Συγγραφέας:Κυρτάτας, Δημήτρης Ι.
 
Τίτλος:Παιδαγωγός
 
Υπότιτλος:Η ηθική διαπαιδαγώγηση στην ύστερη ελληνική αρχαιότητα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:24
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1994
 
Σελίδες:183
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Late Antiquity
 
Χρονική κάλυψη:Ύστερη αρχαιότητα
 
Περίληψη:Θέμα του βιβλίου δεν είναι η Ηθική αλλά η ηθική διαπαιδαγώγηση στην ύστερη αρχαιότητα, δηλαδή αναφέρεται όχι τόσο στις ηθικές αρχές αλλά στις πρακτικές μετάδοσης της ηθικής και στις αντιλήψεις των συγγραφέων της εποχής για τις πρακτικές αυτές. Ο συγγραφέας έχει βασισθεί στο έργο εθνικών φιλοσόφων, ρητόρων, αλλά και αποστόλων της χριστιανικής θρησκείας, προκειμένου να οδηγηθεί, κατά το δυνατόν, από τον κόσμο των ιδεών στον κόσμο της καθημερινής πρακτικής, διασταυρώνοντας συνεχώς τα διαθέσιμα στοιχεία. Αναζητήθηκαν τα κοινά σημεία των στοχαστών της εποχής, καθώς οι κοινοί τόποι των στωικών, των νεοπλατωνικών και των χριστιανών συγκροτούν αυτό που θα ονομάζαμε νοοτροπίες μιας εποχής, και η κατανόηση των νοοτροπιών αυτών μας φέρνει πιο κοντά στη σκέψη και τη ζωή των απλών ανθρώπων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 5.26 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 18-37 από: 186
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/18.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που η επιτροπή με ενθάρρυνε να αναλάβω την έρευνα για την ηθική διαπαιδαγώγηση στην ύστερη αρχαιότητα, μολονότι την οδηγούσα έτσι σε μεγάλη διεύρυνση των θεματικών και χρονικών της οριζόντων. Ιδιαίτερα θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, που σαν αληθινός παιδαγωγός παρακολούθησε την εργασία μου σε όλα της τα στάδια και με υποχρέωσε με τις φιλικές του παραινέσεις να τηρήσω, κατά το δυνατόν, τις χρονικές προδιαγραφές.

Προετοιμάζοντας το χειρόγραφο για έκδοση βρέθηκα στην ανάγκη να επιφέρω πολλές αλλαγές στην έκφραση και το ύφος· απέφυγα όμως να θίξω την κεντρική δομή και τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης. Πριν οδηγηθεί στο τυπογραφείο, το χειρόγραφο είχε την τύχη να περάσει από τον έλεγχο της Κωστούλας Σκλαβενίτη, που πρότεινε σημαντικές βελτιώσεις. Όσα σφάλματα παραμένουν είναι φυσικά δική μου ευθύνη.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/19.gif&w=600&h=915 24. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΕΣ

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/20.gif&w=600&h=915 24. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/21.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Σπέρμα πάροικον εν γη αλλοτρία

Η A' Πέτρου επιστολή της Καινής Διαθήκης απευθύνεται στους πιστούς πέντε μικρασιατικών περιοχών: "Πέτρος απόστολος Ιησού Χριστού εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας, και Βιθυνίας..." (1:1). Στην ιουδαϊκή Βίβλο, από την οποία αντλούν μεγάλο μέρος του λεξιλογίου τους οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, εκλεκτοί είναι βέβαια οι Ιουδαίοι·1 στην επιστολή αυτή, εκλεκτοί είναι πια οι χριστιανοί.2 Παρεπίδημος είναι αυτός που διαμένει πρόσκαιρα σε ξένο τόπο. Απευθυνόμενος στους Χετταίους, στη γη των οποίων είχε εγκατασταθεί, ο Αβραάμ αποκαλεί τον εαυτό του πάροικο και παρεπίδημο. Αυτό ήταν φυσικό: ανάμεσα στους Χετταίους, ο Αβραάμ ήταν ένας ξένος. Μολονότι ξένος, ωστόσο, ο εκλεκτός του Θεού αισθανόταν ήδη δεμένος με τον τόπο της διαμονής του. Πίστευε ακλόνητα ότι η γη Χαναάν, στην οποία είχε έρθει με θεϊκή εντολή, προοριζόταν για τους απογόνους του (Γέν. 23:4).3 Η έκφραση πάροικος και παρεπίδημος αποκτούσε έτσι για τους ιουδαίους αναγνώστες της Γενέσεως και μια μεταφορική σημασία. Ο πατριάρχης τους ήταν προσωρινά ξένος σε μια γη που έμελλε να γίνει δική τους.

Ο συγγραφέας της Α' Πέτρου επιστολής επέλεξε τη σχετική προσφώνηση έχοντας οπωσδήποτε κατά νου τη βιβλική της σημασία. Αλλού χρησιμοποιεί ακόμα πιο χαρακτηριστικές ιουδαϊκές εκφράσεις: γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις

—————————————

1. Πβ Ψαλμοί 88:4· Ησαΐας 43:20· 65:9.

2. Ο όρος απαντά ευρύτατα στην Καινή Διαθήκη· πβ. Μάρ. 13:20· Ρωμ. 8:33· Αποκ. 17:14.

3. Πβ. Ψαλμοί 38:13.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/22.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

περιποίησιν, λαός Θεού (2:9-10). "Αγαπητοί", επανέρχεται αμέσως μετά, "παρακαλώ ως παροίκους και παρεπιδήμους απέχεσθαι των σαρκικών επιθυμιών". Στη γη που τώρα κατοικείτε, τους έλεγε, συμπεριφερθείτε όπως αρμόζει σε ξένους. Τα βλέμματα των εθνών είναι στραμμένα επάνω σας, και όλοι είναι έτοιμοι να σας κακολογήσουν. Όμως εσείς οφείλετε με τα καλά σας έργα να οδηγήσετε τα έθνη στη δόξα του Θεού (2:11-2).

Οι χριστιανοί, ως πάροικοι, περίμεναν δικαίωση αντίστοιχη με αυτή των Ιουδαίων. Βασικό στοιχείο της πρωτοχριστιανικής πίστης ήταν η προσδοκία της βασιλείας του Θεού. Η βασιλεία αυτή ήταν για ορισμένους επίγεια - αν και φαίνεται ότι με τα επίγεια χαρακτηριστικά της ήταν περισσότερο μια μεταβατική κατάσταση με προσδιορισμένη διάρκεια.4 Ο κόσμος τον οποίο πολλοί περίμεναν να κληρονομήσουν ήταν ο κόσμος τον οποίο γνώριζαν, εξαγνισμένος και αποκαθαρμένος. Η πεποίθηση αυτή, με τις ιουδαϊκές της καταβολές, επιβεβαίωνε την ιδιότητα του παροίκου. Όπως το σπέρμα του Αβραάμ είχε αξιωθεί τη γη Χαναάν, έτσι και οι χριστιανοί θα κληρονομούσαν την αυτοκρατορία των Ρωμαίων,

Άλλοι χριστιανοί, για τους οποίους είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι, δεν αποδέχονταν την αντίληψη περί "σωματικών" απολαβών.5 Σε αντιπαράθεση προς αυτήν διατύπωσαν το δόγμα των καθαρώς πνευματικών απολαβών. Τέτοια άποψη είχε επιχειρήσει να εκφράσει κατά την απολογία του ο Στέφανος στις Πράξεις των αποστόλων. Σύμφωνα με τη βιβλική περιγραφή, ο Αβραάμ δεν είχε λάβει αρχικά ούτε σπιθαμή από τη γη Χαναάν: "πάροικον έσται το σπέρμα σου εν γη ουκ ιδία", του είχε παραγγείλει ο Θεός. Η

—————————————

4. Η Αποκάλυψη (20:4) και ο Παπίας (μεταξύ άλλων) προσδιόριζαν τη διάρκεια της επίγειας βασιλείας σε χίλια χρόνια· το απόσπασμα του Παπία στον Ευσέβιο, Εκκλ. ιστ. 3.39.12. Βλ. Wilken, "Early Christian chiliasm"· Kyrtatas, "The reception of John's Revelation", σ. 153 κ.ε.· γενικότερα Cohn, The Pursuit of the Millennium.

5. Η "σωματική" προσδοκία αποδίδεται σε ορισμένους χριστιανούς από τους αντιπάλους τους. Οι απόψεις του ίδιου του Παπία και άλλων "χιλιαστών" δεν παραδίδονται με ακρίβεια.

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/23.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

υπόσχεση θα εκπληρωνόταν σε μια μέλλουσα γενεά: "τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην" (Γέν. 15:13, 18). Ο Στέφανος επανέλαβε, με τα ίδια περίπου λόγια, ότι οι Ιουδαίοι ήταν αρχικά "σπέρμα πάροικον εν γη αλλοτρία". Με τον Μωυσή όμως και τον Ιησού του Ναυή είχαν φθάσει στη γη που τώρα κατοικούσαν. Στο σημείο αυτό ο Στέφανος άρχισε να λέει πράγματα που εξόργισαν τους Ιουδαίους, Ο Ύψιστος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς· όπως λέει ο προφήτης, "ο ουρανός μοι θρόνος, η δε γη υποπόδιον των ποδών μου" (Πρ. 7:6, 48-9).6 Ο λιθοβολισμός του δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το συλλογισμό του, η κατεύθυνση όμως της σκέψης του ήταν σαφής: ένας ουράνιος Θεός περιμένει τους πιστούς του στον ουρανό.

Παρόμοιες απόψεις εκφράζει ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής. Ανακεφαλαιώνει κι αυτός τους μεγάλους σταθμούς της ιστορίας του περιούσιου λαού. Όταν φτάνει στον Αβραάμ, χρησιμοποιεί πάλι το γνώριμο λεξιλόγιο των ξένων και παρεπιδήμων οι οποίοι προσδοκούσαν τη γη της επαγγελίας. Η συνέχεια της αφήγησης θυμίζει τους προβληματισμούς του Στεφάνου, καθώς ξεφεύγει από τη βιβλική ιστορία. Για το σπέρμα του Αβραάμ, γη της επαγγελίας δεν ήταν η γη Χαναάν. Η προσδοκία ήταν για μια πατρίδα κρείττονα. Η γη Χαναάν ήταν βέβαια καλύτερη από αυτήν που είχε αφήσει πίσω του ο πατριάρχης, αλλά (κρίνοντας εξ υστέρου) ούτε σε αυτήν είχε βρει την ευτυχία ο λαός του Θεού. Στην πραγματικότητα, η πατρίδα την οποία τους επεφύλασσε ο Θεός ήταν επουράνια (11:13-6). Το μήνυμα προς τους χριστιανούς ήταν σαφές. Αν η γη Χαναάν δεν αποτελούσε τον τελικό στόχο των ευσεβών Ιουδαίων, τότε και ο τελικός στόχος των ευσεβών χριστιανών δεν θα μπορούσε να είναι η αυτοκρατορία των Ρωμαίων, όσο κι αν εξαγνιζόταν. Τα βλέμματα όλων δεν θα έπρεπε να είναι στραμμένα στη γη αλλά στον ουρανό,7

—————————————

6. Τα λόγια είναι από τον Ησαΐα 66:1· πβ. Ψαλμοί 109:1.

7. Πβ. και την ουράνια Ιερουσαλήμ του "χιλιαστή" συγγραφέα της Αποκάλυψης (21:10), η οποία όμως κατεβαίνει στη γη.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/24.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Η πολυτέλεια των εθνών

Οι Ιουδαίοι της διασποράς προσπαθούσαν -και σε κάποιο βαθμό είχαν επιτύχει- να διατηρούν διπλά προνόμια: ως κάτοικοι ρωμαϊκών πόλεων συμμετείχαν σε όλες σχεδόν τις πολιτικές και οικονομικές δραστηριότητες, ενώ μέσω των τοπικών συναγωγών εξασφάλιζαν τη θρησκευτική τους ταυτότητα και παιδεία.8 Με την εντολή που είχαν λάβει, "απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ" (Μάρ. 12:17 και παράλληλα), οι περισσότεροι χριστιανοί ήθελαν να εξασφαλίσουν κι αυτοί μια διπλή ιδιότητα. Στην περίπτωσή τους όμως υπήρχαν πρόσθετες δυσκολίες. Τα θρησκευτικά προνόμια που η ρωμαϊκή νομοθεσία αναγνώριζε στους Ιουδαίους δεν ίσχυαν για αυτούς. Έχοντας ξεκόψει από τον κεντρικό κορμό του ιουδαϊσμού, αδυνατούσαν να επικαλεστούν ενώπιον των αυτοκρατορικών αρχών προσήλωση στα πάτρια (η προσήλωση αυτή ήταν κάτι που κατανοούσαν και αποδέχονταν τα ρωμαϊκά ήθη για τους κατακτημένους λαούς). Απεναντίας ήταν νεωτεριστές και αρνητές, όχι μόνο της θρησκείας των εθνικών, αλλά και του ιουδαϊσμού, από τον οποίον εκκινούσαν. Οι ίδιοι οι χριστιανοί ήταν άλλωστε λιγότερο ανεκτικοί από τους Ιουδαίους. Οι Ιουδαίοι απαιτούσαν σεβασμό των θρησκευτικών τους ιδιαιτεροτήτων χωρίς να προκαλούν τους εθνικούς. Οι χριστιανοί δεν δίσταζαν να καταγγέλλουν τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, ακόμα και όταν δεν είχαν προκληθεί οι ίδιοι. Για τους εθνικούς, οι χριστιανοί δεν ήταν μόνο αποστάτες, ήταν δεισιδαίμονες και φανατικοί.9

Η ταυτόχρονη υπακοή των πιστών στον Καίσαρα και τον Θεό

—————————————

8. Βλ. Rajak, "The Jewish community and its boundaries" Rajak/ Νοy, "Archisynagogoi".

9. Η αποστασία οδηγούσε στη συνήθη κατηγορία της "αθεΐας". Όσες θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν τις ενέκριναν, οι Έλληνες των ανώτερων τάξεων τις αποκαλούσαν δεισιδαιμονία και οι αντίστοιχοι Ρωμαίοι superstitio· πβ. Πλίνιος, ep. 10.96.3. Βλ. Momigliano, "Popular religious beliefs and the late Roman historians", και γενικότερα Wilken, The Christians as the Romans Saw Them.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/25.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

ήταν προβληματική και για έναν άλλο λόγο. Η υπακοή στον Καίσαρα απαιτούσε και την ενασχόληση με τα καθημερινά βιοτικά ζητήματα. Η υπακοή στον Θεό απαιτούσε, σε μεγάλο βαθμό, την αδιαφορία για τα εφήμερα αγαθά, που σύντομα θα έχαναν κάθε αξία. Οι προειδοποιήσεις των Ευαγγελίων ήταν κατηγορηματικές: "ουδείς οικέτης δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν" και "ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά" (Λουκ. 16:13).10 Περιμένοντας τη συντέλεια στις μέρες τους, οι πρώτοι πιστοί καλούνταν να περιφρονήσουν τα επίγεια αγαθά. Οι διαρκείς παραινέσεις ωστόσο μαρτυρούν ότι τα ξεστρατίσματα δεν ήταν σπάνια. Σε μια εποχή που οι μαθητές του Ιησού ζούσαν ακόμα σε κλίμα ψυχικής ενότητας και φόβου, η φιλοχρηματία στοίχισε τη ζωή στον Ανανία και τη Σαπφείρη (Πρ. 2:43-6· 4:32-5:11). Οι καταδίκες του πλούτου και των πλουσίων στην Καινή Διαθήκη αφθονούν: "ο πλούτος υμών σέσηπε", λέει η επιστολή Ιακώβου (5:1). Ο Ποιμήν του προφήτη Ερμά, που γράφηκε στη Ρώμη γύρω στα μέσα του δεύτερου αιώνα, αναδεικνύει τον πλουτισμό ως ένα από τα πλέον ακανθώδη προβλήματα στο δρόμο των πιστών. "Επί ξένης κατοικείτε υμείς οι δούλοι του Θεού", λέει ο άγγελος της μετανοίας· "η γαρ πόλις υμών μακράν εστιν από της πόλεως ταύτης· ει ουν οίδατε", συνεχίζει ο άγγελος, "την πόλιν υμών, εν η μέλλετε κατοικείν, τι ώδε υμείς ετοιμάζετε αγρούς και παρατάξεις πολυτελείς και οικοδομάς και οικήματα μάταια".11 Κάθε πόλη είχε τους δικούς της, διαφορετικούς νόμους, και οι χριστιανοί όφειλαν να επιλέξουν ποιον θα ακολουθούσαν. Η προσέγγιση αυτή σήμαινε, για τους περισσότερους πιστούς, ότι η τήρηση των νόμων "των αγρών και της λοιπής υπάρξεως" ήταν ασυμβίβαστη με την υπακοή στους νόμους της επουράνιας πόλης (Παρ. 1.1-5).12

—————————————

10. Πβ. Ματ. 6:24 και 2 Κλήμ. 6.1.

11. Αφετηρία του συλλογισμού είναι η τοποθέτηση του συγγραφέα της Προς Εβραίους επιστολής (13:14): "ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν".

12. "Quid tibi cum deo est, si tuis legibus vivis" ("Τι σχέση έχεις

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/26.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Η συντέλεια όμως καθυστερούσε, και οι πιστοί οδηγούνταν στον δύσκολο δρόμο της διπλής υπακοής. Με λιγοστές εξαιρέσεις, οι ιδεατές κοινότητες στις οποίες "πάντες οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό, και είχον άπαντα κοινά" (Πρ. 2:44) εξέλειπαν στους μεταποστολικούς χρόνους.13 Οι περισσότεροι χριστιανοί αποδέχτηκαν ότι η ατομική ιδιοκτησία δεν ήταν εγγενώς ασυμβίβαστη με την τήρηση των θεϊκών εντολών. Η ευαγγελική ρήση "ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος διελθείν, ή πλούσιον εις βασιλείαν του Θεού εισελθείν" (Μάρ. 10:25 και παρ.) ξεπεράστηκε γρήγορα και αποφασιστικά. Μέσα σε διάστημα ενός περίπου αιώνα, η κυρίαρχη εκδοχή του χριστιανισμού βρήκε τον τρόπο να της προσδώσει αλληγορική σημασία. Το νόημα της ευαγγελικής εντολής "πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος τοις πτωχοίς" (Ματ. 19:21 και παρ.) δεν ήταν, κατά τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, αυτό που "προχείρως δέχονταί τινες", δηλαδή να απαρνηθεί κανείς την περιουσία του. Ο Ιησούς, στην πραγματικότητα, προέτρεπε τους πιστούς να αποβάλουν από την ψυχή τους "τα δόγματα τα περί χρημάτων". Το πρόβλημα των χριστιανών του δεύτερου και του τρίτου αιώνα δεν ήταν ο ίδιος ο πλούτος. Απεναντίας, για ορισμένους χριστιανούς, πρόβλημα ήταν κάποτε η έλλειψη αγαθών. Σύμφωνα με τον Κλήμη, ο άνθρωπος που είναι υποχρεωμένος να αναζητεί πόρους για την ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών, συχνά παραμελεί τα υψηλότερα θρησκευτικά του καθήκοντα. "Τι δ' όλως πλούτον έχρην εκ γης ανατείλαι ποτε", αναρωτιόταν o Κλήμης, "ει χορηγός και πρόξενός εστι θανάτου;". Με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό απαντούσε σε όσους επέμεναν ακόμα να ερμηνεύουν κατά γράμμα τις ευαγγελικές περικοπές:

—————————————

με τον Θεό, εφόσον ζεις σύμφωνα με τους δικούς σου νόμους"), ρωτούσε επικριτικά ο Τερτυλλιανός (Idol. 5.1) Για το πρόβλημα του πλούτου στις χριστιανικές κοινότητες βλ. Hengel, Property and Riches in the Early Church και Ste. Croix, "Early Christian attitudes to property and slavery".

13. Για ορισμένες διάσπαρτες πληροφορίες βλ. Κυρτάτας, Επίκρισις, σ. 80-4.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/27.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Τι γαρ αδικεί τις, ει προσέχων την γνώμην και φειδόμενος προ της πίστεως βίον ικανόν συνελέξατο; ή και τούτου μάλλον ανέγκλητον, ει ευθύς υπό του Θεού του την τύχην νέμοντος εις οίκον τοιούτων ανθρώπων εισωκίσθη και γένος αμφιλαφές τοις χρήμασιν και τω πλούτω κρατούν;14

Πολλοί αναχωρητές, ασκητές και μοναχοί, που άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους από τον τρίτο αιώνα, αμφισβήτησαν έμπρακτα τη δυνατότητα συνύπαρξης του πλούτου με την προσήλωση στα θρησκευτικά καθήκοντα. Έζησαν όμως στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, αφήνοντας τους λοιπούς χριστιανούς να επινοήσουν τους κατάλληλους συμβιβασμούς.15 Στο εξής, οι περισσότεροι χριστιανοί δάσκαλοι δεν στρέφονταν κατά του πλούτου αλλά κατά της πολυτελούς διαβίωσης, "Την πολυτέλειαν των εθνών μή πράσσετε", εντελλόταν ο Ποιμήν (Παρ. 1.10). Το ζήτημα ανέλαβε να εξηγήσει αναλυτικά ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στο έργο του Παιδαγωγός.

Αντί αγρών αγοράζετε ψυχάς θλιβομένας

Στο τέλος του δεύτερου αιώνα, ο Κλήμης έγραψε εκτενή συγγράμματα όπου υπεραμύνθηκε με πάθος των δικαιωμάτων των πλουσίων στις χριστιανικές κοινότητες.16 Στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αλλά και στις άλλες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, πολλοί πλούσιοι πιστοί δεν αισθάνονταν άνετα με ορισμένες ευαγγελικές διατυπώσεις. Ο Κλήμης προσπάθησε να τους δείξει ότι οι διατυπώσεις αυτές είχαν ένα βαθύτερο και μεταφορικό νόημα. Αναφερόμενος ωστόσο σε αυτούς που ευπορούσαν, είχε κατά νου δύο συγκεκριμένες κατηγορίες: τους εκ γενετής πλουσίους και όσους είχαν πλουτίσει πριν από τη μεταστροφή

—————————————

14. Κλήμης, Τις ο σωζόμενος πλούσιος 11-2,26.

15. Για το μοναχισμό και τα ιδανικά του βλ. Harnack, Monasticism.

16. Βλ. Κυρτάτας, Επίκρισις, σ. 179 κ.ε.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/28.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

τους στο χριστιανισμό. Υπονοούσε έτσι, διά της αποσιωπήσεως, ότι όσοι αγωνίζονταν να πλουτίσουν μετά τη μεταστροφή τους, δεν περιλαμβάνονταν στους συλλογισμούς του. Ο αποκλεισμός αυτός δεν ερχόταν σε αντίθεση με τα δόγματά του. Όπως ο φτωχός είχε το νου του στις καθημερινές ανάγκες, έτσι και αυτός που συσσώρευε αγαθά είχε το νου του στη συσσώρευση. Ο έρως χρημάτων ήταν το ίδιο καταστρεπτικός με τη φτώχεια.17

Η αλληγορική ερμηνεία των ευαγγελικών ρήσεων για τον πλούτο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Οι ρήσεις αυτές δεν ασχολούνται τόσο πολύ με τον πλούτο όσο με τα προβλήματα που προκαλούσε. Πρότειναν τη ριζική του απάρνηση, αλλά δεν τον καταδίκαζαν ως αμαρτία. Διάφορες χριστιανικές εκκλησίες προσπάθησαν από πολύ νωρίς να βρουν άλλη, λιγότερο ριζοσπαστική διέξοδο. Ο Ερμάς, για παράδειγμα, δεχόταν ότι πλούτος και φτώχεια ήταν από Θεού δεδομένα· εκείνο που είχε σημασία ήταν να μη στέκονται εμπόδιο στη θρησκευτική πίστη. Σε αντίθεση μάλιστα με τον Κλήμη, ο προφήτης της Ρώμης δεν είχε τίποτα εναντίον όσων αγωνίζονταν να αυξήσουν τον πλούτο τους.18

Στην εκκλησία της Ρώμης είχαν ήδη κάνει τις σχετικές επεξεργασίες από τον πρώτο κιόλας αιώνα: "ο πλούσιος επιχορηγείτω τω πτωχώ, ο δε πτωχός ευχαριστείτω τω Θεώ, ότι έδωκεν αυτώ, δι' ου αναπληρωθή αυτού το υστέρημα" (1 Κλήμ. 38.2). Οι επεξεργασίες αυτές επέτρεπαν στον πλούσιο να αξιοποιήσει το περίσσευμά του σε όφελος, όχι μόνο των φτωχών, αλλά και του ιδίου. Συνεπώς, το χριστιανικό δίδαγμα δεν ήταν πια ότι "ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος διελθείν", αλλά ότι "oι πλουτούντες εν τούτω τω αιώνι, εάν μη περικοπή αυτών ο πλούτος, ου δύνανται τω

—————————————

17. Κλήμης, Τις ο σωζόμενος πλούσιος 8.3.

18. Ο Ερμάς πρέπει να ήταν απελεύθερος που είχε επιτύχει στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες· ο Κλήμης προερχόταν μάλλον από εύπορη οικογένεια, γεγονός που του είχε επιτρέψει να κινηθεί, με σχετική άνεση, σε διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας, πριν καταλήξει στην Αλεξάνδρεια. Βλ. Osiek, Rich and Poor in the Shepherd of Hermas· Jeffers, Conflict at Rome, σ. 90-120.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/29.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Κυρίω εύχρηστοι γενέσθαι" (Ποιμήν, Όρ, 3.6.6). Φτωχοί και πλούσιοι αλληλοσυμπληρώνονται στις θρησκευτικές κοινότητες: "Αμφότεροι ... το έργον τελούσιν" (Παρ. 2.7). Ακόμα και αυτός που φρόντιζε να αυξήσει τα αγαθά του είχε τρόπο, αν ήθελε, να φανεί χρήσιμος: όφειλε να προσφέρει στους φτωχούς. Περικόπτοντας με τον τρόπο αυτό τον πλούτο του, αναπλήρωνε όσα είχε χάσει καθώς τον αποκτούσε. Οι φτωχοί με τις προσευχές τους και οι πλούσιοι με τις προσφορές τους αποτελούσαν ένα οργανικό σύνολο στο δρόμο προς την κοινή σωτηρία (Παρ. 2.7).

Η μέριμνα για τους αδελφούς που βρίσκονταν σε ανέχεια απέκτησε από νωρίς μια καθαρά θρησκευτική διάσταση. Οργανώθηκε με τρόπο συστηματικό και, με τη σειρά της, οργάνωσε τις χριστιανικές εκκλησίες. Η επιστολή Ιακώβου της Καινής Διαθήκης προέτρεπε τους πιστούς να επισκέπτονται τα ορφανά και τις χήρες στη θλίψη τους (1:27).19 Ο Ερμάς έδινε αντίστοιχες συμβουλές στους πλούσιους χριστιανούς της Ρώμης: "χήραις υπηρετείν, ορφανούς και υστερουμένους επισκέπτεσθαι, εξ αναγκών λυτρούσθαι τους δούλους του Θεού" (Εντ. 8.10), "Αντί αγρών αγοράζετε ψυχάς θλιβομένας", συνιστούσε ο Ερμάς, και εννοούσε ότι οι χριστιανοί μπορούσαν να αγοράζουν (με κάποιες προϋποθέσεις) και αγρούς και θλιβόμενες ψυχές (Παρ. 1.8). Ο κατάλογος με τα καθήκοντα των πλουσίων επανεμφανίζεται, με παραλλαγές, σε πολλά χριστιανικά κείμενα.20

Η αχειροποίητος οικία

Στην Προς Κορινθίους Β' επιστολή, ο Παύλος γράφει: "Οίδαμεν γαρ ότι εάν η επίγειος ημών οικία του σκήνους καταλυθή, οικοδομήν εκ Θεού έχομεν, οικίαν αχειροποίητον, αιώνιον εν τοις ουρανοίς" (5:1). Η ιδέα της ουράνιας οικοδομής κάνει συχνά την 

—————————————

19. Πρόκειται για ιουδαϊκή εντολή που υιοθέτησαν πρόθυμα οι χριστιανοί· πβ. Έξοδος 22:22.

20. Πβ. Διδαχή 4.8· Αριστείδης, Απολογία 15.7-8.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/30.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

εμφάνισή της στα χριστιανικά κείμενα των πρώτων αιώνων. Όπως υπάρχουν δύο πολιτείες, η επίγεια και η ουράνια, έτσι υπάρχουν και δύο οικοδομές για να κατοικήσουν οι άνθρωποι του Θεού: η μία στον φθαρτό κόσμο και η άλλη στον πνευματικό. Η μεταφορά αυτή πήρε διάφορες μορφές, και η οικοδομή διάφορες σημασίες. Η οικία του σκήνους, στην επιστολή του Παύλου, είναι το φθαρτό σώμα των ανθρώπων που θα αντικατασταθεί με το αιώνιο. Αλλού η οικοδομή είναι ο επουράνιος ναός του Θεού και οι πιστοί είναι οι λίθοι με τους οποίους θα οικοδομηθεί.21 Ο Ερμάς ασχολείται εκτενώς με το όραμα της οικοδομής. Την παρουσιάζει ως "μέγα πύργον οικοδομούμενον επί υδάτων" με λίθους ολόγυρα, που αντιπροσωπεύουν διάφορες κατηγορίες ανθρώπων. Άλλοι λίθοι θα σταθούν χρήσιμοι, άλλοι άχρηστοι. Ο πύργος είναι η εκκλησία, ο ναός του Θεού· όταν οικοδομηθεί, θα έρθει και το τέλος του κόσμου (Όρ. 3.2-3).

Μεταφορική γλώσσα χρησιμοποιεί και ένα από τα δημοφιλέστερα απόκρυφα της Καινής Διαθήκης, οι Πράξεις Θωμά.22 Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, ο Θωμάς ανέλαβε τον εκχριστιανισμό των Ινδιών.23 Στην αρχή της αφήγησης παρουσιάζονται τρεις απόστολοι, ο Πέτρος, ο Ματθαίος και ο Θωμάς, που αυτοσυστήνονται ως δούλοι του Ιησού. Η έκφραση δούλος Κυρίου ήταν συνήθης στα χριστιανικά κείμενα της εποχής,24 αλλά εδώ η μεταφορά στηρίζει ένα λογοπαίγνιο που καθορίζει την αφηγηματική πλοκή του έργου: οι απόστολοι εμφανίζονται ως πραγματικοί δούλοι "ενός δεσπότου

—————————————

21. Ιγνάτιος, Εφεσ. 9.1.

22. Στη σημερινή τους μορφή, οι Πράξεις Θωμά γράφηκαν στη Συρία στις αρχές του τρίτου αιώνα. Για το κείμενο βλ. Hennecke / Schneemelcher (επιμ.). Νew Testament Apocrypha, τ. 2, σ. 425 κ.ε. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές και πολλές εκδόσεις του κειμένου. Εδώ βασίζομαι στην έκδοση του James, Text and Studies 5.1, 1897.

23. Η αναφορά στην Ινδία είναι σχετικά αόριστη στις πηγές· αλλού γίνεται λόγος για αποστολή στην Παρθία (Ευσέβιος, Εκκλ. ιστ. 3.1). Για τον εκχριστιανισμό της Ινδίας και την παράδοση σχετικά με το ρόλο του Θωμά βλ. Neill, Α History of Christianity in India.

24. Βλ. Martin, Slavery as Salvation.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/31.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

λεγομένου Ιησού" (7). Έναντι τριών λίτρων χρυσού, ο Ιησούς πωλεί τον Θωμά σε έναν πραγματευτή του βασιλιά των Ινδιών. Ο απόστολος δηλώνει τεχνίτης: "οικοδόμος ειμί τέκτων και ιατρός ευτυχής· η δε οικοδομή μου εστίν αύτη· εγώ οίδα οικοδομήσαι ιερά και παλάτια βασιλικά" (14). Ο βασιλιάς ενθουσιάζεται με τον νέο του δούλο και του δίνει "χρυσίον και αργύριον αναρίθμητον", με την εντολή να του κτίσει ένα παλάτι. Αυτή η διπλή γλώσσα συνεχίζεται σε όλο το αφήγημα, με τον Θωμά να δαπανά τα πλούτη του βασιλιά όχι για επίγειο κτίσμα, αλλά για τη φροντίδα των φτωχών και των ασθενών. Το παλάτι που είχε υποσχεθεί ο απόστολος ήταν η ουράνια ανταμοιβή για τον εκχριστιανισμό της επικράτειας: "ουκ οίδας", λέει ο απόστολος, "ότι τα ιερά και παλάτια αι ψυχαί εισιν ας έκτισα τω αγίω βαπτίσματι και προσέφερον αυτάς τω Χριστώ;" (37).

Το ουράνιον πολίτευμα

Αξιοποιώντας μέρος των αγαθών τους σε χρηστά έργα, πολλοί χριστιανοί πέτυχαν να συμβιβάσουν τις ευαγγελικές επιταγές με τον επίγειο προσπορισμό. Κάθε καλή πράξη στη γη αποτελούσε επένδυση για τη μέλλουσα ζωή. "Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει", έλεγε ο Παύλος (Φιλιπ. 3:20). Η διπλή πολιτεία στην οποία απέβλεπαν, προσέλαβε έτσι ιδιότυπη διάσταση. Οι Ιουδαίοι ήταν ταυτόχρονα πολίτες της αυτοκρατορίας και του Ισραήλ. Οι χριστιανοί ήταν πολίτες του επίγειου κόσμου και μελλοντικοί πολίτες του ουράνιου κόσμου. Οι δύο κόσμοι όμως δεν ήταν ανεξάρτητοι. Η πολιτεία στον επίγειο καθόριζε τα προνόμια στον ουράνιο.25 Στη γλώσσα της εποχής, οι δύο κόσμοι αποκαλούνταν συχνά αιώνες· δύο αιώνες που συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο, αλλά και που βρίσκονταν σε διαρκή αναμέτρηση.26 Η ζωή στον παρόντα 

—————————————

25. Οι ευλαβέστεροι πιστοί, και μάλιστα οι μάρτυρες, έδιναν την εντύπωση ότι "μηκέτι άνθρωποι αλλ' ήδη άγγελοι ήσαν" (Μαρτύριο Πολυκάρπου 2.3.9).

26. Βλ. 2 Κλήμ. 6.3: "έστιν δε ούτος ο αιών και ο μέλλων δύο εχθροί".

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/32.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

κόσμο αποκτούσε πλήρες νόημα χάρη στην προσμονή του μέλλοντος· διατηρούσε όμως ταυτόχρονα και σχετική αυτονομία. Οι χριστιανοί είχαν αποδεχτεί ότι οι καθημερινές τους πράξεις, οικονομικής ή άλλης φύσης, δεν ήταν αδιάφορες από πλευράς ηθικής τελείωσης. Χωρίς αυτό να γίνεται πάντα άμεσα αντιληπτό, οι καθημερινές δραστηριότητες τους απορροφούσαν όλο και περισσότερο. Ανεξάρτητα από προθέσεις, οι χριστιανοί ζούσαν δύο παράλληλες ζωές: μία κοινή με τους υπόλοιπους ανθρώπους, και μία ως μέλη της εσχατολογικής κοινότητας που προσδοκούσε την αθανασία.

Οι χριστιανοί, όπως εξηγεί ένα κείμενο του τρίτου αιώνα, δεν ξεχώριζαν από τους άλλους ανθρώπους κατοικώντας σε δικό τους τόπο, μιλώντας τη δική τους γλώσσα ή έχοντας τα δικά τους έθιμα. Διαμένοντας σε πόλεις ελληνικές και βάρβαρες, όπου κληρώθηκε ο καθένας, και ακολουθώντας τα τοπικά έθιμα στην ένδυση, τη διατροφή και τον υπόλοιπο βίο τους,

θαυμαστήν και ομολογουμένως παράδοξον ενδείκνυνται την κατάστασιν της εαυτών πολιτείας. Πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ' ως πάροικοι· μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι· πάσα ξένη πατρίς εστιν αυτών, και πάσα πατρίς ξένη ... επί γης διατρίβουσιν, αλλ' εν ουρανώ πολιτεύονται· πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους. (Διογ. 5.4-10)

Σε κάθε πόλη υπάρχει και μια άλλη κοινότητα, ισχυριζόταν ο Ωριγένης: οι αγαθοί πολίτες της κοινότητας αυτής, ακόμα και των πλέον ασήμαντων πόλεων, θα κατοικούσαν μια μέρα στην ουράνια πολιτεία (Κέλσ. 8.74-5). Ο πόθος να υποταχθεί η επίγεια πολιτεία στην ουράνια είναι εμφανής· εξίσου εμφανής είναι και ο διπλός καθορισμός των χριστιανών: ο καλός χριστιανός προσπαθούσε να είναι, συνεπής τόσο στις απαιτήσεις του επίγειου κόσμου, όσο και σε αυτές του ουράνιου.

Ορισμένοι επέλεγαν την ακραία διέξοδο της ολοκληρωτικής 

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/33.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

αναμέτρησης - με ενδεχόμενη κατάληξη τον μαρτυρικό θάνατο.27 Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες καταδίκαζαν το εθελοντικό μαρτύριο, αλλά η διάκρισή του από το επιβαλλόμενο δεν ήταν πάντα προφανής. Γνωστό από πολύ νωρίς ήταν επίσης ένα είδος μοναχικού βίου. Για να αποφύγει ο πιστός τους πειρασμούς, απέφευγε τον κόσμο.28 Η λύση αυτή αρχικά δεν ήταν συνολικά αποδεκτή: "μη καθ' εαυτούς ενδύνοντες μονάζετε ως ήδη δεδικαιωμένοι", προειδοποιούσε μια χριστιανική επιστολή του δεύτερου αιώνα, "αλλ' επί το αυτό συνερχόμενοι συνζητείτε περί του κοινή συμφέροντος" (Βαρ. 4,10).

Το πλήθος των πιστών που δεν επεδίωκε το μαρτύριο και δεν κατέφευγε στον μοναχικό βίο είχε ανάγκη διαρκούς υπενθύμισης των ηθικών του υποχρεώσεων. Η υπενθύμιση αυτή περιλαμβανόταν στη διδαχή των εκκλησιαστικών ταγών. Κυρίως όμως εξασφαλιζόταν από την ίδια τη διαρκή συμμετοχή σε μια θρησκευτική κοινότητα. Το όνομα που επιλέχτηκε για να δηλωθεί η εσχατολογική κοινότητα δεν ήταν τυχαίο. Οι τοπικές ενώσεις των χριστιανών αποκαλούνταν παροικίες. Στα τέλη του πρώτου αιώνα, οι χριστιανοί της Ρώμης έγραφαν προς τους χριστιανούς της Κορίνθου: "Η εκκλησία του Θεού η παροικούσα Ρώμην τη εκκλησία του Θεού τη παροικούση Κόρινθον" (1 Κλήμ., προοίμ.). Στα μέσα του δεύτερου αιώνα, "η εκκλησία του Θεού η παροικούσα Σμύρνην", έγραφε, "τη εκκλησία του Θεού τη παροικούση εν Φιλομηλίω και πάσαις ταις κατά πάντα τόπον της αγίας και καθολικής εκκλησίας παροικίαις" (Μάρτ. Πολυκ., προοίμ.). Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος αναφέρεται στις κατά τόπους παροικίες και βεβαιώνει, με τα πολλά του παραδείγματα, ότι η ονομασία αυτή ήταν συνήθης.29 Οι χριστιανοί ήταν πάροικοι και η χριστιανική κοινότητα παροικία.

—————————————

27. Βλ. τη συλλογή του Musurillo (επιμ.). The Acts of the Christian Martyrs.

28. Βλ. O'Neill, "The origins of monasticism", όπου διατυπώνεται η υπόθεση της πρώιμης καταβολής του χριστιανικού μοναχισμού.

29. Βλ. π.χ. Εκκλ. ιστ. 4.23.5.

3

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/34.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

Στην Προς Εφεσίους επιστολή, που γράφηκε ίσως από μαθητή του Παύλου, πάροικοι και ξένοι χαρακτηρίζονται οι πιστοί πριν από τη μεταστροφή τους: "απηλλοτριωμένοι της πολιτείας του Ισραήλ και ξένοι των διαθηκών της επαγγελίας" (2:12). Στρεφόμενοι όμως με τη διδασκαλία του Ιησού προς τον αληθινό Θεό, οι "ξένοι και πάροικοι" γίνονταν "συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού" (2:19). Η χρήση των όρων είναι κάπως διαφορετική στην επιστολή αυτή αλλά το βαθύτερο νόημα παραμένει κοινό: γνωρίζοντας τον αληθινό Θεό, ο πάροικος γίνεται με τη μεταστροφή του συμπολίτης των αγίων· ο συμπολίτης των αγίων, για όσο χρόνο ζει στη γη μακριά τους, παραμένει πάροικος. Στο ίδιο πνεύμα, ο Ιωάννης Χρυσόστομος επέλεξε έναν άλλο όρο για να περιγράψει την πολιτεία του ίδιου του Παύλου. Ενόσο ζούσε ακόμα στη γη, ο απόστολος ήταν ήδη ουρανοπολίτης, που απλώς περιέφερε το σώμα.30

Κοινή της γης δημοκρατία

Την εποχή που οι χριστιανοί θεωρούσαν τον εαυτό τους ξένο και πάροικο στον κόσμο αυτό, στο άλλο άκρο του θρησκευτικού φάσματος, οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι των εθνικών ανέπτυσσαν τους δικούς τους συλλογισμούς. Άξιος ιδιαίτερης μελέτης είναι ο ρήτορας Αίλιος Αριστείδης. Το 155 μ.Χ. ο ρήτορας ανέλαβε να τιμήσει την πρώτη πόλη της αυτοκρατορίας. Στον πανηγυρικό του ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, όλους τους ρητορικούς τύπους. Αντλεί ιδέες από διάφορα κείμενα της δικής του εποχής, αλλά και από παλαιότερα, καθιερωμένα στο είδος τους. Από την αρχή σχεδόν αποκαλύπτει ένα από τα πρότυπα του. Χωρίς να τον κατονομάζει, αλλά με τρόπο προφανή για τους μορφωμένους ακροατές του, ο Αριστείδης παραπέμπει στον Θουκυδίδη.31 Αμέσως μετά εκφράζει το 

—————————————

30. Περί μετανοίας, ομιλία Β' 5 (MPG 49, 290)· ο όρος απαντά και σε άλλα έργα του Ιωάννη για τους χριστιανούς αλλά και τον Βαπτιστή, καθώς και σε ορισμένους άλλους χριστιανούς συγγραφείς του τρίτου και του τέταρτου αιώνα.

31. Στην § 9 η αναφορά στον Θουκυδίδη (1.10) είναι σαφής. Για τον 

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/35.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

θαυμασμό του για τη Ρώμη. Στην πόλη αυτή καταφθάνουν τα προϊόντα όλης της γης· έτσι, αν κάποιος ήθελε να τα δει, αντί να γυρίσει την οικουμένη, μπορούσε απλά να επισκεφθεί τη Ρώμη (11). Και πάλι ο ενημερωμένος ακροατής του δεν θα δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τα λόγια που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Περικλή: "επεσέρχεται δε διά μέγεθος της πόλεως εκ πάσης γης τα πάντα, και ξυμβαίνει ημίν μηδέν οικειοτέρα τη απολαύσει τα αυτού αγαθά γιγνόμενα καρπούσθαι ή και τα των άλλων ανθρώπων" (2,38).32 Όπως είχε κατορθώσει κάποτε η Αθήνα να γίνει (για κάποιο διάστημα) κέντρο του ελληνικού κόσμου, έτσι και η Ρώμη είχε καταστεί κέντρο της Μεσογείου.

Η σύγκριση Ρώμης και Αθήνας δεν ήταν απλό σχήμα λόγου. Στο ίδιο ταξίδι κατά το οποίο επισκέφθηκε τη Ρώμη, ο ρήτορας είχε επισκεφθεί και την Ελλάδα, όπου εκφώνησε λόγο για την Αθήνα. Στον Παναθηναϊκό επιμένει στα στρατιωτικά και τα πνευματικά επιτεύγματα της πόλης. Τα στρατιωτικά κατορθώματα ήταν βέβαια όλα μακρινό παρελθόν. Στα μέσα του δεύτερου μ.Χ. αιώνα, μόνο η Ρώμη μπορούσε να υπερηφανεύεται για τις σχετικά πρόσφατες ακόμα νίκες της. Όπως ήταν αναμενόμενο, ιδιαίτερη αναφορά έπρεπε να γίνει στο πολίτευμα της αρχαίας Αθήνας και να εξαρθεί η αξία της δημοκρατίας (384). Η σκιά των Μακεδόνων, και αργότερα της Ρώμης, έπεφτε ωστόσο βαριά πάνω στην πρόσφατη ιστορία των ελληνικών πόλεων. Ο Αριστείδης δεν λέει ευθέως ότι το αθηναϊκό πολίτευμα ήταν μία από τις βασικές αιτίες που η λαμπρή ηγεμονία απέτυχε να εξελιχθεί σε αυτοκρατορία - η τοποθέτηση αυτή διαφαίνεται στους επαίνους που επεφύλασσε για τη Ρώμη. Προσπαθώντας να απαλύνει τη δυσάρεστη εντύπωση που θα δημιουργούσε οποιαδήποτε αναφορά στην κρατούσα πολιτική

—————————————

Αριστείδη και τη ζωή του βλ. Behr, "Studies on the biography of Aelius Aristides" επίσης την εισαγωγή του ιδίου στον Α' τόμο των έργων του Αριστείδη στις εκδόσεις Loeb. Οι παραπομπές μου βασίζονται στην αρίθμηση των Keil και Behr. Για αναλυτικά σχόλια στο Εις Ρώμην βλ. Oliver, The Ruling Power.

32. Πβ. και Ισοκράτης, Πανηγυρικός 42.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/36.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

κατάσταση, διατυπώνει μιαν αναντίρρητη αλήθεια: η Αθήνα χαίρει ακόμα των ίδιων τιμών, όπως στο παρελθόν, στο βαθμό που δεν ασχολείται πια με τίποτα σοβαρό: "όσον ου πραγματεύεται" (332). Η αξιολόγηση του πολιτεύματος ήταν βασικό συστατικό κάθε πανηγυρικού. Στα μέσα του τέταρτου αιώνα π.Χ., όταν η μεγάλη δόξα ήταν ακόμα πρόσφατη, ο Ισοκράτης, που δεν ήταν υπέρμαχος της δημοκρατίας, παραδεχόταν ότι οι επιτυχίες της αθηναϊκής ηγεμονίας οφείλονταν στο πολίτευμά της. Η Αθήνα, τόνιζε, διακρίθηκε γιατί, σε αντίθεση με τη Σπάρτη, ενθάρρυνε ακόμα και τις σύμμαχες πόλεις να εγκαθιδρύσουν όμοια πολιτεύματα.33 Στα μέσα του δεύτερου μ.Χ. αιώνα, ο συντηρητικός ρήτορας Αριστείδης είχε άλλη γνώμη. Εκθειάζοντας τις αρετές της Ρώμης, έκανε μιαν αναδρομή στα κατορθώματα των αρχαίων Ελλήνων. Πάνω από όλους έβαζε τους Αθηναίους. Ωστόσο, ακόμα και οι Αθηναίοι, κατά τον Αριστείδη, "άρχειν έτι απαίδευτοι ήσαν" (26.51). Τέτοια αμηχανία υπήρχε ως προς τη διοίκηση των πόλεων που ήλεγχαν οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θηβαίοι, ώστε, κατά τον Αριστείδη, οι ενέργειές τους αντέβαιναν στις ανάγκες τους: "τούμπαλιν έσπευδον ων εδέοντο" (53). Στις παρατηρήσεις αυτές δεν υπήρχε μομφή σε βάρος των Ελλήνων, καθώς η τέχνη της διοίκησης δεν μπορούσε να προϋπάρξει της αυτοκρατορικής εξουσίας:

ώσπερ γαρ των άλλων πραγμάτων επί ταις ύλαις απαντώσιν αι τέχναι, ούτως ότε αρχή μεγίστη και δύναμις διαφέρουσα συνέστη, τότ' επ' αυτή και η τέχνη συνετέθη τε και συνεισήλθεν, και άμφω δη δι' αλλήλων εκρατύνθη. (58)

Περιγράφοντας την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, ο Πολύβιος δεν είχε την αβρότητα του Αριστείδη. Σύμφωνα με τη γνώμη του ιστορικού, η μεγάλη αρετή των Ρωμαίων ήταν το πολίτευμά τους. Όσο για το πολίτευμα των Αθηναίων, αυτό δεν άξιζε να συζητηθεί σοβαρά. Η στρατιωτική ακμή της πόλης τους ήταν εξαιρετικά βραχύβια, και αυτό οφειλόταν στη 

—————————————

33. Παναθηναϊκός 54· Πανηγυρικός 104.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/41/gif/37.gif&w=600&h=91524. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

δημοκρατία της. Ιδιαίτερα σε καιρό ειρήνης, η δημοκρατία έδινε σε καθένα τη δυνατότητα να ακολουθεί το δικό του δρόμο, με συνέπεια την πλήρη σύγχυση.34

Μεγάλο θαυμασμό για τη Ρώμη είχε και ο Αριστείδης. Ένα από τα ζητήματα που τον απασχόλησαν ήταν ο προσδιορισμός των αρετών της. Ποιες ήταν αυτές οι αρετές που της επέτρεψαν να δημιουργήσει μιαν αυτοκρατορία; Και κυρίως, ποιες ήταν οι αρετές που της επέτρεψαν να την διατηρήσει για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε να φαντάζει στα μάτια των ανθρώπων της εποχής αιώνια; Οι παρατηρήσεις του ρήτορα στο ζήτημα αυτό είναι οξυδερκείς. Αντίθετα από τους Αθηναίους, τους Λακεδαιμόνιους και τους άλλους Έλληνες, οι Ρωμαίοι, εντάσσοντας μία πόλη -ή, συνηθέστερα, μιαν ολόκληρη επαρχία- στην κυριαρχία τους, δεν εξασφάλιζαν την υποταγή της εγκαθιστώντας φιλικό σε αυτούς πολίτευμα. Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρχε μόνο μία κεντρική εξουσία, η οποία αναλάμβανε όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Η κατάλυση της πολιτικής αυτονομίας των υπήκοων πόλεων παρείχε μεγάλη ευχέρεια χειρισμών στους κυρίαρχους του κόσμου. Το σημαντικό ερώτημα είναι πώς επιτυγχανόταν αυτό. Κατά τη γνώμη του Αριστείδη, η υποταγή των κατακτημένων πόλεων οφειλόταν στην παροχή ρωμαϊκής υπηκοότητας στους χαριεστέρους, γενναιότερους και δυνατωτέρους όλης της αυτοκρατορίας - δηλαδή, στις κατά τόπους κυρίαρχες τάξεις (59). Η θάλασσα και οι μεγάλες αποστάσεις δεν εμπόδιζαν κανέναν να είναι πολίτης της Ρώμης, ενώ η Ασία είχε πια ενωθεί με την Ευρώπη. Κάποιος άξιος να αναλάβει ένα αξίωμα δεν ήταν ποτέ ξένος για τη Ρώμη. Με δύο λόγια, είχε εγκαθιδρυθεί μια "κοινή της γης δημοκρατία", υπό την εξουσία ενός

—————————————

34. Ο Πολύβιος αφιερώνει ολόκληρο το βιβλίο 6 στην ανάλυση των πολιτευμάτων, και ιδιαίτερα της Ρώμης. Η σύντομη αναφορά στο αθηναϊκό πολίτευμα γίνεται στο 6.43-4. Ο Αριστείδης άντλησε πολλές πληροφορίες από τον Πολύβιο, και διδάχτηκε από αυτόν τη θεωρία περί μικτών πολιτευμάτων, παραλλαγές των οποίων αποτελούσαν η ρωμαϊκή και η αθηναϊκή δημοκρατία. Για τον ιστορικό βλ. Momigliano, "The historian's skin", και Walbank, Polybius.

Σελ. 37
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Παιδαγωγός
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 18
    24. Κυρτάτας, Παιδαγωγός

    Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που η επιτροπή με ενθάρρυνε να αναλάβω την έρευνα για την ηθική διαπαιδαγώγηση στην ύστερη αρχαιότητα, μολονότι την οδηγούσα έτσι σε μεγάλη διεύρυνση των θεματικών και χρονικών της οριζόντων. Ιδιαίτερα θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, που σαν αληθινός παιδαγωγός παρακολούθησε την εργασία μου σε όλα της τα στάδια και με υποχρέωσε με τις φιλικές του παραινέσεις να τηρήσω, κατά το δυνατόν, τις χρονικές προδιαγραφές.

    Προετοιμάζοντας το χειρόγραφο για έκδοση βρέθηκα στην ανάγκη να επιφέρω πολλές αλλαγές στην έκφραση και το ύφος· απέφυγα όμως να θίξω την κεντρική δομή και τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης. Πριν οδηγηθεί στο τυπογραφείο, το χειρόγραφο είχε την τύχη να περάσει από τον έλεγχο της Κωστούλας Σκλαβενίτη, που πρότεινε σημαντικές βελτιώσεις. Όσα σφάλματα παραμένουν είναι φυσικά δική μου ευθύνη.