημοφιλές το 1921 στο θέατρο: το δίδυμο των υποαπασχολούμενων γκαφατζήδων. Τους υποδύονται ο Φραγκίσκος Μανέλλης και ο Μίμης Φωτόπουλος, οι οποίοι θα εμφανιστούν επανειλημμένα σε παρόμοιους ρόλους στο εξής. Σύντομα τα κωμικά δίδυμα καθιερώνονται, ενώ οι κωμωδίες στις οποίες εμφανίζονται δημιουργούν ευδιάκριτη, ξεχωριστή ομάδα. Οι περιπέτειες τους σχετικά με την εξασφάλιση του επιούσιου εμπλουτίζουν με κωμικά στοιχεία την ερωτική ιστορία δύο νέων. Μπορεί ο ένας από τους δύο αφηγηματικούς άξονες που δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο —οι κωμικές περιπέτειες ή η ερωτική ιστορία— να είναι ισχυρότερος από τον άλλο, πάντως οι δύο αλληλοενισχύονται και αλληλοσυμπληρώνονται για να καλύψουν το φιλμικό χρόνο.

Τέτοια δίδυμα εμφανίζονται στις κωμωδίες: Προπαντός ψυχραιμία (Μίμης Φωτόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος)- Δυο κωθώνια στο ναυτικό (Μίμης Φωτόπουλος, Πέτρος Γιαννακός)· Οι παπατζήδες (Νίκος Σταυρίδης, Πέτρος Γιαννακός)· Η ωραία των Αθηνών (Νίκος Σταυρίδης, Μίμης Φωτόπουλος)- Φτώχεια, έρως και κομπίνες (Νίκος Σταυρίδης, Φραγκίσκος Μανέλλης)· Χαρούμενοι αλήτες (Κούλης Στολίγκας, Νίκος Ρίζος)- Δουλειές με φούντες (Νίκος Σταυρίδης, Γιάννης Γκιωνάκης)- Τα ντερβισόπαιδα (Θανάσης Βέγγος, Φραγκίσκος Μανέλλης) και σε πολλές άλλες, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 (π.χ. Φτωχοί κομπιναδόροι, 1962, Ηλίας Παρασκευάς, με τον Γιάννη Γκιωνάκη και τον Γιάννη Μαλούχο- Μη βαράτε όλοι μαζί, με τον Φραγκίσκο Μανέλλη και τον Γιάννη Μαλούχο- Επτά ημέρες ψέμματα, με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Νίκο Ρίζο).

Τα κωμικά ντουέτα εμπλουτίζονται με πολλές περιπέτειες και με νέους κωμικούς, αλλά και σεναριογράφους και σκηνοθέτες, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Ενώ τα βασικά σεναριακά στοιχεία —η φτώχεια, η σπιτονοικοκυρά, η πείνα, οι γκάφες— επαναλαμβάνονται από τη μία κωμωδία στην άλλη, ακόμα και η πιο πρόχειρη ταινία θα έχει μία νέα περιπέτεια να παρουσιάσει. Μερικοί σεναριογράφοι δεν περιορίζονται στην υποτυπώδη, γραμμική διαδοχή των περιπετειών, αλλά στήνουν πλοκές, όπως αυτή των Βύρωνα Μακρίδη και Σταμάτη Φιλιππούλη στο Πέντε χιλιάδες ψέμματα (1966). Εδώ ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Γιώργος Κωνσταντίνου, το έτερον ήμισυ του Αλέκου Τζα-

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/321.gif&w=600&h=915

Τζανετάκου, τολμά μία κινηματογράφηση με πολλές καινοτομίες για τη συγκεκριμένη ομάδα κωμωδιών, με κινηματογραφόφιλες αναφορές, η οποία γίνεται αποδεκτή από τον Φίνο, που έχει αποστασιοποιηθεί εδώ και αρκετά χρόνια από τον κόσμο των λαϊκών κωμωδιών.

Ο Νίκος Τσιφόρος και ο Γρηγόρης Γρηγορίου στο Κοκοβιός και σπάρος στα δίχτυα της αράχνης (1967) συνδυάζουν το κωμικό ντουέτο (Πέτρος Γιαννακός, Αλέκος Τζανετάκος) με μία υπόθεση αστυνομικής περιπέτειας, που είναι το είδος της μόδας αυτή την εποχή.

Μία από τις τελευταίες της σειράς είναι η κωμωδία του Στέλιου Τατασόπουλου Δυο τρελλοί και ο ατσίδας, ενός κινηματογραφιστή που δούλεψε συχνά τα σενάριά του πάνω στο μοτίβο των κωμικών διδύμων και έριξε μια συμπαθητική ματιά στη φτώχεια και στις περιπέτειές τους. Εδώ ο Νίκος Τσούκας (Παυσανίας) είναι το νέο στοιχείο στο κωμικό δίδυμο —το άλλο μέλος είναι ο Αλέκος Τζανετάκος (Φιλήμων)—, όπως ανανεωμένο εμφανίζεται και το κατάλυμά τους- αλλά οι γκάφες, η αφραγκία, η πείνα, οι καβγάδες με τη σπιτονοικοκυρά για τα νοίκια, καθώς και η βοήθεια στο ερωτευμένο ζευγάρι είναι σταθερά παρόντα. Ο Τατασόπουλος εισάγει και ένα γυναικείο κωμικό δίδυμο (Αρτεμις Πιπινέλη, Φέφη Μπαλή, Η κόρη μου η ψεύτρα, 1967, σενάριο Νέστορας Μάτσας, σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος), το οποίο δεν έχει ωστόσο τον κύριο ρόλο στην κωμωδία. Είναι δύο νεαρές εργαζόμενες, που δεν διακρίνονται για την εξυπνάδα τους και μάλλον μπερδεύουν παρά βοηθούν τη φίλη τους Ρίτα (Μίρκα Καλατζοπούλου), ενώ οι γκάφες τους εξαντλούνται στις μεταξύ τους συγκρούσεις.

Συνήθως τα ανδρικά δίδυμα έχουν περάσει την πρώτη νεότητα, η οποία πάντα εμφανίζεται να έχει περισσότερες ευκαιρίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τέτοιους ρόλους δεν εμφανίζονται νέοι ζεν-πρεμιέ, που την αντίστοιχη εποχή καθιερώνονται ως ρόλοι, αλλά κωμικοί, όπως ο Σταυρίδης, ο Γκιωνάκης, ο Ρίζος, και κατεξοχήν ο Μανέλλης.

Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι άνεργοι από τεμπελιά, αλλά επειδή δεν βρίσκουν σταθερή απασχόληση. Κάποιοι, όπως ο ανθοπώλης Γρηγόρης, ο ρεσεψιονίστ Μισέλ και ο σοφέρ Τέλης (Γιάννης Γκιωνάκης, Κούλης Στολίγκας, Νίκος Ρίζος, Αδέκαροι ερωτευμένοι, 1958, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Τζανής Αλιφέρης), χάνουν τη δουλειά τους, αδυνατούν να βρουν άλλη, η νοικοκυρά τους τους κάνει έξωση και καταλήγουν στο λαϊκό υπνωτήριο. Μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες να βρουν δουλειά, καταλήγουν στην κομπίνα.

Μέσα από τις περιπέτειες των κωμικών διδύμων ξετυλίγονται πολλές δουλειές του ποδαριού. Ο Μίκης και ο Φίκης (Μίμης Φωτόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος, Προπαντός ψυχραιμία) γίνονται παγωτατζήδες, αλλά, αντί να πουλούν τα παγωτά, τα χαρίζουν στα πιτσιρίκια που δεν έχουν χρήματα να τα πλη-

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/322.gif&w=600&h=915

πληρώσουν. Βρίσκουν δουλειά σε ζαχαροπλαστείο, αλλά δεν γνωρίζουν τις γαλλικές ονομασίες των γλυκών και «δεν είναι δυνατό να πάρουν λεφτά από πελάτη». Κυνηγημένοι από τον πρώτο τους εργοδότη, καταφεύγουν σε ένα βαριετέ και, μεταμορφωμένοι σε Σπανιόλες, βρίσκονται στο κέντρο της σκηνής να χορεύουν με νάζι. Αναγνωρίζονται ως εξαιρετικά ταλέντα και δέχονται τις θωπείες των θαυμαστών τους.

Ο Νότης και ο Κοσμάς (Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Η ωραία των Αθηνών) έχουν ένα τηλεσκόπιο, το οποίο νοικιάζουν έναντι μίας δραχμής στους περαστικούς, για να χαζεύουν τα γύρω αξιοθέατα, μακρινά και κοντινά. Έχουν καλή καρδιά, είναι αγαθοί, αφελείς και γκαφατζήδες. Από τις περιπέτειες και τις γκάφες τους παράγεται πλούσιο κωμικό υλικό.

Ο Βρασίδας και ο Κοκωβιός (Οι παπατζήδες) υποδύονται πότε τους ναυτικούς και πότε τους Αμερικανούς και πουλάνε σε κορόιδα σκάρτο εμπόρευμα για ευκαιρία. Κάνουν επίσης το μέντιουμ, το φακίρη ή την ασώματο κεφαλή, ή παίζουν τον παπά. Συνεχώς τους κυνηγάνε αστυφύλακες, που άλλοτε τους τη χαρίζουν και άλλοτε τους στέλνουν στο Αυτόφωρο, και από εκεί στη φυλακή. Αποτελούν διακεκριμένο στόχο της αστυνομίας, αλλά δεν είναι δυνατό να τηρήσουν τις υποσχέσεις που δίνουν, αφού δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις. Πάντα στην έξοδό τους από τη φυλακή τούς περιμένει η μητέρα του Βρασίδα, για να τους ταΐσει, να τους στεγάσει και να προσπαθήσει να τους συνετίσει. Όταν έρχεται η στιγμή να ωριμάσει, ο Βρασίδας αποφασίζει να δουλέψει σε κανονική δουλειά και αναφέρει την Αυστραλία. Αφού ο τόπος του δεν του επιφυλάσσει καλύτερη τύχη, θα την αναζητήσει ως μετανάστης.

Στο Χαρούμενοι αλήτες το όνειρο του Μίστου (Νίκος Ρίζος) είναι να βρει δουλειά και να δουλέψει σκληρά. Δεν τα καταφέρνει και αναγκάζεται να κλέβει ή να βάζει φέσια για να επιβιώσει, πράγμα που τον έχει οδηγήσει για ένα τρίμηνο στη φυλακή. Πολλοί σαν τον Παυλάκια (Νίκος Σταυρίδης, Φτώχεια, έρως και κομπίνες) γίνονται τεμπέληδες από απελπισία- αφού δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μία αξιοπρεπή δραστηριότητα, καταλήγουν στην ξάπλα, για να περνάνε την ώρα τους. Ο Νίκος Σταυρίδης υποδύεται επανειλημμένα τέτοια πρόσωπα. Στο Δουλείες με φούντες, ως Περικλής, δεν περιορίζεται στο να πουλάει ελεεινά σαπούνια με βοηθό τον Αλέκο (Γιάννης Γκιωνάκης), αλλά εξυφαίνει σχέδιο για να καρπωθεί κάμποσα χρήματα από τον αφελή επαρχιώτη Θωμά (Λάκης Σκέλλας).

Οι οικοδομικές εργασίες αποφέρουν μεγάλα κέρδη στους εργολάβους, ενώ το ταμείο ανεργίας προωθεί εκεί ανέργους για απασχόληση, όπως τον Τρύφωνα και τον Πολύδωρο (Φραγκίσκος Μανέλλης, Θανάσης Βέγγος, Τα ντερβισόπαιδα). Στην ίδια κωμωδία, σε μικρά στιγμιότυπα, εμφανίζεται μία σειρά από δουλειές του ποδαριού: ο ανθοπώλης, ο φιστικάς, ο λούστρος. Ο Τατασόπουλος τους έχει αδυναμία και αναφέρεται σε κάποιες από αυτές σχεδόν σε κάθε κω-

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/323.gif&w=600&h=915

κωμωδία του. Στο Έρωτας με δόσεις παρακολουθεί τα τραβήγματα του Φώντα (Κώστας Χατζηχρήστος), που πουλάει καλαμπόκια —μία δραχμή το ένα—, με τον αστυνομικό, ο οποίος θέλει να τον διώξει επειδή στήνει τη φουφού του σε «τουριστική ζώνη». Όταν αλλάζει τα καλαμπόκια με κάστανα, η κατάληξη είναι η ίδια, μολονότι ο Φώντας ισχυρίζεται ότι και τα καστανάκια τουριστικά είναι. Στις Δουλειές του ποδαριού ο Τατασόπουλος συμπληρώνει την εικόνα με το λαχειοπώλη και τον εφημεριδοπώλη.

Το τρίο Γιώργου — Λαλάκη — Πέτρου στο Λάλα το, Λαλάκη, ή Τα δολλάρια της Ασπασίας, εργάζονται ως πλανόδιοι, πουλώντας σκόνες σωτήριες για τα δόντια, μαγικές πέτρες για το ακόνισμα των ξυραφιών, αλοιφές ενάντια στους λεκέδες, και καταλήγουν συχνά στο Αυτόφωρο. Φιλοδοξία τους είναι να ανοίξουν ο καθένας το δικό του μαγαζί, ο πρώτος καφενείο, ο δεύτερος καμπαρέ και ο τρίτος κομμωτήριο. Τα χρόνια έχουν περάσει, και ο μόνος στόχος που πραγματοποιούν είναι να πάρει το πτυχίο του ο μικρότερος αδελφός τους. Τα κεφάλαια θα έρθουν από την Αμερική" η αδελφή τους Ασπασία παντρεύεται, φεύγει, εργάζεται και τους στέλνει από εκεί χρήματα, για να ανοίξουν την πρώτη τους επιχείρηση, το κομμωτήριο.

Μικροπωλητές πλανόδιοι, ο Περικλής και ο Σοφοκλής (Γιάννης Γκιωνάκης, Νίκος Ρίζος, Οι προικοθήρες, 1964, σενάριο Κώστας Νικολαΐδης — Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Παναγιώτης Κωνσταντίνου) πουλάνε τσολιαδάκια και προτομές αρχαίων στους τουρίστες, κυνηγημένοι από την αστυνομία. Σε παρατουριστικό επάγγελμα καταφεύγει και ο Γρηγόρης (Τάσος Γιαννόπουλος, Ένας ιππότης με τσαρούχια, 1968, σενάριο Διονύσης Τζεφρώνης, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας), ο οποίος, απογοητευμένος από την ανεργία, αποφασίζει να ντυθεί τσολιάς και να φωτογραφίζεται με τις τουρίστριες σε μνημεία, ξενοδοχεία και παραλίες. Η ανάπτυξη του τουρισμού δίνει τη δυνατότητα σε ανέργους ή επαγγελματίες με πολύ περιορισμένα εισοδήματα να βγάζουν ένα —αν όχι σταθερό— τουλάχιστον πολύ ικανοποιητικό μεροκάματο των 300-400 δραχμών αυτή την εποχή, όπως ομολογεί ο Γρηγόρης.

Δύο είναι τα βασικά προβλήματα των ανέργων και των υποαπασχολουμένων: η στέγη και το φαγητό. Έχουν κατοικία, συνήθως ένα δωμάτιο σε αυλή ή σε παλιό σπίτι, σε υποβαθμισμένη περιοχή, το οποίο μοιράζονται. Όμως, βρίσκονται συνεχώς υπό διωγμό. Η σπιτονοικοκυρά τους απαιτεί δικαίως τα νοίκια της, και αυτοί πρέπει να προβάλλουν πειστικές δικαιολογίες για να παρατείνουν τη διαμονή τους. Ο Παυλάκιας και ο Μάρκος (Φτώχεια, έρως και κομπίνες) χρωστάνε δεκατρία νοίκια στη δεσποινίδα Κατερίνα (Δέσποινα Παναγιωτίδου) και φοβούνται να την αντιμετωπίσουν. Το ίδιο συμβαίνει με πολλούς άλλους υποτυπωδώς εργαζομένους: τον Μήτρο και τον Μητρούση (Δουλειές του ποδαριού), τον Φλώρο και τον Σπουργίτη (Μη βαράτε όλοι μαζί). Η καλή τους καρδιά είναι ισχυρότερη από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/324.gif&w=600&h=915

Ο Φλώρος και ο Σπουργίτης βρίσκουν στο δρόμο ένα πεντακοσάρικο, με το οποίο υπολογίζουν να πληρώσουν τα νοίκια στην κυρία Περσεφόνη (Δέσποινα Παναγιωτίδου). Όμως, γίνονται μάρτυρες της έξωσης μίας χήρας και των δύο μικρών παιδιών της, συγκινούνται, εξοφλούν το χρέος της και με τα ρέστα ψωνίζουν τρόφιμα και γλυκά για τα πιτσιρίκια.

Ο Καρούμπας και ο Καρκαλέτσος στους Απάχηδες των Αθηνών κλέβουν ψάρια από το τηγάνι της ταβέρνας ή στήνουν ξώβεργες για να φάνε τα πουλιά που θα πιαστούν. Τα ψάρια από το τηγάνι της γειτόνισσας κλέβουν και ο Τρύφωνας με τον Πολύδωρο στα Ντερβισόπαιδα. Ο Παυλάκιας, ο Μάρκος (Φτώχεια, έρως και κομπίνες), ο Τέλης Κοντός, ο Μίστος Μαντραχαλέας (Χαρούμενοι αλήτες) σκαρφίζονται διάφορα κόλπα για να φάνε, με πιο συνηθισμένο το φέσι σε κάποιο εστιατόριο, ύστερα από ένα πλούσιο γεύμα. Οι δύο πρώτοι κλέβουν το καλάθι που φθάνει από το χωριό σε ένα συγκάτοικο, ενώ οι άλλοι δεν περιφρονούν τα κόκαλα που κρίνονται ακατάλληλα για το σκυλάκι μίας πλούσιας κυρίας. Από κοντά έρχεται και η λαχτάρα για τις γυναίκες, γιατί πολύ δύσκολα βρίσκουν κάποια να τους προσέξει.

Η ανεργία που πλήττει το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού δεν περιορίζεται μόνο στους υποπρολετάριους. Ακόμα και όσοι κατάφεραν κάποια στιγμή να στήσουν μία δική τους δουλειά απειλούνται, όπως είδαμε, από την υποτονική αγορά, στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Φώτης (Ελα στο θείο) έχει κτηματομεσιτικό γραφείο, όμως οι αναδουλειές τον έχουν καθηλώσει. Βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα δανειστή του και δεν έχει άλλη λύση, παρά να πείσει την αδελφή του να παντρευτεί κάποιον εύπορο, για να βγει όλη η οικογένεια από το αδιέξοδο.

Πολλοί νέοι στις κωμωδίες είναι άνεργοι και ψάχνουν για δουλειά, μιας και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουν να παντρευτούν την κοπέλα που αγαπούν- έτσι, πιέζονται όχι μόνο από την οικονομική στενότητα, αλλά και από αισθηματικούς λόγους.

Ο θεατρικός συγγραφέας Αλέκος (Ψιτ! κορίτσια) δεν μπορεί να βρει θεατρικό επιχειρηματία που να θέλει να ανεβάσει το έργο του. Αναγκάζεται να αναζητήσει οποιαδήποτε δουλειά. Ανεβοκατεβαίνει σκάλες και βρίσκεται πάντα μπροστά σε «όχι»' έχει φθάσει αργά, και τη δουλειά την έχει πάρει κάποιος άλλος. Πλάνα με πόδια που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν κουρασμένα, με βήματα γεμάτα απογοήτευση, εκφράζουν ελλειπτικά την απελπισία των άνεργων νέων. Αυτοί όμως επιμένουν να ψάχνουν, δεν παραιτούνται, δεν το ρίχνουν στην τεμπελιά, όπως οι υποπρολετάριοι. Ο Αλέκος μετράει τα ελάχιστα ψιλά και αναγκάζεται να αγοράσει ένα «μικρό» πακέτο τσιγάρα. Και όταν η αγαπημένη του του ζητά να της αγοράσει στραγάλια, κοντοστέκεται, μην μπορώντας να της ομολογήσει ότι δεν έχει χρήματα ούτε γι' αυτό.

Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του Αλέκου είναι ότι σε αυτή την οικο-

Σελ. 324
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 305
    

    σπουδάζουν είναι ηλίθιοι». Στην ίδια ταινία ο φίλος του μαθηματικός Αλέκος Γκαζόπουλος (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) επίσης δεν ασκεί το επάγγελμά του, αλλά συντηρείται όπως-όπως από το χαρτοπαίγνιο.

    Όμως, εντέλει οι προοπτικές που ανοίγονται για το νεαρό επιστήμονα επιβεβαιώνονται αν βοηθήσει λίγο η τύχη, όπως συμβαίνει με τον Ντίνο (Ο φαντασμένος), τον οποίο, ύστερα από μία άκριτη απόρριψη, ο Καρασίνης υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες. Ο Ντίνος, αριστούχος χημικός, καταφέρνει μόνο με το πτυχίο του, χωρίς εμφανή οικογενειακή στήριξη, να επιτύχει τη συνεργασία με Αμερικανούς για την παραγωγή ενός νέου τύπου απορρυπαντικού. Βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να προσφέρει συνεργασία με πολύ ευνοϊκούς όρους στον άνθρωπο που μέχρι πριν από λίγο απέρριπτε ως «φοιτητάριο». Κερδίζει έτσι χάρη στις σπουδές του μία καλύτερη κοινωνική θέση, μέσω του γάμου του με τη Νάσα Καρασίνη και των διαπραγματεύσεων και συμφωνιών που επιτυγχάνει στον επαγγελματικό του χώρο. Η τελική αποδοχή του από τον Καρασίνη δείχνει ότι η ανώτατη μόρφωση ανάγεται πλέον σε επένδυση εξίσου επικερδή με την περιουσία.

    Η περίπτωση του Ντίνου, όπως και αυτή του συνονόματού του στο Προκοπής ο απρόκοπος, που αναλύσαμε παραπάνω, έχουν ένα κοινό λεπτό σημείο: ξαφνικά οι φοιτητές από αντιπαθείς γίνονται συμπαθείς στους εργοστασιάρχες πεθερούς τους. Αυτό που καταφέρνουν λοιπόν, μαζί με το πτυχίο τους, είναι να βρουν ηγετική θέση στο εργοστάσιο — χώρια η προίκα. Ενσωματώνονται στο σύστημα με πολύ καλές προοπτικές και δικαιώνουν την καθ' όλα νόμιμη επιθυμία της κοινωνικής αναρρίχησης με την αξία τους, ως αυτοδημιούργητοι. Η τύχη των δύο Ντίνων εμφανίζεται ως παράδειγμα προς μίμηση· αυτά πρέπει να επιδιώκουν οι φοιτητές το 1969 και το 1973" όχι να βγαίνουν στους δρόμους και να ζητούν «ψωμί, παιδεία, ελευθερία».

    θ' Η διασκέδαση ως επάγγελμα

    Η κοινωνική θέση των καλλιτεχνών του θεάματος και των επαγγελματιών τής διασκέδασης δεν βελτιώθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, όπως φαίνεται από τις κινηματογραφικές αναφορές που γίνονται σε αυτούς, αλλά και από μαρτυρίες που έχουν καταγράψει στις αναμνήσεις τους. Οι μισθοί τους παρέμεναν καθηλωμένοι σε χαμηλά επίπεδα, ζούσαν χωρίς πολυτέλεια, αναγκάζονταν να δουλεύουν εξαντλητικά, σε πολλές ταινίες το χρόνο και παράλληλα στο θέατρο, για να βελτιώσουν τα οικονομικά τους.

    Στις κωμωδίες οι νέοι που ασχολούνται επαγγελματικά με τη διασκέδαση αυξάνονται όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1950. Οπωσδήποτε, στο χώρο της κινούνται επαγγελματικά οι συντελεστές των ταινιών, επομένως τον γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον και είναι φυσικό να εμπνέονται από αυτόν.