Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 318-337 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/318.gif&w=600&h=915

γόμες. Όμως, το μεροκάματο είναι πολύ μικρό, ο μισθός του πατέρα του ακόμα πιο ανεπαρκής και ο Ανδρέας απελπίζεται. Συνειδητοποιεί ότι το απολυτήριο του γυμνασίου μπορεί να εξασφαλίσει δουλειά μόνο σε δεσποινίδες με προσόντα Μπριζίτ Μπαρντό και ότι η μόνη λύση στο επαγγελματικό του αδιέξοδο θα ήταν μία δική του επιχείρηση, για την οποία όμως δεν υπάρχουν κεφάλαια.

Όταν το επάγγελμα δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του νέου, μόνη διέξοδος γίνονται η φαντασία και το ψέμα. Στον Παραμυθά ο Δημήτρης ήθελε να γίνει πιλότος, αλλά δεν τα κατάφερε, επειδή ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται για να συντηρήσει την οικογένειά του και δεν είχε αρκετό χρόνο για διάβασμα. Μολονότι έχει μία ικανοποιητική δουλειά και καλό μισθό στην Ολυμπιακή Αεροπορία, το απωθημένο του τον βασανίζει πάντα και του δημιουργεί πολλά προβλήματα. Η περίπτωση του αποκαλύπτει μία ακόμα αρνητική πτυχή των κοινωνικών εξελίξεων, όπου η προσωπική αποτυχία σε συγκεκριμένους στόχους κάνει το άτομο να αισθάνεται ότι μειονεκτεί κοινωνικά. Ο Δημήτρης εξισορροπεί αυτό το αίσθημα υποκρινόμενος σε κάθε ευκαιρία τον πιλότο, επάγγελμα που θεωρεί ανώτερο από το δικό του.

ιβ' Άνεργοι και υποαπασχολούμενοι

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας μεταπολεμικά ακολουθεί πολύ αργούς ρυθμούς.298 Η ανεργία κατά τη δεκαετία του 1950 αφορά το 30% περίπου του ενεργού αστικού πληθυσμού.299 Στις κωμωδίες η ανεργία συνδυάζεται συχνά με την περιθωριοποίηση και παρουσιάζεται από μία σχετικά ανώδυνη οπτική γωνία, που δεν κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα σε αυτήν και στην τεμπελιά. Έτσι, η ανεργία εμφανίζεται κατά ένα ποσοστό ως ατομική υπόθεση, την οποία θα μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να απαλείψει, αν ήταν απλώς πιο δραστήριος. Πάντως, συχνά ομολογείται ότι οι άνεργοι εξάντλησαν την αντοχή τους, χωρίς να βρουν μία νόμιμη απασχόληση. Δεν τα κατάφεραν, γιατί δεν υπάρχουν δουλειές. Αναγκάζονται τότε να καταφύγουν σε δουλειές του ποδαριού, σε μικροπαρανομίες και κομπίνες. «Εφόσον το οικονομικό σύστημα δεν μπορούσε να απορροφήσει το εργατικό δυναμικό, ο λαός έπρεπε να φροντίσει μόνος του για την τύχη του».300 Η έλλειψη προσφοράς εργασίας εξηγεί την αυξανόμενη εμφάνιση στις κωμωδίες πλανόδιων πωλητών κατά δυάδες ή τριάδες, όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, που

298. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία. Από την απελευθέρωση ώς τους συνταγματάρχες, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1981, σ. 117.

299. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, Αθήνα 1987, σ. 23.

300. Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία..., ό.π., σ. 118.

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/319.gif&w=600&h=915

προσπαθούν με μικροκομπίνες να τα βγάλουν πέρα. Το ίδιο ισχύει για όσους δεν κερδίζουν αρκετά από την κύρια απασχόληση τους και θέλουν να συμπληρώσουν επειγόντως το εισόδημά τους. Το καταφύγιο της παραοικονομίας δεν είναι ηθικά αξιόμεμπτο, αρκεί κανείς να επωφελείται χωρίς να βλάπτει τους άλλους· μπορεί επίσης να βλάπτει τους κακούς ή αυτούς που δεν έχουν ανάγκη. Σε μία σειρά ταινιών ο σκοπός, πάντοτε ευγενής και έντιμος, αγιάζει τα μέσα, δηλαδή την κομπίνα.

Η ανεργία, που αφορά ένα σημαντικό μέρος του ενεργού πληθυσμού, θεωρείται επαρκές άλλοθι, ώστε να αναλαμβάνει η οικογένεια τη συντήρηση του άνεργου νέου. Οι νέες κοπέλες των χαμηλών τάξεων δεν καταχρώνται χρήματα από το οικογενειακό εισόδημα και δεν ξοδεύουν, επειδή δεν έχουν κοινωνική ζωή αντίστοιχη με αυτήν των ανδρών. Ενώ για τα κορίτσια δεν υπάρχει απαίτηση εργασίας, αυτά είναι φιλότιμα και θέλουν να συμβάλουν στη συντήρηση του σπιτικού. Τα αγόρια εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να τεμπελιάζουν. Η νέα εργάζεται ή ζει μέσα στο σπίτι και συνηθίζει στην οικονομία και στη διαχείριση των μικρών εισοδημάτων" ο νέος όμως κυκλοφορεί και ξοδεύει πάνω από τις δυνατότητές του. Αυτή η στάση, που αναπληρώνεται από την οικογενειακή μέριμνα και στήριξη, συγχωρείται ως μία συμπεριφορά που συνδέεται με την ηλικία και την εξ αυτής απορρέουσα επιπολαιότητα. Πάντα υπάρχει η ελπίδα ότι ο νέος θα ωριμάσει, θα συνειδητοποιήσει την ανάγκη να βρει δουλειά και θα αποφύγει εντέλει την περιθωριοποίηση και τις αξιόποινες πράξεις. Πράγματι, αυτή είναι η κατάληξη στις κωμωδίες. Όταν κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας δεσμός με προοπτική γάμου και αποκατάστασης, η κοπέλα πιέζει με πιο κατάλληλους τρόπους από ό,τι η μητρική γκρίνια τον νέο να αποκτήσει συνέπεια ως προς τα κοινωνικά του καθήκοντα.

Ανεργος, και μάλιστα επιστήμονας εμφανίζεται στην πρώτη ταινία της εποχής που εξετάζουμε, στο Εκατό χιλιάδες λίρες. Η ταινία ανοίγει με μία σκηνή του δρόμου, που ήταν ίσως συνηθισμένη το 1948. Ο Κλεομένης (Μίμης Φωτόπουλος) αγοράζει λαθραία τσιγάρα, καπνό και αναπτήρες από δύο Αμερικανούς ναύτες. Τα μεταπουλάει στους θαμώνες των καφενείων. Είναι επιστήμονας άνθρωπος, γεωλόγος, υφηγητής εν τω πανεπιστημίω, αλλά δεν μπορεί να κερδίσει το ψωμί του με την επιστήμη του. Ξόδεψε τα χρήματα του πατέρα του σε σπουδές, που δεν του εξασφάλισαν το μέλλον του, και έτσι αναγκάζεται να κάνει δουλειές του ποδαριού. Κατά την αντίληψή του, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση είναι να βρει μία καλή προίκα, να κάνει έναν πλούσιο γάμο. Όταν αποτυγχάνει, δεν του μένει άλλη λύση παρά να γίνει καλόγερος.

Στην ίδια ταινία έχει ενδιαφέρον ο παραλληλισμός που γίνεται ανάμεσα στον άνεργο επιστήμονα και στον κομπιναδόρο επιχειρηματία Φρίξο (Αλέκος Λειβαδίτης): άλλοι κάνουν δουλειές του ποδαριού και άλλοι, μολονότι έχουν

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/320.gif&w=600&h=915

δουλειά —και μάλιστα δική τους—, μόνο με κομπίνες μπορούν να την κινήσουν. Οι κομπίνες είναι η ειδικότητά του. Ο συνεταίρος του, αν και μεγαλύτερος στην ηλικία, δεν τα καταφέρνει σε αυτόν τον τομέα. Φαίνεται ότι η κομπίνα είναι πεδίο στο οποίο διαπρέπουν οι νεότεροι. Ο συνδυασμός ανέργων και κομπιναδόρων δείχνει ότι η γενικότερη οικονομική κατάσταση κάθε άλλο παρά ανθηρή είναι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Μόνη επαγγελματική διέξοδος φαίνεται η καλή τύχη ή η καλή προίκα.

Με τους Απάχηδες των Αθηνών, το 1950, έρχεται ξανά στο προσκήνιο ένα μοτίβο που η ίδια οπερέτα είχε κάνει πολύ δημοφιλές το 1921 στο θέατρο: το δίδυμο των υποαπασχολούμενων γκαφατζήδων. Τους υποδύονται ο Φραγκίσκος Μανέλλης και ο Μίμης Φωτόπουλος, οι οποίοι θα εμφανιστούν επανειλημμένα σε παρόμοιους ρόλους στο εξής. Σύντομα τα κωμικά δίδυμα καθιερώνονται, ενώ οι κωμωδίες στις οποίες εμφανίζονται δημιουργούν ευδιάκριτη, ξεχωριστή ομάδα. Οι περιπέτειες τους σχετικά με την εξασφάλιση του επιούσιου εμπλουτίζουν με κωμικά στοιχεία την ερωτική ιστορία δύο νέων. Μπορεί ο ένας από τους δύο αφηγηματικούς άξονες που δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο —οι κωμικές περιπέτειες ή η ερωτική ιστορία— να είναι ισχυρότερος από τον άλλο, πάντως οι δύο αλληλοενισχύονται και αλληλοσυμπληρώνονται για να καλύψουν το φιλμικό χρόνο.

Τέτοια δίδυμα εμφανίζονται στις κωμωδίες: Προπαντός ψυχραιμία (Μίμης Φωτόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος)- Δυο κωθώνια στο ναυτικό (Μίμης Φωτόπουλος, Πέτρος Γιαννακός)· Οι παπατζήδες (Νίκος Σταυρίδης, Πέτρος Γιαννακός)· Η ωραία των Αθηνών (Νίκος Σταυρίδης, Μίμης Φωτόπουλος)- Φτώχεια, έρως και κομπίνες (Νίκος Σταυρίδης, Φραγκίσκος Μανέλλης)· Χαρούμενοι αλήτες (Κούλης Στολίγκας, Νίκος Ρίζος)- Δουλειές με φούντες (Νίκος Σταυρίδης, Γιάννης Γκιωνάκης)- Τα ντερβισόπαιδα (Θανάσης Βέγγος, Φραγκίσκος Μανέλλης) και σε πολλές άλλες, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 (π.χ. Φτωχοί κομπιναδόροι, 1962, Ηλίας Παρασκευάς, με τον Γιάννη Γκιωνάκη και τον Γιάννη Μαλούχο- Μη βαράτε όλοι μαζί, με τον Φραγκίσκο Μανέλλη και τον Γιάννη Μαλούχο- Επτά ημέρες ψέμματα, με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Νίκο Ρίζο).

Τα κωμικά ντουέτα εμπλουτίζονται με πολλές περιπέτειες και με νέους κωμικούς, αλλά και σεναριογράφους και σκηνοθέτες, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Ενώ τα βασικά σεναριακά στοιχεία —η φτώχεια, η σπιτονοικοκυρά, η πείνα, οι γκάφες— επαναλαμβάνονται από τη μία κωμωδία στην άλλη, ακόμα και η πιο πρόχειρη ταινία θα έχει μία νέα περιπέτεια να παρουσιάσει. Μερικοί σεναριογράφοι δεν περιορίζονται στην υποτυπώδη, γραμμική διαδοχή των περιπετειών, αλλά στήνουν πλοκές, όπως αυτή των Βύρωνα Μακρίδη και Σταμάτη Φιλιππούλη στο Πέντε χιλιάδες ψέμματα (1966). Εδώ ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής Γιώργος Κωνσταντίνου, το έτερον ήμισυ του Αλέκου Τζα-

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/321.gif&w=600&h=915

Τζανετάκου, τολμά μία κινηματογράφηση με πολλές καινοτομίες για τη συγκεκριμένη ομάδα κωμωδιών, με κινηματογραφόφιλες αναφορές, η οποία γίνεται αποδεκτή από τον Φίνο, που έχει αποστασιοποιηθεί εδώ και αρκετά χρόνια από τον κόσμο των λαϊκών κωμωδιών.

Ο Νίκος Τσιφόρος και ο Γρηγόρης Γρηγορίου στο Κοκοβιός και σπάρος στα δίχτυα της αράχνης (1967) συνδυάζουν το κωμικό ντουέτο (Πέτρος Γιαννακός, Αλέκος Τζανετάκος) με μία υπόθεση αστυνομικής περιπέτειας, που είναι το είδος της μόδας αυτή την εποχή.

Μία από τις τελευταίες της σειράς είναι η κωμωδία του Στέλιου Τατασόπουλου Δυο τρελλοί και ο ατσίδας, ενός κινηματογραφιστή που δούλεψε συχνά τα σενάριά του πάνω στο μοτίβο των κωμικών διδύμων και έριξε μια συμπαθητική ματιά στη φτώχεια και στις περιπέτειές τους. Εδώ ο Νίκος Τσούκας (Παυσανίας) είναι το νέο στοιχείο στο κωμικό δίδυμο —το άλλο μέλος είναι ο Αλέκος Τζανετάκος (Φιλήμων)—, όπως ανανεωμένο εμφανίζεται και το κατάλυμά τους- αλλά οι γκάφες, η αφραγκία, η πείνα, οι καβγάδες με τη σπιτονοικοκυρά για τα νοίκια, καθώς και η βοήθεια στο ερωτευμένο ζευγάρι είναι σταθερά παρόντα. Ο Τατασόπουλος εισάγει και ένα γυναικείο κωμικό δίδυμο (Αρτεμις Πιπινέλη, Φέφη Μπαλή, Η κόρη μου η ψεύτρα, 1967, σενάριο Νέστορας Μάτσας, σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος), το οποίο δεν έχει ωστόσο τον κύριο ρόλο στην κωμωδία. Είναι δύο νεαρές εργαζόμενες, που δεν διακρίνονται για την εξυπνάδα τους και μάλλον μπερδεύουν παρά βοηθούν τη φίλη τους Ρίτα (Μίρκα Καλατζοπούλου), ενώ οι γκάφες τους εξαντλούνται στις μεταξύ τους συγκρούσεις.

Συνήθως τα ανδρικά δίδυμα έχουν περάσει την πρώτη νεότητα, η οποία πάντα εμφανίζεται να έχει περισσότερες ευκαιρίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τέτοιους ρόλους δεν εμφανίζονται νέοι ζεν-πρεμιέ, που την αντίστοιχη εποχή καθιερώνονται ως ρόλοι, αλλά κωμικοί, όπως ο Σταυρίδης, ο Γκιωνάκης, ο Ρίζος, και κατεξοχήν ο Μανέλλης.

Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι άνεργοι από τεμπελιά, αλλά επειδή δεν βρίσκουν σταθερή απασχόληση. Κάποιοι, όπως ο ανθοπώλης Γρηγόρης, ο ρεσεψιονίστ Μισέλ και ο σοφέρ Τέλης (Γιάννης Γκιωνάκης, Κούλης Στολίγκας, Νίκος Ρίζος, Αδέκαροι ερωτευμένοι, 1958, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Τζανής Αλιφέρης), χάνουν τη δουλειά τους, αδυνατούν να βρουν άλλη, η νοικοκυρά τους τους κάνει έξωση και καταλήγουν στο λαϊκό υπνωτήριο. Μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες να βρουν δουλειά, καταλήγουν στην κομπίνα.

Μέσα από τις περιπέτειες των κωμικών διδύμων ξετυλίγονται πολλές δουλειές του ποδαριού. Ο Μίκης και ο Φίκης (Μίμης Φωτόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος, Προπαντός ψυχραιμία) γίνονται παγωτατζήδες, αλλά, αντί να πουλούν τα παγωτά, τα χαρίζουν στα πιτσιρίκια που δεν έχουν χρήματα να τα πλη-

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/322.gif&w=600&h=915

πληρώσουν. Βρίσκουν δουλειά σε ζαχαροπλαστείο, αλλά δεν γνωρίζουν τις γαλλικές ονομασίες των γλυκών και «δεν είναι δυνατό να πάρουν λεφτά από πελάτη». Κυνηγημένοι από τον πρώτο τους εργοδότη, καταφεύγουν σε ένα βαριετέ και, μεταμορφωμένοι σε Σπανιόλες, βρίσκονται στο κέντρο της σκηνής να χορεύουν με νάζι. Αναγνωρίζονται ως εξαιρετικά ταλέντα και δέχονται τις θωπείες των θαυμαστών τους.

Ο Νότης και ο Κοσμάς (Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Η ωραία των Αθηνών) έχουν ένα τηλεσκόπιο, το οποίο νοικιάζουν έναντι μίας δραχμής στους περαστικούς, για να χαζεύουν τα γύρω αξιοθέατα, μακρινά και κοντινά. Έχουν καλή καρδιά, είναι αγαθοί, αφελείς και γκαφατζήδες. Από τις περιπέτειες και τις γκάφες τους παράγεται πλούσιο κωμικό υλικό.

Ο Βρασίδας και ο Κοκωβιός (Οι παπατζήδες) υποδύονται πότε τους ναυτικούς και πότε τους Αμερικανούς και πουλάνε σε κορόιδα σκάρτο εμπόρευμα για ευκαιρία. Κάνουν επίσης το μέντιουμ, το φακίρη ή την ασώματο κεφαλή, ή παίζουν τον παπά. Συνεχώς τους κυνηγάνε αστυφύλακες, που άλλοτε τους τη χαρίζουν και άλλοτε τους στέλνουν στο Αυτόφωρο, και από εκεί στη φυλακή. Αποτελούν διακεκριμένο στόχο της αστυνομίας, αλλά δεν είναι δυνατό να τηρήσουν τις υποσχέσεις που δίνουν, αφού δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις. Πάντα στην έξοδό τους από τη φυλακή τούς περιμένει η μητέρα του Βρασίδα, για να τους ταΐσει, να τους στεγάσει και να προσπαθήσει να τους συνετίσει. Όταν έρχεται η στιγμή να ωριμάσει, ο Βρασίδας αποφασίζει να δουλέψει σε κανονική δουλειά και αναφέρει την Αυστραλία. Αφού ο τόπος του δεν του επιφυλάσσει καλύτερη τύχη, θα την αναζητήσει ως μετανάστης.

Στο Χαρούμενοι αλήτες το όνειρο του Μίστου (Νίκος Ρίζος) είναι να βρει δουλειά και να δουλέψει σκληρά. Δεν τα καταφέρνει και αναγκάζεται να κλέβει ή να βάζει φέσια για να επιβιώσει, πράγμα που τον έχει οδηγήσει για ένα τρίμηνο στη φυλακή. Πολλοί σαν τον Παυλάκια (Νίκος Σταυρίδης, Φτώχεια, έρως και κομπίνες) γίνονται τεμπέληδες από απελπισία- αφού δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μία αξιοπρεπή δραστηριότητα, καταλήγουν στην ξάπλα, για να περνάνε την ώρα τους. Ο Νίκος Σταυρίδης υποδύεται επανειλημμένα τέτοια πρόσωπα. Στο Δουλείες με φούντες, ως Περικλής, δεν περιορίζεται στο να πουλάει ελεεινά σαπούνια με βοηθό τον Αλέκο (Γιάννης Γκιωνάκης), αλλά εξυφαίνει σχέδιο για να καρπωθεί κάμποσα χρήματα από τον αφελή επαρχιώτη Θωμά (Λάκης Σκέλλας).

Οι οικοδομικές εργασίες αποφέρουν μεγάλα κέρδη στους εργολάβους, ενώ το ταμείο ανεργίας προωθεί εκεί ανέργους για απασχόληση, όπως τον Τρύφωνα και τον Πολύδωρο (Φραγκίσκος Μανέλλης, Θανάσης Βέγγος, Τα ντερβισόπαιδα). Στην ίδια κωμωδία, σε μικρά στιγμιότυπα, εμφανίζεται μία σειρά από δουλειές του ποδαριού: ο ανθοπώλης, ο φιστικάς, ο λούστρος. Ο Τατασόπουλος τους έχει αδυναμία και αναφέρεται σε κάποιες από αυτές σχεδόν σε κάθε κω-

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/323.gif&w=600&h=915

κωμωδία του. Στο Έρωτας με δόσεις παρακολουθεί τα τραβήγματα του Φώντα (Κώστας Χατζηχρήστος), που πουλάει καλαμπόκια —μία δραχμή το ένα—, με τον αστυνομικό, ο οποίος θέλει να τον διώξει επειδή στήνει τη φουφού του σε «τουριστική ζώνη». Όταν αλλάζει τα καλαμπόκια με κάστανα, η κατάληξη είναι η ίδια, μολονότι ο Φώντας ισχυρίζεται ότι και τα καστανάκια τουριστικά είναι. Στις Δουλειές του ποδαριού ο Τατασόπουλος συμπληρώνει την εικόνα με το λαχειοπώλη και τον εφημεριδοπώλη.

Το τρίο Γιώργου — Λαλάκη — Πέτρου στο Λάλα το, Λαλάκη, ή Τα δολλάρια της Ασπασίας, εργάζονται ως πλανόδιοι, πουλώντας σκόνες σωτήριες για τα δόντια, μαγικές πέτρες για το ακόνισμα των ξυραφιών, αλοιφές ενάντια στους λεκέδες, και καταλήγουν συχνά στο Αυτόφωρο. Φιλοδοξία τους είναι να ανοίξουν ο καθένας το δικό του μαγαζί, ο πρώτος καφενείο, ο δεύτερος καμπαρέ και ο τρίτος κομμωτήριο. Τα χρόνια έχουν περάσει, και ο μόνος στόχος που πραγματοποιούν είναι να πάρει το πτυχίο του ο μικρότερος αδελφός τους. Τα κεφάλαια θα έρθουν από την Αμερική" η αδελφή τους Ασπασία παντρεύεται, φεύγει, εργάζεται και τους στέλνει από εκεί χρήματα, για να ανοίξουν την πρώτη τους επιχείρηση, το κομμωτήριο.

Μικροπωλητές πλανόδιοι, ο Περικλής και ο Σοφοκλής (Γιάννης Γκιωνάκης, Νίκος Ρίζος, Οι προικοθήρες, 1964, σενάριο Κώστας Νικολαΐδης — Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Παναγιώτης Κωνσταντίνου) πουλάνε τσολιαδάκια και προτομές αρχαίων στους τουρίστες, κυνηγημένοι από την αστυνομία. Σε παρατουριστικό επάγγελμα καταφεύγει και ο Γρηγόρης (Τάσος Γιαννόπουλος, Ένας ιππότης με τσαρούχια, 1968, σενάριο Διονύσης Τζεφρώνης, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας), ο οποίος, απογοητευμένος από την ανεργία, αποφασίζει να ντυθεί τσολιάς και να φωτογραφίζεται με τις τουρίστριες σε μνημεία, ξενοδοχεία και παραλίες. Η ανάπτυξη του τουρισμού δίνει τη δυνατότητα σε ανέργους ή επαγγελματίες με πολύ περιορισμένα εισοδήματα να βγάζουν ένα —αν όχι σταθερό— τουλάχιστον πολύ ικανοποιητικό μεροκάματο των 300-400 δραχμών αυτή την εποχή, όπως ομολογεί ο Γρηγόρης.

Δύο είναι τα βασικά προβλήματα των ανέργων και των υποαπασχολουμένων: η στέγη και το φαγητό. Έχουν κατοικία, συνήθως ένα δωμάτιο σε αυλή ή σε παλιό σπίτι, σε υποβαθμισμένη περιοχή, το οποίο μοιράζονται. Όμως, βρίσκονται συνεχώς υπό διωγμό. Η σπιτονοικοκυρά τους απαιτεί δικαίως τα νοίκια της, και αυτοί πρέπει να προβάλλουν πειστικές δικαιολογίες για να παρατείνουν τη διαμονή τους. Ο Παυλάκιας και ο Μάρκος (Φτώχεια, έρως και κομπίνες) χρωστάνε δεκατρία νοίκια στη δεσποινίδα Κατερίνα (Δέσποινα Παναγιωτίδου) και φοβούνται να την αντιμετωπίσουν. Το ίδιο συμβαίνει με πολλούς άλλους υποτυπωδώς εργαζομένους: τον Μήτρο και τον Μητρούση (Δουλειές του ποδαριού), τον Φλώρο και τον Σπουργίτη (Μη βαράτε όλοι μαζί). Η καλή τους καρδιά είναι ισχυρότερη από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/324.gif&w=600&h=915

Ο Φλώρος και ο Σπουργίτης βρίσκουν στο δρόμο ένα πεντακοσάρικο, με το οποίο υπολογίζουν να πληρώσουν τα νοίκια στην κυρία Περσεφόνη (Δέσποινα Παναγιωτίδου). Όμως, γίνονται μάρτυρες της έξωσης μίας χήρας και των δύο μικρών παιδιών της, συγκινούνται, εξοφλούν το χρέος της και με τα ρέστα ψωνίζουν τρόφιμα και γλυκά για τα πιτσιρίκια.

Ο Καρούμπας και ο Καρκαλέτσος στους Απάχηδες των Αθηνών κλέβουν ψάρια από το τηγάνι της ταβέρνας ή στήνουν ξώβεργες για να φάνε τα πουλιά που θα πιαστούν. Τα ψάρια από το τηγάνι της γειτόνισσας κλέβουν και ο Τρύφωνας με τον Πολύδωρο στα Ντερβισόπαιδα. Ο Παυλάκιας, ο Μάρκος (Φτώχεια, έρως και κομπίνες), ο Τέλης Κοντός, ο Μίστος Μαντραχαλέας (Χαρούμενοι αλήτες) σκαρφίζονται διάφορα κόλπα για να φάνε, με πιο συνηθισμένο το φέσι σε κάποιο εστιατόριο, ύστερα από ένα πλούσιο γεύμα. Οι δύο πρώτοι κλέβουν το καλάθι που φθάνει από το χωριό σε ένα συγκάτοικο, ενώ οι άλλοι δεν περιφρονούν τα κόκαλα που κρίνονται ακατάλληλα για το σκυλάκι μίας πλούσιας κυρίας. Από κοντά έρχεται και η λαχτάρα για τις γυναίκες, γιατί πολύ δύσκολα βρίσκουν κάποια να τους προσέξει.

Η ανεργία που πλήττει το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού δεν περιορίζεται μόνο στους υποπρολετάριους. Ακόμα και όσοι κατάφεραν κάποια στιγμή να στήσουν μία δική τους δουλειά απειλούνται, όπως είδαμε, από την υποτονική αγορά, στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Φώτης (Ελα στο θείο) έχει κτηματομεσιτικό γραφείο, όμως οι αναδουλειές τον έχουν καθηλώσει. Βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα δανειστή του και δεν έχει άλλη λύση, παρά να πείσει την αδελφή του να παντρευτεί κάποιον εύπορο, για να βγει όλη η οικογένεια από το αδιέξοδο.

Πολλοί νέοι στις κωμωδίες είναι άνεργοι και ψάχνουν για δουλειά, μιας και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουν να παντρευτούν την κοπέλα που αγαπούν- έτσι, πιέζονται όχι μόνο από την οικονομική στενότητα, αλλά και από αισθηματικούς λόγους.

Ο θεατρικός συγγραφέας Αλέκος (Ψιτ! κορίτσια) δεν μπορεί να βρει θεατρικό επιχειρηματία που να θέλει να ανεβάσει το έργο του. Αναγκάζεται να αναζητήσει οποιαδήποτε δουλειά. Ανεβοκατεβαίνει σκάλες και βρίσκεται πάντα μπροστά σε «όχι»' έχει φθάσει αργά, και τη δουλειά την έχει πάρει κάποιος άλλος. Πλάνα με πόδια που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν κουρασμένα, με βήματα γεμάτα απογοήτευση, εκφράζουν ελλειπτικά την απελπισία των άνεργων νέων. Αυτοί όμως επιμένουν να ψάχνουν, δεν παραιτούνται, δεν το ρίχνουν στην τεμπελιά, όπως οι υποπρολετάριοι. Ο Αλέκος μετράει τα ελάχιστα ψιλά και αναγκάζεται να αγοράσει ένα «μικρό» πακέτο τσιγάρα. Και όταν η αγαπημένη του του ζητά να της αγοράσει στραγάλια, κοντοστέκεται, μην μπορώντας να της ομολογήσει ότι δεν έχει χρήματα ούτε γι' αυτό.

Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του Αλέκου είναι ότι σε αυτή την οικο-

Σελ. 324
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/325.gif&w=600&h=915

οικονομική στενότητα δεν είναι μόνος. Οι δύο φίλοι του, με τους οποίους συγκατοικεί, ο μηχανικός Σάκης και ο ποδοσφαιριστής Γιώργος (Γιώργος Καμπανέλλης), μοιράζονται το περιορισμένο τους εισόδημα. Η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια χαρακτηρίζουν όλες τις δυάδες ή τριάδες, που φαίνεται ότι δημιουργήθηκαν ακριβώς για να μοιράζονται βάσανα και πενιχρά έσοδα.

Οι άνθρωποι που έχουν δικό τους τρόπο σκέψης, ο οποίος δεν εναρμονίζεται με την κοινή λογική, τίθενται εύκολα στο περιθώριο ως «βλάκες» ή γκαφατζήδες, όπως μαρτυρά η μεταχείριση τους από τους «έξυπνους» σε πολλές κωμωδίες. Ο Μικές (Γιάννης Βογιατζής), ένας τέτοιος βλάκας που μπαίνει σε πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο Ο Μικές παντρεύεται, δεν βρίσκει κατανόηση ούτε από την ίδια του τη μητέρα, η οποία δεν του κρύβει πόσο απελπισμένη είναι μαζί του. Ο Μικές δεν μπορεί να βρει δουλειά, γιατί όπου εμφανίζεται εκνευρίζει τους υποψήφιους εργοδότες με τις απρόβλεπτες κουβέντες του και τους πείθει ότι δεν θα τα καταφέρει να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα που θα του αναθέσουν. Αν σε μία σειρά κωμικών διδύμων οι γκάφες του ενός μετριάζονται από την παρουσία του άλλου, που τις απορροφά και τις καλύπτει, στην περίπτωση του Μικέ η σωτηρία θα έρθει με την αγάπη μίας κουτής κοπέλας, της Σίτσας (Νίτσα Μαρούδα), και την προίκα της. Μέσα από τους δρόμους της δικής του λογικής, ο Μικές θα πετύχει τελικά όπως και πολλοί άλλοι «έξυπνοι» νέοι.

Στις αρχές του 1970 οι αυλές έχουν γίνει σε μεγάλο ποσοστό πολυκατοικίες και οι υποπρολετάριοι, μη βρίσκοντας πλέον στέγη στο κέντρο της πόλης, εγκαθίστανται στις παρυφές της, σε αυτοσχέδια παραπήγματα, όπως αυτά που στεγάζουν τον Θανάση και τους φίλους του (Θανάσης Βέγγος, Ο ξένοιαστος παλαβιάρης). Αν και η εξαθλίωση είναι εμφανέστατη, η αλληλεγγύη δεν λείπει από τους συνοίκους. Μάλιστα, ο ένας από αυτούς, ο Νικηφόρος (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), βοηθάει τον Θανάση να επαναπροσδιορίσει το μέλλον του, να εγκαταλείψει την ιδέα της μετανάστευσης, να κυνηγήσει με μανία κάθε είδους μεροκάματο, να παλέψει με ένταση ενάντια στις δυσκολίες της ζωής.

Η ανάγκη να δοθεί μία λύση στο επαγγελματικό αδιέξοδο αναγκάζει ορισμένους νέους, όπως αντίστοιχα και νέες, να αλλάξουν φύλο μέσω της ενδυμασίας τους. Ο Αντώνης (Σταύρος Παράβας) είναι τόσο απελπισμένος που δεν μπορεί να βρει δουλειά, ώστε αποφασίζει να μεταμφιεστεί σε κοπέλα από την επαρχία και να παρουσιαστεί ως Κλεοπάτρα στο σπίτι του πλούσιου γέρου κυρίου Ιάκωβου (Λαυρέντης Διανέλλος), που ψάχνει για υπηρέτρια στο έργο Η Κλεοπάτρα ήταν Αντώνης. Ο Παράβας καθιερώνεται μέσα από αυτή τη μεταμφίεση, και στο εξής αλλάζει συχνά φύλο στις ταινίες του (π.χ. Η χαρτορίχτρα). Το επιχείρημα για τη μεταμφίεση είναι ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή. Η ανάγκη για δουλειά είναι ακόμα πιο επιτακτική, επειδή ο Αντώνης θέλει να παντρευτεί τη Σοφούλα (Κλεό Σκουλούδη) και χρειάζεται χρήματα για

Σελ. 325
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/326.gif&w=600&h=915

το γάμο. Ο Αντώνης αισθάνεται την καθαρά ανδρική υποχρέωση να αποκαταστήσει την κοπέλα, με την οποία έχει δεσμό ήδη τρία χρόνια, και να την απαλλάξει από τη γκρίνια της μητέρας της. Με τη μεταμφίεση θα φθάσει γρηγορότερα στο σκοπό του. Η εκτέλεση του ανδρικού καθήκοντος περνάει μέσα από τη μεταμφίεση σε γυναίκα. Δίνεται η εντύπωση ότι η ζωή είναι πιο εύκολη για τις γυναίκες, αφού ο Αντώνης ως Κλεοπάτρα και δουλειά έχει, και χρήματα κερδίζει, και απολαμβάνει την προστασία και τους επαίνους του αφεντικού του.

Ο Κώστας Βουτσάς μεταμφιέζεται σε «αράπη» στην κωμωδία του Κώστα Καραγιάννη Τον αράπη κι αν τον πλένης, το σαπούνι σου χαλάς!... Τουλάχιστον τρεις λόγοι εμπνέουν τους σεναριογράφους: η μόδα που επικρατεί σε πλούσια σπίτια να έχουν έγχρωμους μπάτλερ, τους οποίους πληρώνουν αδρά, ως στοιχείο επίδειξης και κοινωνικής διάκρισης, αλλά και η μεγάλη επιτυχία του θεατρικού έργου Αγάπη μου Ουάουα, που παιζόταν για μερικά χρόνια από το θίασο της Κάκιας Αναλυτή (στον επώνυμο ρόλο) και του Κώστα Ρηγόπουλου, καθώς και η επίσης μεγάλη επιτυχία του τραγουδιού του Γιώργου Ζαμπέτα Ο αράπης. Ο ήρωας της κωμωδίας του Καραγιάννη, ο Αντώνης, είναι ένας δραστήριος βοηθός καφενείου, με τον οποίον όλοι είναι ευχαριστημένοι, αλλά δεν κερδίζει αρκετά χρήματα, ούτε έχει προοπτικές κοινωνικής ανέλιξης μέσα από τη δουλειά του. Ο αδελφός της αγαπημένης του Ρούλας (Δημήτρης Μπισλάνης, Ελιά Καλιγεράκη), προκειμένου να διακόψει το δεσμό τους, το θέτει ωμά: θα τον ρίξει στη μέση του ωκεανού, να τον φάνε τα χταπόδια. Παίρνοντας την ιδέα από το φίλο του, ο οποίος έπαιξε τον Οθέλλο στις εξετάσεις της δραματικής σχολής, ο Αντώνης αποφασίζει να μεταμφιεστεί και να αναζητήσει δουλειά στις ακριβές περιοχές της Αθήνας, για να μαζέψει πολλά χρήματα σε μικρό διάστημα και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις του γαμπρού του.

ιγ' Άεργοι

Στην περίπτωση του Αντώνη, τεμπέλη ανιψιού στο Έλα στο θείο, η τεμπελιά θεωρείται κατάλοιπο της παιδικής ηλικίας. Μην έχοντας την κατάλληλη επίβλεψη, επειδή ήταν ορφανός από μητέρα, ο Αντώνης έκανε συνέχεια κοπάνες από το σχολείο, με αποτέλεσμα να μην έχει τώρα αρκετά εφόδια για να εργαστεί. Υποτίθεται ότι ψάχνει για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα περνάει τις ώρες του στο καφενείο παίζοντας τάβλι. Η αεργία είναι μία κατάσταση που τον βολεύει, την έχει συνηθίσει και δεν αποφασίζει να την ξεπεράσει. Τον οδηγεί όμως και σε παραπτώματα, που του στερούν βασικές ανδρικές ιδιότητες, τον καθιστούν υποτελή σε μία γυναίκα και τον γελοιοποιούν εντέλει στα μάτια του θεατή. Τα όρια ανάμεσα στο καλό και στο κακό τού είναι τόσο ασαφή,

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/327.gif&w=600&h=915

ώστε δεν διστάζει να οργανώσει μία σημαντική υπεξαίρεση και να ενοχοποιήσει τον απολύτως τίμιο αντίποδά του, τον υπάλληλο του μαγαζιού Κώστα. Ot συνέπειες δεν είναι ανώδυνες γι' αυτόν, παρά τη φαινομενική ευκολία με την οποία ζει.

Λίγα χρόνια αργότερα κάποιοι νέοι, με πρόφαση την ανεργία, έχουν αποθρασυνθεί. Ο Μίμης (Σταύρος Παράβας, Το έξυπνο πουλί) είναι άνεργος όχι πια από αβουλία, αλλά από πεποίθηση, πράγμα που συμβαδίζει με την ελλειμματική του ηθική. Βγάζει μερικά έκτακτα κέρδη με μικροαπάτες, αλλά τα σταθερά του έσοδα προέρχονται από τους μισθούς της Φανίτσας, την οποία υποχρεώνει να εργάζεται για να τον συντηρεί. Πολλές επιπλέον λεπτομέρειες εικονογραφούν τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία της νεανικής ομάδας που συναντήσαμε ως «τεντιμπόηδες». Η αντικοινωνική τους συμπεριφορά παρουσιάζεται κυρίως σε δράματα, γιατί δεν θεωρείται καθόλου αστεία.

Κατά τη δεκαετία του 1960 τα παραδείγματα επιπόλαιων και τεμπέληδων νέων ανδρών πολλαπλασιάζονται (Το τεμπελόσκυλο" Καλώς ήλθε το δολλάριο" πολλές ταινίες με τον Αλέκο Τζανετάκο). Η τεμπελιά είναι χαρακτηριστικό μίας ομάδας νέων που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην, επειδή συντηρούνται από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Πάντως, όλοι οι τεμπέληδες μπαίνουν κάποτε στον ίσιο δρόμο, ύστερα από διάφορες μεθόδους θεραπείας, με συνηθέστερη την παρουσία της κατάλληλης γυναίκας στη ζωή τους.

Οι γόνοι των πλούσιων οικογενειών είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση και αντιμετωπίζονται χωρίς πρόθεση βελτίωσης. Κατά κανόνα, τους χαρακτηρίζει η τεμπελιά, επειδή τα έχουν βρει όλα έτοιμα από τους γονείς τους και δεν χρειάζεται να κοπιάσουν για τίποτε. Διαθέτουν αυτοκίνητα, μάλιστα ακριβά, ξυπνάνε το μεσημέρι, περνούν τις υπόλοιπες ώρες της μέρας σε κάθε είδους τόπο διασκέδασης και επιστρέφουν σπίτι τους μόνο για να κοιμηθούν. Κανείς δεν τους μαλώνει, και συνήθως οι μητέρες τους τους υπερασπίζονται, γι' αυτό θεωρούνται και υπεύθυνες για την κατάντια τους. Σκαρώνουν κακεντρεχή αστεία σε ανθρώπους πιο αδύναμους από αυτούς, έχουν έντονο το συναίσθημα της προνομιούχου κοινωνικής τάξης, την οποία προφυλάσσουν από ανεπιθύμητες εισβολές άλλων νέων, που δεν ανήκουν στον κύκλο τους και δεν έχουν την οικονομική τους δύναμη. Αν στα κορίτσια που τρώνε τα λεφτά του μπαμπά κάτι τέτοιο θεωρείται αυτονόητο και εν μέρει δικαιολογημένο, στους άνδρες είναι ανεπίτρεπτο. Πάντα ένας νέος μικροαστός που προσπαθεί, ενάντια σε κάθε είδους αντιξοότητες, να εργαστεί και να τα καταφέρει, διατηρώντας αλώβητα τα ηθικά του χαρίσματα, την εντιμότητα, την ειλικρίνεια και το σεβασμό στο συνάνθρωπο, τους δίνει το μάθημα που τους χρειάζεται, κυρίως με το να κερδίσει τη γυναίκα που προόριζαν για τον εαυτό τους, στοχεύοντας όχι στα αισθήματα, αλλά στην προίκα της.

Ο Ιάσων Ζούμπερης (Ανδρέας Μπάρκουλης, Ένας άφραγκος Ωνάσης) εί-

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/328.gif&w=600&h=915

είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Η ξενοδοχειακή επιχείρηση που του άφησε ο πατέρας του τον ενδιαφέρει αποκλειστικά στο βαθμό που του αποφέρει ένα παχυλό εισόδημα. Τρώει τα έτοιμα και, όταν οι πιέσεις τον φέρνουν σε αδιέξοδο, αποφασίζει να την πουλήσει, αδιαφορώντας για την τύχη των εργαζομένων. Γι' αυτόν και για τη συμφεροντολόγα φίλη του δεν θα υπάρξει σωτηρία.

Ο Τζίμης (Γιώργος Γρηγορίου, Ο αχτύπητος χτυπήθηκε) έχει ακριβώς τα χαρακτηριστικά του άεργου γόνου. Ο πατέρας του μετανιώνει για τις σπουδές που πλήρωσε και τα κολέγια όπου τον έστειλε, όταν διαπιστώνει ότι είναι όχι μόνο κοινός κλέφτης, αλλά και ραδιούργος, που διαπράττει ατιμίες για να βγάλει τα εμπόδια από το δρόμο του, συκοφατώντας αθώους. Ο Τζίμης ενοχοποιεί τον Νίκο (Γιώργος Πάντζας), προκειμένου να μη διακινδυνεύσει τη ματαίωση του γάμου του με την Τζούλια (Αιμιλία Υψηλάντη), στην προίκα της οποίας αποβλέπει. Προσπαθεί να αποτρέψει την παρουσία του Νίκου σε μία δεξίωση της Τζούλιας, λέγοντας «τι δουλειά έχει αυτός ανάμεσά μας» και τονίζοντας ότι, αν δεν έρθει, «θα γλιτώσει από τη γελοιοποίηση στους φίλους μας». Αν δούμε πιο προσεκτικά την οικογένειά του, θα διαπιστώσουμε ότι ο πατέρας του του υπέβαλε την ιδέα της σωτήριας προίκας, ενώ η μητέρα του είναι η συνένοχος του. Το χειρότερο γι' αυτόν είναι η ελεεινή δειλία του και η αδιαφορία του για τη ζωή της Τζούλιας, για μία ανθρώπινη ζωή που κινδυνεύει, ενώ ο ίδιος θα μπορούσε να τη σώσει δίνοντας μόνο λίγο αίμα. Το μάθημα θα έρθει από το θύμα του, τον Νίκο, ο οποίος θα πάρει τη θέση του στο πλευρό της Τζούλιας, όπως του αξίζει, και θα βοηθήσει και τον ίδιο σε μία αντίστοιχη δύσκολη στιγμή. Αν οι γονείς του Τζίμη φαίνεται να αντιλαμβάνονται τα σφάλματά τους, δεν είναι σαφές τι θα κάνει και ο ίδιος. Πάντως, όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, που αγωνίζονταν με κύριο όπλο τον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη να βγουν από τη φτώχεια τους, ανταμείβονται με θέσεις στο εργοστάσιο του πατέρα της Τζούλιας.

Παραλλαγή του χαρακτήρα του Τζίμη αποτελεί ο Τώνης (Ερωτιάρης του γλυκού νερού, 1972, σενάριο Νίκος Καμπάνης, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος), που περνάει την ώρα του χαρτοπαίζοντας. Για να καλύψει κάποια χρέη του, κλέβει τον περιπτερά της γειτονιάς και κινδυνεύει να πάει φυλακή. Κάνει επιπόλαιες σχέσεις με ανύποπτα κορίτσια, ενώ η συναισθηματική του αναπηρία είναι φανερή στις σχέσεις του με τους γύρω του. Για την παραβατική του συμπεριφορά κατηγορεί τον πατέρα του (Σταύρος Ξενίδης), που δεν δίστασε να κάνει περιουσία εξουθενώνοντας συνανθρώπους του. Από τη ζωή του λείπουν η μητέρα και το παράδειγμα του ηθικού πατέρα, ενώ η ύπαρξη χρημάτων τού έχει επιτρέψει την ασωτία.

Ένας ιδιόμορφος άεργος, που έχει μετατραπεί σε επαγγελματία, είναι ο πλέι-μπόι. Το βεληνεκές του είναι διεθνές, σε αντίθεση με το «καμάκι», που περιορίζεται σε ό,τι καταφθάνει στην ντόπια αγορά. Ο Ρένος Καμπανάς (Ντί-

Σελ. 328
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/329.gif&w=600&h=915

Ντίνος Ηλιόπουλος, Συμμορία εραστών), πλέι-μπόι διεθνούς ακτιβονολίας, με πλούσιους γάμους στο ενεργητικό του, αποφασίζει να «βγει στη σύνταξη», αλλά προηγουμένως θέλει να μεταφέρει τη γνώση και την πείρα του στη νέα γενιά. Ανοίγει λοιπόν σχολή, στην οποία μαζεύονται διάφοροι αργόσχολοι, που έχουν όμως εξασφαλίσει ένα μικρό κεφάλαιο για τις «σπουδές» τους και τις ανάγκες της προπόνησης. Στόχος τους είναι να κινηθούν στο διεθνή χώρο, να γνωριστούν με πλούσιες γυναίκες και να επιτύχουν συμφέροντες γάμους. Γι' αυτούς η κανονική εργασία είναι άγνωστη. Όμως, τα πράγματα δεν τους έρχονται όπως τα υπολογίζουν. Όλοι θα πάρουν κάποιο μάθημα, που θα τους κάνει να εγκαταλείψουν τις παρασιτικές τους φιλοδοξίες.

2. ΝΕΕΣ

«Η εργασία κάνει τη ζωή γλυκειά... γλυκειά...» Κορίνα, εισοδηματίας, κληρονόμος του οίκου Φραμπαλάς και Σία (Σμάρω Στεφανίδου, Ο Γυναικάς, 1957)

Στη δεκαετία του 1950 η γυναικεία εργασία αφορά κατά κανόνα τις νέες τής οικονομικά ασθενέστερης τάξης μέχρι τη στιγμή που θα παντρευτούν. Όσες δεν έχουν αρσενικό προστάτη, πατέρα ή αδελφό, ή οικογενειακό εισόδημα ή περιουσία που να τις απαλλάσσει από την υποχρέωση πρέπει να ζήσουν από την εργασία τους και να εξασφαλίσουν την προίκα τους. Η εργασία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βιοποριστική ανάγκη. Δεν καλλιεργείται στις κωμωδίες η άποψη ότι η γυναίκα με την εργασία κερδίζει την ανεξαρτησία της, ακόμα και αν κάποιες εργαζόμενες μπορούν να πάρουν αποφάσεις για τη ζωή τους (ΤζένηΤζένη" Επτά χρόνια γάμου" Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του). Οσες κοπέλες εργάζονται δεν είναι περισσότερο ανεξάρτητες από τις άλλες, δεν το κάνουν για να κατακτήσουν την ελευθερία τους, αλλά γιατί δεν έχουν εναλλακτική λύση επιβίωσης. Μόλις εμφανιστεί μία τέτοια λύση, που είναι ο γάμος, όλες είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν τη δουλειά. Το φαινόμενο παρατηρείται αυτούσιο στο κοινωνικό πεδίο" ακόμα και σε έρευνες της δεκαετίας του 1970 η γυναικεία εργασία «αντιμετωπίζεται σαν κάτι αναγκαίο, αλλά προσωρινό», με στόχο τη συντήρηση και τη συγκέντρωση προίκας.301 Η ευθύνη για τη συντήρηση των γυναικών, μετά το γάμο, γίνεται καθήκον του συζύγου τους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 τα γυναικεία επαγγέλματα που εμφανίζονται στις κωμωδίες είναι τα παραδοσιακά, στα οποία κατέφευγαν οι γυναίκες των κατώτερων στρωμάτων στις αστικές περιοχές. Χωρίς επαγγελματική

301. Νικολαΐδου, ό.π., σ. 32, 70, 76, 87" Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, «Κομμωτική, ένα γυναικείο επάγγελμα», Δίνη, τχ. 1, Δεκ. 1986, σ. 102.

Σελ. 329
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/330.gif&w=600&h=915

τική κατάρτιση και χωρίς ανώτερη μόρφωση, οι κοπέλες δεν έχουν πολλές επιλογές. Τα γυναικεία επαγγέλματα έχουν σχέση με τη μόδα — μοδίστρες, καπελούδες, αργότερα μανεκέν- το γραφείο — δακτυλογράφοι, τηλεφωνήτριες" το εμπόριο — πωλήτριες σε καταστήματα γυναικείων ειδών" τέλος, τον καλλιτεχνικό χώρο — τραγουδίστριες, χορεύτριες, ηθοποιοί στο θέατρο και αργότερα στον κινηματογράφο.

α' Μοδίστρες και καπελούδες

Η μοδίστρα είναι επάγγελμα που ταιριάζει στη «γυναικεία φύση», δεν απομακρύνει τις εργαζόμενες από μία οικεία ενασχόληση, στην οποία εκπαιδεύονται από μικρές, προκειμένου να ανταποκριθούν αργότερα στις σχετικές ανάγκες της οικογένειάς τους. Όλα τα κορίτσια μαθαίνουν να ράβουν, ώστε να εξασφαλίζουν ένα από τα εύσημα της καλής νοικοκυράς. Αν τις υποχρεώνουν οι περιστάσεις, μπορούν να κερδίσουν και κάποια χρήματα, ανάγοντας την ιδιωτική ενασχόληση σε επάγγελμα ή πουλώντας τη ραπτομηχανή τους, για να καλύψουν κάποια έκτακτη οικογενειακή ανάγκη.

Η Λέλα (Το σωφεράκι) εργάζεται ως μοδίστρα σε οίκο ραπτικής, για να συντηρήσει τον εαυτό της και τη μητέρα της, όπως επίσης και η Τούλα (Μάρθα Καραγιάννη, Φτώχεια, έρως και κομπίνες), για να μην είναι βάρος στη θεία της, η οποία τη φιλοξενεί. Στο Ελα στο θείο η Ρούλα θα μπορούσε να ράβει, προκειμένου να βοηθήσει τον αδελφό της, του οποίου οι δουλειές δεν πάνε καλά. Όμως, από τη στιγμή που αδελφός υπάρχει και είναι ικανός για εργασία, ενώ παράλληλα διαπνέεται και από αυστηρές παραδοσιακές αντιλήψεις, δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Αυτός είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίζει τη συντήρηση των γυναικών του σπιτιού και θεωρεί μεγάλο ξεπεσμό το να επιτρέψει στην αδελφή του να εργαστεί. Το γεγονός ότι δέχεται να πουλήσουν τη ραπτομηχανή της δεν συνιστά εξίσου σημαντική υποχώρηση.

Μοδίστρες είναι η Καίτη (Άννα Κυριακού, Προπαντός ψυχραιμία), η Τόνια (Γκέλυ Μαυροπούλου, Η ωραία των Αθηνών), η Αλίκη και η Λόλα (Χάρις Καμίλλη, Γκολ στον έρωτα). Στο μοδιστράδικο της Ευθαλίτσας (Μαρίκα Νέζερ, Τζιπ, περίπτερο κι αγάπη), το οποίο αποκαλεί «ατελιέ», εργάζονται τρία-τέσσερα κοριτσόπουλα. Φαίνεται μάλιστα ότι η Ευθαλίτσα προσφέρει και στέγη στην «πεντάρφανη» Φανή, αφού την εκβιάζει ότι θα βρεθεί στο δρόμο «αν δεν είναι καλή με τον κύριο Τώνη» (Γιάννης Γκιωνάκης).

«Γυναικείο» είναι και το επάγγελμα της Έλλης Λαμπέτη στο Κυριακάτικο ξύπνημα, υπάλληλος σε καπελάδικο, ένα χώρο που συνδέεται αποκλειστικά με γυναικεία εργοδοσία και πελατεία. Η ανδρική παρουσία εκεί είναι τόσο περιστασιακή, όσο και το να κερδίσει κανείς το λαχείο και να θελήσει να κάνει ένα καπέλο δώρο στη σπιτονοικοκυρά του.

Σελ. 330
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/331.gif&w=600&h=915

Το επάγγελμα της μοδίστρας φαίνεται να είναι η θηλυκή εκδοχή της αυτοαπασχόλησης, μία από τις ελάχιστες — άλλη μία αφορά τις δικηγορίνες. Κατά τη δεκαετία του 1960 παύει να προσελκύει νεαρές γυναίκες, οι οποίες έχουν πλέον αρκετή μόρφωση, ώστε να μπορούν να στραφούν στα επαγγέλματα γραφείου. Οι μοδίστρες που εμφανίζονται είναι κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, όπως η Αλεξάνδρα (Ο παπατρέχας) ή η Πελαγία (Ρένα Βλαχοπούλου, Η Παριζιάνα), και σαφώς λαϊκής προέλευσης. Οι νέες πρωταγωνίστριες δεν καταδέχονται ίσως να εμφανιστούν σε τέτοιο ρόλο. Το επάγγελμα αναβαθμίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν κάποιοι «οίκοι μόδας» ανήκουν σε γυναίκες, όπως η Μίρκα (Έλενα Ναθαναήλ, Εθελοντής στον έρωτα, 1971, σενάριο Πολύβιος Βασιλειάδης - Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης).

β' Μανεκέν

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 έρχεται στο προσκήνιο το επάγγελμα του μανεκέν. Σε αυτό μεταπηδούν οι κοπέλες με προσωπικότητα, όπως η πωλήτρια Χριστίνα στην ομώνυμη ταινία, η οποία δεν μπορεί να συγκρατήσει τα νεύρα της, ούτε να υιοθετήσει την ευγενική συμπεριφορά που της υποδεικνύει ο προϊστάμενος της, κάθε φορά που μία απαιτητική πελάτισσα εξαντλεί την υπομονή της. Θέλει να επιστρέψει στο τμήμα των μανεκέν, να φοράει ωραία φορέματα, καπέλα, γούνες και να περνάει «με χάρη και με ύφος». Τα μανεκέν είναι αντικείμενο του βλέμματος ανδρών και γυναικών στα σαλόνια των επιδείξεων, αλλά δεν έρχονται σε επαφή με τους επισκέπτες και δεν χρειάζεται να τους μιλήσουν για να προωθήσουν τα προϊόντα της επιχείρησης. Το συγκεκριμένο επάγγελμα δίνει την ευκαιρία στους σκηνοθέτες να δείξουν ημίγυμνα κορίτσια, με μαγιό ή εσώρουχα, εν αναμονή της έναρξης της παρέλασης. Το παρασκήνιο με τους αναπόφευκτους γυναικοκαβγάδες παρουσιάζεται στο Αγρίμι (1965, Κώστας Καραγιάννης), αλλά τα πράγματα είναι πιο ήρεμα και οι κοπέλες πιο συνεργάσιμες στο Τρεις κούκλες κι εγώ.

Η Λένα (Μάρθα Καραγιάννη, Τρεις κούκλες κι εγώ) πέρασε στην επίδειξη φορεμάτων από τη μοδιστρική. Είναι διπλά χρήσιμη στον οίκο μόδας στον οποίο εργάζεται, επειδή μπορεί να επιδιορθώνει όποιο ρούχο χρειάζεται. Χάρη στη δουλειά της, ταξιδεύει σε νησιά με ακριβό τουρισμό. Αυτή και οι συνάδελφοι της μπορούν να κάνουν εκεί πολύ επωφελείς γνωριμίες, που καταλήγουν σε γάμο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο Νύχτες στο Μιραμάρε, όπου τα δύο μανεκέν, τα οποία κάνουν πολυτελείς διακοπές με τα χρήματα που κέρδισαν σε μία μεγάλη περιοδεία στην Ανατολή, γνωρίζουν και παντρεύονται δύο πλούσιους Ελληνοαμερικανούς.

Μερικά χρόνια αργότερα αναπτύσσεται το συγγενές επάγγελμα του φωτομοντέλου (Ο Στρατής παραστράτησε), όπου οι κοπέλες ποζάρουν και φωτο-

Σελ. 331
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/332.gif&w=600&h=915

φωτογραφίζονται προκειμένου να διαφημίσουν κάποια προϊόντα. Η Βαντίζα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα) ήταν η πρώτη ίσως που εμφανίστηκε σε αυτό το επάγγελμα, χωρίς ωστόσο να είναι επαγγελματίας — ήταν φοιτήτρια. Η Νίνα (Αχ! αυτή η γυναίκα μου) εργάζεται ως φωτομοντέλο και διαφημίζει αυτοκίνητα, αλλά εγκαταλείπει το επάγγελμά της μετά το γάμο, κατ' απαίτηση του ζηλιάρη συζύγου της. Η ενέργειά της συγκεντρώνεται τώρα στη δική του επαγγελματική ανέλιξη.

Εν τω μεταξύ, ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η συμμετοχή στα καλλιστεία είναι ένα καλό μέσο διάκρισης για τις κοπέλες που θέλουν να εκμεταλλευτούν τα φυσικά τους χαρίσματα. Η καμπαρετζού Λόλα (Ο γυναικάς) θέλει να κερδίσει πάση θυσία το πρώτο βραβείο σε καλλιστεία δεύτερης κατηγορίας και το χρηματικό ποσό που το συνοδεύει. Η Ντέντη (Λαός και Κολωνάκι) συμμετέχει στα επίσημα της «Σταρ Ελλάς», γεμάτη αυτοπεποίθηση για την ομορφιά της και με την παρότρυνση της ξεπεσμένης αριστοκράτισσας μητέρας της. Και οι δύο συμμετοχές καταλήγουν σε απίστευτο φιάσκο, μία έμμεση κριτική στο θεσμό, ενδεχομένους. Ο ιμπρεσάριος που οργανώνει συνοικιακά καλλιστεία βάζει τα δύο του λαγωνικά να πείσουν όσες όμορφες κοπέλες συναντούν να λάβουν μέρος στο διαγωνισμό, με δόλωμα ότι, αν νικήσουν, θα γίνουν σταρ του κινηματογράφου (Από λαχτάρα σε λαχτάρα, 1967, σενάριο Φραγκίσκος Μανέλλης - Πριονάς, σκηνοθεσία Βαγγέλης Μελισσηνός). Ούτε αυτή η μίζερη παρέλαση έχει καλύτερο τέλος από τις προηγούμενες. Ο Βαν Ζελ, καθηγητής ρυθμικής και μάνατζερ στα καλλιστεία (Χρόνης Εξαρχάκος, Μια κυρία στα μπουζούκια), αναγκάζεται να κάνει φροντιστήριο καλλιτεχνικών γνώσεων στις υποψήφιες, να τους μαθαίνει ποιος είναι ο Σαίξπηρ, ο Τσαϊκόφσκι και ο Μπετόβεν, προκειμένου να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αξιοπρεπώς τους δημοσιογράφους.

Η δουλειά του μανεκέν κρύβει κινδύνους για τις εργαζόμενες. Στο Ψιτ! κορίτσια η Αλέκα (Ντόρα Γιαννακοπούλου), μανεκέν, βάζει στη θέση του τον πλούσιο γέρο, που συχνάζει στις επιδείξεις μόδας, για να διαλέγει ερωμένες ανάμεσα στα μανεκέν, και ο οποίος την πλησιάζει, λέγοντάς της ότι θα την «υποστηρίξει». Έχει πολλά προσόντα, το μόνο που της λείπει είναι τα χρήματα για να προβληθεί στη μεγάλη ζωή, και αυτός προθυμοποιείται να της τα προσφέρει «ανιδιοτελώς»: «κοσμήματα, γούνες, πολυτελές διαμέρισμα, τουαλέτες, βραδινή ζωή, κέντρα, σινεμά... το όνειρο κάθε κοριτσιού». Οι περισσότερες κοπέλες στο Αγρίμι φαίνεται ότι δέχονται ευχαρίστως τέτοιου είδους υποστήριξη, γι' αυτό διαφοροποιούνται και οπτικά από την ηθική πρωταγωνίστρια Κάκια (Χριστίνα Σύλβα): εκείνες φορούν μαγιό και αυτή ένα συντηρητικό φόρεμα.

Σελ. 332
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/333.gif&w=600&h=915

γ' Γραμματείς, δακτυλογράφοι, τηλεφωνήτριες

Οι τρεις γραμματείς και δακτυλογράφοι του οίκου «Φραμπαλάς και Σία» (Ο γυναικάς) έχουν το μυαλό τους περισσότερο στον καλλωπισμό τους παρά στη δουλειά. Βάφονται, χτενίζονται, λιμάρουν τα νύχια τους και αδιαφορούν για την είσοδο του προϊστάμενού τους στο γραφείο. Μπορεί αυτός να σχολιάζει τη στάση τους, αλλά τους φέρεται καλά, κι έτσι δεν τον φοβούνται. Ήδη σε αυτό το παράδειγμα δίνεται μία εικόνα της σεξουαλικής διάστασης που μπορεί να αποκτήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα. Ο ηλικιωμένος και καθόλου ελκυστικός διευθυντής ζητά από τις υπαλλήλους του «να είναι καλές μαζί του» και αυτές ανέχονται τα χάδια και τα φιλιά του και διαπραγματεύονται μαζί του τα ποσά της καλοσύνης τους. Στο συγκεκριμένο γραφείο οι εργαζόμενες είναι ιδιαίτερα υποχωρητικές- εμφανίζεται ωστόσο και η νέα που θα αντιδράσει βίαια στην επίθεσή του, μολονότι έχει μεγάλη ανάγκη και από το μισθό της και από τα ενδεχόμενα επιπλέον έσοδα. Η Άλκη (Σμαρούλα Γιούλη) πρέπει επειγόντως να πιάσει δουλειά, προκειμένου να στηρίξει την αδελφή της και τα δύο ανιψάκια της. Είναι η μόνη ευσυνείδητα εργαζόμενη, ενδιαφέρεται για τη δουλειά, και όχι για την εμφάνισή της. Αυτό όμως δεν την προφυλάσσει από τις προτάσεις του αφεντικού, η βίαιη απόρριψη των οποίων την αναγκάζει να βρεθεί ξανά άνεργη. Ο Νίκος Τσιφόρος αισθάνεται την ανάγκη να συνηγορήσει υπέρ των κοριτσιών που προσπαθούν να βγάλουν τίμια το ψωμί τους, τονίζοντας ότι οι πραγματικοί άνδρες δεν εκμεταλλεύονται τη δύσκολη κατάσταση των αδυνάτων.

Η Βαρβάρα (Οικογένεια Παπαδοπούλου), γραμματέας σε μεγάλη επιχείρηση, γνωρίζει αγγλικά και ελληνική στενογραφία. Δακτυλογράφος σε ειδικό κατάστημα είναι η Άννα (Λάθος στον έρωτα). Ο έκτακτος πελάτης μπορεί να ζητήσει υπηρεσίες στο γραφείο, στο σπίτι ή στο ξενοδοχείο του, ενώ αυτή είναι υποχρεωμένη να φορτωθεί τη γραφομηχανή της και να πάει, για να αντιμετωπίσει επιπλέον το φλερτ του. Στον Καταφερτζή η Λίνα είναι δακτυλογράφος, αλλά γνωρίζει και γαλλικά και είναι σε θέση να ξεναγεί τους τουρίστες καλύτερα από τον Κανέλλο.

Μία δακτυλογράφος γνωρίζει τα μυστικά της επιχείρησης και, όταν οι προϊστάμενοι της τη θέλουν συνεργό στα παράνομα σχέδιά τους, μπορεί να αποκαλύψει στα θύματά τους την πλεκτάνη και να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Αυτό κάνουν η Αλέκα και η Φωφώ, δακτυλογράφοι στο εργοστάσιο του Μικέ και των συνεταίρων του (Μπεάτα Ασημακοπούλου, Ντίνα Τριάντη, Κώστας Ρηγόπουλος, Πράκτορες 005 εναντίον Χρυσοπόδαρου). Συνειδητοποιούν ξαφνικά ότι συνεργούν στην εξαπάτηση των αγαθών και καλόκαρδων Κοσμά και Δαμιανού και αποφασίζουν να τους βοηθήσουν, για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους και αυτά των συναδέλφων τους.

Σελ. 333
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/334.gif&w=600&h=915

Η Μάρω, ένα μαζεμένο κορίτσι από την Ανδραβίδα (Νόρα Βαλσάμη, Τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι, 1969, σενάριο Γιώργος Κατσαμπής, σκηνοθεσία Ερρίκος Ανδρέου), γράφει αιτήσεις στο τοπικό ειρηνοδικείο, ώς τη στιγμή που αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη της στην πρωτεύουσα. Είναι και αυτή χαμένη όταν φθάνει στη μεγάλη πόλη. Ξεχωρίζει από την εμφάνιση, τα κακόγουστα ρούχα, τα μαζεμένα σε έναν απλό κότσο μαλλιά, το συνεσταλμένο και νευρικό ύφος της. Όμως, είναι ικανή στη δουλειά της και ξέρει καλά γράμματα, ώστε προσλαμβάνεται αμέσως ως δακτυλογράφος σε μεγάλο κατάστημα υποδημάτων.

Μία εργασία λίγο παλιομοδίτικη, αλλά πάντα κατάλληλη και ασφαλής για δεσποινίδες, είναι αυτή της συνοδού πλούσιων ηλικιωμένων κυριών. Η Βασούλα (Τζένη Καρέζη, Ενας ιππότης για τη Βασούλα) είναι γραμματέας και αναγνώστρια της ιδιόρρυθμης κυρίας (Μαρία Φωκά). Μαζί περνούν τα βράδια τους διαβάζοντας ιπποτικά μυθιστορήματα, επειδή η κυρία είναι προσκολλημένη σε παλαιότερες, ρομαντικές εποχές.

Τηλεφωνήτρια στον ΟΤΕ είναι η Ρίτα (Μίρκα Καλατζοπούλου, Η κόρη μου η ψεύτρα), επιφορτισμένη με τις υπεραστικές συνδέσεις. Εχει τη δυνατότητα να συνομιλεί με τους πελάτες, να αξιολογεί τη φωνή τους, να κρυφακούει τις συζητήσεις τους, να ανακαλύπτει την ταυτότητά τους και να τους συναντά. Η αλήθεια είναι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει άπαξ, όταν η Ρίτα ανησυχεί για τη ζωή του Ντίνου (Ερρίκος Μπριόλας), που υποτίθεται ότι αποφάσισε να αυτοκτονήσει.

δ' Πωλήτριες

Στο γαλακτοπωλείο του αδελφού της δουλεύει η Έλλη (Ξένια Καλογεροπούλου, Λαός και Κολωνάκι) την ώρα που αυτός γυρίζει στα σπίτια και μοιράζει γάλα. Ο Κώστας έχει το γενικό πρόσταγμα και αποφασίζει για τη βελτίωση των εργασιών εννοείται ότι η Έλλη δεν παίρνει καμία πρωτοβουλία σε σχέση με την επιχείρηση και φαίνεται ότι το μόνο θέμα που την απασχολεί είναι η ευόδωση του ειδυλλίου της με τον Πέτρο. Είναι ωστόσο υπεύθυνη για το νοικοκυριό της κοινής αδελφικής κατοικίας. Η Έλλη, όπως η Ελένη (Κάκια Παναγιώτου, Θανασάκης ο πολιτευόμενος) ή η Άννα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα), ανήκει στην κατηγορία των εργαζόμενων γυναικών που προσφέρουν στην οικογενειακή επιχείρηση χωρίς αμοιβή, σαν να πρόκειται για προέκταση των οικιακών τους ενασχολήσεων.

Η Λουκία (Ξένια Καλογεροπούλου, Ο θησαυρός του μακαρίτη) εργάζεται ως υπάλληλος σε ζαχαροπλαστείο και κερδίζει 800 δραχμές το μήνα. Υπάλληλος σε πολυκατάστημα της Θεσσαλονίκης είναι η Χριστίνα στην ομώνυμη ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη και υποχρεώνεται, όπως και όλοι οι συνάδελφοι

Σελ. 334
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/335.gif&w=600&h=915

της, να ανέχεται τις ιδιοτροπίες των πελατισσών, που κατεβάζουν τα ράφια, αλλά δεν αποφασίζουν τι θα αγοράσουν, να εκτελεί τις επιθυμίες τους αδιαμαρτύρητα και να κινδυνεύει με επίπληξη του διευθυντή αν κάποια κυρία εκφράσει παράπονα για πλημμελή εξυπηρέτηση. Η Κάκια (Το αγρίμι) απολύεται κατ' απαίτηση της πολύ κακιάς πελάτισσας (Έφη Οικονόμου), επειδή τόλμησε να της πει τη γνώμη της για το μαγιό που δοκίμαζε. Η υπάλληλος (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Δν έχεις τύχη...) είναι υποχρεωμένη να επισκέπτεται τα σπίτια των πλούσιων πελατισσών, να παίρνει και να παραδίδει τις παραγγελίες τους. Η Καίτη (Νίκη Λινάρδου, Φίφης ο αχτύπητος) εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα δίσκων, στο πολύ γνωστό στην εποχή του «Music-Box». Η νέα βιομηχανία της μουσικής δίνει επίσης νέες δυνατότητες εργασίας.

ε' Εργάτριες

Ένα σπάνιο παράδειγμα εργάτριας σε κωμωδία είναι η Ελένη Μαργουλή (Κατηγορούμενος ο έρως), για την οποία δίνονται περισσότερα στοιχεία για την ηθική της, όπως είδαμε, παρά για την εργασία της. Στην Κόμησσα της φάμπρικας εμφανίζονται εργάτριες σε εργοστάσιο υφαντουργίας, με κάποια πλάνα που δίνουν την αίσθηση της λειτουργίας του χώρου. Η δυναμική διεκδίκηση κάποιων αιτημάτων τους καταλήγει στη σύλληψη της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας.

στ' Υπηρέτριες

Ένα επάγγελμα πολυπληθές, για το οποίο δίνονται αρκετά στοιχεία στις κωμωδίες, είναι αυτό της υπηρέτριας, που ανήκει στην κατώτερη επαγγελματική κλίμακα. Τα κορίτσια που εργάζονταν ως υπηρέτριες σε σπίτια της πρωτεύουσας προέρχονταν από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, συνήθως της επαρχίας, και δεν είχαν κοντά τους κάποιο μέλος της οικογένειάς τους ικανό να τις προστατεύει. Γίνονταν έτσι θύματα εκμετάλλευσης κάθε είδους και έπρεπε να αντιμετωπίσουν χωρίς διαμαρτυρίες την απότομη ή βίαιη συμπεριφορά, τα νεύρα, τις παραξενιές, ακόμα και τις σεξουαλικές επιθέσεις των αφεντικών τους.

Την άφιξη της Παγώνας από το χωριό στην πόλη, όπου έρχεται για να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, παρακολουθούμε στην Οικογένεια Παπαδοπούλου. Θα εγκατασταθεί στο σπίτι των θείων της, που φιλοξενούν ακόμα μία ανιψιά τους, η οποία σπουδάζει δασκάλα. Η διαφορά ανάμεσα στην Παγώνα και στις άλλες δύο κοπέλες του σπιτιού, στη Βαρβάρα και στη Μαρίνα, είναι μεγάλη. Η Παγώνα, παιδί πολυμελούς οικογένειας, έρχεται από το χωριό στην πόλη για να δουλέψει στην υπηρεσία των συγγενών της, και όχι για να σπουδάσει. Η εμφάνισή της δεν έχει την κομψότητα των άλλων· φοράει χοντρά και φαρδιά ρούχα, με κλειστό γιακά, κάτω από το γόνατο, που δεν αφήνουν τις

Σελ. 335
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/336.gif&w=600&h=915

γραμμές του σώματος της να φανούν, έχει τα μαλλιά της σε πλεξίδες, ενώ η συμπεριφορά της είναι το ίδιο άτσαλη με τα ρούχα της. Η Μαρίνα, αν και έρχεται από τον ίδιο τόπο, έχει εγκλιματιστεί στην πρωτευουσιάνικη εικόνα των κοριτσιών, ντύνεται κομψά, χωρίς να ασχολείται αποκλειστικά με τη μόδα. Τα κορίτσια φέρονται φιλικά στην Παγώνα, αλλά η μητέρα έχει καθήκον να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί, και έτσι της υποδεικνύει τρόπους συμπεριφοράς και τομείς αρμοδιοτήτων. Ο πατέρας δεν διστάζει να συνοδέψει τις παρατηρήσεις του για την αδεξιότητά της με καμιά σφαλιάρα. Η προέλευση έχει λιγότερη σημασία από την οικονομική κατάσταση του ατόμου. Αυτό που χαρακτηρίζει την Παγώνα δεν είναι το γεγονός ότι μεγάλωσε στο χωριό, αλλά ότι αναγκάστηκε να εργαστεί ως υπηρέτρια, έστω και σε συγγενικό σπίτι, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της.

Στο έργο Τζο ο τρομερός η Νάντια, όπως είδαμε, πέφτει θύμα του θείου της, ο οποίος καταχράται τη μητρική περιουσία της και την κρατά στο σπίτι ως υπηρέτρια. Τόσο ο ίδιος όσο και η κόρη του της συμπεριφέρονται σκαιά και τη χαστουκίζουν χωρίς λόγο. Η Νάντια δεν έχει καμία δυνατότητα να αντιδράσει, δεν έχει εναλλακτικό καταφύγιο. Υπομένει τα βάσανά της, χωρίς να ελπίζει ότι θα λυτρωθεί από αυτά. Όσο και αν θυμίζει βικτωριανά μυθιστορήματα ή, έστω, το παραμύθι της Σταχτοπούτας αυτή η κατάληξη είναι στην πραγματικότητα κοινή μοίρα για πολλά κορίτσια, ορφανά και από τους δύο γονείς.

Οι υπηρέτριες υφίστανται κάθε είδους κακομεταχείριση από τα αφεντικά τους, όπως παραπονιέται η Μαρία (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Φουκαράδες και λεφτάδες): «Έχω ακούσει εγώ βρισιές στη ζωή μου... Δε γεννήθηκα λεφτού για να με σέβονται. Δουλεύω από μικρό παιδάκι... Καταλαβαίνεις λοιπόν τι έχω ακούσει...». Τα λόγια της επιβεβαιώνονται από πολλές άλλες κωμωδίες, όπου οι κυρίες μιλούν απότομα στις υπηρέτριές τους, χωρίς κανέναν εμφανή λόγο, από καθημερινή συνήθεια.

Η κυρία Αλέκα (Κυβέλη Θεοχάρη, Ο Ηλίας του 16ου) δεν θα διστάσει να κατηγορήσει την υπηρέτριά της την Τασία για κλέφτρα, προκειμένου να δικαιολογήσει μία δική της υπεξαίρεση. Εκ προοιμίου, ο λόγος της έχει μεγαλύτερη αξία και όλοι την πιστεύουν, από τη φίλη της και θύμα τής υπεξαίρεσης (Μαρίκα Κρεββατά) ώς τους αστυνομικούς στο τμήμα. Η Τασία αρνείται την κατηγορία, υπερασπίζεται το καθαρό της όνομα, αλλά μόνη της δεν καταφέρνει τίποτε. Όπως παρατηρεί και ο ψευτοαστυνομικός Ηλίας (Κώστας Χατζηχρήστος), που κατά τύχη γνωρίζει την αλήθεια, «κλοπή έγινε, εσείς δεν έχετε ιδέα, εσείς κοτζάμ κύριος, εκείνη κοτζάμ κυρία, πού θα πέσει η υποψία, στο φτωχαδάκι θα πέσει». Ο σύζυγος κλέβει το δαχτυλίδι της γυναίκας του (Περικλής Χριστοφορίδης, Ελένη Ζαφειρίου), για να το χαρίσει στη φιλενάδα του στην Καφετζού και οι υποψίες πέφτουν στην υπηρέτρια. Τα ίδια παθαίνει

Σελ. 336
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/337.gif&w=600&h=915

και η Κατερίνα (Χριστίνα Σύλβα, Το ρομάντσο μιας καμαριέρας, 1965, σενάριο Γιώργος Ολύμπιος, σκηνοθεσία Δημήτρης Αθανασιάδης), την οποία η κακότροπη κυρία της (Έφη Οικονόμου) υποπτεύεται και ψάχνει κρυφά τα πράγματά της.

Η Κατερίνα (Άννα Παϊτατζή) στο Εχει θείο το κορίτσι εκδιώκεται όταν η πουριτανή κυρία της (Σοφία Βερώνη) τη συλλαμβάνει με τον καλό της (Γιώργος Δάνης) στην κουζίνα. Όσο βρίσκεται στο σπίτι όπου εργάζεται, πράγμα που σημαίνει μέρα-νύχτα, όλη την εβδομάδα, δεν νοείται να έχει προσωπική ζωή. Κατά κανόνα, οι υπηρεσίες δικαιούνται λίγες ώρες εξόδου την Κυριακή το απόγευμα. Όταν θέλουν να συναντήσουν το φίλο τους, το κάνουν πάντα κρυφά από τα αφεντικά, αλλά συχνά είναι αρκετά τολμηρές, ώστε να τον φέρνουν μυστικά στο σπίτι.

Σε αυτή τη λύση καταφεύγει η Τασία (Κλεό Σκουλούδη) στους Σκανδαλιάρηδες. Η κυρία της (Πόπη Λάζου) είναι νευρική και απότομη, αυτό όμως δεν εμποδίζει την Τασία να καλεί τον αγαπημένο της (Νίκος Σταυρίδης) όταν λείπουν τα αφεντικά και να του παραθέτει πλουσιοπάροχο δείπνο. Η υποκατάσταση των αφεντικών στην κυριότητα του σπιτιού, και ιδιαίτερα η έντονη επιθυμία τους να φορούν τα ρούχα της κυρίας είναι ο κρυφός πόθος πολλών υπηρετριών, που αναλύεται με ευτράπελες λεπτομέρειες στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου Όταν λείπη η γάτα (1962). Ο σοφέρ, η καμαριέρα και η μαγείρισσα (Βασίλης Αυλωνίτης, Νίκη Λινάρδου, Ρένα Βλαχοπούλου) παρουσιάζονται σε ένα νυκτερινό κέντρο με τα ρούχα, το αυτοκίνητο και το όνομα των αφεντικών τους, πράγμα που δίνει αφορμή για μία σειρά παρεξηγήσεων. Στο έργο Αχ! αυτή η γυναίκα μου η υπηρέτρια Ασημίνα (Μαρία Κωνσταντάρου) καλείται να βοηθήσει τα αφεντικά της και να υποδυθεί την κυρία του σπιτιού. Η μεγαλύτερή της απόλαυση είναι να φοράει τις τουαλέτες της Νίνας και να περνάει και αυτή τις ώρες της καλλωπιζόμενη. Στον Καμαριέρη της μπουζουξούς (1971, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας) οι υπηρέτριες της γειτονιάς επωφελούνται από την απουσία μίας αφεντικίνας για να κάνουν πάρτι στο σπίτι της, φορώντας τα ρούχα των κυριών τους. Χωρίς ενδοιασμούς, η Μαρία (Μάρθα Καραγιάννη) φοράει τα ρούχα της κυρίας της και παίρνει τη θέση της (Μια κυρία στα μπουζούκια).

Οπωσδήποτε, η Σταχτοπούτα ομολογεί τη σχέση της με το ομώνυμο παραμύθι, μόνο που εδώ καλοί είναι οι εργοδότες, όχι η νεράιδα νονά, και κακοί δεν υπάρχουν. Η καμαριέρα Μαρία (Κάκια Αναλυτή) έχει πολύ φιλική σχέση με τη συνομήλική της κόρη του μεγαλοβιομηχάνου, για την οποία εργάζεται (Βέτα Προέδρου). Η κυρία της επιπλέον της δίνει άδεια και της χαρίζει ένα εισιτήριο και πληρωμένες διακοπές σε πολυτελές ξενοδοχείο της Κέρκυρας.

Όπως συμβαίνει και με τις γραμματείς, οι συζητήσεις και τα προβλήματα των αφεντικών δεν μπορούν να κρυφτούν από το προσωπικό, το οποίο είτε συ-

Σελ. 337
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 318
    

    γόμες. Όμως, το μεροκάματο είναι πολύ μικρό, ο μισθός του πατέρα του ακόμα πιο ανεπαρκής και ο Ανδρέας απελπίζεται. Συνειδητοποιεί ότι το απολυτήριο του γυμνασίου μπορεί να εξασφαλίσει δουλειά μόνο σε δεσποινίδες με προσόντα Μπριζίτ Μπαρντό και ότι η μόνη λύση στο επαγγελματικό του αδιέξοδο θα ήταν μία δική του επιχείρηση, για την οποία όμως δεν υπάρχουν κεφάλαια.

    Όταν το επάγγελμα δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του νέου, μόνη διέξοδος γίνονται η φαντασία και το ψέμα. Στον Παραμυθά ο Δημήτρης ήθελε να γίνει πιλότος, αλλά δεν τα κατάφερε, επειδή ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται για να συντηρήσει την οικογένειά του και δεν είχε αρκετό χρόνο για διάβασμα. Μολονότι έχει μία ικανοποιητική δουλειά και καλό μισθό στην Ολυμπιακή Αεροπορία, το απωθημένο του τον βασανίζει πάντα και του δημιουργεί πολλά προβλήματα. Η περίπτωση του αποκαλύπτει μία ακόμα αρνητική πτυχή των κοινωνικών εξελίξεων, όπου η προσωπική αποτυχία σε συγκεκριμένους στόχους κάνει το άτομο να αισθάνεται ότι μειονεκτεί κοινωνικά. Ο Δημήτρης εξισορροπεί αυτό το αίσθημα υποκρινόμενος σε κάθε ευκαιρία τον πιλότο, επάγγελμα που θεωρεί ανώτερο από το δικό του.

    ιβ' Άνεργοι και υποαπασχολούμενοι

    Η ανάπτυξη της βιομηχανίας μεταπολεμικά ακολουθεί πολύ αργούς ρυθμούς.298 Η ανεργία κατά τη δεκαετία του 1950 αφορά το 30% περίπου του ενεργού αστικού πληθυσμού.299 Στις κωμωδίες η ανεργία συνδυάζεται συχνά με την περιθωριοποίηση και παρουσιάζεται από μία σχετικά ανώδυνη οπτική γωνία, που δεν κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα σε αυτήν και στην τεμπελιά. Έτσι, η ανεργία εμφανίζεται κατά ένα ποσοστό ως ατομική υπόθεση, την οποία θα μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να απαλείψει, αν ήταν απλώς πιο δραστήριος. Πάντως, συχνά ομολογείται ότι οι άνεργοι εξάντλησαν την αντοχή τους, χωρίς να βρουν μία νόμιμη απασχόληση. Δεν τα κατάφεραν, γιατί δεν υπάρχουν δουλειές. Αναγκάζονται τότε να καταφύγουν σε δουλειές του ποδαριού, σε μικροπαρανομίες και κομπίνες. «Εφόσον το οικονομικό σύστημα δεν μπορούσε να απορροφήσει το εργατικό δυναμικό, ο λαός έπρεπε να φροντίσει μόνος του για την τύχη του».300 Η έλλειψη προσφοράς εργασίας εξηγεί την αυξανόμενη εμφάνιση στις κωμωδίες πλανόδιων πωλητών κατά δυάδες ή τριάδες, όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, που

    298. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία. Από την απελευθέρωση ώς τους συνταγματάρχες, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1981, σ. 117.

    299. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, Αθήνα 1987, σ. 23.

    300. Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία..., ό.π., σ. 118.