Συγγραφέας:Δελβερούδη, Ελίζα - Άννα
 
Τίτλος:Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:40
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:560
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1948-1974
 
Περίληψη:Η συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελέτησε τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου κατά την περίοδο της εμπορικής του ακμής, από το 1948 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκειμένου να εντοπίσει και να αναδείξει τις αναπαραστάσεις της νεότητας: το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται οι νέοι, τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά και τους ρόλους που τους αποδίδονται, τις αξίες που έχουν ενστερνιστεί. Η μελέτη απαντά σε ερωτήματα όπως: πώς παρουσιάζονται οι νέοι να οργανώνουν τη ζωή τους, ποια φαίνεται να είναι τα όνειρά τους και με ποιους τρόπους υποτίθεται ότι τα πραγματοποιούν, πώς αυτή η εικόνα διαφοροποιείται, πώς οι ρόλοι ανανεώνονται με το πέρασμα του χρόνου και για ποιους λόγους. Στόχο επίσης αποτέλεσε ο εντοπισμός των κοινωνικών και ιδεολογικών στερεοτύπων που εναρμονίζονται με τις προσδοκίες του θεατή. Το κινηματογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντληθούν πληροφορίες για ένα ως τώρα ανεπαρκώς μελετημένο πεδίο, αυτό των ανθρωπίνων σχέσεων, των προτύπων συμπεριφοράς και των νοοτροπιών της μεταπολεμικής περιόδου.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 34.53 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 380-399 από: 562
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/380.gif&w=600&h=915

κότερη παρηγοριά, που χρησιμοποιείται για να απορροφήσει το πλεόνασμα του ελεύθερου χρόνου, είναι η τράπουλα, το χαρτάκι της γυναικείας συντροφιάς, που φαίνεται ότι έχει τόσο φανατικές φίλες, ώστε συχνά διακωμωδείται (π.χ. Η χαρτοπαίχτρα- Υπάρχει και φιλότιμο· Ένας Βέγγος για όλες τις δουλειές).

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μετά οι κοπέλες διεκδικούν το δικαίωμά τους να βγαίνουν και να διασκεδάζουν, υπογραμμίζοντας ότι αυτός είναι ο μοναδικός και ο καλύτερος τρόπος γνωριμίας με το άλλο φύλο, ικανός μάλιστα να εξασφαλίσει επιτυχέστερη συμβίωση. Η έξοδος των νεαρών γυναικών ενισχύει τον κύκλο εργασιών της βιομηχανίας της διασκέδασης· είναι πολύ πιο δελεαστικό το γλέντι με γυναικεία συντροφιά παρά μόνο με τους φίλους. Ο κινηματογράφος αναλαμβάνει να προωθήσει τέτοια πρότυπα διασκέδασης.818 Τα κάθε είδους μαγαζιά και οι καλλιτέχνες που εργάζονται σε αυτά επωφελούνται διαφημιστικά από τις σκηνές διασκέδασης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μάλιστα γίνεται και άμεση διαφήμιση των τραγουδιών και των δισκογραφικών τους εταιρειών στους τίτλους των ταινιών που παράγονται από μικρές εταιρείες (π.χ. Τάσος Γιαννόπουλος, Βαγγέλης Μελισσηνός).

Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο τρόπος διασκέδασης είναι μία καταρχήν ένδειξη κοινών ενδιαφερόντων των κινηματογραφικών προσώπων, τουλάχιστον σε σχέση με το πώς επιθυμούν να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους" ότι δείχνεται προτίμηση για κάποιο είδος διασκέδασης και ότι αυτή η κοινή προτίμηση φέρνει τους ενδιαφερομένους πιο κοντά. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει συζήτηση ή διαφωνία ως προς τη διασκέδαση. Ό,τι προτείνεται είναι αποδεκτό. Δεν εκδηλώνονται ιδιαίτερες προτιμήσεις από κάποια πρόσωπα. Το πού ή πώς θα διασκεδάσει ένα ζευγάρι ή μία παρέα παρουσιάζεται μόνο στη φάση του αποτελέσματος. Πάντως, οι τρόποι διασκέδασης δεν παραμένουν σταθεροί, αλλά μεταβάλλονται μέσα στο διάστημα της εικοσαετίας που εξετάζουμε, με την προσθήκη νέων ή την υποχώρηση άλλων. Αυτό που διαπιστώνουμε από την εικόνα είναι ότι οι νέοι είναι η κοινωνική ομάδα που έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίζει τις διασκεδάσεις, κυρίως μέσα από τις μουσικές της προτιμήσεις.

1. ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ Ο αθλητισμός χρησιμοποιείται στις κωμωδίες για να εξυπηρετήσει τα σενάρια,

318. Ο Μίκης Θεοδωράκης (Η ανατομία της μουσικής, 1990) αναφέρεται με συντομία στην προώθηση της μουσικής του χορού του Ζορμπά από τις δισκογραφικές εταιρείες στο διεθνές ψυχαγωγικό κύκλωμα, δίνοντας μία περιεκτική εικόνα των πιεστικών κανόνων της σχετικής βιομηχανίας" αναφέρεται από τη Lisbet Torp, «Ο χορός του Ζορμπά" η ιστορία μίας χορευτικής ψευδαίσθησης και η τουριστική της αξία», Εθνογραφικά, τχ. 8 (1992), σ. 97.

Σελ. 380
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/381.gif&w=600&h=915

είτε ως μία αγαπητή στο πλατύ κοινό δραστηριότητα, όπως το ποδόσφαιρο, είτε ως ευκαιρία για εμφάνιση ημίγυμνων σωμάτων και προκλητικών κινήσεων, με εξαγνιστικό άλλοθι τη γυμναστική ή τα σπορ, είτε ως κωμική διάσταση της σωματικής κακουχίας και της τελικής επιβολής του αδύνατου στον δυνατό.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται πολύ δημοφιλές άθλημα, που έχει κατακτήσει τα λαϊκά στρώματα. Ο Τζανής Αλιφέρης στο Γκολ στον έρωτα καταγράφει τη μανία ορισμένων, όπως ο Παντελής (Μίμης Φωτόπουλος), ο οποίος παραμελεί το κουρείο του, αφού το μυαλό του είναι συνέχεια στην μπάλα. Ως πρόεδρος της ομάδας της γειτονιάς του, ψάχνει για ταλέντα ανάμεσα στα πιτσιρίκια που προπονεί όλη μέρα.

Οι ποδοσφαιριστές είναι προς το παρόν ερασιτέχνες, δηλαδή ασχολούνται με το άθλημα στον ελεύθερο χρόνο τους· παίρνουν μόνο ένα μικρό χαρτζιλίκι στο τέλος του αγώνα, όπως ο Γιώργος (Ψιτ! κορίτσια) ή ο Δημητρός (Δουλειές του ποδαριού), και πρέπει να εργάζονται σε κάθε είδους εργασίες για να συντηρούν την οικογένειά τους, όπως έδειξε ο Βασίλης Γεωργιάδης στην ταινία του Οι άσσοι τον γηπέδου (1956, σενάριο Ιάκωβος Καμπανέλλης).319 Ο Κώστας (Κώστας Βουτσάς, Μια κυρία στα μπουζούκια) εργάζεται με μεροκάματο στα ναυπηγεία.

Ο Τάκης (Θανάσης Μυλωνάς, Τέρμα τα δίφραγκα) αρκείται στις πενταροδεκάρες που οικονομάει ως αναπληρωματικός τερματοφύλακας στο «Φωστήρα», αλλά αυτό το περιστασιακό εισόδημα δεν του επιτρέπει να παντρευτεί τη Ρίτα. Μπορεί να μη δουλεύει και να συντηρείται από τον πατέρα του, ο οποίος με τη σειρά του ψάχνει απελπισμένος για δανεικά, αλλά έχει όνειρα: «Θέλω να σού 'χω τις κούρσες σου, τα ταξίδια σου, τις γούνες σου, τα τρελά σου τα χαρτζιλίκια και κότερο- γιατί όχι και κότερο;», λέει στη Ρίτα. Αφού δεν ξέρει πώς βγαίνει το μεροκάματο, ξεφεύγει από την πραγματικότητα. Εδώ, όπως και στο Γκολ στον έρωτα, ο αθλητισμός, και ειδικότερα η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο εμφανίζεται ως μία δραστηριότητα που παρατείνει την ανωριμότητα, δίνει στον νέο την ψευδαίσθηση ότι με κάτι απασχολείται και τον αποτρέπει από το να εργαστεί σοβαρά και να μπει στο δρόμο της αποκατάστασης.

Το ποδόσφαιρο απευθύνεται κυρίως στις λαϊκές τάξεις. Οι αθλητές του είναι λαϊκά παιδιά, όπως και το κοινό του. Η αγάπη για το συγκεκριμένο άθλημα τροφοδοτείται συνεχώς όσο περνούν τα χρόνια και αντικατοπτρίζεται αρκετά συχνά στις κωμωδίες με πλάνα από τις κερκίδες, στα οποία εμφανίζονται θεατές γεμάτοι ένταση να παρακολουθούν τον αγώνα και να διαπληκτίζονται με κάποιους ενοχλητικούς άσχετους (π.χ. Δράκουλας και Σία· Κατηγορούμενος ο έρως· Ησαΐα, χόρευε). Το ποδόσφαιρο είναι επίσης ένα άθλημα

319. Κριτική της Ρ[οζίτας] Σ[ώκου] στο Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος, ό.π., τ. Α', σ. 159.

Σελ. 381
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/382.gif&w=600&h=915

που αφορά πολύ περισσότερο τους άνδρες, ως αθλητές αλλά και ως θεατές. Γυναίκες ποδοσφαιριστές είναι μία παρωδία του αθλήματος (Η Ρένα είναι οφσάιντ· Ο Πούσκας των Πετραλώνων, 1972, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας). Ελάχιστες γυναίκες παρακολουθούν τον αγώνα, όχι από ενδιαφέρον για το άθλημα, αλλά για κάποιον παίκτη ή για άσχετους λόγους. Η Έλλη (Κατηγορούμενος ο έρως) θα μπορούσε να θεωρηθεί μία γνήσια ποδοσφαιρόφιλη, αν το γήπεδο δεν ήταν το σκηνικό της γνωριμίας της με τον Κώστα. Όταν μία κυρία της αριστοκρατίας, όπως η Έλενα (Μια κυρία στα μπουζούκια), πηγαίνει στο γήπεδο, δημιουργεί μεγάλη αίσθηση και αναζητούνται οι λόγοι που την οδήγησαν εκεί. Οι άνδρες παθιάζονται με ό,τι βλέπουν, οι γυναίκες παρακολουθούν μηχανικά, αντιγράφοντας τους άνδρες και ζητούν συνεχώς εξηγήσεις για το τι συμβαίνει. Οι άνδρες σκηνοθέτες κοροϊδεύουν τις γυναίκες που εισχωρούν στο γήπεδο, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για παρείσακτες.

Μέσα από τους ξυλοδαρμούς του Μενέλαου (Νίκος Σταυρίδης, Ο διαιτητής, 1963, σενάριο Άκης Φαράς, σκηνοθεσία Φίλιππος Φυλακτός), διαιτητή σε αγώνες Α' Εθνικής Κατηγορίας, τις επισκέψεις του στα νοσοκομεία σχεδόν μετά από κάθε αγώνα και τις απόπειρες δωροδοκίας του, ερχόμαστε σε επαφή με τη βίαιη πλευρά του αθλήματος, που αφορά όχι μόνο τους φιλάθλους, αλλά και τους παράγοντες: οι συντελεστές της κωμωδίας τούς παρουσιάζουν ως ηλίθιους φιλοχρήματους (Φίλιος Φιλιππίδης), που έχουν βρει στο άθλημα ένα καλό μέσο πλουτισμού, ενώ οι συνεργάτες τους είναι αετονύχηδες απατεώνες (Δημήτρης Νικολαΐδης). Ο μόνος έντιμος, ο διαιτητής, ο οποίος, παρά τις ολομέτωπες πιέσεις, αρνείται να χρηματιστεί για να αναγορεύσει το νικητή σύμφωνα με τα οικονομικά συμφέροντα, τρώει πολύ ξύλο από όλους. Ξύλο τρώει και ο διαιτητής Θανάσης (Γιώργος Κάππης, Η αρχόντισσα της κουζίνας, 1969, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης), προκαλώντας την απελπισία της αγαπημένης του Ασημίνας, που τον ικετεύει να εγκαταλείψει το αυτοκαταστροφικό του πάθος για τα γήπεδα.

Το 1972 είναι μία έντονη ποδοσφαιρική χρονιά, ενώ αρκετές κωμωδίες αναφέρονται απευθείας στο ποδόσφαιρο, με προφανή σκοπό να συγκινήσουν και να βάλουν στην κινηματογραφική αίθουσα τους φίλαθλους θεατές. Οι «θεοί» της εποχής, ο Ούγγρος προπονητής του Παναθηναϊκού Φέρεντς Πούσκας και ο Ελληνογάλλος ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Υβ Τριαντάφυλλος, έχουν τιμητική αναφορά σε τίτλους κωμωδιών. Ο Τάσος Γιαννόπουλος, ως Πούσκας των Πετραλώνων, κάνει με το φίλο του Φρέντυ μία γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα, σύμφωνα με το αγγλικό παράδειγμα. Μπορεί οι δύο φίλοι να ονειρεύονται τις δάφνες του Πούσκας, αλλά στην ουσία επωφελούνται —αυτοί και οι θεατές— από την πολυπληθή γυναικεία παρουσία με την αθλητική περιβολή. Ο Υβ Υβάκης (Γιώργος Παπαζήσης, Υβ! Υβ/, 1972, σενάριο Νίκος Καμπάνης

Σελ. 382
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/383.gif&w=600&h=915

νης - Διονύσης Τζεφρώνης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης) είναι το πρότυπο του καλού, έντιμου και σκληρά προπονούμενου ποδοσφαιριστή: ο Καραγιάννης αφενός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη δημοτικότητα του πρωταγωνιστή του, του Γιώργου Παπαζήση, ο οποίος αυτή την εποχή αναδεικνύεται σε στέλεχος της «Καραγιάννης - Καρατζόπουλος», αφετέρου, ελπίζει να προσελκύσει θεατές, βάζοντας ως τίτλο στην ταινία του την ιαχή «Υβ ! Υβ!», που αντηχούσε στα γήπεδα από τους λάτρεις του Υβ Τριαντάφυλλου. Στην κωμωδία του Τατασόπουλου Αν ήμουν πλούσιος, την ίδια χρονιά, ακούγεται τραγούδι για το ποδόσφαιρο και τις τρεις μεγάλες ομάδες, Παναθηναϊκό, ΑΕΚ και Ολυμπιακό, ενώ στο έργο Η Ρένα είναι οφ-σάιντ του Αλέκου Σακελλάριου, επίσης το 1972, σατιρίζονται τα ποδοσφαιρικά παρασκήνια, σε εποχή όπου το ποδόσφαιρο περνάει στην επαγγελματική του φάση.

Η ραδιοφωνική αναμετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων δίνει τη δυνατότητα στους φιλάθλους που δεν μπορούν να πάνε στο γήπεδο να παρακολουθήσουν νοερά το παιχνίδι και στους κινηματογραφιστές να σχολιάσουν τα ευτράπελα που συμβαίνουν ανάμεσα στους παθιασμένους ακροατές. Ένα καθαρά ανδρικό ακροατήριο στο Τζιπ, περίπτερο κι αγάπη μαζεύεται γύρω από το περίπτερο και αντιδρά με ένταση, διαπληκτίζεται ή πανηγυρίζει: οι αντιδράσεις είναι παρόμοιες με αυτές των φιλάθλων που γεμίζουν τα γήπεδα. Στην Οικογένεια Παπαδοπούλου οπαδοί διαφορετικών ομάδων καβγαδίζουν για φάσεις του αγώνα, χωρίς να είναι αυτόπτες- ο παραλογισμός του καβγά καταλήγει σε κωμικό εύρημα.

Με τη γυμναστική, τη ρυθμική ή την κολύμβηση τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Οι γυμναστικές ασκήσεις εκτελούνται από κοπέλες, αλλά οι άνδρες —και μαζί τους ο θεατής— απολαμβάνουν ηδονοβλεπτικά το θέαμα. Ο Κάβουρας και ο Κοκοβιός (Νίκος Φέρμας, Πέτρος Γιαννακός, Τα μαναβάκια, 1957, σενάριο Νίκος Φατσέας - Πέτρος Γιαννακός, σκηνοθεσία Πέτρος Γιαννακός) χαζεύουν μία προπόνηση γυναικείου μπάσκετ, ενώ λίγο αργότερα κρυφοκοιτάζουν από το παράθυρο ασκήσεις ρυθμικής, τις οποίες ο θεατής παρακολουθεί με κοντινά υποκειμενικά πλάνα στα πόδια των χορευτριών. Για τον ίδιο λόγο εμφανίζεται το μάθημα της σχολικής γυμναστικής στην οθόνη, για παράδειγμα στο Ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο. Στον Καζανόβα (1963, σενάριο Κώστας Νικολαΐδης - Ναπολέων Ελευθερίου, σκηνοθεσία Σωκράτης Καψάσκης) ο Γιώργος (Κώστας Χατζηχρήστος), που θεωρεί τον εαυτό του γυναικοκατακτητή εφάμιλλο του προτύπου του, παρουσιάζεται ως γυμναστής σε ένα γυμνάσιο θηλέων και υποχρεώνει τις μαθήτριες να εκτελούν ασκήσεις κατά τις οποίες σηκώνουν και προβάλλουν τα πόδια τους, προς τέρψη δική του, αλλά και των θεατών. Εκ προοιμίου αθώες όψεις της σχολικής πρακτικής μετατρέπονται σε ηδονοβλεπτικές στιγμές στην οθόνη. Στον Αρχιψεύταρο (1971, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Ερρίκος Θαλασσινός) ο Αχιλλέας Κούρ-

Σελ. 383
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/384.gif&w=600&h=915

Κούρκουτος (Γιώργος Πάντζας) παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα τις χορεύτριες που ασκούνται" ενώ όλες φορούν μαύρα κολάν, η δασκάλα (Μαρία Ιωαννίδου) δεν φοράει, ώστε τα πόδια της να είναι πιο ευδιάκριτα και οι κινήσεις προκλητικές. Στο Ενα καράβι Παπαδόπουλοι (1966, σενάριο Νίκος Τσιφόρος, σκηνοθεσία Φώφη Γιάγκου) η Τζίνα (Πόπη Λάζου) κάνει γυμναστική, φορώντας σορτς και ντεκολτέ μπλουζάκι, προκαλώντας εξάψεις στον Θύμιο (Κώστας Χατζηχρήστος). Ο Ελληνοαμερικανός Νικ (Νίκος Σταυρίδης, Ο ξεροκέφαλος) χρησιμοποιεί ένα ζευγάρι κιάλια για να παρατηρεί καλύτερα, αντί για το τοπίο, τα γυναικεία κορμιά με τα μαγιό στην ακρογιαλιά.

Το κολύμπι για άλλους είναι ευχάριστη απασχόληση και για άλλους, ιδίως άνδρες, δυσάρεστη εμπειρία. Ο Κώστας (Γιάννης Μαλούχος, Τρία κορίτσια από την Αμέρικα) δηλώνει στην παρέα ότι δεν του αρέσει το σπορ, αλλά βρίσκεται στο νερό και κοντεύει να πνιγεί. Πάντα, παρόμοιες σκηνές εξελίσσονται σε κωμικά επεισόδια. Οι φίλοι το βρίσκουν πολύ διασκεδαστικό να ρίχνουν στη θάλασσα αυτόν που φοβάται, να τον σώζουν, να του δίνουν τις πρώτες βοήθειες, και αυτός να φτύνει σε σιντριβάνι το νερό που υποτίθεται ότι κατάπιε. Ο Μανώλης (Φως, νερό, τηλέφωνο, οικόπεδα με δόσεις) ξεκαθαρίζει ότι του αρέσει να πηγαίνει στην παραλία, όχι για να κολυμπάει, αλλά για να βλέπει. Ένα άθλημα δεξιοτεχνίας, όπως αυτό της συγχρονικής κολύμβησης, μπορεί να εμφανιστεί για να εμπλουτίσει το οπτικό περιεχόμενο μίας κωμωδίας (Κάθε εμπόδιο για καλό).

Μοναδική περίπτωση ανάδειξης του ανδρικού σώματος και της δεξιοτεχνίας του είναι οι καταδύσεις, ένα θεαματικό άθλημα με σπάνιες αναφορές (π.χ. Κάθε εμπόδιο για καλό" Ερωτικά παιχνίδια" Το πιο γρήγορο μπουζούκι). Βέβαια, οι μη δεξιοτεχνικές καταδύσεις και οι πτώσεις σε θάλασσα και πισίνες είναι συχνότερες" μπορεί κάποιοι ηθοποιοί να διαθέτουν ωραία σώματα, χωρίς να επιδίδονται με ανάλογη επιτυχία σε παρόμοια αθλήματα. Γι' αυτό, όταν πολλαπλασιάζονται, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι σκηνές του θαλάσσιου σκι, τα πλάνα των ηθοποιών είναι κοντινά, για να «κλέψουν» το αποτέλεσμα.

Τρία πράγματα ρωτάει η Ρένα τον Ντίνο (Μάρθα Καραγιάννη, Ντίνος Ηλιόπουλος, Κάτι να καίη): αν χορεύει, αν κολυμπάει και αν κάνει σπορ, προκειμένου να αποφασίσει αν ταιριάζουν ηλικιακά, δηλαδή αν είναι αρκετά νέος για να τον κάνει παρέα. Οι φίλοι της Κλέαρχος και Φάνης (Κώστας Βουτσάς, Χρήστος Νέγκας) τα καταφέρνουν αρκετά στο θαλάσσιο σκι, παρότι δεν ανήκουν στα ανώτερα οικονομικά στρώματα. Όταν ο Ντίνος αποπειράται να τους μιμηθεί, η περιπέτειά του αρχίζει από τη στεριά, την ώρα που φοράει τα πέδιλα, και καταλήγει στον κλασικό πνιγμό. Το άθλημα μπορεί να γίνει πηγή γέλιου για κάποιον ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σωματικά στις προδιαγραφές του αθλητικού νέου.

Σελ. 384
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/385.gif&w=600&h=915

Οι πλούσιοι νέοι έχουν επιπλέον δυνατότητες ως προς τον αθλητισμό. Κάνουν ακριβά σπορ, όπως το τένις (Τρελλοί πολυτελείας), η ιππασία, το κυνήγι (Ο πύργος των ιπποτών). Ασχολούνται με το γκολφ (Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες" Εφοπλιστής με το ζόρι), του οποίου τα αχανή γήπεδα κρίνονται κατάλληλα για να κάνουν κρυφά τις βόλτες τους τα ερωτευμένα ζευγαράκια (Η Σταχτοπούτα). Αντίθετα, το μποξ είναι ένα άθλημα που συγκεντρώνει λαϊκούς και περιθωριακούς τύπους. Χάρη στη συνεισφορά της διεθνούς κινηματογραφικής παράδοσης, το ριγκ συχνά στεγάζει άφραγκους άνδρες, που βρίσκονται εκεί κατά λάθος, μπροστά σε έναν επίφοβο και τρομερό αντίπαλο, και καλούνται να τα βγάλουν πέρα όχι με τη δύναμή τους, αλλά με την τύχη τους ή με την πονηριά τους (π.χ. η μονομαχία των Φραγκίσκου Μανέλλη — Πάνου Καραβουσάνου στο Φιγουρατζή). Το αυτοκίνητο, καταρχήν συνώνυμο και σύμβολο της ευμάρειας, χαρακτηρίζει τις παρέες των πλουσιόπαιδων, τα οποία δεν περιμένουν την Κυριακή για να πάνε εκδρομή, αφού δεν δεσμεύονται από κανενός είδους εργασία. Εξυπηρετεί και διευρύνει τις νεανικές διασκεδάσεις, αφού επιτρέπει τις εκτός πόλης μετακινήσεις. Επίσης, ανάγεται σε σίγουρο μέσο πρόκλησης του ενδιαφέροντος του άλλου φύλου.320 Αγόρια και κορίτσια το ονειρεύονται. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950 τα λεωφορεία που οδηγούσαν στις παραλίες (π.χ. Κυριακάτικο ξύπνημα) εγκαταλείπονται για χάρη του. Σε πολλές κωμωδίες νέοι δανείζονται ένα αυτοκίνητο, πάντα ακριβό μοντέλο, εν γνώσει ή εν αγνοία του ιδιοκτήτη του, και εμφανίζονται σε κοπέλες ως οι πλούσιοι κάτοχοι του. Στο Λάθος στον έρωτα ο υπάλληλος γκαράζ Γιώργος οικειοποιείται το αυτοκίνητο και την ιδιότητα ενός πελάτη του, για να παραστήσει στην Άννα τον πλούσιο επιχειρηματία. Το ίδιο συμβαίνει στο Αν ήμουν πλούσιος, όπου ο Μιχάλης εμφανίζεται ως βιομήχανος στη Μίτση, οδηγώντας το αυτοκίνητο του ίδιου της του πατέρα. Το αυτοκίνητο γίνεται έτσι αιτία και μέσο της παραγνώρισης" αρκεί μόνο αυτό για να αναβαθμίσει τους φτωχούς σε πλούσιους.

Οι γυναίκες εκδηλώνουν στην οθόνη ιδιαίτερη αγάπη στο αυτοκίνητο και

320. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτουν οι Θανάσης Βλαστός - Γιώργος Νάθενας, «Αθήνα. Μεταπολεμικές αυταπάτες και οι επιπτώσεις τους στους σημερινούς συγκοινωνιακούς προγραμματισμούς», Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967), Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα 1994, σ. 620-621, στην Αθήνα το 1950 κυκλοφορούν 2.500 αυτοκίνητα, το 1955 10.600, το 1960 28.500 και το 1965 90.000. Το 1965 η ιδιοκτησία αυτοκινήτων για την πολύ υψηλή εισοδηματική τάξη είναι 1/16, για την υψηλή εισοδηματική τάξη 1/19, για τη μέση εισοδηματική τάξη 1/35, για τη χαμηλή εισοδηματική τάξη 1/65 και για την πολύ χαμηλή εισοδηματική τάξη 1/140. Η συχνότητα με την οποία οι νέοι κυκλοφορούν με ιδιόκτητο αυτοκίνητο στις κωμωδίες αυξάνεται αντίστοιχα και μεταβάλλεται από τα πολυτελή καμπριολέ των πολύ πλούσιων νέων της δεκαετίας του 1950 στα καθόλου εντυπωσιακά αυτοκίνητα, που προορίζονται για τα μεσαία εισοδήματα της δεκαετίας του 1960.

Σελ. 385
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/386.gif&w=600&h=915

βρίσκονται συχνά στο στόχαστρο σε σχέση με αυτό. Θεωρούνται ανεπίδεκτες οδηγοί, όπως αφήνουν να υπονοηθούν ο τίτλος της κωμωδίας Σχολή για σωφερίνες και τα περιστατικά με τις διάφορες πελάτισσες. Η Λιλή (Καίτη Λαμπροπούλου, Ό,τι θέλει ο λαός) ζητά με μεγάλη επιμονή από τον υπάλληλο άνδρα της να της αγοράσει ένα, για να μπορούν να κινούνται με την άνεσή τους. Το 1967 το αυτοκίνητο, και μάλιστα το σπορ ανοιχτό δεν είναι άπιαστο όνειρο για τα στελέχη μίας επιχείρησης. Όταν ο Δημήτρης (Αχ! αυτή η γυναίκα μου) παίρνει προαγωγή, μπορεί να αγοράσει στη γυναίκα του το αυτοκίνητο που εκείνη ονειρευόταν επί μήνες. Τα τελευταία πλάνα της ταινίας τούς δείχνουν να πηγαίνουν βόλτα στον παραλιακό δρόμο και μας αποκαλύπτουν τον επόμενο στόχο τους, που θα τον υλοποιήσουν, αν δεν το κατάφεραν ήδη: το κρις-κραφτ, που τους επιτρέπει να κάνουν θαλάσσιο σκι, ακόμα και kite surfing.

Την ίδια εποχή παρουσιάζεται η στροφή των νέων προς ένα νέο σπορ, το ράλι. Στο Πέντε χιλιάδες ψέμματα ένα μέλος της νεανικής παρέας συμμετέχει στο Ράλι Ακρόπολις, από το οποίο ενσωματώνονται ορισμένα πλάνα στην κωμωδία. Με τις συνεχείς προπονήσεις, τις συμμετοχές και τις διακρίσεις σε ράλι, ο Πέτρος (Γοργόνες και μάγκες) φιλοδοξεί να μετατρέψει την αγαπημένη του διασκέδαση σε πολύ επικερδές και μοντέρνο επάγγελμα. Ο Αλέκος (Νίκος Γαλανός, Ενα αστείο κορίτσι), γιος εφοπλιστή, έχει ως αγαπημένο χόμπι τη συμμετοχή σε αγώνες ταχύτητας και συχνά κερδίζει τα σχετικά έπαθλα. Ο σκηνοθέτης έχει την ευκαιρία να προσθέτει πλάνα από πραγματικούς αγώνες στην ταινία του. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους περνάει τις ώρες του ο κακομαθημένος Μάριος (Δυο μοντέρνοι γλεντζέδες) είναι τα ράλι. Ταυτόχρονα εκδηλώνεται και η αγάπη των νεαρών ανδρών για τη μοτοσικλέτα. Τα δίκυκλα κάνουν την εμφάνιση τους όχι πλέον ως ένα μέσο συγκοινωνίας προσιτό στα χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά ως σύμβολο της ταχύτητας, της ανεξαρτησίας και της ίδιας της νεότητας. Στο Υπέροχες νύφες, κορόιδα γαμπροί ο σκηνοθέτης Παναγιώτης Κωνσταντίνου συνδυάζει τη νεανική μουσική των «Τζάγκουαρς» με πλάνα από αγώνες μοτοσικλέτας ως φόντο στους τίτλους της ταινίας του, δίνοντας το στίγμα ότι αποβλέπει σε νεανικό κοινό, που συγκινείται με τέτοια θέματα, ενώ οι μεγαλύτερης ηλικίας θεατές δεν τα προτιμούν.

2. ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Τα τυχερά παιχνίδια βοηθούν όσους νέους δεν έχουν οικογενειακή περιουσία, δηλαδή τους νέους των κατώτερων εισοδημάτων, να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Προς το παρόν, δεν είναι γνωστό αν και σε ποια έκταση η αναφορά στο Προ-Πο και στο εθνικό λαχείο, δηλαδή η έμμεση διαφήμιση τους, στηριζόταν σε συμφωνία ανάμεσα στον παραγωγό και στους αντίστοιχους οργανισμούς

Σελ. 386
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/387.gif&w=600&h=915

σμούς, ώστε να εξασφαλίζεται με αυτόν τον τρόπο μέρος της χρηματοδότησης της ταινίας. Η μόνη σχετική πληροφορία που έχουμε προέρχεται από το θεατρικό συγγραφέα, σεναριογράφο και παραγωγό Γιώργο Λαζαρίδη, της «Αφοί Ρουσσόπουλοι - Γ. Λαζαρίδης - Κ. Σαρρής - Δ. Ψαρράς», ο οποίος μιλάει για μία τέτοια συμφωνία της εταιρείας του με το νεοσύστατο Προ-Πο, το 1959, για την κωμωδία Λαός και Κολωνάκι. Πράγματι, όπως είδαμε παραπάνω, ο Κώστας, επειδή δεν κερδίζει τα προς το ζην με το γαλατάδικο, ενσωματώνει σε αυτό ένα πρακτορείο Προ-Πο, και ανεβάζει κατακόρυφα τον τζίρο του. Εδώ, όπως και στο Τα ντερβισόπαιδα και σε πολλές άλλες κωμωδίες, παρακολουθούμε τους «παίκτες» να συρρέουν στο προποτζίδικο και να συμπληρώνουν μανιωδώς δελτία, ακόμα και παραμελώντας την εργασία τους. Πιθανόν, μετά το Λαός και Κολωνάκι, ο Χατζηχρήστος διατήρησε την οικονομική του σχέση με το Προ-Πο και το διαφήμιζε στις ταινίες του, έστω και με μία απλή αναφορά ότι θα κερδίσει και θα καταφέρει να φτιάξει το μέλλον του (Ο τυχεράκιας).

Από αυτό το σημείο και μετά το ενδιαφέρον για το Προ-Πο εξαπλώνεται συνεχώς. Κάποιοι θεωρούν τον εαυτό τους γνώστη και δίνουν συμβουλές στους άλλους είτε να παίξουν (π.χ. Η κυρία δήμαρχος" Αν ήμουν πλούσιος) είτε πώς να συμπληρώνουν τα δελτία (π.χ. Ο γίγας της Κυψέλης). Στην Οικογένεια Παπαδοπούλου πατέρας και γιος συμπληρώνουν το δελτίο, ενώ η μητέρα είναι πολύ σκεπτική για το νόημα και το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους. Ο Μήτσος (Γιώργος Κάππης, Ο Ψευτοθόδωρος) παίζει Προ-Πο, ελπίζοντας, αν κερδίσει, να μπορέσει να ξεφύγει από το κουρείο και το χαμηλό μεροκάματο. Ο Μανώλης (Αλέκος Τζανετάκος, Εφοπλιστής με το ζόρι) ονειρεύεται να αγοράσει μία «Φεράρι» αν κερδίσει — τα όνειρα αλλάζουν, γίνονται πολυτελέστερα όσο πλησιάζουμε στα τέλη της περιόδου.

Στο Νά 'τανε το 13, νά 'πεφτε σε μας (1970, σενάριο Λάζαρος Μοντανάρης, σκηνοθεσία Ντίνος Δημόπουλος)321 η ζωή του Λάμπη (Ντίνος Ηλιόπουλος) ανατρέπεται πλήρως όταν κερδίζει στο Προ-Πο" διαλύει τον αρραβώνα του με τη Φανή (Άννα Μαντζουράνη) και κυκλοφορεί με τη σέξι τραγουδίστρια Λόλα (Ρίκα Διαλυνά), την οποία κατακτά πολύ εύκολα με τα χρήματά του και τα δώρα που της προσφέρει. Μπορεί να τα βάλει άφοβα με το αφεντικό του, αφού δεν έχει πια ανάγκη τη δουλειά. Η τάξη αποκαθίσταται μόνο όταν τα λεφτά τελειώνουν. Ο Τοτός (Το Προ-Πο και τα μπουζούκια) ονειρεύεται επί χρόνια να γίνει σκηνοθέτης του κινηματογράφου, αλλά σκοντάφτει στο πρόβλημα του παραγωγού. Κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να επενδύσει στις ιδέες του. θα καταφέρει να πραγματοποιήσει το όνειρο του όταν η θεία του (Σαπφώ Νο-

321. Μοσχοβάκης, «Ντίνος Δημόπουλος: η περίεργη διαδρομή», ό.π., σ. 31.

Σελ. 387
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/388.gif&w=600&h=915

Νοταρά) κερδίζει στο Προ-Πο, γίνεται πλούσια και χρηματοδοτεί την ταινία του.

Όμως, και το εθνικό λαχείο φαίνεται να προωθείται μέσα από έμμεσες διαφημίσεις στις κωμωδίες. Στα Κορίτσια της Αθήνας ο Τάκης κερδίζει 5.000.000 στο εθνικό λαχείο και γίνεται συνεταίρος στην επιχείρηση όπου εργάζεται. Ο Λάκης (Το βλακόμουτρο) κερδίζει 500.000 στο λαχείο την κατάλληλη στιγμή, όταν απολύεται από τη δουλειά του. Ο Σπύρος (Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο) θέλει να το πρακτορεύσει στο χρηματιστικό του γραφείο, ώστε να μεγαλώσει ο τζίρος του, σε περίπτωση που θα πουλήσουν τυχερό λαχείο σε κάποιον πελάτη τους. Δύο χιλιάδες λίρες, δηλαδή εξακόσιες χιλιάδες δραχμές, κερδίζει η Ηρώ (Γκέλυ Μαυροπούλου, Ευτυχώς τρελλάθηκα) και αποκτά αξιοπρεπέστατη προίκα, με την οποία βοηθάει τον αγαπημένο της Χαρίλαο (Νίκος Σταυρίδης) να μη φαλιρίσει.

Ενώ πολλά κινηματογραφικά πρόσωπα κερδίζουν στο Προ-Πο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τον ιππόδρομο. Πολύ λίγοι νέοι εμφανίζονται να ασχολούνται με αυτόν, και πάντα χάνουν τα χρήματά τους. Ο Πίπης (Νίκος Ρίζος, Γκολ στον έρωτα) είναι μανιώδης παίκτης, αλλά χάνει συνεχώς τα στοιχήματα, προκαλώντας την αγανάκτηση της αγαπημένης του. Ο Πολύκαρπος (Ο πολύτεκνος) πείθεται να παίξει στον ιππόδρομο τις οικονομίες του, για να τις αβγατίσει, αλλά χάνει και μένει στον άσο. Με προσδοκίες κέρδους πηγαίνουν στον ιππόδρομο ο Θύμιος (Σήκω, χόρεψε συρτάκι), που έχει ρευστοποιήσει την περιουσία του στο χωριό, και ο Μάριος (Δυο μοντέρνοι γλεντζέδες), που πιστεύει ότι έτσι θα πολλαπλασιάσει τα τελευταία του χρήματα, και μένουν εντέλει αμφότεροι ταπί. Γενικά, ο θεατής δεν ενθαρρύνεται ποτέ να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα μέσω των τυχερών παιχνιδιών- γι' αυτό και όσα κινηματογραφικά πρόσωπα έχουν τέτοιες συνήθειες παρουσιάζονται να αποτυγχάνουν. Μάλιστα, ο ιππόδρομος θεωρείται επικίνδυνο μέρος, όπου διάφοροι παράνομοι εντοπίζουν τα πλούσια θύματά τους (Το νησί της αγάπης). Η διαφορά ανάμεσα στην ασφάλεια του ελεγχόμενου από το κράτος και του κοινού τζόγου φαίνεται στην περίπτωση του Πολύτεκνου, όπου εντέλει η βοήθεια έρχεται από το εθνικό λαχείο- χάρη στα κέρδη του, ο Πολύκαρπος και η Αντιγόνη δεν θα δώσουν το ένα από τα τρία μωρά τους για υιοθεσία.

3. ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

Μεγάλη ποικιλία ως προς τους τρόπους ψυχαγωγίας παρουσιάζεται στη διασκέδαση μετά μουσικής. Αυτή μπορεί να είναι αυτοσχέδια, όταν ένα πρόσωπο τραγουδά για δική του ευχαρίστηση, στο σπίτι ή στο δρόμο. Κατά κύριο λόγο, όμως, προσφέρεται στα ειδικά κέντρα, που λειτουργούν όχι μόνο τη νύχτα, αλλά και την ημέρα. Οι μουσικές προτιμήσεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων

Σελ. 388
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/389.gif&w=600&h=915

συνδέονται έντονα με αυτές και τις χαρακτηρίζουν, δίνοντας σύντομες, κωδικοποιημένες πληροφορίες στους θεατές για την ταξική διάσταση της διασκέδασης. Το μπουζούκι είναι το αγαπημένο άκουσμα των λαϊκών στρωμάτων στις αρχές της περιόδου που εξετάζουμε και γίνεται πάνδημο μόνο στα τέλη της" το ταγκό, αλλά και η κλασική μουσική απευθύνονται στους πλούσιους, ενώ η ροκ μουσική και τα απότοκά της στη νεολαία από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 και μετά. Οι κωμωδίες μάς δίνουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη στα μουσικά γούστα και στους τρόπους διασκέδασης που σχετίζονται με αυτά. Όσο περνάει ο καιρός, κάποιες μουσικές συνήθειες εμφανίζονται λιγότερο, ενώ άλλες ενισχύονται όχι μόνο στα κέντρα, αλλά και στα σπιτικά πάρτι.

Το τραγούδι στο δρόμο είναι μία λαϊκή συνήθεια, που οι ανώτερες τάξεις τη θεωρούν αναξιοπρεπή. Οι πλούσιοι δεν τραγουδούν στο δρόμο. Η πιο καταξιωμένη μορφή του τραγουδιού στο δρόμο είναι η καντάδα, το τραγούδι που αφιερώνει ο ερωτευμένος άνδρας στην αγαπημένη του, τη νύχτα, με τη βοήθεια καλλίφωνων φίλων και ενός ή δύο οργάνων. Η καντάδα προφθαίνει να κάνει την εμφάνισή της ως καθιερωμένη ερωτική πρακτική στο Διαγωγή μηδέν ή στο Ελα στο θείο, πριν παρωδηθεί ως μνημείο άλλων εποχών (Της κακομοίρας!). Η καντάδα ταιριάζει απόλυτα σε ένα μέρος σαν την Κέρκυρα (Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες). Κατά τη διάρκεια της καντάδας συμβαίνουν κωμικά επεισόδια, με συνηθέστερο το κατάβρεγμα εκ μέρους ενός αυστηρού γονιού ή ενός εξοργισμένου γείτονα, ή το σπάσιμο της κιθάρας στο κεφάλι του φάλτσου τραγουδιστή ή ανταγωνιστή (Τζιπ, περίπτερο κι αγάπη' Όταν λείπη η γάτα). Μία ακόμα μορφή τραγουδιού στο δρόμο προσφέρουν οι μεθυσμένοι νέοι, που επιστρέφουν από τη διασκέδαση, καταστρατηγώντας τους κανόνες της ευπρέπειας, και συνεχίζουν το γλέντι τους, υπερβαίνοντας το χώρο που έχει οριστεί γι' αυτό (Ο διαιτητής).

Στα ειδικά καταστήματα οι νέοι διασκεδάζουν με ποικιλία μουσικών ειδών, με δυτική μουσική, αλλά και με λαϊκά τραγούδια, δηλαδή με μπουζούκια, με ελαφρά ελληνική μουσική, με τραγούδια του «νέου κύματος». Σε γενικές γραμμές, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα κέντρα φιλοξενούν πελάτες όλων των ηλικιών, ενώ άλλες μορφές διασκέδασης, όπως ο χορός στο σπίτι, τις απολαμβάνουν μόνο νεαρά πρόσωπα.

Η αλλαγή στα μουσικά γούστα, η οποία παρακολουθεί την αντίστοιχη εξωκινηματογραφική επικαιρότητα, συντελεί κατά σημαντικό ποσοστό στη διάκριση των ηλικιών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι νέοι αρχίζουν να έχουν τις δικές τους μουσικές προτιμήσεις και να απομακρύνονται για έναν επιπλέον λόγο από τον κοινό κορμό διασκέδασης που κυριαρχούσε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Σε αυτή την απόλυτα ορατή αλλαγή συμβάλλει η υποδοχή του ροκ-εν-ρολ, το οποίο δίνει παγκοσμίως ξεχωριστή φυσιογνωμία στη νεανική

Σελ. 389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/390.gif&w=600&h=915

διασκέδαση.322 Στις πρώτες κωμωδίες, από το 1948 και μετά, οι νέοι και οι πρεσβύτεροι ακούν και χορεύουν την ίδια μουσική (ταγκό από τον Εντουάρντο Μπιάνκο, Τρακαδόροι της Αθήνας). Δέκα χρόνια αργότερα μόνο οι νεότεροι παρακολουθούν το συνεχή εμπλουτισμό της μουσικής από νέους ρυθμούς και χορούς, όπως το ροκ (Η θεία από το Σικάγο·323 Οι κληρονόμοι τον Καραμπουμπούνα, 1959, σενάριο Πέτρος Γιαννακός - Νίκος Φατσέας, σκηνοθεσία Πέτρος Γιαννακός· Άνδρα θέλω με πυγμή" Γαμήλιες περιπέτειες' Το τρελλοκόριτσο' Έξω οι κλέφτες), το τσατσά (Ψιτ! κορίτσια' Ερωτικά παιχνίδια' Εταιρεία θαυμάτων Η Λίζα και η άλλη), το μπλουζ (Το τρελλοκόριτσο' Ο αδελφός μου ο τροχονόμος' Ο πιο καλός ο μαθητής), το τουίστ στις αρχές (Ο διαιτητής' Η σωφερίνα· Η χαρτοπαίχτρα) και το σέικ στα μέσα της δεκαετίας του 1960 (Η γυναίκα μου τρελλάθηκε), το μπόσα-νόβα (Οι κληρονόμοι), το μάντισον ή το χάλι-γκάλι. Ο Αλέκος (Ερωτικά παιχνίδια), που υποδύεται ένα μεσήλικα, θεωρεί ότι το τσα-τσά δεν είναι χορός της ηλικίας του και αρνείται να χορέψει με τη Τζένη. Όταν βλέπει τους νέους γιε-γιε να χορεύουν στην πίστα, ο αστυφύλακας Δελημάνης (Η κόμησσα της φάμπρικας) ξαφνιάζεται τόσο ώστε τους χαρακτηρίζει τρελούς, που πρέπει να τους μαζέψει το «εκατό». Δεν είναι όλος ο κόσμος εξοικειωμένος με τις νεανικές διασκεδάσεις. Προφανώς, το σύμβολο της καθεστηκυίας τάξης δεν συμμετέχει σε αυτές και θα το έκανε μόνο για επαγγελματικούς λόγους. Αντίθετα, η Έφη, η οποία τον έχει οδηγήσει στο συγκεκριμένο κλαμπ, ως κόρη της ανώτερης τάξης, που μπορεί να καταβάλλει το αντίτιμο κατανάλωσης ποτών όποτε το επιθυμεί, φαίνεται απολύτως εξοικειωμένη με αυτό το είδος μουσικής και χορού.

Στις παλαιότερες κωμωδίες η μουσική που κυριαρχεί είναι η λατινοαμερικάνικη (π.χ. Εκατό χιλιάδες λίρες' Προπαντός ψυχραιμία). Η μόδα ισχύει τόσο στον ελληνικό κινηματογράφο όσο και στο θέατρο, ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Δίπλα της υπάρχουν η ελαφρά ελληνική μουσική και η τζαζ. Κάποια στιγμή τα τσιγγάνικα βιολιά θεωρούνται μουσική κατάλληλη για υπερήλικες (Η γυναίκα μου τρελλάθηκε). Ωστόσο, ακόμα και στα τέλη της δεκαετίας του 1960 επιβιώνει στα κοσμικά κέντρα το ταγκό, πλάι στο χορό της κοιλιάς (Ένα μπουζούκι αλλιώτικο από τ' άλλα).

Η λαϊκή μουσική, που κάνει την εμφάνιση της στο Ελα στο θείο, εμφανίζεται στη συνέχεια κυρίως στις κωμωδίες χαμηλού προϋπολογισμού, που απευθύνονται στο λαϊκό κοινό (π.χ. Γκολ στον έρωτα' Πιάσαμε την καλή' Τα μαναβάκια" Κέφι, γλέντι και φιγούρα).324 Τραγουδίστριες της ελαφράς μουσικής περνούν στο μπουζούκι, (π.χ. Μάγια Μελάγια, Ένας ζόρικος δεκανέας), που

322. Καλλιβρετάκης, ό.π.· Κατσάπης, ό.π.

323. Καλλιβρετάκης, ό.π., σ. 164.

324. Στασινοπούλου, ό.π., σ. 434-435.

Σελ. 390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/391.gif&w=600&h=915

από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 γίνεται απαραίτητο συστατικό της μουσικής επένδυσης των κωμωδιών και συνυπάρχει σε πολλές από αυτές με μοντέρνους ή παλαιότερους σκοπούς. Οι αστοί που συχνάζουν στα κοσμικά κέντρα απολαμβάνουν το μπουζούκι με τη μορφή του ελαφρολαϊκού και με βασικότερο εκπρόσωπο τον εμπνευστή του Μανώλη Χιώτη. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά ο Γιώργος Ζαμπέτας (Ευτυχώς χωρίς δουλειά- Να ζη κανείς ή να μη ζη" Ο πολύτεκνος" Πέντε χιλιάδες ψέμματα" Το ρομάντσο μιας καμαριέρας" Φως, νερό, τηλέφωνο, οικόπεδα με δόσεις), με το ιδιαίτερα ζωηρό ύφος του και τον παιχνιδιάρικο στίχο του, ταιριάζει απόλυτα στην κωμωδία και αναδεικνύεται σε βασικό μουσικό συντελεστή και σε σχεδόν αποκλειστικό συνεργάτη της εταιρείας «Καραγιάννης — Καρατζόπουλος».325 Πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές παρελαύνουν στις κωμωδίες, μόνοι ή κατά παράταξη, σε συρραφή μουσικών σκηνών. Στο Ζητούνται γαμπροί με προίκα (1970, σενάριο Μάρκος Μαλλιαράκης, σκηνοθεσία Απόστολος Τεγόπουλος) εμφανίζονται συλλήβδην ο Βασίλης Τσιτσάνης, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Στράτος Διονυσίου, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Ρίτα Σακελλαρίου.

Ορισμένα κέντρα, εκτός από μουσική και τραγούδι, προσφέρουν κάποιες ατραξιόν, συνήθως χορό από μία γυναίκα, ένα χορευτικό ζευγάρι (π.χ. Τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι, Γιάννης Φλερύ, Άινα Μάιρα) ή μπαλέτο (π.χ. Να ζη κανείς ή να μη ζη, Γιώργος Βαρλάμος, Μαρία ντε Πετρίλλο και το μπαλέτο τους" Η χαρτοπαίχτρα, Φώτης Μεταξόπουλος, Βίκυ Τζινιέρη και το μπαλέτο τους- Η παιχνιδιάρα, Φώτης Μεταξόπουλος και το μπαλέτο του). Στο έργο Ο πιο καλός ο μαθητής ο Διαμαντής και η Τζίνα ανεβαίνουν στην πίστα την ώρα που το μπαλέτο χορεύει ένα φλαμέγκο και εκτελούν ανάλογες κωμικές κινήσεις. Η Κλάρα (Σπεράντζα Βρανά) χορεύει και τραγουδάει ένα μάμπο στην Ωραία των Αθηνών. Οι γυναίκες χορεύουν χορό της κοιλιάς [Αΐντα, Λούση Κουρούκλη, Κέφι, γλέντι και φιγούρα" Ρέα Μανέλη, Ο ταξιτζής" Μαρία Μπονίτα, Ευτυχώς χωρίς δουλειά" Οι φτωχοδιάβολοι (1964, σενάριο Ασημάκης Γιαλαμάς — Κώστας Πρετεντέρης, σκηνοθεσία Τζον Κρίστιαν)-326 Ο πολύτεκνος" Σόφη Ζανίνου, Σήκω, χόρεψε συρτάκι" Ελένη Μαραμένου, Ο μαχαραγιάς" Καίτη Βουτσάκη, Δυο μοντέρνοι γλεντζέδες" Μίνα Καρρά, Αν ήμουν πλούσιος], χωρίς να αναφέρονται πάντα στους τίτλους (Οι δύο αλεπούδες).

Στις κωμωδίες χαμηλού προϋπολογισμού σπανίζουν τα πολυμελή μπαλέτα. Ο χορός όμως μπορεί να παρουσιάζει ποικιλία, όπως είναι για παρά-

325. Ιωάννα Κλειάσιου, Βίος και πολιτεία Γιώργου Ζαμπέτα, «Ντέφι», Αθήνα 1997.

326. Μεταφορά της κωμωδίας των Ασημάκη Γιαλαμά — Κώστα Πρετεντέρη, που ανεβαίνει στο θέατρο Βασιλικού Κήπου, από το θίασο Βασίλη Μπουρνέλλη, στις 22 Ιουνίου 1963" Πρετεντέρης, Θεατρικά, ό.π., σ. 534-535" Θέατρο 63, ό.π., σ. 51' Θρύλος, ό.π., τ. Θ', σ. 305-307.

Σελ. 391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/392.gif&w=600&h=915

παράδειγμα οι ιστορίες του υποκόσμου όπου χορεύουν συνήθως ο Γιάννης Φλερύ και η Λίντα Αλμα (π.χ. Ευτυχώς χωρίς δουλειά), ένα σόλο ανδρικό φλαμέγκο συνοδεία κιθάρας στη Σταχτοπούτα, ο συνδυασμός μοντέρνου χορού και ακροβατικού νούμερου στο Λαγοπόδαρο (Τζούλια εντ πάρτνερ), τα γυναικεία ντουέτα που χορεύουν (π.χ. αδελφές Θεοχάρη, Ο μπακαλόγατος) ή χορεύουν και τραγουδούν (π.χ., αδελφές Γαλάνη, Αν ήμουν πλούσιος), με πιο γνωστές ανάμεσά τους τις αδελφές Μπρόγερ (Όταν λείπη η γάτα" Τρία κορίτσια από την Αμέρικα' Νυμφίος ανύμφευτος' Αγάπησα μια πολυθρόνα' Πίσω μου σ έχω, σατανά, 1971, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης).327 Η Άινα Μάουρερ τραγουδά και χορεύει ένα συνδυασμό λαϊκού και μοντέρνου τραγουδιού, σέικ και χορού της κοιλιάς (Ο Μικές παντρεύεται, μουσική Μίμη Πλέσσα). Οι γυναίκες που τραγουδούν σε ανδρικά συγκροτήματα (π.χ. στο Να ζη κανείς ή να μη ζη η Ζωίτσα Κουρούκλη τραγουδάει με τους «Storms», όπου ηλεκτρική κιθάρα παίζει ο Ντέμης Ρούσσος) είναι ένα βήμα πριν από τη γέννηση γυναικείων συγκροτημάτων (Οι θαλασσιές οι χάντρες). Λιγότερο συχνή είναι η παρουσία ταχυδακτυλουργών, ως μέρους της διασκέδασης στα νυκτερινά κέντρα. Μετά την εμφάνιση των καλλιτεχνών πίστας, δηλαδή του προγράμματος του κέντρου, οι θαμώνες, και ιδιαίτερα τα νεαρά ζευγάρια έχουν τη δυνατότητα να χορέψουν — πάντα χορούς της μόδας, γρήγορους ή αργούς (Ο μπαμπάς μου κι εγώ, στο κέντρο του ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο Λαγονήσι" Η χαρτοπαίχτρα). Οι θαμώνες που τα καταφέρνουν μπορεί να χορέψουν και τσιφτετέλι, όταν έρθουν στο κέφι (Ο λαγοπόδαρος' Ο μαχαραγιάς).

Όσο πλησιάζουμε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι ενισχύσεις που καλείται να δώσει η μουσική στα σενάρια πολλαπλασιάζονται. Όσο πιο αναιμικό είναι το σενάριο, τόσο η βοήθεια της μουσικής των τραγουδιών και των χορών γίνεται απαραίτητη. Ο πιο εύκολος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να ακολουθήσει ο θεατής τους ήρωες σε ένα νυκτερινό κέντρο και να παρακολουθήσει μαζί τους το πρόγραμμά του, όπως γίνεται στα Δυο πόδια σ' ένα παπούτσι: στο κέντρο «Τα αραπάκια» παρακολουθούμε το χορευτικό πρόγραμμα με τον Γιάννη Φλερύ και την Άινα Μάιρα, στη συνέχεια τον Γιάννη Πουλόπουλο και, τέλος, τους ηθοποιούς να χορεύουν συρτάκι.

Οι ψυχαγωγούμενοι, ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια, συχνάζουν σε διαφορετικά μέρη, τα οποία συχνά παρουσιάζονται στην ίδια κωμω-

327. Μεταφορά της κωμωδίας των Νίκου Τσιφόρου - Πολύβιου Βασιλειάδη, που ανεβαίνει στο θέατρο «Κοτοπούλη», από το θίασο Λάμπρου Κωνσταντάρα - Μάρως Κοντού, στις 25 Δεκεμβρίου 1968" θέατρο 69, έκδοση θεάτρου, μουσικής, χορού και κινηματογράφου για το 1969, διεύθυνση και έκδοση Θόδωρος Κρίτας, Αθήνα [1969], σ. 61, 304" Θρύλος, ό.π., τ. ΙΑ', σ. 286-287" Μοσχοβάκης, «Ντίνος Δημόπουλος: η περίεργη διαδρομή», ό.π., σ. 31.

Σελ. 392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/393.gif&w=600&h=915

κωμωδία, για να υπογραμμίσουν την οικονομική κατηγοριοποίηση και διαφορά των προσώπων. Στο Γυναικά το καμπαρέ «Πιγκουίνος», που προτιμά ο πλούσιος Πασχάλης, αντιπαρατίθεται στο ταβερνάκι της γειτονιάς, όπου με συνοδεία κιθάρας και τραγουδιού διασκεδάζουν ο Αριστος (Βύρων Πάλλης) και η παρέα του. Ο Έξαρχος (Μίμης Φωτόπουλος, Δουλέψτε για να φάτε, ή Οι χαραμοφάηδες), αν και εύπορος, λόγω της εργατικότητάς του, αγαπά τη ζωή στο Πέραμα, όπου έχει τον ταρσανά του, και διασκεδάζει στα τοπικά ταβερνάκια με τη μουσική του Μπιθικώτση και της λαϊκής ορχήστρας του. Για όσους διαθέτουν λιγότερα χρήματα ή δεν αφίστανται της λαϊκής καταγωγής τους, υπάρχει λοιπόν η ταβέρνα, όπου ακούγεται λαϊκή μουσική (Ο αδελφός μου ο τροχονόμος), ενώ δεν λείπουν οι ερασιτέχνες, που πιάνουν μία κιθάρα και τραγουδούν ένα-δυο τραγούδια. Τυχαίνει βέβαια, αντί της μοναδικής κιθάρας που βλέπει ο θεατής, να ακούγεται ολόκληρη ορχήστρα, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα ούτε για το κοινό ούτε για τους συντελεστές της ταινίας, οι οποίοι προτιμούν να παραβιάσουν την αληθοφάνεια, για να επιτύχουν πιο ευχάριστο αποτέλεσμα. Πλανόδιοι μουσικοί μπορεί να εμφανιστούν στο ταβερνάκι και να ψυχαγωγήσουν για λίγο τους θαμώνες. Στο Κλωτσοσκούφι μπαίνουν τρεις μουσικοί με μπουζούκι και ακορντεόν και παίζουν ένα σκοπό, που τον τραγουδάει και χορεύει η Μαίρη. Ο ένας από αυτούς είναι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, πριν γίνει γνωστός από τη συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Σακελλάριος χρησιμοποιεί κατ' επανάληψη τους πλανόδιους μουσικούς, που εμφανίζονται επανειλημμένα και παίζουν το λάιτ μοτίβ στο Δόλωμα.

Η λαϊκή μουσική δεν γίνεται εύκολα αποδεκτή από τα μέλη της ανώτερης τάξης, τα οποία προτιμούν την ελαφρά μουσική, κατά τα δυτικά πρότυπα. Ο Μιχάλης ή Μικές (Ο ταυρομάχος προχωρεί), επηρεασμένος από το πρόσφατο ταξίδι του στην Ισπανία, κάνει κανονική έφοδο, ως ταυρομάχος στο πάρτι της φαντασμένης πεθεράς του (Μαρίκα Νέζερ), με μία μικρή ορχήστρα με μπουζούκια και έναν τραγουδιστή-σύμβολο της ελαφράς μουσικής, τον Τώνη Μαρούδα, που έχει προσχωρήσει και αυτός στη λαϊκή μουσική- ο Μικές επιβάλλει τις δικές του προτιμήσεις, για να γίνει στο τέλος αποδεκτός ως γαμπρός. Ένα συρτάκι, που η πεθερά χορεύει μαζί με το γαμπρό και το σύζυγο, ανάγεται σε σύμβολο της αποδοχής της λαϊκότητάς τους και της τελικής συμφιλίωσης.

Μία διαφοροποίηση στα μουσικά γούστα που φαίνεται να ορίζεται περισσότερο από πολιτισμικά πρότυπα και λιγότερο από την ηλικία είναι αυτή ανάμεσα στην κλασική και στη λαϊκή μουσική, στα μπουζούκια. Οι νέοι, αργά ή γρήγορα, βάζουν νερό στο κρασί τους, ενώ οι πρεσβύτεροι οχυρώνονται στο ένα στρατόπεδο και αρνούνται κατηγορηματικά να έρθουν σε οποιαδήποτε επαφή με το άλλο. Στο Μπετόβεν και μπουζούκι ο πατέρας της Ιουλίας (Νίκος Σταυρίδης, Αγγελική Μπαρούτσου) είναι δάσκαλος της κλασικής μουσικής, την

Σελ. 393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/394.gif&w=600&h=915

οποία λατρεύει σε σημείο που να απαγορεύει στην κόρη του να χαιρετά τους γείτονές τους, τον Μένιο και το γιο του Λουκή (Μίμης Φωτόπουλος, Χάρης Παναγιώτου), οι οποίοι ασχολούνται με το μπουζούκι και συμμετέχουν σε λαϊκή ορχήστρα. Ο τελευταίος πιστός μαθητής που του απέμεινε, ο Ορφέας (Σωτήρης Μουστάκας), ασχολείται εννέα χρόνια με το βιολί, πεθαίνει σχεδόν από την πείνα, αλλά δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να αναζητήσει μεροκάματο σε λαϊκό μαγαζί. Ονειρεύεται να δίνει κονσέρτα και να υπηρετεί την τέχνη. Όποιος ασχολείται με την κλασική μουσική, όπως και με κάθε άλλη μορφή τέχνης και αδιαφορεί για το χρήμα, στις κωμωδίες, θεωρείται ελαφρά αποκλίνουσα περίπτωση από τον κανόνα της ψυχικής υγείας. Ο Ορφέας δεν θα αντισταθεί μέχρι τέλους, θα ενδώσει στην πρόταση να παίξει μπαγλαμά στη λαϊκή ορχήστρα, προκειμένου να χορτάσει την πείνα του και να τα «τρελοκονομήσει». Η κινηματογραφική παραγωγός Μάργκαρετ (Μπεάτα Ασημακοπούλου) αναλαμβάνει να παρουσιάσει τον Μένιο και την κομπανία του στους κοσμικούς κύκλους και διοργανώνει γι' αυτόν το σκοπό ένα πάρτι. «Μπουζουξής που δεν έχει πολλά πάρε-δώσε με την αριστοκρατία δύσκολα γίνεται φίρμα», πιστεύει. Η παρέα της μπορεί να μην προτιμά τις ελληνικές ταινίες, αλλά έχει ενδώσει στο μπουζούκι, που γίνεται ολοένα και περισσότερο της μόδας. Άλλωστε, το μπουζούκι και τα λαϊκά τραγούδια του Μένιου βοηθούν την ταινία της να προωθηθεί εμπορικά και να γίνει επιτυχία. Ένας ακόμα μουσικός, μάλιστα αρχιμουσικός της τοπικής φιλαρμονικής, είναι ο Κώστας (Κώστας Χατζηχρήστος, Ενα μπουζούκι αλλιώτικο από τ' άλλα), που αρνείται να παίξει σε μπουζουκομάγαζο, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, και προτιμά να μένει άνεργος. Παρόμοια περίπτωση είναι, όπως είδαμε, και ο Ανδρέας (Το πιο λαμπρό αστέρι). Παρά την απέχθεια που δείχνουν απέναντι στο λαϊκό όργανο οι λάτρεις της κλασικής μουσικής και σπουδαστές των ωδείων, στο τέλος η ζωή τούς τα φέρνει έτσι που ενδίδουν, όχι για να επιβιώσουν —τη φτώχεια την αντέχουν—, αλλά για να περισώσουν την αξιοπρέπειά τους. Τα μπουζούκια φέρνουν επιπλέον την επιτυχία, την αναγνώριση, τα λεφτά. Οι συγκεκριμένοι μουσικοί θεωρούν το μπουζούκι παρακατιανό, αλλά αναγκάζονται να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους. Το μπουζούκι αποτελεί τη μοναδική τους διέξοδο από τον ηθικό διασυρμό και την πλήρη οικονομική καταστροφή. Στις κωμωδίες η λαϊκή κουλτούρα είναι πάντοτε νικήτρια, όταν αντιπαρατίθεται με μουσικές εκφράσεις που θεωρούνται προνόμιο των ανώτερων και καλλιεργημένων τάξεων.

Από τη στιγμή όμως που τα μπουζούκια κερδίζουν την καθολική αναγνώριση και γίνονται της μόδας, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, παύουν να είναι διασκέδαση προσιτή στα μικρά βαλάντια. Η Ελληνοαμερικάνα Νταίζη (Εφοπλιστής με το ζόρι) θέλει να διασκεδάσει στα μπουζούκια, αλλά ο μπατίρης Μανώλης προσπαθεί να το αποφύγει: «πενιά και χιλιάρικο», παρατηρεί. Μόνο όταν, χάρη στην ιδιοτροπία ενός πλούσιου επιχειρηματία (Δημήτρης Νι-

Σελ. 394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/395.gif&w=600&h=915

Νικολαΐδης), παίρνει τη θέση του και εμφανίζεται με το όνομα και την περιουσία του, μπορεί να αντιμετωπίσει το έξοδο.

Η διάκριση στα μουσικά ακούσματα, που σχετίζεται με την ανάδυση των νέων ως κοινωνικής ομάδας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, εκφράζεται κυρίως με τη δημιουργία νεανικών, μοντέρνων συγκροτημάτων, που έχουν αποτυπωθεί χαρακτηριστικά στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα νεανικά συγκροτήματα κερδίζουν σε δημοτικότητα, τόσο στα κέντρα όσο και στις ταινίες, στις οποίες συμμετέχουν με αυξανόμενους ρυθμούς. Το μουσικό συγκρότημα «Φάιβ Σαλόνικα» (Κάτι να καίη) πλαισιώνεται από τη χορεύτρια Ρένα (Μάρθα Καραγιάννη), η οποία πιστεύει ότι μία γυναίκα είναι κόσμημα για ένα συγκρότημα. Αν οι «Φάιβ Σαλόνικα» γίνονται μπουζουξήδες, επειδή τα μπουζούκια έχουν μεγαλύτερη ζήτηση, στα τέλη της δεκαετίας τα νεανικά συγκροτήματα εμφανίζονται τακτικά στη μουσική σκηνή των κωμωδιών.

Επειδή το «νέο κύμα» κρίνεται ίσως λίγο μελαγχολικό για κωμωδία, δεν παρουσιάζεται συχνά σε ταινίες του συγκεκριμένου είδους. Εκπροσωπείται κυρίως από τον πολύ δημοφιλή —από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά— Γιάννη Πουλόπουλο, ο οποίος για παράδειγμα στον Κούκλο τραγουδά μόνο με την κιθάρα του. Επιπλέον, θεωρείται ίσως ότι το «νέο κύμα» δεν απευθύνεται στο σύνολο, ή τουλάχιστον σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του κοινού, όπως γίνεται με το μπουζούκι. Έτσι, στο πρόγραμμα του καταστήματος υπάρχουν και μπουζούκια, που μπορούν να ανεβάσουν το κέφι, αν και στο συγκεκριμένο παράδειγμα ακόμα και το συρτάκι είναι μελαγχολικό. Οι μπουάτ με το εναλλακτικό τους πρόγραμμα δεν εμφανίζονται επίσης συχνά. Παρωδία τέτοιου προγράμματος, με τραγουδιστή τον Δημήτρη Νικολαΐδη, παρουσιάζεται στο Πέντε χιλιάδες ψέμματα.

Ο κύριος κορμός των πελατών των νυκτερινών κέντρων, και ιδιαίτερα των πιο ακριβών συντίθεται από μεσόκοπους γλεντζέδες. Οι άνδρες που απατούν τις γυναίκες τους είναι καλή πελατεία, επειδή εκεί διασκεδάζουν με τις φιλενάδες τους (Ο γυναικάς" Η χαρτοπαίχτρα' Η γυναίκα μου τρελλάθηκε). Πέραν αυτών, οι νυκτερινές διασκεδάσεις προορίζονται περισσότερο για τους νέους που δεν έχουν ακόμα οικογενειακές υποχρεώσεις. Οι συντελεστές των κωμωδιών επισημαίνουν ότι τα νεαρά παντρεμένα ζευγάρια δεν επιδιώκουν τις νυκτερινές εξόδους στον ίδιο βαθμό με αυτά που δεν έχουν επισημοποιήσει τη σχέση τους. Ο λόγος της αποχής είναι μάλλον η έλλειψη διάθεσης, αν και δεν είναι λίγοι οι παντρεμένοι που επικαλούνται την έλλειψη χρημάτων. Η συντήρηση του νοικοκυριού απορροφά όλο το μισθό ενός υπαλλήλου, έστω και ικανοποιητικά αμειβόμενου, ώστε η διασκέδαση να θεωρείται περιττό έξοδο. Ο υπάλληλος Ηλίας (Ο μπούφος) δεν βγαίνει τα βράδια, αλλά πέφτει νωρίς για ύπνο, μέχρις ότου μία καινούργια παρέα τού δείχνει ότι η νυκτερινή ζωή έχει τα καλά

Σελ. 395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/396.gif&w=600&h=915

της, και κυρίως τα τυχερά της. Αρχίζει τότε να βγαίνει, χωρίς τη γυναίκα του, για ένα μικρό διάστημα, που είναι ικανό να αναθερμάνει τη σχέση τους.

Η διασκέδαση γίνεται σιγά-σιγά ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της ζωής των ηρώων. Αν στις κωμωδίες θεωρείται αυτονόητο ότι οι νέοι διασκεδάζουν, οι γυναίκες επίσης διεκδικούν δυναμικά τις νυκτερινές εξόδους και φθάνουν να απειλούν με διαζύγιο το σύζυγο που δεν τις ικανοποιεί σε αυτό το σημείο (π.χ. Ανδρα θέλω με πυγμή). Όπως είδαμε, η Πιπίτσα (Ερωτικά παιχνίδια) κατηγορεί τον άνδρα της για ακοινώνητο, επειδή δεν την έχει βγάλει έξω επί δέκα μέρες. Η Νέλλη (Να ζη κανείς ή να μη ζη) καβγαδίζει με τον Μηνά, επειδή εκείνος δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού τους, για να τη συνοδεύσει στον Ζαμπέτα. Η Χριστίνα (Της ζήλειας τα καμώματα) γίνεται θηρίο από τις επανειλημμένες αναβολές μίας εξόδου εκ μέρους του Δημήτρη και φθάνει να τον απειλεί με διαζύγιο, επειδή έχει δύο μήνες να βγει βράδυ να διασκεδάσει. Θεωρεί την αμέλειά του πολύ σοβαρή παραβίαση των συζυγικών του υποχρεώσεων. Εδώ υπάρχει βέβαια ο υπαινιγμός ότι οι γυναίκες έχουν το νου τους στη διασκέδαση, επειδή εκ φύσεως δεν τον απασχολούν με πιο σοβαρά πράγματα. Ο υπαινιγμός απευθύνεται ακόμα και στη Χριστίνα, η οποία έχει ένα ξεχωριστό επάγγελμα —είναι δημοσιογράφος—, αλλά δεν έχει παιδιά.

Η απελπισία οδηγεί ορισμένους εργαζομένους, που ζουν μία πολύ συντηρητική ζωή, να το ρίξουν έξω. Στην περίπτωση του Κλέωνα (Μια ζωή την έχουμε) συγκλίνουν τρεις διαφορετικοί παράγοντες στη μεταμόρφωση του από φοβισμένο μέχρις ηλιθιότητας φιλότιμο σε καταχραστή γλεντζέ: η απόρριψη και η κακομεταχείριση από το αφεντικό του (Χρήστος Τσαγανέας), η ύπαρξη ενός λογιστικού σφάλματος που είναι αδύνατο να εντοπιστεί και η μοιραία γυναίκα, που επιπλέον είναι ερωμένη του αφεντικού. Σαν να ξυπνάει από βαθύ ύπνο, ο Κλέων αποφασίζει όχι να βρει το λάθος, όπως θα έκανε σε κάθε άλλη περίπτωση, αλλά να φύγει με τα χρήματα και να ζήσει αξιοζήλευτα, όπως το αφεντικό του, που έχει τον τρόπο. Το ωραίο δωμάτιο του πολυτελούς ξενοδοχείου, ο παρατεταμένος πρωινός ύπνος, τα ακριβά ρούχα, οι βραδινές έξοδοι και τα πλούσια δώρα στη Μπιμπή στοιχειοθετούν τη νέα του ζωή. Όταν, μέσα στο κελί, αφηγείται την ιστορία του, η οποία και πάλι μοιάζει με όνειρο, λέει στο φίλο του: «Ηθελα κι εγώ να ζήσω τη ζωή μου. Να γλεντήσω. Να πετάξω κι εγώ. Αλλά δεν τη χάρηκα. Δεν είχα φτερά».

Η προβολή της εργασίας ως κοινωνικής αξίας συνυπάρχει σε ορισμένες κωμωδίες με τη μίζερη ζωή του εργαζομένου, ιδιαίτερα του υπαλλήλου, που τα φέρνει δύσκολα πέρα με το χαμηλό μισθό του και δεν μπορεί να ζήσει την παραμικρή απόλαυση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο Σάντα Τσικίτα και στη νεότερη διασκευή του Ο παράς κι ο φουκαράς. Η δυνατότητα του Φώτη (Βασίλης Λογοθετίδης, Κώστας Χατζηχρήστος) να συμμετέχει στις διασκεδάσεις που άλλοι απολαμβάνουν κατά κόρον είναι μία παραμυθένια αλλαγή, μία

Σελ. 396
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/397.gif&w=600&h=915

σατανική σύμπτωση. Ο Αγησίλαος (Ένας άφραγκος Ωνάσης) ζει μία ζωή στερημένη, κάνοντας αιματηρές οικονομίες και μην ξοδεύοντας καθόλου χρήματα για τον εαυτό του, πέρα από τα απαραίτητα, ώς τη στιγμή που νομίζει ότι θα πεθάνει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τότε παραμερίζει όλες του τις αναστολές, παρατάει τη δουλειά του και το ρίχνει έξω. Η διασκέδαση είναι το καταφύγιο που μπορεί να τον παρηγορήσει από το φόβο του θανάτου, όταν η εργασία και η οικονομία αποδεικνύονται ματαιότητα. Καινούργια και μοντέρνα ρούχα, ταξίδι στην Κέρκυρα, για να βοηθήσει τους πρώην συναδέλφους του να αντιμετωπίσουν το πρώην αφεντικό του, καζίνο και μεγάλα κέρδη είναι η νέα ζωή του Αγησίλαου. Η διασκέδαση αναδεικνύεται σε δυνατότητα που δεν θα έπρεπε να παραμελούν οι άνθρωποι.

Οι χώροι που απευθύνονται αποκλειστικά σε νεανικό κοινό καθιερώνονται στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και αναδίδουν μία αίσθηση «ρατσισμού» απέναντι στους μεγάλους. Όταν ο Πελοπίδας (Πιο τρελλός κι απ' τους τρελλούς) αποπειράται να μπει με τα παιδιά του σε μία ντίσκο, οι θυρωροί αρνούνται καταρχήν να του επιτρέψουν την είσοδο. Μόνο επειδή συνοδεύεται από εφήβους τα καταφέρνει, «υπ' ευθύνη του για ό,τι θα του συμβεί». Οι πρεσβύτεροι κινδυνεύουν να πάθουν διάφορες σωματικές βλάβες από την ένταση της μουσικής και του χορού: από λουμπάγκο μέχρι ταχυκαρδία ή κώφωση. Όσοι, κάπως περασμένης ηλικίας, θέλουν να νεάζουν, υποφέρουν όταν χορεύουν με τη νεολαία- πονάει η μέση τους, πιάνονται, δυσανασχετούν και απομακρύνονται διακριτικά από την πίστα, όπως ο Τρύφων (Νικήτας Πλατής, Το Προ-Πο και τα μπουζούκια) και κατ' εξακολούθηση ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στις κωμωδίες της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του 1970. Υστερα από μία νύχτα ξεφαντώματος χρειάζονται δύο μέρες για να συνέλθουν.

Ο πολλαπλασιασμός των μουσικών μαγαζιών επιβάλλει και πιο οικονομικές λύσεις στη λειτουργία τους, ούτως ώστε να ανταποκρίνονται σε μία ζήτηση μικρότερων —νεανικών— βαλαντίων. Γι' αυτόν το λόγο η ζωντανή μουσική στα κέντρα αντικαθίσταται από τα μηχανήματα τζουκ-μποξ (π.χ. Ενα κορίτσι για δύο' Το ρομάντσο μιας καμαριέρας' Ο Μικές παντρεύεται), τα οποία, εκτός από το οικονομικό πλεονέκτημα, επιτρέπουν στους θαμώνες να ακούσουν τα τραγούδια της αρεσκείας τους στην πρωτότυπη εκτέλεσή τους.

Η μουσική και το τραγούδι εμφανίζονται σε ποικιλία χώρων, εκτός από τα κέντρα και τα σπίτια. Μία επιβάτις (Νάνα Μούσχουρη, Κάθε εμπόδιο για καλό), με τη συνοδεία κιθάρας και φυσαρμόνικας, πιάνει το τραγούδι στο τρένο, στη διαδρομή Αθήνα-Νεροχώρι, και οι συνεπιβάτες της είναι πολύ ευχαριστημένοι. Ο Γιώργος Μητσάκης με την ορχήστρα του παίζουν στο καράβι που μεταφέρει τους νεαρούς εκδρομείς στην Αίγινα και τραγουδάει ένα τραγούδι κατάλληλο για τις περιστάσεις (Ερωτικά παιχνίδια), δίνοντας την ευκαιρία στον Θανασάκη (Γιάννης Γκιωνάκης) να χορέψει ένα κωμικό ζεϊμπέκικο. Με

Σελ. 397
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/398.gif&w=600&h=915

μπουζούκι και πονεμένα τραγούδια για τον αποχωρισμό περνούν την ώρα τους οι ταξιδιώτες του καταστρώματος στο υπερωκεάνιο «Ολυμπία» (Το πλοίο της χαράς), ενώ οι επιβάτες των διακεκριμένων θέσεων διασκεδάζουν με χορούς μεταμφιεσμένων και δυτική μουσική. Μία ερασιτεχνική κιθαρίτσα κάνει τους επιβάτες να περνούν ευχάριστα την ώρα τους, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Κέρκυρα (Η Σταχτοπούτα). Οι επιβάτες του λεωφορείου Ηγουμενίτσα-Γιάννινα τραγουδούν όλοι μαζί, σαν να πηγαίνουν εκδρομή (Η αρχόντισσα και ο αλήτης).

Ένα τραγούδι που γίνεται της μόδας και αποκτά μεγάλη απήχηση στον κόσμο μπορεί να τεθεί εμβόλιμο σε μία κωμωδία, χωρίς να έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενο της. Αυτό συμβαίνει με το «Ντιρλαντά», ένα τραγούδι που έκαναν διάσημο ο Διονύσης Σαββόπουλος και οι δικαστικές περιπέτειες τις οποίες κίνησε η πατρότητά του. Το τραγούδι ακούγεται στο έργο Η βαρώνη και ο Προκοπής (1970, Νίκος Αβραμέας), όπου ένα μπαλέτο ντυμένο με παραδοσιακές φορεσιές το τραγουδάει και το χορεύει. Πέρα από τη δημοτικότητά του, δίνει την ευκαιρία σε δύο από τους πρωταγωνιστές του, τον Φίλιο Φιλιππίδη και τη Μαίρη Μεταξά, να χορέψουν έναν κωμικό χορό. Επίσης, τον τίτλο του δανείζεται η κωμωδία Ο ντιρλαντάς, ενώ η μουσική του ακούγεται σε αυτήν, χωρίς να υπάρχει μεγαλύτερη σχέση με την υπόθεση. Στο Μία νταντά και τέζα όλοι (1971, σενάριο Μίμης Φωτόπουλος, σκηνοθεσία Παύλος Παρασχάκης) ο τίτλος δανείζεται μισό στίχο από το τραγούδι, ενώ ο πρωταγωνιστής Τάσος Γιαννόπουλος τραγουδάει μία παραλλαγή του, σατιρίζοντας την επικαιρότητα.

Η δημοτική μουσική γενικά σπανίζει" συνήθως όσοι γνωρίζουν δημοτικούς χορούς ή ακούν μόνο αυτή τη μουσική είναι παρωχημένων και καθηλωμένων αντιλήψεων, ενώ οι νέοι της πρωτεύουσας δεν έχουν καλή σχέση μαζί της. Ο Τάκης (Σταύρος Ξενίδης, Κρουαζιέρα στη Ρόδο), θέλοντας να αποφύγει ένα χορό με την κυρία Κατρανά, χωρίς να την προσβάλει, της λέει ότι χορεύει μόνο ελληνικούς χορούς, που είναι άτοποι για το πολυτελές νυκτερινό κέντρο της Ρόδου, στο οποίο βρίσκονται. Ιδιαίτερη αγάπη για τα δημοτικά δείχνουν οι Ελληνοαμερικανοί μετανάστες κάποιας ηλικίας. Ο Ελληνοαμερικανός θείος (Ράλλης Αγγελίδης, Αδέκαροι ερωτευμένοι), Χιώτης στην καταγωγή, ζητά ένα νησιώτικο για να χορέψει.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 όσοι διασκεδάζουν με δημοτική μουσική είναι πάντα ώριμοι στην ηλικία, αλλά δεν γίνονται απαραίτητα αντικείμενο ελαφράς ειρωνείας. Ο κύριος Μπελαλής (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Αχ! και νά 'μουν άνδρας), ένας πλούσιος επιχειρηματίας, διασκεδάζει σε νυκτερινό κέντρο με λαϊκή μουσική, όπου τραγουδούν ο Μιχάλης Μενιδιάτης, η Γιώτα Λύδια και η Χαρούλα Λαμπράκη. Αφού σπάει κάμποσα πιάτα, μερακλώνεται και σηκώνεται να χορέψει. Ζητά τότε «το δικό του» από το μαέστρο και χορεύει

Σελ. 398
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/61/gif/399.gif&w=600&h=915

περίτεχνα ένα τσάμικο. Αυτός ο χορός, πέρα από την ανάλυση που επιδέχεται στο πλαίσιο του σεναρίου, θα πρέπει να προσμετρηθεί στις ικανότητες του ηθοποιού που τον εκτελεί όχι ως κωμική καρικατούρα, αλλά ως βαθιά γνώση ενός παραδοσιακού χορευτικού ιδιώματος. Ο Γρηγόρης (Τάσος Γιαννόπουλος, Ενας ιππότης με τσαρούχια) χορεύει τσάμικο, επειδή κάτι τέτοιο ταιριάζει με τη μεταμφίεσή του σε τσολιά προς χάριν του τουρισμού. Το ίδιο κάνει και ο Πασχάλης (Το βλακόμουτρο), έχοντας προηγουμένως μεταμφιεστεί σε φουστανελοφόρο. Εδώ το κωμικό αποτέλεσμα εντείνεται: η μεταμφίεση και ο χορός είναι η κορύφωση μίας σκηνής κυνηγητού. Η ανάμνηση του χωριού κάνει τους συμπατριώτες να χορέψουν (Ο πολύτεκνος· Για μια τρύπια δραχμή). Σε μία σύντομη σκηνή ο Θεόδωρος και η Μελπομένη (Νίκος Ρίζος, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Το αφεντικό μου ήταν κορόιδο) θυμούνται τα γλέντια στο χωριό τους και σηκώνονται να χορέψουν έναν καλαματιανό, κρατώντας λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη δεξιοτεχνία και στον κωμικό χορό. Η «Ιτιά», που χορεύεται στο πάρτι των υπηρετριών (Ο καμαριέρης της μπουζουξούς, 1971, σενάριο Ναπολέων Ελευθερίου - Γιώργος Παπακώστας, σκηνοθεσία Γιώργος Παπακώστας), δεν είναι άστοχο να ερμηνευτεί ως στοιχείο ταξικής διαφοροποίησηςενώ στα αντίστοιχα νεανικά πάρτι ακούγεται μοντέρνα μουσική, οι υπηρέτριες δεν ακολουθούν τη συγκεκριμένη μόδα, αλλά παραμένουν συνδεδεμένες με τη μουσική του τόπου τους.

Λίγες είναι οι εμφανίσεις με παραδοσιακές ενδυμασίες, ανάλογη μουσική και χορό. Η πιο εντυπωσιακή είναι στην Κέρκυρα, σε ένα πανηγύρι, όπου χορεύονται οι ντόπιοι χοροί (Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες). Αυτή η κωμωδία, η πρώτη ελληνική γυρισμένη σε έγχρωμο φιλμ εξαιρετικών τόνων και αποχρώσεων, δίνει γενικότερα μεγάλη έμφαση στην καταγραφή του τοπικού χρώματος, τόσο από την πλευρά της αρχιτεκτονικής όσο και των ανθρώπινων εκδηλώσεων. Στο έργο Μια του κλέφτη ο Πέτρος παρακολουθεί μία σύντομη σκηνή γάμου με παραδοσιακές ενδυμασίες, υπό τους ήχους ανάλογης μουσικής. Η Ρένα και ο Λευτέρης (Η αρχόντισσα και ο αλήτης) προσκαλούνται σε έναν τσιγγάνικο αρραβώνα και συμμετέχουν χορεύοντας τους χορούς των φιλοξενούντων. Ο πράκτωρ Θου-Βου και ο βοηθός του Μαπ (Θανάσης Βέγγος, Αντώνης Παπαδόπουλος, Θου-Βου, φαλακρός πράκτωρ, επιχείρησις: γης μαδιάμ, 1969, σενάριο Γιώργος Λαζαρίδης, σκηνοθεσία Θανάσης Βέγγος) μπερδεύουν τους χίπηδες με τους τσιγγάνους και παρακολουθούν στον καταυλισμό τους ένα γλέντι με χορό, που εκτελεί ο Φώτης Μεταξόπουλος.

4. ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Οι πλούσιοι, από τις πρώτες κωμωδίες που εξετάζουμε εδώ, έχουν τη συνήθεια

Σελ. 399
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (1948-1974)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 380
    

    κότερη παρηγοριά, που χρησιμοποιείται για να απορροφήσει το πλεόνασμα του ελεύθερου χρόνου, είναι η τράπουλα, το χαρτάκι της γυναικείας συντροφιάς, που φαίνεται ότι έχει τόσο φανατικές φίλες, ώστε συχνά διακωμωδείται (π.χ. Η χαρτοπαίχτρα- Υπάρχει και φιλότιμο· Ένας Βέγγος για όλες τις δουλειές).

    Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μετά οι κοπέλες διεκδικούν το δικαίωμά τους να βγαίνουν και να διασκεδάζουν, υπογραμμίζοντας ότι αυτός είναι ο μοναδικός και ο καλύτερος τρόπος γνωριμίας με το άλλο φύλο, ικανός μάλιστα να εξασφαλίσει επιτυχέστερη συμβίωση. Η έξοδος των νεαρών γυναικών ενισχύει τον κύκλο εργασιών της βιομηχανίας της διασκέδασης· είναι πολύ πιο δελεαστικό το γλέντι με γυναικεία συντροφιά παρά μόνο με τους φίλους. Ο κινηματογράφος αναλαμβάνει να προωθήσει τέτοια πρότυπα διασκέδασης.818 Τα κάθε είδους μαγαζιά και οι καλλιτέχνες που εργάζονται σε αυτά επωφελούνται διαφημιστικά από τις σκηνές διασκέδασης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μάλιστα γίνεται και άμεση διαφήμιση των τραγουδιών και των δισκογραφικών τους εταιρειών στους τίτλους των ταινιών που παράγονται από μικρές εταιρείες (π.χ. Τάσος Γιαννόπουλος, Βαγγέλης Μελισσηνός).

    Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο τρόπος διασκέδασης είναι μία καταρχήν ένδειξη κοινών ενδιαφερόντων των κινηματογραφικών προσώπων, τουλάχιστον σε σχέση με το πώς επιθυμούν να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους" ότι δείχνεται προτίμηση για κάποιο είδος διασκέδασης και ότι αυτή η κοινή προτίμηση φέρνει τους ενδιαφερομένους πιο κοντά. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει συζήτηση ή διαφωνία ως προς τη διασκέδαση. Ό,τι προτείνεται είναι αποδεκτό. Δεν εκδηλώνονται ιδιαίτερες προτιμήσεις από κάποια πρόσωπα. Το πού ή πώς θα διασκεδάσει ένα ζευγάρι ή μία παρέα παρουσιάζεται μόνο στη φάση του αποτελέσματος. Πάντως, οι τρόποι διασκέδασης δεν παραμένουν σταθεροί, αλλά μεταβάλλονται μέσα στο διάστημα της εικοσαετίας που εξετάζουμε, με την προσθήκη νέων ή την υποχώρηση άλλων. Αυτό που διαπιστώνουμε από την εικόνα είναι ότι οι νέοι είναι η κοινωνική ομάδα που έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίζει τις διασκεδάσεις, κυρίως μέσα από τις μουσικές της προτιμήσεις.

    1. ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ Ο αθλητισμός χρησιμοποιείται στις κωμωδίες για να εξυπηρετήσει τα σενάρια,

    318. Ο Μίκης Θεοδωράκης (Η ανατομία της μουσικής, 1990) αναφέρεται με συντομία στην προώθηση της μουσικής του χορού του Ζορμπά από τις δισκογραφικές εταιρείες στο διεθνές ψυχαγωγικό κύκλωμα, δίνοντας μία περιεκτική εικόνα των πιεστικών κανόνων της σχετικής βιομηχανίας" αναφέρεται από τη Lisbet Torp, «Ο χορός του Ζορμπά" η ιστορία μίας χορευτικής ψευδαίσθησης και η τουριστική της αξία», Εθνογραφικά, τχ. 8 (1992), σ. 97.