Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 149-168 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/149.gif&w=600&h=915

κοινή καταγωγή δημιουργούνται και σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους, στο βαθμό όμως που συντρέχουν και άλλοι λόγοι : προσωπικές σχέσεις, ιδεολογική και πολιτική συγγένεια κλπ.

Τα πράγματα αλλάζουν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τους 85 καθηγητές που διορίζονται μεταξύ του 1864 και 1900, οι 22 μόνο (ποσοστό 27%) είναι από τον έξω ελληνισμό· οι υπόλοιποι 63 (73%) προέρχονται από το ελληνικό κράτος. Βέβαια, στην περίοδο αυτή το ελληνικό κράτος αυξάνεται γεωγραφικά, καθώς ενσωματώνονται α αυτό τα Επτάνησα και η Θεσσαλία. Οι αλλαγές αυτές όμως δεν αρκούν να εξηγήσουν τη μεγάλη διαφορά. Η

αριθμητική υπεροχή των καθηγητών με ελλαδική προέλευση οφείλεται, προφανώς, στην ανάπτυξη που παρουσιάζει την εποχή αυτή η ελληνική κοινωνία, στον εκπαιδευτικό τουλάχιστο τομέα. Το σχολικό δίκτυο πυκνώνει, αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης και των φοιτητών, καθώς και εκείνων που συνεχίζουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό, με τη βοήθεια του κράτους και του Πανεπιστημίου. Διαμορφώνονται έτσι οι προϋποθέσεις για την παραγωγή ενός πνευματικού και επιστημονικού δυναμικού, που επανδρώνει και το Πανεπιστήμιο. Οι περισσότεροι από τους ελλαδίτες καθηγητές προέρχονται από τη Στερεά Ελλάδα (26) -σημαντική είναι εδώ η παρουσία της Αθήνας (16),χώρος συγκέντρωσης και παραγωγής της κοινωνικής και πνευματικής ελίτ του ελληνικού κράτους-, την Πελοπόννησο (23) και τα Επτάνησα (7).

ΤΟΠΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ

Ως προς τον τόπο σπουδών των καθηγητών, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα

αρκετά γνώριμο φαινόμενο: όλοι σχεδόν έχουν σπουδάσει η συμπληρώσει τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Οι σχετικές πληροφορίες όμως δεν είναι πάντοτε επαρκείς ούτε διακρίνονται για την ακρίβειά τους. Δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, πάντοτε σε ποιο ή ποια Πανεπιστήμια σπούδασε ένας καθηγητής και για πόσα χρόνια, και κυρίως που έκανε τις βασικές σπουδές του15.

δάτος, ο Κ. Σχινάς, ο Κ. Νέγρης, ο Α. Ραγκαβής, ο Π. Παπαρρηγόπουλος, ο Κ. Φρεαρίτης, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Δ. Κλεόπας και ο Σταμ. Κρίνος (βλ. Παράρτημα Α'). Ο Γ. Μαυροκορδάτος και ο Δ. Μαυροκορδάτος ήταν αδέλφια, το ίδιο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Π. Παπαρρηγόπουλος. Ο τελευταίος ήταν σύγγαμβρος του Ιω. Σούτσου, ενώ ο Π. Αργυρόπουλος γυναικάδελφος του πολιτικού Αλέξ. Μαυροκορδάτου.

15. Μια πρώτη προσέγγιση του τόπου σπουδών των καθηγητών του Πανεπιστημίου βλ. στο άρθρο του Ζαχ. Ν. Τσιρπανλή, «Οι Έλληνες φοιτητές στα ευρωπαϊκά Πα-

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/150.gif&w=600&h=915

Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι από τους 26 καθηγητές που διορίστηκαν το 1837 και δίδαξαν, οι 17 είχαν σπουδάσει στη Γερμανία η και σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα (Αυστρία, Γαλλία), 11 στη Γαλλία η και σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα (Γερμανία, Αυστρία) και 1 στην Ιταλία. Υπάρχει λοιπόν

εξαρχής μια υπεροχή των καθηγητών με γερμανική παιδεία. Πρέπει να λάβουμε υπόψη όμως ότι σ' αυτούς περιλαμβάνονται και οι γερμανοί καθηγητές, οι οποίοι είχαν σπουδάσει σε Πανεπιστήμια της χώρας τους· χωρίς αυτούς τα ποσοστά των σπουδασμένων σε γερμανόφωνες χώρες και στη Γαλλία

εξισώνονται. Αν εξετάσουμε όμως το σύνολο των ελλήνων καθηγητών που διορίστηκαν το 1837, ανεξάρτητα από το &ν δίδαξαν η όχι, θα διαπιστώσουμε ότι το ποσοστό των σπουδασμένων στη Γερμανία είναι σαφώς υψηλότερο, πράγμα που δείχνει και πάλι μια υπεροχή της γερμανικής παιδείας στους έλληνες διανοούμενους. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τη στροφή των ελλήνων σπουδαστών από τις αρχές του 19ου αιώνα προς τα γερμανικά Πανεπιστήμια. Μια στροφή στην οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο η φήμη των γερμανικών Πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στα κλασικά γράμματα, αλλά και η παροχή υ

ποτροφιών από τη Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης και άλλους παράγοντες για ανώτερες σπουδές στη Γερμανία και την Αυστρία. Η τάση αυτή επιτείνεται μετά την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου, λόγω της γενικής αναγνώρισης της ανωτερότητας των γερμανικών Πανεπιστημίων, αλλά και των υποτροφιών του ελληνικού κράτους που πριμοδοτεί τις σπουδές στη Γερμανία. Προς τα γερμανικά Πανεπιστήμια κατευθύνουν άλλωστε τους φοιτητές τους και οι περισσότεροι καθηγητές του ελληνικού Πανεπιστημίου. Έτσι, σε όλον τον 19ο αιώνα τα γερμανικά Πανεπιστήμια γίνονται χώροι υποδοχής της μεγάλης πλειονότητας των νέων που θέλουν να κάνουν ανώτερες σπουδές.

Πραγματικά, από τους 160 περίπου καθηγητές που δίδαξαν από το 1837 ως το 1900 και των οποίων γνωρίζουμε τον τόπο σπουδών, περισσότεροι από τους μισούς (53% περίπου) είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και την Αυστρία,

ενώ ένα ποσοστό γύρω στο 16% σε γερμανόφωνα και διαδοχικά σε άλλα ευ

ρωπαϊκά Πανεπιστήμια, κυρίως γαλλικά. Κατά συνέπεια το 69% των καθηγητών είχε περάσει από γερμανόφωνα Πανεπιστήμια. Το αντίστοιχο ποσοστό

εκείνων που είχαν σπουδάσει στη Γαλλία και σε άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστή-

Πανεπιστήμια και η παρουσία τους στην πανεπιστημιακή ζωή της νεώτερης Ελλάδας (1800-1850)», Παρνασσός 21, 1979, σ. 321-346. Αρκετά στοιχεία για τους καθηγητές που σπούδασαν σε γερμανικά Πανεπιστήμια μας δίνουν οι δημοσιευμένοι κατάλογοι φοιτητών από τα εν λόγω Πανεπιστήμια. Βλ. εδώ, σ. 406-407, σημ. 4.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/151.gif&w=600&h=915

μια είναι γύρω στο 40%. Λίγοι, τέλος, ήταν οι καθηγητές που είχαν σπουδάσει στην Ιταλία και σε άλλες χώρες.

Ως προς την κατανομή τους κατά σχολές, παρατηρούμε ότι οι γερμανοτραφείς καθηγητές επικρατούν σχεδόν απόλυτα στο φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής, όπου και μεταφέρουν τη γερμανική σκέψη και μεθοδολογία στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων, στην. ιστορία και την αρχαιολογία. Σε γερμανικά Πανεπιστήμια, και ορισμένοι και σε ρωσικά, σπουδάζουν επίσης οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής. Στις σπουδές στη Γερμανία οφείλονται ορισμένα «προτεσταντικά» στοιχεία (απομάκρυνση από την παραδοσιακή τυπολατρία και ένα πνεύμα επιστημονισμού και θρησκευτικού φιλελευθερισμού), για τα οποία θα κατηγορηθούν επανειλημμένα καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, αλλά και η ίδια η σχολή, από τους ζηλωτές της ακραιφνούς Ορθοδοξίας16. Αντίθετα, στο φυσικό και το μαθηματικό τμήμα της Φιλοσοφικής υπάρχει μια ισομερής κατανομή των καθηγητών με γερμανική και γαλλική παιδεία. Στην Ιατρική παρατηρούμε ότι στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου πλειοψηφούν οι καθηγητές που έχουν σπουδάσει στη Γερμανία, ενώ στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η σχέση αυτή ανατρέπεται υπέρ των καθηγητών με γαλλική ιατρική παιδεία17.

Η αντίστροφη τάση παρατηρείται στη Νομική Σχολή. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της υπερισχύουν εδώ οι καθηγητές που έχουν σπουδάσει στη Γαλλία. Έτσι, από τους 5 πρωτοδιορισμένους καθηγητές της, οι 3 (Γ. Ράλλης, Γ. Μαυροκορδάτος και Π. Αργυρόπουλος) έχουν κάνει σπουδές στο Παρίσι και 1 (ο Ιω. Σούτσος) στη Γενεύη. Στη Γερμανία έχει σπουδάσει μόνο ο G. Feder. Στα επόμενα χρόνια, και ως το 1843, ο αριθμός των γαλλοτραφών κα-

16. Βλ. σχετικά Δ. Σ. Μπαλάνος, «Συνοπτική ιστορία των πανεπιστημιακών Σχολών. Α' Θεολογική Σχολή », Νέα Εστία 22,1937, σ. 1771. Από τους οξύτερους επικριτές της Θεολογικής Σχολής και των καθηγητών της είναι ο Κων. Οικονόμος και ο Απόστολος Μακράκης. Ο τελευταίος ονομάζει τη Θεολογική Σχολή «φωλεάν του διαβόλου» και τους καθηγητές της «ψευδοθεολόγους αίρετικούς εκ Γερμανίας» (Μπαλάνος, ό.π., σ. 1771). Ανάλογους χαρακτηρισμούς θα χρησιμοποιήσει ο Μακράκης και για το Πανεπιστήμιο («Πανσκοτιστήριον», «Σατανικόν καθίδρυμα» κλπ.)· βλ. την αρθρογραφία του στην εφημερίδα Λόγος που εξέδιδε ο ίδιος, ιδιαίτερα τα φύλλα αρ. 90, 3 Ιαν. 1870 και αρ. 120,8 Αυγ. 1870. Ο «προτεσταντικός» χαρακτήρας της Θεολογικής και ο «επιστημονισμός» της αποτελεί κοινό τόπο της κριτικής που ασκείται και σήμερα στη σχολή αυτή από ορισμένους κύκλους. Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα, Δόμος, 1992, σ. 303 κ.εξ.

17. Πβ. Αρ. Κ. Σταυρόπουλος, «Γεωγραφία των ιδεών και διαμόρφωση της ιατρικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα», Πανεπιστήμιο: ιδεολογία και παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 205-207.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/152.gif&w=600&h=915

καθηγητών θα ενισχυθεί με τρεις ακόμη, τον Σπ. Πήλληκα, τον Στ. Γαλάτη και τον Π. Στροΰμπο, ενώ στους γερμανοτραφείς θα προστεθούν δύο, ο E. Hertzog και ο Π. Καλλιγάς. Ως το 1843, λοιπόν, μόνο ένας Έλληνας και δύο Γερμανοί έχουν σπουδάσει σε γερμανικά Πανεπιστήμια· οι υπόλοιποι επτά έχουν γαλλική νομική παιδεία. Η σχέση αυτή είναι ενδεικτική της επιρροής της γαλλικής νομικής σκέψης στους Έλληνες, η οποία είχε αρχίσει από τα προεπαναστατικά χρόνια και συνεχιζόταν ως την εποχή αυτή. Δείγματά της είναι η μετάφραση στα ελληνικά του γαλλικού Συντάγματος του 1791, οι επανειλημμένες μεταφράσεις του γαλλικού εμπορικού κώδικα, η επίδραση των αρχών της γαλλικής Επανάστασης στη νομοθεσία και τα ψηφίσματα της ελληνικής Επανάστασης, καθώς και μεταγενέστερες μεταφράσεις γαλλικών νομικών κειμένων και πραγματειών18. Η υπεροχή των καθηγητών με γαλλική παιδεία δεν κράτησε πολύ. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 οι περισσότεροι καθηγητές που διορίζονται στη Νομική έχουν, όπως και στις άλλες σχολές, γερμανική παιδεία. Από τους 7 καθηγητές που διορίζονται ως τα τέλη της δεκαετίας του 1850, οι 4 έχουν σπουδάσει σε γερμανικά η αυστριακά Πανεπιστήμια (Π. Παπαρρηγόπουλος, Β. Οικονομίδης, Κ. Φρεαρίτης, Μ. Ποτλής), 2 στη Γαλλία (Ν. Σαρίπολος, Δ. Κυριακού) και 1 στην Ιταλία (Μ. Ρενιέρης). Οι γερμανοτραφείς αυτοί καθηγητές, μαζί με τον Π. Καλλιγά, θα είναι εκείνοι που με το συγγραφικό έργο και τη διδασκαλία τους θα στρέψουν την ελληνική νομική σκέψη προς τη Γερμανία και θα επιβάλουν το ρωμαϊκό δίκαιο19. Η στροφή προς τη Γερμανία θα συνεχιστεί με γοργότερο ρυθμό στα επόμενα χρόνια.

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι από τους καθηγητές που σπουδάζουν σε ξένα Πανεπιστήμια οι περισσότεροι έχουν φοιτήσει προηγουμένως, για ένα μικρό η μεγάλο χρονικό διάστημα, σε ανώτερα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα: στο Πανεπιστήμιο κυρίως και ελάχιστοι (2) στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Από τα Μητρώα φοιτητών και διπλωματούχων του Πανεπιστημίου, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω, προκύπτει ότι από τους 168 καθηγητές που δίδαξαν ως τα τέλη του αιώνα είχαν εγγραφεί στο ελληνικό Πανεπιστήμιο γύρω στους 100. Αν εξαιρέσουμε τους πρωτοδιορισμένους το 1837 και εκείνους που όταν άνοιξε το Πανεπιστήμιο σπούδαζαν ήδη σε ξένα

18. Βλ. Ν. I. Πανταζόπουλος, Georg Ludwig von Maurer. Η προς ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της νεοελληνικής νομοθεσίας, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 1459-1466, 1486-1491.

19. Παν. I. Ζέπος, Η νεώτερα ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου, Αθήνα 1954, σ. 21 κ.εξ. και Ν. I. Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 1466 κ.εξ.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/153.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμια η είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, τότε λίγοι είναι αυτοί που δεν πέρασαν από το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Είναι ενδιαφέρον όμως ότι οι μισοί μόνο πήραν δίπλωμα- οι υπόλοιποι το εγκατέλειψαν στη μέση και συνέχισαν τις σπουδές τους στο εξωτερικό.

Οι τελευταίοι μπορούν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες : σε εκείνους που προέρχονταν από ευκατάστατες οικογένειες, οι οποίες φιλοδοξούσαν vói δώσουν στα παιδιά τους μια πανεπιστημιακή μόρφωση ανώτερη από

εκείνη που τους παρείχε το ελληνικό Πανεπιστήμιο, και σε εκείνους που πήγαιναν να σπουδάσουν με υποτροφίες στο εξωτερικό. Όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και παρακάτω, το υπουργείο Παιδείας και το Πανεπιστήμιο, θέλοντας να καλύψουν με το απαραίτητο διδακτικό προσωπικό ορισμένες έδρες, έστελναν για εξειδίκευση σε ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια φοιτητές η διπλωματούχους. Και πραγματικά από την κατηγορία αυτή προέρχονταν, κατά βάση, οι νέοι καθηγητές. Τυπική προϋπόθεση για τη χορήγηση μιας

υποτροφίας για το εξωτερικό ήταν το δίπλωμα. Η αρχή αυτή όμως παραβιαζόταν συχνά, είτε γιατί το Πανεπιστήμιο ήθελε να πληρώσει το συντομότερο δυνατό μια έδρα, είτε γιατί δεν θεωρούσε απολύτως απαραίτητο οι υπότροφοι να έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο των σπουδών τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο πριν φύγουν για το εξωτερικό. Την ίδια τάση, να κλείσουν το γρηγορότερο τον κύκλο των σπουδών τους στην Ελλάδα και να φύγουν για το

εξωτερικό, εκδηλώνουν και οι ίδιοι οι υπότροφοι, όπως και εκείνοι που σκόπευαν να σπουδάσουν με δικά τους έξοδα σε ξένα Πανεπιστήμια. Όλα αυτά δείχνουν ότι αναγνωριζόταν από όλους η αδυναμία του ελληνικού Πανεπιστημίου να προσφέρει στους φοιτητές του μια ανώτερη εκπαίδευση ισάξια με

εκείνη που έδιναν τα ξένα Πανεπιστήμια και μάλιστα να αναπαραγάγει το διδακτικό προσωπικό του, φαινόμενο που ισχύει βέβαια και σε μεταγενέστερες

εποχές.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ

Σύμφωνα με τον Κανονισμό του 1837, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου θα διορίζονταν για πρώτη φορά -όπως και έγινε- από τον βασιλιά με πρόταση του υπουργείου Παιδείας- μετά από πέντε χρόνια όμως θα μπορούσαν να συμμετέχουν και οι σχολές στην πλήρωση των εδρών που θα χήρευαν (άρθρο 6), αφού προηγουμένως θα καθορίζονταν οι σχετικές διαδικασίες. Τελικά όμως η εξαγγελία αυτή έμεινε για πολλές δεκαετίες νεκρό γράμμα και οι κα-

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/154.gif&w=600&h=915

καθηγητές επιλέγονταν απευθείας από το υπουργείο Παιδείας, χωρίς τη συμμετοχή των σχολών20. Το καθεστώς αυτό συνιστούσε μια παρέκκλιση από τον ισχύοντα Κανονισμό αλλά και από τα γερμανικά πρότυπα που αυτός ακολουθούσε, αφού στα γερμανικά Πανεπιστήμια ο διορισμός των καθηγητών γινόταν από το κράτος μετά από προτάσεις των αρμόδιων σχολών. Τους λόγους θα πρέπει να τους αναζητήσουμε στον συγκεντρωτισμό του ελληνικού κράτους και ειδικότερα στην πρόθεση του υπουργείου Παιδείας να ασκεί έλεγχο στην επιλογή των καθηγητών, όπως γινόταν εξάλλου και με τους άλλους δημοσίους υπαλλήλους.

Ο αποκλεισμός των σχολών από τις σχετικές διαδικασίες είχε αρνητικές συνέπειες για την αυτονομία και την εσωτερική ανάπτυξη του Πανεπιστημίου. Και γιατί έδινε στο υπουργείο Παιδείας τη δυνατότητα να επεμβαίνει στα εσωτερικά του, αλλά και γιατί εισήγαγε ένα πνεύμα ευνοιοκρατίας στις διαδικασίες επιλογής του διδακτικού προσωπικού: «Οι καθηγηταί», γράφει το 1899 ο χρονικογράφος του Πανεπιστημίου I. Πανταζίδης, «εδημιουργούντο υπό των εκάστοτε υπουργών (...) κατά τας εύνοιας των κυβερνώντων και τας προς τούτους θερμάς συστάσεις η πολιτικάς πιέσεις άλλων ισχυρών»21. Η παρατήρηση αυτή μολονότι είναι υπερβολική στη γενικότητά της, καθώς α

νάγει το όλο θέμα στο επίπεδο των προσωπικών σχέσεων και των πολιτικών

επιρροών, υποβαθμίζοντας το στοιχείο της αξιοκρατίας, περιγράφει ωστόσο σε μεγάλο βαθμό και πραγματικές καταστάσεις. Η ιστορία του Πανεπιστημίου μας δίνει αρκετά παραδείγματα για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές και κομματικές τοποθετήσεις των υποψήφιων καθηγητών η οι προσωπικές σχέσεις τους με κυβερνητικούς παράγοντες επηρέαζαν τις επιλογές του υπουργείου Παιδείας. Πρέπει να σημειωθεί και εδώ πάντως ότι οι επιλογές δεν γίνονταν πάντοτε ερήμην του Πανεπιστημίου. Όπως και στην εκλογή των πανεπιστημιακών αρχών, καθηγητές διατύπωναν όχι σπάνια, ατομικά η συλλογικά, στο υπουργείο Παιδείας τις προτιμήσεις τους για τους υποψηφίους και το ίδιο έκαναν σε ορισμένες περιπτώσεις και οι σχολές.

Τη δυνατότητα του υπουργείου να έχει λόγο στα πανεπιστημιακά πράγματα διευκόλυνε και το γεγονός ότι οι καθηγητές δεν ήταν μόνιμοι. Όπως

έχουμε σημειώσει, ο καταργημένος Κανονισμός του 1836 πρόβλεπε ότι οι καθηγητές ήταν σχεδόν μόνιμοι, αφού μετά από πέντε χρόνια επιτυχούς διδα-

20. Πβ. Κώστας Λάππας, «Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ΙΘ' αιώνα», Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 138 κ.εξ.

21. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 197.

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/155.gif&w=600&h=915

διδασκαλίας δεν μπορούσαν να χάσουν τη θέση τους η να τεθούν σε αργία παρά μόνο «δυνάμει δικαστικής αποφάσεως» (άρθρο 36): αν καταδικάζονταν, δηλαδή, για κάποια σοβαρά ποινικά αδικήματα. Η διάταξη αυτή παραλείφθηκε, όχι τυχαία, από τον Κανονισμό του 1837, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κενό, που επέτρεπε στον υπουργό Παιδείας να απολύει καθηγητές, προσωρινά αλλά και μόνιμα, με διάφορες δικαιολογίες : στενότητα του δημόσιου ταμείου, ανάρμοστη συμπεριφορά προς τις πανεπιστημιακές η τις πολιτικές αρχές, παραβίαση της πανεπιστημιακής νομιμότητας κλπ. Οι δικαιολογίες αυτές

άλλοτε ήταν πραγματικές και άλλοτε αποτελούσαν απλώς πρόσχημα για την

απομάκρυνση από το Πανεπιστήμιο καθηγητών οι οποίοι δεν ήταν αρεστοί στον υπουργό η την κυβέρνηση, και ενίοτε στο ίδιο το Πανεπιστήμιο η τους φοιτητές, και για τον διορισμό στη θέση τους άλλων, με ισχυρότερες συνήθως προσβάσεις στην πολιτική εξουσία. Από τις παραπάνω διαδικασίες δεν ήταν και πάλι ξένες οι πανεπιστημιακές φατρίες.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1887 απολύθηκε, προσωρινά η μόνιμα, το 1/3 περίπου των καθηγητών που διορίστηκαν στο διάστημα αυτό22. Ορισμένοι μάλιστα απ' αυτούς

απολύθηκαν περισσότερες από μία φορές. Γνωστές είναι οι απολύσεις που έγιναν στα χρόνια της πρωθυπουργίας του Ιωάννη Κωλέττη (1844-1847), εποχή που χαρακτηρίζεται έτσι κι αλλιώς από το πνεύμα της ευνοιοκρατίας και του κομματισμού. Στο διάστημα αυτό απομακρύνθηκαν από το Πανεπιστήμιο 7 καθηγητές. Σημειώνω τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Τον Οκτώβριο του 1844 απολύεται ο επιτίμιος καθηγητής του εμπορικού δικαίου στη Νομική Σχολή Στέφ. Γαλάτης για να πάρει τη θέση του ο Γ. Ράλλης. Καθηγητής στην έδρα αυτή από το 1837, ο Γ. Ράλλης διορίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης (1841) και έπαψε να διδάσκει. Στη θέση του διορίστηκε τον Μάιο του 1843 ο Γαλάτης. Στο μεταξύ όμως ο Ράλλης έπαψε να είναι υπουργός και ζήτησε να επανέλθει στο Πανεπιστήμιο, πράγμα που οδήγησε στην απόλυση του Γαλάτη (Οκτ. 1844)23. Αν η απόλυση του τελευταίου απέβλεπε στην αποκατάσταση ενός παλαιότερου καθηγητή, με στενές σχέσεις πάντως με την

22. Περιλαμβάνονται εδώ και οι ξένοι καθηγητές που απολύθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1843, καθώς και 7 καθηγητές που απολύθηκαν το 1882 (βλ. (8ώ, σ. 143, σημ. 1, και σ. 158).

23. Βλ. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 34, όπου έγγραφο του υπουργού Παιδείας προς τον Όθωνα σχετικό με την πλήρωση της κενής έδρας του εμπορικού δικαίου (αρ. 10654,10 Αυγ. 1842) και σχέδιο διατάγματος για τον διορισμό του Γαλάτη (20 Μαΐου 1843). Βλ. επίσης Π.Σ.Ν.Σ., 8 Απρ. 1844 και εφ. Αιών, αρ. 569,18 Οκτ. 1844.

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/156.gif&w=600&h=915

πολιτική εξουσία, η απόλυση τριών άλλων καθηγητών τον επόμενο χρόνο ήταν μια πράξη με καθαρά πολιτικό περιεχόμενο. Τον Ιούνιο του 1845 η κυβέρνηση Κωλέττη απομάκρυνε από το Πανεπιστήμιο τον Κ. Νέγρη και τον Κ. Δομνάδο, καθηγητές της Φιλοσοφικής, και τον Π. Καλλιγά, καθηγητή της Νομικής. Και οι τρεις ανήκαν στον αντιπολιτευόμενο χώρο και η απόλυσή τους

έγινε με σκοπό να μειώσει τη δύναμη των «Μαυροκορδατιστών» στις εκλογές για την ανάδειξη του βουλευτή του Πανεπιστημίου. Στη θέση του Καλλιγά διορίστηκε ο Π. Παπαρρηγόπουλος, ενώ στη θέση του Νέγρη ο Ηρ. Μητσόπουλος24.

Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η περίπτωση της απόλυσης του Ν. I. Σαρίπολου. Καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στη Νομική από το 1846, προσκείμενος στο γαλλικό κόμμα και με προσωπικές σχέσεις με τον I. Κωλέττη,

απολύεται τον Ιούλιο του 1852. Αφορμή ήταν ένα κείμενο με ερωταποκρίσεις για τις εξετάσεις στο μάθημα του συνταγματικού δικαίου, στο οποίο ο Σαρίπολος υποστήριζε «αντιβασιλικές» απόψεις : ότι η βασίλισσα δεν είναι «ιερά και απαραβίαστος όπως ο βασιλεύς» και «επομένως δύναται να καταδιωχθή ποινικώς» κλπ. Οι απόψεις αυτές του Σαρίπολου, αν και δεν ήταν καινούριες (τις είχε διατυπώσει ο ίδιος και σε βιβλίο του), προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της βασίλισσας, η οποία φαίνεται ότι ζήτησε από τον υπουργό Παιδείας Σ. Βλάχο να τον απολύσει, όπως και εγινε25. Το επεισόδιο αυτό όμως ήταν

απλώς η αφορμή. Οι φιλελεύθερες ιδέες του Σαρίπολου και οι κακές σχέσεις που είχε με την πλειονότητα των καθηγητών της Νομικής ασφαλώς έπαιξαν

αποφασιστικό ρόλο στην απόλυσή του. Ο ίδιος, όπως θα δούμε και παρακάτω, είχε αντιταχθεί έντονα το 1850 στην απόφαση της πλειοψηφίας των συναδέλφων του να δεχθούν ως υφηγητή τον Κων. Παπαρρηγόπουλο. Όλα αυτά είχαν προετοιμάσει κατά κάποιον τρόπο το κλίμα για την απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο. Ο Σαρίπολος θα επανέλθει θριαμβευτικά μετά το κίνημα του 1862 για να απολυθεί όμως και πάλι, οριστικά αυτή τη φορά, τον Ι-

24. Βλ. εφ. Αθηνά, αρ. 1226, 17 Ιουν. 1845 και εφ. Αιών, αρ. 632, 20 Ιουν. 1845,

αρ. 634, 27 Ιουν. 1845, αρ. 736, 6 Νοεμ. 1846, αρ. 1055,8 Απρ. 1850· πβ. Αυτοβιογραφικά Απομνημονεύματα Νικολάου I. Σαρίπολου, Αθήνα 1899, σ. 33. Βλ. εδώ, σ. 119.

25. Το «επιλήψιμο» κείμενο του Σαρίπολου στα ΓΑΚ, ό.π., φάκ. 69. Στο ίδιο αρχείο, φάκ. 35, υπάρχουν και δύο επιστολές του, μία προς τη βασίλισσα και μία προς τον Όθωνα (12/24 Αυγ. 1852), όπου απολογείται για τις εναντίον του κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τις συκοφαντικές, και υποστηρίζει ότι η δίωξή του μεθοδεύτηκε από τον

υπουργό Παιδείας και τη φατρία των αντιπάλων του καθηγητών της Νομικής. Πβ. για το ίδιο θέμα τα Αυτοβιογραφικά Απομνημονεύματα του ίδιου, ό.π., σ. 39 κ.εξ.

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/157.gif&w=600&h=915

Ιούνιο του 1875, από την κυβέρνηση Χ. Τρικούπη, εξαιτίας της εμπλοκής του στις αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις του Δ. Βούλγαρη26.

Σημειώνω δύο ακόμη περιπτώσεις πολλαπλών απολύσεων: του Φρ. Πυλαρινού και του Κ. Φρεαρίτη. Ο πρώτος απολύεται τον Σεπτέμβριο του 1846, μετά από έντονες φοιτητικές ταραχές που είχαν γίνει στο μάθημα του- επανέρχεται το 1850, αλλά απολύεται και πάλι για ένα χρόνο το 186527. Ο δεύτερος θα απομακρυνθεί από το Πανεπιστήμιο τον Ιούλιο του 1855 για απρεπή συμπεριφορά προς τον υπουργό Παιδείας Π. Αργυρόπουλο. Θα επανέλθει στη θέση του μερικούς μήνες αργότερα, για να απολυθεί για δεύτερη φορά, προσωρινά και πάλι, το 1881, επειδή είχε διακηρύξει σε πατριωτικό λόγο του στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου την προσάρτηση με τα όπλα της Θεσσαλίας και της Ηπείρου28.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι καθηγητές ήταν εξαρτημένοι σε μεγάλο βαθμό από το υπουργείο Παιδείας, αφού αυτό αποφάσιζε για τον διορισμό τους, την παραμονή τους στο Πανεπιστήμιο αλλά και την προαγωγή τους σε ανώτερη βαθμίδα. Το υπουργείο επίσης είχε τη δυνατότητα, και το

έπραττε συχνά, να τους αφαιρεί μαθήματα η να τους αναθέτει αλλα29. Το καθεστώς αυτό δημιούργησε προβλήματα στην ομαλή εξέλιξη και ανανέωση του διδακτικού προσωπικού, ενώ από την άλλη μεριά το γεγονός η τουλάχιστο η αίσθηση που υπήρχε στους καθηγητές ότι η διατήρηση της θέσης τους εξαρτιόταν από τις πολιτικές συγκυρίες, καλλιέργησε σ' αυτούς ένα αίσθημα ανα-

26. Βλ. εδώ, σ. 566-567.

27. Βλ. εδώ, σ. 474-475.

28. Βλ. έγγραφα του υπουργού Παιδείας προς τον Όθωνα από 7 Ιουλ. και 13 Οκτ. 1855 (ΓΑΚ, ό.π., φάκ. 70): με το πρώτο ζητεί την απόλυση του Φρεαρίτη και τον διορισμό στη θέση του του Μ. Ποτλή, ενώ με το δεύτερο ζητεί την επάνοδο του στο Πανεπιστήμιο- πβ. και σημείωμα στο περ. Πανδώρα 6,1855-56, σ. 215, με τον τίτλο «Καθαίρεσις καθηγητού», όπου επικρίνεται η απόφαση του υπουργού Παιδείας. Για τη δεύτερη απόλυση του Φρεαρίτη βλ. Δ. Δημητριάδης, Απάνθισμα βιογραφικόν των από της συστάσεως του ελληνικού Πανεπιστημίου εκλιπόντων τον βίον καθηγητών αυτού, 1837-1916, Αθήνα 1916, σ. 146 σημ. Ο πατριωτικός λόγος του Φρεαρίτη δημοσιεύεται στο φυλλάδιο Προσφώνησις από των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου την 13 Οκτωβρίου 1880.

29. Το 1896 ο Η. Λιακόπουλος, κάνοντας μια στατιστική των καθηγητών της Νομικής που διορίστηκαν ως το 1896 (34 συνολικά), τους διακρίνει σε τρεις κατηγορίες: στους «διάττοντες» (6), τους «πλανήτες» (10) και τους «απλανείς» (18). Στην πρώτη κατηγορία τοποθετεί εκείνους που δίδαξαν ελάχιστα χρόνια, στη δεύτερη εκείνους που μεταθέτονταν η απολύονταν κατά καιρούς και στην τρίτη εκείνους που παρέμειναν σταθερά στη θέση τους. Η. Λιακόπουλος, «Η Νομική Σχολή », Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896. Πανελλήνιον εικονογραφημένον λεύκωμα, Αθήνα 1896, σ. 189-191.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/158.gif&w=600&h=915

ανασφάλειας30, άλλα και νομιμοφροσύνης απέναντι στην εκάστοτε πολιτική εξουσία.

Ποια ήταν η στάση των πανεπιστημιακών αρχών απέναντι στην πραγματικότητα αυτή; Γενικά, απ' όσο τουλάχιστο ξέρουμε, το Πανεπιστήμιο δεν φαίνεται να εναντιώθηκε επίσημα στην πρακτική της επιλογής των καθηγητών από το υπουργείο Παιδείας. Η στάση αυτή, δείγμα νομιμοφροσύνης προς το κράτος, δεν είναι ίσως άσχετη και με το γεγονός ότι ορισμένοι καθηγητές η και οι σχολές είχαν, όπως είπαμε, κάποιες δυνατότητες παρέμβασης στις σχετικές διαδικασίες. Δεν έλειψαν ωστόσο οι διαμαρτυρίες για απολύσεις καθηγητών και οι προσπάθειες αποκατάστασής τους. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι πανεπιστημιακές αρχές παίρνουν μέρος στις προσπάθειες για την ανανέωση και εκλογίκευση του θεσμικού πλαισίου του ιδρύματος μέσα από ένα νέο πανεπιστημιακό Κανονισμό, ο οποίος, εκτός των άλλων, θα εξασφάλιζε τη συμμετοχή των σχολών στην εκλογή των καθηγητών και θα κατοχύρωνε τη μονιμότητά τους.

Το πρόβλημα της εκλογής των καθηγητών θα αντιμετωπιστεί στις δεκαετίες του 1870 και 1880. Το 1875 η κυβέρνηση Τρικούπη, ενεργοποιώντας το

άρθρο 6 του Κανονισμού που έδινε στις σχολές τη δυνατότητα συμμετοχής στην εκλογή των καθηγητών τους, διόρισε για πρώτη φορά δύο καθηγητές της Νομικής με γνωμοδότηση της οικείας σχολής. Η πρωτοβουλία αυτή όμως δεν είχε άμεση συνέχεια, αφού οι επόμενες κυβερνήσεις συνέχισαν την παλαιά πρακτική. Η οριστική λύση του προβλήματος θα έρθει μερικά χρόνια αργότερα. Επανερχόμενος στην εξουσία το 1882, ο Τρικούπης απέλυσε επτά καθηγητές που είχαν διοριστεί στο διάστημα αυτό χωρίς πρόταση των σχολών και θεσμοθέτησε με δύο διατάγματα, το 1882 και 1883, τη συμμετοχή τους στην εκλογή των καθηγητών, προσδιορίζοντας συγχρόνως και τις διαδικασίες πλήρωσης μιας κενής εδρας31.

30. Νεοδιόριστος καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή, ο Στέφ. Κουμανούδης σημειώνει στο ημερολόγιό του τον Οκτώβριο του 1847: «Κατά τας αρχάς τούτου του μηνός

εκινδύνευσα πολύ και υπήγα εις τον Βασιλέα». Όταν γράφεται η σημείωση αυτή δεν είναι πλέον πρωθυπουργός ο Κωλέττης, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο. Στο ίδιο θέμα επανέρχεται και τον Νοέμβριο του 1848 : «Κατ' αυτάς πάλιν λέγουν ότι κινδυνεύει η θέσις μου. Ας πα να χαθή. Δεν υπάγω εις κανένα να παρακαλέσω ως ζήτουλας. Ας με παύσουν... Μετανοώ μάλιστα ήδη, ότι αναξίως υπήγα πέρυσι και επαρακάλεσα τον Βασιλέα». Ημερολόγιον 1845-1867 Στεφάνου Α. Κουμανούδη, μεταγραφή Στέφ. Ν. Κουμανούδης, επιμέλεια-επιλεγόμενα Αγγ. Π. Ματθαίου, Αθήνα, Ίκαρος, 1990, σ. 86,104.

31. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 31-35 και Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 197-198.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/159.gif&w=600&h=915

Για να γίνει κανείς δεκτός ως υποψήφιος καθηγητής έπρεπε να έχει διδακτορικό δίπλωμα στην επιστήμη την οποία επρόκειτο vói διδάξει και ανάλογο επιστημονικό έργο. Η διαδικασία της πλήρωσης μιας κενής έδρας ήταν

αρκετά περίπλοκη. Το υπουργείο Παιδείας προσκαλούσε την ενδιαφερόμενη σχολή να προτείνει τον υποψήφιο που έκρινε ικανότερο για τακτικό, έκτακτο η επίτιμο καθηγητή (ο όρος επίτιμος είχε εισαχθεί αντί του επιτίμιος από τη δεκαετία του 1840), με βάση το επιστημονικό έργο του. Αν ο υπουργός έκανε δεκτή την πρόταση, ακολουθούσε ο διορισμός του υποψήφιου. Αν δεν τη δεχόταν, η σχολή υπέβαλλε νέα πρόταση· αν και πάλι δεν γινόταν δεκτή η αν η σχολή δεν υπέβαλλε εγκαίρως νέα πρόταση, το υπουργείο Παιδείας προχωρούσε σε δημόσιο διαγωνισμό για την πλήρωση της θέσης. Η πρόταση της σχολής πάντως ήταν υποχρεωτική για τον υπουργό, αν και τις δύο φορές πρότεινε παμψηφεί τον ίδιο υποψήφιο. Στην περίπτωση του διαγωνισμού, διοριζόταν από το υπουργείο μια επιτροπή κρίσης αποτελούμενη από τον πρύτανη του Πανεπιστημίου, τρεις καθηγητές της οικείας σχολής και τρία μέλη του Αρείου Πάγου ή της Ιεράς Συνόδου ή του Ιατροσυνεδρίου ή της πανεπιστημιακής Συγκλήτου, ανάλογα με το αν η κενή έδρα ανήκε στη Νομική, τη Θεολογική, την Ιατρική η τη Φιλοσοφική. Οι κριτές εξέταζαν τα προσόντα των

υποψηφίων και πρότειναν τον καταλληλότερο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, αν μεταξύ των υποψηφίων υπήρχε υφηγητής που είχε διδάξει ένα τουλάχιστο

έτος στην υπό πλήρωση έδρα, προκρινόταν αυτός· διαφορετικά οι ισοψηφήσαντες καλούνταν να παραδώσουν δημόσια δύο μαθήματα και με βάση αυτά

αναδεικνυόταν ο τελικός «νικητής».

Η θεσμοθέτηση της συμμετοχής των σχολών στην εκλογή των καθηγητών από την κυβέρνηση Τρικούπη δεν ήταν μεμονωμένη ενέργεια αλλά αποτελούσε, όπως θα δούμε και παρακάτω, μέρος μιας γενικότερης προσπάθειας για τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Το νέο καθεστώς που

εγκαινιάστηκε με τα διατάγματα του 1882 και 1883 ίσχυσε ως το 1911 που ψηφίστηκε ο νέος πανεπιστημιακός Οργανισμός. Με τον Οργανισμό αυτό οι σχετικές διαδικασίες απλοποιήθηκαν: όταν «χήρευε» μια θέση, η αρμόδια σχολή όριζε τριμελή «επιτροπεία», η οποία υπέβαλλε έκθεση για το έργο και τα προσόντα των υποψηφίων, προτείνοντας τον καταλληλότερο, και ακολουθούσε η εκλογή «διά φανεράς ψηφοφορίας και απολύτου πλειοψηφίας» του συνόλου των τακτικών καθηγητών32.

32. Οργανικοί Νόμοι, σ. 54-57,96-98.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/160.gif&w=600&h=915

ΚΑΘΗΓΗΤΙΚΕΣ ΕΔΡΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

Ο Κανονισμός του 1837 δεν πρόβλεπε τον αριθμό των «καθεδρών» που θα είχε κάθε σχολή, παραπέμποντας το θέμα αυτό σε μελλοντική ρύθμιση (άρθρο 4). Η σχετική ρύθμιση όμως καθυστέρησε πολύ να γίνει, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια ασάφεια και ρευστότητα γύρω από το θέμα αυτό. Η μόνη βάση που υπήρχε για τον προσδιορισμό των εδρών ήταν το διάταγμα του 1837 που

αφορούσε τον διορισμό των πρώτων 34 καθηγητών και στο οποίο ορίζονταν, αν και όχι για όλους, τα αντικείμενα διδασκαλίας. Τα αντικείμενα αυτά θεωρήθηκε ότι καθόριζαν γενικά και τον αριθμό των εδρών και ότι αυτός έπρεπε να αντιστοιχεί με τον αριθμό των καθηγητών. Με βάση την εξίσωση αυτή οι έδρες/καθηγητές δεν ξεπέρασαν ως τα μέσα του αιώνα τις 34. Ο αριθμός τους θα αρχίσει να αυξάνεται, αλλά με αργό ρυθμό, στο δεύτερο μισό του αιώνα: 36 το 1850, 50 το 1863,53 το 1870, 55 το 1900 (Πίν. 2).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός του αριθμού των εδρών ήταν

ένα θέμα που αφορούσε κατ' εξοχήν τον κρατικό προϋπολογισμό : «οι ετήσιοι προϋπολογισμοί αποτελούσι την μόνην υπάρχουσαν νομοθετικήν διάταξιν, την κανονίζουσαν τον αριθμόν των εδρών»33. Πραγματικά, ένα από τα θέματα στις συζητήσεις της Βουλής για τον προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας ήταν ο

αριθμός των εδρών34. Εκεί αποφασιζόταν, συχνά μέσα σε ένα κλίμα αντιπαραθέσεων -από τις οποίες δεν έλειπαν και οι γραφικότητες35-, αν και ποιες έδρες

έπρεπε να δημιουργηθούν, ποιές να συγχωνευθούν και ποιές ενδεχομένως να καταργηθούν. Είναι ευνόητο ότι οι σχετικές αποφάσεις δεν λαμβάνονταν με γνώμονα μόνο τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους και τις ανάγκες του Πανεπιστημίου: η δημιουργία η κατάργηση μιας έδρας μπορούσε να είναι απλώς

ένας εύσχημος τρόπος για τον διορισμό η την απόλυση κάποιων καθηγητών.

33. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 188. Το ίδιο γράφει και ο Αρ. Βαμπάς (Νόμοι, σ. 29) το 1885: «Μέχρι τούδε ουδέ ο αριθμός των εδρών, ουδέ ο αριθμός των καθηγητών εκάστης σχολής ωρίσθησαν, αλλ' ο ετήσιος προϋπολογισμός του κράτους κανονίζει τα περί τούτων».

34. Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Οκτώβριος 1845, σ. 2550 κ.εξ. και Ιούνιος 1850, σ. 324 κ.εξ., καθώς και Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, β' εκδ., τ. Ε', Αθήνα 1875, σ. 326 κ.εξ.

35. Στη συζήτηση για την τύχη της έδρας της ιατρικής χημείας, τον Οκτώβριο του 1845,0 βουλευτής Κριεζώτης διαφωνεί με τον αντιπρόσωπο του Πανεπιστημίου Φ. Ιωάννου, που υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητη η έδρα: «Για τον σπόρο δεν εμίλησες και για τη χημεία και την μοιχεία μίλησες; Αυτή η χημεία μας έχει εδώ τόσαις μέραις, με

εσκότησες, θα μας φάγη αυτή η χημεία! Πολλαίς αμαρτίαις είχ' αυτό το έχνος» (εφ. Αιών, αρ. 662,6 Οκτ. 1845).

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/161.gif&w=600&h=915

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, το υπουργείο Παιδείας

επιχείρησε κατά καιρούς, στο πλαίσιο των προσπαθειών του για την κατάρτιση ενός νέου Οργανισμού του Πανεπιστημίου, να ορίσει τον ακριβή αριθμό των εδρών κάθε σχολής. Οι προσπάθειες αυτές όμως δεν είχαν αποτέλεσμα,

αφού κανένα από τα σχέδια Οργανισμού δεν έφτασε να γίνει νόμος. Ο αριθμός των εδρών προσδιορίστηκε νομοθετικά για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1880. Με τον νόμο ,ΑΧΜΕ' που εκδόθηκε το 1888 ορίστηκε ότι οι

έδρες του Πανεπιστημίου θα είναι 55, χωρίς να αναφέρονται όμως τα μαθήματα που αντιστοιχούν στις διάφορες έδρες ούτε η κατανομή τους κατά σχολές36. Το 1893 με άλλο νόμο (,ΒΡΠ') οι έδρες καθορίστηκαν σε 57 (6 για τη Θεολογική, 9 για τη Νομική, 24 για τη Φιλοσοφική και 18 για την Ιατρική) και ορίστηκαν τα διδασκόμενα μαθήματα κατά σχολή και έτη. Δυο χρόνια αργότερα όμως ο νόμος αυτός καταργήθηκε37. Το πρόβλημα του αριθμού των

εδρών θα λυθεί το 1911 με τη δημοσίευση του νέου Πανεπιστημιακού Οργανισμού38 .

Μια ανάλογη ασάφεια υπήρχε και στο θέμα των καθηγητικών βαθμίδων. Οι καθηγητές που διορίστηκαν το 1837 κατατάχθηκαν, όπως είδαμε, σε τρεις βαθμίδες (τακτικούς, έκτακτους και επιτίμιους), χωρίς συγκεκριμένα επιστημονικά η άλλα κριτήρια για τις δύο τουλάχιστο πρώτες. Το θέμα αυτό υποτίθεται ότι θα το ρύθμιζε και πάλι το υπουργείο Παιδείας, που είχε και την ευθύνη των διορισμών, αλλά τέτοια ρύθμιση δεν έγινε. Στους διορισμούς που γίνονται τα επόμενα χρόνια επικρατεί η τάση, ιδιαίτερα από τα μέσα του αιώνα, οι διοριζόμενοι καθηγητές να διορίζονται ως έκτακτοι και μετά από

ένα χρονικό διάστημα να προάγονται σε τακτικούς. Επρόκειτο όμως για μια

άτυπη διαδικασία. Το υπουργείο Παιδείας δεν έδωσε ποτέ θεσμική μορφή στην πρακτική αυτή ούτε καθόρισε συγκεκριμένα προσόντα για τη μετάβαση από τη μία βαθμίδα στην άλλη. Κάθε καθηγητής, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα στην οποία ανήκε, μπορούσε να είναι κάτοχος, μόνος του η μαζί με άλλον συνάδελφο του, τακτικής εδρας39, γεγονός που του εξασφάλιζε μια αυτονομία σε επίπεδο διδασκαλίας. Σε διοικητικό επίπεδο όμως οι καθηγητές δεν ήταν ισότιμοι, αφού μόνο οι τακτικοί και οι επιτίμιοι είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα διάφορα πανεπιστημιακά αξιώματα· οι έκτακτοι

36. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 1.

37. Στο ίδιο, σ. 1 κ.εξ., 21-22.

38. Οργανικοί Νόμοι, σ. 134-137.

39. Πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 193-194.

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/162.gif&w=600&h=915

είχαν μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν. Διαφοροποιήσεις υπήρχαν επίσης και στο μισθολόγιο.

Οι μισθοί των καθηγητών προσδιορίστηκαν για πρώτη φορά κατά βαθμίδα με διάταγμα που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 184640. Ως τότε τα πράγματα ήταν αρκετά ρευστά. Ο μισθός ενός καθηγητή οριζόταν στο διάταγμα διορισμού του που εξέδιδε ο υπουργός Παιδείας και δεν ήταν πάντα ο ίδιος με τον μισθό άλλων συναδέλφων του της ίδιας βαθμίδας. Στον προσδιορισμό του μισθού λαμβάνονταν υπόψη, πέρα από τα τυπικά προσόντα, και άλλες παράμετροι, όπως η φήμη και η ηλικία των καθηγητών. Γενικά ο μηνιαίος μισθός τους κυμαινόταν την περίοδο αυτή μεταξύ 100 και 350 δραχμών41. Η σχέση βαθμίδας και αποδοχών ρυθμίστηκε με το διάταγμα του 1846. Μ' αυτό ο μισθός των τακτικών καθηγητών ορίστηκε σε 300 δρχ., των έκτακτων σε 200 και των επίτιμων σε 100· το τελευταίο ποσόν ήταν ένα επιμίσθιο στον μισθό που έπαιρναν από τη δημόσια υπηρεσία όπου υπηρετούσαν. Οι μισθοί παρέμειναν στο επίπεδο αυτό ως τον Μάιο του 1859, οπότε με τον νόμο «Περί αυξήσεως της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων» αυξήθηκαν κατά 50 δρχ. και διαμορφώθηκαν έτσι στις 350 δρχ. για τους τακτικούς και 250 για τους εκτακτους42. Στον ίδιο νόμο προβλεπόταν ότι μετά από πέντε χρόνια διδασκαλίας ο μισθός των τακτικών καθηγητών «δύναται να αυξηθή διά Β. Διατάγματος κατά δραχ. 50 μέχρις 100». Με βάση τη διάταξη αυτή ο μισθός πολλών παλαιών τακτικών καθηγητών αυξήθηκε στις 400-450 δρχ., ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας τους. Μια αύξηση δόθηκε την ίδια εποχή και στους έκτακτους που είχαν συμπληρώσει δεκαπενταετία43. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι υπήρχε μια σημαντική

40. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 38, Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 84.

41. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 38. Για τους μισθούς των καθηγητών του Πανεπιστημίου και των άλλων εκπαιδευτικών βλ. Αποστόλης Ανδρέου, «Κρατικές δαπάνες για την εκπαίδευση (1849-1880). Μια πρώτη προσέγγιση σ' ένα ανοιχτό θέμα», Θέσεις, αρ. 18, Ιαν.Μάρτ. 1987, σ. 113 κ.εξ.

42. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 38-39, Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 558-559. Γενικά οι μισθοί των καθηγητών ήταν μάλλον χαμηλοί σε σύγκριση με τους μισθούς άλλων ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων, αφού με τον νόμο του 1859 επαιρναν: ο γενικός γραμματέας υπουργείου 480 δρχ., ο τμηματάρχης Α' τάξεως 400, ο τμηματάρχης Β' τάξεως 320, ο υπουργικός γραμματέας Α' τάξεως 240, ο υπουργικός γραμματέας Β' τάξεως 190. Άρα ο τακτικός καθηγητής έπαιρνε όσα περίπου ο τμηματάρχης Β' τάξεως και ο έκτακτος όσα περίπου ο υπουργικός γραμματέας Α' τάξεως. Πβ. Π. Πιζάνιας, Μισθοί και εισοδήματα στην Ελλάδα (1842-1923), Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1985, σ. 99-101. Οι χαμηλοί μισθοί αποτέλεσαν σε όλον τον 19ο αιώνα μια από τις μόνιμες αιτίες διαμαρτυρίας των καθηγητών.

43. Βλ. δειγματοληπτικά ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 74, έγγρ. 30 Μαΐου 1861, φάκ. 75,

έγγρ. 6 Ιουν. 1862.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/163.gif&w=600&h=915

τική μισθολογική διαφορά μεταξύ των τακτικών και των έκτακτων καθηγητών, που παρέμεινε σταθερή σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε.

Σημειώσαμε παραπάνω ότι από τα μέσα του αιώνα επικρατεί η τάση οι νέοι καθηγητές να πρωτοδιορίζονται ως έκτακτοι και κατόπιν να προάγονται σε τακτικούς. Παράλληλα, μειώνεται σε μεγάλο βαθμό και ο διορισμός επίτιμων καθηγητών. Έτσι, ενώ το 1837 από τους 34 πρωτοδιορισθέντες καθηγητές οι τακτικοί αποτελούσαν το 35,3%, οι έκτακτοι το 26,5% και οι επίτιμοι (επιτίμιοι) το 38,2%, η σχέση αυτή ανατρέπεται στα επόμενα χρόνια: στους διορισμούς που γίνονται έως και το 1863 το ποσοστό των τακτικών καθηγητών ανέρχεται σε 38,6%, των έκτακτων σε 45,6% και των επίτιμων σε 15,8%,

ενώ στην περίοδο 1864-1890 τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 20,7%, 69% και 10,3%. Με την πάροδο του χρόνου, λοιπόν, μειώνονται οι διορισμοί τακτικών καθηγητών, ενώ αυξάνονται οι διορισμοί έκτακτων. Παρατηρούμε ωστόσο ότι το υπουργείο Παιδείας συνέχισε να διορίζει αρκετούς καθηγητές κατευθείαν τακτικούς, μάλιστα στη δεκαετία του 1890 επικρατεί η άποψη ότι δεν χρειάζονται έκτακτοι καθηγητές και η μεγάλη πλειονότητα των νεοδιόριστων εντάσσεται στη βαθμίδα των τακτικών44. Πραγματικά, από τους 27 καθηγητές που διορίζονται στα χρόνια 1891-1900 οι 23 ονομάζονται τακτικοί και 4 μόνο

έκτακτοι. Εκεί όπου τα πράγματα αλλάζουν περισσότερο είναι στους επίτιμους καθηγητές. Δημιούργημα ανάγκης, η κατηγορία αυτή συρρικνώνεται με τον χρόνο και τείνει να καταργηθεί στη δεκαετία του 188045. Με τον τρόπο αυτό το σώμα των καθηγητών παύει να συγχέεται με άλλες κατηγορίες

ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων και αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας αυστηρά

επαγγελματικής ομάδας.

44. Ας σημειωθεί ότι στον νόμο ,ΒΡΠ' (1893) «Περί των εδρών και των μαθημάτων του Εθνικού Πανεπιστημίου», ο οποίος καταργήθηκε το 1895, προβλέπεται ότι κάθε

έδρα έχει τακτικό καθηγητή. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 4, 21-22.

45. Βλ. το διάταγμα «περί καταργήσεως εδρών τίνων επιτίμων καθηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου» (3 Μαΐου 1885) στο Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 25-26. Παρά ταύτα οι επίτιμοι καθηγητές δεν εξαφανίστηκαν τελείως. Βλ. Πανταζίδης, Χρονικόν, Πίν. Γ' (καθηγητές Νομικής και Φιλοσοφικής) και Τα κατά την πρυτανείαν Μιχαήλ Κατσαρά... κατά το ακαδημαϊκόν έτος 1907-1908, Αθήνα 1909, σ. 53, 58-59,60. Στο μεταξύ, ο βαθμός του «έπιτίμου» έγινε τίτλος: όπως αναφέρεται στον νόμο ,ΑΜΓ' (1882), οι «υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη διδάσκοντες καθηγηταί του Εθνικού Πανεπιστημίου [στον χρόνο αυτό συνυπολογίζεται και δεκαετής το πολύ άλλη διδασκαλική ή έμμισθη υπηρεσία, πριν από τον διορισμό στο Πανεπιστήμιο] δύνανται ν' αποχωρήσωσι της τακτικής και υποχρεωτικής διδασκαλίας, φέρουσι δε τον τίτλον επιτίμου καθηγητού και λαμβάνουσιν εφεξής πλήρη τον μισθόν των». Βαμπάς, Νόμοι, σ. 39· πβ. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 4.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/164.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου

Τακτικοί

Έκτακτοι

Επίτιμοι

Σύνολο

Θεολ.

Νομ.

Ιατρ.

Φιλοσ.

1837/8

15

4

7

26

2

6

8

10

1840/1

19

3

8

30

2

7

8

13

1845/6

23

1

7

31

3

7

8

13

1850/1

24

7

5

36

3

9

7

17

1855/6

29

7

5

41

3

11

10

17

1860/1

31

11

5

47

4

11

14

18

1863/4

37

11

2

50

4

9

17

20

1865/6

42

8

1

51

4

10

17

20

1870/1

40

11

2

53

6

9

16

22

1874/5

43

9

2

54

6

9

18

21

1880/1

53

5

3

61

5

12

23

21

1885/6

48

2

-

50

4

9

18

19

1890/1

51

3

-

54

4

11

17

22

1895/6

55

-

-

55

4

11

18

22

1900/1

55

-

-

55

6

10

15

24

Πηγές: Μ. Βενιζέλος, Λόγος, 1867, μέρος Β', Πίνακες: «Αριθμητικός Πίναξ των εν τώ εν Αθήναις Εθνικώ Πανεπιστημίω διδαξάντων κατά πάν ακαδημαϊκόν έτος» (1837/8-1865/6)· Αναγραφή των επί το ακαδημαϊκόν έτος... αρχών του εν Αθήναις Εθνικού Πανεπιστημίου, των επιστημονικών Συλλογών και Παραρτημάτων αυτού και των... διδαχθησομένων εν αυτώ μαθημάτων (1864 κ.εξ.)· Πρυτανικοί Λόγοι (λογοδοσίες), 1880 κ.εξ.46

Οι αλλαγές που σημειώσαμε παραπάνω εικονογραφούνται εν μέρει μόνο στον Πίν. 2, ο οποίος μας δίνει την πραγματική κατάσταση του διδακτικού προσωπικού: τη σχέση, δηλαδή, μεταξύ των διαφόρων βαθμίδων όπως διαμορφώνεται με βάση όχι μόνο τους διορισμούς, αλλά και την εσωτερική κινητικότητα (προαγωγές καθηγητών, αποχωρήσεις, απολύσεις). Παρατηρούμε και εδώ τη μείωση του αριθμού των επίτιμων καθηγητών και μια αύξηση των

έκτακτων ως τη δεκαετία του 1870, η οποία όμως είναι πολύ μικρότερη από

εκείνη που είδαμε παραπάνω με βάση τους διορισμούς. Αντίθετα, εμφανίζεται εξαιρετικά διογκωμένη εδώ η κατηγορία των τακτικών καθηγητών. Η διαφορά είναι βέβαια ευεξήγητη: οφείλεται, δηλαδή, στο ότι η κατηγορία των

46. Πβ. Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., II, σ. 6-33, όπου ονομαστικοί πίνακες του διδακτικού προσωπικού (καθηγητών και υφηγητών) κατά έτος στην περίοδο 1837-1863/64, με ορισμένες διαφορές από τον παρόντα Πίνακα.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/165.gif&w=600&h=915

τακτικών περιλαμβάνει όχι μόνο τους πρωτοδιορισθέντες στη βαθμίδα αυτή

αλλά και εκείνους που προήχθησαν από τη βαθμίδα του έκτακτου ή επίτιμου σε αυτήν του τακτικού. Με βάση, λοιπόν, την εσωτερική εξέλιξη και κινητικότητα του διδακτικού προσωπικού σχηματίζεται μια ιεραρχική πυραμίδα, τη βάση της οποίας αποτελεί όχι η κατηγορία των έκτακτων καθηγητών, παρότι σε επίπεδο διορισμών αυξάνεται ο αριθμός τους, αλλά η ανώτερη κατηγορία, των τακτικών καθηγητών.

ΥΦΗΓΗΤΕΣ

Θεσμός με γερμανική προέλευση, οι υφηγητές (Privatdocenten) θεωρούνταν στον 19ο αιώνα η «ψυχή» των γερμανικών Πανεπιστημίων, καθώς αποτελούσαν το «φυτώριο» μέσα από το οποίο ανανεωνόταν το διδακτικό προσωπικό47. Η μεταφορά του θεσμού στην Ελλάδα έγινε με πολλές προσδοκίες, όπως δείχνουν τα εγκώμια με τα οποία αναφέρονται σ' αυτόν πρυτάνεις και καθηγητές σε όλον τον 19ο αιώνα. Ο τρόπος λειτουργίας όμως της υφηγεσίας στο ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν ήταν ανάλογος με τις μεγάλες προσδοκίες των θαυμαστών του θεσμού.

Κατά τον Κανονισμό του 1837 οι υφηγητές («ιδιαίτεροι διδάσκαλοι») θα

επιλέγονταν από τις σχολές και θα δίδασκαν χωρίς μισθό· μπορούσαν όμως, όπως και οι άλλοι διδάσκοντες, να εισπράττουν δίδακτρα από τους φοιτητές (άρθρα 9 και 10). Προβλεπόταν επίσης ότι δεν είχαν δικαίωμα προβιβασμού. «Εάν όμως συνετέλεσαν διά τινα καιρόν, ωφελήσαντες εις το πανεπιστήμιον, τότε θέλουν λαμβάνεσθαι υπ' όψιν εν καιρώ του διορισμού των καθηγητών». Οι διαδικασίες εκλογής των υφηγητών καθορίστηκαν με υπουργικό έγγραφο τον Νοέμβριο του 184148. Σύμφωνα μ' αυτό, ο υποψήφιος υφηγητής, ο οποίος

έπρεπε να είναι διδάκτορας, όφειλε να υποβάλει στη σχολή που τον ενδιέφερε μια διατριβή σε θέμα σχετικό με την «επιστήμην του» και να «δώση έλεγχον της εις το διδάσκειν ικανότητος του και ευκολίας», παραδίδοντας ένα μάθημα ενώπιον των καθηγητών της σχολής. Αν επιτύγχανε, η σχολή ζητούσε από το υπουργείο Παιδείας τον διορισμό του. Δυο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1843, το υπουργείο Παιδείας επέφερε σημαντικές αλλαγές στις παραπάνω διαδικασίες. Έδινε, δηλαδή, στη σχολή το δικαίωμα «να συζητήση

47. Βλ. V. Cousin, De l'instruction publique dans quelques pays de l'Allemagne, ό.π., τ. A', σ. 101 και Raphael Blanchard, Les Universités allemandes, Παρίσι 1883, σ. 139 κ.εξ.

48. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 41.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/166.gif&w=600&h=915

την ανάγκην και την ωφέλειαν» του μαθήματος που ζητούσε ο υποψήφιος να διδάξει και ακόμη «να πληροφορηθή την διανοητικήν, επιστημονικήν και ηθικήν αξίαν του θέλοντος να το παραδώση»49. Η απόφαση του 1843 καταργήθηκε το 186850, αλλά επανήλθε με κάπως μετριότερη διατύπωση λίγο αργότερα, μετά από έντονες αντιδράσεις του Πανεπιστημίου51. Σε διάταγμα που

εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 186952 αναφέρεται ότι η αρμόδια σχολή εγκρίνει τη «χρησιμότητα» ενός μαθήματος, αν αυτό δεν ανήκει στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου, και ότι δεν μπορεί να αρνηθεί τη δοκιμασία σε έναν υποψήφιο υφηγητή, εκτός αν δύο υφηγητές διδάσκουν ήδη το ίδιο μάθημα. Προβλέπεται επίσης ότι ένας υφηγητής χάνει το δικαίωμα της υφηγεσίας αν δεν αρχίσει τη διδασκαλία σε έξι μήνες από τον διορισμό του η αν διακόψει τις παραδόσεις του για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Οι παραπάνω περιορισμοί, που επιβλήθηκαν μετά από εισηγήσεις του Πανεπιστημίου, έρχονταν σε αντίθεση με δύο βασικά στοιχεία του θεσμού της υφηγεσίας όπως λειτουργούσε τουλάχιστο στη Γερμανία: τη σχεδόν απρόσκοπτη είσοδο των υφηγητών στο Πανεπιστήμιο και την ελευθερία στην επιλογή των αντικειμένων διδασκαλίας. Πίσω από τους περιορισμούς αυτούς εύκολα διακρίνει κανείς την πρόθεση του Πανεπιστημίου να κάνει αυστηρότερες τις διαδικασίες εκλογής των υφηγητών. Παρότι θεωρητικά το Πανεπιστήμιο ήταν υπέρ του θεσμού της υφηγεσίας, υπήρχε όμως ο φόβος ότι η χωρίς αυστηρό

έλεγχο αποδοχή των υποψήφιων υφηγητών ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει διάφορα προβλήματα στη λειτουργία των σχολών. Τα προβλήματα αυτά συνοψίζει το 1868 ο πρύτανης Θ. Ορφανίδης: α) πολλοί υφηγητές «θέλουσιν αποδυθή εις το στάδιον της υφηγεσίας διά μαθήματα επουσιώδη, ίνα μη είπω άγνωστα και πρωτοφανή», β) πολλοί υφηγητές θα διδάσκουν το ίδιο μάθημα, πράγμα που θα εμποδίζει τους φοιτητές «από της ακροάσεως των ουσιωδεστέρων και απολύτως αναγκαίων αυτοίς» και γ) το πλήθος των υφηγητών για το ίδιο μάθημα θα προκαλέσει «τας γνωστάς εκείνας αντιζηλίας και αντιδράσεις, τας

αποληγούσας εις τας εν τοις ακροατηρίοις ταραχάς»53. Σε όλα αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και κάτι ακόμη, που δεν λέγεται ανοιχτά: τον φόβο ότι ένας υφηγητής που δίδασκε το ίδιο μάθημα με έναν καθηγητή ήταν ένας

επίφοβος ανταγωνιστής του, από την άποψη ότι μπορεί να συγκέντρωνε μεγα-

49. Στο ίδιο, σ. 41-42.

50. Στο ίδιο, σ. 42.

51. Πβ. Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., I, σ. 230 κ.εξ.

52. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 43-44.

53. Θ. Ορφανίδης, Λόγος, 1868, σ. 17.

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/167.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερο ακροατήριο απ' αυτόν και ενδεχομένως να απειλούσε κάποια στιγμή τη θέση του.

Τους ενδοιασμούς αυτούς δεν τους συμμερίζονταν όλοι οι καθηγητές. Απαντώντας, για παράδειγμα, το 1849 ο Κ. Ασώπιος στις διαμαρτυρίες του καθηγητή της ελληνικής αρχαιολογίας Α. Ρ. Ραγκαβή κατά του νεοεκλεγμένου υφηγητή Ε. Καστόρχη, επειδή ο τελευταίος ήθελε να διδάξει το ίδιο μάθημα μ' αυτόν, αποφαινόταν ότι «καθ' όσον πλειότεροι παραδίδουσι το αυτό μάθημα, κατά τοσούτον γίνεται μείζων ωφέλεια εις τους φοιτητάς του Πανεπιστημίου και τελειοποιείται η διδασκαλία»54. Γενικά όμως υπήρχε από την πλευρά των καθηγητών μια καχυποψία, που οδηγούσε σε αποκλεισμούς υποψήφιων υφηγητών, όχι πάντοτε δικαιολογημένους, και δεν ενθάρρυνε την ανάπτυξη του θεσμού της υφηγεσίας. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι αρκετοί

υποψήφιοι, κυρίως στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου, δεν έγιναν δεκτοί από τις σχολές με το επιχείρημα ότι το μάθημα που ήθελαν να διδάξουν δεν ήταν απαραίτητο, ότι η διαγωγή τους δεν ήταν άμεμπτη και ότι δεν είχαν τα τυπικά προσόντα. Στο τελευταίο αυτό θέμα αξίζει να σταθούμε περισσότερο.

Για να γίνει δεκτός κάποιος ως υφηγητής έπρεπε να έχει διδακτορικό δίπλωμα. Τέτοιο δίπλωμα όμως δεν είχαν όλοι οι υποψήφιοι, τουλάχιστο στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα τυπικών προσόντων. Συνήθως οι σχολές, παρά τις αντιρρήσεις τους, αποδέχονταν τελικά την υποψηφιότητά τους, ιδιαίτερα όταν ήταν απολύτως απαραίτητοι η είχαν την υποστήριξη του υπουργείου Παιδείας. Αυτό όμως δεν συνέβαινε

54. Π.Σ.Φ.Σ., 9 Νοεμ. 1849. Αρκετά χρόνια πριν, ένας άλλος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής, ο Λ. Ρος, επεμβαίνοντας σε αντίθεση μεταξύ του καθηγητή των μαθηματικών Κ. Νέγρη και του υφηγητή Δ. Στρούμπου, επειδή ο τελευταίος δεν συνεννοήθηκε με τον Νέγρη για το μάθημα που επρόκειτο να παραδώσει, θα παρατηρήσει: «ο συναγωνισμός [μεταξύ καθηγητών και υφηγητών] είναι πολλής ωφελείας παραγωγός, και επομένως δεν πρέπει να περιορισθή η τούτου ενέργεια εντός στενωτάτου κύκλου» (Π.Σ.Φ.Σ., 15 Δεκ. 1839). Πβ. Γ. Ράλλης, Λόγος, 1842, σ. 12. Διαφοροποιήσεις στην αντιμετώπιση των υφηγητών υπήρχαν επίσης κατά εποχές και μεταξύ των σχολών. Στην Ιατρική, για παράδειγμα, επιτροπή καθηγητών αποφαινόταν το 1865 ότι η υφηγεσία δεν αποτελεί «εξαιρετικόν τι προνόμιον ατόμων τινών» και ότι πρέπει να είναι ανοικτή «εις πάντα επιστήμονα ίατρόν»· ο υφηγητής πρέπει να γίνεται δεκτός χωρίς δοκιμασία και να μπορεί να διδάσκει οποιονδήποτε επιστημονικό κλάδο επιθυμεί· όσο για την

αξιολόγησή του, αυτή επαφίεται στο κοινό (τους φοιτητές), «όπερ είναι ελεύθερον να

ακροασθή του μαθήματος αυτού» (Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 570, 20 Αυγ. 1865, σ. 737-738).

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/168.gif&w=600&h=915

πάντα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Τον Ιούλιο του 1848 ο Παπαρρηγόπουλος θα κάνει αίτηση στη Φιλοσοφική Σχολή να διδάξει ως υφηγητής το μάθημα της γενικής ιστορίας. Η σχολή όμως δεν δέχθηκε την αίτηση του με το αιτιολογικό ότι δεν έχει διδακτορικό δίπλωμα55, αν και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις είχε φανεί ελαστικότερη56. Η άρνηση της Φιλοσοφικής να δεχθεί τον Παπαρρηγόπουλο οφειλόταν πιθανώς στην

υποψία μερίδας καθηγητών ότι προσέβλεπε στην έδρα της γενικής ιστορίας που κατείχε ο Θ. Μανούσης. Τον Νοέμβριο του 1849 ο Παπαρρηγόπουλος θα

απευθυνθεί στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο θα του δώσει άδεια δοκιμασίας, αν και το δικαίωμα αυτό ανήκε μόνο στην αρμόδια σχολή. Τελικά η Φιλοσοφική έκανε δεκτή την αίτησή του αλλά ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δοκιμαστεί, επειδή η σχολή ζήτησε να τον εξετάσει όχι μόνο στην ιστορία αλ

λά και στην ελληνική και λατινική φιλολογία57. Στις αρχές του 1850 ο Παπαρρηγόπουλος, με τη μεσολάβηση του Κων. Σχινά, θα αναγορευθεί διδάκτορας in absentia του Πανεπιστημίου του Μονάχου58 και τον Μάρτιο του 1850 θα ζητήσει να γίνει υφηγητής στη Νομική Σχολή -όπου το κλίμα ήταν ευνοϊκότερο γι' αυτόν- στο μάθημα της ιστορίας του δημοσίου δικαίου των αρχαίων εθνών. Η αίτηση του Παπαρρηγόπουλου έγινε δεκτή και μετά την καθιερωμένη δοκιμασία αναδείχθηκε υφηγητής. Η Σύγκλητος όμως, στην οποία παραπέμφθηκε

55. Π.Σ.Φ.Σ., 13 Ιουλίου 1848. Πβ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Αθήνα 1986, σ. 137.

56. Το 1848 ο Ευθ. Καστόρχης είχε γίνει υφηγητής χωρίς δίπλωμα (Π.Σ.Φ.Σ., 15 Ιαν. 1848), όπως και ο Στέφ. Κουμανούδης το 1845. Βλ. Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογραφίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 190, Αθήνα 1999, σ. 29-31. Πβ. για το ίδιο θέμα Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., I, σ. 256-257.

57. Η αποδοχή του Παπαρρηγόπουλου από τη Φιλοσοφική Σχολή ήταν όριακή: 6 καθηγητές ψήφισαν υπέρ της εξέτασής του για υφηγητή (Λάνδερερ, Βενθύλος, Ραγκαβής, Βάμβας, Ιωάννου, Μανούσης) και 6 κατά (Βενιζέλος, Στρούμπος, Μητσόπουλος, Κοτζιάς, Κουμανούδης, Ασώπιος), αλλά έγινε δεκτός λόγω της θετικής ψήφου του κοσμήτορα. Κοσμήτορας ήταν ο Μανούσης, ο οποίος παρότι ήταν αντίθετος, δήλωσε ότι ψηφίζει υπέρ, επειδή λέγεται «ότι εγώ γίνομαι πρόσκομμα εις την παραδοχήν του Κ. Παπαρρηγοπούλου». Σχεδόν ομόφωνη, πάντως, ήταν η απόφαση της σχολής να εξεταστεί ο υποψήφιος «εις την ιστορίαν, την Ελληνικήν και Λατινικήν Φιλολογίαν και τας

άλλας βοηθητικάς γνώσεις» (Π .Σ .Φ .Σ., 22 Νοεμ. 1849). Για την υποψηφιότητα του Παπαρρηγόπουλου βλ. και Κ. Θ. Δημαράς, «Το Υπόμνημα του Κ. Παπαρρηγόπουλου (1849) και η απάντηση του Ε. Καστόρχη (Αθησαύριστα κείμενα)»,Ο Ερανιστής k, 1966, σ. 65-79.

58. Βλ. Γ. Λάιος, «Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος Α' (1814-1851)», Μνημοσύνη 5, 1974-1975, σ. 306 και Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 138.

Σελ. 168
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 149
    

    κοινή καταγωγή δημιουργούνται και σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους, στο βαθμό όμως που συντρέχουν και άλλοι λόγοι : προσωπικές σχέσεις, ιδεολογική και πολιτική συγγένεια κλπ.

    Τα πράγματα αλλάζουν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Από τους 85 καθηγητές που διορίζονται μεταξύ του 1864 και 1900, οι 22 μόνο (ποσοστό 27%) είναι από τον έξω ελληνισμό· οι υπόλοιποι 63 (73%) προέρχονται από το ελληνικό κράτος. Βέβαια, στην περίοδο αυτή το ελληνικό κράτος αυξάνεται γεωγραφικά, καθώς ενσωματώνονται α αυτό τα Επτάνησα και η Θεσσαλία. Οι αλλαγές αυτές όμως δεν αρκούν να εξηγήσουν τη μεγάλη διαφορά. Η

    αριθμητική υπεροχή των καθηγητών με ελλαδική προέλευση οφείλεται, προφανώς, στην ανάπτυξη που παρουσιάζει την εποχή αυτή η ελληνική κοινωνία, στον εκπαιδευτικό τουλάχιστο τομέα. Το σχολικό δίκτυο πυκνώνει, αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης και των φοιτητών, καθώς και εκείνων που συνεχίζουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό, με τη βοήθεια του κράτους και του Πανεπιστημίου. Διαμορφώνονται έτσι οι προϋποθέσεις για την παραγωγή ενός πνευματικού και επιστημονικού δυναμικού, που επανδρώνει και το Πανεπιστήμιο. Οι περισσότεροι από τους ελλαδίτες καθηγητές προέρχονται από τη Στερεά Ελλάδα (26) -σημαντική είναι εδώ η παρουσία της Αθήνας (16),χώρος συγκέντρωσης και παραγωγής της κοινωνικής και πνευματικής ελίτ του ελληνικού κράτους-, την Πελοπόννησο (23) και τα Επτάνησα (7).

    ΤΟΠΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ

    Ως προς τον τόπο σπουδών των καθηγητών, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα

    αρκετά γνώριμο φαινόμενο: όλοι σχεδόν έχουν σπουδάσει η συμπληρώσει τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Οι σχετικές πληροφορίες όμως δεν είναι πάντοτε επαρκείς ούτε διακρίνονται για την ακρίβειά τους. Δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, πάντοτε σε ποιο ή ποια Πανεπιστήμια σπούδασε ένας καθηγητής και για πόσα χρόνια, και κυρίως που έκανε τις βασικές σπουδές του15.

    δάτος, ο Κ. Σχινάς, ο Κ. Νέγρης, ο Α. Ραγκαβής, ο Π. Παπαρρηγόπουλος, ο Κ. Φρεαρίτης, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Δ. Κλεόπας και ο Σταμ. Κρίνος (βλ. Παράρτημα Α'). Ο Γ. Μαυροκορδάτος και ο Δ. Μαυροκορδάτος ήταν αδέλφια, το ίδιο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Π. Παπαρρηγόπουλος. Ο τελευταίος ήταν σύγγαμβρος του Ιω. Σούτσου, ενώ ο Π. Αργυρόπουλος γυναικάδελφος του πολιτικού Αλέξ. Μαυροκορδάτου.

    15. Μια πρώτη προσέγγιση του τόπου σπουδών των καθηγητών του Πανεπιστημίου βλ. στο άρθρο του Ζαχ. Ν. Τσιρπανλή, «Οι Έλληνες φοιτητές στα ευρωπαϊκά Πα-