Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 335-354 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/335.gif&w=600&h=915

της, να ανέχεται τις ιδιοτροπίες των πελατισσών, που κατεβάζουν τα ράφια, αλλά δεν αποφασίζουν τι θα αγοράσουν, να εκτελεί τις επιθυμίες τους αδιαμαρτύρητα και να κινδυνεύει με επίπληξη του διευθυντή αν κάποια κυρία εκφράσει παράπονα για πλημμελή εξυπηρέτηση. Η Κάκια (Το αγρίμι) απολύεται κατ' απαίτηση της πολύ κακιάς πελάτισσας (Έφη Οικονόμου), επειδή τόλμησε να της πει τη γνώμη της για το μαγιό που δοκίμαζε. Η υπάλληλος (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Δν έχεις τύχη...) είναι υποχρεωμένη να επισκέπτεται τα σπίτια των πλούσιων πελατισσών, να παίρνει και να παραδίδει τις παραγγελίες τους. Η Καίτη (Νίκη Λινάρδου, Φίφης ο αχτύπητος) εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα δίσκων, στο πολύ γνωστό στην εποχή του «Music-Box». Η νέα βιομηχανία της μουσικής δίνει επίσης νέες δυνατότητες εργασίας.

ε' Εργάτριες

Ένα σπάνιο παράδειγμα εργάτριας σε κωμωδία είναι η Ελένη Μαργουλή (Κατηγορούμενος ο έρως), για την οποία δίνονται περισσότερα στοιχεία για την ηθική της, όπως είδαμε, παρά για την εργασία της. Στην Κόμησσα της φάμπρικας εμφανίζονται εργάτριες σε εργοστάσιο υφαντουργίας, με κάποια πλάνα που δίνουν την αίσθηση της λειτουργίας του χώρου. Η δυναμική διεκδίκηση κάποιων αιτημάτων τους καταλήγει στη σύλληψη της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας.

στ' Υπηρέτριες

Ένα επάγγελμα πολυπληθές, για το οποίο δίνονται αρκετά στοιχεία στις κωμωδίες, είναι αυτό της υπηρέτριας, που ανήκει στην κατώτερη επαγγελματική κλίμακα. Τα κορίτσια που εργάζονταν ως υπηρέτριες σε σπίτια της πρωτεύουσας προέρχονταν από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, συνήθως της επαρχίας, και δεν είχαν κοντά τους κάποιο μέλος της οικογένειάς τους ικανό να τις προστατεύει. Γίνονταν έτσι θύματα εκμετάλλευσης κάθε είδους και έπρεπε να αντιμετωπίσουν χωρίς διαμαρτυρίες την απότομη ή βίαιη συμπεριφορά, τα νεύρα, τις παραξενιές, ακόμα και τις σεξουαλικές επιθέσεις των αφεντικών τους.

Την άφιξη της Παγώνας από το χωριό στην πόλη, όπου έρχεται για να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, παρακολουθούμε στην Οικογένεια Παπαδοπούλου. Θα εγκατασταθεί στο σπίτι των θείων της, που φιλοξενούν ακόμα μία ανιψιά τους, η οποία σπουδάζει δασκάλα. Η διαφορά ανάμεσα στην Παγώνα και στις άλλες δύο κοπέλες του σπιτιού, στη Βαρβάρα και στη Μαρίνα, είναι μεγάλη. Η Παγώνα, παιδί πολυμελούς οικογένειας, έρχεται από το χωριό στην πόλη για να δουλέψει στην υπηρεσία των συγγενών της, και όχι για να σπουδάσει. Η εμφάνισή της δεν έχει την κομψότητα των άλλων· φοράει χοντρά και φαρδιά ρούχα, με κλειστό γιακά, κάτω από το γόνατο, που δεν αφήνουν τις

Σελ. 335
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/336.gif&w=600&h=915

γραμμές του σώματος της να φανούν, έχει τα μαλλιά της σε πλεξίδες, ενώ η συμπεριφορά της είναι το ίδιο άτσαλη με τα ρούχα της. Η Μαρίνα, αν και έρχεται από τον ίδιο τόπο, έχει εγκλιματιστεί στην πρωτευουσιάνικη εικόνα των κοριτσιών, ντύνεται κομψά, χωρίς να ασχολείται αποκλειστικά με τη μόδα. Τα κορίτσια φέρονται φιλικά στην Παγώνα, αλλά η μητέρα έχει καθήκον να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί, και έτσι της υποδεικνύει τρόπους συμπεριφοράς και τομείς αρμοδιοτήτων. Ο πατέρας δεν διστάζει να συνοδέψει τις παρατηρήσεις του για την αδεξιότητά της με καμιά σφαλιάρα. Η προέλευση έχει λιγότερη σημασία από την οικονομική κατάσταση του ατόμου. Αυτό που χαρακτηρίζει την Παγώνα δεν είναι το γεγονός ότι μεγάλωσε στο χωριό, αλλά ότι αναγκάστηκε να εργαστεί ως υπηρέτρια, έστω και σε συγγενικό σπίτι, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της.

Στο έργο Τζο ο τρομερός η Νάντια, όπως είδαμε, πέφτει θύμα του θείου της, ο οποίος καταχράται τη μητρική περιουσία της και την κρατά στο σπίτι ως υπηρέτρια. Τόσο ο ίδιος όσο και η κόρη του της συμπεριφέρονται σκαιά και τη χαστουκίζουν χωρίς λόγο. Η Νάντια δεν έχει καμία δυνατότητα να αντιδράσει, δεν έχει εναλλακτικό καταφύγιο. Υπομένει τα βάσανά της, χωρίς να ελπίζει ότι θα λυτρωθεί από αυτά. Όσο και αν θυμίζει βικτωριανά μυθιστορήματα ή, έστω, το παραμύθι της Σταχτοπούτας αυτή η κατάληξη είναι στην πραγματικότητα κοινή μοίρα για πολλά κορίτσια, ορφανά και από τους δύο γονείς.

Οι υπηρέτριες υφίστανται κάθε είδους κακομεταχείριση από τα αφεντικά τους, όπως παραπονιέται η Μαρία (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Φουκαράδες και λεφτάδες): «Έχω ακούσει εγώ βρισιές στη ζωή μου... Δε γεννήθηκα λεφτού για να με σέβονται. Δουλεύω από μικρό παιδάκι... Καταλαβαίνεις λοιπόν τι έχω ακούσει...». Τα λόγια της επιβεβαιώνονται από πολλές άλλες κωμωδίες, όπου οι κυρίες μιλούν απότομα στις υπηρέτριές τους, χωρίς κανέναν εμφανή λόγο, από καθημερινή συνήθεια.

Η κυρία Αλέκα (Κυβέλη Θεοχάρη, Ο Ηλίας του 16ου) δεν θα διστάσει να κατηγορήσει την υπηρέτριά της την Τασία για κλέφτρα, προκειμένου να δικαιολογήσει μία δική της υπεξαίρεση. Εκ προοιμίου, ο λόγος της έχει μεγαλύτερη αξία και όλοι την πιστεύουν, από τη φίλη της και θύμα τής υπεξαίρεσης (Μαρίκα Κρεββατά) ώς τους αστυνομικούς στο τμήμα. Η Τασία αρνείται την κατηγορία, υπερασπίζεται το καθαρό της όνομα, αλλά μόνη της δεν καταφέρνει τίποτε. Όπως παρατηρεί και ο ψευτοαστυνομικός Ηλίας (Κώστας Χατζηχρήστος), που κατά τύχη γνωρίζει την αλήθεια, «κλοπή έγινε, εσείς δεν έχετε ιδέα, εσείς κοτζάμ κύριος, εκείνη κοτζάμ κυρία, πού θα πέσει η υποψία, στο φτωχαδάκι θα πέσει». Ο σύζυγος κλέβει το δαχτυλίδι της γυναίκας του (Περικλής Χριστοφορίδης, Ελένη Ζαφειρίου), για να το χαρίσει στη φιλενάδα του στην Καφετζού και οι υποψίες πέφτουν στην υπηρέτρια. Τα ίδια παθαίνει

Σελ. 336
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/337.gif&w=600&h=915

και η Κατερίνα (Χριστίνα Σύλβα, Το ρομάντσο μιας καμαριέρας, 1965, σενάριο Γιώργος Ολύμπιος, σκηνοθεσία Δημήτρης Αθανασιάδης), την οποία η κακότροπη κυρία της (Έφη Οικονόμου) υποπτεύεται και ψάχνει κρυφά τα πράγματά της.

Η Κατερίνα (Άννα Παϊτατζή) στο Εχει θείο το κορίτσι εκδιώκεται όταν η πουριτανή κυρία της (Σοφία Βερώνη) τη συλλαμβάνει με τον καλό της (Γιώργος Δάνης) στην κουζίνα. Όσο βρίσκεται στο σπίτι όπου εργάζεται, πράγμα που σημαίνει μέρα-νύχτα, όλη την εβδομάδα, δεν νοείται να έχει προσωπική ζωή. Κατά κανόνα, οι υπηρεσίες δικαιούνται λίγες ώρες εξόδου την Κυριακή το απόγευμα. Όταν θέλουν να συναντήσουν το φίλο τους, το κάνουν πάντα κρυφά από τα αφεντικά, αλλά συχνά είναι αρκετά τολμηρές, ώστε να τον φέρνουν μυστικά στο σπίτι.

Σε αυτή τη λύση καταφεύγει η Τασία (Κλεό Σκουλούδη) στους Σκανδαλιάρηδες. Η κυρία της (Πόπη Λάζου) είναι νευρική και απότομη, αυτό όμως δεν εμποδίζει την Τασία να καλεί τον αγαπημένο της (Νίκος Σταυρίδης) όταν λείπουν τα αφεντικά και να του παραθέτει πλουσιοπάροχο δείπνο. Η υποκατάσταση των αφεντικών στην κυριότητα του σπιτιού, και ιδιαίτερα η έντονη επιθυμία τους να φορούν τα ρούχα της κυρίας είναι ο κρυφός πόθος πολλών υπηρετριών, που αναλύεται με ευτράπελες λεπτομέρειες στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου Όταν λείπη η γάτα (1962). Ο σοφέρ, η καμαριέρα και η μαγείρισσα (Βασίλης Αυλωνίτης, Νίκη Λινάρδου, Ρένα Βλαχοπούλου) παρουσιάζονται σε ένα νυκτερινό κέντρο με τα ρούχα, το αυτοκίνητο και το όνομα των αφεντικών τους, πράγμα που δίνει αφορμή για μία σειρά παρεξηγήσεων. Στο έργο Αχ! αυτή η γυναίκα μου η υπηρέτρια Ασημίνα (Μαρία Κωνσταντάρου) καλείται να βοηθήσει τα αφεντικά της και να υποδυθεί την κυρία του σπιτιού. Η μεγαλύτερή της απόλαυση είναι να φοράει τις τουαλέτες της Νίνας και να περνάει και αυτή τις ώρες της καλλωπιζόμενη. Στον Καμαριέρη της μπουζουξούς (1971, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας) οι υπηρέτριες της γειτονιάς επωφελούνται από την απουσία μίας αφεντικίνας για να κάνουν πάρτι στο σπίτι της, φορώντας τα ρούχα των κυριών τους. Χωρίς ενδοιασμούς, η Μαρία (Μάρθα Καραγιάννη) φοράει τα ρούχα της κυρίας της και παίρνει τη θέση της (Μια κυρία στα μπουζούκια).

Οπωσδήποτε, η Σταχτοπούτα ομολογεί τη σχέση της με το ομώνυμο παραμύθι, μόνο που εδώ καλοί είναι οι εργοδότες, όχι η νεράιδα νονά, και κακοί δεν υπάρχουν. Η καμαριέρα Μαρία (Κάκια Αναλυτή) έχει πολύ φιλική σχέση με τη συνομήλική της κόρη του μεγαλοβιομηχάνου, για την οποία εργάζεται (Βέτα Προέδρου). Η κυρία της επιπλέον της δίνει άδεια και της χαρίζει ένα εισιτήριο και πληρωμένες διακοπές σε πολυτελές ξενοδοχείο της Κέρκυρας.

Όπως συμβαίνει και με τις γραμματείς, οι συζητήσεις και τα προβλήματα των αφεντικών δεν μπορούν να κρυφτούν από το προσωπικό, το οποίο είτε συ-

Σελ. 337
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/338.gif&w=600&h=915

συστηματικά είτε συμπτωματικά κρυφακούει και παρεμβαίνει, δίνοντας σωτήριες πληροφορίες ή λέγοντας τη γνώμη του. Συχνά οι υπηρεσίες παίρνουν το μέρος των κυριών τους, επειδή διαπιστώνουν ότι οι σύζυγοι τις κακομεταχειρίζονται. Το πρότυπο της αφοσιωμένης υπηρεσίας είναι η Παγώνα (Κατερίνα Γώγου, Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα), που τρέμει τον Αντώνη, αλλά λατρεύει την κυρά της και σπεύδει να εκτελέσει τις οδηγίες της, προκειμένου να αποφύγουν τις αγριοφωνάρες του κακομαθημένου Αντώνη. Η Ουρανία (Ο εαυτούλης μου) παρηγορεί την Ελένη, αυτή όμως την αποπαίρνει, επειδή μία υπηρεσία δεν έχει δικαίωμα να σχολιάζει τα αφεντικά, αφού δεν είναι ίση με αυτά. Η υπηρέτρια (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Ο γεροντοκόρος) δεν διστάζει να τα λέει έξω από τα δόντια στον Θανάση (Λάμπρος Κωνσταντάρας), που «ζώον» την ανεβάζει, «όρνεο» την κατεβάζει, και της ρίχνει και καμιά σφαλιάρα.

Το 1966 στο έργο Ο Μελέτης στην Άμεσο Δράση φαίνεται ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί για το υπηρετικό προσωπικό. Οι υπηρέτριες μίας πολυκατοικίας κατεβαίνουν σε απεργία και συγκέντρωση με πλακάτ στην είσοδο. Απαιτούν αυξήσεις. Είναι η εποχή των μαζικών διεκδικήσεων και των συνεχών διαδηλώσεων στην πολιτική σκηνή του τόπου, στις οποίες γίνεται αναφορά μέσω του συγκεκριμένου επεισοδίου: όλοι κάτι ζητάνε, ως και οι υπηρέτριες, το πιο αδύναμο κομμάτι των εργαζομένων, με τα αμφίβολα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εκπρόσωπος των κυριών δέχεται ασυζητητί τα αιτήματα και παρακαλεί τους παρισταμένους να μην εξαγριώσουν τις κοπέλες, επειδή οι κυρίες θα βρεθούν σε απελπιστική θέση αν τους λείψουν. Ο φόβος της αποχώρησης περιορίζει την εκμετάλλευση, ενώ η διεκδίκηση ανθρώπινων συνθηκών δουλειάς έχει αποτελέσματα.

Εφεξής το επάγγελμα παρουσιάζεται αναβαθμισμένο. Η ηθοποιός που εμφανίζεται συχνά σε παρόμοιους ρόλους, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, συντελεί σε αυτή την αναβάθμιση. Δεν είναι μία χλωμή παρουσία, που περνάει μπροστά στο φακό μόνο για να ανοίγει την εξώπορτα και να αναγγέλλει τους επισκέπτες, αλλά μία δυναμική νέα γυναίκα, που μπορεί να μην ξέρει γραμματική, αλλά το μυαλό της παίρνει στροφές, ακόμα και όταν οι άλλοι τη θεωρούν χαζή. Κυρίως, έχει αισθήματα, νοιάζεται τα αφεντικά της και διατηρεί την επαρχιώτικη απλότητά της, τη στιγμή που οι άλλοι χάνονται στην πολυπλοκότητα της πόλης. Είδαμε ότι στο Γεροντοκόρο εκνευρίζει τον Θανάση, επειδή του κοπανάει συνέχεια τη μοναξιά του και προσπαθεί να τον πείσει να παντρευτεί. Η ατσαλοσύνη και η αυθάδειά της κρύβουν την τρυφερότητα γι' αυτούς που έχουν υποκαταστήσει την οικογένειά της. Τους φροντίζει, τους τα ψέλνει και μεγαλοπιάνεται. Η επαρχιώτικη αυτοπεποίθηση της δεν έχει όρια. Ως Μελπομένη (Το αφεντικό μου ήταν κορόιδο, 1969, Ερρίκος Θαλασσινός),302 έχει τυφλή

302. Την ίδια χρονιά ο Ερρίκος Θαλασσινός γυρίζει το Ξύπνα, κορόιδο, σε παρεμφερές

Σελ. 338
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/339.gif&w=600&h=915

αφοσίωση και λατρεία στο αφεντικό της, το χήρο Χαράλαμπο (Νίκος Σταυρίδης). Ο γάμος της μαζί του σημαίνει και την κοινωνική της αναβάθμιση. Η Στυλιανοπούλου αυτά τα χρόνια αναδεικνύεται σε σημαντικό χαρτί της εταιρείας «Καραγιάννης - Καρατζόπουλος». Μέσα από σενάρια γραμμένα γι' αυτήν, οι υπηρέτριες αναδύονται ως πρωταγωνιστικά πρόσωπα λαϊκής καταγωγής, προερχόμενα από χαμηλά οικονομικά στρώματα, τα οποία καταφέρνουν με διάφορους τρόπους να αναβαθμιστούν και να προβληθούν στον κοινωνικό χώρο.

Η υπηρέτρια του βιομήχανου Αριστείδη (Ντέμπυ Γεωργίου, Αν ήμουν πλούσιος) είναι πολύ τυχερή. Μένει σε πολυ ωραίο δωμάτιο, στη βίλα του, τον έχει σύμμαχο της κάθε φορά που η κόρη του της κάνει παρατήρηση, και επιπλέον δεν δέχεται ποτέ επισκέψεις του στο δωμάτιο της. Κανείς δεν της απαγορεύει να φέρει το φίλο της στο σπίτι και να του κάνει ένα πλούσιο τραπέζι. Σημειώσαμε και παραπάνω ότι σε αυτή την κωμωδία ο Τατασόπουλος, με διάθεση ίσως να ειρωνευτεί τα στερεότυπα μέσα στα οποία εργάστηκε, αντιστρέφει κάποια από αυτά. Μία από τις ανατροπές θα πρέπει να θεωρηθεί και η προνομιακή θέση της υπηρέτριας μέσα στο σπίτι.

ζ' Κόρες πλούσιων μπαμπάδων

Δεν τίθεται ζήτημα εργασίας για όσες διαθέτουν περιουσία. Η Πέγκυ (Εκατό χιλιάδες λίρες), που έχει κληρονομήσει το σχετικό ποσόν από τον πατέρα της, όχι μόνο δεν σκέφτεται να εργαστεί, αλλά ούτε καν να διαχειριστεί την περιουσία της. Αυτή την ευθύνη θα την αναλάβει ο μελλοντικός της σύζυγος, γιατί κατά κανόνα μία γυναίκα δεν θεωρείται ικανή να επωμίζεται παρόμοιες ευθύνες. Η Μπούλη (Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός) μάλλον δεν ξέρει να κάνει τίποτε άλλο από το να αγοράζει ρούχα και καπέλα, που στοιχίζουν όσο ένας μισθός, ή να κυκλοφορεί με το αυτοκίνητο που της έχει χαρίσει ο εργοστασιάρχης πατέρας της.

Αντίθετα, η Ρένα (Τα τέσσερα σκαλοπάτια), κληρονόμος, εν αγνοία της, μεγάλης περιουσίας, αναγκάζεται να ψάξει για δουλειά όταν εγκαταλείπει το σπίτι του θείου και κηδεμόνα της και πρέπει πλέον να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της. Η εργασία είναι η μόνη αξιοπρεπής λύση για τις κοπέλες που δεν έχουν άλλο στήριγμα. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο εύκολα γι' αυτήν όταν αρχίζει να ψάχνει στις μικρές αγγελίες της εφημερίδας για θέση γκουβερνάντας ή δακτυλογράφου. Είτε η δουλειά έχει δοθεί σε άλλον είτε τα προσόντα της δεν είναι αρκετά. Μία τυχαία μεταμφίεση και μία αγγελία για βοηθό σο-

σενάριο του Γιώργου Λαζαρίδη, για λογαριασμό της εταιρείας των αδελφών Κυριακόπουλου, με την Ελένη Ανουσάκη και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Σελ. 339
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/340.gif&w=600&h=915

σοφέρ τη σπρώχνουν στην τολμηρή απόφαση να εμφανιστεί ως άνδρας και να πάρει τη δουλειά.

Η Άννα (Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα) είναι μία από τις λίγες κοπέλες της δεκαετίας του 1950 που εργάζονται χωρίς να έχουν ανάγκη. Βοηθάει τον πατέρα της ως γραμματέας και δεξί του χέρι στο εργοστάσιο οινοποιίας. Σε αντίθεση με τον αδελφό της Νίκο, που παίζει ένα παιχνίδι εξουσίας με τον πατέρα του και αρνείται να συνεργαστεί επειδή δεν περνάει το δικό του, η Άννα δεν έχει ιδέες που να θέλει να επιβάλει- είναι συνεπής, εργατική και παραμένει στη σκιά, όπως επιτάσσει το φύλο της. Αυτό που τη διαφοροποιεί από άλλες κόρες επιχειρηματιών —οι οποίες συμμετέχουν μόνο στα κέρδη, για να τα καταναλώνουν, και αυξάνονται ως κινηματογραφικές παρουσίες κατά την επόμενη δεκαετία—, το γεγονός ότι εργάζεται, μπορεί να εξηγηθεί από το ότι ο πατέρας της δεν ανήκει στην ανώτερη τάξη, αλλά δουλεύει και ο ίδιος σκληρά και διατηρεί τα χαρακτηριστικά του μικροεπιχειρηματία.

Οι κόρες ορισμένων πλουσίων έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με την επιχείρηση του πατέρα τους, μολονότι οι περισσότερες από αυτές το αποφεύγουν. Η Έλλη Ζαρπάντη (Κατηγορούμενος ο έρως, 1962) είναι μία από τις εξαιρέσεις, που αξιοποιεί τις σπουδές της με ενεργό εργασία, και, το σημαντικότερο, διακατέχεται από φιλεργατικά αισθήματα. Έτσι, δεν χάνει ευκαιρία να παίρνει το μέρος των εργατών κάθε φορά που ανακύπτει μία διαφορά ανάμεσα σε αυτούς και στη διεύθυνση του εργοστασίου- είναι σοσιαλίστρια. Έχει κατανόηση, θέλει να βελτιώσει τη ζωή των εργατών, όμως η πραγματικότητα είναι σκληρή και το κόστος που συνεπάγεται η βελτίωση δυσβάστακτο. Γι' αυτό, ο πατέρας της την κατηγορεί για ουτοπίες και ρομαντισμούς. Δημιουργείται και εδώ το γνωστό πεδίο αμφισβήτησης ανάμεσα στην παλαιότερη και στη νέα γενιά επιχειρηματιών. Η κωμωδία του Τάλλας είναι η πρώτη που εισάγει το θέμα της αντιπαράθεσης εργατών-εργοδοσίας και δεν ειρωνεύεται τα αιτήματα των πρώτων, αλλά δείχνει ότι τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με την καλή διάθεση και μόνο των δεύτερων. Η εικόνα που δίνεται για το συνδικαλισμό είναι ζοφερή. Ο αρχισυνδικαλιστής (Γιάννης Αργύρης) προσπαθεί να διατηρεί την ατμόσφαιρα σύγκρουσης ανάμεσα στα δύο μέρη ζωντανή, για να παίζει το ρόλο του ρυθμιστή και να κερδίζει έξτρα επιχορηγήσεις σε χρήμα από τη διεύθυνση. Ο πατέρας δεν λύνει τα προβλήματα δυναμικά, όμως και η Έλλη δεν δημιουργεί εχέγγυα αξιοπιστίας. Επειδή πέφτει έξω σε θέματα που την αφορούν προσωπικά, ο θεατής συμπεραίνει ότι οι ιδέες της θα φέρουν την επιχείρηση σε ανάλογα δεινή θέση. Η Έλλη ζει με την προκατάληψη ότι τα παιδιά των πλουσίων είναι «αχαΐρευτοι, βλάκες και τεντιμπόηδες». Πιστεύει ότι έχει καταπληκτική διαίσθηση, ότι τα ξέρει όλα, ότι δεν γεννήθηκε ο άνδρας που θα τη γελάσει- αλλά δεν έχει καταλάβει ότι ο Κώστας υποδύεται τον εργάτη, ενώ είναι ο ίδιος μεγαλοκληρονόμος, ιδιοκτήτης και διευθυντής εργο-

Σελ. 340
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/341.gif&w=600&h=915

εργοστασίου. Επιπλέον, δεν απαρνείται βέβαια τα μέσα των πλουσίων, όπως το αυτοκίνητο, με το οποίο πηγαίνει βόλτες ή για μπάνιο. Όταν ερωτεύεται τον Κώστα, φαίνεται οι πεποιθήσεις της να πηγαίνουν περίπατο. Εύλογα ο θεατής θα μπορούσε να συμπεράνει ότι τις συνοδεύουν και τα σχέδιά της για την ομόνοια στα εργοστάσια. Οι γυναικείες ιδέες γι' αυτά τα θέματα δεν μπορεί να έχουν αξιοπιστία.303

Στις δυναμικές εργαζόμενες των μέσων της δεκαετίας του 1960 θα πρέπει να καταταγεί η Μπούμπη (Μαίρη Χρονοπούλου, Το τεμπελόσκυλο), η οποία διεκδικεί για τον εαυτό της το ρόλο της διευθύντριας του οικογενειακού εργοστασίου αρωματοποιίας και φαίνεται να παίρνει αποφάσεις, που ο πατέρας της (Βασίλης Αυλωνίτης) δεν αμφισβητεί. Παρά τη λογική διαχείριση, την πείρα και το δυναμισμό της, η Μπούμπη δεν τολμά να αναλάβει μόνη της την επιχείρηση. Πρέπει να βρει έναν κατάλληλο σύζυγο, προκειμένου να μπορέσει ο πατέρας της να αποσυρθεί. Ανεξάρτητα από την ταξική τους προέλευση, τα ταλέντα και τις γνώσεις τους, οι γυναίκες εξακολουθούν να μη θεωρούνται αυτοδύναμα ικανές και παραμένουν κηδεμονευόμενες.

η' Νέα επαγγέλματα, νέες συμπεριφορές

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι κοπέλες των κωμωδιών ανοίγονται σε νέα επαγγέλματα. Δεν φαίνεται ωστόσο να το επιδιώκουν, να επενδύουν σε αυτά κάτι περισσότερο από τις προηγούμενες και εξακολουθούν να τα εγκαταλείπουν με το γάμο. Δεν κάνουν καριέρα και δεν έχουν στόχο να διακριθούν. Η Πίτσα (Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας) έχει πολλές δυνατότητες ως σχεδιάστρια, όπως διαπιστώνει το αφεντικό της, που τη θεωρεί δεξί του χέρι' όμως δεν αφοσιώνεται όσο πρέπει στη δουλειά της, ξενυχτάει και πίνει κάπως παραπάνω, ώστε το μέλλον της δεν προοιωνίζεται καλό.

Από το 1959 και μετά όμως τα πράγματα αλλάζουν. Η Αλίκη (Η μουσίτσα) εμφανίζεται γεμάτη αυτοπεποίθηση στο διευθυντή σύνταξης μίας εφημερίδας και καταφέρνει να καταλάβει τη θέση της κοσμικογράφου, ενώ αρχικά προοριζόταν για δακτυλογράφος, και μάλιστα άνευ προσόντων. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένας άνδρας που την υποστηρίζει (Γιάννης Γκιωνάκης) και μεσολαβεί για χάρη της, χωρίς όμως να ζητά πιεστικά ανταλλάγματα. Έχοντας περάσει πολλές περιπέτειες στις προηγούμενες δουλειές της, η Αλίκη θα υπερασπιστεί με νύχια και με δόντια αυτή τη θέση.

Στη Μουσίτσα τίθεται και το θέμα του επαγγελματικού ανταγωνισμού με το άλλο φύλο. Η Αλίκη πρέπει να αποδειχθεί καλύτερη από τον Δημήτρη

303. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 434.

Σελ. 341
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/342.gif&w=600&h=915

(Ανδρέας Μπάρκουλης), δημοσιογράφο της αντίπαλης εφημερίδας, για να βελτιώσει τη θέση της, να προαχθεί στο ρεπορτάζ. Όμως, παρά τη σκληρή προσπάθεια, η καριέρα της είναι μάλλον μία σειρά από συσσωρευμένες αποτυχίες, τις οποίες προσπαθεί να αποκρύψει με αρκετή πονηριά. Ο Δημήτρης θα κυριαρχήσει επαγγελματικά, θα μείνει μάλιστα χωρίς αντίπαλο, με άλλα λόγια θα θριαμβεύσει. Έχοντας ωστόσο συναίσθηση ότι «της κατέστρεψε την καριέρα, είναι έτοιμος να κάνει το παν για να επανορθώσει το σφάλμα του»" της προτείνει «να την προσλάβει αυτός για όλη του τη ζωή» και της υπόσχεται «ότι ποτέ δεν θα την απολύσει». Όσο και αν η Αλίκη κάνει τη σκληρή, δεν της παίρνει πάνω από ένα λεπτό για να δεχθεί την πρόταση γάμου και να παραιτηθεί από την επαγγελματική αποκατάσταση.

Η Μουσίτσα εισάγει μία νέα, πιο δυναμική αντιμετώπιση της εργασίας εκ μέρους της γυναίκας, αντιμετώπιση που θα βρει ανταπόκριση και θα γίνει συχνότερη τα επόμενα χρόνια. Το επάγγελμα δεν έχει σημασία" η δυναμική του υπεράσπιση γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτή. Ηθοποιοί που υποδύονται και προωθούν ρόλους δυναμικών εργαζόμενων κοριτσιών —η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, η Άννα Φόνσου— ασφαλώς οφείλουν ένα μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς τους στην επεξεργασία αυτών ακριβώς των ρόλων. Οι θεατές, υπό τον όρο ότι ο γάμος θέτει τέλος στην καριέρα, αναζητούν και αποδέχονται αυτή την εικόνα των νέων γυναικών, τη θεωρούν ελκυστική και χαριτωμένη, ακόμα και αν στην πραγματική ζωή είναι καχύποπτοι απέναντι της. Η καχυποψία των σεναριογράφων θα εμφανιστεί λίγα χρόνια αργότερα, όταν οι δυναμικές γυναίκες θα έχουν κάνει βήματα στον επαγγελματικό χώρο. Τότε οι διαφαινόμενες αλλαγές θα πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο.

Το πώς στην Ελλάδα κάποια επαγγέλματα μόλις αυτή την εποχή ανοίγουν για τις γυναίκες, ενώ στη Δύση έχουν κατακτηθεί προ πολλού, φαίνεται στην κωμωδία Δράκουλας και Σία. Εδώ η νεαρή δημοσιογράφος (Καίτη Ντιριντάουα) έρχεται από το εξωτερικό, συγκεκριμένα από την Αμερική. Ταξιδεύει μόνη της σε μία ξένη χώρα, τη στιγμή που εδώ οι κοπέλες δύσκολα αποπειρώνται κάτι τέτοιο μόνες τους, και φιλοδοξεί να γράψει ένα ρεπορτάζ για στοιχειωμένους πύργους και για την ύπαρξη βρικολάκων. Δεν διστάζει να κοιμηθεί στο ίδιο σπίτι με έναν άνδρα και χώνεται στο σλίπινγκ-μπαγκ της —ένας ακόμη άγνωστος νεωτερισμός, που πρωτοεμφανίζεται με τους τουρίστες— κάθε φορά που ακούει ύποπτους θορύβους.

Μέσα σε λίγα χρόνια οι κοπέλες θα αποκτήσουν περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Το 1965 η Άννα (Κάκια Αναλυτή, Και οι δεκατέσσερις ήταν υπέροχοι) ενδιαφέρεται περισσότερο να κάνει μία λαμπρή δημοσιογραφική καριέρα, παρά να παντρευτεί τον Δημήτρη (Ανδρέας Μπάρκουλης) και να κάνει παιδιά.

Η ανάπτυξη του τουρισμού πολλαπλασιάζει τις θέσεις εργασίας στην υπο-

Σελ. 342
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/343.gif&w=600&h=915

υποδοχή των ξενοδοχείων και οι κοπέλες, επειδή τα καταφέρνουν καλά και στις ξένες γλώσσες, βρίσκουν εκεί μία επαγγελματική διέξοδο. Υπάλληλοι στην υποδοχή μεγάλων ξενοδοχείων εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όπως η πλούσια Ντιάνα (Ραντεβού στην Κέρκυρα), που σπούδασε στην Ελβετία, αλλά για κάποιους δικούς της λόγους υποδύεται τη ρεσεψιονίστ. Η Μίνα (Γκιζέλα Ντάλι, Σκάνδαλα στο νησί του έρωτα, 1963, σενάριο Νέστορας Μάτσας - Κώστας Ασημακόπουλος), εκτός από αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά, μιλάει και τουρκικά — η σύντομη αναφορά αρκεί για να δείξει την ξεχωριστή της ικανότητα. Εργάζεται ως ρεσεψιονίστ σε ξενοδοχείο και όλο το χειμώνα μαζεύει χρήματα, για να μπορέσει να περάσει ονειρεμένες διακοπές τις ημέρες της άδειάς της. Ως ρεσεψιονίστ εργάζεται και η Ρένα (Καίτη Παπανίκα, Ο μπαμπάς μου ο τέντυ-μπόυς, 1966, σενάριο Θόδωρος Τέμπος, σκηνοθεσία Χρήστος Κυριακόπουλος), η οποία επίσης ονειρεύεται τη στιγμή που θα πάρει την άδειά της και θα φύγει για διακοπές. Σε ανάλογη θέση προσλαμβάνεται και η εικοσιπεντάχρονη Τζίνα (Μάρω Κοντού, Ο φαφλατάς, 1971, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης - Ντίνος Δημόπουλος, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), αριστοκρατικής καταγωγής και ανάλογης μόρφωσης. Η Τζίνα, για να αντιμετωπίσει το οικονομικό της αδιέξοδο, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την προσφορά που της παρουσιάζεται, να δουλέψει στο πολυτελές «Υδρα Μπιτς». Μιλάει τρεις ξένες γλώσσες, πιστεύει ότι «η δουλειά δεν είναι ντροπή» και, επειδή είναι σοβαρός άνθρωπος, δεν θεωρεί ότι ξεπέφτει κοινωνικά με το να εργαστεί.

Η Χριστίνα (Ο Θόδωρος και το δίκαννο, 1962) σκέπτεται να γίνει αεροσυνοδός, όταν γνωρίζει μία αεροσυνοδό, γίνονται φίλες, δανείζεται τη στολή της και διαπιστώνει ότι της πάει πολύ" φαίνεται όμως ότι μάλλον δεν θα προλάβει να πετάξει, γιατί θα προηγηθεί ο γάμος με τον πιλότο, αδελφό της φίλης της. Το αξιοσημείωτο σε αυτή την κωμωδία είναι ότι ο πατέρας της Χριστίνας, μολονότι παλαιών αρχών, δεν αντιδρά όπως θα περίμενε κανείς στη σκέψη της κόρης του να εργαστεί, και μάλιστα σε ένα επάγγελμα όπου ο πατρικός έλεγχος δεν είναι εύκολο να ασκηθεί. Η είσοδος στο επάγγελμα υποδεικνύεται ως ασφαλής για την ηθική, αλλά και για την ψυχική ισορροπία των νεαρών γυναικών, αφού με την προοπτική της εργασίας η Χριστίνα ξεπερνά τα προσωπικά της προβλήματα. Επτά χρόνια αργότερα η Ειρήνη (Ξένια Καλογεροπούλου, Ο παραμυθάς), που εργάζεται στα γραφεία της «Ολυμπιακής», αποφασίζει να γίνει αεροσυνοδός και να περάσει τη σχετική εκπαίδευση. Η αισθηματική της ιστορία με τον Δημήτρη και το χάος που αυτός προκαλεί με τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του στον επαγγελματικό της χώρο την κάνουν να εγκαταλείψει το σχέδιο της· θα ανταμειφθεί με το ρόλο της νοικοκυράς και μητέρας.

Πράγματι, όπως υποστηρίζουν και άλλοι σεναριογράφοι, το επάγγελμα της

Σελ. 343
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/344.gif&w=600&h=915

αεροσυνοδού αναστατώνει τη ζωή των ζευγαριών και επιδρά αρνητικά στη λειτουργία της οικογένειας. Η Τατιάνα και η Μυρτώ (Έλια Καλλιγεράκη, Καίτη Παπανίκα, Ένας τρελλός αεροπειρατής, 1974, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς Κώστας Πρετεντέρης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης)304 εργάζονται ως αεροσυνοδοί και κερδίζουν αρκετά χρήματα, σε αντίθεση με τους συζύγους τους, τον Φάνη και τον Στέφανο (Νίκος Ρίζος, Κώστας Βουτσάς), που δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Επειδή όμως οι αεροπορικές εταιρείες δεν προσλαμβάνουν παντρεμένες γυναίκες, οι δύο ιπτάμενες έχουν αποκρύψει το γάμο τους. Τα ζευγάρια συγκατοικούν κατά φύλο, στο πρότυπο της θεατρικής και κινηματογραφικής επιτυχίας του Νηλ Σάιμον Ενα παράξενο ζευγάρι. Το ενδιαφέρον σε αυτή την κωμωδία είναι ο συσχετισμός της γυναικείας εργασίας με τις δουλειές του σπιτιού. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, αλλά αυτό δεν είναι προς τιμήν των ανδρών. Παρουσιάζεται επιπλέον η διαφοροποίηση των απόψεών τους στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Φάνης τα καταφέρνει καλύτερα με το νοικοκυριό και έχει αναλάβει αδιαμαρτύρητα τα σχετικά καθήκοντα: μαγειρεύει και καθαρίζει. Ο Στέφανος, που δεν τα καταφέρνει, αναγκάζεται να στηρίζεται σε άλλους για να εξυπηρετηθεί — στον Φάνη για το φαγητό και στη διαχειρίστρια για το μαντάρισμα. Αισθάνεται μειονεκτικά και διαμαρτύρεται, προβάλλοντας ως επιχείρημα ό,τι θεωρεί ανδρικό κεκτημένο: η γυναίκα του, που θα έπρεπε να φροντίζει το νοικοκυριό, λείπει συνεχώς από το σπίτι και, όποτε επιστρέφει, είναι πολύ κουρασμένη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή του ζευγαριού. Έτσι, ο Στέφανος αντιπαραβάλλει συνεχώς τα στερεότυπα με τη δική του κατάσταση. Αυτή την οπτική καλλιεργεί και ο θείος του (Γιάννης Βογιατζής), ο οποίος του σπάει ακόμα περισσότερο το ηθικό, αμφισβητώντας συνεχώς τον ανδρισμό του.

Επισημάναμε στο πρώτο κεφάλαιο ότι οι δύο σεναριογράφοι συνηγορούν μέσα από το χιούμορ υπέρ κάποιων απόψεων, οι οποίες στην πλειοψηφία του κοινού τους θα φαίνονταν ανεδαφικές. Έτσι κι εδώ, παρατηρούν με συμπάθεια τους κλυδωνισμούς του ήρωά τους, που, ενώ έχει δεχθεί να συντηρείται από την εργαζόμενη σύζυγο του, έχει δηλαδή συμφωνήσει στον επαναπροσδιορισμό του ρόλου της, δεν αναλαμβάνει τα καθήκοντα του νοικοκυριού, επειδή τα θεωρεί μειωτικά του δικού του, ανδρικού ρόλου. Άλλωστε, και η Μυρτώ αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του Στέφανου στο σπίτι, αλλά διεκδικεί το δικαίωμα να παίρνει εκείνη τις αποφάσεις που αφορούν την εργασία της, πιστεύοντας ότι αυτή είναι μία υπεύθυνη στάση. Η απόπειρα του Στέφανου να επιβάλει το κυ-

304. Μεταφορά της κωμωδίας των Ασημάκη Γιαλαμά - Κώστα Πρετεντέρη Πετάει... πετάει, που ανεβαίνει στο θέατρο «Φλόριντα», από το θίασο Κώστα Βουτσά - Νίκου Ρίζου - Γιάννη Βογιατζή, στις 9 Μαίου 1969' Θρύλος, ό.π., τ. ΙΑ', σ. 325-326· Πρετεντέρης, Θεατρικά, ό.π., σ. 536-537.

Σελ. 344
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/345.gif&w=600&h=915

κυριαρχικό του δικαίωμα, απαγορεύοντάς της να πάει στη δουλειά της, ακούγεται σαν ένα καπρίτσιο, και αυτός δέχεται μία ακόμα ήττα. Το περιβάλλον αντιδρά επίσης κατά φύλο. Ο θείος υποστηρίζει τον ανιψιό, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, αλλά δεν πείθει απαραίτητα και το θεατή, η μητέρα (Μαρίκα Κρεββατά) την κόρη της. Είναι και η ίδια μία ανεξάρτητη γυναίκα, που δεν γίνεται βάρος στο παιδί της.

Η Μυρτώ υποχωρεί αδιαμαρτύρητα στις απαιτήσεις του Στέφανου και επανέρχεται στον παραδοσιακό της ρόλο, μόλις εκείνος βρίσκει δουλειά. Αντίστοιχα και η Τατιάνα (Έλια Καλλιγεράκη) το φέρει βαρέως που ο Φάνης ικανοποιείται με το νοικοκυριό και δεν αναζητά εργασία. Ούτε οι γυναίκες μπορούν να αποδεχθούν αυτόματα την αλλαγή των ρόλων, ακόμα και αν αυτή τις ανακουφίζει πρακτικά. Εντέλει, όπως παραδέχονται και τα ίδια τα πρόσωπα, δεν ξέρουν τι θέλουν. Η αλλαγή των συνθηκών είναι τόσο γρήγορη, που τα άτομα δεν προφθαίνουν να προσαρμοστούν.

Χωρίς προβλήματα είναι η ζωή της ανύπαντρης Χλόης (Χαριτίνη Καρόλου, Η αεροσυνοδός, 1971, σενάριο Κώστας Ασημακόπουλος, σκηνοθεσία Σούλης Γεωργιάδης), η οποία μπορεί να διανυκτερεύει στις διάφορες πόλεις του εξωτερικού, όπου πηγαίνει με τη δουλειά της, με τη δυνατότητα να τις επισκέπτεται και ως τουρίστρια. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια γνωρίζει μάλιστα και τον πάμπλουτο μέλλοντα σύζυγο της (Φαίδων Γεωργίτσης).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το μυαλό των νεαρών γυναικών αναδεικνύεται σε ορισμένες κωμωδίες ικανό να ενδιαφερθεί και για άλλα ζητήματα, πέραν του γάμου. Η Ρένα (Διαβόλου κάλτσα) είναι αυτή που οργανώνει την αντίπραξη στο θείο της και στο θείο του Τώνη, κατασκευαστές μαγιό, ανταγωνιστές μεταξύ τους, οι οποίοι έχουν θέσει το δεσμό των δύο νέων υπό απαγόρευση: αφού εγκαταλείπει το θείο της, υποδεικνύει στον Τώνη να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό με δικά του σχέδια, που θα λανσάρουν αυτή και η φίλη της. Η ιδέα της είναι απόλυτα επιτυχημένη, ενώ ο Τώνης και τα μαγιό του γνωρίζουν πραγματικό θρίαμβο. Με μία κίνηση της νεαρής, έξυπνης και γεμάτης αυτοπεποίθηση Ρένας απαλείφονται οι αντιρρήσεις των πρεσβυτέρων τόσο σε θέματα επαγγελματικά όσο και αισθηματικά, οι ανταγωνιστές αγκαλιάζονται και το ζευγάρι μπορεί όχι μόνο να παντρευτεί, αλλά και να αναλάβει ενδεχομένως τα ηνία της κοινής πλέον επιχείρησης. Αυτή είναι η τύχη των σύγχρονων Ρωμαίων και Ιουλιεττών, που παίρνουν χωρίς ενδοιασμούς την τύχη τους στα χέρια τους.

Εξίσου εύστροφη αλλά και μορφωμένη —μιλάει άπταιστα αγγλικά— εμφανίζεται η Λίλα (Μαριάννα Κουράκου, Κάνε με πρωθυπουργό), που δίνει ορισμένες πολύ καίριες επαγγελματικές συμβουλές στον αγαπημένο της Μηνά (Γιώργος Πάντζας), τις οποίες αυτός με τη σειρά του προσπαθεί να προωθήσει στην επιχείρηση του πατέρα του, Η Λίλα δεν έχει επίσημη επαγγελματική

Σελ. 345
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/346.gif&w=600&h=915

τική ιδιότητα, αλλά αυτό δεν κάνει τις προτάσεις της λιγότερο κερδοφόρες. Πολύ πιο αποτελεσματική από τον Μηνά, ο οποίος εμφανίζεται ως φερέφωνο της και δεν διαθέτει την επιμονή, ούτε την πονηριά της, είναι το ηγετικό στοιχείο στο ζευγάρι, όχι μόνο όσον αφορά τα θέματα της οικογένειας, αλλά και της επαγγελματικής προοπτικής.

Όσο περνά ο καιρός, φαίνεται ότι τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα για τις γυναίκες, των οποίων εκτιμάται η απόδοση, σε συνδυασμό πάντα με τα φυσικά προσόντα, ώστε αρχίζουν να αποτελούν κίνδυνο για τους άνδρες στην αγορά εργασίας. Ο Γιώργος (Στέφανος Ληναίος, Μιας πεντάρας νειάτα, 1967) κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του, παρά τις σπουδές και τα προσόντα του, όταν η γυναίκα του Ειρήνη (Έλλη Φωτίου) προσλαμβάνεται ως δακτυλογράφος στην ίδια επιχείρηση και φαίνεται ικανή να τον υποκαταστήσει στις αρμοδιότητές του. Οι γυναίκες μπορούν να γίνονται πιο αρεστές στους προϊσταμένους, που έχουν δικούς τους λόγους για να τις προτιμούν, αλλά και αυτές δεν στερούνται προσόντων. Απλώς, ώς ένα σημείο, οι επαγγελματικές τους γνώσεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα, μετά τα φυσικά τους προσόντα.

Σιγά-σιγά οι γυναίκες παρουσιάζονται επίσης να τα καταφέρνουν καλύτερα από τους άνδρες. Στο Εξυπνο πουλί η Φανίτσα (Άννα Φόνσου) αποκαλύπτει στον Λουκά (Κώστας Χατζηχρήστος) την απάτη που οι δήθεν φίλοι του στήνουν εις βάρος του και που θα έχει ως συνέπεια την οριστική χρεοκοπία της επιχείρησής του. Δεν έχει περισσότερα προσόντα από τον άνδρα, αλλά έχει περισσότερη οξύνοια, αποφασιστικότητα και καπατσοσύνη, διακρίνει ευκολότερα ποιος εκμεταλλεύεται τον Λουκά και ποιος έχει πραγματικά ανάγκη.

Όσο όμως οι γυναίκες καθιερώνονται στον επαγγελματικό τους χώρο, τόσο δημιουργείται στις κωμωδίες ένα ασυμβίβαστο ανάμεσα στη θηλυκότητα και στην υψηλή επαγγελματική απόδοση, που θα λάβει ακραίες μορφές σε περιπτώσεις επιστημόνων, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Συναντάται ωστόσο και σε λιγότερο φιλόδοξα ή εξ ορισμού γυναικεία επαγγέλματα, όπως αυτό της δακτυλογράφου. Στη Μοντέρνα Σταχτοπούτα στοιχειοθετείται μέσα από δύο αντίθετα παραδείγματα:305 Η Μαίρη (Δέσποινα Νικολαΐδου) και η Κατερίνα (Αλίκη Βουγιουκλάκη) εργάζονται διαδοχικά στην ίδια θέση της ιδιαιτέρας ενός πολυάσχολου διευθυντή (Δημήτρης Παπαμιχαήλ). Η Μαίρη είναι ο τύπος της γυναίκας που φροντίζει πολύ τον εαυτό της και υπολογίζει μάλλον στη θηλυκότητα παρά στον επαγγελματισμό της. Είναι κομψή και αστοιχείωτη. Αντίθετα, η Κατερίνα, μολονότι έχει «ένα νόστιμο προσωπάκι, δεν ξέρει τι να το κάνει», όπως παρατηρεί η αντίζηλος της· είναι άσχετη με τα θηλυκά κόλπα

305. Πβ. και Παραδείση, «Η γυναίκα στην ελληνική κομεντί», ό.π." Kartalou, «Gender, Professional and Class Identities in Miss Director and Modern Cinderella», ό.π.

Σελ. 346
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/347.gif&w=600&h=915

και εξαιρετική στη δακτυλογραφία — μέχρι και από χρηματιστήριο καταλαβαίνει. Ο διευθυντής ως λόγο απόλυσης της Μαίρης προβάλλει το γεγονός ότι «προσπαθώντας να πετύχει σαν γυναίκα, χρεοκόπησε σαν υπάλληλος». Για την περίπτωση της Κατερίνας η παρατήρηση αντιστρέφεται από τη Μαίρη, που με αυτόν τον τρόπο παίρνει την εκδίκηση της: «για να τελειοποιηθείς στη γραφομηχανή, παραμέλησες τον εαυτό σου σαν γυναίκα». Η γυναίκα πρέπει να υποστεί αναγκαστική αλλοτρίωση, προκειμένου να επιτύχει στον επαγγελματικό χώρο, να αναδείξει τα προσόντα της και να εργαστεί με συνέπεια. Δεν μπορεί να συνδυάσει τη θηλυκότητα με τον επαγγελματισμό. Οι κανόνες που έχουν καθιερωθεί στον ανδροκρατούμενο χώρο εργασίας δεν προσαρμόζονται στις γυναικείες ιδιαιτερότητες, όταν η γυναίκα εισχωρεί μαζικά στα διάφορα επαγγέλματα. Αυτή καλείται να προσαρμοστεί, να ικανοποιήσει τους εργοδότες με τους υπάρχοντες όρους, όσο και αν δυσκολεύεται, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορέσει να επιβιώσει στον εργασιακό χώρο. Ταυτόχρονα όμως της προσάπτεται η αλλοτρίωση από αυτούς που της την επιβάλλουν.

Η Κατερίνα ανήκει στην πλειάδα των ικανών γυναικών. Είναι η κεφαλή της οικογένειας, που αποτελείται από τα τρία μικρά αδέλφια της και τη γιαγιά τους. Εχει καταφέρει να μάθει τρεις ξένες γλώσσες, στενογραφία, γραφομηχανή και λογιστικά. Ψάχνει απεγνωσμένα και πεισματικά για δουλειά, για να συμπληρώσει τις 700 δραχμές σύνταξη που της άφησε ο πατέρας της. Με τέσσερα χιλιάρικα μισθό είναι πλούσια και ευτυχισμένη. Καταφέρνει να μπει στο γραφείο του Αλέξη με μεγάλη πονηριά και να τον πείσει να την κρατήσει, ανατρέποντας την απόφαση του να μην έχει πλέον γυναίκες συνεργάτες. Τη βρίσκει ισάξια ενός άνδρα, αλλά ταυτόχρονα η εικόνα μαρτυρεί ότι η Κατερίνα έχει πολλαπλάσιες ικανότητες για να μπορέσει να επιβιώσει. Πολύ γρήγορα υποσκελίζει στην ουσία τους υπόλοιπους συνεργάτες του Αλέξη, οργανώνοντας καλύτερα και αποδοτικότερα τη δουλειά τους" σε αυτήν προστρέχουν όλοι για να τους πει τι να κάνουν. Προβλέπει και εκτελεί με ταχύτητα, που οι άλλοι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν. Είναι σαφώς ικανότερη όλων, μόνο ο Αλέξης μπορεί να συγκριθεί μαζί της, αλλά αυτό που θα κερδίσει θα είναι μία θέση στο σπίτι του προϊσταμένου, ως νόμιμη σύζυγος, όχι μία προαγωγή.

Ένα καινούργιο επάγγελμα ασκεί η Έφη στο Επτά χρόνια γάμου, επάγγελμα που συνδέεται με τις τεχνολογικές εξελίξεις της Ελλάδας στο χώρο της τηλεόρασης και την έναρξη του κρατικού τηλεοπτικού προγράμματος: είναι τηλεπαρουσιάστρια, και επιπλέον παντρεμένη. Επίσης, δεν ανήκει στις γυναίκες που εργάζονται από ανάγκη, όπως η Ειρήνη στο Μιας πεντάρας νειάτα. Είδαμε ότι το επάγγελμα της δημιουργεί προβλήματα στη συζυγική της ζωή, αφού είναι διαρκώς απασχολημένη με τις απορρέουσες υποχρεώσεις. Κάνει πρόβες για την εκπομπή της, δίνει συνεντεύξεις Τύπου, έχει συναντήσεις με διαφημιστές, φωτογραφίζεται, φροντίζει τη γκαρνταρόμπα της και τη δημόσια εμφά-

Σελ. 347
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/348.gif&w=600&h=915

εμφάνισή της, δίνει αυτόγραφα. Όπως λέει ο άνδρας της ο Αλέκος, «το πρωί σκέφτεται, το μεσημέρι γράφει και το βράδυ εκπέμπει». Πριν κοιμηθεί, διαβάζει τα γράμματα των θαυμαστών της και μοιράζει απλόχερα συμβουλές, διαμετρικά αντίθετες με ό,τι εφαρμόζει η ίδια στα προσωπικά της. Συμβουλεύει τις γυναίκες, που παρακολουθούν με φανατική προσήλωση την καθημερινή της εκπομπή, να είναι καλές νοικοκυρές και να μην παραμελούν τους άνδρες τους, γιατί θα τους σπρώξουν σε πιο περιποιητικά χέρια.

Η εργασία της Έφης είναι επιλογή και όχι υποχρέωση, αφού ο Αλέκος έχει ένα πολύ επιτυχημένο επάγγελμα, κερδίζει πολλά χρήματα και μπορεί να εξασφαλίσει άνετη ζωή στο σπιτικό — και στο εξοχικό τους. Η Έφη δεν είναι θετικό πρότυπο, καταρχήν επειδή, ενώ συμβουλεύει σωστά, σύμφωνα με την τρέχουσα αντίληψη, πράττει λανθασμένα και δεν ακολουθεί και η ίδια τις συμβουλές της. Αυτή η ανακολουθία ανάμεσα στο δημόσιο λόγο της και στην προσωπική της ζωή ακυρώνει την αξιοπιστία της" φαίνεται σαν να κοροϊδεύει τους θαυμαστές της, που τόσο την εμπιστεύονται. Οι οικείοι της δικαιώνονται, επειδή μόνο αυτοί γνωρίζουν ότι κατά κάποιο τρόπο εξαπατά το κοινό της.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκηνή κατά την οποία η Έφη, γεμάτη ενθουσιασμό, περιγράφει τις επαγγελματικές της επιτυχίες, χαμένη στο δικό της κόσμο και αγνοώντας την πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή ο Αλέκος χασμουριέται ή κάνει ειρωνικά σχόλια, ενώ ο θείος του (Σταύρος Ξενίδης) αναρωτιέται αν η Έφη έχει πυρετό ή αν τρελάθηκε. Κανείς από τους δύο δεν νοιάζεται να την ακούσει, πόσο μάλλον να ευχαριστηθεί, να τη συγχαρεί και να την ενθαρρύνει. Η περιγραφή των επιτυχιών της θεωρείται από το θείο ως παραλήρημα και ως τέτοιο περνάει στο κοινό. Διότι ο θείος έχει εμφανιστεί προηγουμένως ως ένας ηθικός γλεντζές, που σέβεται το θεσμό του γάμου και σκοπεύει να εγκαταλείψει τη ντόλτσε βίτα όταν παντρευτεί. Άλλωστε, μαλώνει τον ανιψιό του για τις μικροαπιστίες του και τον συμβουλεύει να ξαναβάλει στο γάμο του την τρυφερότητα των πρώτων ημερών, την οποία έχει εγκαταλείψει.

Η Χριστίνα (Μάρω Κοντού, Της ζήλειας τα καμώματα) είναι δημοσιογράφος, κρατάει τη στήλη με τις αισθηματικές συμβουλές σε ένα γυναικείο περιοδικό. Είναι αφοσιωμένη στη δουλειά της, αλλά δεν δείχνει κατανόηση στις επαγγελματικές υποχρεώσεις του άνδρα της (Λάμπρος Κωνσταντάρας), επίσης δημοσιογράφου, στο πολιτικό ρεπορτάζ, με πολύ ακατάστατα ωράρια εργασίας. Όπως ο ίδιος παρατηρεί, το δράμα είναι ότι η γυναίκα του δίνει πολύ σωστές συμβουλές στους άλλους, αλλά πολύ κακές στον εαυτό της. Η διάσταση που παρουσιάζεται ανάμεσα στη συμπεριφορά που υποδεικνύει στις άλλες γυναίκες μέσα από τις στήλες του περιοδικού και σε αυτήν που υιοθετεί η ίδια υπονομεύει, όπως και στην περίπτωση της Έφης, και την επαγγελματική της εγκυρότητα.

Με την προκατάληψη του αφεντικού της πρέπει να παλέψει και η Κάτια

Σελ. 348
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/349.gif&w=600&h=915

(Νικήτας Πλατής, Μαίρη Κυβέλου, Ένας γαμπρός πολλά ελαφρύς, 1972, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας)· ο διευθυντής της εφημερίδας στην οποία έχει προσληφθεί ως δακτυλογράφος δεν τη θεωρεί αρκετά ικανή, ώστε να την προαγάγει σε δημοσιογράφο, όπως αυτή επιθυμεί. Όταν η Κάτια, εξαιτίας της επιμονής της, απολύεται, δεν το βάζει κάτω. Έχοντας μεγάλη πίστη στην αξία και στις δυνατότητές της να επινοεί λύσεις, συνεργάζεται με το φωτορεπόρτερ Γρηγόρη και επιτυγχάνει μία αποκλειστική συνέντευξη με το μετρ της υψηλής ραπτικής Κρις Μπακ (Μάκης Δεμίρης). Η Κάτια όχι μόνο παντρεύεται τον Γρηγόρη, αλλά επιστρέφει θριαμβευτικά στην εφημερίδα, ως πολύ επιτυχημένη δημοσιογράφος, και επιπλέον εξασφαλίζει και στον άνδρα της θέση φωτορεπόρτερ.

Η Σοφία (Έλσα Ρίζου, Εθελοντής στον έρωτα, 1971, σενάριο Πολύβιος Βασιλειάδης - Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης) είναι διακοσμήτρια, επιτυχημένη, κατά τη γνώμη του περιβάλλοντος της, και με καλές προοπτικές δουλειάς. Δεν παύει ωστόσο να ανησυχεί για το αν ο Τζίμης, ένα φωτομοντέλο με το οποίο συνδέεται, θα αποφασίσει να την παντρευτεί. Εξίσου ανήσυχη για την αποκατάσταση της είναι στην ίδια κωμωδία και η Μίρκα (Έλενα Ναθαναήλ), ιδιοκτήτρια μπουτίκ και οίκου μόδας για υψηλά βαλάντια, μία νεαρή με υψηλή επαγγελματική γνώση και αυτοπεποίθηση, εξαρτημένη ωστόσο από την ιδέα του γάμου.

Ένα επάγγελμα για τις κοπέλες των λαϊκών τάξεων, που ανθεί τη δεκαετία του 1960, είναι αυτό της κομμώτριας.306 Είναι επίσης ένας επαγγελματικός χώρος στον οποίο κυριαρχεί η γυναικεία παρουσία, τόσο στα μέλη της επιχείρησης όσο και στην πελατεία.307 Το γεγονός ότι στο κομμωτήριο δεν διακυβεύεται η ηθική των γυναικών, επομένως είναι ένα μέρος στο οποίο μπορούν να συχνάζουν άφοβα, χωρίς περιορισμούς, παρουσιάζεται στις ταινίες και μέσω των ανδρών κομμωτών, που δεν είναι, ως άνδρες, επικίνδυνοι, επειδή δεν ενδιαφέρονται ή υποκρίνονται ότι δεν ενδιαφέρονται σεξουαλικά για τις γυναίκες (Τάκης Μηλιάδης, Η Εύα δεν αμάρτησε). Η Μαριγούλα (Τιτίκα Στασινοπούλου, Ο φαφλατάς) δουλεύει τα καλοκαίρια καμαριέρα σε μεγάλο ξενοδοχείο, για να φτιάξει την προίκα της.

Κορίτσι από τα λαϊκά στρώματα, η Δέσποινα (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Η ταξιτζού), μετά το θάνατο του πατέρα της, ταξιτζή στο επάγγελμα, πρέπει

306. Μπακαλάκη, ό.π., σ. 101.

307. «Για τις ίδιες και τις οικογένειές τους, η προοπτική της γυναικείας πελατείας εξουδετέρωνε ώς ένα σημείο τους δισταγμούς απέναντι στις επιπτώσεις που μπορεί να είχε η δουλειά έξω από το σπίτι στη φήμη των γυναικών και απέκλειε την επίφοβη συνύπαρξή τους με άνδρες εργοδότες και συναδέλφους»: Μπακαλάκη, «Κομμωτική: ένα "γυναικείο" επάγγελμα», αυτ.

Σελ. 349
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/350.gif&w=600&h=915

να αναθρέψει τα τέσσερα αδέλφια της. Ο αδελφικός φίλος του πατέρα της της δίνει δουλειά, στην οποία τα καταφέρνει άριστα. Η παρουσία της στο τιμόνι ξαφνιάζει τους πελάτες, αυτή την πρώιμη εποχή για γυναίκες επαγγελματίες οδηγούς. Όμως, η Δέσποινα, μεγαλωμένη στην πιάτσα, τα βγάζει πέρα και με το τιμόνι και με τη μηχανή, την οποία κατέχει καλύτερα από τους άνδρες συναδέλφους της, αλλά και με τους πελάτες, που προσπαθούν να επωφεληθούν από τη γνωριμία τους μαζί της. Δεν υστερεί από τους άνδρες σε ένα θεωρούμενο ως καθαρά ανδρικό επάγγελμα και κερδίζει την αναγνώριση με την αξία της και τη σκληρή δουλειά.

Όπως και στην περίπτωση της Μοντέρνας Σταχτοπούτας, οι γυναίκες που εργάζονται από ανάγκη, που ανταποκρίνονται δηλαδή σε κάποιο καθήκον, εντάσσονται στο παραδοσιακό κλίμα αναγνώρισης της γυναικείας εργασίας. Επαινούνται, ενώ οι σεναριογράφοι υπογραμμίζουν τις δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν λόγω φύλου. Οι μεσοαστές όμως, που δεν αντιμετωπίζουν ανάλογες δυσκολίες στο να μορφωθούν ή να κατακτήσουν θέσεις άνετης εργασίας, δεν κρίνονται με ανάλογη διάθεση.

θ' Επιστήμονες

Τα παραδείγματα γυναικών που έχουν ανώτερες σπουδές και καταλαμβάνουν σημαντική θέση στην παραγωγή είναι πολύ λίγα στις κωμωδίες. Οι σπουδές των γυναικών, η σταδιοδρομία σύμφωνα με τα ανδρικά πρότυπα και η αφοσίωση στο επάγγελμα αντιμετωπίζονται με δυσπιστία από τους σεναριογράφους.308 Το θέμα εμφανίζεται την εποχή που οι γυναίκες στρέφονται με αυξανόμενους ρυθμούς στην εργασία και στις σπουδές, ενώ δεν περιορίζονται πλέον σε κατώτερες θέσεις. Από τις κωμωδίες γίνεται φανερό ότι η έξοδος των γυναικών από τον οικιακό χώρο προκαλεί ανησυχία. Το κοινωνικό σώμα αναρωτιέται για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν στην οικογενειακή ισορροπία οι νέες γυναικείες δραστηριότητες. Μία άγνωστη εμπειρία λαμβάνει συνεχώς μεγαλύτερες διαστάσεις και προκαλεί αντικρουόμενα συναισθήματα. Η είσοδος ενός επιπλέον μισθού στο νοικοκυριό είναι ευπρόσδεκτη, αλλά όχι και τα παρεπόμενα, με κυριότερο τη διαφοροποίηση της παραδοσιακής θέσης της γυναίκας. Ξαφνικά διαπιστώνεται ότι οι γυναίκες είναι άξιες για κάτι παραπάνω από τη ραπτική ή τη δακτυλογραφία. Δεν είναι όμως γνωστά τα όρια των δυνατοτήτων τους, το αν είναι ικανές να ανατρέψουν το statu quo και να εκτοπίσουν τους άνδρες από το χώρο που παραδοσιακά τους ανήκει: την εργασία.

Αν αντιπαραβάλουμε τις προσδοκίες από ίσης αξίας ανδρική και γυναικεία εργασία, θα διαπιστώσουμε αμέσως τη διαφορά που διέπει την αντιμετώπισή

308. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 434.

Σελ. 350
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/351.gif&w=600&h=915

της. Λυτό που θεωρείται φυσική υποχρέωση για τον άνδρα στοιχειοθετεί για τη γυναίκα διαστρέβλωση της φύσης και του προορισμού της. Ο άνδρας πρέπει να αφοσιώνεται στη δουλειά και καταξιώνεται κοινωνικά μόνο μέσα από την εξέλιξή του στον εργασιακό χώρο. Αν η γυναίκα αφοσιωθεί στη δουλειά της με την ίδια ένταση, κινδυνεύει να χάσει τις ιδιότητες που αποδίδονται στο φύλο της, με κυριότερη συνέπεια την αποτυχία της στον αισθηματικό τομέα και στη δημιουργία οικογένειας. Κάτι τέτοιο όμως η γυναίκα δεν μπορεί να το αντέξει, γιατί της στερεί την κοινωνική καταξίωση, ή, έστω το στοιχειωδέστερο, την κοινωνική αποδοχή. Μετατρέπεται σε κάτι μικρότερης αξίας από αυτό που ήταν πριν σπουδάσει και πριν αρχίσει να εργάζεται.

Υπ' αυτό το πρίσμα μπορεί να ερμηνευτεί η αποτυχία της Αρετής (Άννα Ραυτοπούλου, Ο φαταούλας), μίας ώριμης, πολύ αξιοπρεπούς δικηγόρου, που νοιάζεται τον άνδρα της (Μίμης Φωτόπουλος) και πασχίζει να τον θεραπεύσει από το ελάττωμα της απληστίας. Γι' αυτό υπερασπίζεται έναν πελάτη του στο δικαστήριο, αλλά χάνει τη δίκη. Αυτό που δεν επιτυγχάνει με τον ακέραιο χαρακτήρα ή με την επαγγελματική επιδεξιότητα η Αρετή θα το καταφέρει με πιο «γυναικεία» μέσα, το ψέμα και την εξαπάτηση. Μία δικαστική νίκη ενάντια στο σύζυγο της θα την ανεδείκνυε σε καλή επιστήμονα και επαγγελματία, αλλά θα αφαιρούσε ταυτόχρονα το προβάδισμα από το σύζυγο, ο οποίος, αν και απατεώνας, δεν στερείται τα οικογενειακά προνόμια. Η επαγγελματική ήττα βάζει τη γυναίκα στη θέση που της αναλογεί και τηρεί τα προσχήματα.

Δύο κωμωδίες του 1964, το Διαζύγιο α λα ελληνικά (Οδυσσέας Κωστελέτος) και το Δεσποινίς διευθυντής, παραθέτουν μία σειρά προβλημάτων που προκαλεί η αφοσίωση της γυναίκας στο επάγγελμά της.

Το Διαζύγιο α λα ελληνικά μεταφέρει στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής τους παλαιότερους προβληματισμούς των Γάλλων συγγραφέων Λουί Βερνέιγ και Ζωρζ Μπερ γύρω από το θέμα της γυναικείας σταδιοδρομίας. Η Δικηγορίνα τους πρωτοπαίζεται στην Αθήνα το 1927 από τη Μαρίκα Κοτοπούλη.309 Τριάντα επτά χρόνια μετά, το κοινό καλείται να παρακολουθήσει την αφοσίωση της Ελένης (Κάκια Αναλυτή) στο επάγγελμα της δικηγόρου. Η Ελένη παίρνει τις υποθέσεις της στα σοβαρά και τους αφιερώνει όλο της το χρόνο, ώστε δεν μένουν περιθώρια να ασχοληθεί καθόλου με τον άνδρα της τον Τρύφωνα (Κώστας Ρηγόπουλος). Δεν τρώει μαζί του το μεσημέρι, το βράδυ κάθεται ώς αργά στο γραφείο και, όταν επιστρέφει, τον βρίσκει κοιμισμένο, ενώ το πρωί φεύγει πριν εκείνος ξυπνήσει. Όταν ο Τρύφων προσπαθεί να της μιλήσει για τα συζυγικά τους προβλήματα, τον ακούει αφηρημένη· δεν έχει καμία σχέση με το νοικοκυριό, δεν ασχολείται με τις ανάγκες του σπιτιού, περ-

309. Μαρίκα Κοτοπούλη, η Φλόγα, Γιώργος Ανεμογιάννης (επιμ.), Μουσείο και Κέντρο Μελέτης του Νεοελληνικού Θεάτρου, Αθήνα 1994, σ. 220.

Σελ. 351
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/352.gif&w=600&h=915

περνάει όλο της το χρόνο στο γραφείο, ανάμεσα στις δικογραφίες της, ή στα ραντεβού με τους πελάτες και στα δικαστήρια.

Τρεις είναι οι άμεσες συνέπειες της υπερβολικής αφοσίωσης της Ελένης στη δουλειά της: η παραμελημένη της εμφάνιση, η απομάκρυνση από τη συζυγική σχέση και η εγκατάλειψη του νοικοκυριού της. Δεν δίνει σημασία στα συστατικά της θηλυκότητας, στο χτένισμα και στο ντύσιμο. Εχει έναν αυστηρό κότσο και φοράει γυαλιά με μαύρο σκελετό, ντύνεται άχαρα και συντηρητικά, με πουκάμισα κουμπωμένα ώς το λαιμό. Μπορεί να ντύνεται σύμφωνα με τον αυστηρό επαγγελματικό κώδικα των δικαστηρίων, αλλά δεν αφήνει τις γυναικείες της χάρες να εμφανιστούν. Φέρεται στον Τρύφωνα με τρυφερότητα και υπομονή, χωρίς νεύρα, προσπαθεί να τον κάνει να καταλάβει τη θέση της, όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Όπως της επισημαίνει, και εκείνος εργάζεται, αλλά προσπαθεί να βολέψει και τις άλλες απολαύσεις της ζωής, να βγει έξω, να διασκεδάσει, όχι μόνος, αλλά με τη γυναίκα του.

Το ενδιαφέρον στο Διαζύγιο α λα ελληνικά είναι το πώς η στάση και τα επιχειρήματα της Ελένης χρησιμοποιούνται ως πηγές του κωμικού και καταλήγουν με αυτό τον τρόπο στην ακύρωση της προσωπικότητάς της. Όταν λέει στον Τρύφωνα ότι αυτός έχει περισσότερο χρόνο, επομένως μπορεί να ασχοληθεί με τις υποθέσεις του σπιτιού, προκαλεί το γέλιο του θεατή. Η υπόδειξη συνιστά ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης" είναι ενάντιο στα γενικώς παραδεκτά, και γι' αυτό κωμικό το να ασχολείται ο άνδρας με τα προβλήματα του νοικοκυριού. Προφανώς ο Τρύφων έχει αρκετό περισσευούμενο χρόνο, αφού κάθεται στο πάρκο και περνάει την ώρα του. Αλλά το να αγοράσει πετσέτες ή να λύσει το πρόβλημα της καμαριέρας δεν αποτελεί μέρος των καθηκόντων και του ρόλου του. Με το να του ζητά κάτι τέτοιο, η Ελένη φαίνεται υπερβολική και καταντά κωμική, πράγμα που αντανακλάται και στο επαγγελματικό της κύρος. Ο θεατής οδηγείται από το σενάριο να την αμφισβητήσει και ως επαγγελματία, αφού δεν είναι συνεπής στον πρωταρχικό για το φύλο της ρόλο τής νοικοκυράς.

Αυστηρή τιμωρία περιμένει την Ελένη για την υπερβολική της επαγγελματική δραστηριότητα, τιμωρία για την οποία επιπλέον ευθύνονται η ίδια και οι συμβουλές της. Ο Τρύφων συνδέεται ερωτικά με μία πελάτισσά της. Μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τον άνδρα της, η Ελένη όχι μόνο μεταμορφώνεται εξωτερικά, αλλά εγκαταλείπει την ώς τώρα στάση της, προσαρμόζοντας το ρόλο της στην κοινωνική προσδοκία. Φεύγει από τους φακέλους των πελατών, αδιαφορεί για τα προβλήματά τους και για την εξέλιξη των υποθέσεών τους και αφιερώνει το χρόνο της στο να ξανακερδίσει τον Τρύφωνα.

Το γεγονός ότι η γυναίκα θα πρέπει να πληρώσει την αγάπη και την αφοσίωση της στο επάγγελμά της με την απομάκρυνση του συζύγου και την καταστροφή του γάμου της θεωρείται δεδομένο. Κάτι τέτοιο μπορεί να ανατραπεί

Σελ. 352
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/353.gif&w=600&h=915

μόνο με τη δική της ανοχή ή υποχώρηση. Η φίλη της Ελένης, η Άννα (Μέλπω Ζαρόκωστα), είναι γιατρός· το πρωί δουλεύει στο νοσοκομείο και το βράδυ μένει στο ιατρείο της ώς αργά. Αφού δεν μπορεί να είναι εντάξει στις συζυγικές της υποχρεώσεις, το βρίσκει απόλυτα φυσικό να αντικαθίσταται στη ζωή του άνδρα της από άλλες γυναίκες. Επειδή αυτή η λύση δεν αρέσει στην Ελένη, οδηγείται αναγκαστικά στην εγκατάλειψη του επαγγέλματος.

Παρατηρούμε ότι υπεισέρχεται και πάλι ένα στοιχείο τρομοκράτησης, όπως το είδαμε και στις περιπτώσεις της εξώγαμης εγκυμοσύνης. Αν μία γυναίκα δεν είναι συνεπής στα πρότυπα του ρόλου της, κινδυνεύει με προσωπική δυστυχία. Υφίσταται ταπεινώσεις, χάνει την εκτίμηση του περιβάλλοντος προς το πρόσωπο της και στερείται αυτούς που αγαπά και που θα ήθελε επίσης να την αγαπούν.

Σε κωμωδίες που έχουν προηγηθεί, για παράδειγμα στο Σκληρό άνδρα,310 η καχυποψία συνοδεύει τη δικηγόρο. Η Αλέκα Μάλη (Μάρθα Βούρτση), μία δυναμική νέα, κομψά και καθόλου συντηρητικά ντυμένη, προσπαθεί να πείσει τον πελάτη της Ηρακλή να αντιμετωπίσει με θάρρος τις υποθέσεις του. Επειδή ο ίδιος είναι πολύ υποχωρητικός, αναλαμβάνει η ίδια να ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τους ενοικιαστές του. Όμως, έχει παράπονα από τον εργοδότη της. Δεν της αναθέτει ενδιαφέρουσες υποθέσεις, που θα της επέτρεπαν να αγορεύσει μεγαλειωδώς στο δικαστήριο. Μία τέτοια φιλοδοξία θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως νόμιμη, και δεν είναι λίγες οι φορές που οι σεναριογράφοι συνηγορούν υπέρ των νέων ανδρών που ψάχνουν μία ευκαιρία για να διακριθούν. Μία γυναίκα όμως δεν μπορεί να έχει παρόμοιες απαιτήσεις. Γι' αυτό η Αλέκα, που χρησιμοποιεί ψυχολογικούς όρους όταν συζητά με τον πελάτη της και τον χαρακτηρίζει κομπλεξικό —ενώ ο θεατής τον προσλαμβάνει ως έναν πολύ καλό άνθρωπο—, παρουσιάζεται και η ίδια με κόμπλεξ ανωτερότητας, ως μεγαλομανής και μάλλον παράφρων, αφού δεν διστάζει να αποδώσει στον Ηρακλή σοβαρότατες κατηγορίες, μόνο και μόνο για να έχει την ευκαιρία να τον υπερασπιστεί.

Η Έλλη πάλι (Βιβέτα Τσιούνη, Αυτό το κάτι άλλο) ανήκει στις δικηγόρους που αφήνουν τη ζωή να περνάει χωρίς να απολαμβάνουν τις χαρές της, αν και αναγνωρίζεται ως λαμπρή επιστήμων από το συναδελφικό περιβάλλον της. Όταν αποφασίζει να ενδώσει στον έρωτα, μεταμορφώνεται σε μία όμορφη νέα, που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο πολύ περισσότερο από ό,τι όταν φορούσε κομψά, αλλά σφιγμένα ταγιέρ, μεγάλα γυαλιά και είχε τα μαλλιά χτενισμένα σε αυστηρό κότσο.

Τιμωρία άλλου τύπου υφίσταται και η Λίλα (Τζένη Καρέζη) στο Δεσποινίς

310. Μεταφορά της κωμωδίας του Γεωργίου Ρούσσου, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κεντρικόν», από το θίασο Βασίλη Λογοθετίδη, το 1954" Θρύλος, ό.π., τ. ΣΤ', σ. 227-229.

Σελ. 353
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/354.gif&w=600&h=915

νίς διευθυντής, που επίσης αφιέρωσε τη ζωή της στις σπουδές και στη δουλειά. Επειδή ήταν άριστη φοιτήτρια στο Πολυτεχνείο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ως μηχανικός, ο καθηγητής της την προσέλαβε ως αντικαταστάτριά του στην εταιρεία της οποίας ήταν διευθυντής. Το γεγονός ότι μία κοπέλα νεαρής ηλικίας εισχωρεί σε έναν απολύτως ανδροκρατούμενο εκείνη την εποχή χώρο με την αξία της, που αποδεικνύεται εφάμιλλη των ανδρικών ικανοτήτων, είναι ασφαλώς ένα από τα ρηξικέλευθα στοιχεία του σεναρίου. Όμως, θα πρέπει να υπάρξει η κωμική ανατροπή, και αυτή θα αποκαταστήσει την πραγματική ανατροπή που υφίστανται οι παραδοσιακοί ρόλοι με το παράδειγμα της Λίλας.

Η Λίλα, που κατά τα άλλα είναι απολύτως ευχαριστημένη από τον εαυτό της, θα πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι αποτελεί οδυνηρή εξαίρεση στην κοινωνική τάξη. Ο μοχλός της συνειδητοποίησης είναι ο έρωτας. Η Λίλα ερωτεύεται έναν υπάλληλο της εταιρείας, τον Αλέκο, ο οποίος δεν είναι μηχανικός, όπως αυτή, αλλά υπομηχανικός, έχει επομένως κάνει σπουδές χαμηλότερου επιπέδου. Επίσης, δεν είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του, όπως η ίδια, αλλά αφήνει τον έρωτα και τις διασκεδάσεις να εισχωρούν στη ζωή του σε μεγάλες δόσεις. Ως άνδρας, μπορεί να τα συνδυάζει όλα, χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Από το μυαλό της Λίλας τέτοια ζητήματα δεν είχαν προς το παρόν περάσει. Η γνωριμία των δύο αντιθέτων ξεκινάει με μία σειρά από συγκρούσεις, γιατί ο καθένας έχει απέναντι του έναν καθ' όλα άξιο αντίπαλο και θα πρέπει να τον δαμάσει. Οι συγκρούσεις δεν προμηνύουν τίποτε καλό, όμως οι αντίπαλοι, όπως συμβαίνει συχνά στον κινηματογράφο, ερωτεύονται ο ένας τον άλλον και προσπαθούν να τον πλησιάσουν, αλλάζοντας άρδην τη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης τους. Ενώ όμως ο Αλέκος προοδεύει, αφού απομακρύνεται από τις εφήμερες σχέσεις, σοβαρεύεται στη δουλειά του και πέφτει με τα μούτρα στο διάβασμα, ώστε να προχωρήσει στις σπουδές του, η Λίλα υποβιβάζεται. Παραιτείται από ό,τι είχε μέχρι τότε καταφέρει, όταν συνειδητοποιεί ότι η προσπάθειά της την είχε απομακρύνει από τα γυναικεία πρότυπα. Αναζητά απεγνωσμένα, και κυρίως χωρίς αίσθηση του μέτρου, αυτά τα πρότυπα στα κομμωτήρια, στα φιγουρίνια, στα πάρτι, στο ποτό και στην προκλητική συμπεριφορά.

Οι νεαρές επιστήμονες που προέρχονται από τα μη προνομιούχα κοινωνικά περιβάλλοντα αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη συμπάθεια από τους σεναριογράφους. Στο Εκλεψα τη γυναίκα μου η Λένα γεννήθηκε σε λαϊκή γειτονιά, αλλά κατάφερε να διακριθεί από τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας, που, αν και αγόρια, τελείωσαν μόνο το δημοτικό. Μόλις πήρε το πτυχίο της Νομικής, βρίσκει αμέσως δουλειά στο εργοστάσιο του Πέτρου. Διαπραγματεύεται με μεγάλη μαεστρία τους όρους πρόσληψής της και καταφέρνει να αποσπάσει 10.000 δραχμές μισθό, όταν ο μισθός μίας γραμματέως είναι γύρω στις 2.000-2.500 δραχμές. Οι εργοδότες της παραδέχονται ότι είναι έξυπνη.

Σελ. 354
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 335
    

    της, να ανέχεται τις ιδιοτροπίες των πελατισσών, που κατεβάζουν τα ράφια, αλλά δεν αποφασίζουν τι θα αγοράσουν, να εκτελεί τις επιθυμίες τους αδιαμαρτύρητα και να κινδυνεύει με επίπληξη του διευθυντή αν κάποια κυρία εκφράσει παράπονα για πλημμελή εξυπηρέτηση. Η Κάκια (Το αγρίμι) απολύεται κατ' απαίτηση της πολύ κακιάς πελάτισσας (Έφη Οικονόμου), επειδή τόλμησε να της πει τη γνώμη της για το μαγιό που δοκίμαζε. Η υπάλληλος (Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Δν έχεις τύχη...) είναι υποχρεωμένη να επισκέπτεται τα σπίτια των πλούσιων πελατισσών, να παίρνει και να παραδίδει τις παραγγελίες τους. Η Καίτη (Νίκη Λινάρδου, Φίφης ο αχτύπητος) εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα δίσκων, στο πολύ γνωστό στην εποχή του «Music-Box». Η νέα βιομηχανία της μουσικής δίνει επίσης νέες δυνατότητες εργασίας.

    ε' Εργάτριες

    Ένα σπάνιο παράδειγμα εργάτριας σε κωμωδία είναι η Ελένη Μαργουλή (Κατηγορούμενος ο έρως), για την οποία δίνονται περισσότερα στοιχεία για την ηθική της, όπως είδαμε, παρά για την εργασία της. Στην Κόμησσα της φάμπρικας εμφανίζονται εργάτριες σε εργοστάσιο υφαντουργίας, με κάποια πλάνα που δίνουν την αίσθηση της λειτουργίας του χώρου. Η δυναμική διεκδίκηση κάποιων αιτημάτων τους καταλήγει στη σύλληψη της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας.

    στ' Υπηρέτριες

    Ένα επάγγελμα πολυπληθές, για το οποίο δίνονται αρκετά στοιχεία στις κωμωδίες, είναι αυτό της υπηρέτριας, που ανήκει στην κατώτερη επαγγελματική κλίμακα. Τα κορίτσια που εργάζονταν ως υπηρέτριες σε σπίτια της πρωτεύουσας προέρχονταν από τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, συνήθως της επαρχίας, και δεν είχαν κοντά τους κάποιο μέλος της οικογένειάς τους ικανό να τις προστατεύει. Γίνονταν έτσι θύματα εκμετάλλευσης κάθε είδους και έπρεπε να αντιμετωπίσουν χωρίς διαμαρτυρίες την απότομη ή βίαιη συμπεριφορά, τα νεύρα, τις παραξενιές, ακόμα και τις σεξουαλικές επιθέσεις των αφεντικών τους.

    Την άφιξη της Παγώνας από το χωριό στην πόλη, όπου έρχεται για να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, παρακολουθούμε στην Οικογένεια Παπαδοπούλου. Θα εγκατασταθεί στο σπίτι των θείων της, που φιλοξενούν ακόμα μία ανιψιά τους, η οποία σπουδάζει δασκάλα. Η διαφορά ανάμεσα στην Παγώνα και στις άλλες δύο κοπέλες του σπιτιού, στη Βαρβάρα και στη Μαρίνα, είναι μεγάλη. Η Παγώνα, παιδί πολυμελούς οικογένειας, έρχεται από το χωριό στην πόλη για να δουλέψει στην υπηρεσία των συγγενών της, και όχι για να σπουδάσει. Η εμφάνισή της δεν έχει την κομψότητα των άλλων· φοράει χοντρά και φαρδιά ρούχα, με κλειστό γιακά, κάτω από το γόνατο, που δεν αφήνουν τις