Error(s) found: '2'

+ Unable to change databases. Unknown database 'iaennew'.
+ Unable to perform the query SELECT * FROM keywords_description WHERE (language_id = ''). No database selected.
TEXT_VISIBLE_PAGES 111-130 TEXT_OF 746
TEXT_PREVIOUS_20
TEXT_CURRENT_PAGE
TEXT_NEXT_20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/111.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο αποβλέπουν, κατά τις δηλώσεις των διαθετών, στην εκπαίδευση των νέων γενικά, στην ενίσχυση της περιουσίας του ιδρύματος, άλλα και στην εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας του : «χάριν

εκπαιδεύσεως της Ελληνικής νεολαίας», «προς διατήρησιν» του Πανεπιστημίου «εις ο φωτίζονται όλοι οι ομογενείς μαθηταί»,για «ν' απόκτηση [το Πανεπιστήμιο] ιδίαν περιουσίαν και να διαμείνη ανεξάρτητον προς φωτισμόν της Ελληνικής φυλής»30. Σε αρκετές περιπτώσεις οι σκοποί των κληροδοτημάτων είναι πιο εξειδικευμένοι : αποβλέπουν στη χορήγηση υποτροφιών σε φοιτητές η μαθητές προερχόμενους συνήθως από τον τόπο καταγωγής του διαθέτη, στη βράβευση αριστούχων φοιτητών, στην έκδοση πανεπιστημιακών και άλλων συγγραμμάτων, στην αγορά βιβλίων για την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη.

Χάρη στα κληροδοτήματα το Πανεπιστήμιο σχημάτισε μια αρκετά μεγάλη περιουσία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 η αξία της ανερχόταν σε 2.840.826 δρχ. (1.639.712 δρχ. ακίνητη και 1.201.114 δρχ. χρηματική)31. Η πανεπιστημιακή περιουσία αυξάνεται ακόμη περισσότερο στα επόμενα χρόνια. Με τις αθρόες δωρεές που γίνονται στη δεκαετία του 1870 και τις προσόδους που αύτη έχει αρχίσει να αποδίδει φτάνει στα τέλη της δεκαετίας του 1880 στα 5,5 εκατομμύρια δρχ.32 Με την περιουσία του το Πανεπιστήμιο ελάφρυνε σημαντικά τις κρατικές δαπάνες για τη συντήρησή του33. Το κράτος πλήρωνε τους μισθούς του διδακτικού προσωπικού και του προσωπικού των Παραρτημάτων του Πανεπιστημίου (της Βιβλιοθήκης, του Αστεροσκοπείου, του Βοτανικού Κήπου κ.ά.), καθώς και ορισμένων υπαλλήλων της γραμματείας,

ενώ τα λειτουργικά έξοδα του Πανεπιστημίου (μισθοί διοικητικών υπαλλήλων, υποτροφίες, δαπάνες των σχολών, αγορές βιβλίων και οργάνων, συντήρηση κτιρίων, εκτυπώσεις βιβλίων κλπ.) καλύπτονταν από τα έσοδα της ιδιαίτερης περιουσίας του34. Στα λειτουργικά αυτά έξοδα το υπουργείο Παιδείας

30. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 18,93, 38.

31. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 73 κ.εξ.

32. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 268.

33. Κατά τον Κανονισμό του 1837, οι δαπάνες για τη συντήρηση του Πανεπιστημίου θα χορηγούνταν από το Εκκλησιαστικό Ταμείο, «καθόσον δεν λαμβάνονται από την ιδιαιτέραν προικοδότησιν του πανεπιστημίου»· στο μεταξύ όμως και όσο οι πηγές αυτές δεν θα επαρκούσαν, «θέλουν γίνεσθαι αι αναγκαίαι προκαταβολαί από το δημόσιον ταμείον» (άρθρο 2). Τελικά όμως το Εκκλησιαστικό Ταμείο ελάχιστα συνεισέφερε στο Πανεπιστήμιο.

34. Βέβαια, τα χρήματα που δαπανούσε το κράτος για το Πανεπιστήμιο ήταν περισσότερα από εκείνα που δαπανούσε το ίδιο το Πανεπιστήμιο για τα λειτουργικά του

έξοδα. Για παράδειγμα, το 1871-1872 το υπουργείο Παιδείας πλήρωσε για μισθούς

TEXT_PAGE_SHORT111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/112.gif&w=600&h=915

δείας συμμετείχε με ένα μικρό βοήθημα που χορηγούσε κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο35.

Μια ξεχωριστή κατηγορία κληροδοτημάτων προς το Πανεπιστήμιο αποτελούν εκείνα που απέβλεπαν στην ανάπτυξη της πνευματικής δημιουργίας. Πλούσιοι ομογενείς, κυρίως, αναθέτουν στο Πανεπιστήμιο την προκήρυξη και διεξαγωγή διαγωνισμών με θέματα που εστιάζονται στη λογοτεχνία και τη φιλολογία, άλλα και σε άλλους τομείς, όπως η τοπική ιστορία, η θεολογία, τα νομικά. Το αντικείμενο του διαγωνισμού καθορίζεται από τον διαθέτη, ο οποίος ορισμένες φορές προσδιορίζει και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό πρέπει να κινείται. Ο καθορισμός όμως των επιμέρους θεμάτων και η κρίση των έργων γίνεται από επιτροπή που απαρτίζεται από καθηγητές του Πανεπιστημίου και, κατά περίπτωση, από άλλους λογίους.

Οι διαγωνισμοί αρχίζουν να θεσμοθετούνται στα μέσα του 19ου αιώνα και

ανέρχονται σε 15 περίπου ως το τέλος του αιώνα36. Οι γνωστότεροι απ' αυτούς είναι οι ποιητικοί διαγωνισμοί Ράλλειος και Βουτσιναίος (1851-1860, 1862-1877)37. Στην κατηγορία των φιλολογικών διαγωνισμών ανήκουν ο Οικονόμειος και ο Λασσάνειος, που άρχισαν να διεξάγονται το 1870 ο πρώτος και το 1889 ο δεύτερος. Ο Οικονόμειος πρόβλεπε την τέλεση διαγωνισμού ανά διετία με σκοπό τη βράβευση μεταφράσεων έργων αρχαίων ελλήνων και ξένων

προσωπικού γύρω στις 230.000 δρχ., ενώ τα λειτουργικά έξοδα του Πανεπιστημίου που καταβλήθηκαν τον ίδιο χρόνο από το ιδιαίτερο ταμείο του ανήλθαν σε 150.000 περίπου δρχ. (Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 57, 293).

35. Η επιχορήγηση αυτή θα αυξηθεί και θα μονιμοποιηθεί προς τα τέλη του αιώνα, μετά την ψήφιση του νόμου για τα εκπαιδευτικά τέλη (1892). Με τον νόμο ,ΒΤΕ του 1895 αποφασίστηκε η επιχορήγηση του Πανεπιστημίου από τα έσοδα των εκπαιδευτικών τελών με 200.000 δρχ. τον χρόνο (βλ. εδώ, σ. 237). Ένα μέρος όμως από τα χρήματα αυτά τα εισέπραττε το Πανεπιστήμιο και πριν από το 1892 απευθείας από τους φοιτητές ως εκπαιδευτικά τέλη και εξέταστρα.

36. Αγωνοθέτες ήταν ο Αμβρ. Ράλλης και ο Ιω. Βουτσινάς, έμποροι στην Τεργέστη και την Οδησσό, αντίστοιχα, ο Κων. Τσόκανος (Βλαχία), ο Γ. Μελάς (Κωνσταντινούπολη), ο Θ. Ροδοκανάκης (Οδησσός), ο Γ. Λασσάνης από την Κοζάνη εγκατεστημένος στην Αθήνα, ο Δ. Οικονόμος από τη Μακεδονία εγκατεστημένος στην Τεργέστη, ο Β. Σουλήνης, Θεσσαλός εγκατεστημένος στη Βάρνα, οι αδελφοί Νεγρεπόντη (Γαλάτσι), ο Κύριλλος Χαιρωνίδης, αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας, ο Λεων. Σγούτας, νομικός από την Κωνσταντινούπολη εγκατεστημένος στην Αθήνα, ο I. Γεωργαντόπουλος (Κωνσταντινούπολη), ο Γρ. Σούτσος (Κωνσταντινούπολη), ο Κ. Σεβαστόπουλος (Λονδίνο), ο Σωτ. Σωτηρόπουλος, πολιτικός από το Ναύπλιο.

37. Panayotis Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes 1851-1877, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1989.

TEXT_PAGE_SHORT112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/113.gif&w=600&h=915

νων ποιητών στη νεοελληνική γλώσσα38, ενώ ο Λασσάνειος αποσκοπούσε στην προαγωγή του θεάτρου και ειδικότερα της κωμωδίας και του δράματος. Η υπόθεση των έργων έπρεπε, κατά τον Λασσάνη, να έχει καθαρά εθνικό χαρακτήρα: «να λαμβάνεται εκ του κοινωνικού και οικιακού βίου, των ηθών και εθίμων» και να μην απομιμείται τις «φραγκικές» κωμωδίες. Εθνικό χαρακτήρα όφειλαν επίσης να έχουν και τα δράματα: η υπόθεσή τους να είναι ιστορική και να αντλεί «εκ της χιλιετούς εποχής του Βυζαντινού Κράτους, και εκ της εποχής των τεσσάρων αιώνων τουρκικής δουλείας μας ότε ήκμαζον τα Κλέφτικα Πρωτάτα»39. Από τους υπόλοιπους διαγωνισμούς αυτοί του Κ. Τσόκανου, του Θ. Ροδοκανάκη, του Γρ. Σούτσου, του Κων. Σεβαστόπουλου και του Σωτ. Σωτηρόπουλου αφορούν τη φιλολογία και άλλες παρεμφερείς επιστήμες40. Οι διαγωνισμοί Νεγρεπόντη και Χαιρωνίδη είχαν θεολογικό θέμα41, οι διαγωνισμοί Σγούτα και Γεωργαντόπουλου νομικό θέμα42, ενώ ο διαγωνισμός Σουλήνη αποσκοπούσε στη βράβευση μιας μονογραφίας με θέμα την ιστορία της Θεσσαλίας «από της εποχής του Χριστού μέχρι της αποκαταστάσεως του Ελληνικού Βασιλείου»43. Ο διαγωνισμός Μελά, τέλος, απέβλεπε στη σύνταξη και έκδοση ενός συγγράμματος «προς ηθοποίησιν των ελληνοπαίδων και του ελληνικού λαού»44.

Δεν είναι ο αρμόδιος χώρος εδώ να κάνουμε μια αποτίμηση των διαγωνισμών. Επισημαίνουμε μόνο ότι οι δύο σπουδαιότεροι απ' αυτούς, ο Ράλλειος και ο Βουτσιναίος, όπως έδειξε ο Π. Μουλλάς45, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, ενώ άλλοι, όπως ο Ροδοκανάκειος και ο Οικονόμειος, εμπλούτισαν με αξιόλογα φιλολογικά έργα

38. Βλ. Διαθήκαι και Δωρεαί, Β', σ. 405-406· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 250-252· Γ. Βαλέτας, «Η πανεπιστημιακή κριτική κι' η επίδρασή της στη νεοελληνική ποίηση. Οι ποιητικοί διαγωνισμοί», Νέα Εστία 22, 1937, σ. 1838, 1844, και κυρίως το πρόσφατο

έργο του Κ. Γ. Κασίνη, Οικονόμειος μεταφραστικός αγών, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 2003.

39. Διαθήκαι και Δωρεαί, Α', α. 162· πβ. Γ. Βαλέτας, ό.π., σ. 1842.

40. Διαθήκαι και Δωρεαί, Β', σ. 372,413,414· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 135-136,137, 249-250· Γ. Βαλέτας, ό.π., σ. 482.

41. Διαθήκαι και Δωρεαί, Α', σ. 252· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 254-255.

42. Διαθήκαι και Δωρεαί, Α', σ. 277, Β', σ. 351· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 252.

43. Διαθήκαι και Δωρεαί, Α', σ. 225· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 255.

44. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 137-138, 250.

45. P. Moullas, ό.π. Βλ. και τα άρθρα του ίδιου, «Ποίηση και ιδεολογία. Οι αθηναϊκοί πανεπιστημιακοί διαγωνισμοί (1851-1877)», «Πανεπιστήμιο Αθηνών: ποιητικοί διαγωνισμοί και ιδεολογία (1851-1877)» και «Η αθηναϊκή πανεπιστημιακή κριτική και ο Ροΐδης», στο Παν. Μουλλάς, Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Αθήνα,

εκδόσεις Σοκόλη, 1993, σ. 279-290, 291-300, 301-330.

TEXT_PAGE_SHORT113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/114.gif&w=600&h=915

και μεταφράσεις τη νεοελληνική γραμματεία. Ανάμεσα σ' αυτά είναι η NeoeAληνική Φιλολογία του Κων. Σάθα και η Μελέτη επί του βίου της νεωτέρας Ελλάδος του Ν. Γ. Πολίτη, που βραβεύτηκαν και τα δύο στον Ροδοκανάκειο διαγωνισμό το 1867 και 1871, αντίστοιχα46. Μέσα από τους διαγωνισμούς, επίσης, το Πανεπιστήμιο ενίσχυσε τη θέση του και την ακτινοβολία του στην ελληνική κοινωνία: επιβεβαίωσε τον χαρακτήρα του ως το ανώτερο πνευματικό ίδρυμα της χώρας και απέκτησε δυνατότητες παρέμβασης στη σύγχρονη πνευματική ζωή. Πανεπιστημιακοί καθηγητές με πολυσέλιδες εκθέσεις, που

έβλεπαν το φως της δημοσιότητας σε φυλλάδια και περιοδικά, αξιολογούσαν τα έργα και επέλεγαν εκείνα που θεωρούσαν άξια για βράβευση, προκαλώντας συχνά έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των διαγωνιζομένων. Με τον τρόπο αυτό το Πανεπιστήμιο παρενέβαινε άμεσα στα λογοτεχνικά και φιλολογικά πράγματα, διαμορφώνοντας και επιβάλλοντας, μέσω των καθηγητών του, κανόνες στη γλώσσα και την αισθητική, αλλά και ιδεολογικά στερεότυπα.

Η ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Σημαντική ήταν η παρουσία του Πανεπιστημίου και στο πολιτικό επίπεδο, πράγμα που δεν είναι άσχετο με τη βαρύνουσα ιδεολογική λειτουργία του στην ελληνική κοινωνία47. Η παρουσία του Πανεπιστημίου στα πολιτικά πράγματα εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας παίρνουν μέρος στις σύγχρονες πολιτικές και κομματικές ζυμώσεις και στις εθνικές κινητοποιήσεις, ενώ αρκετοί καθηγητές προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις κυβερνήσεις ως σύμβουλοι και εμπειρογνώμονες σε εκ-

46. Ο Ροδοκανάκειος διαγωνισμός, στον οποίο βραβεύτηκε η Νεοελληνική Φιλολογία του Σάθα, είχε ως θέμα την ιστορία της ελληνικής παιδείας από την Αλωση ως το 1821 (σχολεία, λόγιοι, γλώσσα, τυπογραφεία, εφημερίδες)· βλ. Θεοδώρου Π. Ροδοκανάκη Φιλολογικός Άγων, ήτοι κρίσις των κατά την Δ' αυτού περίοδον σταλεισών πραγματειών, ων υπόθεσις είναι η ιστορία της ελληνικής παιδείας παρ' Έλλησιν από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του 1821, Αθήνα 1867. Το έργο που υπέβαλε ο Σάθας κάλυπτε όλα αυτά τα θέματα. Κατά την έκδοσή του όμως αφαιρέθηκαν τα σχετικά με τα σχολεία και τα τυπογραφεία, επειδή τα θέματα αυτά τα είχαν ήδη διαπραγματευθεί άλλοι (Μ. Παρανίκας, Π. Λάμπρος). Βλ. Κ. Ν. Σάθας, Νεοελληνική Φιλολογία, Αθήνα 1868, σ. β-γ'.

47. Για τη σχέση του Πανεπιστημίου με την πολιτική βλ. το σύντομο αλλά περιεκτικό άρθρο του Παν. Μουλλά, «Ελληνικό πανεπιστήμιο και πολιτική», Αθήνα, πρωτεύουσα πόλη, εκδ. Υπουργείου Πολιτισμού, Αθήνα 1985, σ. 119-121.

TEXT_PAGE_SHORT114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/115.gif&w=600&h=915

παιδευτικά, νομικά, εθνικά και άλλα θέματα η διορίζονται υπουργοί48. Πέρα όμως απ' όλα αυτά, το Πανεπιστήμιο συμμετέχει και ως συλλογικό σώμα στα πολιτικά πράγματα, χάρη στο δικαίωμα που αποκτά το 1844 να έχει δικό του

εκπρόσωπο στη Βουλή και τη Γερουσία.

Ακολουθώντας ανάλογα ευρωπαϊκά παραδείγματα, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου ζήτησαν το 1844 από την Εθνική Συνέλευση, που επεξεργαζόταν το Σύνταγμα της χώρας, να τους παραχωρηθεί το δικαίωμα να εκλέγουν δικό τους βουλευτή49. «Η τελειότης του κοινοβουλευτικού συστήματος», αναφέρεται στη σχετική αίτηση, «συνίσταται κυρίως εις την αντιπροσώπευσιν όλων των κοινωνικών στοιχείων και δικαιωμάτων». Με βάση την αρχή αυτή, οι καθηγητές, «απ' αυτής της συστάσεως του Πανεπιστημίου αποτελούντες σώμα

εκπαιδευτικόν, αναγνωρισθέν ως ηθικόν πρόσωπον και ιδίαν περιουσίαν αποκτήσαν και έτι μείζονα μέλλον ν' αποκτήση», κρίνουν ότι έχουν το δικαίωμα «ν' αποστέλλωσιν εις το Βουλευτήριον του Έθνους προστάτην», όπως γίνεται ήδη και σε άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια (της Αγγλίας και της Γερμανίας) . Το δικαίωμα αυτό, τονίζεται, θα ενθαρρύνει τους καθηγητές στο έργο τους και θα ανυψώσει το διδακτικό επάγγελμα, το οποίο «τότε μόνον (...) καθίσταται αρχή, σωτηρίως επενεργούσα εις την νεολαίαν, όταν οι Καθηγηταί είναι ενδεδυμένοι όλην την αξίαν του κοινωνικού ανθρώπου». Η σχετική

επιχειρηματολογία εμπλουτίζεται και με τις απαραίτητες αναφορές στην

εθνική αποστολή του Πανεπιστημίου: «Το Ελληνικόν Πανεπιστήμιον, διαδεχθέν τα απανταχού της ελληνικής φυλής εκπαιδευτήρια, τα οποία προητοίμασαν το έργον της Παλιγγενεσίας του Ελληνικού Έθνους (...) είναι προωρισμένον να εξακολουθήση το ένδοξον τούτο έργον, και να παριστάνη την ενότητα των φώτων και του πολιτισμού καθ' όλον το Ελληνικόν γένος».

Το μοτίβο του υψηλού προορισμού του Πανεπιστημίου κυριάρχησε και στη

48. Από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1864 διορίστηκαν υπουργοί έξι καθηγητές, πέντε της Νομικής και ένας της Φιλοσοφικής : ο Γ. Ράλλης (Δικαιοσύνης 184143, 1848-49 και 1857-60, Οικονομικών 1842-43, Εξωτερικών 1849), ο Σπ. Πήλληκας (Δικαιοσύνης 1853-54), ο Π. Αργυρόπουλος (Εξωτερικών 1854 και 1855, Οικονομικών 1854, Παιδείας 1855),ο Π. Καλλιγάς (Δικαιοσύνης 1854, Εξωτερικών 1863 και 1864), ο Μ. Ποτλής (Εξωτερικών 1855-56, Δικαιοσύνης 1855-56 και 1860-62, Παιδείας 1855 και 1860-62) και ο Α. Ρ. Ραγκαβής (Εξωτερικών 1856-59). Βλ. D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, μετάφρ. Α. Ξανθόπουλος, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1982, σ. 414-420.

49. Η αίτηση είναι δημοσιευμένη στον τύπο της εποχής (εφ. Αθηνά, αρ. 1122, 20 Μαΐου 1844 κ.ά.) και στα Πρακτικά της εν Αθήναις της Τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, ό.π., σ. 531-533. Αναδημοσιεύεται στο Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 104-106 και Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 304-306.

TEXT_PAGE_SHORT115
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/116.gif&w=600&h=915

συζήτηση που έγινε στην Εθνική Συνέλευση μετά από εισήγηση του γραμματέα του Πανεπιστημίου Γ. Δοκού, πληρεξούσιου της Ύδρας50. Για τους περισσότερους πληρεξούσιους που έλαβαν τον λόγο η παραχώρηση στο Πανεπιστήμιο του δικαιώματος να εκλέγει δικό του βουλευτή ήταν ένας οφειλόμενος φόρος τιμής του έθνους προς τα γράμματα και τις επιστήμες. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, υποστηρίχθηκε, η ιστορία της οποίας είναι σύμφυτη με την παιδεία, «θέλει φέρει τιμήν εις το έθνος η παραδοχή παραστάτου του Πανεπιστημίου». Και αυτό όχι απλώς γιατί το Πανεπιστήμιο είναι ο κατ' εξοχήν

εκπρόσωπος της παιδείας στη χώρα, αλλά και γιατί η εκπαιδευτική αποστολή του υπερβαίνει τα σύνορα του ελληνικού κράτους. «Το Πανεπιστήμιο τούτο δεν είναι Πανεπιστήμιον των Αθηνών, δεν είναι Πανεπιστήμιον της Αττικής, δεν είναι Πανεπιστήμιον του Ελληνικού κράτους· είναι Πανεπιστήμιον όλου του Ελληνικού κόσμου»51. Ως εθνικός θεσμός, λοιπόν, το Πανεπιστήμιο δικαιούται να έχει δικό του εκπρόσωπο στη Βουλή, γεγονός που θα

ενισχύσει την αίγλη του, θα διασφαλίσει την αυτοτέλειά του και θα υπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά του, κάτι που δεν είναι σε θέση να κάνει ούτε η Βουλή ούτε το υπουργείο Παιδείας.

Στα επιχειρήματα υπέρ της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης του Πανεπιστημίου δεν έλειψε ωστόσο και ο αντίλογος. Έτσι, ο Ρήγας Παλαμήδης, τοποθετώντας το ζήτημα σε διαφορετική βάση, θα υποστηρίξει ότι οι καθηγητές του Πανεπιστημίου δεν είναι παρά μισθωτοί, όπως όλοι οι υπάλληλοι του κράτους, και κατά συνέπεια δεν πρέπει να υπάρξει γι' αυτούς προνομιακή μεταχείριση· αν δοθεί στο Πανεπιστήμιο το δικαίωμα εκλογής βουλευτή, θα ζητήσουν το ίδιο και οι κάθε λογής συντεχνίες. Η ένσταση του Παλαμήδη δεν

έγινε δεκτή· θεωρήθηκε μάλιστα υποτιμητική για το «ηθικόν πρόσωπον» του Πανεπιστημίου η εξίσωσή του με τις συντεχνίες. Τελικά η Εθνική Συνέλευση με ψήφους 119 προς 44 έκανε δεκτό το αίτημα των καθηγητών. Όσο για τις τυπικές διαδικασίες, αποφασίστηκε ότι «η Επιτροπή η συντάττουσα τον περί

εκλογής νόμον, θέλει ορίσει τον τύπον και τον τρόπον της παρά των καθηγητών

50. Βλ. Πρακτικά, ό.π., σ. 533-544. Αποσπάσματα των συζητήσεων αναδημοσιεύονται από την εφ. Η Ελπίς, 16 Μαΐου 1844 και 18 Ιουνίου 1844 στο Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 106-111. Πβ. εφ. Αθηνά, αρ. 1122,20 Μαΐου 1844, αρ. 1123,24 Μαΐου 1844 και αρ. 1125, 31 Μαΐου 1844. Ας σημειωθεί ότι τα κείμενα των συζητήσεων στα Πρακτικά της Εθνικής Συνέλευσης και στον τύπο της εποχής παρουσιάζουν πολλές διαφορές μεταξύ τους.

51. Α. Δημαράς, ό.π., σ. 109. Το απόσπασμα αυτό δεν υπάρχει στα Πρακτικά της Εθνικής Συνέλευσης.

TEXT_PAGE_SHORT116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/117.gif&w=600&h=915

των εκλογής του βουλευτού τούτου όστις πρέπει να έχη τα προσόντα του Βουλευτού»52. Συγχρόνως η Εθνική Συνέλευση παραχώρησε στο Πανεπιστήμιο και το δικαίωμα vói εκπροσωπείται στη Γερουσία53.

Tòt σχετικοί με την εκλογή του βουλευτή του Πανεπιστημίου καθορίστηκαν στον νόμο «Περί εκλογής Βουλευτών» του 1844. Σύμφωνα μ' αυτόν, ο βουλευτής του Πανεπιστημίου θα εκλεγόταν από το σύνολο των καθηγητών του ιδρύματος με απόλυτη πλειοψηφία. Προϋπόθεση για την εκλογή του ήταν να

έχει απλώς τα προσόντα που πρόβλεπε το Σύνταγμα για τους βουλευτές54. Αυτό σήμαινε ότι ο βουλευτής του Πανεπιστημίου δεν ήταν απαραίτητο να είναι πανεπιστημιακός καθηγητής : ο σύλλογος των καθηγητών θα μπορούσε να

εκλέξει ως εκπρόσωπό του και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός Πανεπιστημίου. Αυτό φαίνεται ότι ήταν και το πνεύμα της απόφασης στην Εθνική Συνέλευση, αν κρίνουμε από την παρατήρηση του γραμματέα του Πανεπιστημίου Γ. Δοκού, που περιλαμβάνεται στα Πρακτικά, ότι ο βουλευτής του ιδρύματος «δύναται να λαμβάνηται και εντός και εκτός του Πανεπιστημίου παρά των καθηγητών»55. Η ερμηνεία αυτή όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, προκάλεσε αμφισβητήσεις και τελικά ακυρώθηκε.

Η εκλογή του πρώτου βουλευτή του Πανεπιστημίου έγινε τον Ιούλιο του 1844, κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές, μέσα σε ένα κλίμα έντονα φορτισμένο από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις του αγγλικού και του γαλλικού κόμματος. Υποψήφιοι ήταν δύο καθηγητές, ο Κ. Σχινάς και ο Φ. Ιωάννου, και ο γνωστός πολιτικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πρωθυπουργός στην προηγούμενη κυβέρνηση. Βουλευτής του Πανεπιστημίου αναδείχθηκε με άνετη πλειοψηφία ο Μαυροκορδάτος. Η εκλογή του προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων

52. Πρακτικά, ό.π., σ. 544.

53. Κατά το Σύνταγμα του 1844 (άρθρο 72, παράγρ. 5, ιγ') ως γερουσιαστές μπορούσαν να διορίζονται και πρυτάνεις του Πανεπιστημίου, οι οποίοι είχαν εκλεγεί δύο φορές στο αξίωμα αυτό και είχαν δεκαετή υπηρεσία ως καθηγητές. Σε θέση γερουσιαστή διορίστηκε ένας μόνο καθηγητής που συγκέντρωνε τα παραπάνω προσόντα, ο Φ. Ιωάννου (1861). Το προνόμιο αυτό του Πανεπιστημίου καταργήθηκε αυτοδικαίως με την κατάργηση του θεσμού της Γερουσίας το 1864.

54. Πρακτικά, ό.π., σ. 736. Ας σημειωθεί ότι σε μια προηγούμενη διατύπωση των

άρθρων για την εκλογή του βουλευτή του Πανεπιστημίου αναφέρεται ότι αυτός εκλέγεται από τους καθηγητές του ιδρύματος, τους γυμνασιάρχες και τους διδασκάλους των ανώτερων σχολών (Πολυτεχνικού Σχολείου, Ευελπίδων) και ότι ο «εκλεχθησόμενος» πρέπει να είναι τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου. Βλ. Πρακτικά, ό.π., σ. 663 κ.εξ.

55. Στο ίδιο, ο. 543. Πβ. Α. Δημαράς, ό.π., σ. 111.

TEXT_PAGE_SHORT117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/118.gif&w=600&h=915

από την πλευρά της αντιπολίτευσης, και γιατί εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου εκλέχθηκε ένας εξωπανεπιστημιακός, άλλα κυρίως γιατί ο ίδιος ήταν ηγέτης ενός πολιτικού κόμματος. Η εκλογή του Μαυροκορδάτου θεωρήθηκε μάλιστα ότι ήταν ένα σωσίβιο γι' αυτόν μετά την ακύρωση των εκλογικών

αποτελεσμάτων στις περιφέρειες όπου είχε εκλεγεί βουλευτής. Οι πολιτικοί

αντίπαλοι του Μαυροκορδάτου χαρακτήρισαν την εκλογή του σκανδαλώδη και παράνομη και ζήτησαν την ακύρωσή της, ενώ συγχρόνως κατηγόρησαν και τους καθηγητές του Πανεπιστημίου για εύνοια και κολακεία προς τον πρώην πρωθυπουργό. Τον Δεκέμβριο του 1844 το θέμα ήρθε για συζήτηση στη νέα Βουλή, με το ερώτημα αν μπορεί να εκλέγεται βουλευτής του Πανεπιστημίου πρόσωπο που δεν είναι καθηγητής. Η άποψη της Βουλής, όπου πλειοψηφούσε τώρα το κόμμα του Κωλέττη που είχε κερδίσει τις εκλογές, ήταν αρνητική, πράγμα που οδήγησε στην ακύρωση της εκλογής του Μαυροκορδάτου56 .

Η εκλογή του Μαυροκορδάτου ως βουλευτή του Πανεπιστημίου ήταν οπωσδήποτε μια πράξη με πολιτικό περιεχόμενο. Οι καθηγητές ψηφίζοντας για

εκπρόσωπό τους τον Μαυροκορδάτο επιδίωκαν να θέσουν το Πανεπιστήμιο υπό την προστασία ενός ισχυρού πολιτικού προσώπου. Στην επιλογή του όμως έπαιξαν σημαντικό ρόλο και οι κομματικοί συσχετισμοί μέσα στο Πανεπιστήμιο. Αν και δεν γνωρίζουμε τις διεργασίες που προηγήθηκαν, μπορούμε ωστόσο να υποθέσουμε βάσιμα ότι η πρωτοβουλία για την υποστήριξη της υποψηφιότητας Μαυροκορδάτου προήλθε από μια ομάδα καθηγητών, που ανήκαν ιδεολογικά στον φιλελεύθερο πολιτικό χώρο και είχαν σχέσεις με τον πρώην πρωθυπουργό και στελέχη του αγγλικού κόμματος. Στην ομάδα αυτή ανήκαν, μεταξύ άλλων, ο Π. Αργυρόπουλος, γυναικάδελφος του Μαυροκορδάτου, ο Κ. Ασώπιος, ο Θ. Μανούσης, ο Ν. Βάμβας και ο Μ. Αποστολίδης, καθηγητές με δυναμική παρουσία στο Πανεπιστήμιο. Ας σημειωθεί ότι τρεις απ' αυτούς, ο Ασώπιος, ο Βάμβας και ο Αποστολίδης, συμμετείχαν το 1844 στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου, ο πρώτος ως πρύτανης και οι δύο άλλοι ως κοσμήτορες της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής Σχολής, αντίστοιχα. Η συγκεκριμένη σύνθεση της Συγκλήτου είναι πολύ πιθανό ότι δημιούργησε

ένα ευνοϊκό κλίμα υπέρ του Μαυροκορδάτου.

Μετά την ακύρωση της εκλογής του Μαυροκορδάτου έγιναν νέες εκλογές

56. Για το θέμα Μαυροκορδάτου βλ. Π.Γ.Σ., 16 Μαΐου 1844· Ν. Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις, τ. Β', επιμ. Α. Αγγέλου, Αθήνα, Ερμής, 1973, σ. 98,100· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 61.

TEXT_PAGE_SHORT118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/119.gif&w=600&h=915

τον Ιούνιο του 1845, με υποψήφιους τώρα αποκλειστικά καθηγητές του Πανεπιστημίου. Υποψήφιοι ήταν ο Φίλιππος Ιωάννου, μετριοπαθής αγγλόφιλος με καλές σχέσεις με το παλάτι, και ο Κ. Σχινάς, ευνοούμενος του Κωλέττη. Και οι εκλογές αυτές έγιναν μέσα σε φορτισμένο κλίμα, καθώς και τα δύο αντίπαλα κόμματα, του Κωλέττη, που βρισκόταν στην εξουσία, και του Μαυροκορδάτου, επιχείρησαν να επωφεληθούν πολιτικά απ' αυτές. ιδιαίτερα ισχυρές ήταν οι πιέσεις που ασκήθηκαν από το κυβερνητικό κόμμα. Μια μέρα πριν από τις εκλογές, η κυβέρνηση Κωλέττη απέλυσε τρεις καθηγητές, τον Κ. Δομνάδο, τον Π. Καλλιγά και τον Κ. Νέγρη, που θεωρούνταν προσκείμενοι στο αγγλικό κόμμα, για να αποτρέψει την εκλογή του υποψήφιου «των Μαυροκορδατιστών» Φ. Ιωάννου. Παρά τις επεμβάσεις όμως, βουλευτής αναδείχθηκε ο Φ. Ιωάννου. Ο κυβερνητικός υποψήφιος Κ. Σχινάς συγκέντρωσε ελάχιστες ψήφους57.

Οι κομματικές αυτές παρεμβάσεις και γενικότερα η πολιτικοποίηση των

εκλογών προκάλεσαν την έκπληξη αλλά και την αποδοκιμασία εκείνων που θεωρούσαν ότι το Πανεπιστήμιο έπρεπε να βρίσκεται έξω από τις σύγχρονες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Κατηγορούν τους καθηγητές ότι ενώ έπρεπε να είναι υποδείγματα ηθικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας, αντίθετα, «φοβούμενοι τας καταδρομάς της εξουσίας», καταφεύγουν «εις περιποιήσεις προς τους ισχυρούς της ημέρας» και γίνονται «δούλοι φατριών», μειώνοντας έτσι την καθηγητική τους αξιοπρέπεια και «εξευτελίζοντας» το Πανεπιστήμιο58. Η κριτική αυτή μπορεί να είναι υπερβολική, αποτυπώνει όμως κάτι από τις νέες σχέσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και την πολιτική εξουσία. Στο μέτρο που η εκλογή του βουλευτή του Πανεπιστημίου αποτελούσε μέρος της όλης εκλογικής διαδικασίας, ήταν σχεδόν αναπόφευκτη η συμμετοχή των καθηγητών στα πολιτικά δρώμενα της εποχής.

Στα επόμενα χρόνια οι βουλευτικές εκλογές στο Πανεπιστήμιο ήταν ομαλότερες, χωρίς να λείπουν όμως και πάλι οι εξωτερικές πολιτικές παρεμβάσεις. Κατά κανόνα, οι βουλευτές του Πανεπιστημίου εμφανίζονταν ως υπερκομματικά πρόσωπα, που εκλέγονταν αξιοκρατικά από τους συναδέλφους τους για να υποστηρίξουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του ιδρύματος.

57 . Για τις εκλογές του 1845 βλ. Π.Γ.Σ., 17 Ιουν. 1845· Τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής των Ελλήνων, τ. Γ', 4 Μαΐου-10 Αύγουστου 1845, σ. 1654-1655,1720·

εφ. Αθηνά, αρ. 1226, 17 Ιουν. 1845 και εφ. Αιών, αρ. 632, 20 Ιουνίου 1845. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 62.

58. Α. Δημαράς, ό.π., σ. 112-114 (απόσπασμα από την εφ. Η Ελπίς, 8 Ιουν. 1845).

TEXT_PAGE_SHORT119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/120.gif&w=600&h=915

Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Άμεσα ή έμμεσα η αντιπολίτευση πρότεινε τους δικούς της υποψήφιους καθηγητές για το βουλευτικό αξίωμα,

ενώ το ίδιο έκαναν και τα κυβερνητικά κόμματα, παρέχοντας την υποστήριξή τους σε καθηγητές που είχαν την ιδιότητα του υπουργού59. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η εκλογή των υποψηφίων ήταν μάλλον εξασφαλισμένη, όχι μόνο γιατί είχαν την επίσημη κυβερνητική υποστήριξη, αλλά και γιατί θεωρούνταν από τους συναδέλφους τους, λόγω της πολιτικής τους δύναμης, οι καταλληλότεροι να εκπροσωπήσουν το Πανεπιστήμιο60.

Στο διάστημα από το 1844 ως το 1862 χρημάτισαν βουλευτές του Πανεπιστημίου επτά καθηγητές: Φ. Ιωάννου 1845-1847,Κ. Σχινάς 1847-1850,Γ. Ράλλης 1850-1853, Σπ. Πήλληκας 1853-1856, Α. Ρ. Ραγκαβής 1856-1859, Π. Αργυρόπουλος 1859-1860 και Μ. Ποτλής 1861-1862. Απ' αυτούς τέσσερις ήταν καθηγητές της Νομικής και τρεις της Φιλοσοφικής, ενώ τρεις (Πήλληκας, Ραγκαβής, Ποτλής) είχαν χρηματίσει συγχρόνως και υπουργοί61. Το κύριο έργο τους, πέρα από τα πάγια κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα, ήταν η υποστήριξή των συμφερόντων του ιδρύματος, αλλά και η παρέμβασή τους σε ζητήματα που αφορούσαν γενικά την εκπαίδευση62. Λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι μεταξύ Πανεπιστημίου και Βουλής, οι βουλευτές μετέφεραν σ' αυτήν τις θέσεις της Συγκλήτου και των άλλων πανεπιστημιακών οργάνων πάνω στα τρέχοντα προβλήματα του ιδρύματος και είχαν τον πρώτο λόγο στις σχετικές συζητήσεις. Μια από τις μόνιμες φροντίδες τους ήταν να ανακόψουν τις συχνές απόπειρες του υπουργείου Παιδείας να περιορίσει τις δαπάνες για το Πανεπιστήμιο και να μειώσει τις καθηγητικές έδρες. Αξιοσημείωτη ήταν επίσης η συμβολή τους στις προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση του πανεπιστημιακού Κανονισμού· ένα ζήτημα που, όπως θα δούμε παρακάτω, είχε αρχίσει από νωρίς να απασχολεί το υπουργείο Παιδείας και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Κρίνοντας, πάντως, γενικά τη λειτουργία του θεσμού του βουλευτή του Πανεπιστημίου, δεν μπορούμε να πούμε ότι έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην

59. Ενδεικτικό των κυβερνητικών παρεμβάσεων στην εκλογή του βουλευτή του Πανεπιστημίου είναι το σχόλιο που κάνει μια εφημερίδα το 1859, λίγο πριν από τις

εκλογές, ότι η κυβέρνηση τη φορά αυτή δεν υποδεικνύει κανέναν υποψήφιο, θεωρώντας τους όλους άξιους (εφ. Αιών, αρ. 1771,12 Αυγ. 1859).

60. Βλ. Ιωάννης Πήλικας, Απομνημονεύματα της υπουργίας Σπυρίδωνος Πηλίκα, Αθήνα 1893, σ. 65, 79 και Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, τ. Β', Αθήνα 1895, σ. 373.

61. Βλ. παραπάνω, σημ. 48.

62. Βλ. τον λόγο του Π. Αργυρόπουλου προς τους εκλογείς του, που δημοσιεύεται στην εφ. Αιών, αρ. 1783,31 Αυγ. 1859.

TEXT_PAGE_SHORT120
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/121.gif&w=600&h=915

προώθηση των πανεπιστημιακών ζητημάτων. Οι βουλευτές του Πανεπιστημίου περιορίστηκαν στη διαχείριση του ισχύοντος συστήματος, πράγμα που δεν είναι άσχετο και με τις κομματικές δεσμεύσεις τους. Νομιμόφρονες απέναντι στις εκάστοτε κυβερνήσεις -εξάλλου οι τρεις από τους επτά βουλευτές ήταν, όπως είπαμε, και υπουργοί συγχρόνως- είχαν μικρά περιθώρια υπέρβασης της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής.

Ο θεσμός του βουλευτή του Πανεπιστημίου λειτούργησε ως την επανάσταση του 1862. Δύο χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1864,η Εθνική Συνέλευση που κατάρτιζε το νέο Σύνταγμα αφαίρεσε από το Πανεπιστήμιο το δικαίωμα της κοινοβουλευτικής του εκπροσώπησης. Η απόφαση αυτή δεν ήταν άσχετη με το δυσμενές για το Πανεπιστήμιο κλίμα που είχε διαμορφωθεί στην Εθνική Συνέλευση. Παρότι η Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862 είχε αναγνωρίσει επίσημα τη συμβολή του Πανεπιστημίου στην προετοιμασία του

αντιοθωνικού κινήματος63, η φιλομοναρχική στάση ορισμένων καθηγητών πυροδότησε μια έντονη επίθεση κατά του Πανεπιστημίου. Οι καθηγητές, θα υποστηρίξει στην Εθνική Συνέλευση ο Αρ. Γλαράκης, «υπήρξαν πάντοτε αυλοκόλακες και δούλοι υπό τα νεύματα της εξουσίας»· μόνο οι φοιτητές («το Πανεπιστήμιον των φοιτητών») αγωνίστηκαν κατά του οθωνικού καθεστώτος64. Παρά τις προσπάθειες του Ν. Σαρίπολου, πληρεξούσιου του Πανεπιστημίου65 , να αντικρούσει τις κατηγορίες αυτές και παρά τις εκκλήσεις του προς την Εθνική Συνέλευση να ανανεώσει το κοινοβουλευτικό δικαίωμα του Πανεπιστημίου ως αναγνώριση της εθνικής προσφοράς του, το κλίμα δεν άλλαξε. Τελικά η Εθνική Συνέλευση, «αστόργως, και δη αγνωμόνως», κατά τη διατύπωση του Σαρίπολου66, απέρριψε με ψήφους 139 προς 106 πρόταση του ίδιου να περιληφθεί στο νέο Σύνταγμα σχετικό αρθρο67.

Ωστόσο η αφαίρεση από το Πανεπιστήμιο του δικαιώματος να εκλέγει δικό του βουλευτή τυπικά μόνο σχετίζεται με το αρνητικό κλίμα που επικράτησε

63. Βλ. εδώ, σ. 530.

64. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. ΣΤ', αρ. 126, 19 Φεβρ. 1865, σ. 1001, 1002 (συνεδρία Νοεμ. 1864).

65. Στην Εθνική Συνέλευση του 1862 το Πανεπιστήμιο είχε δύο αντιπροσώπους, τον Ν. Σαρίπολο και τον ομογενή από την Οδησσό Δημ. Μπερναρδάκη, ευεργέτη του Πανεπιστημίου (βλ. Αυτοβιογραφικά Απομνημονεύματα του Νικολάου I. Σαρίπολου, Αθήνα 1889, σ. 66). Συμμετείχαν επίσης σ' αυτήν και άλλοι καθηγητές ως πληρεξούσιοι διαφόρων επαρχιών.

66. «Προς τους εκλογείς αυτού Καθηγητάς του Εθνικού Πανεπιστημίου », Πανδώρα 15,1864-65, σ. 460.

67. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. ΣΤ', αρ. 125-126, 18-19 Φεβρ. 1865, σ. 999 κ.εξ.

TEXT_PAGE_SHORT121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/122.gif&w=600&h=915

σε στην Εθνική Συνέλευση. Στην πραγματικότητα ήταν μια απόφαση σύμφωνη με το νέο πνεύμα του Συντάγματος του 1864, και ειδικότερα με τους περιορισμούς στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι που εισήχθησαν σ' αυτό. Σε αντίθεση με το Σύνταγμα του 1844, που επέτρεπε και στους δημοσίους υπαλ

λήλους να έχουν την ιδιότητα του βουλευτή, το Σύνταγμα του 1864 όριζε ότι «τα καθήκοντα του βουλευτού είναι ασυμβίβαστα προς τα του εμμίσθου δημοσίου υπαλλήλου και τα του δημάρχου» (άρθρο 71). Από τον κανόνα αυτό

εξαιρούνταν οι αξιωματικοί του στρατού, οι οποίοι με τη συμμετοχή τους στο κίνημα του 1862 είχαν αποκτήσει πολιτική δύναμη και ήταν σε θέση, με τη σημαντική εκπροσώπησή τους στην Εθνική Συνέλευση, να ασκούν πιέσεις. Οι λόγοι που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση του ασυμβίβαστου ανάμεσα στο βουλευτικό αξίωμα και στο επάγγελμα του δημοσίου υπαλλήλου ήταν η διασφάλιση της πολιτικής ουδετερότητας των δημοσίων υπηρεσιών και της ανεξαρτησίας του βουλευτικού αξιώματος68.

Με τον αποκλεισμό των δημοσίων υπαλλήλων από το βουλευτικό αξίωμα,

αποκλείονταν αυτοδικαίως από τη Βουλή και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου. Οι ίδιοι βέβαια, ως ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και μέλη ενός συλλογικού σώματος με έντονη παρουσία στην εθνική και πνευματική ζωή, θεωρούσαν ότι ήταν κάτι περισσότερο από δημόσιοι υπάλληλοι, και αυτό ακριβώς ήταν που συνετέλεσε στην παραχώρηση του κοινοβουλευτικού δικαιώματος στο Πανεπιστήμιο το 1844. Είκοσι χρόνια αργότερα όμως οι σχετικές αντιλήψεις είχαν αλλάξει. Μπορεί το Πανεπιστήμιο να συνέχιζε να θεωρείται ως θεσμός εθνικής σημασίας, αυτό όμως δεν αρκούσε τώρα για να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να έχει και δικό του βουλευτή. Η αρχή της διάκρισης των δημόσιων λειτουργιών και η τάση περιορισμού, έστω και με εξαιρέσεις, των προνομιακών μεταχειρίσεων που επικράτησε στην Εθνική Συνέλευση δεν συγχωρούσαν την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Ο αποκλεισμός του Πανεπιστημίου από τη Βουλή επέφερε σημαντικές

αλλαγές στις σχέσεις των καθηγητών με την πολιτική εξουσία. Σε αντίθεση με την περίοδο πριν από το 1864 όπου η σχέση των καθηγητών με τα κόμματα και τις κυβερνήσεις ήταν άμεση, μετά το 1864 η σχέση αυτή περιορίζεται. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι από την εποχή αυτή και ύστερα ελάχιστοι είναι οι

68. Βλ. Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και Εκλογές στην Ελλάδα, 1864-1909. ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1991, σ. 202 κ.εξ. Πβ. τη σχετική επιχειρηματολογία του καθηγητή της Νομικής και πληρεξούσιου στην Εθνική Συνέλευση Διομ. Κυριακού, Παρατηρήσεις επί του συνταχθέντος υπό της επιτροπής της Συνελεύσεως σχεδίου του Συντάγματος, Αθήνα 1864, σ. 55.

TEXT_PAGE_SHORT122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/123.gif&w=600&h=915

πανεπιστημιακοί καθηγητές που καλούνται να συμμετάσχουν ως υπουργοί σε κυβερνητικά σχήματα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι καθηγητές απέχουν από την πολιτική ζωή. Αρκετοί προσφέρουν από διάφορες θέσεις τις υπηρεσίες τους σε κυβερνήσεις, ενώ δεν παύουν να συμμετέχουν στις σύγχρονες πολιτικές και εθνικές ζυμώσεις.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Είδαμε παραπάνω ότι από την έναρξη της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, αλλά και πριν απ' αυτήν, είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τα βασικά στοιχεία της πανεπιστημιακής ιδεολογίας. Θεσμός κατά βάση εκπαιδευτικός, το Πανεπιστήμιο οφείλε να διαμορφώσει το απαραίτητο για τις ανάγκες του κράτους και της ελληνικής κοινωνίας επιστημονικό και υπαλληλικό προσωπικό (δικηγόρους, δικαστικούς, γιατρούς, εκπαιδευτικούς, ανώτερους κληρικούς, στελέχη της διοίκησης κλπ.) και συγχρόνως να συμβάλει στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών και στη διαμόρφωση της πνευματικής και πολιτικής ελίτ της χώρας. Παράλληλα όμως με τους πρακτικούς αυτούς στόχους, το Πανεπιστήμιο επιφορτίστηκε, όπως είπαμε, και με πολλά

άλλα καθήκοντα, που συνάπτονταν με ευρύτερους στόχους και προσδοκίες του ελληνικού κράτους. Το Πανεπιστήμιο όφειλε να αποτελέσει τον σύνδεσμο ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη Ελλάδα, να μεταλαμπαδεύσει τα φώτα του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην Ανατολή, να συντελέσει στην ενότητα του ελεύθερου και του αλύτρωτου ελληνισμού. Τα καθήκοντα αυτά, διατυπωμένα μονότονα σ' έναν πληθωρικό ρητορικό λόγο, αποτέλεσαν σε όλον τον 19ο αιώνα τον κορμό της πανεπιστημιακής ιδεολογίας.

Η σύνδεση του Πανεπιστημίου με την ελληνική αρχαιότητα δεν διεκδικεί βέβαια καμιά πρωτοτυπία : έτσι κι αλλιώς η αρχαιότητα, θεωρούμενη ως προγονική κληρονομιά των Νεοελλήνων, αποτελούσε από τα προεπαναστατικά χρόνια το σταθερό και μόνιμο πλαίσιο αναφοράς των λογίων. Με την ίδρυση του Πανεπιστημίου όμως η σχέση αυτή εμφανιζόταν πιο άμεση. Αν το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αρχαιότητας ήταν ο υψηλός πνευματικός πολιτισμός της, αυτός δεν μπορούσε να μετακενωθεί στη σύγχρονη Ελλάδα παρά μέσα από το Πανεπιστήμιο. Ένα ίδρυμα που από τη φύση του προοριζόταν να υπηρετήσει, όπως και οι ακαδημίες της αρχαιότητας, τα γράμματα, τη φιλοσοφία, τις επιστήμες. Συνεχίζοντας, κατά κάποιον τρόπο, την παράδοση των ιδρυμάτων αυτών, το Πανεπιστήμιο αναλάμβανε την υποχρέωση να

ενοφθαλμίσει τις αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στη νεότερη Ελλάδα,

TEXT_PAGE_SHORT123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/124.gif&w=600&h=915

να εξυψώσει την παιδεία, να αποκαθάρει τη γλώσσα και τα ήθη από τα «βαρβαρικά» στοιχεία και γενικότερα να συμβάλει στον «εξελληνισμό» της νεοελληνικής κοινωνίας. Το Πανεπιστήμιο, γράφει το 1855 ένας πανεπιστημιακός καθηγητής, οφείλει «να ενεργήση επί τον ελληνισμόν των ηθών, επί τον ελληνισμόν των τρόπων, επί τον ελληνισμόν της σκέψεως και επί τον ελληνισμόν των επιστημών αυτών· δι' όλων δε τούτων τέλος και επί τον ελληνισμόν του

έθνους. Τοιούτον θεωρώ τον προορισμόν του ημετέρου Πανεπιστημίου»69.

Η σύνδεση του Πανεπιστημίου με την αρχαιότητα ενισχύεται και από τον βαυαρικό νεοκλασικισμό. Από το 1832 ήδη, όπως είδαμε παραπάνω, ο Thiersch είχε συσχετίσει τη δημιουργία του Πανεπιστημίου με την επιστροφή των Μουσών στη γενέθλια γη τους και είχε προτείνει ως τον καταλληλότερο τόπο εγκατάστασης του ιδρύματος την περιοχή της Ακρόπολης. Μπορεί το Πανεπιστήμιο να μη χτίστηκε τελικά εκεί, ωστόσο τα νεοκλασικά ιδεολογήματα εκφράστηκαν με τον πιο ιδανικό τρόπο στο μεγαλοπρεπές μέγαρο του Πανεπιστημίου που σχεδίασε ο Ch. Hansen. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική του και ο ζωγραφικός διάκοσμος της ζωφόρου των Προπυλαίων του, με τις προσωποποιημένες επιστήμες δεξιά και αριστερά του Όθωνα και τις λοιπές παραστάσεις, εμπνευσμένες από την αρχαία Ελλάδα70, συμβολίζουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τους στενούς δεσμούς του Πανεπιστημίου με το πνεύμα της αρχαιότητας. Τη σχέση αυτή τονίζει εξάλλου και η γειτνίαση του Πανεπιστημίου με τα διάσπαρτα στο περιβάλλον της πρωτεύουσας αρχαία μνημεία : ένα στοιχείο που συγκινούσε ιδιαίτερα τους ξένους αρχαιολάτρες που επισκέπτονταν την πρωτεύουσα. Περιγράφοντας το 1847 ο Charles Lévêque, μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας, το κτίριο του Πανεπιστημίου , θα επαινέσει τον σεβασμό του αρχιτέκτονα στην αρχαία παράδοση -που συνεχίζει, κατά τον γάλλο αρχαιολάτρη, να είναι ζωντανή στον περιβάλλοντα χώρο- και θα υπογραμμίσει την παιδαγωγική λειτουργία που ασκεί ο χώρος αυτός στους φοιτητές, καθώς τους φέρνει καθημερινά σε επαφή με τα λείψανα

69. «Λόγος του καθηγητού Γ. Α. Μακά περί Γυμναστικής», Πανδώρα 6, 1855-56, σ. 187. Για το περιεχόμενο του όρου «ελληνισμός» στον 19ο αιώνα βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 402-404.

70. Η ζωφόρος σχεδιάστηκε το 1859 από τον ζωγράφο Karl Rahl αλλά εκτελέστηκε αργότερα (1889) από τον Eduard Lebiedzki. Βλ. Ηλ. Π. Βουτιερίδης, «Η ζωφόρος του Πανεπιστημίου», Παναθήναια, έτος IB', 31 Μαρτ. 1912, σ. 329-332 και Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εκατόν πενήντα χρόνια, 1837-1937, Κατάλογος έκθεσης ενθυμημάτων, Αθήνα 1987, σ. 47, 127. Ειδική μελέτη για τη ζωφόρο των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου έχει ετοιμάσει ο Χρύσ. Χρήστου (υπό εκτύπωση από την Ακαδημία Αθηνών).

TEXT_PAGE_SHORT124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/125.gif&w=600&h=915

να και τις τοποθεσίες της αρχαιότητας71. Συγκρίνοντας μάλιστα το ελληνικό Πανεπιστήμιο με το συγκρότημα της Σορβόννης στο Παρίσι, διαπιστώνει πόσο πιο προνομιούχοι είναι οι έλληνες από τους γάλλους φοιτητές :

«Στη Γαλλία, στη Σορβόννη, μέσα σ αυτή την ευρύχωρη αυλή, όπου η αρχιτεκτονική δεν λείπει βέβαια αλλά είναι χωρίς ορίζοντα, όπου το μάτι δεν συναντά παρά γκρίζους και σκυθρωπούς τοίχους, όπου ο ήλιος μόλις εισέρχεται και όπου εισχωρούν οι ενοχλητικοί θόρυβοι του δρόμου, χρειάζεται μεγάλη πνευματική προσπάθεια για να φτάσει να έχει κανείς μια ιδέα των σκηνών της

αρχαιότητας (...) Πιο ευτυχισμένοι από εμάς, οι φοιτητές της Αθήνας δεν

έχουν παρά να σταθούν στα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Πανεπιστημίου και, περιστρέφοντας το βλέμμα τους, να δουν την αρχαιότητα να υψώνει μέσα α

πό τα ερείπια το αθάνατο κεφάλι της και να τους φανερώνεται πάντα ωραία, σοφή και εύγλωττη. Απέναντι είναι ο Παρθενώνας, ο ναός αυτής της μεγάλης, χωρίς γήινους έρωτες, θεάς (...) Κοντά στην Ακρόπολη είναι ο βράχος του Αρείου Πάγου, κοντά στον Άρειο Πάγο βρίσκεται ο άλλος, ο τόσο μικρός και τόσο μεγάλος βράχος, τόσο ταπεινός και τόσο περήφανος συγχρόνως, η Πνύκα...». Όλη αυτή η ρομαντική σκηνογραφία δεν μπορεί, κατά τον Lévêque, παρά να έχει ευεργετική επίδραση στο Πανεπιστήμιο: «Ποιος λοιπόν δεν βλέπει ότι αυτή η σεπτή γειτνίαση μπορεί να κάνει αποτελεσματικά τα μαθήματα του παρελθόντος η να προσδώσει κύρος στους δασκάλους, οι οποίοι εμπνέονται απ' αυτήν και τη συνεχίζουν ;»72.

Μαζί με το παρελθόν συνυπάρχει στο Πανεπιστήμιο και το παρόν, με τους

ανδριάντες που στήνονται στα Προπύλαια στη δεκαετία του 1870. Σύμβολο της αναγέννησης του ελληνικού έθνους που επιτεύχθηκε με την Επανάσταση του 1821 και συνεχιστής του έργου της73, το Πανεπιστήμιο θεωρήθηκε ως ο καταλληλότερος χώρος για να δεξιωθεί τους ανδριάντες κορυφαίων ανδρών της ελληνικής παλιγγενεσίας, «όπως έχωσι προ οφθαλμών οι νέοι Έλληνες

71. Charles Lévêque, «L'Université d'Athènes et l'instruction publique en Grèce», Revue des Deux Mondes 20,1847, a. 511-513.

72. Τα παραπάνω αντιγράφονται σχεδόν κατά λέξη λίγα χρόνια αργότερα από τον βαυαρό αρχιτέκτονα Fr. Stauffert, που έζησε και δούλεψε στην Αθήνα από το 1833 ως το 1843. Βλ. το άρθρο του, «Die Otto-Universität in Athen, entworten und erbaut von Christian Hansen», Allgemeine Bauzeitung, Βιέννη 1851, σ. 1-6 (αναδημοσιεύεται σε μετάφραση στην Πανδώρα 16, 1865-66, σ. 468-472,473-476, με τίτλο: «Το εν Αθήναις Οθώνειον Πανεπιστήμιον. Σχεδιασθέν και οικοδομηθέν υπό Χριστιανού Χάνσεν»). Πβ. Π. Ενεπεκίδης, Αθηναϊκά, Αττικοβοιωτικά, Δωδεκανησιακά, Αθήνα, Ωκεανιδα, 1991, σ. 53 κ.εξ.

73. Σπ. Πήλληκας-Π. Αργυρόπουλος, Λόγοι, 1853, σ. 9 και Ν. Καζάζης, Το Πανεπιστήμιον και η εθνική ιδέα, Αθήνα 1902, σ. 4.

TEXT_PAGE_SHORT125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/126.gif&w=600&h=915

ίδια παραδείγματα ακραιφνέστατου και μοναδικού υπέρ της πολιτικής και

επιστημονικής του έθνους ημών αναγεννήσεως πατριωτισμού και αληθούς αύταπαρνήσεως»74. Ως αντιπροσωπευτικότερες μορφές της ελληνικής παλιγγενεσίας είχαν αναδειχθεί ήδη ο Ρήγας Βελεστινλής, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε' και ο Αδαμάντιος Κοραής, σύμβολα της ελευθερίας, της θρησκείας και των γραμμάτων, αντίστοιχα. Με δαπάνες του ομογενούς Γεωργίου Αβέρωφ κατασκευάστηκε και στήθηκε μπροστά από το Πανεπιστήμιο τον Ιούνιο του 1871 ο ανδριάντας του Ρήγα, έργο του Ιω. Κόσσου, και τον επόμενο χρόνο, στις 25 Μαρτίου 1872, ο ανδριάντας του Γρηγορίου Ε', έργο του Γ. Φυτάλη. Τρία χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1875, θα γίνουν και τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κοραή, που είχε κατασκευαστεί από τον Γ. Βρούτο με δαπάνες των Χίων75. Σ' αυτούς θα προστεθεί το 1900 και ο ανδριάντας του άγγλου πολιτικού W. Ε. Gladstone, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη φιλελληνική πολιτική του.

Αξιοσημείωτη είναι η θέση των ανδριάντων. Ο Ρήγας και ο πατριάρχης Γρηγόριος στήθηκαν από τη μία και από την άλλη πλευρά των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου, έτσι ώστε να αποτελούν ένα ζεύγος. Ένα δεύτερο ζεύγος θα σχηματιστεί το 1931 όταν δίπλα στον Κοραή θα στηθεί ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια. Πρόκειται ασφαλώς για δύο ζεύγη ετερόκλητα, καθώς

ενώνονται εδώ συμβολικά άνδρες τους οποίους χώριζαν βαθιές ιδεολογικές διαφορές. Αυτά όμως δεν είχαν πλέον σημασία. Εκείνο που ενδιέφερε ήταν η δημιουργία ενός εθνικού πανθέου, που, όπως έχει παρατηρήσει εύστοχα ο Φίλιππος Ηλιού, θα εξέφραζε η θα συντελούσε να εκφραστεί «στο πλαίσιο των μορφωμάτων της επίσημης ιδεολογίας, η ενότητα του έθνους κάτω από τη σκέπη των μεγάλων ανδρών που σημάδεψαν την ιστορία του»76.

74. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 89.

75. Για την ανέγερση των τριών αυτών ανδριάντων βλ. πρυτανικές λογοδοσίες των

ετών 1867-68, 1869-70, 1871-72, 1874-75 και Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 173-174. Βλ.

επίσης: «Οι προ του Πανεπιστημίου ανδριάντες»,Εστία 23,1887, σ. 328 και Η. Γ. Μυκονιάτης, «Οι ανδριάντες του Ρήγα και του Γρηγορίου Ε' στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας και το πρώτο κοινό τους», Ελληνικά 35,1984, σ. 355-370. Τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γρηγορίου Ε' έγιναν μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, στην οποία προσέδωσε ιδιαίτερο τόνο η απαγγελία του γνωστού ποιήματος στον Γρηγόριο από τον Βαλαωρίτη (βλ. Ε. Καστόρχης, ό.π., σ. 88 και Κ. Θ. Δημαράς, «Πλαισίωση του 1872», Νια Εστία, τ. 106, τχ. 1259, Χριστούγεννα 1979, σ. 467-474). Για την

αποκάλυψη του ανδριάντα του Κοραή βλ. εφ. Αιών, αρ. 3126, 24 Απρ. 1875, αρ. 3134 [3131], 12 Μαΐου 1875, αρ. 3132,15 Μαΐου 1875.

76. Φ. Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις του κοραϊσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα, Ο Πολίτης, 1989, σ. 22.

TEXT_PAGE_SHORT126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/127.gif&w=600&h=915

Με όλα αυτά το Πανεπιστήμιο αναδεικνύεται σε σύμβολο εθνικής ενότητας. Μιας ενότητας διαχρονικής, καθώς συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και δένονται σε ένα μνημειακό σύνολο, με τις απαραίτητες χρονικές και ιδεολογικές συναιρέσεις, το παρελθόν και το παρόν: από τη μια μεριά η ελληνική αρχαιότητα, εκφρασμένη στον νεοκλασικό ρυθμό του κτιρίου του Πανεπιστημίου, και από την άλλη η αναγεννημένη Ελλάδα με τους ανδριάντες διαπρεπών εκπροσώπων της παλιγγενεσίας της.

Ως προς τη σχέση του Πανεπιστημίου με την Ευρώπη, αυτή προσλαμβάνει διάφορες αποχρώσεις, που καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον προβληματισμό και τις συζητήσεις που κυριαρχούν σε όλο τον 19ο αιώνα σχετικά με τον δυτικό η ανατολικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ελλάδας77. Στις σχετικές συζητήσεις συμμετέχουν με ιδιαίτερο ζήλο πολλοί εκπρόσωποι του Πανεπιστημίου. Αν για τον Μάρκο Ρενιέρη η απάντηση στο ερώτημα «Τί είναι η Ελλάς ;» είναι ότι οι Έλληνες είναι δυτικοί και όχι ανατολικοί78, η απάντηση που δίνει στο ίδιο ερώτημα ο Κων. Φρεαρίτης είναι διαφορετική. Η Ελλάδα,

αποφαίνεται, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο: είναι «καθαρά καθαρωτάτη Ελλάς, και τον πολιτισμόν αυτής οφείλει εξ αυτής της Ελλάδος λαμβάνειν»79. Κάθε τί που δεν βγαίνει από τα σπλάγχνα του έθνους είναι «οθνείον και βλαβερόν». Η ρητή αυτή αποδοκιμασία του «ξενισμού» και η κατάφαση στην ελληνική αυτάρκεια εκφράζει μάλλον μια μικρή μειοψηφία στον χώρο των πανεπιστημιακών. Η κυρίαρχη θέση είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι Ανατολή, συνδέεται όμως στενά με την Ευρώπη και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό,

αφού αυτός έχει τις ρίζες του στην ελληνική αρχαιότητα, και ότι η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί και πρέπει να παίξει ένα διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Η Ελλάδα, γράφει το 1847 ο καθηγητής της πολιτικής οικονομίας Ιω. Σούτσος, είναι ανατολική στα ήθη, στη γλώσσα και στο θρήσκευμα, αλλά δυτική στην επιστήμη και το πολίτευμα, πράγμα που της εξασφαλίζει μια προνομιακή θέση στον χώρο της Ανατολής. Ως εκ τούτου, πρέπει

77. Για το θέμα αυτό βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα, Ερμής, 1982, σ. 356-359· Αντώνης Λιάκος, Η Ιταλική Ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, 1859-1862, Αθήνα, Θεμέλιο, 1985, σ. 125-129' Έλλη Σκοπετέα, «Το πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988, σ. 340342.

78. Βλ. το ανώνυμο άρθρο του «Τί είναι η Ελλάς;», Ερανιστής, τ. Α', φυλλ. Γ', 1842, σ. 190-215.

79. Κ. Φρεαρίτης, «Βιβλιοκρισία. Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως υπό Δ. Σ. Στρούμπου», Πανδώρα 5, 1854-55, σ. 529-530.

TEXT_PAGE_SHORT127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/128.gif&w=600&h=915

πει να γίνει η γέφυρα για τη μεταφορά από τη Δύση στην Ανατολή των ευρωπαϊκών ιδεών, αλλά και των ευρωπαϊκών επινοήσεων, κεφαλαίων και προϊόντων, και να γίνει πρότυπο πολιτείας στην Ανατολή80. Με τη διατύπωση αυτή ο Σούτσος προσδίδει ένα ευρύτερο περιεχόμενο στην έννοια της Μεγάλης Ιδέας, που είχε διακηρύξει τρία χρόνια πριν ο Ιω. Κωλέττης.

Βασικός αγωγός μεταφοράς των δυτικοευρωπαϊκών ιδεών στην Ανατολή θα είναι το Πανεπιστήμιο. Όπως είχε διακηρυχθεί από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το Πανεπιστήμιο ως ανώτερος εκπαιδευτικός και πνευματικός θεσμός προοριζόταν να γίνει το «μετοχετευτήριον των φώτων της πεφωτισμένης Ευρώπης εις την πρόπαλαι εστίαν του ανθρωπίνου γένους»81. Η ιδέα αυτή θα καταστεί γρήγορα κοινός τόπος. Πανεπιστημιακοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι διακηρύττουν σε όλον τον 19ο αιώνα, με ένα πλήθος ρητορικών εκφράσεων από τις οποίες δεν λείπει η μεταφυσική χροιά, την υψηλή

αποστολή του Πανεπιστημίου να φωτίσει την Ανατολή. Το Πανεπιστήμιο είναι ο «ναός της ανατολικής εκπαιδεύσεως»82, το «άσυλον των Ανατολικών Μουσών»83, ο «ήλιος της Ανατολής»84, το «νέον Άγιον Όρος της Ανατολής», η «αγία Σιών της ανατολικής παιδεύσεως»85. Η τρίτη από τις εκφράσεις αυ

τές χρησιμοποιείται εναλλακτικά και για την Ελλάδα, όπως δείχνει η γνωστή ρήση του Επ. Δεληγιώργη: «Το ελληνικόν βασίλειον έπρεπε να ήνε ο δορυφόρος της Δύσεως και ο ήλιος της Ανατολής»86.

Η Ανατολή ως χώρος αναφοράς του Πανεπιστημίου δεν προσδιορίζεται ποτέ με ακρίβεια. Ασφαλώς όμως έχει ένα μεγάλο γεωγραφικό εύρος. Περιλαμβάνει, εκτός από την κυρίως Ελλάδα και τα Επτάνησα, τις τουρκοκρατούμενες περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου, τη Μικρά Ασία και τα νησιά του Αιγαίου, αλλά και τα ελληνικά παροικιακά κέντρα της Μεσογείου. Ουσιαστικά, το Πανεπιστήμιο απευθύνεται σε όλους τους χριστιανικούς λαούς της Ανατολής, ανεξαρτήτως εθνικής ταυτότητας : «όσοι Μολδαυοί, Βλάχοι, Σέρβοι,

80. Α. Βενιζέλος-Ι. Σούτσος, Λόγοι, 1847, σ. 34.

81. Ξ. Αναστασιάδης [Ιω. Γεννάδιος], Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα και επιστολαί, μέρος Α', Παρίσι 1926, σ. 399.

82. εφ. Η Ελπίς, 8 Ιουν. 1845 (βλ. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 113).

83. Α. Βενιζέλος-Ι. Σούτσος, Λόγοι, 1847, σ. 36 (από τον λόγο του Σούτσου).

84. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής κατά την δευτέραν σύνοδον της δευτέρας βουλευτικής περιόδου, τ. Β', Αθήνα 1849, σ. 836.

85. Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, β' εκδ., τ. Ε', Αθήνα 1875, σ. 326, 332 (αγόρευσή του στην Εθνική Συνέλευση το 1864).

86. Επ. Δεληγιώργης, Πολιτικά ημερολόγια, πολιτικοί σημειώσεις, πολιτικαί επιστολαί, μέρος Α΄, 1859-1862, Αθήνα 1896, σ. 112.

TEXT_PAGE_SHORT128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/129.gif&w=600&h=915

Βούλγαροι επεσκέφθησαν τας Σχολάς μας και το Πανεπιστήμιον μας, έγιναν δεκτοί αδελφικώς υπό του Έθνους...», φέρεται να διαβεβαιώνει ο Κων. Σχινάς τον πρώην ηγεμόνα της Σερβίας Μίλος Οβρένοβιτς το 1842, επισημαίνοντας «ότι η Υμ. Μεγαλειότης [ο Όθων] όλους τους λαούς τους συνδεομένους μετά των Ελλήνων δια του δεσμού της θρησκείας, θεωρεί ως Έλληνας»87. Η γεωγραφική αυτή ευρυχωρία τονίζεται με κάθε ευκαιρία από τους πανεπιστημιακούς ρήτορες : το Πανεπιστήμιο, γράφει ο Σπ. Πήλληκας, δεν απευθύνεται μόνο στην ελληνική φυλή αλλά προσκαλεί «αδιακρίτως μάλιστα όλας τας φυλάς»88, ενώ ο I. Σούτσος υπογραμμίζει και τους λόγους που υπαγορεύουν αύτη τη στρατηγική, διακηρύσσοντας ότι το Πανεπιστήμιο είναι «η εστία και το ορμητήριον τόσον της εσωτερικής ημών αναπτύξεως, όσον και της εξωτερικής ημών υπεροχής και της νοητικής ανορθώσεως του Ασιανού γένους»89.

Ο χώρος πάντως που ενδιαφέρει πρωτίστως το Πανεπιστήμιο είναι αυτός του αλύτρωτου ελληνισμού. Λειτουργώντας ως όργανο της Μεγάλης Ιδέας, το Πανεπιστήμιο επιδιώκει να διαδώσει στους αλύτρωτους Έλληνες την ελληνική παιδεία και να στερεώσει το εθνικό τους φρόνημα. Το μέσο για την πραγματοποίηση της αποστολής αυτής θα είναι οι ομογενείς φοιτητές, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο Πανεπιστήμιο θα εμβαπτισθούν στις ελληνικές εθνικές αξίες για να τις μεταλαμπαδέψουν κατόπιν στις πατρίδες τους ως επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, κληρικοί. Με άλλα λόγια, το Πανεπιστήμιο θα δημιουργούσε μέσω των φοιτητών την ποθητή «ενότητα πνευμάτων και ψυχών»90, προεικόνισμα της ενότητας της ελληνικής φυλής.

Η εθνική αποστολή του Πανεπιστημίου διακηρύσσεται με όλους τους δυνατούς ρητορικούς τόνους. Το Πανεπιστήμιο είναι ο «εθνικός οίκος της Ελλάδος»91, είναι το μέσο που «μας συνδέει μεθ' όλης της Ελληνικής φυ-

87. Σ. Β. Κουγέας, «Το ενδιαφέρον του Όθωνος διά το Πανεπιστήμιον», Νέα Εστία 22,1937, σ. 1797.

88. Σπ. Πήλληκας-Π. Αργυρόπουλος, Λόγοι, 1853, σ. 8-9.

89. Α. Βενιζέλος-1. Σούτσος, Λόγοι, 1847, σ. 35.

90. Charles Lévêque, «L'Université d'Athènes et l'instruction publique en Grèce», ό.π., σ. 514.

91. Η σχετική ρήση προέρχεται από στιχομυθία ανάμεσα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον γιο του Κολλίνο, που καταγράφεται το 1852 από τον Γ. Τερτσέτη: «Ο πατέρας μου εσιργιάνιζε εις την κάμαραν, εγώ έγραφα, λέγει ο Κολλίνος. Εσταμάτησε μονομιάς. Μ' ερωτάει: Κολλίνε ; ποίος νομίζεις, ότι είναι ο εθνικός οίκος της Ελλάδος; Του αποκρίθηκα ευθύς : Το παλάτι του Βασιλέως. -Όχι, μου είπε. Το πανεπιστήμιον» (Γ. Τερτσέτης, Εξακολούθησις των Προλεγομένων εις τα Υπομνήματα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Αθήνα 1852, σ. 32· το ίδιο στο Γ. Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, Αθήνα

TEXT_PAGE_SHORT129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/130.gif&w=600&h=915

φυλής»92, ο «σύνδεσμος του έθνους μετά του γένους»93, η «φωταγωγός λυχνία δια σύμπαν το ελληνικόν έθνος»94, ο «ναός του Εθνικού βίου των Πανελλήνων»95, «το σύμβολον της ενότητος της ελληνικής φυλής και της ελληνικής διανοίας»96. Ως «δισυπόστατον ναόν», «Πανεπιστήμιον» και «Πανελλήνιον», χαρακτηρίζει το 1896 ο Σπ. Λάμπρος το ελληνικό Πανεπιστήμιο97, επισημαίνοντας με τον τρόπο αυτό τη διπλή, εκπαιδευτική και εθνική, αποστολή του. Σκοπός του δεν είναι μόνο να υπηρετήσει την επιστήμη αλλά και την πατρίδα, «την ελληνικήν ταύτην πατρίδα, ήτις εκτείνεται μακράν, πέραν των ορίων του ημετέρου Βασιλείου, απανταχού όπου ευρίσκονται τα δέκα εκατομμύρια Ελ

λήνων τα διεσπαρμένα επί πάσης της επιφανείας της υδρογείου σφαίρας»98. Η σχετική ρητορεία φτάνει σε ακραία σημεία υπερβολής με δηλώσεις, όπως η επόμενη, που αποδίδει στο Πανεπιστήμιο μια σχεδόν υπερβατική δύναμη: «μία ημέρα παραδόσεως εν τω Πανεπιστημίω επισπεύδει την λύσιν του ανατολικού ζητήματος υπέρ του Ελληνισμού μάλλον μιας συνθήκης επί βλάβη ή

ακρωτηριασμώ της Τουρκίας, ή της πυρπολήσεως της Βηρυττού και της Πτο-

να 1927, σ. 218). Τη ρήση του Κολοκοτρώνη για το Πανεπιστήμιο ως «εθνικό οίκο» μνημονεύει τον ίδιο χρόνο και ο Σπ. Πήλληκας στον πρυτανικό Λόγο του (ό.π., σ. 7-8). Η παραπάνω στιχομυθία και ειδικότερα η τοποθέτηση του Πανεπιστημίου σε υψηλότερη θέση από το παλάτι αποτέλεσε πιθανώς τη βάση για τη δημιουργία αργότερα της

άλλης γνωστής ανεκδοτολογικής ρήσης, που αποδίδεται επίσης στον Κολοκοτρώνη: «Το σπίτι τούτο [το Πανεπιστήμιο] θα φάγη το σπίτι εκείνο [το παλάτι]». Καταγράφεται για πρώτη φορά, απ' όσο ξέρω, από τον Δημ. Βερναρδάκη (Καποδίστριας και Όθων, Αθήνα, Γαλαξίας, 1962, σ. 119-120· το έργο πρωτοδημοσιεύθηκε ανώνυμα το 1875 στην εφ. Νέα Ημέρα της Τεργέστης και επανεκδόθηκε το 1925 ως παράρτημα στην γ' έκδοση των Ιστορικών Αναμνήσεων του Ν. Δραγούμη) και επαναλαμβάνεται συχνά

αργότερα. Πβ. Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, «Το σπίτι τούτο θα φάει το σπίτι εκείνο. Είπε

άραγε αυτή τη φράση ο Θ. Κολοκοτρώνης;», Σκέψη και Ζωή, Δοκίμια και Χρονικά, Αθήνα, Εστία, 1970, σ. 176-198 και Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 351, 570.

92. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής..., τ. Α', Αθήνα 1853, σ. 278.

93. [Κ. Φρεαρίτης], «Εικοσιπενταετηρίς του Ελληνικού Πανεπιστημίου», Πανδώρα 13,1862-63, σ. 595.

94. Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σ. 332.

95. εφ. Αστήρ, αρ. 10-11,5 Αυγ. 1870.

96. Από προσφώνηση του Ηρ. Βασιάδη, εκπροσώπου του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, στα πενηντάχρονα του Πανεπιστημίου· βλ. Τα κατά την εορτήν της πεντηκονταετηρίδας του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1888, σ. 17-19.

97. Σπ. Λάμπρος, Οι ευεργέται και καθηγηταί του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1896, σ. 23-24.

98. Τα κατά την εβδομηκοστήν πέμπτην αμφιετηρίδα της ιδρύσεως του Εθνικού Πανεπιστημίου (1837-1912), Αθήνα 1912, σ. 60.

TEXT_PAGE_SHORT130
    TEXT_SEARCH_FORM
    TEXT_SEARCH_IN_BOOK
    TEXT_SEARCH_RESULTS
      TEXT_BOOK_LIST
        

        Πανεπιστήμιο αποβλέπουν, κατά τις δηλώσεις των διαθετών, στην εκπαίδευση των νέων γενικά, στην ενίσχυση της περιουσίας του ιδρύματος, άλλα και στην εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας του : «χάριν

        εκπαιδεύσεως της Ελληνικής νεολαίας», «προς διατήρησιν» του Πανεπιστημίου «εις ο φωτίζονται όλοι οι ομογενείς μαθηταί»,για «ν' απόκτηση [το Πανεπιστήμιο] ιδίαν περιουσίαν και να διαμείνη ανεξάρτητον προς φωτισμόν της Ελληνικής φυλής»30. Σε αρκετές περιπτώσεις οι σκοποί των κληροδοτημάτων είναι πιο εξειδικευμένοι : αποβλέπουν στη χορήγηση υποτροφιών σε φοιτητές η μαθητές προερχόμενους συνήθως από τον τόπο καταγωγής του διαθέτη, στη βράβευση αριστούχων φοιτητών, στην έκδοση πανεπιστημιακών και άλλων συγγραμμάτων, στην αγορά βιβλίων για την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη.

        Χάρη στα κληροδοτήματα το Πανεπιστήμιο σχημάτισε μια αρκετά μεγάλη περιουσία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 η αξία της ανερχόταν σε 2.840.826 δρχ. (1.639.712 δρχ. ακίνητη και 1.201.114 δρχ. χρηματική)31. Η πανεπιστημιακή περιουσία αυξάνεται ακόμη περισσότερο στα επόμενα χρόνια. Με τις αθρόες δωρεές που γίνονται στη δεκαετία του 1870 και τις προσόδους που αύτη έχει αρχίσει να αποδίδει φτάνει στα τέλη της δεκαετίας του 1880 στα 5,5 εκατομμύρια δρχ.32 Με την περιουσία του το Πανεπιστήμιο ελάφρυνε σημαντικά τις κρατικές δαπάνες για τη συντήρησή του33. Το κράτος πλήρωνε τους μισθούς του διδακτικού προσωπικού και του προσωπικού των Παραρτημάτων του Πανεπιστημίου (της Βιβλιοθήκης, του Αστεροσκοπείου, του Βοτανικού Κήπου κ.ά.), καθώς και ορισμένων υπαλλήλων της γραμματείας,

        ενώ τα λειτουργικά έξοδα του Πανεπιστημίου (μισθοί διοικητικών υπαλλήλων, υποτροφίες, δαπάνες των σχολών, αγορές βιβλίων και οργάνων, συντήρηση κτιρίων, εκτυπώσεις βιβλίων κλπ.) καλύπτονταν από τα έσοδα της ιδιαίτερης περιουσίας του34. Στα λειτουργικά αυτά έξοδα το υπουργείο Παιδείας

        30. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 18,93, 38.

        31. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 73 κ.εξ.

        32. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 268.

        33. Κατά τον Κανονισμό του 1837, οι δαπάνες για τη συντήρηση του Πανεπιστημίου θα χορηγούνταν από το Εκκλησιαστικό Ταμείο, «καθόσον δεν λαμβάνονται από την ιδιαιτέραν προικοδότησιν του πανεπιστημίου»· στο μεταξύ όμως και όσο οι πηγές αυτές δεν θα επαρκούσαν, «θέλουν γίνεσθαι αι αναγκαίαι προκαταβολαί από το δημόσιον ταμείον» (άρθρο 2). Τελικά όμως το Εκκλησιαστικό Ταμείο ελάχιστα συνεισέφερε στο Πανεπιστήμιο.

        34. Βέβαια, τα χρήματα που δαπανούσε το κράτος για το Πανεπιστήμιο ήταν περισσότερα από εκείνα που δαπανούσε το ίδιο το Πανεπιστήμιο για τα λειτουργικά του

        έξοδα. Για παράδειγμα, το 1871-1872 το υπουργείο Παιδείας πλήρωσε για μισθούς