Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 326-345 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/326.gif&w=600&h=915

το γάμο. Ο Αντώνης αισθάνεται την καθαρά ανδρική υποχρέωση να αποκαταστήσει την κοπέλα, με την οποία έχει δεσμό ήδη τρία χρόνια, και να την απαλλάξει από τη γκρίνια της μητέρας της. Με τη μεταμφίεση θα φθάσει γρηγορότερα στο σκοπό του. Η εκτέλεση του ανδρικού καθήκοντος περνάει μέσα από τη μεταμφίεση σε γυναίκα. Δίνεται η εντύπωση ότι η ζωή είναι πιο εύκολη για τις γυναίκες, αφού ο Αντώνης ως Κλεοπάτρα και δουλειά έχει, και χρήματα κερδίζει, και απολαμβάνει την προστασία και τους επαίνους του αφεντικού του.

Ο Κώστας Βουτσάς μεταμφιέζεται σε «αράπη» στην κωμωδία του Κώστα Καραγιάννη Τον αράπη κι αν τον πλένης, το σαπούνι σου χαλάς!... Τουλάχιστον τρεις λόγοι εμπνέουν τους σεναριογράφους: η μόδα που επικρατεί σε πλούσια σπίτια να έχουν έγχρωμους μπάτλερ, τους οποίους πληρώνουν αδρά, ως στοιχείο επίδειξης και κοινωνικής διάκρισης, αλλά και η μεγάλη επιτυχία του θεατρικού έργου Αγάπη μου Ουάουα, που παιζόταν για μερικά χρόνια από το θίασο της Κάκιας Αναλυτή (στον επώνυμο ρόλο) και του Κώστα Ρηγόπουλου, καθώς και η επίσης μεγάλη επιτυχία του τραγουδιού του Γιώργου Ζαμπέτα Ο αράπης. Ο ήρωας της κωμωδίας του Καραγιάννη, ο Αντώνης, είναι ένας δραστήριος βοηθός καφενείου, με τον οποίον όλοι είναι ευχαριστημένοι, αλλά δεν κερδίζει αρκετά χρήματα, ούτε έχει προοπτικές κοινωνικής ανέλιξης μέσα από τη δουλειά του. Ο αδελφός της αγαπημένης του Ρούλας (Δημήτρης Μπισλάνης, Ελιά Καλιγεράκη), προκειμένου να διακόψει το δεσμό τους, το θέτει ωμά: θα τον ρίξει στη μέση του ωκεανού, να τον φάνε τα χταπόδια. Παίρνοντας την ιδέα από το φίλο του, ο οποίος έπαιξε τον Οθέλλο στις εξετάσεις της δραματικής σχολής, ο Αντώνης αποφασίζει να μεταμφιεστεί και να αναζητήσει δουλειά στις ακριβές περιοχές της Αθήνας, για να μαζέψει πολλά χρήματα σε μικρό διάστημα και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις του γαμπρού του.

ιγ' Άεργοι

Στην περίπτωση του Αντώνη, τεμπέλη ανιψιού στο Έλα στο θείο, η τεμπελιά θεωρείται κατάλοιπο της παιδικής ηλικίας. Μην έχοντας την κατάλληλη επίβλεψη, επειδή ήταν ορφανός από μητέρα, ο Αντώνης έκανε συνέχεια κοπάνες από το σχολείο, με αποτέλεσμα να μην έχει τώρα αρκετά εφόδια για να εργαστεί. Υποτίθεται ότι ψάχνει για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα περνάει τις ώρες του στο καφενείο παίζοντας τάβλι. Η αεργία είναι μία κατάσταση που τον βολεύει, την έχει συνηθίσει και δεν αποφασίζει να την ξεπεράσει. Τον οδηγεί όμως και σε παραπτώματα, που του στερούν βασικές ανδρικές ιδιότητες, τον καθιστούν υποτελή σε μία γυναίκα και τον γελοιοποιούν εντέλει στα μάτια του θεατή. Τα όρια ανάμεσα στο καλό και στο κακό τού είναι τόσο ασαφή,

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/327.gif&w=600&h=915

ώστε δεν διστάζει να οργανώσει μία σημαντική υπεξαίρεση και να ενοχοποιήσει τον απολύτως τίμιο αντίποδά του, τον υπάλληλο του μαγαζιού Κώστα. Ot συνέπειες δεν είναι ανώδυνες γι' αυτόν, παρά τη φαινομενική ευκολία με την οποία ζει.

Λίγα χρόνια αργότερα κάποιοι νέοι, με πρόφαση την ανεργία, έχουν αποθρασυνθεί. Ο Μίμης (Σταύρος Παράβας, Το έξυπνο πουλί) είναι άνεργος όχι πια από αβουλία, αλλά από πεποίθηση, πράγμα που συμβαδίζει με την ελλειμματική του ηθική. Βγάζει μερικά έκτακτα κέρδη με μικροαπάτες, αλλά τα σταθερά του έσοδα προέρχονται από τους μισθούς της Φανίτσας, την οποία υποχρεώνει να εργάζεται για να τον συντηρεί. Πολλές επιπλέον λεπτομέρειες εικονογραφούν τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία της νεανικής ομάδας που συναντήσαμε ως «τεντιμπόηδες». Η αντικοινωνική τους συμπεριφορά παρουσιάζεται κυρίως σε δράματα, γιατί δεν θεωρείται καθόλου αστεία.

Κατά τη δεκαετία του 1960 τα παραδείγματα επιπόλαιων και τεμπέληδων νέων ανδρών πολλαπλασιάζονται (Το τεμπελόσκυλο" Καλώς ήλθε το δολλάριο" πολλές ταινίες με τον Αλέκο Τζανετάκο). Η τεμπελιά είναι χαρακτηριστικό μίας ομάδας νέων που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην, επειδή συντηρούνται από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Πάντως, όλοι οι τεμπέληδες μπαίνουν κάποτε στον ίσιο δρόμο, ύστερα από διάφορες μεθόδους θεραπείας, με συνηθέστερη την παρουσία της κατάλληλης γυναίκας στη ζωή τους.

Οι γόνοι των πλούσιων οικογενειών είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση και αντιμετωπίζονται χωρίς πρόθεση βελτίωσης. Κατά κανόνα, τους χαρακτηρίζει η τεμπελιά, επειδή τα έχουν βρει όλα έτοιμα από τους γονείς τους και δεν χρειάζεται να κοπιάσουν για τίποτε. Διαθέτουν αυτοκίνητα, μάλιστα ακριβά, ξυπνάνε το μεσημέρι, περνούν τις υπόλοιπες ώρες της μέρας σε κάθε είδους τόπο διασκέδασης και επιστρέφουν σπίτι τους μόνο για να κοιμηθούν. Κανείς δεν τους μαλώνει, και συνήθως οι μητέρες τους τους υπερασπίζονται, γι' αυτό θεωρούνται και υπεύθυνες για την κατάντια τους. Σκαρώνουν κακεντρεχή αστεία σε ανθρώπους πιο αδύναμους από αυτούς, έχουν έντονο το συναίσθημα της προνομιούχου κοινωνικής τάξης, την οποία προφυλάσσουν από ανεπιθύμητες εισβολές άλλων νέων, που δεν ανήκουν στον κύκλο τους και δεν έχουν την οικονομική τους δύναμη. Αν στα κορίτσια που τρώνε τα λεφτά του μπαμπά κάτι τέτοιο θεωρείται αυτονόητο και εν μέρει δικαιολογημένο, στους άνδρες είναι ανεπίτρεπτο. Πάντα ένας νέος μικροαστός που προσπαθεί, ενάντια σε κάθε είδους αντιξοότητες, να εργαστεί και να τα καταφέρει, διατηρώντας αλώβητα τα ηθικά του χαρίσματα, την εντιμότητα, την ειλικρίνεια και το σεβασμό στο συνάνθρωπο, τους δίνει το μάθημα που τους χρειάζεται, κυρίως με το να κερδίσει τη γυναίκα που προόριζαν για τον εαυτό τους, στοχεύοντας όχι στα αισθήματα, αλλά στην προίκα της.

Ο Ιάσων Ζούμπερης (Ανδρέας Μπάρκουλης, Ένας άφραγκος Ωνάσης) εί-

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/328.gif&w=600&h=915

είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Η ξενοδοχειακή επιχείρηση που του άφησε ο πατέρας του τον ενδιαφέρει αποκλειστικά στο βαθμό που του αποφέρει ένα παχυλό εισόδημα. Τρώει τα έτοιμα και, όταν οι πιέσεις τον φέρνουν σε αδιέξοδο, αποφασίζει να την πουλήσει, αδιαφορώντας για την τύχη των εργαζομένων. Γι' αυτόν και για τη συμφεροντολόγα φίλη του δεν θα υπάρξει σωτηρία.

Ο Τζίμης (Γιώργος Γρηγορίου, Ο αχτύπητος χτυπήθηκε) έχει ακριβώς τα χαρακτηριστικά του άεργου γόνου. Ο πατέρας του μετανιώνει για τις σπουδές που πλήρωσε και τα κολέγια όπου τον έστειλε, όταν διαπιστώνει ότι είναι όχι μόνο κοινός κλέφτης, αλλά και ραδιούργος, που διαπράττει ατιμίες για να βγάλει τα εμπόδια από το δρόμο του, συκοφατώντας αθώους. Ο Τζίμης ενοχοποιεί τον Νίκο (Γιώργος Πάντζας), προκειμένου να μη διακινδυνεύσει τη ματαίωση του γάμου του με την Τζούλια (Αιμιλία Υψηλάντη), στην προίκα της οποίας αποβλέπει. Προσπαθεί να αποτρέψει την παρουσία του Νίκου σε μία δεξίωση της Τζούλιας, λέγοντας «τι δουλειά έχει αυτός ανάμεσά μας» και τονίζοντας ότι, αν δεν έρθει, «θα γλιτώσει από τη γελοιοποίηση στους φίλους μας». Αν δούμε πιο προσεκτικά την οικογένειά του, θα διαπιστώσουμε ότι ο πατέρας του του υπέβαλε την ιδέα της σωτήριας προίκας, ενώ η μητέρα του είναι η συνένοχος του. Το χειρότερο γι' αυτόν είναι η ελεεινή δειλία του και η αδιαφορία του για τη ζωή της Τζούλιας, για μία ανθρώπινη ζωή που κινδυνεύει, ενώ ο ίδιος θα μπορούσε να τη σώσει δίνοντας μόνο λίγο αίμα. Το μάθημα θα έρθει από το θύμα του, τον Νίκο, ο οποίος θα πάρει τη θέση του στο πλευρό της Τζούλιας, όπως του αξίζει, και θα βοηθήσει και τον ίδιο σε μία αντίστοιχη δύσκολη στιγμή. Αν οι γονείς του Τζίμη φαίνεται να αντιλαμβάνονται τα σφάλματά τους, δεν είναι σαφές τι θα κάνει και ο ίδιος. Πάντως, όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, που αγωνίζονταν με κύριο όπλο τον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη να βγουν από τη φτώχεια τους, ανταμείβονται με θέσεις στο εργοστάσιο του πατέρα της Τζούλιας.

Παραλλαγή του χαρακτήρα του Τζίμη αποτελεί ο Τώνης (Ερωτιάρης του γλυκού νερού, 1972, σενάριο Νίκος Καμπάνης, σκηνοθεσία Κώστας Ανδρίτσος), που περνάει την ώρα του χαρτοπαίζοντας. Για να καλύψει κάποια χρέη του, κλέβει τον περιπτερά της γειτονιάς και κινδυνεύει να πάει φυλακή. Κάνει επιπόλαιες σχέσεις με ανύποπτα κορίτσια, ενώ η συναισθηματική του αναπηρία είναι φανερή στις σχέσεις του με τους γύρω του. Για την παραβατική του συμπεριφορά κατηγορεί τον πατέρα του (Σταύρος Ξενίδης), που δεν δίστασε να κάνει περιουσία εξουθενώνοντας συνανθρώπους του. Από τη ζωή του λείπουν η μητέρα και το παράδειγμα του ηθικού πατέρα, ενώ η ύπαρξη χρημάτων τού έχει επιτρέψει την ασωτία.

Ένας ιδιόμορφος άεργος, που έχει μετατραπεί σε επαγγελματία, είναι ο πλέι-μπόι. Το βεληνεκές του είναι διεθνές, σε αντίθεση με το «καμάκι», που περιορίζεται σε ό,τι καταφθάνει στην ντόπια αγορά. Ο Ρένος Καμπανάς (Ντί-

Σελ. 328
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/329.gif&w=600&h=915

Ντίνος Ηλιόπουλος, Συμμορία εραστών), πλέι-μπόι διεθνούς ακτιβονολίας, με πλούσιους γάμους στο ενεργητικό του, αποφασίζει να «βγει στη σύνταξη», αλλά προηγουμένως θέλει να μεταφέρει τη γνώση και την πείρα του στη νέα γενιά. Ανοίγει λοιπόν σχολή, στην οποία μαζεύονται διάφοροι αργόσχολοι, που έχουν όμως εξασφαλίσει ένα μικρό κεφάλαιο για τις «σπουδές» τους και τις ανάγκες της προπόνησης. Στόχος τους είναι να κινηθούν στο διεθνή χώρο, να γνωριστούν με πλούσιες γυναίκες και να επιτύχουν συμφέροντες γάμους. Γι' αυτούς η κανονική εργασία είναι άγνωστη. Όμως, τα πράγματα δεν τους έρχονται όπως τα υπολογίζουν. Όλοι θα πάρουν κάποιο μάθημα, που θα τους κάνει να εγκαταλείψουν τις παρασιτικές τους φιλοδοξίες.

2. ΝΕΕΣ

«Η εργασία κάνει τη ζωή γλυκειά... γλυκειά...» Κορίνα, εισοδηματίας, κληρονόμος του οίκου Φραμπαλάς και Σία (Σμάρω Στεφανίδου, Ο Γυναικάς, 1957)

Στη δεκαετία του 1950 η γυναικεία εργασία αφορά κατά κανόνα τις νέες τής οικονομικά ασθενέστερης τάξης μέχρι τη στιγμή που θα παντρευτούν. Όσες δεν έχουν αρσενικό προστάτη, πατέρα ή αδελφό, ή οικογενειακό εισόδημα ή περιουσία που να τις απαλλάσσει από την υποχρέωση πρέπει να ζήσουν από την εργασία τους και να εξασφαλίσουν την προίκα τους. Η εργασία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βιοποριστική ανάγκη. Δεν καλλιεργείται στις κωμωδίες η άποψη ότι η γυναίκα με την εργασία κερδίζει την ανεξαρτησία της, ακόμα και αν κάποιες εργαζόμενες μπορούν να πάρουν αποφάσεις για τη ζωή τους (ΤζένηΤζένη" Επτά χρόνια γάμου" Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του). Οσες κοπέλες εργάζονται δεν είναι περισσότερο ανεξάρτητες από τις άλλες, δεν το κάνουν για να κατακτήσουν την ελευθερία τους, αλλά γιατί δεν έχουν εναλλακτική λύση επιβίωσης. Μόλις εμφανιστεί μία τέτοια λύση, που είναι ο γάμος, όλες είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν τη δουλειά. Το φαινόμενο παρατηρείται αυτούσιο στο κοινωνικό πεδίο" ακόμα και σε έρευνες της δεκαετίας του 1970 η γυναικεία εργασία «αντιμετωπίζεται σαν κάτι αναγκαίο, αλλά προσωρινό», με στόχο τη συντήρηση και τη συγκέντρωση προίκας.301 Η ευθύνη για τη συντήρηση των γυναικών, μετά το γάμο, γίνεται καθήκον του συζύγου τους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 τα γυναικεία επαγγέλματα που εμφανίζονται στις κωμωδίες είναι τα παραδοσιακά, στα οποία κατέφευγαν οι γυναίκες των κατώτερων στρωμάτων στις αστικές περιοχές. Χωρίς επαγγελματική

301. Νικολαΐδου, ό.π., σ. 32, 70, 76, 87" Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, «Κομμωτική, ένα γυναικείο επάγγελμα», Δίνη, τχ. 1, Δεκ. 1986, σ. 102.

Σελ. 329
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/330.gif&w=600&h=915

τική κατάρτιση και χωρίς ανώτερη μόρφωση, οι κοπέλες δεν έχουν πολλές επιλογές. Τα γυναικεία επαγγέλματα έχουν σχέση με τη μόδα — μοδίστρες, καπελούδες, αργότερα μανεκέν- το γραφείο — δακτυλογράφοι, τηλεφωνήτριες" το εμπόριο — πωλήτριες σε καταστήματα γυναικείων ειδών" τέλος, τον καλλιτεχνικό χώρο — τραγουδίστριες, χορεύτριες, ηθοποιοί στο θέατρο και αργότερα στον κινηματογράφο.

α' Μοδίστρες και καπελούδες

Η μοδίστρα είναι επάγγελμα που ταιριάζει στη «γυναικεία φύση», δεν απομακρύνει τις εργαζόμενες από μία οικεία ενασχόληση, στην οποία εκπαιδεύονται από μικρές, προκειμένου να ανταποκριθούν αργότερα στις σχετικές ανάγκες της οικογένειάς τους. Όλα τα κορίτσια μαθαίνουν να ράβουν, ώστε να εξασφαλίζουν ένα από τα εύσημα της καλής νοικοκυράς. Αν τις υποχρεώνουν οι περιστάσεις, μπορούν να κερδίσουν και κάποια χρήματα, ανάγοντας την ιδιωτική ενασχόληση σε επάγγελμα ή πουλώντας τη ραπτομηχανή τους, για να καλύψουν κάποια έκτακτη οικογενειακή ανάγκη.

Η Λέλα (Το σωφεράκι) εργάζεται ως μοδίστρα σε οίκο ραπτικής, για να συντηρήσει τον εαυτό της και τη μητέρα της, όπως επίσης και η Τούλα (Μάρθα Καραγιάννη, Φτώχεια, έρως και κομπίνες), για να μην είναι βάρος στη θεία της, η οποία τη φιλοξενεί. Στο Ελα στο θείο η Ρούλα θα μπορούσε να ράβει, προκειμένου να βοηθήσει τον αδελφό της, του οποίου οι δουλειές δεν πάνε καλά. Όμως, από τη στιγμή που αδελφός υπάρχει και είναι ικανός για εργασία, ενώ παράλληλα διαπνέεται και από αυστηρές παραδοσιακές αντιλήψεις, δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Αυτός είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίζει τη συντήρηση των γυναικών του σπιτιού και θεωρεί μεγάλο ξεπεσμό το να επιτρέψει στην αδελφή του να εργαστεί. Το γεγονός ότι δέχεται να πουλήσουν τη ραπτομηχανή της δεν συνιστά εξίσου σημαντική υποχώρηση.

Μοδίστρες είναι η Καίτη (Άννα Κυριακού, Προπαντός ψυχραιμία), η Τόνια (Γκέλυ Μαυροπούλου, Η ωραία των Αθηνών), η Αλίκη και η Λόλα (Χάρις Καμίλλη, Γκολ στον έρωτα). Στο μοδιστράδικο της Ευθαλίτσας (Μαρίκα Νέζερ, Τζιπ, περίπτερο κι αγάπη), το οποίο αποκαλεί «ατελιέ», εργάζονται τρία-τέσσερα κοριτσόπουλα. Φαίνεται μάλιστα ότι η Ευθαλίτσα προσφέρει και στέγη στην «πεντάρφανη» Φανή, αφού την εκβιάζει ότι θα βρεθεί στο δρόμο «αν δεν είναι καλή με τον κύριο Τώνη» (Γιάννης Γκιωνάκης).

«Γυναικείο» είναι και το επάγγελμα της Έλλης Λαμπέτη στο Κυριακάτικο ξύπνημα, υπάλληλος σε καπελάδικο, ένα χώρο που συνδέεται αποκλειστικά με γυναικεία εργοδοσία και πελατεία. Η ανδρική παρουσία εκεί είναι τόσο περιστασιακή, όσο και το να κερδίσει κανείς το λαχείο και να θελήσει να κάνει ένα καπέλο δώρο στη σπιτονοικοκυρά του.

Σελ. 330
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/331.gif&w=600&h=915

Το επάγγελμα της μοδίστρας φαίνεται να είναι η θηλυκή εκδοχή της αυτοαπασχόλησης, μία από τις ελάχιστες — άλλη μία αφορά τις δικηγορίνες. Κατά τη δεκαετία του 1960 παύει να προσελκύει νεαρές γυναίκες, οι οποίες έχουν πλέον αρκετή μόρφωση, ώστε να μπορούν να στραφούν στα επαγγέλματα γραφείου. Οι μοδίστρες που εμφανίζονται είναι κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, όπως η Αλεξάνδρα (Ο παπατρέχας) ή η Πελαγία (Ρένα Βλαχοπούλου, Η Παριζιάνα), και σαφώς λαϊκής προέλευσης. Οι νέες πρωταγωνίστριες δεν καταδέχονται ίσως να εμφανιστούν σε τέτοιο ρόλο. Το επάγγελμα αναβαθμίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν κάποιοι «οίκοι μόδας» ανήκουν σε γυναίκες, όπως η Μίρκα (Έλενα Ναθαναήλ, Εθελοντής στον έρωτα, 1971, σενάριο Πολύβιος Βασιλειάδης - Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης).

β' Μανεκέν

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 έρχεται στο προσκήνιο το επάγγελμα του μανεκέν. Σε αυτό μεταπηδούν οι κοπέλες με προσωπικότητα, όπως η πωλήτρια Χριστίνα στην ομώνυμη ταινία, η οποία δεν μπορεί να συγκρατήσει τα νεύρα της, ούτε να υιοθετήσει την ευγενική συμπεριφορά που της υποδεικνύει ο προϊστάμενος της, κάθε φορά που μία απαιτητική πελάτισσα εξαντλεί την υπομονή της. Θέλει να επιστρέψει στο τμήμα των μανεκέν, να φοράει ωραία φορέματα, καπέλα, γούνες και να περνάει «με χάρη και με ύφος». Τα μανεκέν είναι αντικείμενο του βλέμματος ανδρών και γυναικών στα σαλόνια των επιδείξεων, αλλά δεν έρχονται σε επαφή με τους επισκέπτες και δεν χρειάζεται να τους μιλήσουν για να προωθήσουν τα προϊόντα της επιχείρησης. Το συγκεκριμένο επάγγελμα δίνει την ευκαιρία στους σκηνοθέτες να δείξουν ημίγυμνα κορίτσια, με μαγιό ή εσώρουχα, εν αναμονή της έναρξης της παρέλασης. Το παρασκήνιο με τους αναπόφευκτους γυναικοκαβγάδες παρουσιάζεται στο Αγρίμι (1965, Κώστας Καραγιάννης), αλλά τα πράγματα είναι πιο ήρεμα και οι κοπέλες πιο συνεργάσιμες στο Τρεις κούκλες κι εγώ.

Η Λένα (Μάρθα Καραγιάννη, Τρεις κούκλες κι εγώ) πέρασε στην επίδειξη φορεμάτων από τη μοδιστρική. Είναι διπλά χρήσιμη στον οίκο μόδας στον οποίο εργάζεται, επειδή μπορεί να επιδιορθώνει όποιο ρούχο χρειάζεται. Χάρη στη δουλειά της, ταξιδεύει σε νησιά με ακριβό τουρισμό. Αυτή και οι συνάδελφοι της μπορούν να κάνουν εκεί πολύ επωφελείς γνωριμίες, που καταλήγουν σε γάμο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο Νύχτες στο Μιραμάρε, όπου τα δύο μανεκέν, τα οποία κάνουν πολυτελείς διακοπές με τα χρήματα που κέρδισαν σε μία μεγάλη περιοδεία στην Ανατολή, γνωρίζουν και παντρεύονται δύο πλούσιους Ελληνοαμερικανούς.

Μερικά χρόνια αργότερα αναπτύσσεται το συγγενές επάγγελμα του φωτομοντέλου (Ο Στρατής παραστράτησε), όπου οι κοπέλες ποζάρουν και φωτο-

Σελ. 331
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/332.gif&w=600&h=915

φωτογραφίζονται προκειμένου να διαφημίσουν κάποια προϊόντα. Η Βαντίζα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα) ήταν η πρώτη ίσως που εμφανίστηκε σε αυτό το επάγγελμα, χωρίς ωστόσο να είναι επαγγελματίας — ήταν φοιτήτρια. Η Νίνα (Αχ! αυτή η γυναίκα μου) εργάζεται ως φωτομοντέλο και διαφημίζει αυτοκίνητα, αλλά εγκαταλείπει το επάγγελμά της μετά το γάμο, κατ' απαίτηση του ζηλιάρη συζύγου της. Η ενέργειά της συγκεντρώνεται τώρα στη δική του επαγγελματική ανέλιξη.

Εν τω μεταξύ, ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η συμμετοχή στα καλλιστεία είναι ένα καλό μέσο διάκρισης για τις κοπέλες που θέλουν να εκμεταλλευτούν τα φυσικά τους χαρίσματα. Η καμπαρετζού Λόλα (Ο γυναικάς) θέλει να κερδίσει πάση θυσία το πρώτο βραβείο σε καλλιστεία δεύτερης κατηγορίας και το χρηματικό ποσό που το συνοδεύει. Η Ντέντη (Λαός και Κολωνάκι) συμμετέχει στα επίσημα της «Σταρ Ελλάς», γεμάτη αυτοπεποίθηση για την ομορφιά της και με την παρότρυνση της ξεπεσμένης αριστοκράτισσας μητέρας της. Και οι δύο συμμετοχές καταλήγουν σε απίστευτο φιάσκο, μία έμμεση κριτική στο θεσμό, ενδεχομένους. Ο ιμπρεσάριος που οργανώνει συνοικιακά καλλιστεία βάζει τα δύο του λαγωνικά να πείσουν όσες όμορφες κοπέλες συναντούν να λάβουν μέρος στο διαγωνισμό, με δόλωμα ότι, αν νικήσουν, θα γίνουν σταρ του κινηματογράφου (Από λαχτάρα σε λαχτάρα, 1967, σενάριο Φραγκίσκος Μανέλλης - Πριονάς, σκηνοθεσία Βαγγέλης Μελισσηνός). Ούτε αυτή η μίζερη παρέλαση έχει καλύτερο τέλος από τις προηγούμενες. Ο Βαν Ζελ, καθηγητής ρυθμικής και μάνατζερ στα καλλιστεία (Χρόνης Εξαρχάκος, Μια κυρία στα μπουζούκια), αναγκάζεται να κάνει φροντιστήριο καλλιτεχνικών γνώσεων στις υποψήφιες, να τους μαθαίνει ποιος είναι ο Σαίξπηρ, ο Τσαϊκόφσκι και ο Μπετόβεν, προκειμένου να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αξιοπρεπώς τους δημοσιογράφους.

Η δουλειά του μανεκέν κρύβει κινδύνους για τις εργαζόμενες. Στο Ψιτ! κορίτσια η Αλέκα (Ντόρα Γιαννακοπούλου), μανεκέν, βάζει στη θέση του τον πλούσιο γέρο, που συχνάζει στις επιδείξεις μόδας, για να διαλέγει ερωμένες ανάμεσα στα μανεκέν, και ο οποίος την πλησιάζει, λέγοντάς της ότι θα την «υποστηρίξει». Έχει πολλά προσόντα, το μόνο που της λείπει είναι τα χρήματα για να προβληθεί στη μεγάλη ζωή, και αυτός προθυμοποιείται να της τα προσφέρει «ανιδιοτελώς»: «κοσμήματα, γούνες, πολυτελές διαμέρισμα, τουαλέτες, βραδινή ζωή, κέντρα, σινεμά... το όνειρο κάθε κοριτσιού». Οι περισσότερες κοπέλες στο Αγρίμι φαίνεται ότι δέχονται ευχαρίστως τέτοιου είδους υποστήριξη, γι' αυτό διαφοροποιούνται και οπτικά από την ηθική πρωταγωνίστρια Κάκια (Χριστίνα Σύλβα): εκείνες φορούν μαγιό και αυτή ένα συντηρητικό φόρεμα.

Σελ. 332
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/333.gif&w=600&h=915

γ' Γραμματείς, δακτυλογράφοι, τηλεφωνήτριες

Οι τρεις γραμματείς και δακτυλογράφοι του οίκου «Φραμπαλάς και Σία» (Ο γυναικάς) έχουν το μυαλό τους περισσότερο στον καλλωπισμό τους παρά στη δουλειά. Βάφονται, χτενίζονται, λιμάρουν τα νύχια τους και αδιαφορούν για την είσοδο του προϊστάμενού τους στο γραφείο. Μπορεί αυτός να σχολιάζει τη στάση τους, αλλά τους φέρεται καλά, κι έτσι δεν τον φοβούνται. Ήδη σε αυτό το παράδειγμα δίνεται μία εικόνα της σεξουαλικής διάστασης που μπορεί να αποκτήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα. Ο ηλικιωμένος και καθόλου ελκυστικός διευθυντής ζητά από τις υπαλλήλους του «να είναι καλές μαζί του» και αυτές ανέχονται τα χάδια και τα φιλιά του και διαπραγματεύονται μαζί του τα ποσά της καλοσύνης τους. Στο συγκεκριμένο γραφείο οι εργαζόμενες είναι ιδιαίτερα υποχωρητικές- εμφανίζεται ωστόσο και η νέα που θα αντιδράσει βίαια στην επίθεσή του, μολονότι έχει μεγάλη ανάγκη και από το μισθό της και από τα ενδεχόμενα επιπλέον έσοδα. Η Άλκη (Σμαρούλα Γιούλη) πρέπει επειγόντως να πιάσει δουλειά, προκειμένου να στηρίξει την αδελφή της και τα δύο ανιψάκια της. Είναι η μόνη ευσυνείδητα εργαζόμενη, ενδιαφέρεται για τη δουλειά, και όχι για την εμφάνισή της. Αυτό όμως δεν την προφυλάσσει από τις προτάσεις του αφεντικού, η βίαιη απόρριψη των οποίων την αναγκάζει να βρεθεί ξανά άνεργη. Ο Νίκος Τσιφόρος αισθάνεται την ανάγκη να συνηγορήσει υπέρ των κοριτσιών που προσπαθούν να βγάλουν τίμια το ψωμί τους, τονίζοντας ότι οι πραγματικοί άνδρες δεν εκμεταλλεύονται τη δύσκολη κατάσταση των αδυνάτων.

Η Βαρβάρα (Οικογένεια Παπαδοπούλου), γραμματέας σε μεγάλη επιχείρηση, γνωρίζει αγγλικά και ελληνική στενογραφία. Δακτυλογράφος σε ειδικό κατάστημα είναι η Άννα (Λάθος στον έρωτα). Ο έκτακτος πελάτης μπορεί να ζητήσει υπηρεσίες στο γραφείο, στο σπίτι ή στο ξενοδοχείο του, ενώ αυτή είναι υποχρεωμένη να φορτωθεί τη γραφομηχανή της και να πάει, για να αντιμετωπίσει επιπλέον το φλερτ του. Στον Καταφερτζή η Λίνα είναι δακτυλογράφος, αλλά γνωρίζει και γαλλικά και είναι σε θέση να ξεναγεί τους τουρίστες καλύτερα από τον Κανέλλο.

Μία δακτυλογράφος γνωρίζει τα μυστικά της επιχείρησης και, όταν οι προϊστάμενοι της τη θέλουν συνεργό στα παράνομα σχέδιά τους, μπορεί να αποκαλύψει στα θύματά τους την πλεκτάνη και να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Αυτό κάνουν η Αλέκα και η Φωφώ, δακτυλογράφοι στο εργοστάσιο του Μικέ και των συνεταίρων του (Μπεάτα Ασημακοπούλου, Ντίνα Τριάντη, Κώστας Ρηγόπουλος, Πράκτορες 005 εναντίον Χρυσοπόδαρου). Συνειδητοποιούν ξαφνικά ότι συνεργούν στην εξαπάτηση των αγαθών και καλόκαρδων Κοσμά και Δαμιανού και αποφασίζουν να τους βοηθήσουν, για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους και αυτά των συναδέλφων τους.

Σελ. 333
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/334.gif&w=600&h=915

Η Μάρω, ένα μαζεμένο κορίτσι από την Ανδραβίδα (Νόρα Βαλσάμη, Τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι, 1969, σενάριο Γιώργος Κατσαμπής, σκηνοθεσία Ερρίκος Ανδρέου), γράφει αιτήσεις στο τοπικό ειρηνοδικείο, ώς τη στιγμή που αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη της στην πρωτεύουσα. Είναι και αυτή χαμένη όταν φθάνει στη μεγάλη πόλη. Ξεχωρίζει από την εμφάνιση, τα κακόγουστα ρούχα, τα μαζεμένα σε έναν απλό κότσο μαλλιά, το συνεσταλμένο και νευρικό ύφος της. Όμως, είναι ικανή στη δουλειά της και ξέρει καλά γράμματα, ώστε προσλαμβάνεται αμέσως ως δακτυλογράφος σε μεγάλο κατάστημα υποδημάτων.

Μία εργασία λίγο παλιομοδίτικη, αλλά πάντα κατάλληλη και ασφαλής για δεσποινίδες, είναι αυτή της συνοδού πλούσιων ηλικιωμένων κυριών. Η Βασούλα (Τζένη Καρέζη, Ενας ιππότης για τη Βασούλα) είναι γραμματέας και αναγνώστρια της ιδιόρρυθμης κυρίας (Μαρία Φωκά). Μαζί περνούν τα βράδια τους διαβάζοντας ιπποτικά μυθιστορήματα, επειδή η κυρία είναι προσκολλημένη σε παλαιότερες, ρομαντικές εποχές.

Τηλεφωνήτρια στον ΟΤΕ είναι η Ρίτα (Μίρκα Καλατζοπούλου, Η κόρη μου η ψεύτρα), επιφορτισμένη με τις υπεραστικές συνδέσεις. Εχει τη δυνατότητα να συνομιλεί με τους πελάτες, να αξιολογεί τη φωνή τους, να κρυφακούει τις συζητήσεις τους, να ανακαλύπτει την ταυτότητά τους και να τους συναντά. Η αλήθεια είναι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει άπαξ, όταν η Ρίτα ανησυχεί για τη ζωή του Ντίνου (Ερρίκος Μπριόλας), που υποτίθεται ότι αποφάσισε να αυτοκτονήσει.

δ' Πωλήτριες

Στο γαλακτοπωλείο του αδελφού της δουλεύει η Έλλη (Ξένια Καλογεροπούλου, Λαός και Κολωνάκι) την ώρα που αυτός γυρίζει στα σπίτια και μοιράζει γάλα. Ο Κώστας έχει το γενικό πρόσταγμα και αποφασίζει για τη βελτίωση των εργασιών εννοείται ότι η Έλλη δεν παίρνει καμία πρωτοβουλία σε σχέση με την επιχείρηση και φαίνεται ότι το μόνο θέμα που την απασχολεί είναι η ευόδωση του ειδυλλίου της με τον Πέτρο. Είναι ωστόσο υπεύθυνη για το νοικοκυριό της κοινής αδελφικής κατοικίας. Η Έλλη, όπως η Ελένη (Κάκια Παναγιώτου, Θανασάκης ο πολιτευόμενος) ή η Άννα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα), ανήκει στην κατηγορία των εργαζόμενων γυναικών που προσφέρουν στην οικογενειακή επιχείρηση χωρίς αμοιβή, σαν να πρόκειται για προέκταση των οικιακών τους ενασχολήσεων.

Η Λουκία (Ξένια Καλογεροπούλου, Ο θησαυρός του μακαρίτη) εργάζεται ως υπάλληλος σε ζαχαροπλαστείο και κερδίζει 800 δραχμές το μήνα. Υπάλληλος σε πολυκατάστημα της Θεσσαλονίκης είναι η Χριστίνα στην ομώνυμη ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη και υποχρεώνεται, όπως και όλοι οι συνάδελφοι

Σελ. 334
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/335.gif&w=600&h=915

της, να ανέχεται τις ιδιοτροπίες των πελατισσών, που κατεβάζουν τα ράφια, αλλά δεν αποφασίζουν τι θα αγοράσουν, να εκτελεί τις επιθυμίες τους αδιαμαρτύρητα και να κινδυνεύει με επίπληξη του διευθυντή αν κάποια κυρία εκφράσει παράπονα για πλημμελή εξυπηρέτηση. Η Κάκια (Το αγρίμι) απολύεται κατ' απαίτηση της πολύ κακιάς πελάτισσας (Έφη Οικονόμου), επειδή τόλμησε να της πει τη γνώμη της για το μαγιό που δοκίμαζε. Η υπάλληλος (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Δν έχεις τύχη...) είναι υποχρεωμένη να επισκέπτεται τα σπίτια των πλούσιων πελατισσών, να παίρνει και να παραδίδει τις παραγγελίες τους. Η Καίτη (Νίκη Λινάρδου, Φίφης ο αχτύπητος) εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα δίσκων, στο πολύ γνωστό στην εποχή του «Music-Box». Η νέα βιομηχανία της μουσικής δίνει επίσης νέες δυνατότητες εργασίας.

ε' Εργάτριες

Ένα σπάνιο παράδειγμα εργάτριας σε κωμωδία είναι η Ελένη Μαργουλή (Κατηγορούμενος ο έρως), για την οποία δίνονται περισσότερα στοιχεία για την ηθική της, όπως είδαμε, παρά για την εργασία της. Στην Κόμησσα της φάμπρικας εμφανίζονται εργάτριες σε εργοστάσιο υφαντουργίας, με κάποια πλάνα που δίνουν την αίσθηση της λειτουργίας του χώρου. Η δυναμική διεκδίκηση κάποιων αιτημάτων τους καταλήγει στη σύλληψη της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας.

στ' Υπηρέτριες

Ένα επάγγελμα πολυπληθές, για το οποίο δίνονται αρκετά στοιχεία στις κωμωδίες, είναι αυτό της υπηρέτριας, που ανήκει στην κατώτερη επαγγελματική κλίμακα. Τα κορίτσια που εργάζονταν ως υπηρέτριες σε σπίτια της πρωτεύουσας προέρχονταν από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, συνήθως της επαρχίας, και δεν είχαν κοντά τους κάποιο μέλος της οικογένειάς τους ικανό να τις προστατεύει. Γίνονταν έτσι θύματα εκμετάλλευσης κάθε είδους και έπρεπε να αντιμετωπίσουν χωρίς διαμαρτυρίες την απότομη ή βίαιη συμπεριφορά, τα νεύρα, τις παραξενιές, ακόμα και τις σεξουαλικές επιθέσεις των αφεντικών τους.

Την άφιξη της Παγώνας από το χωριό στην πόλη, όπου έρχεται για να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, παρακολουθούμε στην Οικογένεια Παπαδοπούλου. Θα εγκατασταθεί στο σπίτι των θείων της, που φιλοξενούν ακόμα μία ανιψιά τους, η οποία σπουδάζει δασκάλα. Η διαφορά ανάμεσα στην Παγώνα και στις άλλες δύο κοπέλες του σπιτιού, στη Βαρβάρα και στη Μαρίνα, είναι μεγάλη. Η Παγώνα, παιδί πολυμελούς οικογένειας, έρχεται από το χωριό στην πόλη για να δουλέψει στην υπηρεσία των συγγενών της, και όχι για να σπουδάσει. Η εμφάνισή της δεν έχει την κομψότητα των άλλων· φοράει χοντρά και φαρδιά ρούχα, με κλειστό γιακά, κάτω από το γόνατο, που δεν αφήνουν τις

Σελ. 335
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/336.gif&w=600&h=915

γραμμές του σώματος της να φανούν, έχει τα μαλλιά της σε πλεξίδες, ενώ η συμπεριφορά της είναι το ίδιο άτσαλη με τα ρούχα της. Η Μαρίνα, αν και έρχεται από τον ίδιο τόπο, έχει εγκλιματιστεί στην πρωτευουσιάνικη εικόνα των κοριτσιών, ντύνεται κομψά, χωρίς να ασχολείται αποκλειστικά με τη μόδα. Τα κορίτσια φέρονται φιλικά στην Παγώνα, αλλά η μητέρα έχει καθήκον να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί, και έτσι της υποδεικνύει τρόπους συμπεριφοράς και τομείς αρμοδιοτήτων. Ο πατέρας δεν διστάζει να συνοδέψει τις παρατηρήσεις του για την αδεξιότητά της με καμιά σφαλιάρα. Η προέλευση έχει λιγότερη σημασία από την οικονομική κατάσταση του ατόμου. Αυτό που χαρακτηρίζει την Παγώνα δεν είναι το γεγονός ότι μεγάλωσε στο χωριό, αλλά ότι αναγκάστηκε να εργαστεί ως υπηρέτρια, έστω και σε συγγενικό σπίτι, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της.

Στο έργο Τζο ο τρομερός η Νάντια, όπως είδαμε, πέφτει θύμα του θείου της, ο οποίος καταχράται τη μητρική περιουσία της και την κρατά στο σπίτι ως υπηρέτρια. Τόσο ο ίδιος όσο και η κόρη του της συμπεριφέρονται σκαιά και τη χαστουκίζουν χωρίς λόγο. Η Νάντια δεν έχει καμία δυνατότητα να αντιδράσει, δεν έχει εναλλακτικό καταφύγιο. Υπομένει τα βάσανά της, χωρίς να ελπίζει ότι θα λυτρωθεί από αυτά. Όσο και αν θυμίζει βικτωριανά μυθιστορήματα ή, έστω, το παραμύθι της Σταχτοπούτας αυτή η κατάληξη είναι στην πραγματικότητα κοινή μοίρα για πολλά κορίτσια, ορφανά και από τους δύο γονείς.

Οι υπηρέτριες υφίστανται κάθε είδους κακομεταχείριση από τα αφεντικά τους, όπως παραπονιέται η Μαρία (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Φουκαράδες και λεφτάδες): «Έχω ακούσει εγώ βρισιές στη ζωή μου... Δε γεννήθηκα λεφτού για να με σέβονται. Δουλεύω από μικρό παιδάκι... Καταλαβαίνεις λοιπόν τι έχω ακούσει...». Τα λόγια της επιβεβαιώνονται από πολλές άλλες κωμωδίες, όπου οι κυρίες μιλούν απότομα στις υπηρέτριές τους, χωρίς κανέναν εμφανή λόγο, από καθημερινή συνήθεια.

Η κυρία Αλέκα (Κυβέλη Θεοχάρη, Ο Ηλίας του 16ου) δεν θα διστάσει να κατηγορήσει την υπηρέτριά της την Τασία για κλέφτρα, προκειμένου να δικαιολογήσει μία δική της υπεξαίρεση. Εκ προοιμίου, ο λόγος της έχει μεγαλύτερη αξία και όλοι την πιστεύουν, από τη φίλη της και θύμα τής υπεξαίρεσης (Μαρίκα Κρεββατά) ώς τους αστυνομικούς στο τμήμα. Η Τασία αρνείται την κατηγορία, υπερασπίζεται το καθαρό της όνομα, αλλά μόνη της δεν καταφέρνει τίποτε. Όπως παρατηρεί και ο ψευτοαστυνομικός Ηλίας (Κώστας Χατζηχρήστος), που κατά τύχη γνωρίζει την αλήθεια, «κλοπή έγινε, εσείς δεν έχετε ιδέα, εσείς κοτζάμ κύριος, εκείνη κοτζάμ κυρία, πού θα πέσει η υποψία, στο φτωχαδάκι θα πέσει». Ο σύζυγος κλέβει το δαχτυλίδι της γυναίκας του (Περικλής Χριστοφορίδης, Ελένη Ζαφειρίου), για να το χαρίσει στη φιλενάδα του στην Καφετζού και οι υποψίες πέφτουν στην υπηρέτρια. Τα ίδια παθαίνει

Σελ. 336
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/337.gif&w=600&h=915

και η Κατερίνα (Χριστίνα Σύλβα, Το ρομάντσο μιας καμαριέρας, 1965, σενάριο Γιώργος Ολύμπιος, σκηνοθεσία Δημήτρης Αθανασιάδης), την οποία η κακότροπη κυρία της (Έφη Οικονόμου) υποπτεύεται και ψάχνει κρυφά τα πράγματά της.

Η Κατερίνα (Άννα Παϊτατζή) στο Εχει θείο το κορίτσι εκδιώκεται όταν η πουριτανή κυρία της (Σοφία Βερώνη) τη συλλαμβάνει με τον καλό της (Γιώργος Δάνης) στην κουζίνα. Όσο βρίσκεται στο σπίτι όπου εργάζεται, πράγμα που σημαίνει μέρα-νύχτα, όλη την εβδομάδα, δεν νοείται να έχει προσωπική ζωή. Κατά κανόνα, οι υπηρεσίες δικαιούνται λίγες ώρες εξόδου την Κυριακή το απόγευμα. Όταν θέλουν να συναντήσουν το φίλο τους, το κάνουν πάντα κρυφά από τα αφεντικά, αλλά συχνά είναι αρκετά τολμηρές, ώστε να τον φέρνουν μυστικά στο σπίτι.

Σε αυτή τη λύση καταφεύγει η Τασία (Κλεό Σκουλούδη) στους Σκανδαλιάρηδες. Η κυρία της (Πόπη Λάζου) είναι νευρική και απότομη, αυτό όμως δεν εμποδίζει την Τασία να καλεί τον αγαπημένο της (Νίκος Σταυρίδης) όταν λείπουν τα αφεντικά και να του παραθέτει πλουσιοπάροχο δείπνο. Η υποκατάσταση των αφεντικών στην κυριότητα του σπιτιού, και ιδιαίτερα η έντονη επιθυμία τους να φορούν τα ρούχα της κυρίας είναι ο κρυφός πόθος πολλών υπηρετριών, που αναλύεται με ευτράπελες λεπτομέρειες στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου Όταν λείπη η γάτα (1962). Ο σοφέρ, η καμαριέρα και η μαγείρισσα (Βασίλης Αυλωνίτης, Νίκη Λινάρδου, Ρένα Βλαχοπούλου) παρουσιάζονται σε ένα νυκτερινό κέντρο με τα ρούχα, το αυτοκίνητο και το όνομα των αφεντικών τους, πράγμα που δίνει αφορμή για μία σειρά παρεξηγήσεων. Στο έργο Αχ! αυτή η γυναίκα μου η υπηρέτρια Ασημίνα (Μαρία Κωνσταντάρου) καλείται να βοηθήσει τα αφεντικά της και να υποδυθεί την κυρία του σπιτιού. Η μεγαλύτερή της απόλαυση είναι να φοράει τις τουαλέτες της Νίνας και να περνάει και αυτή τις ώρες της καλλωπιζόμενη. Στον Καμαριέρη της μπουζουξούς (1971, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας) οι υπηρέτριες της γειτονιάς επωφελούνται από την απουσία μίας αφεντικίνας για να κάνουν πάρτι στο σπίτι της, φορώντας τα ρούχα των κυριών τους. Χωρίς ενδοιασμούς, η Μαρία (Μάρθα Καραγιάννη) φοράει τα ρούχα της κυρίας της και παίρνει τη θέση της (Μια κυρία στα μπουζούκια).

Οπωσδήποτε, η Σταχτοπούτα ομολογεί τη σχέση της με το ομώνυμο παραμύθι, μόνο που εδώ καλοί είναι οι εργοδότες, όχι η νεράιδα νονά, και κακοί δεν υπάρχουν. Η καμαριέρα Μαρία (Κάκια Αναλυτή) έχει πολύ φιλική σχέση με τη συνομήλική της κόρη του μεγαλοβιομηχάνου, για την οποία εργάζεται (Βέτα Προέδρου). Η κυρία της επιπλέον της δίνει άδεια και της χαρίζει ένα εισιτήριο και πληρωμένες διακοπές σε πολυτελές ξενοδοχείο της Κέρκυρας.

Όπως συμβαίνει και με τις γραμματείς, οι συζητήσεις και τα προβλήματα των αφεντικών δεν μπορούν να κρυφτούν από το προσωπικό, το οποίο είτε συ-

Σελ. 337
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/338.gif&w=600&h=915

συστηματικά είτε συμπτωματικά κρυφακούει και παρεμβαίνει, δίνοντας σωτήριες πληροφορίες ή λέγοντας τη γνώμη του. Συχνά οι υπηρεσίες παίρνουν το μέρος των κυριών τους, επειδή διαπιστώνουν ότι οι σύζυγοι τις κακομεταχειρίζονται. Το πρότυπο της αφοσιωμένης υπηρεσίας είναι η Παγώνα (Κατερίνα Γώγου, Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα), που τρέμει τον Αντώνη, αλλά λατρεύει την κυρά της και σπεύδει να εκτελέσει τις οδηγίες της, προκειμένου να αποφύγουν τις αγριοφωνάρες του κακομαθημένου Αντώνη. Η Ουρανία (Ο εαυτούλης μου) παρηγορεί την Ελένη, αυτή όμως την αποπαίρνει, επειδή μία υπηρεσία δεν έχει δικαίωμα να σχολιάζει τα αφεντικά, αφού δεν είναι ίση με αυτά. Η υπηρέτρια (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Ο γεροντοκόρος) δεν διστάζει να τα λέει έξω από τα δόντια στον Θανάση (Λάμπρος Κωνσταντάρας), που «ζώον» την ανεβάζει, «όρνεο» την κατεβάζει, και της ρίχνει και καμιά σφαλιάρα.

Το 1966 στο έργο Ο Μελέτης στην Άμεσο Δράση φαίνεται ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί για το υπηρετικό προσωπικό. Οι υπηρέτριες μίας πολυκατοικίας κατεβαίνουν σε απεργία και συγκέντρωση με πλακάτ στην είσοδο. Απαιτούν αυξήσεις. Είναι η εποχή των μαζικών διεκδικήσεων και των συνεχών διαδηλώσεων στην πολιτική σκηνή του τόπου, στις οποίες γίνεται αναφορά μέσω του συγκεκριμένου επεισοδίου: όλοι κάτι ζητάνε, ως και οι υπηρέτριες, το πιο αδύναμο κομμάτι των εργαζομένων, με τα αμφίβολα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εκπρόσωπος των κυριών δέχεται ασυζητητί τα αιτήματα και παρακαλεί τους παρισταμένους να μην εξαγριώσουν τις κοπέλες, επειδή οι κυρίες θα βρεθούν σε απελπιστική θέση αν τους λείψουν. Ο φόβος της αποχώρησης περιορίζει την εκμετάλλευση, ενώ η διεκδίκηση ανθρώπινων συνθηκών δουλειάς έχει αποτελέσματα.

Εφεξής το επάγγελμα παρουσιάζεται αναβαθμισμένο. Η ηθοποιός που εμφανίζεται συχνά σε παρόμοιους ρόλους, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, συντελεί σε αυτή την αναβάθμιση. Δεν είναι μία χλωμή παρουσία, που περνάει μπροστά στο φακό μόνο για να ανοίγει την εξώπορτα και να αναγγέλλει τους επισκέπτες, αλλά μία δυναμική νέα γυναίκα, που μπορεί να μην ξέρει γραμματική, αλλά το μυαλό της παίρνει στροφές, ακόμα και όταν οι άλλοι τη θεωρούν χαζή. Κυρίως, έχει αισθήματα, νοιάζεται τα αφεντικά της και διατηρεί την επαρχιώτικη απλότητά της, τη στιγμή που οι άλλοι χάνονται στην πολυπλοκότητα της πόλης. Είδαμε ότι στο Γεροντοκόρο εκνευρίζει τον Θανάση, επειδή του κοπανάει συνέχεια τη μοναξιά του και προσπαθεί να τον πείσει να παντρευτεί. Η ατσαλοσύνη και η αυθάδειά της κρύβουν την τρυφερότητα γι' αυτούς που έχουν υποκαταστήσει την οικογένειά της. Τους φροντίζει, τους τα ψέλνει και μεγαλοπιάνεται. Η επαρχιώτικη αυτοπεποίθηση της δεν έχει όρια. Ως Μελπομένη (Το αφεντικό μου ήταν κορόιδο, 1969, Ερρίκος Θαλασσινός),302 έχει τυφλή

302. Την ίδια χρονιά ο Ερρίκος Θαλασσινός γυρίζει το Ξύπνα, κορόιδο, σε παρεμφερές

Σελ. 338
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/339.gif&w=600&h=915

αφοσίωση και λατρεία στο αφεντικό της, το χήρο Χαράλαμπο (Νίκος Σταυρίδης). Ο γάμος της μαζί του σημαίνει και την κοινωνική της αναβάθμιση. Η Στυλιανοπούλου αυτά τα χρόνια αναδεικνύεται σε σημαντικό χαρτί της εταιρείας «Καραγιάννης - Καρατζόπουλος». Μέσα από σενάρια γραμμένα γι' αυτήν, οι υπηρέτριες αναδύονται ως πρωταγωνιστικά πρόσωπα λαϊκής καταγωγής, προερχόμενα από χαμηλά οικονομικά στρώματα, τα οποία καταφέρνουν με διάφορους τρόπους να αναβαθμιστούν και να προβληθούν στον κοινωνικό χώρο.

Η υπηρέτρια του βιομήχανου Αριστείδη (Ντέμπυ Γεωργίου, Αν ήμουν πλούσιος) είναι πολύ τυχερή. Μένει σε πολυ ωραίο δωμάτιο, στη βίλα του, τον έχει σύμμαχο της κάθε φορά που η κόρη του της κάνει παρατήρηση, και επιπλέον δεν δέχεται ποτέ επισκέψεις του στο δωμάτιο της. Κανείς δεν της απαγορεύει να φέρει το φίλο της στο σπίτι και να του κάνει ένα πλούσιο τραπέζι. Σημειώσαμε και παραπάνω ότι σε αυτή την κωμωδία ο Τατασόπουλος, με διάθεση ίσως να ειρωνευτεί τα στερεότυπα μέσα στα οποία εργάστηκε, αντιστρέφει κάποια από αυτά. Μία από τις ανατροπές θα πρέπει να θεωρηθεί και η προνομιακή θέση της υπηρέτριας μέσα στο σπίτι.

ζ' Κόρες πλούσιων μπαμπάδων

Δεν τίθεται ζήτημα εργασίας για όσες διαθέτουν περιουσία. Η Πέγκυ (Εκατό χιλιάδες λίρες), που έχει κληρονομήσει το σχετικό ποσόν από τον πατέρα της, όχι μόνο δεν σκέφτεται να εργαστεί, αλλά ούτε καν να διαχειριστεί την περιουσία της. Αυτή την ευθύνη θα την αναλάβει ο μελλοντικός της σύζυγος, γιατί κατά κανόνα μία γυναίκα δεν θεωρείται ικανή να επωμίζεται παρόμοιες ευθύνες. Η Μπούλη (Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός) μάλλον δεν ξέρει να κάνει τίποτε άλλο από το να αγοράζει ρούχα και καπέλα, που στοιχίζουν όσο ένας μισθός, ή να κυκλοφορεί με το αυτοκίνητο που της έχει χαρίσει ο εργοστασιάρχης πατέρας της.

Αντίθετα, η Ρένα (Τα τέσσερα σκαλοπάτια), κληρονόμος, εν αγνοία της, μεγάλης περιουσίας, αναγκάζεται να ψάξει για δουλειά όταν εγκαταλείπει το σπίτι του θείου και κηδεμόνα της και πρέπει πλέον να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της. Η εργασία είναι η μόνη αξιοπρεπής λύση για τις κοπέλες που δεν έχουν άλλο στήριγμα. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο εύκολα γι' αυτήν όταν αρχίζει να ψάχνει στις μικρές αγγελίες της εφημερίδας για θέση γκουβερνάντας ή δακτυλογράφου. Είτε η δουλειά έχει δοθεί σε άλλον είτε τα προσόντα της δεν είναι αρκετά. Μία τυχαία μεταμφίεση και μία αγγελία για βοηθό σο-

σενάριο του Γιώργου Λαζαρίδη, για λογαριασμό της εταιρείας των αδελφών Κυριακόπουλου, με την Ελένη Ανουσάκη και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Σελ. 339
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/340.gif&w=600&h=915

σοφέρ τη σπρώχνουν στην τολμηρή απόφαση να εμφανιστεί ως άνδρας και να πάρει τη δουλειά.

Η Άννα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα) είναι μία από τις λίγες κοπέλες της δεκαετίας του 1950 που εργάζονται χωρίς να έχουν ανάγκη. Βοηθάει τον πατέρα της ως γραμματέας και δεξί του χέρι στο εργοστάσιο οινοποιίας. Σε αντίθεση με τον αδελφό της Νίκο, που παίζει ένα παιχνίδι εξουσίας με τον πατέρα του και αρνείται να συνεργαστεί επειδή δεν περνάει το δικό του, η Άννα δεν έχει ιδέες που να θέλει να επιβάλει- είναι συνεπής, εργατική και παραμένει στη σκιά, όπως επιτάσσει το φύλο της. Αυτό που τη διαφοροποιεί από άλλες κόρες επιχειρηματιών —οι οποίες συμμετέχουν μόνο στα κέρδη, για να τα καταναλώνουν, και αυξάνονται ως κινηματογραφικές παρουσίες κατά την επόμενη δεκαετία—, το γεγονός ότι εργάζεται, μπορεί να εξηγηθεί από το ότι ο πατέρας της δεν ανήκει στην ανώτερη τάξη, αλλά δουλεύει και ο ίδιος σκληρά και διατηρεί τα χαρακτηριστικά του μικροεπιχειρηματία.

Οι κόρες ορισμένων πλουσίων έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με την επιχείρηση του πατέρα τους, μολονότι οι περισσότερες από αυτές το αποφεύγουν. Η Έλλη Ζαρπάντη (Κατηγορούμενος ο έρως, 1962) είναι μία από τις εξαιρέσεις, που αξιοποιεί τις σπουδές της με ενεργό εργασία, και, το σημαντικότερο, διακατέχεται από φιλεργατικά αισθήματα. Έτσι, δεν χάνει ευκαιρία να παίρνει το μέρος των εργατών κάθε φορά που ανακύπτει μία διαφορά ανάμεσα σε αυτούς και στη διεύθυνση του εργοστασίου- είναι σοσιαλίστρια. Έχει κατανόηση, θέλει να βελτιώσει τη ζωή των εργατών, όμως η πραγματικότητα είναι σκληρή και το κόστος που συνεπάγεται η βελτίωση δυσβάστακτο. Γι' αυτό, ο πατέρας της την κατηγορεί για ουτοπίες και ρομαντισμούς. Δημιουργείται και εδώ το γνωστό πεδίο αμφισβήτησης ανάμεσα στην παλαιότερη και στη νέα γενιά επιχειρηματιών. Η κωμωδία του Τάλλας είναι η πρώτη που εισάγει το θέμα της αντιπαράθεσης εργατών-εργοδοσίας και δεν ειρωνεύεται τα αιτήματα των πρώτων, αλλά δείχνει ότι τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με την καλή διάθεση και μόνο των δεύτερων. Η εικόνα που δίνεται για το συνδικαλισμό είναι ζοφερή. Ο αρχισυνδικαλιστής (Γιάννης Αργύρης) προσπαθεί να διατηρεί την ατμόσφαιρα σύγκρουσης ανάμεσα στα δύο μέρη ζωντανή, για να παίζει το ρόλο του ρυθμιστή και να κερδίζει έξτρα επιχορηγήσεις σε χρήμα από τη διεύθυνση. Ο πατέρας δεν λύνει τα προβλήματα δυναμικά, όμως και η Έλλη δεν δημιουργεί εχέγγυα αξιοπιστίας. Επειδή πέφτει έξω σε θέματα που την αφορούν προσωπικά, ο θεατής συμπεραίνει ότι οι ιδέες της θα φέρουν την επιχείρηση σε ανάλογα δεινή θέση. Η Έλλη ζει με την προκατάληψη ότι τα παιδιά των πλουσίων είναι «αχαΐρευτοι, βλάκες και τεντιμπόηδες». Πιστεύει ότι έχει καταπληκτική διαίσθηση, ότι τα ξέρει όλα, ότι δεν γεννήθηκε ο άνδρας που θα τη γελάσει- αλλά δεν έχει καταλάβει ότι ο Κώστας υποδύεται τον εργάτη, ενώ είναι ο ίδιος μεγαλοκληρονόμος, ιδιοκτήτης και διευθυντής εργο-

Σελ. 340
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/341.gif&w=600&h=915

εργοστασίου. Επιπλέον, δεν απαρνείται βέβαια τα μέσα των πλουσίων, όπως το αυτοκίνητο, με το οποίο πηγαίνει βόλτες ή για μπάνιο. Όταν ερωτεύεται τον Κώστα, φαίνεται οι πεποιθήσεις της να πηγαίνουν περίπατο. Εύλογα ο θεατής θα μπορούσε να συμπεράνει ότι τις συνοδεύουν και τα σχέδιά της για την ομόνοια στα εργοστάσια. Οι γυναικείες ιδέες γι' αυτά τα θέματα δεν μπορεί να έχουν αξιοπιστία.303

Στις δυναμικές εργαζόμενες των μέσων της δεκαετίας του 1960 θα πρέπει να καταταγεί η Μπούμπη (Μαίρη Χρονοπούλου, Το τεμπελόσκυλο), η οποία διεκδικεί για τον εαυτό της το ρόλο της διευθύντριας του οικογενειακού εργοστασίου αρωματοποιίας και φαίνεται να παίρνει αποφάσεις, που ο πατέρας της (Βασίλης Αυλωνίτης) δεν αμφισβητεί. Παρά τη λογική διαχείριση, την πείρα και το δυναμισμό της, η Μπούμπη δεν τολμά να αναλάβει μόνη της την επιχείρηση. Πρέπει να βρει έναν κατάλληλο σύζυγο, προκειμένου να μπορέσει ο πατέρας της να αποσυρθεί. Ανεξάρτητα από την ταξική τους προέλευση, τα ταλέντα και τις γνώσεις τους, οι γυναίκες εξακολουθούν να μη θεωρούνται αυτοδύναμα ικανές και παραμένουν κηδεμονευόμενες.

η' Νέα επαγγέλματα, νέες συμπεριφορές

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι κοπέλες των κωμωδιών ανοίγονται σε νέα επαγγέλματα. Δεν φαίνεται ωστόσο να το επιδιώκουν, να επενδύουν σε αυτά κάτι περισσότερο από τις προηγούμενες και εξακολουθούν να τα εγκαταλείπουν με το γάμο. Δεν κάνουν καριέρα και δεν έχουν στόχο να διακριθούν. Η Πίτσα (Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας) έχει πολλές δυνατότητες ως σχεδιάστρια, όπως διαπιστώνει το αφεντικό της, που τη θεωρεί δεξί του χέρι' όμως δεν αφοσιώνεται όσο πρέπει στη δουλειά της, ξενυχτάει και πίνει κάπως παραπάνω, ώστε το μέλλον της δεν προοιωνίζεται καλό.

Από το 1959 και μετά όμως τα πράγματα αλλάζουν. Η Αλίκη (Η μουσίτσα) εμφανίζεται γεμάτη αυτοπεποίθηση στο διευθυντή σύνταξης μίας εφημερίδας και καταφέρνει να καταλάβει τη θέση της κοσμικογράφου, ενώ αρχικά προοριζόταν για δακτυλογράφος, και μάλιστα άνευ προσόντων. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένας άνδρας που την υποστηρίζει (Γιάννης Γκιωνάκης) και μεσολαβεί για χάρη της, χωρίς όμως να ζητά πιεστικά ανταλλάγματα. Έχοντας περάσει πολλές περιπέτειες στις προηγούμενες δουλειές της, η Αλίκη θα υπερασπιστεί με νύχια και με δόντια αυτή τη θέση.

Στη Μουσίτσα τίθεται και το θέμα του επαγγελματικού ανταγωνισμού με το άλλο φύλο. Η Αλίκη πρέπει να αποδειχθεί καλύτερη από τον Δημήτρη

303. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 434.

Σελ. 341
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/342.gif&w=600&h=915

(Ανδρέας Μπάρκουλης), δημοσιογράφο της αντίπαλης εφημερίδας, για να βελτιώσει τη θέση της, να προαχθεί στο ρεπορτάζ. Όμως, παρά τη σκληρή προσπάθεια, η καριέρα της είναι μάλλον μία σειρά από συσσωρευμένες αποτυχίες, τις οποίες προσπαθεί να αποκρύψει με αρκετή πονηριά. Ο Δημήτρης θα κυριαρχήσει επαγγελματικά, θα μείνει μάλιστα χωρίς αντίπαλο, με άλλα λόγια θα θριαμβεύσει. Έχοντας ωστόσο συναίσθηση ότι «της κατέστρεψε την καριέρα, είναι έτοιμος να κάνει το παν για να επανορθώσει το σφάλμα του»" της προτείνει «να την προσλάβει αυτός για όλη του τη ζωή» και της υπόσχεται «ότι ποτέ δεν θα την απολύσει». Όσο και αν η Αλίκη κάνει τη σκληρή, δεν της παίρνει πάνω από ένα λεπτό για να δεχθεί την πρόταση γάμου και να παραιτηθεί από την επαγγελματική αποκατάσταση.

Η Μουσίτσα εισάγει μία νέα, πιο δυναμική αντιμετώπιση της εργασίας εκ μέρους της γυναίκας, αντιμετώπιση που θα βρει ανταπόκριση και θα γίνει συχνότερη τα επόμενα χρόνια. Το επάγγελμα δεν έχει σημασία" η δυναμική του υπεράσπιση γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτή. Ηθοποιοί που υποδύονται και προωθούν ρόλους δυναμικών εργαζόμενων κοριτσιών —η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, η Άννα Φόνσου— ασφαλώς οφείλουν ένα μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς τους στην επεξεργασία αυτών ακριβώς των ρόλων. Οι θεατές, υπό τον όρο ότι ο γάμος θέτει τέλος στην καριέρα, αναζητούν και αποδέχονται αυτή την εικόνα των νέων γυναικών, τη θεωρούν ελκυστική και χαριτωμένη, ακόμα και αν στην πραγματική ζωή είναι καχύποπτοι απέναντι της. Η καχυποψία των σεναριογράφων θα εμφανιστεί λίγα χρόνια αργότερα, όταν οι δυναμικές γυναίκες θα έχουν κάνει βήματα στον επαγγελματικό χώρο. Τότε οι διαφαινόμενες αλλαγές θα πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο.

Το πώς στην Ελλάδα κάποια επαγγέλματα μόλις αυτή την εποχή ανοίγουν για τις γυναίκες, ενώ στη Δύση έχουν κατακτηθεί προ πολλού, φαίνεται στην κωμωδία Δράκουλας και Σία. Εδώ η νεαρή δημοσιογράφος (Καίτη Ντιριντάουα) έρχεται από το εξωτερικό, συγκεκριμένα από την Αμερική. Ταξιδεύει μόνη της σε μία ξένη χώρα, τη στιγμή που εδώ οι κοπέλες δύσκολα αποπειρώνται κάτι τέτοιο μόνες τους, και φιλοδοξεί να γράψει ένα ρεπορτάζ για στοιχειωμένους πύργους και για την ύπαρξη βρικολάκων. Δεν διστάζει να κοιμηθεί στο ίδιο σπίτι με έναν άνδρα και χώνεται στο σλίπινγκ-μπαγκ της —ένας ακόμη άγνωστος νεωτερισμός, που πρωτοεμφανίζεται με τους τουρίστες— κάθε φορά που ακούει ύποπτους θορύβους.

Μέσα σε λίγα χρόνια οι κοπέλες θα αποκτήσουν περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Το 1965 η Άννα (Κάκια Αναλυτή, Και οι δεκατέσσερις ήταν υπέροχοι) ενδιαφέρεται περισσότερο να κάνει μία λαμπρή δημοσιογραφική καριέρα, παρά να παντρευτεί τον Δημήτρη (Ανδρέας Μπάρκουλης) και να κάνει παιδιά.

Η ανάπτυξη του τουρισμού πολλαπλασιάζει τις θέσεις εργασίας στην υπο-

Σελ. 342
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/343.gif&w=600&h=915

υποδοχή των ξενοδοχείων και οι κοπέλες, επειδή τα καταφέρνουν καλά και στις ξένες γλώσσες, βρίσκουν εκεί μία επαγγελματική διέξοδο. Υπάλληλοι στην υποδοχή μεγάλων ξενοδοχείων εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όπως η πλούσια Ντιάνα (Ραντεβού στην Κέρκυρα), που σπούδασε στην Ελβετία, αλλά για κάποιους δικούς της λόγους υποδύεται τη ρεσεψιονίστ. Η Μίνα (Γκιζέλα Ντάλι, Σκάνδαλα στο νησί του έρωτα, 1963, σενάριο Νέστορας Μάτσας - Κώστας Ασημακόπουλος), εκτός από αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά, μιλάει και τουρκικά — η σύντομη αναφορά αρκεί για να δείξει την ξεχωριστή της ικανότητα. Εργάζεται ως ρεσεψιονίστ σε ξενοδοχείο και όλο το χειμώνα μαζεύει χρήματα, για να μπορέσει να περάσει ονειρεμένες διακοπές τις ημέρες της άδειάς της. Ως ρεσεψιονίστ εργάζεται και η Ρένα (Καίτη Παπανίκα, Ο μπαμπάς μου ο τέντυ-μπόυς, 1966, σενάριο Θόδωρος Τέμπος, σκηνοθεσία Χρήστος Κυριακόπουλος), η οποία επίσης ονειρεύεται τη στιγμή που θα πάρει την άδειά της και θα φύγει για διακοπές. Σε ανάλογη θέση προσλαμβάνεται και η εικοσιπεντάχρονη Τζίνα (Μάρω Κοντού, Ο φαφλατάς, 1971, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης - Ντίνος Δημόπουλος, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), αριστοκρατικής καταγωγής και ανάλογης μόρφωσης. Η Τζίνα, για να αντιμετωπίσει το οικονομικό της αδιέξοδο, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την προσφορά που της παρουσιάζεται, να δουλέψει στο πολυτελές «Υδρα Μπιτς». Μιλάει τρεις ξένες γλώσσες, πιστεύει ότι «η δουλειά δεν είναι ντροπή» και, επειδή είναι σοβαρός άνθρωπος, δεν θεωρεί ότι ξεπέφτει κοινωνικά με το να εργαστεί.

Η Χριστίνα (Ο Θόδωρος και το δίκαννο, 1962) σκέπτεται να γίνει αεροσυνοδός, όταν γνωρίζει μία αεροσυνοδό, γίνονται φίλες, δανείζεται τη στολή της και διαπιστώνει ότι της πάει πολύ" φαίνεται όμως ότι μάλλον δεν θα προλάβει να πετάξει, γιατί θα προηγηθεί ο γάμος με τον πιλότο, αδελφό της φίλης της. Το αξιοσημείωτο σε αυτή την κωμωδία είναι ότι ο πατέρας της Χριστίνας, μολονότι παλαιών αρχών, δεν αντιδρά όπως θα περίμενε κανείς στη σκέψη της κόρης του να εργαστεί, και μάλιστα σε ένα επάγγελμα όπου ο πατρικός έλεγχος δεν είναι εύκολο να ασκηθεί. Η είσοδος στο επάγγελμα υποδεικνύεται ως ασφαλής για την ηθική, αλλά και για την ψυχική ισορροπία των νεαρών γυναικών, αφού με την προοπτική της εργασίας η Χριστίνα ξεπερνά τα προσωπικά της προβλήματα. Επτά χρόνια αργότερα η Ειρήνη (Ξένια Καλογεροπούλου, Ο παραμυθάς), που εργάζεται στα γραφεία της «Ολυμπιακής», αποφασίζει να γίνει αεροσυνοδός και να περάσει τη σχετική εκπαίδευση. Η αισθηματική της ιστορία με τον Δημήτρη και το χάος που αυτός προκαλεί με τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του στον επαγγελματικό της χώρο την κάνουν να εγκαταλείψει το σχέδιο της· θα ανταμειφθεί με το ρόλο της νοικοκυράς και μητέρας.

Πράγματι, όπως υποστηρίζουν και άλλοι σεναριογράφοι, το επάγγελμα της

Σελ. 343
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/344.gif&w=600&h=915

αεροσυνοδού αναστατώνει τη ζωή των ζευγαριών και επιδρά αρνητικά στη λειτουργία της οικογένειας. Η Τατιάνα και η Μυρτώ (Έλια Καλλιγεράκη, Καίτη Παπανίκα, Ένας τρελλός αεροπειρατής, 1974, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς Κώστας Πρετεντέρης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης)304 εργάζονται ως αεροσυνοδοί και κερδίζουν αρκετά χρήματα, σε αντίθεση με τους συζύγους τους, τον Φάνη και τον Στέφανο (Νίκος Ρίζος, Κώστας Βουτσάς), που δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Επειδή όμως οι αεροπορικές εταιρείες δεν προσλαμβάνουν παντρεμένες γυναίκες, οι δύο ιπτάμενες έχουν αποκρύψει το γάμο τους. Τα ζευγάρια συγκατοικούν κατά φύλο, στο πρότυπο της θεατρικής και κινηματογραφικής επιτυχίας του Νηλ Σάιμον Ενα παράξενο ζευγάρι. Το ενδιαφέρον σε αυτή την κωμωδία είναι ο συσχετισμός της γυναικείας εργασίας με τις δουλειές του σπιτιού. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, αλλά αυτό δεν είναι προς τιμήν των ανδρών. Παρουσιάζεται επιπλέον η διαφοροποίηση των απόψεών τους στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Φάνης τα καταφέρνει καλύτερα με το νοικοκυριό και έχει αναλάβει αδιαμαρτύρητα τα σχετικά καθήκοντα: μαγειρεύει και καθαρίζει. Ο Στέφανος, που δεν τα καταφέρνει, αναγκάζεται να στηρίζεται σε άλλους για να εξυπηρετηθεί — στον Φάνη για το φαγητό και στη διαχειρίστρια για το μαντάρισμα. Αισθάνεται μειονεκτικά και διαμαρτύρεται, προβάλλοντας ως επιχείρημα ό,τι θεωρεί ανδρικό κεκτημένο: η γυναίκα του, που θα έπρεπε να φροντίζει το νοικοκυριό, λείπει συνεχώς από το σπίτι και, όποτε επιστρέφει, είναι πολύ κουρασμένη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή του ζευγαριού. Έτσι, ο Στέφανος αντιπαραβάλλει συνεχώς τα στερεότυπα με τη δική του κατάσταση. Αυτή την οπτική καλλιεργεί και ο θείος του (Γιάννης Βογιατζής), ο οποίος του σπάει ακόμα περισσότερο το ηθικό, αμφισβητώντας συνεχώς τον ανδρισμό του.

Επισημάναμε στο πρώτο κεφάλαιο ότι οι δύο σεναριογράφοι συνηγορούν μέσα από το χιούμορ υπέρ κάποιων απόψεων, οι οποίες στην πλειοψηφία του κοινού τους θα φαίνονταν ανεδαφικές. Έτσι κι εδώ, παρατηρούν με συμπάθεια τους κλυδωνισμούς του ήρωά τους, που, ενώ έχει δεχθεί να συντηρείται από την εργαζόμενη σύζυγο του, έχει δηλαδή συμφωνήσει στον επαναπροσδιορισμό του ρόλου της, δεν αναλαμβάνει τα καθήκοντα του νοικοκυριού, επειδή τα θεωρεί μειωτικά του δικού του, ανδρικού ρόλου. Άλλωστε, και η Μυρτώ αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του Στέφανου στο σπίτι, αλλά διεκδικεί το δικαίωμα να παίρνει εκείνη τις αποφάσεις που αφορούν την εργασία της, πιστεύοντας ότι αυτή είναι μία υπεύθυνη στάση. Η απόπειρα του Στέφανου να επιβάλει το κυ-

304. Μεταφορά της κωμωδίας των Ασημάκη Γιαλαμά - Κώστα Πρετεντέρη Πετάει... πετάει, που ανεβαίνει στο θέατρο «Φλόριντα», από το θίασο Κώστα Βουτσά - Νίκου Ρίζου - Γιάννη Βογιατζή, στις 9 Μαίου 1969' Θρύλος, ό.π., τ. ΙΑ', σ. 325-326· Πρετεντέρης, Θεατρικά, ό.π., σ. 536-537.

Σελ. 344
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/345.gif&w=600&h=915

κυριαρχικό του δικαίωμα, απαγορεύοντάς της να πάει στη δουλειά της, ακούγεται σαν ένα καπρίτσιο, και αυτός δέχεται μία ακόμα ήττα. Το περιβάλλον αντιδρά επίσης κατά φύλο. Ο θείος υποστηρίζει τον ανιψιό, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, αλλά δεν πείθει απαραίτητα και το θεατή, η μητέρα (Μαρίκα Κρεββατά) την κόρη της. Είναι και η ίδια μία ανεξάρτητη γυναίκα, που δεν γίνεται βάρος στο παιδί της.

Η Μυρτώ υποχωρεί αδιαμαρτύρητα στις απαιτήσεις του Στέφανου και επανέρχεται στον παραδοσιακό της ρόλο, μόλις εκείνος βρίσκει δουλειά. Αντίστοιχα και η Τατιάνα (Έλια Καλλιγεράκη) το φέρει βαρέως που ο Φάνης ικανοποιείται με το νοικοκυριό και δεν αναζητά εργασία. Ούτε οι γυναίκες μπορούν να αποδεχθούν αυτόματα την αλλαγή των ρόλων, ακόμα και αν αυτή τις ανακουφίζει πρακτικά. Εντέλει, όπως παραδέχονται και τα ίδια τα πρόσωπα, δεν ξέρουν τι θέλουν. Η αλλαγή των συνθηκών είναι τόσο γρήγορη, που τα άτομα δεν προφθαίνουν να προσαρμοστούν.

Χωρίς προβλήματα είναι η ζωή της ανύπαντρης Χλόης (Χαριτίνη Καρόλου, Η αεροσυνοδός, 1971, σενάριο Κώστας Ασημακόπουλος, σκηνοθεσία Σούλης Γεωργιάδης), η οποία μπορεί να διανυκτερεύει στις διάφορες πόλεις του εξωτερικού, όπου πηγαίνει με τη δουλειά της, με τη δυνατότητα να τις επισκέπτεται και ως τουρίστρια. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια γνωρίζει μάλιστα και τον πάμπλουτο μέλλοντα σύζυγο της (Φαίδων Γεωργίτσης).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το μυαλό των νεαρών γυναικών αναδεικνύεται σε ορισμένες κωμωδίες ικανό να ενδιαφερθεί και για άλλα ζητήματα, πέραν του γάμου. Η Ρένα (Διαβόλου κάλτσα) είναι αυτή που οργανώνει την αντίπραξη στο θείο της και στο θείο του Τώνη, κατασκευαστές μαγιό, ανταγωνιστές μεταξύ τους, οι οποίοι έχουν θέσει το δεσμό των δύο νέων υπό απαγόρευση: αφού εγκαταλείπει το θείο της, υποδεικνύει στον Τώνη να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό με δικά του σχέδια, που θα λανσάρουν αυτή και η φίλη της. Η ιδέα της είναι απόλυτα επιτυχημένη, ενώ ο Τώνης και τα μαγιό του γνωρίζουν πραγματικό θρίαμβο. Με μία κίνηση της νεαρής, έξυπνης και γεμάτης αυτοπεποίθηση Ρένας απαλείφονται οι αντιρρήσεις των πρεσβυτέρων τόσο σε θέματα επαγγελματικά όσο και αισθηματικά, οι ανταγωνιστές αγκαλιάζονται και το ζευγάρι μπορεί όχι μόνο να παντρευτεί, αλλά και να αναλάβει ενδεχομένως τα ηνία της κοινής πλέον επιχείρησης. Αυτή είναι η τύχη των σύγχρονων Ρωμαίων και Ιουλιεττών, που παίρνουν χωρίς ενδοιασμούς την τύχη τους στα χέρια τους.

Εξίσου εύστροφη αλλά και μορφωμένη —μιλάει άπταιστα αγγλικά— εμφανίζεται η Λίλα (Μαριάννα Κουράκου, Κάνε με πρωθυπουργό), που δίνει ορισμένες πολύ καίριες επαγγελματικές συμβουλές στον αγαπημένο της Μηνά (Γιώργος Πάντζας), τις οποίες αυτός με τη σειρά του προσπαθεί να προωθήσει στην επιχείρηση του πατέρα του, Η Λίλα δεν έχει επίσημη επαγγελματική

Σελ. 345
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 326
    

    το γάμο. Ο Αντώνης αισθάνεται την καθαρά ανδρική υποχρέωση να αποκαταστήσει την κοπέλα, με την οποία έχει δεσμό ήδη τρία χρόνια, και να την απαλλάξει από τη γκρίνια της μητέρας της. Με τη μεταμφίεση θα φθάσει γρηγορότερα στο σκοπό του. Η εκτέλεση του ανδρικού καθήκοντος περνάει μέσα από τη μεταμφίεση σε γυναίκα. Δίνεται η εντύπωση ότι η ζωή είναι πιο εύκολη για τις γυναίκες, αφού ο Αντώνης ως Κλεοπάτρα και δουλειά έχει, και χρήματα κερδίζει, και απολαμβάνει την προστασία και τους επαίνους του αφεντικού του.

    Ο Κώστας Βουτσάς μεταμφιέζεται σε «αράπη» στην κωμωδία του Κώστα Καραγιάννη Τον αράπη κι αν τον πλένης, το σαπούνι σου χαλάς!... Τουλάχιστον τρεις λόγοι εμπνέουν τους σεναριογράφους: η μόδα που επικρατεί σε πλούσια σπίτια να έχουν έγχρωμους μπάτλερ, τους οποίους πληρώνουν αδρά, ως στοιχείο επίδειξης και κοινωνικής διάκρισης, αλλά και η μεγάλη επιτυχία του θεατρικού έργου Αγάπη μου Ουάουα, που παιζόταν για μερικά χρόνια από το θίασο της Κάκιας Αναλυτή (στον επώνυμο ρόλο) και του Κώστα Ρηγόπουλου, καθώς και η επίσης μεγάλη επιτυχία του τραγουδιού του Γιώργου Ζαμπέτα Ο αράπης. Ο ήρωας της κωμωδίας του Καραγιάννη, ο Αντώνης, είναι ένας δραστήριος βοηθός καφενείου, με τον οποίον όλοι είναι ευχαριστημένοι, αλλά δεν κερδίζει αρκετά χρήματα, ούτε έχει προοπτικές κοινωνικής ανέλιξης μέσα από τη δουλειά του. Ο αδελφός της αγαπημένης του Ρούλας (Δημήτρης Μπισλάνης, Ελιά Καλιγεράκη), προκειμένου να διακόψει το δεσμό τους, το θέτει ωμά: θα τον ρίξει στη μέση του ωκεανού, να τον φάνε τα χταπόδια. Παίρνοντας την ιδέα από το φίλο του, ο οποίος έπαιξε τον Οθέλλο στις εξετάσεις της δραματικής σχολής, ο Αντώνης αποφασίζει να μεταμφιεστεί και να αναζητήσει δουλειά στις ακριβές περιοχές της Αθήνας, για να μαζέψει πολλά χρήματα σε μικρό διάστημα και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις του γαμπρού του.

    ιγ' Άεργοι

    Στην περίπτωση του Αντώνη, τεμπέλη ανιψιού στο Έλα στο θείο, η τεμπελιά θεωρείται κατάλοιπο της παιδικής ηλικίας. Μην έχοντας την κατάλληλη επίβλεψη, επειδή ήταν ορφανός από μητέρα, ο Αντώνης έκανε συνέχεια κοπάνες από το σχολείο, με αποτέλεσμα να μην έχει τώρα αρκετά εφόδια για να εργαστεί. Υποτίθεται ότι ψάχνει για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα περνάει τις ώρες του στο καφενείο παίζοντας τάβλι. Η αεργία είναι μία κατάσταση που τον βολεύει, την έχει συνηθίσει και δεν αποφασίζει να την ξεπεράσει. Τον οδηγεί όμως και σε παραπτώματα, που του στερούν βασικές ανδρικές ιδιότητες, τον καθιστούν υποτελή σε μία γυναίκα και τον γελοιοποιούν εντέλει στα μάτια του θεατή. Τα όρια ανάμεσα στο καλό και στο κακό τού είναι τόσο ασαφή,