Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 160-179 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/160.gif&w=600&h=915

ΚΑΘΗΓΗΤΙΚΕΣ ΕΔΡΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

Ο Κανονισμός του 1837 δεν πρόβλεπε τον αριθμό των «καθεδρών» που θα είχε κάθε σχολή, παραπέμποντας το θέμα αυτό σε μελλοντική ρύθμιση (άρθρο 4). Η σχετική ρύθμιση όμως καθυστέρησε πολύ να γίνει, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια ασάφεια και ρευστότητα γύρω από το θέμα αυτό. Η μόνη βάση που υπήρχε για τον προσδιορισμό των εδρών ήταν το διάταγμα του 1837 που

αφορούσε τον διορισμό των πρώτων 34 καθηγητών και στο οποίο ορίζονταν, αν και όχι για όλους, τα αντικείμενα διδασκαλίας. Τα αντικείμενα αυτά θεωρήθηκε ότι καθόριζαν γενικά και τον αριθμό των εδρών και ότι αυτός έπρεπε να αντιστοιχεί με τον αριθμό των καθηγητών. Με βάση την εξίσωση αυτή οι έδρες/καθηγητές δεν ξεπέρασαν ως τα μέσα του αιώνα τις 34. Ο αριθμός τους θα αρχίσει να αυξάνεται, αλλά με αργό ρυθμό, στο δεύτερο μισό του αιώνα: 36 το 1850, 50 το 1863,53 το 1870, 55 το 1900 (Πίν. 2).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός του αριθμού των εδρών ήταν

ένα θέμα που αφορούσε κατ' εξοχήν τον κρατικό προϋπολογισμό : «οι ετήσιοι προϋπολογισμοί αποτελούσι την μόνην υπάρχουσαν νομοθετικήν διάταξιν, την κανονίζουσαν τον αριθμόν των εδρών»33. Πραγματικά, ένα από τα θέματα στις συζητήσεις της Βουλής για τον προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας ήταν ο

αριθμός των εδρών34. Εκεί αποφασιζόταν, συχνά μέσα σε ένα κλίμα αντιπαραθέσεων -από τις οποίες δεν έλειπαν και οι γραφικότητες35-, αν και ποιες έδρες

έπρεπε να δημιουργηθούν, ποιές να συγχωνευθούν και ποιές ενδεχομένως να καταργηθούν. Είναι ευνόητο ότι οι σχετικές αποφάσεις δεν λαμβάνονταν με γνώμονα μόνο τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους και τις ανάγκες του Πανεπιστημίου: η δημιουργία η κατάργηση μιας έδρας μπορούσε να είναι απλώς

ένας εύσχημος τρόπος για τον διορισμό η την απόλυση κάποιων καθηγητών.

33. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 188. Το ίδιο γράφει και ο Αρ. Βαμπάς (Νόμοι, σ. 29) το 1885: «Μέχρι τούδε ουδέ ο αριθμός των εδρών, ουδέ ο αριθμός των καθηγητών εκάστης σχολής ωρίσθησαν, αλλ' ο ετήσιος προϋπολογισμός του κράτους κανονίζει τα περί τούτων».

34. Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Οκτώβριος 1845, σ. 2550 κ.εξ. και Ιούνιος 1850, σ. 324 κ.εξ., καθώς και Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, β' εκδ., τ. Ε', Αθήνα 1875, σ. 326 κ.εξ.

35. Στη συζήτηση για την τύχη της έδρας της ιατρικής χημείας, τον Οκτώβριο του 1845,0 βουλευτής Κριεζώτης διαφωνεί με τον αντιπρόσωπο του Πανεπιστημίου Φ. Ιωάννου, που υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητη η έδρα: «Για τον σπόρο δεν εμίλησες και για τη χημεία και την μοιχεία μίλησες; Αυτή η χημεία μας έχει εδώ τόσαις μέραις, με

εσκότησες, θα μας φάγη αυτή η χημεία! Πολλαίς αμαρτίαις είχ' αυτό το έχνος» (εφ. Αιών, αρ. 662,6 Οκτ. 1845).

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/161.gif&w=600&h=915

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, το υπουργείο Παιδείας

επιχείρησε κατά καιρούς, στο πλαίσιο των προσπαθειών του για την κατάρτιση ενός νέου Οργανισμού του Πανεπιστημίου, να ορίσει τον ακριβή αριθμό των εδρών κάθε σχολής. Οι προσπάθειες αυτές όμως δεν είχαν αποτέλεσμα,

αφού κανένα από τα σχέδια Οργανισμού δεν έφτασε να γίνει νόμος. Ο αριθμός των εδρών προσδιορίστηκε νομοθετικά για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1880. Με τον νόμο ,ΑΧΜΕ' που εκδόθηκε το 1888 ορίστηκε ότι οι

έδρες του Πανεπιστημίου θα είναι 55, χωρίς να αναφέρονται όμως τα μαθήματα που αντιστοιχούν στις διάφορες έδρες ούτε η κατανομή τους κατά σχολές36. Το 1893 με άλλο νόμο (,ΒΡΠ') οι έδρες καθορίστηκαν σε 57 (6 για τη Θεολογική, 9 για τη Νομική, 24 για τη Φιλοσοφική και 18 για την Ιατρική) και ορίστηκαν τα διδασκόμενα μαθήματα κατά σχολή και έτη. Δυο χρόνια αργότερα όμως ο νόμος αυτός καταργήθηκε37. Το πρόβλημα του αριθμού των

εδρών θα λυθεί το 1911 με τη δημοσίευση του νέου Πανεπιστημιακού Οργανισμού38 .

Μια ανάλογη ασάφεια υπήρχε και στο θέμα των καθηγητικών βαθμίδων. Οι καθηγητές που διορίστηκαν το 1837 κατατάχθηκαν, όπως είδαμε, σε τρεις βαθμίδες (τακτικούς, έκτακτους και επιτίμιους), χωρίς συγκεκριμένα επιστημονικά η άλλα κριτήρια για τις δύο τουλάχιστο πρώτες. Το θέμα αυτό υποτίθεται ότι θα το ρύθμιζε και πάλι το υπουργείο Παιδείας, που είχε και την ευθύνη των διορισμών, αλλά τέτοια ρύθμιση δεν έγινε. Στους διορισμούς που γίνονται τα επόμενα χρόνια επικρατεί η τάση, ιδιαίτερα από τα μέσα του αιώνα, οι διοριζόμενοι καθηγητές να διορίζονται ως έκτακτοι και μετά από

ένα χρονικό διάστημα να προάγονται σε τακτικούς. Επρόκειτο όμως για μια

άτυπη διαδικασία. Το υπουργείο Παιδείας δεν έδωσε ποτέ θεσμική μορφή στην πρακτική αυτή ούτε καθόρισε συγκεκριμένα προσόντα για τη μετάβαση από τη μία βαθμίδα στην άλλη. Κάθε καθηγητής, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα στην οποία ανήκε, μπορούσε να είναι κάτοχος, μόνος του η μαζί με άλλον συνάδελφο του, τακτικής εδρας39, γεγονός που του εξασφάλιζε μια αυτονομία σε επίπεδο διδασκαλίας. Σε διοικητικό επίπεδο όμως οι καθηγητές δεν ήταν ισότιμοι, αφού μόνο οι τακτικοί και οι επιτίμιοι είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα διάφορα πανεπιστημιακά αξιώματα· οι έκτακτοι

36. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 1.

37. Στο ίδιο, σ. 1 κ.εξ., 21-22.

38. Οργανικοί Νόμοι, σ. 134-137.

39. Πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 193-194.

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/162.gif&w=600&h=915

είχαν μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν. Διαφοροποιήσεις υπήρχαν επίσης και στο μισθολόγιο.

Οι μισθοί των καθηγητών προσδιορίστηκαν για πρώτη φορά κατά βαθμίδα με διάταγμα που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 184640. Ως τότε τα πράγματα ήταν αρκετά ρευστά. Ο μισθός ενός καθηγητή οριζόταν στο διάταγμα διορισμού του που εξέδιδε ο υπουργός Παιδείας και δεν ήταν πάντα ο ίδιος με τον μισθό άλλων συναδέλφων του της ίδιας βαθμίδας. Στον προσδιορισμό του μισθού λαμβάνονταν υπόψη, πέρα από τα τυπικά προσόντα, και άλλες παράμετροι, όπως η φήμη και η ηλικία των καθηγητών. Γενικά ο μηνιαίος μισθός τους κυμαινόταν την περίοδο αυτή μεταξύ 100 και 350 δραχμών41. Η σχέση βαθμίδας και αποδοχών ρυθμίστηκε με το διάταγμα του 1846. Μ' αυτό ο μισθός των τακτικών καθηγητών ορίστηκε σε 300 δρχ., των έκτακτων σε 200 και των επίτιμων σε 100· το τελευταίο ποσόν ήταν ένα επιμίσθιο στον μισθό που έπαιρναν από τη δημόσια υπηρεσία όπου υπηρετούσαν. Οι μισθοί παρέμειναν στο επίπεδο αυτό ως τον Μάιο του 1859, οπότε με τον νόμο «Περί αυξήσεως της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων» αυξήθηκαν κατά 50 δρχ. και διαμορφώθηκαν έτσι στις 350 δρχ. για τους τακτικούς και 250 για τους εκτακτους42. Στον ίδιο νόμο προβλεπόταν ότι μετά από πέντε χρόνια διδασκαλίας ο μισθός των τακτικών καθηγητών «δύναται να αυξηθή διά Β. Διατάγματος κατά δραχ. 50 μέχρις 100». Με βάση τη διάταξη αυτή ο μισθός πολλών παλαιών τακτικών καθηγητών αυξήθηκε στις 400-450 δρχ., ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας τους. Μια αύξηση δόθηκε την ίδια εποχή και στους έκτακτους που είχαν συμπληρώσει δεκαπενταετία43. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι υπήρχε μια σημαντική

40. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 38, Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 84.

41. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 38. Για τους μισθούς των καθηγητών του Πανεπιστημίου και των άλλων εκπαιδευτικών βλ. Αποστόλης Ανδρέου, «Κρατικές δαπάνες για την εκπαίδευση (1849-1880). Μια πρώτη προσέγγιση σ' ένα ανοιχτό θέμα», Θέσεις, αρ. 18, Ιαν.Μάρτ. 1987, σ. 113 κ.εξ.

42. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 38-39, Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 558-559. Γενικά οι μισθοί των καθηγητών ήταν μάλλον χαμηλοί σε σύγκριση με τους μισθούς άλλων ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων, αφού με τον νόμο του 1859 επαιρναν: ο γενικός γραμματέας υπουργείου 480 δρχ., ο τμηματάρχης Α' τάξεως 400, ο τμηματάρχης Β' τάξεως 320, ο υπουργικός γραμματέας Α' τάξεως 240, ο υπουργικός γραμματέας Β' τάξεως 190. Άρα ο τακτικός καθηγητής έπαιρνε όσα περίπου ο τμηματάρχης Β' τάξεως και ο έκτακτος όσα περίπου ο υπουργικός γραμματέας Α' τάξεως. Πβ. Π. Πιζάνιας, Μισθοί και εισοδήματα στην Ελλάδα (1842-1923), Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1985, σ. 99-101. Οι χαμηλοί μισθοί αποτέλεσαν σε όλον τον 19ο αιώνα μια από τις μόνιμες αιτίες διαμαρτυρίας των καθηγητών.

43. Βλ. δειγματοληπτικά ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 74, έγγρ. 30 Μαΐου 1861, φάκ. 75,

έγγρ. 6 Ιουν. 1862.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/163.gif&w=600&h=915

τική μισθολογική διαφορά μεταξύ των τακτικών και των έκτακτων καθηγητών, που παρέμεινε σταθερή σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε.

Σημειώσαμε παραπάνω ότι από τα μέσα του αιώνα επικρατεί η τάση οι νέοι καθηγητές να πρωτοδιορίζονται ως έκτακτοι και κατόπιν να προάγονται σε τακτικούς. Παράλληλα, μειώνεται σε μεγάλο βαθμό και ο διορισμός επίτιμων καθηγητών. Έτσι, ενώ το 1837 από τους 34 πρωτοδιορισθέντες καθηγητές οι τακτικοί αποτελούσαν το 35,3%, οι έκτακτοι το 26,5% και οι επίτιμοι (επιτίμιοι) το 38,2%, η σχέση αυτή ανατρέπεται στα επόμενα χρόνια: στους διορισμούς που γίνονται έως και το 1863 το ποσοστό των τακτικών καθηγητών ανέρχεται σε 38,6%, των έκτακτων σε 45,6% και των επίτιμων σε 15,8%,

ενώ στην περίοδο 1864-1890 τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 20,7%, 69% και 10,3%. Με την πάροδο του χρόνου, λοιπόν, μειώνονται οι διορισμοί τακτικών καθηγητών, ενώ αυξάνονται οι διορισμοί έκτακτων. Παρατηρούμε ωστόσο ότι το υπουργείο Παιδείας συνέχισε να διορίζει αρκετούς καθηγητές κατευθείαν τακτικούς, μάλιστα στη δεκαετία του 1890 επικρατεί η άποψη ότι δεν χρειάζονται έκτακτοι καθηγητές και η μεγάλη πλειονότητα των νεοδιόριστων εντάσσεται στη βαθμίδα των τακτικών44. Πραγματικά, από τους 27 καθηγητές που διορίζονται στα χρόνια 1891-1900 οι 23 ονομάζονται τακτικοί και 4 μόνο

έκτακτοι. Εκεί όπου τα πράγματα αλλάζουν περισσότερο είναι στους επίτιμους καθηγητές. Δημιούργημα ανάγκης, η κατηγορία αυτή συρρικνώνεται με τον χρόνο και τείνει να καταργηθεί στη δεκαετία του 188045. Με τον τρόπο αυτό το σώμα των καθηγητών παύει να συγχέεται με άλλες κατηγορίες

ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων και αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας αυστηρά

επαγγελματικής ομάδας.

44. Ας σημειωθεί ότι στον νόμο ,ΒΡΠ' (1893) «Περί των εδρών και των μαθημάτων του Εθνικού Πανεπιστημίου», ο οποίος καταργήθηκε το 1895, προβλέπεται ότι κάθε

έδρα έχει τακτικό καθηγητή. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 4, 21-22.

45. Βλ. το διάταγμα «περί καταργήσεως εδρών τίνων επιτίμων καθηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου» (3 Μαΐου 1885) στο Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 25-26. Παρά ταύτα οι επίτιμοι καθηγητές δεν εξαφανίστηκαν τελείως. Βλ. Πανταζίδης, Χρονικόν, Πίν. Γ' (καθηγητές Νομικής και Φιλοσοφικής) και Τα κατά την πρυτανείαν Μιχαήλ Κατσαρά... κατά το ακαδημαϊκόν έτος 1907-1908, Αθήνα 1909, σ. 53, 58-59,60. Στο μεταξύ, ο βαθμός του «έπιτίμου» έγινε τίτλος: όπως αναφέρεται στον νόμο ,ΑΜΓ' (1882), οι «υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη διδάσκοντες καθηγηταί του Εθνικού Πανεπιστημίου [στον χρόνο αυτό συνυπολογίζεται και δεκαετής το πολύ άλλη διδασκαλική ή έμμισθη υπηρεσία, πριν από τον διορισμό στο Πανεπιστήμιο] δύνανται ν' αποχωρήσωσι της τακτικής και υποχρεωτικής διδασκαλίας, φέρουσι δε τον τίτλον επιτίμου καθηγητού και λαμβάνουσιν εφεξής πλήρη τον μισθόν των». Βαμπάς, Νόμοι, σ. 39· πβ. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 4.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/164.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου

Τακτικοί

Έκτακτοι

Επίτιμοι

Σύνολο

Θεολ.

Νομ.

Ιατρ.

Φιλοσ.

1837/8

15

4

7

26

2

6

8

10

1840/1

19

3

8

30

2

7

8

13

1845/6

23

1

7

31

3

7

8

13

1850/1

24

7

5

36

3

9

7

17

1855/6

29

7

5

41

3

11

10

17

1860/1

31

11

5

47

4

11

14

18

1863/4

37

11

2

50

4

9

17

20

1865/6

42

8

1

51

4

10

17

20

1870/1

40

11

2

53

6

9

16

22

1874/5

43

9

2

54

6

9

18

21

1880/1

53

5

3

61

5

12

23

21

1885/6

48

2

-

50

4

9

18

19

1890/1

51

3

-

54

4

11

17

22

1895/6

55

-

-

55

4

11

18

22

1900/1

55

-

-

55

6

10

15

24

Πηγές: Μ. Βενιζέλος, Λόγος, 1867, μέρος Β', Πίνακες: «Αριθμητικός Πίναξ των εν τώ εν Αθήναις Εθνικώ Πανεπιστημίω διδαξάντων κατά πάν ακαδημαϊκόν έτος» (1837/8-1865/6)· Αναγραφή των επί το ακαδημαϊκόν έτος... αρχών του εν Αθήναις Εθνικού Πανεπιστημίου, των επιστημονικών Συλλογών και Παραρτημάτων αυτού και των... διδαχθησομένων εν αυτώ μαθημάτων (1864 κ.εξ.)· Πρυτανικοί Λόγοι (λογοδοσίες), 1880 κ.εξ.46

Οι αλλαγές που σημειώσαμε παραπάνω εικονογραφούνται εν μέρει μόνο στον Πίν. 2, ο οποίος μας δίνει την πραγματική κατάσταση του διδακτικού προσωπικού: τη σχέση, δηλαδή, μεταξύ των διαφόρων βαθμίδων όπως διαμορφώνεται με βάση όχι μόνο τους διορισμούς, αλλά και την εσωτερική κινητικότητα (προαγωγές καθηγητών, αποχωρήσεις, απολύσεις). Παρατηρούμε και εδώ τη μείωση του αριθμού των επίτιμων καθηγητών και μια αύξηση των

έκτακτων ως τη δεκαετία του 1870, η οποία όμως είναι πολύ μικρότερη από

εκείνη που είδαμε παραπάνω με βάση τους διορισμούς. Αντίθετα, εμφανίζεται εξαιρετικά διογκωμένη εδώ η κατηγορία των τακτικών καθηγητών. Η διαφορά είναι βέβαια ευεξήγητη: οφείλεται, δηλαδή, στο ότι η κατηγορία των

46. Πβ. Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., II, σ. 6-33, όπου ονομαστικοί πίνακες του διδακτικού προσωπικού (καθηγητών και υφηγητών) κατά έτος στην περίοδο 1837-1863/64, με ορισμένες διαφορές από τον παρόντα Πίνακα.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/165.gif&w=600&h=915

τακτικών περιλαμβάνει όχι μόνο τους πρωτοδιορισθέντες στη βαθμίδα αυτή

αλλά και εκείνους που προήχθησαν από τη βαθμίδα του έκτακτου ή επίτιμου σε αυτήν του τακτικού. Με βάση, λοιπόν, την εσωτερική εξέλιξη και κινητικότητα του διδακτικού προσωπικού σχηματίζεται μια ιεραρχική πυραμίδα, τη βάση της οποίας αποτελεί όχι η κατηγορία των έκτακτων καθηγητών, παρότι σε επίπεδο διορισμών αυξάνεται ο αριθμός τους, αλλά η ανώτερη κατηγορία, των τακτικών καθηγητών.

ΥΦΗΓΗΤΕΣ

Θεσμός με γερμανική προέλευση, οι υφηγητές (Privatdocenten) θεωρούνταν στον 19ο αιώνα η «ψυχή» των γερμανικών Πανεπιστημίων, καθώς αποτελούσαν το «φυτώριο» μέσα από το οποίο ανανεωνόταν το διδακτικό προσωπικό47. Η μεταφορά του θεσμού στην Ελλάδα έγινε με πολλές προσδοκίες, όπως δείχνουν τα εγκώμια με τα οποία αναφέρονται σ' αυτόν πρυτάνεις και καθηγητές σε όλον τον 19ο αιώνα. Ο τρόπος λειτουργίας όμως της υφηγεσίας στο ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν ήταν ανάλογος με τις μεγάλες προσδοκίες των θαυμαστών του θεσμού.

Κατά τον Κανονισμό του 1837 οι υφηγητές («ιδιαίτεροι διδάσκαλοι») θα

επιλέγονταν από τις σχολές και θα δίδασκαν χωρίς μισθό· μπορούσαν όμως, όπως και οι άλλοι διδάσκοντες, να εισπράττουν δίδακτρα από τους φοιτητές (άρθρα 9 και 10). Προβλεπόταν επίσης ότι δεν είχαν δικαίωμα προβιβασμού. «Εάν όμως συνετέλεσαν διά τινα καιρόν, ωφελήσαντες εις το πανεπιστήμιον, τότε θέλουν λαμβάνεσθαι υπ' όψιν εν καιρώ του διορισμού των καθηγητών». Οι διαδικασίες εκλογής των υφηγητών καθορίστηκαν με υπουργικό έγγραφο τον Νοέμβριο του 184148. Σύμφωνα μ' αυτό, ο υποψήφιος υφηγητής, ο οποίος

έπρεπε να είναι διδάκτορας, όφειλε να υποβάλει στη σχολή που τον ενδιέφερε μια διατριβή σε θέμα σχετικό με την «επιστήμην του» και να «δώση έλεγχον της εις το διδάσκειν ικανότητος του και ευκολίας», παραδίδοντας ένα μάθημα ενώπιον των καθηγητών της σχολής. Αν επιτύγχανε, η σχολή ζητούσε από το υπουργείο Παιδείας τον διορισμό του. Δυο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1843, το υπουργείο Παιδείας επέφερε σημαντικές αλλαγές στις παραπάνω διαδικασίες. Έδινε, δηλαδή, στη σχολή το δικαίωμα «να συζητήση

47. Βλ. V. Cousin, De l'instruction publique dans quelques pays de l'Allemagne, ό.π., τ. A', σ. 101 και Raphael Blanchard, Les Universités allemandes, Παρίσι 1883, σ. 139 κ.εξ.

48. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 41.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/166.gif&w=600&h=915

την ανάγκην και την ωφέλειαν» του μαθήματος που ζητούσε ο υποψήφιος να διδάξει και ακόμη «να πληροφορηθή την διανοητικήν, επιστημονικήν και ηθικήν αξίαν του θέλοντος να το παραδώση»49. Η απόφαση του 1843 καταργήθηκε το 186850, αλλά επανήλθε με κάπως μετριότερη διατύπωση λίγο αργότερα, μετά από έντονες αντιδράσεις του Πανεπιστημίου51. Σε διάταγμα που

εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 186952 αναφέρεται ότι η αρμόδια σχολή εγκρίνει τη «χρησιμότητα» ενός μαθήματος, αν αυτό δεν ανήκει στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου, και ότι δεν μπορεί να αρνηθεί τη δοκιμασία σε έναν υποψήφιο υφηγητή, εκτός αν δύο υφηγητές διδάσκουν ήδη το ίδιο μάθημα. Προβλέπεται επίσης ότι ένας υφηγητής χάνει το δικαίωμα της υφηγεσίας αν δεν αρχίσει τη διδασκαλία σε έξι μήνες από τον διορισμό του η αν διακόψει τις παραδόσεις του για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Οι παραπάνω περιορισμοί, που επιβλήθηκαν μετά από εισηγήσεις του Πανεπιστημίου, έρχονταν σε αντίθεση με δύο βασικά στοιχεία του θεσμού της υφηγεσίας όπως λειτουργούσε τουλάχιστο στη Γερμανία: τη σχεδόν απρόσκοπτη είσοδο των υφηγητών στο Πανεπιστήμιο και την ελευθερία στην επιλογή των αντικειμένων διδασκαλίας. Πίσω από τους περιορισμούς αυτούς εύκολα διακρίνει κανείς την πρόθεση του Πανεπιστημίου να κάνει αυστηρότερες τις διαδικασίες εκλογής των υφηγητών. Παρότι θεωρητικά το Πανεπιστήμιο ήταν υπέρ του θεσμού της υφηγεσίας, υπήρχε όμως ο φόβος ότι η χωρίς αυστηρό

έλεγχο αποδοχή των υποψήφιων υφηγητών ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει διάφορα προβλήματα στη λειτουργία των σχολών. Τα προβλήματα αυτά συνοψίζει το 1868 ο πρύτανης Θ. Ορφανίδης: α) πολλοί υφηγητές «θέλουσιν αποδυθή εις το στάδιον της υφηγεσίας διά μαθήματα επουσιώδη, ίνα μη είπω άγνωστα και πρωτοφανή», β) πολλοί υφηγητές θα διδάσκουν το ίδιο μάθημα, πράγμα που θα εμποδίζει τους φοιτητές «από της ακροάσεως των ουσιωδεστέρων και απολύτως αναγκαίων αυτοίς» και γ) το πλήθος των υφηγητών για το ίδιο μάθημα θα προκαλέσει «τας γνωστάς εκείνας αντιζηλίας και αντιδράσεις, τας

αποληγούσας εις τας εν τοις ακροατηρίοις ταραχάς»53. Σε όλα αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και κάτι ακόμη, που δεν λέγεται ανοιχτά: τον φόβο ότι ένας υφηγητής που δίδασκε το ίδιο μάθημα με έναν καθηγητή ήταν ένας

επίφοβος ανταγωνιστής του, από την άποψη ότι μπορεί να συγκέντρωνε μεγα-

49. Στο ίδιο, σ. 41-42.

50. Στο ίδιο, σ. 42.

51. Πβ. Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., I, σ. 230 κ.εξ.

52. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 43-44.

53. Θ. Ορφανίδης, Λόγος, 1868, σ. 17.

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/167.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερο ακροατήριο απ' αυτόν και ενδεχομένως να απειλούσε κάποια στιγμή τη θέση του.

Τους ενδοιασμούς αυτούς δεν τους συμμερίζονταν όλοι οι καθηγητές. Απαντώντας, για παράδειγμα, το 1849 ο Κ. Ασώπιος στις διαμαρτυρίες του καθηγητή της ελληνικής αρχαιολογίας Α. Ρ. Ραγκαβή κατά του νεοεκλεγμένου υφηγητή Ε. Καστόρχη, επειδή ο τελευταίος ήθελε να διδάξει το ίδιο μάθημα μ' αυτόν, αποφαινόταν ότι «καθ' όσον πλειότεροι παραδίδουσι το αυτό μάθημα, κατά τοσούτον γίνεται μείζων ωφέλεια εις τους φοιτητάς του Πανεπιστημίου και τελειοποιείται η διδασκαλία»54. Γενικά όμως υπήρχε από την πλευρά των καθηγητών μια καχυποψία, που οδηγούσε σε αποκλεισμούς υποψήφιων υφηγητών, όχι πάντοτε δικαιολογημένους, και δεν ενθάρρυνε την ανάπτυξη του θεσμού της υφηγεσίας. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι αρκετοί

υποψήφιοι, κυρίως στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου, δεν έγιναν δεκτοί από τις σχολές με το επιχείρημα ότι το μάθημα που ήθελαν να διδάξουν δεν ήταν απαραίτητο, ότι η διαγωγή τους δεν ήταν άμεμπτη και ότι δεν είχαν τα τυπικά προσόντα. Στο τελευταίο αυτό θέμα αξίζει να σταθούμε περισσότερο.

Για να γίνει δεκτός κάποιος ως υφηγητής έπρεπε να έχει διδακτορικό δίπλωμα. Τέτοιο δίπλωμα όμως δεν είχαν όλοι οι υποψήφιοι, τουλάχιστο στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα τυπικών προσόντων. Συνήθως οι σχολές, παρά τις αντιρρήσεις τους, αποδέχονταν τελικά την υποψηφιότητά τους, ιδιαίτερα όταν ήταν απολύτως απαραίτητοι η είχαν την υποστήριξη του υπουργείου Παιδείας. Αυτό όμως δεν συνέβαινε

54. Π.Σ.Φ.Σ., 9 Νοεμ. 1849. Αρκετά χρόνια πριν, ένας άλλος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής, ο Λ. Ρος, επεμβαίνοντας σε αντίθεση μεταξύ του καθηγητή των μαθηματικών Κ. Νέγρη και του υφηγητή Δ. Στρούμπου, επειδή ο τελευταίος δεν συνεννοήθηκε με τον Νέγρη για το μάθημα που επρόκειτο να παραδώσει, θα παρατηρήσει: «ο συναγωνισμός [μεταξύ καθηγητών και υφηγητών] είναι πολλής ωφελείας παραγωγός, και επομένως δεν πρέπει να περιορισθή η τούτου ενέργεια εντός στενωτάτου κύκλου» (Π.Σ.Φ.Σ., 15 Δεκ. 1839). Πβ. Γ. Ράλλης, Λόγος, 1842, σ. 12. Διαφοροποιήσεις στην αντιμετώπιση των υφηγητών υπήρχαν επίσης κατά εποχές και μεταξύ των σχολών. Στην Ιατρική, για παράδειγμα, επιτροπή καθηγητών αποφαινόταν το 1865 ότι η υφηγεσία δεν αποτελεί «εξαιρετικόν τι προνόμιον ατόμων τινών» και ότι πρέπει να είναι ανοικτή «εις πάντα επιστήμονα ίατρόν»· ο υφηγητής πρέπει να γίνεται δεκτός χωρίς δοκιμασία και να μπορεί να διδάσκει οποιονδήποτε επιστημονικό κλάδο επιθυμεί· όσο για την

αξιολόγησή του, αυτή επαφίεται στο κοινό (τους φοιτητές), «όπερ είναι ελεύθερον να

ακροασθή του μαθήματος αυτού» (Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 570, 20 Αυγ. 1865, σ. 737-738).

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/168.gif&w=600&h=915

πάντα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Τον Ιούλιο του 1848 ο Παπαρρηγόπουλος θα κάνει αίτηση στη Φιλοσοφική Σχολή να διδάξει ως υφηγητής το μάθημα της γενικής ιστορίας. Η σχολή όμως δεν δέχθηκε την αίτηση του με το αιτιολογικό ότι δεν έχει διδακτορικό δίπλωμα55, αν και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις είχε φανεί ελαστικότερη56. Η άρνηση της Φιλοσοφικής να δεχθεί τον Παπαρρηγόπουλο οφειλόταν πιθανώς στην

υποψία μερίδας καθηγητών ότι προσέβλεπε στην έδρα της γενικής ιστορίας που κατείχε ο Θ. Μανούσης. Τον Νοέμβριο του 1849 ο Παπαρρηγόπουλος θα

απευθυνθεί στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο θα του δώσει άδεια δοκιμασίας, αν και το δικαίωμα αυτό ανήκε μόνο στην αρμόδια σχολή. Τελικά η Φιλοσοφική έκανε δεκτή την αίτησή του αλλά ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δοκιμαστεί, επειδή η σχολή ζήτησε να τον εξετάσει όχι μόνο στην ιστορία αλ

λά και στην ελληνική και λατινική φιλολογία57. Στις αρχές του 1850 ο Παπαρρηγόπουλος, με τη μεσολάβηση του Κων. Σχινά, θα αναγορευθεί διδάκτορας in absentia του Πανεπιστημίου του Μονάχου58 και τον Μάρτιο του 1850 θα ζητήσει να γίνει υφηγητής στη Νομική Σχολή -όπου το κλίμα ήταν ευνοϊκότερο γι' αυτόν- στο μάθημα της ιστορίας του δημοσίου δικαίου των αρχαίων εθνών. Η αίτηση του Παπαρρηγόπουλου έγινε δεκτή και μετά την καθιερωμένη δοκιμασία αναδείχθηκε υφηγητής. Η Σύγκλητος όμως, στην οποία παραπέμφθηκε

55. Π.Σ.Φ.Σ., 13 Ιουλίου 1848. Πβ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Αθήνα 1986, σ. 137.

56. Το 1848 ο Ευθ. Καστόρχης είχε γίνει υφηγητής χωρίς δίπλωμα (Π.Σ.Φ.Σ., 15 Ιαν. 1848), όπως και ο Στέφ. Κουμανούδης το 1845. Βλ. Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογραφίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 190, Αθήνα 1999, σ. 29-31. Πβ. για το ίδιο θέμα Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., I, σ. 256-257.

57. Η αποδοχή του Παπαρρηγόπουλου από τη Φιλοσοφική Σχολή ήταν όριακή: 6 καθηγητές ψήφισαν υπέρ της εξέτασής του για υφηγητή (Λάνδερερ, Βενθύλος, Ραγκαβής, Βάμβας, Ιωάννου, Μανούσης) και 6 κατά (Βενιζέλος, Στρούμπος, Μητσόπουλος, Κοτζιάς, Κουμανούδης, Ασώπιος), αλλά έγινε δεκτός λόγω της θετικής ψήφου του κοσμήτορα. Κοσμήτορας ήταν ο Μανούσης, ο οποίος παρότι ήταν αντίθετος, δήλωσε ότι ψηφίζει υπέρ, επειδή λέγεται «ότι εγώ γίνομαι πρόσκομμα εις την παραδοχήν του Κ. Παπαρρηγοπούλου». Σχεδόν ομόφωνη, πάντως, ήταν η απόφαση της σχολής να εξεταστεί ο υποψήφιος «εις την ιστορίαν, την Ελληνικήν και Λατινικήν Φιλολογίαν και τας

άλλας βοηθητικάς γνώσεις» (Π .Σ .Φ .Σ., 22 Νοεμ. 1849). Για την υποψηφιότητα του Παπαρρηγόπουλου βλ. και Κ. Θ. Δημαράς, «Το Υπόμνημα του Κ. Παπαρρηγόπουλου (1849) και η απάντηση του Ε. Καστόρχη (Αθησαύριστα κείμενα)»,Ο Ερανιστής k, 1966, σ. 65-79.

58. Βλ. Γ. Λάιος, «Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος Α' (1814-1851)», Μνημοσύνη 5, 1974-1975, σ. 306 και Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 138.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/169.gif&w=600&h=915

φθηκε το θέμα, δεν συμφώνησε με την απόφαση της Νομικής Σχολής και τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ο διορισμός του59.

Αν το κλίμα στο Πανεπιστήμιο για τους υποψήφιους υφηγητές δεν ήταν πάντοτε ευνοϊκό, και η ίδια η θέση τους δεν ήταν ιδιαίτερα αξιοζήλευτη, δεδομένου ότι δεν συμμετείχαν σε κανένα διοικητικό όργανο και, σε αντίθεση με τους καθηγητές, δεν είχαν δικαίωμα να δίνουν στους φοιτητές «αποδείξεις ακροάσεως», που ήταν απαραίτητες για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις60. Κατά συνέπεια η παρακολούθηση των μαθημάτων τους δεν ήταν τακτική και το ακροατήριό τους ήταν μάλλον ολιγάριθμο. Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το ότι ήταν

άμισθοι. Οι υφηγητές στα γερμανικά Πανεπιστήμια εισέπρατταν δίδακτρα από τους φοιτητές και το ίδιο, όπως ξέρουμε, πρόβλεπε και ο Κανονισμός του ελληνικού Πανεπιστημίου. Καθώς όμως ο θεσμός των διδάκτρων δεν εφαρμόστηκε, οι υφηγητές παρέμειναν άμισθοι. Το καθεστώς αυτό, σε συνδυασμό με το ότι

αρκετοί υφηγητές είχαν και άλλες επαγγελματικές απασχολήσεις, συνέβαλε ώστε να διακόπτουν συχνά τις παραδόσεις τους η να εγκαταλείπουν γρήγορα το Πανεπιστήμιο. Τελικά, η μοναδική ελπίδα τους ήταν να διοριστούν καθηγητές.

Πριν αναφερθούμε όμως στο ζήτημα αυτό, θα σταθούμε λίγο στη συγκρότηση του σώματος των υφηγητών. Κατ' αρχήν πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει ένας πλήρης, δημοσιευμένος κατάλογος των υφηγητών που διορίστηκαν στο Πανεπιστήμιο κατά τον 19ο αιώνα, ενώ ανεπαρκή είναι τα στοιχεία που αφορούν τη γεωγραφική τους προέλευση, τις σπουδές και τη διδασκαλία τους στο Πανεπιστήμιο. Κατά συνέπεια η προσέγγισή μου θα έχει μερικό χαρακτήρα. Θα περιοριστώ, δηλαδή, σε μια γενική παρουσίαση της αριθμητικής εξέλιξης των υφηγητών και της κατανομής τους στις διάφορες σχολές, με βάση έναν κατάλογο που συνέταξα από διάφορες πανεπιστημιακές πηγές61.

59. Κατά της υποψηφιότητας του Παπαρρηγόπουλου στη Νομική τάχθηκαν δύο μόνο καθηγητές, ο Ν. Σαρίπολος και ο Π. Αργυρόπουλος, υποστηρίζοντας ο πρώτος ό

τι το δίπλωμά του ήταν της φιλοσοφίας, πράγμα που δεν του επέτρεπε να διδάξει παρά μόνο στη Φιλοσοφική, και ο δεύτερος ότι η αποδοχή του από τη Νομική θα προκαλούσε «ηθικήν τινα σύγκρουσιν» μεταξύ των δύο σχολών (Π.Σ.Ν.Σ., 10 Μαρτίου 1850, βλ. και συνεδρ. 12 Μαρτ. 1850). Ανάλογη θέση έλαβε κατά πλειοψηφία και η Σύγκλητος, στην οποία παραπέμφθηκε το ζήτημα μετά από αίτηση καθηγητών κυρίως της Φιλοσοφικής, και η υπόθεση διαβιβάστηκε κατόπιν στο υπουργείο Παιδείας (Π.Σ., 20 Μαρτ. 1850, πβ. Π.Σ.Ν.Σ.,25 Μαρτ. 1850). Βλ. για το ίδιο θέμα εφ. Αθηνά, αρ. 1666,13 Μαρτ. 1850 και Αιών, αρ. 1048 και 1050, 15 Μαρτ. και 19 Μαρτ. 1850. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 105· Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 138-139 και Γ. Λάιος, ό.π., σ. 307 κ.εξ.

60. Βλ. Γ. Ράλλης, Λόγος, 1869, σ. 24 και Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 15.

61. Για τη σύνταξη του καταλόγου αυτού, ο οποίος δεν είναι βέβαια οριστικός, χρη-

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/170.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3 Καθηγητές και υφηγητές του Πανεπιστημίου (διορισμοί)

θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Σύνολο

καθ.

υφηγ.

καθ.

υφηγ.

καθ.

υφηγ.

καθ.

υφηγ.

καθ. υφηγ.

1837-1863

7

1

18

17

25

15

33

16

83 49

1864-1900

10

14

17

51

24

70

34

42

85 177

Σύνολο

17

15

35

68

49

85

67

58

168 226

Πηγές : για τους καθηγητές βλ. Παράρτημα Α' (στον παρόντα πίνακα περιλαμβάνονται οι καθηγητές που δίδαξαν)· για τους υφηγητές βλ. εδώ, σ. 169, σημ. 61.

Πηγές : για τους καθηγητές βλ. Παράρτημα Α' (στον παρόντα πίνακα περιλαμβάνονται οι καθηγητές που δίδαξαν)· για τους υφηγητές βλ. εδώ, σ. 169, σημ. 61.

Σύμφωνα με τον κατάλογο αυτό, από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1900 διορίστηκαν γύρω στους 225 υφηγητές (Πίν. 3). Η αριθμητική τους εξέλιξη ακολουθεί γενικά ανοδική πορεία. Στα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια από την ίδρυση του Πανεπιστημίου οι υφηγητές ήταν λίγοι, πράγμα ευεξήγητο αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι ανάγκες του Πανεπιστημίου σε υφηγητές ήταν ακόμη περιορισμένες, οι υποψήφιοι ήταν λίγοι και οι σχολές αρκετά αυστηρές στην αποδοχή τους. Ο μικρός αριθμός των υφηγητών της περιόδου αυτής είναι πιο

εμφανής στον Πίν. 4,που περιέχει τον αριθμό των υφηγητών που δίδασκαν στις διάφορες σχολές σε ορισμένες χρονικές στιγμές. Πραγματικά, ως τις αρχές της δεκαετίας του 1860 η αντιπροσώπευσή τους στο σύνολο του διδακτικού προσωπικού είναι πολύ χαμηλή : οι υφηγητές κυμαίνονται από 3 εως 7, όταν την ίδια περίοδο οι καθηγητές είναι μεταξύ 26 και 47 (Πίν. 2). Ο μικρός αριθμός τους

εδώ όμως δεν οφείλεται μόνο στους λίγους διορισμούς, αλλά και στο ότι αρκετοί από εκείνους που είχαν λάβει εντολή διδασκαλίας δεν δίδασκαν τακτικά στο Πανεπιστήμιο, ενώ άλλοι διέκοπταν κατά διαστήματα τις παραδόσεις τους ή

αποχωρούσαν από το Πανεπιστήμιο.

Τα πράγματα αλλάζουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1860. Όπως βλέπουμε στον Πίν. 3, ο αριθμός των διορισθέντων στα χρόνια 1864-1900 πεντα-

χρησιμοποίησα πρυτανικούς Λόγους, την ετήσια Αναγραφή των αρχών του Πανεπιστημίου (βλ.

εδώ, σ. 202-203, σημ. 67) και, συμπληρωματικά, προγράμματα μαθημάτων και Πρακτικά των Συνελεύσεων ορισμένων σχολών. Ονομαστικός κατάλογος των υφηγητών της περιόδου 1837/8-1862/3 δημοσιεύεται από τον Π. Κιμουρτζή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., I.

Σελ. 170
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/171.gif&w=600&h=915

πενταπλασιάζεται σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο και ξεπερνά κατά πολύ τον αντίστοιχο αριθμό των καθηγητών. Ανάλογη, αλλά σε μικρότερο βαθμό, είναι η αύξηση των υφηγητών και σε επίπεδο πραγματικού διδακτικού προσωπικού. Ήδη το 1863/64 οι υφηγητές που ασκούν διδακτικά καθήκοντα από 3 που ήταν τον προηγούμενο χρόνο γίνονται 13 και αντιπροσωπεύουν το 21% του διδακτικού προσωπικού (Πίν. 2,4). Η αύξηση αυτή των υφηγητών συνδέεται άμεσα με τις αλλαγές που έφερε η μεταπολίτευση του 1862. Όπως σημειώνει ο I. Πανταζίδης, η επανάσταση του 1862 «ήνοιξε πολλάς θύρας, η αυστηρότης δεν ήτο δυνατόν να διατηρηθή, και ο προς την ανωτάτην διδασκαλίαν οργασμός ηυξησεν»62. Πραγματικά, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και παρακάτω, το Πανεπιστήμιο γίνεται από την εποχή αυτή πιο ανοιχτό και φιλελεύθερο και οι σχολές αντιμετωπίζουν με λιγότερη αυστηρότητα τους νέους υφηγητές. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την αυξανόμενη ζήτηση κατώτερου διδακτικού προσωπικού, φέρνουν στο Πανεπιστήμιο πολλούς νέους διδάκτορες που ήθελαν να κάνουν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και ανακόπτουν ως ένα βαθμό τις διαρροές που παρατηρούνταν ως τότε. Η αύξηση των υφηγητών θα συνεχιστεί με γρηγορότερο ρυθμό στα επόμενα χρόνια, και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του 1870. Το 1890 οι υφηγητές είναι ήδη περισσότεροι από τους καθηγητές και αντιπροσωπεύουν το 54% του διδακτικού προσωπικού, ενώ το 1895 φτάνουν το 59% (Πίν. 2,4). Στη μεγάλη αύξηση του αριθμού τους συνετέλεσε ασφαλώς και το ότι οι προοπτικές για την ένταξή τους στο καθηγητικό σώμα ήταν τώρα ευνοϊκότερες, πράγμα που τους έκανε να παραμένουν περισσότερα χρόνια στο Πανεπιστήμιο.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών ήταν η ισχυροποίηση των υφηγητών στο Πανεπιστήμιο. Από το 1862 ήδη αρχίζουν να αποκτούν συνείδηση επαγγελματικής ομάδας και να προβάλλουν διάφορα αιτήματα για τη βελτίωση της θέσης τους. Έτσι, λίγους μόνο μήνες μετά την επανάσταση του 1862 οι υφηγητές της Φιλοσοφικής ζητούν να καλούνται και αυτοί στις συσκέψεις της σχολής. Παρά την ευνοϊκή στάση του υπουργείου Παιδείας, η Σύγκλητος απέκρουσε «την παράλογον ταύτην αίτησιν», όπως την ονομάζει ο I. Πανταζίδης63 . Η παρουσία των υφηγητών στο Πανεπιστήμιο γίνεται εντονότερη και οι διεκδικήσεις τους δυναμικότερες από τη δεκαετία του 1880. Με σαφή πλέον επαγγελματική συνείδηση, ζητούν το 1881 από τη Σύγκλητο να «προστατεύση» το δικαίωμά τους στην καθηγεσία, ενώ το 1887 θέτουν με υπόμνημα

62. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 199.

63. Στο ίδιο.

Σελ. 171
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/172.gif&w=600&h=915

τους προς το υπουργείο Παιδείας σειρά αιτημάτων: ζητούν όταν κενώνεται μια καθηγητική έδρα να πληρώνεται από υφηγητή με αξιοκρατικά κριτήρια, οι υφηγητές να έχουν το δικαίωμα να δίνουν αποδείξεις ακροάσεως στους φοιτητές και να αναπληρώνουν τους καθηγητές στη διδασκαλία και τις εξετάσεις, όταν αυτοί κωλύονται64. Το επόμενο βήμα θα είναι η δημιουργία στις

αρχές του 20ού αιώνα του πρώτου συλλόγου υφηγητών65.

ΠΙΝΑΚΑΣ 4 Υφηγητές του Πανεπιστημίου

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Σύνολο

1837/8

3

3

1840/1

-

3

2

-

5

1845/6

-

3

-

-

3

1850/1

-

1

5

1

7

1855/6

-

2

3

2

7

1860/1

-

-

2

1

3

1863/4

1

2

5

5

13

1865/6

-

5

3

4

12

1870/1

1

9

3

5

18

1874/5

1

6

7

4

18

1880/1

3

10

13

10

36

1885/6

5

10

25

12

52

1890/1

6

13

28

16

63

1895/6

4

25

37

14

80

1900/1

3

11

30

8

52

1905/6

5

16

37

11

69

1910/1

6

25

56

19

106

Πηγή: βλ. Πίν. 3.

Πηγή: βλ. Πίν. 3.

Ως προς την κατανομή των υφηγητών κατά σχολές παρατηρούμε ότι αυτή είναι ανάλογη με τις διδακτικές ανάγκες και τον αριθμό των φοιτητών που

έχει κάθε μία. Τους περισσότερους υφηγητές έχει η Ιατρική και ακολουθούν η Νομική και η Φιλοσοφική. Η υπεροχή της Ιατρικής σε υφηγητές οφείλεται κυρίως στον μεγάλο αριθμό μαθημάτων και εργαστηρίων που είχε η σχολή

64. Στο ίδιο, σ. 201-202· βλ. και Γ. Καραμήτσας, Λόγοι, 1888, σ. 84-88, όπου δημοσιεύεται το υπόμνημα των υφηγητών (17 Φεβρ. 1887).

65. Βλ. Υπόμνημα του συλλόγου των υφηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου επί του νομοσχεδίου περί του αριθμού των καθηγητών εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Αθήνα 1907.

Σελ. 172
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/173.gif&w=600&h=915

αυτή, τα οποία δεν μπορούσε vói καλύψει το καθηγητικό προσωπικό. Εκτός αυτού, ο τίτλος του υφηγητή ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στους διδάκτορες της ιατρικής, λόγω των οικονομικών ωφελημάτων που τους πρόσφερε κατά την

άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η Ιατρική φτάνει στα τέλη του αιώνα να συγκεντρώνει το 50% περίπου του συνολικού αριθμού των υφηγητών. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους υφηγητές της Νομικής που ασκούσαν το επάγγελμα του δικηγόρου.

Ποια είναι όμως η σχέση υφηγεσίας και καθηγεσίας, ή αλλιώς ποιο είναι το ποσοστό των υφηγητών που έγιναν καθηγητές ; Από το σύνολο των υφηγητών που διορίστηκαν στις τέσσερις πανεπιστημιακές σχολές κατά τον 19ο αιώνα,

εκείνοι που έγιναν καθηγητές αντιπροσωπεύουν ένα ποσοστό γύρω στο 43% (περιλαμβάνονται, βέβαια, εδώ και εκείνοι που έγιναν καθηγητές μετά το 1900). Το ποσοστό αυτό δεν είναι σταθερό σε ολόκληρη τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε: αρχίζει από ψηλά και μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Παρατηρούμε, συγκεκριμένα, ότι από τους υφηγητές που διορίστηκαν μεταξύ των ετών 1837 και 1863 το ποσοστό εκείνων που έγιναν καθηγητές ανέρχεται σε 65% περίπου, ενώ στην περίοδο 1864-άρχές 20ού αιώνα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 37%. Η διαφορά αυτή οφείλεται, κυρίως, στο ότι στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αυξάνονται οι υφηγητές, όχι όμως και οι καθηγητικές

έδρες, ο αριθμός των οποίων είναι περιορισμένος σε σύγκριση με αυτόν των υφηγητών. Παρατηρούμε, πάντως, ότι η συχνότητα μετάβασης από την υφη

γεσία στην καθηγεσία αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, αφού το ποσοστό των καθηγητών που είχαν χρηματίσει υφηγητές από 45% που ήταν στα χρόνια 1839-1863, αυξάνεται σε 66% στα χρόνια 1864-190066.

Τα αριθμητικά αυτά δεδομένα δείχνουν ότι αρκετοί υφηγητές κατέλαβαν καθηγητικές θέσεις. Ωστόσο δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που αποχώρησαν από το Πανεπιστήμιο μετά από ένα μικρό η μεγάλο διάστημα διδασκαλίας, χωρίς να δουν να εκπληρώνεται η επιθυμία τους να «προαχθούν» σε καθηγητές. Βέβαια, δεν ήταν δυνατό να προαχθούν όλοι και γιατί δεν είχαν τα απαιτούμενα προσόντα αλλά και γιατί, όπως είπαμε, οι καθηγητικές θέσεις ήταν αριθμητικά περιορισμένες. Είναι γεγονός όμως, από την άλλη μεριά, ότι υφηγητές με πολύχρονο και αξιόλογο διδακτικό έργο δεν κατόρθωσαν να γίνουν ποτέ καθηγητές67 η έγιναν μετά από πολλά χρόνια διδασκαλίας.

66. Βλ. κατάλογο των καθηγητών στο Παράρτημα Α'.

67. Σημειώνω ενδεικτικά τις περιπτώσεις τριών υφηγητών, του Στ. Τρικαλιώτη της Νομικής και των I. Γ. Ιωάννου και Μιχ. Δέφνερ της Φιλοσοφικής.

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/174.gif&w=600&h=915

Εν πάση περιπτώσει, η γενική αίσθηση των υφηγητών αλλά και αρκετών καθηγητών ήταν ότι η μετάβαση από την υφηγεσία στην καθηγεσία δεν λειτούργησε ομαλά και ότι αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο θεσμός της υφηγεσίας δεν έδωσε τους αναμενόμενους καρπούς : να γίνει, δηλαδή, «κέντρον αμίλλης και άθλον επίζηλον της βαθείας μαθήσεως και της φιλοπονίας»68 και εν τέλει το φυτώριο που θα συνέβαλλε στην ανανέωση του καθηγητικού προσωπικού. «Παρ' ημίν το φυτώριον τούτο εμαράνθη πριν ακμάση», τονίζει επιγραμματικά το 1873 ο Κων. Παπαρρηγόπουλος, ενώ συγχρόνως απαριθμεί και τα αίτια της «αποτυχίας» του θεσμού: «οι καθηγηταί δεν προχειρίζονται πάντοτε εκ των υφηγητών, οι δε φοιτηταί, όντες υπόχρεοι να

ακροώνται των πολλών μαθημάτων των παραδιδομένων υπό των καθηγητών, οίτινες μόνοι δικαιούνται να εκδίδωσιν αποδείξεις ακροάσεων, σπανίως προσέρχονται εις τους υφηγητάς, ώστε οι επίκουροι ούτοι της καθηγεσίας, βλέποντες εαυτούς μεν ενίοτε παραγκωνιζομένους, τα δε ακροατήρια αυτών πάντοτε αραιούμενα, διακόπτουσι τας παραδόσεις αυτών η και όλως παραιτούνται»69. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Α. Χρηστομάνος, τοποθετώντας σε ευρύτερη βάση το ζήτημα, θα αποδώσει τη δυσλειτουργία του θεσμού της υφηγεσίας στο ότι μεταφέρθηκε στο ελληνικό Πανεπιστήμιο από τη Γερμανία μεμονωμένα, «άνευ των παρομαρτούντων και αδιασπάστως συνδεομένων» μ' αυτόν στοιχείων, τα οποία εξασφάλιζαν εκεί την καλή λειτουργία του70.

Η κριτική του θεσμού της υφηγεσίας μπορεί να μην είναι αβάσιμη, από την

άλλη μεριά όμως δεν πρέπει να οδηγήσει στην παραγνώριση της σημαντικής προσφοράς των υφηγητών στο Πανεπιστήμιο. Πραγματικά, οι υφηγητές κάλυψαν με τις παραδόσεις τους, μόνιμα η περιστασιακά, ένα μεγάλο μέρος της διδασκαλίας στις διάφορες σχολές, που δεν ήταν σε θέση να καλύψει το ολιγάριθμο καθηγητικό προσωπικό, ενώ αρκετοί ήταν εκείνοι που εισήγαγαν νέα

επιστημονικά αντικείμενα71, συμβάλλοντας στην ανανέωση της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και προάγοντας τον πλουραλισμό.

68. Α. Αναγνωστάκης, Λόγος, 1879, σ. 10.

69. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 14-15.

70. Α. Χρηστομάνος, Λόγοι, 1898, σ. 73.

71. Σημειώνω για παράδειγμα, από τη Φιλοσοφική Σχολή, τα μαθήματα: ιστορία της νεότερης φιλολογίας (Ιω. Περβανόγλου), συγκριτική γραμματική (Μιχ. Δέφνερ), παλαιογραφία (Σπ. Λάμπρος), γλωσσολογία (Γ. Χατζιδάκις), ελληνική μυθολογία (Ν. Πολίτης), παιδαγωγική (Δ. Ζαγγογιάννης).

Σελ. 174
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/175.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ

Σε όλον τον 19ο αιώνα οι μαθητές που ολοκλήρωναν τις γυμνασιακές σπουδές τους μπορούσαν να εγγράφονται χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Το

απολυτήριο Γυμνασίου ή άλλου ισότιμου μ' αυτό εκπαιδευτικού ιδρύματος

αποτελούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την εισαγωγή τους στις διάφορες σχολές, με εξαίρεση το Φαρμακευτικό Σχολείο, του οποίου οι φοιτητές, όπως

έχουμε πει, υποβάλλονταν σε ένα είδος εισαγωγικών εξετάσεων, λόγω του πρακτικού χαρακτήρα που είχε το σχολείο αυτό. Η εισαγωγή χωρίς εξετάσεις ήταν μια πρακτική την οποία ακολουθούσαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, θεωρώντας ότι το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης ήταν ένα επαρκές τεκμήριο της δυνατότητας των μαθητών να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα. Το θέμα των εισιτήριων εξετάσεων θα αρ

χίσει να απασχολεί το υπουργείο Παιδείας και την πανεπιστημιακή κοινότητα κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά η εισαγωγή τους θα γίνει πολύ

αργότερα.

Το απολυτήριο Γυμνασίου, λοιπόν, ήταν για μακρό χρονικό διάστημα το εισιτήριο που εξασφάλιζε στους κατόχους του την είσοδο στην ανώτερη

εκπαίδευση. Αλλά και η προϋπόθεση αυτή δεν ίσχυσε από την αρχή της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ούτε για το σύνολο των φοιτητών. Έτσι, αν διεξέλθει κανείς το Μητρώο φοιτητών1, θα διαπιστώσει ότι στις πρώτες δεκαετίες αρκετοί φοιτητές είχαν εγγραφεί χωρίς απολυτήριο. Το φαινόμενο αυτό ήταν συγκυριακό. Για να λειτουργήσει το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ένα επαρκές φοιτητικό ακροατήριο, το οποίο δεν υπήρχε ακόμη, αφού τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους ήταν λίγα και ο αριθμός των μαθητών που διέθεταν απολυτήριο μικρός. Αυτό υποχρέωσε το υπουργείο Παιδείας να παρακάμψει το γράμμα του Κανονισμού και να επιτρέψει την εγγραφή στο Πανε-

1. Βλ. εδώ, σ. 300 κ.εξ.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/176.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο και μαθητών χωρίς απολυτήριο. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1837 αποφασίστηκε, μετά από σχετικό αίτημα της πρυτανείας, να γίνουν δεκτοί στο Πανεπιστήμιο κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος όχι μόνο όσοι είχαν απολυτήριο Γυμνασίου, αλλά και «όσοι εξετασθούν από επιτροπήν τινα καθηγητών του Πανεπιστημίου (...) και ευρεθούν ικανώς προκατηρτισμένοι διά να ακολουθήσουν Πανεπιστημίου μαθήματα». Δίνεται επίσης η εντολή στην πρυτανεία να εγγράψει χωρίς εξετάσεις και όσους κρίνει ικανούς για το Πανεπιστήμιο, έχοντας συγχρόνως «και την περί κατατάξεως αυτών συγκατάθεσιν των καθηγητών παρ' οις θέλουσι μαθητεύση»2. Με βάση την έκτακτη αυτή απόφαση γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο κατά το πρώτο ακαδημαϊκό έτος αρκετοί μαθητές που δεν είχαν τα τυπικά προσόντα. Η πρακτική των διευκολύνσεων που εγκαινίασε η απόφαση αυτή αποτέλεσε ένα προηγούμενο, που ωθούσε αρκετούς μαθητές του Γυμνασίου και στα επόμενα χρόνια να κάνουν αίτηση εγγραφής στο Πανεπιστήμιο πριν ακόμη πάρουν το απολυτήριο3.

Μια δεύτερη κατηγορία μαθητών τους οποίους το Πανεπιστήμιο δεχόταν χωρίς απολυτήριο, αλλά μετά από εξετάσεις, ήταν οι λεγόμενοι «αλλοδαποί»: οι ομογενείς, δηλαδή, και οι ξένοι. Οι ομογενείς μαθητές, προερχόμενοι στην πλειονότητά τους από περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και από τα

αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, δεν είχαν τις τυπικές προϋποθέσεις εγγραφής στο Πανεπιστήμιο, αφού τα σχολεία στα οποία είχαν φοιτήσει δεν θεωρούνταν Ισότιμα προς τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους και, κατά συνέπεια, ούτε και τα απολυτήρια που τους χορηγούσαν. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να συστήσει μια ειδική Εξεταστική Επιτροπή για τους αλλοδαπούς μαθητές, αποτελούμενη κυρίως από καθηγητές της Φιλοσοφικής, η οποία θα έκρινε αν οι μαθητές αυτοί είχαν την απαραίτητη εγκύκλια παιδεία για να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο4.

Η σύσταση της Εξεταστικής Επιτροπής ήταν βέβαια μια πράξη ανάγκης. Παράλληλα όμως εξυπηρετούσε και άλλους σκοπούς, που βρίσκονταν σε συνάφεια με τις διακηρύξεις για τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου. Με τη σύσταση της Επιτροπής, δηλαδή, γινόταν πράξη η ιδέα ότι το Πανεπιστήμιο δεν

απευθυνόταν μόνο στους κατοίκους του ελληνικού κράτους αλλά σε όλη την

2. Η απόφαση αυτή του υπουργείου Παιδείας δημοσιεύεται από τον Πανταζίδη, Χρονικόν, σ. 29-30, σημ. Πβ. Γ. Ράλλης, Λόγος, 1842, σ. 4.

3. Π.Σ., 10 Απρ. 1839,14 Οκτ. 1839,17 Οκτ. 1840,9 Οκτ. 1844. Αιτήσεις φοιτητών που ζητούν να εγγραφούν πριν πάρουν απολυτήριο Γυμνασίου απασχολούν τη Σύγκλητο και στα επόμενα χρόνια.

4. Βλ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 32 και Ν. Κωστής, Λόγος, 1842, σ. 3.

Σελ. 176
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/177.gif&w=600&h=915

Ανατολή και ότι οφείλε να προσελκύσει τους ομογενείς μαθητές, έτσι ώστε να γίνει ο σύνδεσμος ανάμεσα στον ελεύθερο και τον αλύτρωτο ελληνισμό. «Το Πανεπιστήμιον», θα υποστηρίξει το 1849 στη Σύγκλητο ένας καθηγητής, «είναι το μόνον αντικείμενον το οποίον συνδέει ημάς μετά των εκτός της ελευθέρας Ελλάδος ομογενών. Επομένως δεν συμφέρει κατ' ουδένα λόγον το να φέρωμεν δυσκολίας περί την εγγραφήν αυτών»5. Η διευκόλυνση όμως των ομογενών είχε και έναν άλλο σκοπό : να τους απομακρύνει από τα Πανεπιστήμια της «εσπερίας Ευρώπης», όπου θα πήγαιναν να σπουδάσουν αν δεν τους δεχόταν το ελληνικό Πανεπιστήμιο6. Από κάθε άποψη, λοιπόν, το Πανεπιστήμιο

έπρεπε να είναι ανοιχτό στους ομογενείς μαθητές και να τους προσφέρει κάθε δυνατή διευκόλυνση. Και πραγματικά μ' αυτό το πνεύμα λειτούργησε η Εξεταστική Επιτροπή. Οι καθηγητές που την αποτελούσαν, λαμβάνοντας υπόψη τους τις παραπάνω σκοπιμότητες, αλλά και την «ατέλειαν των εν τη Τουρκία Σχολείων» και το ότι οι ομογενείς δεν είχαν πάντοτε τα οικονομικά μέσα για να σπουδάσουν, ήταν εξαιρετικά επιεικείς στις εξετάσεις7.

Η ευνοϊκή μεταχείριση των αλλοδαπών ήταν γενικά αποδεκτή στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου. Από το 1850 όμως και ύστερα αρχίζουν να διατυπώνονται παράπονα και επικρίσεις τόσο εναντίον του συστήματος εισαγωγής των αλλοδαπών όσο και εναντίον της Εξεταστικής Επιτροπής. Η κριτική

επικεντρώνεται σε δύο κυρίως σημεία: πρώτον στην επιείκεια της Επιτροπής, που επέτρεπε να εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο «φοιτηταί όλως αστοιχείωτοι περί τα εγκύκλια μαθήματα» και δεύτερον στην άνιση μεταχείριση που υφίσταντο οι ημεδαποί μαθητές, όντας υποχρεωμένοι, σε αντίθεση με τους ομογενείς, να έχουν ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές τους8. Υπήρχαν επίσης καταγγελίες ότι οι μαθητές που προσέρχονταν στην Εξεταστική Επιτροπή δεν ήταν πάντοτε ομογενείς ή φοιτούσαν σε Γυμνάσια του ελληνικού κράτους9. Οι αιτιάσεις αυτές δημιούργησαν ένα αρνητικό κλίμα και η Σύγκλητος επιχείρησε, κάτω και από την πίεση του υπουργείου Παιδείας, να

5. Π.Σ.,22 Οκτ. 1849.

6. Π.Σ., 1 Οκτ. 1857. Πβ. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου και της τύχης των εν Ελλάδι διδασκόντων κρίσεις τινές, Αθήνα 1860, σ. 47.

7. Στο ίδιο.

8. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 74. Πβ. Δ. Σ. Στρούμπος, Το μέλλον ήτοι περί Ανατροφής και παιδεύσεως, Αθήνα 1855, σ. 63-66 και Β. Οικονομίδης-Α. Πάλλης, Λόγοι, 1860, σ. 5-6.

9. Με αφορμή τις καταγγελίες αυτές το υπουργείο Παιδείας θα συστήσει τον Αύγουστο του 1853 στα μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής «να μη δέχωνται εις δοκιμασίαν ή μόνον τους αληθώς εκ της αλλοδαπής φθάνοντας». Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 90.

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/178.gif&w=600&h=915

λάβει κάποια διορθωτικά μέτρα. Συνέστησε στην Εξεταστική Επιτροπή να είναι αυστηρότερη και αποφάσισε οι μαθητές που θα προσέρχονταν στις εξετάσεις να καταβάλλουν ένα χρηματικό ποσόν. Στην προσπάθειά της μάλιστα να δώσει θεσμικό χαρακτήρα στα μέτρα αυτά, συγκρότησε το 1860 μια επιτροπή για τη σύνταξη Κανονισμού, με βάση τον οποίο θα εξετάζονταν στο

εξής οι ομογενείς10. Ο Κανονισμός αυτός όριζε τα εξεταστέα μαθήματα και

έθετε ορισμένες προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις. Αν ήταν μαθητές σε ελληνικό Γυμνάσιο έπρεπε να αποπερατώσουν κανονικά τις σπουδές τους, ενώ αν για κάποιους λόγους τις διέκοπταν και ήθελαν αργότερα να

εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο έπρεπε να υποβληθούν προηγουμένως σε εξετάσεις όπως και οι άλλοι αλλοδαποί. Χωρίς εξετάσεις μπορούσαν να εγγραφούν μόνο όσοι είχαν απολυτήριο από τα Γυμνάσια της Χάλκης, των Ιωαννίνων, της Κέρκυρας και της Ζακύνθου. Προβλεπόταν, τέλος, ότι οι προσερχόμενοι στις εξετάσεις θα πλήρωναν ως δικαίωμα συμμετοχής το ποσόν των 20 δρχ.11

Ο Κανονισμός αυτός δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί. Δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1863, η Προσωρινή Κυβέρνηση που δημιουργήθηκε μετά την έξωση του Όθωνα κατάργησε την Εξεταστική Επιτροπή12, εξισώνοντας ως προς τις προϋποθέσεις εγγραφής το σύνολο των φοιτητών. Η δικαιολογία που προβάλλεται στη σχετική απόφαση της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ότι οι λόγοι που προκάλεσαν τη σύσταση της Εξεταστικής Επιτροπής δεν υφίστανται πλέον, και τούτο γιατί όλα σχεδόν τα «εν τη αλλοδαπή Ελληνικά Εκπαιδευτήρια» έχουν αναγνωριστεί από τη Σύγκλητο ως Ισότιμα προς τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους· μπορούσαν επομένως οι ομογενείς φοιτητές να παίρνουν απ' αυτά απολυτήριο για την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο.

Πραγματικά, στα χρόνια πριν από το 1863 είχαν αναγνωριστεί, άμεσα ή

έμμεσα, αρκετά εκπαιδευτήρια του εξωτερικού13. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν η

10. Για τα παραπάνω μέτρα βλ. Π.Σ., 1 Οκτ. 1857,10 Οκτ. 1857,15 Οκτ. 1860,14 Απρ. 1861.

11. Π.Σ., 15 Μαΐου 1861.

12. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 145-146.

13. Βασική προϋπόθεση για την αναγνώριση των Γυμνασίων της αλλοδαπής ήταν η προσαρμογή του διδακτικού τους προγράμματος σ' αυτό των ελληνικών Γυμνασίων. Το 1874 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου γνωστοποιεί στα Γυμνάσια του εξωτερικού ότι για να έχουν ισχύ απολυτηρίου τα ενδεικτικά που εκδίδουν πρέπει : α) να διδάσκονται σ' αυτά τα ίδια μαθήματα με εκείνα των ελληνικών Γυμνασίων και να έχουν τρεις τουλάχιστο πτυχιούχους καθηγητές, β) να κοινοποιούν κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο τα

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/179.gif&w=600&h=915

Μεγάλη του Γένους Σχολή, οι Θεολογικές Σχολές της Χάλκης και των Ιεροσολύμων, η Ζωσιμαία των Ιωαννίνων, η Ευαγγελική της Σμύρνης κ.ά.14 Ο

αριθμός των εκπαιδευτηρίων αυτών δεν ήταν μικρός : τόσα περίπου ήταν και τα Γυμνάσια που λειτουργούσαν την ίδια εποχή στην Ελλάδα. Αν λάβουμε υπόψη όμως τη μεγάλη γεωγραφική διασπορά του έξω ελληνισμού και το γεγονός ότι τα αναγνωρισμένα εκπαιδευτήρια ήταν συγκεντρωμένα σε ορισμένα μόνο αστικά κέντρα, συμπεραίνουμε ότι αυτά δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν τις υπάρχουσες ανάγκες. Περιοχές, για παράδειγμα, όπως η Μακεδονία και η Κρήτη δεν είχαν κανένα αναγνωρισμένο Γυμνάσιο, πράγμα που υποχρέωνε τους μαθητές που ήθελαν και μπορούσαν να σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο να μεταβούν σε άλλα μακρινά εκπαιδευτήρια η Γυμνάσια του ελληνικού κράτους. Ο ισχυρισμός, επομένως, ότι με την αναγνώριση ορισμένων σχολείων του εξωτερικού άλλαξε η κατάσταση και ότι δεν είχε πλέον λόγο υπάρξεως η Εξεταστική Επιτροπή, δεν είναι ακριβής. Εκείνο που είχε αρχίσει να αλλάζει πραγματικά ήταν ο τρόπος με τον οποίο το Πανεπιστήμιο αντιμετώπιζε το πρόβλημα.

Η ευνοϊκή μεταχείριση των αλλοδαπών στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου εξυπηρετούσε, όπως είπαμε, κυρίως εθνικές σκοπιμότητες. Βέβαια, οι πανεπιστημιακές αρχές και το ελληνικό κράτος δεν έπαψαν σε όλο τον 19ο αιώνα να βλέπουν με συμπάθεια την προσέλευση των αλλοδαπών στο Πανεπιστήμιο και να στηρίζουν σ αυτούς πολλές ελπίδες για την ενίσχυση της

εθνικής ιδέας στο εξωτερικό. Στο μεταξύ όμως είχαν αλλάξει κάποια πράγματα

προγράμματα μαθημάτων και γ) να μη δέχονται σε απολυτήριες εξετάσεις μαθητές από τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους. Βλ. Λόγος εκφωνηθείς τη λ' Νοεμβρίου 1875 ήμερα της επισήμου εγκαθιδρύσεως των νέων αρχών του Εθνικού Πανεπιστημίου περί των κατά την πρυτανείαν του ακαδημαϊκού έτους 1874-5 πεπραγμένων, Αθήνα 1876, σ. 6-7. Βλ. και σχετικό έγγραφο του πρύτανη Κ. Ασώπιου (1862) προς την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης στο βιβλίο του Μ. Παρανίκα, Ιστορία της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, Αθήνα 1885, σ. 65-66. Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι το Πανεπιστήμιο στο πλαίσιο της στρατηγικής του για τη διευκόλυνση των αλλοδαπών φοιτητών δεχόταν και μαθητές με απολυτήριο Γυμνασίων τα οποία δεν ήταν επίσημα αναγνωρισμένα, όταν θεωρούσε ότι αυτά εκπλήρωναν κάποιες από τις παραπάνω προϋποθέσεις.

14. Κατάλογος των αναγνωρισμένων Γυμνασίων της αλλοδαπής ως το 1885 δημοσιεύεται στο Αρ. Βαμπάς, Οι νόμοι του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1885, σ. 193. Για

αναγνωρίσεις Γυμνασίων στα επόμενα χρόνια βλ. Παρίσης, Συλλογή, τ. Γ', σ. 152" Νικόλαος Σταυράκης, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης..., Αθήνα 1890, σ. 201, σημ. 1· Κ. Ζανθοπουλίδης, Οδηγός των φοιτητών του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1902, σ. 52· Νικ. Γ. Ιγγλέσης, Οδηγός της Ελλάδος 1915, περίοδος Δ', τ. Α', [Αθήνα χ.χ.], σ. 191-192. Πίνακα των αναγνωρισμένων Γυμνασίων βλ. εδώ, σ. 350.

Σελ. 179
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 160
    

    ΚΑΘΗΓΗΤΙΚΕΣ ΕΔΡΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

    Ο Κανονισμός του 1837 δεν πρόβλεπε τον αριθμό των «καθεδρών» που θα είχε κάθε σχολή, παραπέμποντας το θέμα αυτό σε μελλοντική ρύθμιση (άρθρο 4). Η σχετική ρύθμιση όμως καθυστέρησε πολύ να γίνει, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια ασάφεια και ρευστότητα γύρω από το θέμα αυτό. Η μόνη βάση που υπήρχε για τον προσδιορισμό των εδρών ήταν το διάταγμα του 1837 που

    αφορούσε τον διορισμό των πρώτων 34 καθηγητών και στο οποίο ορίζονταν, αν και όχι για όλους, τα αντικείμενα διδασκαλίας. Τα αντικείμενα αυτά θεωρήθηκε ότι καθόριζαν γενικά και τον αριθμό των εδρών και ότι αυτός έπρεπε να αντιστοιχεί με τον αριθμό των καθηγητών. Με βάση την εξίσωση αυτή οι έδρες/καθηγητές δεν ξεπέρασαν ως τα μέσα του αιώνα τις 34. Ο αριθμός τους θα αρχίσει να αυξάνεται, αλλά με αργό ρυθμό, στο δεύτερο μισό του αιώνα: 36 το 1850, 50 το 1863,53 το 1870, 55 το 1900 (Πίν. 2).

    Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός του αριθμού των εδρών ήταν

    ένα θέμα που αφορούσε κατ' εξοχήν τον κρατικό προϋπολογισμό : «οι ετήσιοι προϋπολογισμοί αποτελούσι την μόνην υπάρχουσαν νομοθετικήν διάταξιν, την κανονίζουσαν τον αριθμόν των εδρών»33. Πραγματικά, ένα από τα θέματα στις συζητήσεις της Βουλής για τον προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας ήταν ο

    αριθμός των εδρών34. Εκεί αποφασιζόταν, συχνά μέσα σε ένα κλίμα αντιπαραθέσεων -από τις οποίες δεν έλειπαν και οι γραφικότητες35-, αν και ποιες έδρες

    έπρεπε να δημιουργηθούν, ποιές να συγχωνευθούν και ποιές ενδεχομένως να καταργηθούν. Είναι ευνόητο ότι οι σχετικές αποφάσεις δεν λαμβάνονταν με γνώμονα μόνο τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους και τις ανάγκες του Πανεπιστημίου: η δημιουργία η κατάργηση μιας έδρας μπορούσε να είναι απλώς

    ένας εύσχημος τρόπος για τον διορισμό η την απόλυση κάποιων καθηγητών.

    33. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 188. Το ίδιο γράφει και ο Αρ. Βαμπάς (Νόμοι, σ. 29) το 1885: «Μέχρι τούδε ουδέ ο αριθμός των εδρών, ουδέ ο αριθμός των καθηγητών εκάστης σχολής ωρίσθησαν, αλλ' ο ετήσιος προϋπολογισμός του κράτους κανονίζει τα περί τούτων».

    34. Βλ. ενδεικτικά Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Οκτώβριος 1845, σ. 2550 κ.εξ. και Ιούνιος 1850, σ. 324 κ.εξ., καθώς και Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, β' εκδ., τ. Ε', Αθήνα 1875, σ. 326 κ.εξ.

    35. Στη συζήτηση για την τύχη της έδρας της ιατρικής χημείας, τον Οκτώβριο του 1845,0 βουλευτής Κριεζώτης διαφωνεί με τον αντιπρόσωπο του Πανεπιστημίου Φ. Ιωάννου, που υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητη η έδρα: «Για τον σπόρο δεν εμίλησες και για τη χημεία και την μοιχεία μίλησες; Αυτή η χημεία μας έχει εδώ τόσαις μέραις, με

    εσκότησες, θα μας φάγη αυτή η χημεία! Πολλαίς αμαρτίαις είχ' αυτό το έχνος» (εφ. Αιών, αρ. 662,6 Οκτ. 1845).