Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 133-152 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/133.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Η ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

Ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 ήταν, όπως είδαμε, ένα κείμενο συνοπτικό, που περιέγραφε σε γενικές γραμμές την οργάνωση και λειτουργία του ιδρύματος, αφήνοντας ανοιχτά η ασαφή αρκετά επιμέρους ζητήματα. Από την άλλη μεριά η ίδια η λειτουργία του Πανεπιστημίου δημιούργησε νέες ανάγκες, που επέβαλλαν τη συμπλήρωση και διεύρυνση του θεσμικού πλαισίου. Τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν με σειρά διαταγμάτων και με αποφάσεις της Συγκλήτου. Για να μείνουμε στις πρώτες μόνο ρυθμίσεις, το 1838 ιδρύθηκε το Φαρμακευτικό Σχολείο, το 1841 ρυθμίστηκαν τα σχετικά με τη διοίκηση του Πανεπιστημίου και την εκλογή των υφηγητών, το 1842 θεσμοθετήθηκαν οι διαδικασίες διεξαγωγής των εξετάσεων των φοιτητών και συστάθηκε το Φιλολογικό Φροντιστήριο, ενώ την ίδια εποχή τέθηκαν οι βάσεις της υλικής υποδομής του Πανεπιστημίου με τη δημιουργία επιστημονικών συλλογών, εργαστηρίων κλπ. για την πρακτική άσκηση των φοιτητών. Αργότερα διευθετήθηκαν ζητήματα σχετικά με την εκλογή των καθηγητών, τις πανεπιστημιακές έδρες, τα μαθήματα των σχολών κ.ά. Εδώ θα αναφερθούμε σε ορισμένες μόνο από τις ρυθμίσεις αυτές· οι άλλες θα μας απασχολήσουν σε επόμενα κεφάλαια.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ο Κανονισμός του 1837 ανέθετε, όπως ξέρουμε, τη διοίκηση του ιδρύματος στο «συμβούλιον του πανεπιστημίου», το οποίο απαρτιζόταν από 9 μέλη: τον πρύτανη, τον πρώην πρύτανη, τους τέσσερις σχολάρχες και τρεις άλλους καθηγητές. Η εκλογή του πρύτανη γινόταν με την ακόλουθη διαδικασία: η ολομέλεια των τακτικών καθηγητών εξέλεγε δύο υποψήφιους για το πρυτανικό

αξίωμα από τους οποίους ο βασιλιάς επέλεγε τον ένα, ενώ η ολομέλεια των τακτικών, σε επίπεδο σχολών, εξέλεγε απευθείας τους τέσσερις σχολάρχες. Και ο πρύτανης και οι σχολάρχες έπρεπε να έχουν τον βαθμό του τακτικού καθηγητή. Προσωρινά όμως (και «μέχρι νεωτέρας διατάξεως») ο Κανονισμός

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/134.gif&w=600&h=915

έδινε τη δυνατότητα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα ακαδημαϊκά αξιώματα και στις δύο άλλες βαθμίδες καθηγητών, τους επιτίμιους και τους έκτακτους.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1841, το υπουργείο Παιδείας επέφερε ορισμένες αλλαγές στο σύστημα αυτό : αύξησε τον αριθμό των μελών του «συμβουλίου του πανεπιστημίου» (που ονομάστηκε τώρα «Ακαδημαϊκή Σύγκλητος») από 9 σε 10, ενώ παραχώρησε μόνο στους τακτικούς και

επιτίμιους καθηγητές το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στο αξίωμα του πρύτανη και του σχολάρχη (ο οποίος ονομάστηκε τώρα «κοσμήτωρ»), καθώς και του μέλους της Συγκλήτου. Στους έκτακτους καθηγητές έδωσε μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν1. Η αφαίρεση από τους έκτακτους καθηγητές του δικαιώματος του εκλέγεσθαι επικρίθηκε έντονα από τον αντιπολιτευόμενο τύπο της εποχής, ο οποίος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι με τον τρόπο αυτό ήθελε να αποκλείσει από τα πανεπιστημιακά αξιώματα, για προσωπικούς η πολιτικούς λόγους, συγκεκριμένους καθηγητές2. Το πιθανότερο όμως είναι ότι η ρύθμιση αυτή απέβλεπε απλώς στην προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου στο καθεστώς που ίσχυε σε άλλα Πανεπιστήμια, ιδιαίτερα της Γερμανίας, όπου μόνο οι τακτικοί καθηγητές συμμετείχαν στη Σύγκλητο3.

Πιο σημαντικές ήταν οι αλλαγές που έγιναν το 1841 στον τρόπο εκλογής του πρύτανη και των κοσμητόρων. Αποφασίστηκε, δηλαδή, ότι για το αξίωμα του πρύτανη θα εκλέγονταν τρεις αντί δύο υποψήφιοι, από τους οποίους ο βασιλιάς -στην πραγματικότητα ο υπουργός Παιδείας- θα επέλεγε τον ένα,

ενώ για το αξίωμα του κοσμήτορα θα εκλέγονταν δύο υποψήφιοι από τους οποίους και πάλι ο βασιλιάς θα επέλεγε τον ένα. Η δεύτερη αυτή ρύθμιση περιόριζε τα δικαιώματα των καθηγητών, καθώς αφαιρέθηκε απ' αυτούς το δικαίωμα που τους έδινε ο Κανονισμός του 1837 να εκλέγουν απευθείας τον κοσμήτορα της σχολής τους. Επίσης, με την αύξηση του αριθμού των υποψηφίων για το πρυτανικό αξίωμα, ο υπουργός Παιδείας είχε περισσότερες δυνατότητες να επιλέγει για πρύτανη εκείνον που συγκέντρωνε, κατά την εκτίμησή του, τα περισσότερα «προσόντα». Στην πράξη βέβαια -όπως έδειξε η

εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων- το υπουργείο Παιδείας επέλεγε κατά

1. Βλ. τα σχετικά διατάγματα στο Βαμπάς, Νόμοι, σ. 54-55.

2. Βλ. εφ. Αθηνά, αρ. 858, 15 Οκτ. 1841, αρ. 865, 8 Νοεμ. 1841 και εφ. Αιών, αρ. 316,14 Δεκ. 1841,αρ. 317,17 Δεκ. 1841.

3. Βλ. τα παραδείγματα της Ιένας και της Βόννης: V. Cousin, De l'instruction publique dans quelques pays de l'Allemagne et particulièrement en Prusse, τ. A', Παρίσι 1840, σ. 101 και Edmond Dreyfus-Brisac, L'université de Bonn et l'enseignement supérieur en Allemagne, Παρίσι 1879, σ. 16.

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/135.gif&w=600&h=915

κανόνα ως πρύτανη η κοσμήτορα εκείνον που είχε πάρει τις περισσότερες ψήφους· δεν λείπουν όμως και οι περιπτώσεις διορισμού στα παραπάνω αξιώματα υποψηφίων που είχαν μειοψηφήσει, όταν αυτός που είχε πλειοψηφήσει τύχαινε για διάφορους λόγους να μην είναι αρεστός στην κυβέρνηση, τον

υπουργό ή τον βασιλιά. Αίτιες αποκλεισμού του μπορούσαν να είναι η συμπάθειά του σε κόμμα της αντιπολίτευσης ή η έλλειψη, κατά την κρίση του

υπουργού Παιδείας, του απαραίτητου ακαδημαϊκού η κοινωνικού κύρους. Οι προτιμήσεις του υπουργείου εκδηλώνονταν σαφέστερα σε περιπτώσεις Ισοψηφίας των υποψηφίων. Σημειώνω μερικά παραδείγματα.

Το 1847 ο υπουργός Παιδείας Γ. Γλαράκης προτιμά μεταξύ των δύο υποψηφίων για το αξίωμα του κοσμήτορα της Νομικής, του Σπ. Πήλληκα και του Γ. Ράλλη, οι οποίοι πήραν τον ίδιο αριθμό ψήφων, τον δεύτερο. Η επιλογή αυτή δεν ήταν άσχετη με το γεγονός ότι ο Ράλλης ήταν προσκείμενος στο φιλορωσικό κόμμα που βρισκόταν τότε στην κυβέρνηση4. Τον επόμενο χρόνο ο Ράλλης θα διοριστεί υπουργός Δικαιοσύνης. Επίσης, με πολιτικά μάλλον κριτήρια ο ίδιος υπουργός Παιδείας προτιμά το 1847 για τη θέση του κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής τον μειοψηφήσαντα Φ. Ιωάννου, έναν ανθρωπο μετριοπαθή, χωρίς σαφή πολιτική ένταξη, αλλά με ακαδημαϊκό κύρος και προσβάσεις στο βασιλικό περιβάλλον, και όχι τον αγγλόφιλο Θ. Μανούση, ο οποίος βρισκόταν σε ανοιχτή σύγκρουση με τους συντηρητικούς ρωσόφιλους κύκλους5. Το κριτήριο του ακαδημαϊκού κύρους, ίσως όμως και άλλοι λόγοι, φαίνεται ότι λειτούργησε και στην επιλογή του πρύτανη το 1850. Παρότι στην ψηφοφορία του Πανεπιστημίου αναδείχθηκε πρώτος ο I. Βενθύλος, το υπουργείο προτίμησε τον Μ. Αποστολίδη6. Καθηγητής της Φιλοσοφικής ο πρώτος, ήταν ένας τυπικός κλασικός φιλόλογος, σε αντίθεση με τον θεολόγο Αποστολίδη, ο οποίος είχε έντονη συμμετοχή στα θρησκευτικά πράγματα της εποχής. Για διαφορετικούς λόγους ο Κ. Φρεαρίτης θα αποτύχει τρεις φορές (1849, 1850, 1851) να εκλεγεί κοσμήτορας της Νομικής, παρότι τη μία φορά είχε πλειοψηφήσει και τις δύο άλλες ισοψήφησε με άλλους καθηγητές7. Άνθρωπος με ορμητικό χαρακτήρα και κακές σχέσεις με τους συναδέλφους του και την πολιτική εξουσία, προφανώς κρίθηκε ότι δεν είχε τα προσόντα που χρειάζονταν για το αξίωμα του κοσμήτορα. Σε άλλες περιπτώσεις όμως ο ρόλος

4. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 68, έγγρ. 14 Οκτ. 1847.

5. Π.Σ.Φ.Σ.,5 Οκτ. 1847.

6. ΓΑΚ, ό.π., φάκ. 69, έγγρ. 29 Ιουλ. 1850.

7. Π.Σ.Ν.Σ.,27 Ιουλ. 1849,31 Αυγ. 1850,18 Ιουν. 1851.

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/136.gif&w=600&h=915

του υπουργείου Παιδείας φαίνεται ότι ήταν απλώς εξισορροπητικός. Το 1846 προτιμάται γιοι πρύτανης ο Αλέξ. Βενιζέλος, αν και τρίτος κατά σειρά στην ψηφοφορία8, και τούτο για δύο λόγους : πρώτον επειδή οι δύο πρώτοι υποψήφιοι είχαν χρηματίσει πρυτάνεις σε προηγούμενα χρόνια και δεύτερον «δια να μη φανή ότι αποκλείονται οι αυτόχθονες»9. Όπως θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε και παρακάτω, οι αυτόχθονες καθηγητές ήταν πραγματικά λίγοι την εποχή αυτή στο Πανεπιστήμιο.

Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η επιλογή των υποψηφίων για τα πανεπιστημιακά αξιώματα δεν ήταν μόνο κυβερνητική υπόθεση. Στις διαδικασίες αυτές παρενέβαιναν συχνά και καθηγητές ή ομάδες καθηγητών του Πανεπιστημίου, οι οποίες, ανάλογα με τις προσβάσεις που είχαν στην πολιτική

εξουσία, επηρέαζαν θετικά η αρνητικά τις επιλογές του υπουργού Παιδείας η του βασιλιά. Δεν είναι τυχαία από την άποψη αυτή η αποτυχία του Κων. Παπαρρηγόπουλου να γίνει πρύτανης στα 1870 και 1871. Το 1870 στη σχετική ψηφοφορία αναδείχθηκε πρώτος ο Στέφ. Κουμανούδης, ενώ ισοψήφησαν ο Κων. Παπαρρηγόπουλος και ο Κων. Βουσάκης. Ο Κουμανούδης όμως δεν

αποδέχθηκε την εκλογή του και προτιμήθηκε τελικά ο Βουσάκης10. Στις πρυτανικές εκλογές του επόμενου χρόνου ήρθε πρώτος ο Κων. Παπαρρηγόπουλος και δεύτερος ο Ευθύμιος Καστόρχης με διαφορά μιας ψήφου. Ο υπουργός Παιδείας όμως δεν αναγνώρισε το προβάδισμα του Παπαρρηγόπουλου, με το αιτιολογικό ότι είχαν ψηφίσει υπέρ αυτού και δύο καθηγητές που δεν είχαν το δικαίωμα, και διόρισε πρύτανη τον Καστόρχη11. Η αποτυχία του Παπαρρηγόπουλου φαίνεται ότι δεν ήταν άσχετη με τις ενδοπανεπιστημιακές αντιπαραθέσεις. Η μερίδα που υποστήριζε τον Παπαρρηγόπουλο θα αποδώσει τον διορισμό του Καστόρχη στην παρέμβαση μιας φατρίας, της «φατρίας των κόκκινων», όπως αυτή ονομάζεται από σύγχρονη εφημερίδα. Πρόκειται για την αποδυναμωμένη πλέον ομάδα των Διαφωτιστών στο Πανεπιστήμιο, που εμπνεόταν από τις αρχές του γέροντα Ασώπιου και πε-

8. Π.Γ.Σ., 16 Ιουν. 1846.

9. ΓΑΚ, ό.π., φάκ. 67, έγγρ. 22 Ιουλ. 1846.

10. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Πλαισίωση του 1872», Νέα Εστία 106,1979, σ. 7 και του ίδιου, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η εποχή του, η ζωή του, το έργο του, Αθήνα 1986, σ. 251.

11. Το θέμα των πρυτανικών εκλογών του 1871 απασχόλησε αρκετά τον τύπο της

εποχής. Βλ. εφημερίδες Αιών, αρ. 2691, 2693, 2696, 2698, 2701 και 2703, 28 Ιουν., 5 Ιουλ., 15 Ιουλ., 27 Ιουλ., 2 Αυγ. και 9 Αυγ. 1871· Παλιγγενεσία, 13 και 20 Ιουλ. 1871· Μέριμνα, 19 Ιουλ. 1871· Εκλεκτική, 20 Ιουλ. 1871" Εθνοφύλαξ, 22 Ιουλ. 1871.

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/137.gif&w=600&h=915

περιελάμβανε στους κόλπους της τον Καστόρχη, τον Κουμανούδη, τον Μιστριώτη12.

Οι ρυθμίσεις του 1841 σχετικά με την επιλογή των πανεπιστημιακών αρχών δείχνουν σαφώς από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας μια τάση παρέμβασης στην εσωτερική διοίκηση του Πανεπιστημίου. Ανάλογες τάσεις, όπως θα δούμε παρακάτω, εκδηλώνονται και σε ένα άλλο ουσιαστικότερο ζήτημα: στην εκλογή του διδακτικού προσωπικού. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η πρακτική των παρεμβάσεων δεν εντοπίζεται μόνο στο Πανεπιστήμιο. Αποτελούσε ένα γενικότερο φαινόμενο στον δημόσιο τομέα, που απέρρεε από τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του κράτους.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Παράλληλα με τις διοικητικές ρυθμίσεις, το υπουργείο Παιδείας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο λαμβάνει σειρά μέτρων για την οργάνωση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Θυμίζουμε ότι πριν ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο είχε αρχίσει να λειτουργεί (στα τέλη του 1835) το λεγόμενο «Ιατροχειρουργικόν Σχολείον». Σκοπός του ήταν η μετεκπαίδευση των εμπειρικών γιατρών και η διαμόρφωση επιστημονικού ιατρικού προσωπικού. Το σχολείο αυτό έπαψε να υπάρχει μετά την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής. Επειδή όμως οι πρώτοι διπλωματούχοι γιατροί θα απολύονταν μετά από τέσσερα τουλάχιστο χρόνια, το υπουργείο Παιδείας για να αντιμετωπίσει τις επείγουσες ανάγκες της χώρας σε ιατρικό προσωπικό αποφάσισε το 1838 να οργανώσει στην Ιατρική Σχολή ένα διετή κύκλο μαθημάτων χειρουργίας και ιατρικής (18381840)13. Τα μαθήματα μπορούσαν να τα παρακολουθήσουν, «εκτός των τακτικών και εφωδιασμένων με προκαταρκτικάς γνώσεις μαθητών, και οι γνωρίζοντες μόνον ικανώς την Ελληνικήν διάλεκτον, της αριθμητικής δε τα αναγκαιότερα»14. Οι τελειόφοιτοι θα ασκούνταν επί εξάμηνο σε δημόσιο νοσοκομείο και κατόπιν μπορούσαν να εργαστούν ως γιατροί στον στρατό και τον στόλο η σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν διπλωματούχοι της Ιατρικής.

12. Κ. Θ. Δημαράς, «Πλαισίωση του 1872», ό.π. και του ίδιου, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 254-255.

13. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 30-31. Για την ίδρυση και λειτουργία του ιατρικού αυτού σχολείου βλ. Γερ. Η. Πεντόγαλος, Σχολεία Ιατρικής παιδείας στην Ελλάδα. 1. Ιατροχειρουργικόν Σχολείον (1835-1837). 2. Χειρουργική Σχολή (1838-1840), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 45 κ.εξ.

14. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 30.

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/138.gif&w=600&h=915

Την ίδια εποχή (1838) δημιουργείται μια «καθέδρα φαρμακολογίας», η οποία το 1843 θα πάρει το όνομα «Σχολείον Φαρμακευτικόν». Σύμφωνα με το ιδρυτικό διάταγμα του 1838, η φαρμακολογία ανήκε στην Ιατρική Σχολή και δεχόταν μαθητές μετά από εξετάσεις. Οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να είναι

άνω των 16 ετών, να έχουν φοιτήσει στο Ελληνικό σχολείο, να «καταλαμβάνουσιν οπωσούν την Λατινικήν γλώσσαν» και να έχουν εργαστεί τρία χρόνια ως μαθητευόμενοι σε φαρμακείο. Η φοίτηση διαρκούσε τρία εξάμηνα. Μετά από κάθε εξάμηνο οι μαθητές υποβάλλονταν σε εξετάσεις και αν αποτύγχαναν υποχρεώνονταν να παρακολουθήσουν τα ίδια μαθήματα. Τελειώνοντας τις σπουδές τους εξετάζονταν ενώπιον του Ιατροσυνεδρίου για να πάρουν το δίπλωμα του φαρμακοποιού15.

Το θεσμικό πλαίσιο του Φαρμακευτικού Σχολείου θα υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1840. Με διάταγμα που εκδόθηκε το 184316 αυξάνεται η διάρκεια σπουδών από τρία εξάμηνα σε δύο χρόνια,

ενώ συγχρόνως τροποποιούνται και οι προϋποθέσεις εγγραφής : οι υποψήφιοι μαθητές έπρεπε να έχουν ηλικία τουλάχιστο 18 ετών και να έχουν φοιτήσει στην κατώτερη τάξη του Γυμνασίου. Με το ίδιο διάταγμα οι εξαμηνιαίες εξετάσεις αντικαθίστανται από εξετάσεις που γίνονται στο τέλος κάθε μαθήματος από τον αρμόδιο καθηγητή. Στο τέλος της διετίας οι μαθητές υποβάλλονται σε γενικές εξετάσεις για το δίπλωμα, οι οποίες διενεργούνται όχι από το Ιατροσυνέδριο αλλά από την Ιατρική Σχολή. Η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος όμως παρέχεται από το Ιατροσυνέδριο. Το θεσμικό πλαίσιο του Φαρμακευτικού Σχολείου θα υποστεί και πάλι ορισμένες αλλαγές το 1856, το 1874 και το 187517. Η διάρκεια των σπουδών αυξάνεται σε τρία χρόνια. Οι υποψήφιοι μαθητές πρέπει να έχουν τελειώσει, κατά το διάταγμα του 1856, τρεις τάξεις του Γυμνασίου, ενώ κατά τα διατάγματα του 1874 και 1875 οφείλουν να

έχουν απολυτήριο Γυμνασίου. Απαραίτητη είναι πάντα η μαθητεία σε φαρμακείο , η οποία γίνεται μετά τις γυμνασιακές σπουδές και διαρκεί ένα η δύο χρόνια, αντί τρία που πρόβλεπε το διάταγμα του 1838. Κατά τα άλλα, η εισαγωγή στο Φαρμακευτικό Σχολείο γίνεται πάντα μετά από εξετάσεις, ενώ η

άδεια ασκήσεως επαγγέλματος παρέχεται στους μαθητές από το Ιατροσυνέδριο, αφού προηγουμένως κάνουν πρακτική άσκηση σε φαρμακείο επί ένα χρόνο (1856) η έξι μήνες (1875).

15. Στο ίδιο, σ. 132-133.

16. Στο ίδιο, σ. 132-134.

17. Στο ίδιο, σ. 135-139.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/139.gif&w=600&h=915

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το Φαρμακευτικό Σχολείο διέφερε ουσιαστικά από τις άλλες πανεπιστημιακές σχολές. Βασικό του γνώρισμα ήταν ο καθαρά επαγγελματικός χαρακτήρας του. Σε αντίθεση με την Ιατρική Σχολή, που είχε σκοπό να προσφέρει στους φοιτητές της μια ανώτερου επιπέδου εκπαίδευση στον ιατρικό τομέα, το Φαρμακευτικό Σχολείο προοριζόταν να εκπαιδεύσει πρακτικά μια ειδική επαγγελματική κατηγορία, τους μέλλοντες φαρμακοποιούς. Τον επαγγελματικό χαρακτήρα του τονίζει εξάλλου και το διαφορετικό θεσμικό του πλαίσιο. Οι μαθητές -και όχι φοιτητές- του σχολείου δεν χρειαζόταν ως τις αρχές της δεκαετίας του 1870 να έχουν τελειώσει, όπως οι φοιτητές, το Γυμνάσιο, έπρεπε όμως να διαθέτουν κάποια στοιχειώδη επαγγελματικά προσόντα- η διάρκεια σπουδών ήταν μικρότερη από εκείνη που ίσχυε για τις άλλες σχολές και η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δεν χορηγούνταν από την Ιατρική αλλά από ένα κρατικό γνωμοδοτικό όργανο σε θέματα υγείας, όπως ήταν το Ιατροσυνέδριο. Ένα τέτοιο επαγγελματικό σχολείο, για τη φιλοσοφία του Πανεπιστημίου, δεν μπορούσε να είναι ισότιμο με τις άλλες σχολές18.

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του Φαρμακευτικού Σχολείου δημιουργείται στη Φιλοσοφική Σχολή το πρώτο πανεπιστημιακό φροντιστήριο. Πρόκειται για το «Φιλολογικόν Φροντιστήριον» που ιδρύεται το 1842, με πρότυπο τα

αντίστοιχα σεμινάρια των γερμανικών Πανεπιστημίων, και έχει ως σκοπό την

άσκηση των φοιτητών «εις τε το γράφειν ευφραδώς την αρχαίαν Ελληνικήν και την Λατινικήν γλώσσαν, και εις την κριτικήν έρευναν και ανάλυσιν των κλασσικών συγγραφέων και ποιητών»19. Η διεύθυνσή του ανατίθεται σε έναν από τους τακτικούς καθηγητές της φιλολογίας με επιμίσθιο 100 δρχ. Τα σχετικά με τη λειτουργία του Φροντιστηρίου ρυθμίζονται λεπτομερέστερα στον Κανονισμό του 185020. Σύμφωνα μ' αυτόν, σκοπός του είναι η εκπαίδευση στην αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα των φοιτητών οι οποίοι πρόκειται να ακολουθήσουν το διδασκαλικό επάγγελμα. Η διδασκαλία ανατίθεται σε τρεις καθηγητές της αρχαίας ελληνικής και λατινικής φιλολογίας, ο ένας από τους οποίους είναι και διευθυντής. Τα μαθήματα διαρκούν δύο χρόνια και

επικεντρώνονται στην ερμηνεία ποιητών και συγγραφέων και στην άσκηση στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εγγραφή στο

18. Πβ. Αλέξης Δημαράς, «Εκπαίδευση», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ', Αθήνα 1977, σ. 486.

19. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 107.

20. Στο ίδιο, σ. 108-111.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/140.gif&w=600&h=915

Φροντιστήριο είναι το απολυτήριο Γυμνασίου· οι αλλοδαποί, που δεν διαθέτουν απολυτήριο, εγγράφονται μετά από εξετάσεις21.

Το θεσμικό πλαίσιο του Φιλολογικού Φροντιστηρίου θα υποστεί τροποποιήσεις στις επόμενες δεκαετίες, με τους Κανονισμούς του 1868 και του 188422. Έτσι, η άσκηση των φοιτητών επεκτείνεται και στον τομέα της αρχαιολογίας και παιδαγωγικής (1884), ενώ ο αριθμός των καθηγητών αυξάνεται από 3 σε 5-7. Δικαίωμα συμμετοχής στο Φροντιστήριο έχουν όσοι από τους φοιτητές του φιλολογικού τμήματος έχουν διανύσει το δεύτερο έτος. Στο τέλος κάθε έτους οι φοιτητές παίρνουν από τους καθηγητές αποδείξεις φοιτήσεως και συμμετοχής στις ασκήσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να λάβουν μέρος στις διπλωματικές εξετάσεις. Τα αντικείμενα διδασκαλίας διευρύνονται περισσότερο με τον Κανονισμό του 189523. Το Φροντιστήριο διακρίνεται τώρα σε δύο τμήματα: στο πρώτο οι φοιτητές γυμνάζονται στην

ερμηνεία και κριτική των αρχαίων κειμένων, στην ελληνική και λατινική γραμματολογία, την ιστορία, την αρχαιολογία, την ιστορία της αρχαίας τέχνης, ενώ στο δεύτερο ασκούνται στο τυπικό και το συντακτικό των δύο αρχαίων γλωσσών, τη θεματογραφία και τα στοιχειώδη μαθηματικά. Στον ίδιο Κανονισμό προβλέπεται επίσης η ίδρυση Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου ως παραρτήματος του Φιλολογικού. Σκοπός του Φιλολογικού Φροντιστηρίου παραμένει η επιστημονική και πρακτική κατάρτιση «των φοιτητών του φιλολογικού τμήματος της φιλοσοφικής σχολής, των μελλόντων να διδάξωσιν εν τοις ελληνικοίς σχολείοις και γυμνασίοις».

Ο θεσμός του Φροντιστηρίου γενικεύεται στις δύο τελευταίες δεκαετίες του αιώνα. Οι αυξανόμενες ανάγκες για πρακτική άσκηση των φοιτητών θα οδηγήσουν στη δημιουργία σειράς φροντιστηρίων στη Φιλοσοφική και την Ιατρική Σχολή. Μεταξύ αυτών είναι το Φαρμακευτικό Φροντιστήριο (1874), το Ανατομικό (1886,1888), το Μαθηματικό, το Φιλοσοφικό και το Ιστορικό, που ιδρύονται το 1888, το Γλωσσολογικό (1892), το Αστρονομικό (1897), το Παιδαγωγικό (1899), το Εγχειρητικό (1900)24. Η συμμετοχή των φοιτητών στα φροντιστήρια ήταν υποχρεωτική, αφού τυπικά τουλάχιστο δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος στις διπλωματικές εξετάσεις αν δεν είχαν πιστοποιητικό φοιτήσεως σ' αυτά.

21. Πβ. εδώ, σ. 176.

22. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 108-115.

23. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 57-63.

24. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 143-145" Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 52-55,63 κ.εξ.· Νόμοι και διατάγματα, 1901, σ. 15-16,80-83,90-91. Ειδικά για το Ιστορικό Φροντιστήριο

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/141.gif&w=600&h=915

Επίσης, από τα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου αρχίζει να δημιουργείται η απαραίτητη υλική υποδομή για την εκπαίδευση των φοιτητών. Ι

δρύεται η πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη (1838)25, συγκροτούνται διάφορες επιστημονικές συλλογές (ταμείο φυσικής, ανατομικό ταμείο, νομισματικό, παθολογικό και φυσιογραφικό μουσείο κ.ά.), ιδρύεται με χορηγία του Γ. Σίνα το Αστεροσκοπείο26, δημιουργούνται νοσοκομειακά ιδρύματα για τους φοιτητές της Ιατρικής. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου η πρακτική άσκηση των φοιτητών της Ιατρικής γινόταν στα δύο δημόσια νοσοκομεία της πρωτεύουσας, το πολιτικό και το στρατιωτικό. Επειδή όμως αυτά ήταν ανεπαρκή, το Πανεπιστήμιο προχώρησε το 1856 στην ίδρυση δικού του νοσοκομείου, της Αστυκλινικής, με διευθυντή έναν τακτικό καθηγητή της Ιατρικής Σχολής. Το νοσοκομείο αυτό δεχόταν για νοσηλεία άπορους, κυρίως,

ασθενείς και ήταν ο χώρος στον οποίο εκαναν τη βασική άσκησή τους οι φοιτητές της Ιατρικής27. Εκτός από την Αστυκλινική, οι φοιτητές ασκούνταν και σε άλλα νοσοκομεία της πρωτεύουσας, όπως το Μαιευτήριο, το Οφθαλμιατρείο, το Νοσοκομείο των αφροδισίων παθών, το Βρεφοκομείο κ.ά. Την πρακτική άσκηση των φοιτητών της Ιατρικής, αλλά και των συναδέλφων τους του φυσικού και του μαθηματικού τμήματος της Φιλοσοφικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου εξυπηρετούσε επίσης το Χημείο, ενώ για την άσκηση των φοιτητών στη φυσική υπήρχε από τα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου ο Βοτανικός Κήπος28.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό θα σταθούμε σε δύο σημαντικές τομές στην ιστορία του Πανεπιστημίου, που σημαδεύουν το πέρασμά του από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Η πρώτη ήταν η δημιουργία το 1904 ανεξάρτητης Φυσικομα-

βλ. Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Η εισαγωγή της φροντιστηριακής ιστορικής διδασκαλίας στο πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Οι χρόνοι της ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1998, σ. 62-72, και την αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή του ίδιου, Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα. Η διδασκαλία της ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1837-1932, Αθήνα 2004, σ. 301 κ.εξ.

25. Βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Αθηνών (19ος αιώνας)», Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 113-119.

26. Βλ. Γεώργιος Λάιος, Το Αστεροσκοπείον Αθηνών, (Ανέκδοτα έγγραφα), Αθήνα 1962.

27. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 117-122.

28. Για τα «διδακτικά μέσα» του Πανεπιστημίου (Συλλογές, «Προσαρτήματα» κ .ά.) βλ. γενικά Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 47-50, 112-128, 207-245.

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/142.gif&w=600&h=915

Φυσικοθηματικής Σχολής. Ως τότε η Φιλοσοφική Σχολή περιελάμβανε τρία τμήματα: το φιλολογικό, το μαθηματικό και το φυσικό. Η ενιαία Φιλοσοφική Σχολή διαιρέθηκε το 1904 σε δύο σχολές : τη Φιλοσοφική, στην οποία παρέμεινε το φιλολογικό τμήμα, και «την των Φυσικών και Μαθηματικών επιστημών», στην οποία εντάχθηκαν τα δύο αλλα29. Στην τελευταία σχολή προσαρτήθηκε και το Φαρμακευτικό Σχολείο. Η δεύτερη τομή ήταν η αντικατάσταση το 1911 του Κανονισμού του 1837 από ένα νέο πανεπιστημιακό Οργανισμό και συγχρόνως η διχοτόμηση του ενιαίου Πανεπιστημίου σε «Εθνικόν Πανεπιστήμιον» και «Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον»30. Ήταν μια τυπική διχοτόμηση, προκειμένου να εκπληρωθεί ο όρος του κληροδοτήματος Δομπόλη (1849), που πρόβλεπε τη δημιουργία Πανεπιστημίου «ονομασθησομένου Καποδιστριακού»31. Στο πρώτο από τα δύο Πανεπιστήμια εντάχθηκαν η Ιατρική και η Φυσικομαθηματική Σχολή, ενώ στο δεύτερο η Θεολογική, η Φιλοσοφική και η Νομική. Και τα δύο Πανεπιστήμια όμως είχαν κοινή διοίκηση. Πιο σημαντικές ήταν οι αλλαγές που επέφερε ο Οργανισμός του 1911 στην οργάνωση των σπουδών. Αλλά για το θέμα αυτό θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε παρακάτω .

29. Νόμοι και διατάγματα, 1906, σ. 34. Βλ. και Θεόδ. Κρητικός, Η πρόσληψη της επιστημονικής σκέψης στην Ελλάδα. Η φυσική μέσα από πρόσωπα, δεσμούς και Ιδέες (19001930), Αθήνα, Παπαζήσης, 1995, σ. 31 κ.εξ.

30. Οργανικοί Νόμοι, σ. 49 κ.εξ. Τα δύο Πανεπιστήμια θα αποτελέσουν το 1922 το «Αθήνησιν Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον», με κοινή διοίκηση «αλλ' ιδίαν εκάτερον νομικήν προσωπικότητα και ικανότητα προς το κληρονομείν» (βλ. Οργανισμός του Αθήνησι Πανεπιστημίου, Αθήνα 1923, άρθρο 1).

31. Με διαθήκη του, τον Φεβρουάριο του 1849, ο ηπειρώτης έμπορος και τραπεζίτης Ιωάννης Δομπόλης, φίλος και συνεργάτης του Καποδίστρια, άφησε στην Πετρούπολη, όπου ζούσε, 815.000 χάρτινα ρούβλια για να χρησιμοποιηθούν με τους τόκους τους από το ελληνικό κράτος για την «διάδοσιν της δημοσίας παιδεύσεως» και ειδικότερα για την ίδρυση Πανεπιστημίου με την επωνυμία «Καποδιστριακόν» στην Αθήνα η σε οποιαδήποτε άλλη πόλη θα ήταν το 1906 πρωτεύουσα της Ελλάδας. Ο όρος αυτός

υποχρέωσε το ελληνικό κράτος, προκειμένου να παραλάβει τα χρήματα από τη Ρωσία, να διχοτομήσει τυπικά το Πανεπιστήμιο. Βλ. σχετικά Στέφ. Μπέττης, Ιωάννης Δομπόλλης, ο αφοσιωμένος φίλος του Καποδίστρια και θερμός εραστής της παιδείας και του Έθνους, ανάτ. από το περ. Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1976.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/143.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ

Ο κατάλογος του διδακτικού προσωπικού που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 1837 περιελάμβανε τα ονόματα 34 καθηγητών (βλ. Παράρτημα Α'). Απ' αυτούς 3 ανήκαν στη Θεολογική, 8 στη Νομική, 9 στην Ιατρική και 14 στη Φιλοσοφική. Στους 34 καθηγητές περιλαμβάνονται και 6 Γερμανοί, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν έρθει στην Ελλάδα μετά το 1832 και κατείχαν διάφορες θέσεις στο νεοσύστατο βασίλειο1. Ο παραπάνω κατάλογος δεν ήταν, όπως ξέρουμε, ο πρώτος. Τον Ιανουάριο του 1837, αμέσως μετά την έκδοση του Κανονισμού του 1836, είχαν διοριστεί 30 καθηγητές, 1 διδάσκαλος (των ασιατικών γλωσσών) και 1 προπαρασκευαστής (της ανατομίας)2. Οι διορισμοί αυτοί ακυρώθηκαν μαζί με τον Κανονισμό του 1836. Συγκρίνοντας τους δύο καταλόγους, παρατηρούμε ότι στον δεύτερο περιλαμβάνονται 20

1. Είναι οι G. Feder, Η. Treiber, Ν. Ulrichs, L. Ross, Χ. Landerer και Κ. Fraas. Μέσα στο 1837 διορίστηκε Ινας ακόμη γερμανός καθηγητής, ο E. Hertzog. Η θητεία τους στο Πανεπιστήμιο τερματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1843, οπότε απολύθηκαν όλοι ως ξένοι (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 31, 3 Σεπτ. 1843, σ. 165)· μόνο ο Landerer

επανήλθε το 1844 και παρέμεινε ως το 1869.

2. Σημειώνω τα ονόματά τους κατά σχολές. Α' Σχολή των γενικών επιστημών: Γ. Ψύλλας, Α. Σούτζος, Γ. Γεννάδιος, Κ. Κοντογόνης (ο ίδιος θα διδάσκει και στη Σχολή της θεολογίας), Κ. Νέγρης, Γ. Βούρης, Ξ. Λάνδερερ, Δ. Στρούμβος, I. Νικολαΐδης-Λεβαδεύς (ο ίδιος και στη Σχολή της ιατρικής), Ε. Ουλερίχος, Ανσέλμος, Γ. Παλαιολόγος, Λ. Αργυρόπουλος (διδάσκαλος των ασιατικών γλωσσών), Π. Σελαδάμ, Βλακ. Β' Σχολή της θεολογίας: Μ. Αποστολίδης, Θ. Φαρμακίδης, Κ. Κοντογόνης. Γ' Σχολή της ιατρικής: Α. Λευκίας, Γ. Γλαράκης (και οι δύο θα διδάσκουν και στη Σχολή των γενικών επιστημών), Δ. Μαυροκορδάτος, I. Βούρος, Ν. Κωστής, I. Ολύμπιος, Μ. Γεωργιάδης (προπαρασκευαστής ανατομίας), Α. Πάλλης. Δ' Σχολή των δικαστικών και πολιτικών επιστημών: Α. Πάικος, Δ. Σούτσος, Γ. Ράλλης, Κ. Προβελέγγιος, Φέδερ, Λ. Μελάς, I. Μαυροκορδάτος. Βλ. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 3, 24 Ιαν. 1837, σ. 11-12. Για τον τελευταίο, τον I. Μαυροκορδάτο, βλ. Παν. Γ. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών (18371860): οι πρώτες γενεές των διδασκόντων, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, I, Αθήνα 2001, σ. 187.

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/144.gif&w=600&h=915

από τους καθηγητές του πρώτου καταλόγου και 14 καινούριοι, ενώ 12 που υπήρχαν στον πρώτο κατάλογο απουσιάζουν από τον δεύτερο. Στους τελευταίους περιλαμβάνονται ο Δ. Σούτσος, ο Γ. Ψύλλας και ο Α. Πάικος, που είχαν παραιτηθεί για διάφορους λόγους τον Μάρτιο του 18373.

Οι διορισμοί των καθηγητών και η κατανομή τους στις διάφορες σχολές δεν πέρασαν απαρατήρητοι από τον αντιπολιτευόμενο, τουλάχιστο, τύπο. Αμέσως μετά τη δημοσίευση του πρώτου καταλόγου, ανώνυμος αρθρογράφος στην εφημερίδα Αθηνά, παίρνοντας αφορμή από τον διορισμό τριών καθηγητών της θεολογίας, τεσσάρων της φιλολογίας και δύο μόνο των φυσικομαθηματικών επιστημών, επικρίνει τη «σχολαστική» κατεύθυνση του Πανεπιστημίου4. Σε μια εποχή, γράφει, που έχουν συντελεστεί αλματώδεις εξελίξεις στον τομέα των φυσικών επιστημών, της τεχνικής και της βιομηχανίας και που τα «φωτισμένα έθνη» έχουν εισαγάγει στην εκπαίδευση τις θετικές επιστήμες ως το καταλληλότερο μέσο για την αύξηση του δημόσιου πλούτου και της «ισχύος των εθνών», το ελληνικό Πανεπιστήμιο με τις παραπάνω επιλογές «υπερασπίζεται τας μεταφυσικάς επιστήμας, περιφρονεί δε και νομίζει δευτέρου λόγου αξίας τας θετικάς επιστήμας, τας βασιζομένας επί της πείρας και της παρατηρήσεως». Η ίδια εφημερίδα θα κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι δεν συμπεριέλαβε στον κατάλογο των καθηγητών διαπρεπείς λογίους, όπως ο Κων. Οικονόμος, ο Ν. Βάμβας, ο Ν. Δούκας, ο Γρ. Κωνσταντάς, ο Θ. Μανούσης κ.ά., επειδή αυτοί «αν και καλήτεροι σχεδόν πάντων, ούτε θεράποντες, ούτε κόλακες, ούτε απλώς φίλοι υπήρξαν της Άρχικαγγελαρίας»5. Πιθανότατα η επιλογή του διδακτικού προσωπικού δεν έγινε με απολύτως αξιοκρατικά κριτήρια και ήταν φυσικό να υπάρχουν παράπονα για σκόπιμες παραλείψεις. Ωστόσο δεν λείπει από την κριτική αυτή και η αντιπολιτευτική διάθεση. Αυτό δείχνει η συμπαράθεση μεταξύ εκείνων που δεν διορίστηκαν στο Πανεπιστήμιο και λογίων, όπως ο συντηρητικός Οικονόμος, με τον οποίο η συγκεκριμένη

εφημερίδα είχε σοβαρές ιδεολογικές διαφορές, αλλά και άλλων οι οποίοι πιθανώς δεν ήθελαν η δεν μπορούσαν, λόγω ηλικίας, να διδάξουν στο Πανεπιστήμιο .

Ανάλογες επικρίσεις θα διατυπωθούν και τον Απρίλιο του 1837, όταν δημοσιεύθηκε ο οριστικός κατάλογος των καθηγητών. Η Αθηνά, πάλι, θα επιση-

3. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, έγγρ. υπουργού Παιδείας προς Armansperg, αρ. πρωτ. 10956,28 Μαρτ./9 Απρ. 1837,αρ. πρωτ. 11026,11043,10/22 Μαρτ. 1837 και αρ. πρωτ. 11846, 28 Μαρτ./9 Απρ. 1837.

4. εφ. Αθηνά, αρ. 411,13 Φεβρ. 1837. Το άρθρο υπογράφεται με το αρχικό Ε.

5. Στο ίδιο, αρ. 405, 23 Ιαν. 1837.

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/145.gif&w=600&h=915

επισημάνει ότι λείπει από τον κατάλογο ο Οικονόμος, ότι ο Καΐρης και ο Δούκας ονομάστηκαν επιτίμιοι και όχι τακτικοί καθηγητές, ότι πρύτανης δεν διορίστηκε ο Βάμβας αλλά ο Κων. Σχινάς, ο οποίος δεν διακρίθηκε ούτε για την παιδεία του, ούτε για την προσφορά του στην Επανάσταση, αλλά, αντίθετα, «εβεβήλωσε το ιερόν της δικαιοσύνης βήμα» και «κατέστρεψε και αφάνισε 400 περίπου μοναστηριών πράγματα κινητά και ακίνητα...»6.

Τελικά, ο κατάλογος των καθηγητών, όπως διαμορφώθηκε τον Απρίλιο του 1837, μπορούμε να πούμε ότι αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό το επιστημονικό δυναμικό της χώρας την εποχή της ίδρυσης του Πανεπιστημίου : από τη μια μεριά, τη γενιά των παλαιών λογίων και δασκάλων που είχαν διαπρέψει σε προεπαναστατικά σχολεία και από την άλλη τους νέους διανοούμενους που είχαν διαμορφωθεί στα μεταγενέστερα χρόνια σε ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.

Η δεύτερη αύτη κατηγορία καθηγητών είναι αριθμητικά μεγαλύτερη από την πρώτη. Μελετώντας τις ηλικίες των διορισθέντων καθηγητών, παρατηρούμε ότι από τους 34 9 ήταν μεταξύ 25 εως 30 ετών, 13 μεταξύ 31 εως 40,6 μεταξύ 41 και 50,3 μεταξύ 51 και 60 και 3 πάνω από τα 61. Το ποσοστό των καθηγητών νεαρής ηλικίας είναι ακόμη μεγαλύτερο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι αρκετοί από τους καθηγητές μεγάλης ηλικίας δεν δίδαξαν. ΟΙ νέοι καθηγητές, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι περισσότεροι ξένοι, καταλαμβάνουν έδρες σε όλες τις σχολές και ιδιαίτερα στη Νομική και στο φυσικό και μαθηματικό τμήμα της Φιλοσοφικής, ενώ οι μεγαλύτεροι στο φιλολογικό τμήμα και στη Θεολογική. Ο διορισμός νέων στην ηλικία καθηγητών δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα επιλογής αλλά ανάγκης, καθώς αυτοί είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες από τους παραδοσιακούς λογίους να καλύψουν επιστημονικά αντικείμενα όπως το δίκαιο, η φυσική και τα μαθηματικά.

Οι διορισθέντες το 1837 καθηγητές εντάχθηκαν, όπως πρόβλεπε ο Κανονισμός, σε τρείς βαθμίδες: σε τακτικούς, επιτίμιους και έκτακτους. Στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία το υπουργείο Παιδείας ενέταξε 25 καθηγητές (12 και 13, αντίστοιχα) και στην τρίτη 9, ορίζοντας συγχρόνως και το ύψος του μισθού τους, που ήταν ανάλογο με τη βαθμίδα τους. Τα κριτήρια με τα οποία

έγιναν οι εντάξεις των καθηγητών φαίνεται ότι ήταν λιγότερο τα επιστημονικά τους προσόντα και περισσότερο η ηλικία τους και η διδακτική τους πείρα, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες του δημόσιου ταμείου. Έτσι, τακτικοί καθηγητές ονομάστηκαν κυρίως παλαιοί λόγιοι που είχαν διακριθεί ως δάσκαλοι η

6. Στο ίδιο, αρ. 431, 28 Απρ. 1837.

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/146.gif&w=600&h=915

συγγραφείς, επιτίμιοι ονομάστηκαν όσοι είχαν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου (δικαστικοί, εκπαιδευτικοί) και έκτακτοι νέοι διανοούμενοι, κυρίως νομικοί, που άρχιζαν την επαγγελματική και επιστημονική σταδιοδρομία τους. Είναι πολύ πιθανό όμως κατά τις εντάξεις να λειτούργησαν και άλλα κριτήρια, όπως οι προσωπικές σχέσεις των καθηγητών με διάφορα κέντρα

εξουσίας και η πολιτική η ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Από τους 34 πρώτους καθηγητές δίδαξαν τελικά μόνο 26· από τους υπόλοιπους, άλλοι δεν αποδέχθηκαν τον διορισμό τους η παραιτήθηκαν αμέσως (5) και άλλοι δεν δίδαξαν ποτέ (3). Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Θεόφιλος Καΐρης, οι οποίοι είχαν διοριστεί στη Φιλοσοφική, ο Χριστόδουλος Κλωνάρης και ο Κων. Προβελέγγιος, διορισμένοι στη Νομική, και ο Πέτρος Ηπίτης, διορισμένος στην Ιατρική. Ο πρώτος, ο Δούκας, ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και μάλλον δεν ήταν σε θέση να αναλάβει διδακτικά καθήκοντα. Ο Καΐρης, απασχολημένος με το Ορφανοτροφείο της Άνδρου, το οποίο είχε αρχίσει να λειτουργεί τον προηγούμενο χρόνο, θεώρησε προτιμότερο να συνεχίσει εκεί το έργο του παρά να γίνει καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Σε επιστολή του προς το υπουργείο Παιδείας αναφέρει ότι λόγοι υγείας και η «αναγκαία καθημερινή» παρουσία του στο σχολείο δεν του επέτρεπαν να δεχθεί τον διορισμό7. Πιθανώς όμως η άρνηση του Καΐρη δεν ήταν άσχετη και με το γεγονός ότι το Ορφανοτροφείο ήταν γι' αυτόν ένας χώρος πολύ πιο κατάλληλος από το Πανεπιστήμιο για την ανάπτυξη της θεολογικής διδασκαλίας του, που θα γίνει αφορμή δύο χρόνια αργότερα να υποστεί διώξεις. Από τους άλλους τρεις καθηγητές που δεν δίδαξαν, ο Κλωνάρης ήταν πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Προβελέγγιος εισηγητής στο Συμβούλιο Επικρατείας, ενώ ο Ηπίτης μέλος του Ιατροσυνεδρίου. Η άρνησή τους να

αποδεχθούν τον διορισμό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι ονομάστηκαν, ως δημόσιοι υπάλληλοι που ήταν, επιτίμιοι καθηγητές και όχι τακτικοί, πράγμα που το θεώρησαν μειωτικό για το προσωπικό τους κύρος· ειδικά μάλιστα ο Κλωνάρης φαίνεται να δυσαρεστήθηκε και επειδή έγινε σχολάρχης της Νομικής ο κατώτερος του στη δικαστική ιεραρχία Γ. Ράλλης8.

7. Βλ. σχετική επιστολή του, από 13 Μαΐου 1837, στο Δημ. I. Πολέμης (εκδ.), Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, μέρος Α', Επιστολαί Θεοφίλου Καΐρη, τ. Α', 1814-1839, Άνδρος 1994, σ. 155 (στο ίδιο, μέρος Γ', τ. Α', Άνδρος 1998, σ. 243-244, έγγραφο του υπουργείου Παιδείας από 22 Απρ. 1837 προς τον Θ. Καΐρη για τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο). Πβ. Δ. Π. Πασχάλης, Θεόφιλος Καΐρης, Αθήνα 1928, σ. 87 και Μιχ. Στασινόπουλος, Τα πρώτα βήματα της ανωτάτης παιδείας μετά την απελευθέρωσιν, Αθήνα 1971, σ. 71.

8. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, έγγρ. υπουργού Παιδείας προς Armansperg, αρ. πρωτ.

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/147.gif&w=600&h=915

Οι καθηγητές που διορίστηκαν το 1837, άλλα δεν άσκησαν ποτέ διδακτικά καθήκοντα, ήταν ο Θ. Φαρμακίδης, ο ποιητής Αλέξ. Σούτσος και ο δικαστικός (αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου) Λέων Μελάς. Οι αιτίες ήταν διαφορετικές για τον καθένα. Ο Φαρμακίδης δεν δίδαξε λόγω των ποικίλων θεολογικών του απασχολήσεων9, ενώ ο Σούτσος επειδή το επάγγελμα του πανεπιστημιακού δασκάλου δεν ταίριαζε με την ανήσυχη ιδιοσυγκρασία του· όσο για τον δικαστικό Μελά, μερικούς μήνες μετά τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο διορίστηκε εισαγγελέας εφετών στο Ναύπλιο10. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι στα 1837 ο τίτλος του πανεπιστημιακού καθηγητή δεν είχε ακόμη το κύρος που απέκτησε αργότερα. Το Πανεπιστήμιο στο ξεκίνημά του ήταν ένα

εκπαιδευτικό ίδρυμα με λίγους φοιτητές και άδηλο ίσως μέλλον, και η θέση του καθηγητή από κοινωνική και οικονομική άποψη όχι ιδιαίτερα επίζηλη, τουλάχιστο για εκείνους που είχαν μια ανώτερη δημοσιοϋπαλληλική θέση ή

ένα επάγγελμα που τους εξασφάλιζε ικανοποιητικές αποδοχές και κοινωνικό κύρος. Έτσι ίσως εξηγείται και η διστακτικότητα ορισμένων λογίων του εξωτερικού να έρθουν στην Ελλάδα και να διδάξουν στο Πανεπιστήμιο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ασώπιου, στην οποία έχουμε αναφερθεί ήδη. Καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας την εποχή αυτή, ο Ασώπιος, μολονότι προσκλήθηκε να διδάξει στο νεοδημιούργητο Πανεπιστήμιο, δεν δέχθηκε παρά μόνο το 184211. Μια ανάλογη πρόσκληση στάλθηκε το 1834 και στον Κ. Κούμα, στην Τεργέστη. Η τελευταία όμως ήταν διατυπωμένη με

αόριστο τρόπο και δεν είχε συνέχεια12.

12364 κ.εξ., 30 Απρ./12 Μαΐου 1837. Πβ. στο ίδιο, αρ. πρωτ. 12382, 5/17 Ιουλ. 1837.

9. Παρά ταύτα το όνομά του αναγράφεται στα προγράμματα μαθημάτων της Θεολογικής, ενώ ο ίδιος είχε ετοιμάσει και τις παραδόσεις του (Εγκυκλοπαίδεια θεολογική) για το έτος 1844-45 (Δημ. Σ. Μπαλάνος, «Ανέκδοτα έργα Θεοκλήτου Φαρμακίδου», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 18,1943, σ. 233-234). Βλ. Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., I, πίνακας καθηγητών Θεολογικής Σχολής, και II, σ. 42.

10. Δ. Βικέλας, Η ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις-νεανικοί χρόνοι, Αθήνα 1908, σ. 224225· Λέων I. Μελάς, Ηπειρωτικές μελέτες. Μια οικογένεια-Μια ιστορία, Αθήνα 1967, σ. 242,246.

11. Βλ. εδώ, α. 74-75.

12. Βλ. Δαυίδ Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο: η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κούμα», Μνήμων 13, 1991, σ. 281 κ.εξ.

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/148.gif&w=600&h=915

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ

Ας δούμε τώρα ποια ήταν γενικά η ταυτότητα του σώματος των καθηγητών στον 19ο αιώνα. Από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1900 διορίστηκαν συνολικά 179 καθηγητές13. Απ' αυτούς δίδαξαν 168:17 στη Θεολογική,35 στη Νομική, 49 στην Ιατρική και 67 στη Φιλοσοφική (42 στο φιλολογικό τμήμα και 25 στο φυσικό και το μαθηματικό). Ως προς τη γεωγραφική τους προέλευση, οι μισοί από τους καθηγητές που δίδαξαν προέρχονταν από περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και από ελληνικές παροικίες στην Ευρώπη (77 και 6, αντίστοιχα), 77 από περιοχές του ελληνικού κράτους, ενώ οι υπόλοιποι 8 ήταν ξένοι. Τα αθροιστικά αυτά στοιχεία δείχνουν μια μικρή αριθμητική υπέροχη των καθηγητών που προέρχονταν από το εξωτερικό. Η υπεροχή αυτή όμως ήταν σαφώς μεγαλύτερη στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου. Αν κάνουμε μια τομή στο 1863, θα διαπιστώσουμε ότι από τους 83 καθηγητές που διορίστηκαν μεταξύ του 1837 και του 1863 (και δίδαξαν), οι 61 (ποσοστό 73,5%) προέρχονταν από τον έξω ελληνισμό και μόνο 14 (16,9%) από το ελληνικό κράτος. Πολύ μεγαλύτερη ήταν η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες κατά την ίδρυση του Πανεπιστημίου, αφού από τους 26 πρωτοδιορισμένους καθηγητές που δίδαξαν μόνο ένας ήταν από το ελληνικό κράτος.

Οι περιοχές που αντιπροσωπεύονται με τον μεγαλύτερο αριθμό καθηγητών στην περίοδο 1837-1863 είναι κατά σειρά: η Κωνσταντινούπολη (13),η Ήπειρος (10), η Χίος (6), η Σμύρνη (5). Πρόκειται, κατά βάση, για περιοχές και πόλεις με σημαντική οικονομική και πνευματική ανάπτυξη στα προεπαναστατικά χρόνια αλλά και αργότερα. Αντίθετα το ελληνικό κράτος, συγκροτημένο από περιοχές με μικρή εκπαιδευτική και πνευματική παράδοση, απουσιάζει σχεδόν το 1837 και μόνο αργότερα αρχίζει να συμμετέχει στο διδακτικό προσωπικό. Με βάση τον τόπο καταγωγής φτιάχνονται στο Πανεπιστήμιο ομάδες καθηγητών, με κυριότερη εκείνη της Κωνσταντινούπολης, που είναι και η αριθμητικά μεγαλύτερη. Από τους 13 κωνσταντινουπολίτες καθηγητές δίδασκαν οι μισοί σχεδόν (6) στη Νομική, όπου είχαν για μεγάλο διάστημα την πλειοψηφία. Οι περισσότεροι ανήκαν σε γνωστές φαναριώτικες οικογένειες και ορισμένοι είχαν συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους η με σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, γεγονός που τους πρόσφερε ικανή ισχύ14. Με βάση την

13. Βλ. Παράρτημα Α'.

14. Από τους καθηγητές που διορίστηκαν ως το 1861, Κωνσταντινουπολίτες ήταν ο Γ. Ράλλης, ο Ιω. Σούτσος, ο Γ. Μαυροκορδάτος, ο Π. Αργυρόπουλος, ο Δ. Μαυροκορδάτος

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/149.gif&w=600&h=915

κοινή καταγωγή δημιουργούνται και σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους, στο βαθμό όμως που συντρέχουν και άλλοι λόγοι : προσωπικές σχέσεις, ιδεολογική και πολιτική συγγένεια κλπ.

Τα πράγματα αλλάζουν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τους 85 καθηγητές που διορίζονται μεταξύ του 1864 και 1900, οι 22 μόνο (ποσοστό 27%) είναι από τον έξω ελληνισμό· οι υπόλοιποι 63 (73%) προέρχονται από το ελληνικό κράτος. Βέβαια, στην περίοδο αυτή το ελληνικό κράτος αυξάνεται γεωγραφικά, καθώς ενσωματώνονται α αυτό τα Επτάνησα και η Θεσσαλία. Οι αλλαγές αυτές όμως δεν αρκούν να εξηγήσουν τη μεγάλη διαφορά. Η

αριθμητική υπεροχή των καθηγητών με ελλαδική προέλευση οφείλεται, προφανώς, στην ανάπτυξη που παρουσιάζει την εποχή αυτή η ελληνική κοινωνία, στον εκπαιδευτικό τουλάχιστο τομέα. Το σχολικό δίκτυο πυκνώνει, αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης και των φοιτητών, καθώς και εκείνων που συνεχίζουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό, με τη βοήθεια του κράτους και του Πανεπιστημίου. Διαμορφώνονται έτσι οι προϋποθέσεις για την παραγωγή ενός πνευματικού και επιστημονικού δυναμικού, που επανδρώνει και το Πανεπιστήμιο. Οι περισσότεροι από τους ελλαδίτες καθηγητές προέρχονται από τη Στερεά Ελλάδα (26) -σημαντική είναι εδώ η παρουσία της Αθήνας (16),χώρος συγκέντρωσης και παραγωγής της κοινωνικής και πνευματικής ελίτ του ελληνικού κράτους-, την Πελοπόννησο (23) και τα Επτάνησα (7).

ΤΟΠΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ

Ως προς τον τόπο σπουδών των καθηγητών, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα

αρκετά γνώριμο φαινόμενο: όλοι σχεδόν έχουν σπουδάσει η συμπληρώσει τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Οι σχετικές πληροφορίες όμως δεν είναι πάντοτε επαρκείς ούτε διακρίνονται για την ακρίβειά τους. Δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, πάντοτε σε ποιο ή ποια Πανεπιστήμια σπούδασε ένας καθηγητής και για πόσα χρόνια, και κυρίως που έκανε τις βασικές σπουδές του15.

δάτος, ο Κ. Σχινάς, ο Κ. Νέγρης, ο Α. Ραγκαβής, ο Π. Παπαρρηγόπουλος, ο Κ. Φρεαρίτης, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Δ. Κλεόπας και ο Σταμ. Κρίνος (βλ. Παράρτημα Α'). Ο Γ. Μαυροκορδάτος και ο Δ. Μαυροκορδάτος ήταν αδέλφια, το ίδιο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Π. Παπαρρηγόπουλος. Ο τελευταίος ήταν σύγγαμβρος του Ιω. Σούτσου, ενώ ο Π. Αργυρόπουλος γυναικάδελφος του πολιτικού Αλέξ. Μαυροκορδάτου.

15. Μια πρώτη προσέγγιση του τόπου σπουδών των καθηγητών του Πανεπιστημίου βλ. στο άρθρο του Ζαχ. Ν. Τσιρπανλή, «Οι Έλληνες φοιτητές στα ευρωπαϊκά Πα-

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/150.gif&w=600&h=915

Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι από τους 26 καθηγητές που διορίστηκαν το 1837 και δίδαξαν, οι 17 είχαν σπουδάσει στη Γερμανία η και σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα (Αυστρία, Γαλλία), 11 στη Γαλλία η και σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα (Γερμανία, Αυστρία) και 1 στην Ιταλία. Υπάρχει λοιπόν

εξαρχής μια υπεροχή των καθηγητών με γερμανική παιδεία. Πρέπει να λάβουμε υπόψη όμως ότι σ' αυτούς περιλαμβάνονται και οι γερμανοί καθηγητές, οι οποίοι είχαν σπουδάσει σε Πανεπιστήμια της χώρας τους· χωρίς αυτούς τα ποσοστά των σπουδασμένων σε γερμανόφωνες χώρες και στη Γαλλία

εξισώνονται. Αν εξετάσουμε όμως το σύνολο των ελλήνων καθηγητών που διορίστηκαν το 1837, ανεξάρτητα από το &ν δίδαξαν η όχι, θα διαπιστώσουμε ότι το ποσοστό των σπουδασμένων στη Γερμανία είναι σαφώς υψηλότερο, πράγμα που δείχνει και πάλι μια υπεροχή της γερμανικής παιδείας στους έλληνες διανοούμενους. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τη στροφή των ελλήνων σπουδαστών από τις αρχές του 19ου αιώνα προς τα γερμανικά Πανεπιστήμια. Μια στροφή στην οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο η φήμη των γερμανικών Πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στα κλασικά γράμματα, αλλά και η παροχή υ

ποτροφιών από τη Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης και άλλους παράγοντες για ανώτερες σπουδές στη Γερμανία και την Αυστρία. Η τάση αυτή επιτείνεται μετά την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου, λόγω της γενικής αναγνώρισης της ανωτερότητας των γερμανικών Πανεπιστημίων, αλλά και των υποτροφιών του ελληνικού κράτους που πριμοδοτεί τις σπουδές στη Γερμανία. Προς τα γερμανικά Πανεπιστήμια κατευθύνουν άλλωστε τους φοιτητές τους και οι περισσότεροι καθηγητές του ελληνικού Πανεπιστημίου. Έτσι, σε όλον τον 19ο αιώνα τα γερμανικά Πανεπιστήμια γίνονται χώροι υποδοχής της μεγάλης πλειονότητας των νέων που θέλουν να κάνουν ανώτερες σπουδές.

Πραγματικά, από τους 160 περίπου καθηγητές που δίδαξαν από το 1837 ως το 1900 και των οποίων γνωρίζουμε τον τόπο σπουδών, περισσότεροι από τους μισούς (53% περίπου) είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και την Αυστρία,

ενώ ένα ποσοστό γύρω στο 16% σε γερμανόφωνα και διαδοχικά σε άλλα ευ

ρωπαϊκά Πανεπιστήμια, κυρίως γαλλικά. Κατά συνέπεια το 69% των καθηγητών είχε περάσει από γερμανόφωνα Πανεπιστήμια. Το αντίστοιχο ποσοστό

εκείνων που είχαν σπουδάσει στη Γαλλία και σε άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστή-

Πανεπιστήμια και η παρουσία τους στην πανεπιστημιακή ζωή της νεώτερης Ελλάδας (1800-1850)», Παρνασσός 21, 1979, σ. 321-346. Αρκετά στοιχεία για τους καθηγητές που σπούδασαν σε γερμανικά Πανεπιστήμια μας δίνουν οι δημοσιευμένοι κατάλογοι φοιτητών από τα εν λόγω Πανεπιστήμια. Βλ. εδώ, σ. 406-407, σημ. 4.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/151.gif&w=600&h=915

μια είναι γύρω στο 40%. Λίγοι, τέλος, ήταν οι καθηγητές που είχαν σπουδάσει στην Ιταλία και σε άλλες χώρες.

Ως προς την κατανομή τους κατά σχολές, παρατηρούμε ότι οι γερμανοτραφείς καθηγητές επικρατούν σχεδόν απόλυτα στο φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής, όπου και μεταφέρουν τη γερμανική σκέψη και μεθοδολογία στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων, στην. ιστορία και την αρχαιολογία. Σε γερμανικά Πανεπιστήμια, και ορισμένοι και σε ρωσικά, σπουδάζουν επίσης οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής. Στις σπουδές στη Γερμανία οφείλονται ορισμένα «προτεσταντικά» στοιχεία (απομάκρυνση από την παραδοσιακή τυπολατρία και ένα πνεύμα επιστημονισμού και θρησκευτικού φιλελευθερισμού), για τα οποία θα κατηγορηθούν επανειλημμένα καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, αλλά και η ίδια η σχολή, από τους ζηλωτές της ακραιφνούς Ορθοδοξίας16. Αντίθετα, στο φυσικό και το μαθηματικό τμήμα της Φιλοσοφικής υπάρχει μια ισομερής κατανομή των καθηγητών με γερμανική και γαλλική παιδεία. Στην Ιατρική παρατηρούμε ότι στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου πλειοψηφούν οι καθηγητές που έχουν σπουδάσει στη Γερμανία, ενώ στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η σχέση αυτή ανατρέπεται υπέρ των καθηγητών με γαλλική ιατρική παιδεία17.

Η αντίστροφη τάση παρατηρείται στη Νομική Σχολή. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της υπερισχύουν εδώ οι καθηγητές που έχουν σπουδάσει στη Γαλλία. Έτσι, από τους 5 πρωτοδιορισμένους καθηγητές της, οι 3 (Γ. Ράλλης, Γ. Μαυροκορδάτος και Π. Αργυρόπουλος) έχουν κάνει σπουδές στο Παρίσι και 1 (ο Ιω. Σούτσος) στη Γενεύη. Στη Γερμανία έχει σπουδάσει μόνο ο G. Feder. Στα επόμενα χρόνια, και ως το 1843, ο αριθμός των γαλλοτραφών κα-

16. Βλ. σχετικά Δ. Σ. Μπαλάνος, «Συνοπτική ιστορία των πανεπιστημιακών Σχολών. Α' Θεολογική Σχολή », Νέα Εστία 22,1937, σ. 1771. Από τους οξύτερους επικριτές της Θεολογικής Σχολής και των καθηγητών της είναι ο Κων. Οικονόμος και ο Απόστολος Μακράκης. Ο τελευταίος ονομάζει τη Θεολογική Σχολή «φωλεάν του διαβόλου» και τους καθηγητές της «ψευδοθεολόγους αίρετικούς εκ Γερμανίας» (Μπαλάνος, ό.π., σ. 1771). Ανάλογους χαρακτηρισμούς θα χρησιμοποιήσει ο Μακράκης και για το Πανεπιστήμιο («Πανσκοτιστήριον», «Σατανικόν καθίδρυμα» κλπ.)· βλ. την αρθρογραφία του στην εφημερίδα Λόγος που εξέδιδε ο ίδιος, ιδιαίτερα τα φύλλα αρ. 90, 3 Ιαν. 1870 και αρ. 120,8 Αυγ. 1870. Ο «προτεσταντικός» χαρακτήρας της Θεολογικής και ο «επιστημονισμός» της αποτελεί κοινό τόπο της κριτικής που ασκείται και σήμερα στη σχολή αυτή από ορισμένους κύκλους. Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα, Δόμος, 1992, σ. 303 κ.εξ.

17. Πβ. Αρ. Κ. Σταυρόπουλος, «Γεωγραφία των ιδεών και διαμόρφωση της ιατρικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα», Πανεπιστήμιο: ιδεολογία και παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 205-207.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/152.gif&w=600&h=915

καθηγητών θα ενισχυθεί με τρεις ακόμη, τον Σπ. Πήλληκα, τον Στ. Γαλάτη και τον Π. Στροΰμπο, ενώ στους γερμανοτραφείς θα προστεθούν δύο, ο E. Hertzog και ο Π. Καλλιγάς. Ως το 1843, λοιπόν, μόνο ένας Έλληνας και δύο Γερμανοί έχουν σπουδάσει σε γερμανικά Πανεπιστήμια· οι υπόλοιποι επτά έχουν γαλλική νομική παιδεία. Η σχέση αυτή είναι ενδεικτική της επιρροής της γαλλικής νομικής σκέψης στους Έλληνες, η οποία είχε αρχίσει από τα προεπαναστατικά χρόνια και συνεχιζόταν ως την εποχή αυτή. Δείγματά της είναι η μετάφραση στα ελληνικά του γαλλικού Συντάγματος του 1791, οι επανειλημμένες μεταφράσεις του γαλλικού εμπορικού κώδικα, η επίδραση των αρχών της γαλλικής Επανάστασης στη νομοθεσία και τα ψηφίσματα της ελληνικής Επανάστασης, καθώς και μεταγενέστερες μεταφράσεις γαλλικών νομικών κειμένων και πραγματειών18. Η υπεροχή των καθηγητών με γαλλική παιδεία δεν κράτησε πολύ. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 οι περισσότεροι καθηγητές που διορίζονται στη Νομική έχουν, όπως και στις άλλες σχολές, γερμανική παιδεία. Από τους 7 καθηγητές που διορίζονται ως τα τέλη της δεκαετίας του 1850, οι 4 έχουν σπουδάσει σε γερμανικά η αυστριακά Πανεπιστήμια (Π. Παπαρρηγόπουλος, Β. Οικονομίδης, Κ. Φρεαρίτης, Μ. Ποτλής), 2 στη Γαλλία (Ν. Σαρίπολος, Δ. Κυριακού) και 1 στην Ιταλία (Μ. Ρενιέρης). Οι γερμανοτραφείς αυτοί καθηγητές, μαζί με τον Π. Καλλιγά, θα είναι εκείνοι που με το συγγραφικό έργο και τη διδασκαλία τους θα στρέψουν την ελληνική νομική σκέψη προς τη Γερμανία και θα επιβάλουν το ρωμαϊκό δίκαιο19. Η στροφή προς τη Γερμανία θα συνεχιστεί με γοργότερο ρυθμό στα επόμενα χρόνια.

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι από τους καθηγητές που σπουδάζουν σε ξένα Πανεπιστήμια οι περισσότεροι έχουν φοιτήσει προηγουμένως, για ένα μικρό η μεγάλο χρονικό διάστημα, σε ανώτερα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα: στο Πανεπιστήμιο κυρίως και ελάχιστοι (2) στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Από τα Μητρώα φοιτητών και διπλωματούχων του Πανεπιστημίου, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω, προκύπτει ότι από τους 168 καθηγητές που δίδαξαν ως τα τέλη του αιώνα είχαν εγγραφεί στο ελληνικό Πανεπιστήμιο γύρω στους 100. Αν εξαιρέσουμε τους πρωτοδιορισμένους το 1837 και εκείνους που όταν άνοιξε το Πανεπιστήμιο σπούδαζαν ήδη σε ξένα

18. Βλ. Ν. I. Πανταζόπουλος, Georg Ludwig von Maurer. Η προς ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της νεοελληνικής νομοθεσίας, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 1459-1466, 1486-1491.

19. Παν. I. Ζέπος, Η νεώτερα ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου, Αθήνα 1954, σ. 21 κ.εξ. και Ν. I. Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 1466 κ.εξ.

Σελ. 152
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 133
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

    Η ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

    Ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 ήταν, όπως είδαμε, ένα κείμενο συνοπτικό, που περιέγραφε σε γενικές γραμμές την οργάνωση και λειτουργία του ιδρύματος, αφήνοντας ανοιχτά η ασαφή αρκετά επιμέρους ζητήματα. Από την άλλη μεριά η ίδια η λειτουργία του Πανεπιστημίου δημιούργησε νέες ανάγκες, που επέβαλλαν τη συμπλήρωση και διεύρυνση του θεσμικού πλαισίου. Τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν με σειρά διαταγμάτων και με αποφάσεις της Συγκλήτου. Για να μείνουμε στις πρώτες μόνο ρυθμίσεις, το 1838 ιδρύθηκε το Φαρμακευτικό Σχολείο, το 1841 ρυθμίστηκαν τα σχετικά με τη διοίκηση του Πανεπιστημίου και την εκλογή των υφηγητών, το 1842 θεσμοθετήθηκαν οι διαδικασίες διεξαγωγής των εξετάσεων των φοιτητών και συστάθηκε το Φιλολογικό Φροντιστήριο, ενώ την ίδια εποχή τέθηκαν οι βάσεις της υλικής υποδομής του Πανεπιστημίου με τη δημιουργία επιστημονικών συλλογών, εργαστηρίων κλπ. για την πρακτική άσκηση των φοιτητών. Αργότερα διευθετήθηκαν ζητήματα σχετικά με την εκλογή των καθηγητών, τις πανεπιστημιακές έδρες, τα μαθήματα των σχολών κ.ά. Εδώ θα αναφερθούμε σε ορισμένες μόνο από τις ρυθμίσεις αυτές· οι άλλες θα μας απασχολήσουν σε επόμενα κεφάλαια.

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

    Ο Κανονισμός του 1837 ανέθετε, όπως ξέρουμε, τη διοίκηση του ιδρύματος στο «συμβούλιον του πανεπιστημίου», το οποίο απαρτιζόταν από 9 μέλη: τον πρύτανη, τον πρώην πρύτανη, τους τέσσερις σχολάρχες και τρεις άλλους καθηγητές. Η εκλογή του πρύτανη γινόταν με την ακόλουθη διαδικασία: η ολομέλεια των τακτικών καθηγητών εξέλεγε δύο υποψήφιους για το πρυτανικό

    αξίωμα από τους οποίους ο βασιλιάς επέλεγε τον ένα, ενώ η ολομέλεια των τακτικών, σε επίπεδο σχολών, εξέλεγε απευθείας τους τέσσερις σχολάρχες. Και ο πρύτανης και οι σχολάρχες έπρεπε να έχουν τον βαθμό του τακτικού καθηγητή. Προσωρινά όμως (και «μέχρι νεωτέρας διατάξεως») ο Κανονισμός