Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 175-194 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/175.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ

Σε όλον τον 19ο αιώνα οι μαθητές που ολοκλήρωναν τις γυμνασιακές σπουδές τους μπορούσαν να εγγράφονται χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Το

απολυτήριο Γυμνασίου ή άλλου ισότιμου μ' αυτό εκπαιδευτικού ιδρύματος

αποτελούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την εισαγωγή τους στις διάφορες σχολές, με εξαίρεση το Φαρμακευτικό Σχολείο, του οποίου οι φοιτητές, όπως

έχουμε πει, υποβάλλονταν σε ένα είδος εισαγωγικών εξετάσεων, λόγω του πρακτικού χαρακτήρα που είχε το σχολείο αυτό. Η εισαγωγή χωρίς εξετάσεις ήταν μια πρακτική την οποία ακολουθούσαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, θεωρώντας ότι το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης ήταν ένα επαρκές τεκμήριο της δυνατότητας των μαθητών να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα. Το θέμα των εισιτήριων εξετάσεων θα αρ

χίσει να απασχολεί το υπουργείο Παιδείας και την πανεπιστημιακή κοινότητα κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά η εισαγωγή τους θα γίνει πολύ

αργότερα.

Το απολυτήριο Γυμνασίου, λοιπόν, ήταν για μακρό χρονικό διάστημα το εισιτήριο που εξασφάλιζε στους κατόχους του την είσοδο στην ανώτερη

εκπαίδευση. Αλλά και η προϋπόθεση αυτή δεν ίσχυσε από την αρχή της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ούτε για το σύνολο των φοιτητών. Έτσι, αν διεξέλθει κανείς το Μητρώο φοιτητών1, θα διαπιστώσει ότι στις πρώτες δεκαετίες αρκετοί φοιτητές είχαν εγγραφεί χωρίς απολυτήριο. Το φαινόμενο αυτό ήταν συγκυριακό. Για να λειτουργήσει το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ένα επαρκές φοιτητικό ακροατήριο, το οποίο δεν υπήρχε ακόμη, αφού τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους ήταν λίγα και ο αριθμός των μαθητών που διέθεταν απολυτήριο μικρός. Αυτό υποχρέωσε το υπουργείο Παιδείας να παρακάμψει το γράμμα του Κανονισμού και να επιτρέψει την εγγραφή στο Πανε-

1. Βλ. εδώ, σ. 300 κ.εξ.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/176.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο και μαθητών χωρίς απολυτήριο. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1837 αποφασίστηκε, μετά από σχετικό αίτημα της πρυτανείας, να γίνουν δεκτοί στο Πανεπιστήμιο κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος όχι μόνο όσοι είχαν απολυτήριο Γυμνασίου, αλλά και «όσοι εξετασθούν από επιτροπήν τινα καθηγητών του Πανεπιστημίου (...) και ευρεθούν ικανώς προκατηρτισμένοι διά να ακολουθήσουν Πανεπιστημίου μαθήματα». Δίνεται επίσης η εντολή στην πρυτανεία να εγγράψει χωρίς εξετάσεις και όσους κρίνει ικανούς για το Πανεπιστήμιο, έχοντας συγχρόνως «και την περί κατατάξεως αυτών συγκατάθεσιν των καθηγητών παρ' οις θέλουσι μαθητεύση»2. Με βάση την έκτακτη αυτή απόφαση γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο κατά το πρώτο ακαδημαϊκό έτος αρκετοί μαθητές που δεν είχαν τα τυπικά προσόντα. Η πρακτική των διευκολύνσεων που εγκαινίασε η απόφαση αυτή αποτέλεσε ένα προηγούμενο, που ωθούσε αρκετούς μαθητές του Γυμνασίου και στα επόμενα χρόνια να κάνουν αίτηση εγγραφής στο Πανεπιστήμιο πριν ακόμη πάρουν το απολυτήριο3.

Μια δεύτερη κατηγορία μαθητών τους οποίους το Πανεπιστήμιο δεχόταν χωρίς απολυτήριο, αλλά μετά από εξετάσεις, ήταν οι λεγόμενοι «αλλοδαποί»: οι ομογενείς, δηλαδή, και οι ξένοι. Οι ομογενείς μαθητές, προερχόμενοι στην πλειονότητά τους από περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και από τα

αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, δεν είχαν τις τυπικές προϋποθέσεις εγγραφής στο Πανεπιστήμιο, αφού τα σχολεία στα οποία είχαν φοιτήσει δεν θεωρούνταν Ισότιμα προς τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους και, κατά συνέπεια, ούτε και τα απολυτήρια που τους χορηγούσαν. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να συστήσει μια ειδική Εξεταστική Επιτροπή για τους αλλοδαπούς μαθητές, αποτελούμενη κυρίως από καθηγητές της Φιλοσοφικής, η οποία θα έκρινε αν οι μαθητές αυτοί είχαν την απαραίτητη εγκύκλια παιδεία για να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο4.

Η σύσταση της Εξεταστικής Επιτροπής ήταν βέβαια μια πράξη ανάγκης. Παράλληλα όμως εξυπηρετούσε και άλλους σκοπούς, που βρίσκονταν σε συνάφεια με τις διακηρύξεις για τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου. Με τη σύσταση της Επιτροπής, δηλαδή, γινόταν πράξη η ιδέα ότι το Πανεπιστήμιο δεν

απευθυνόταν μόνο στους κατοίκους του ελληνικού κράτους αλλά σε όλη την

2. Η απόφαση αυτή του υπουργείου Παιδείας δημοσιεύεται από τον Πανταζίδη, Χρονικόν, σ. 29-30, σημ. Πβ. Γ. Ράλλης, Λόγος, 1842, σ. 4.

3. Π.Σ., 10 Απρ. 1839,14 Οκτ. 1839,17 Οκτ. 1840,9 Οκτ. 1844. Αιτήσεις φοιτητών που ζητούν να εγγραφούν πριν πάρουν απολυτήριο Γυμνασίου απασχολούν τη Σύγκλητο και στα επόμενα χρόνια.

4. Βλ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 32 και Ν. Κωστής, Λόγος, 1842, σ. 3.

Σελ. 176
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/177.gif&w=600&h=915

Ανατολή και ότι οφείλε να προσελκύσει τους ομογενείς μαθητές, έτσι ώστε να γίνει ο σύνδεσμος ανάμεσα στον ελεύθερο και τον αλύτρωτο ελληνισμό. «Το Πανεπιστήμιον», θα υποστηρίξει το 1849 στη Σύγκλητο ένας καθηγητής, «είναι το μόνον αντικείμενον το οποίον συνδέει ημάς μετά των εκτός της ελευθέρας Ελλάδος ομογενών. Επομένως δεν συμφέρει κατ' ουδένα λόγον το να φέρωμεν δυσκολίας περί την εγγραφήν αυτών»5. Η διευκόλυνση όμως των ομογενών είχε και έναν άλλο σκοπό : να τους απομακρύνει από τα Πανεπιστήμια της «εσπερίας Ευρώπης», όπου θα πήγαιναν να σπουδάσουν αν δεν τους δεχόταν το ελληνικό Πανεπιστήμιο6. Από κάθε άποψη, λοιπόν, το Πανεπιστήμιο

έπρεπε να είναι ανοιχτό στους ομογενείς μαθητές και να τους προσφέρει κάθε δυνατή διευκόλυνση. Και πραγματικά μ' αυτό το πνεύμα λειτούργησε η Εξεταστική Επιτροπή. Οι καθηγητές που την αποτελούσαν, λαμβάνοντας υπόψη τους τις παραπάνω σκοπιμότητες, αλλά και την «ατέλειαν των εν τη Τουρκία Σχολείων» και το ότι οι ομογενείς δεν είχαν πάντοτε τα οικονομικά μέσα για να σπουδάσουν, ήταν εξαιρετικά επιεικείς στις εξετάσεις7.

Η ευνοϊκή μεταχείριση των αλλοδαπών ήταν γενικά αποδεκτή στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου. Από το 1850 όμως και ύστερα αρχίζουν να διατυπώνονται παράπονα και επικρίσεις τόσο εναντίον του συστήματος εισαγωγής των αλλοδαπών όσο και εναντίον της Εξεταστικής Επιτροπής. Η κριτική

επικεντρώνεται σε δύο κυρίως σημεία: πρώτον στην επιείκεια της Επιτροπής, που επέτρεπε να εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο «φοιτηταί όλως αστοιχείωτοι περί τα εγκύκλια μαθήματα» και δεύτερον στην άνιση μεταχείριση που υφίσταντο οι ημεδαποί μαθητές, όντας υποχρεωμένοι, σε αντίθεση με τους ομογενείς, να έχουν ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές τους8. Υπήρχαν επίσης καταγγελίες ότι οι μαθητές που προσέρχονταν στην Εξεταστική Επιτροπή δεν ήταν πάντοτε ομογενείς ή φοιτούσαν σε Γυμνάσια του ελληνικού κράτους9. Οι αιτιάσεις αυτές δημιούργησαν ένα αρνητικό κλίμα και η Σύγκλητος επιχείρησε, κάτω και από την πίεση του υπουργείου Παιδείας, να

5. Π.Σ.,22 Οκτ. 1849.

6. Π.Σ., 1 Οκτ. 1857. Πβ. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου και της τύχης των εν Ελλάδι διδασκόντων κρίσεις τινές, Αθήνα 1860, σ. 47.

7. Στο ίδιο.

8. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 74. Πβ. Δ. Σ. Στρούμπος, Το μέλλον ήτοι περί Ανατροφής και παιδεύσεως, Αθήνα 1855, σ. 63-66 και Β. Οικονομίδης-Α. Πάλλης, Λόγοι, 1860, σ. 5-6.

9. Με αφορμή τις καταγγελίες αυτές το υπουργείο Παιδείας θα συστήσει τον Αύγουστο του 1853 στα μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής «να μη δέχωνται εις δοκιμασίαν ή μόνον τους αληθώς εκ της αλλοδαπής φθάνοντας». Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 90.

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/178.gif&w=600&h=915

λάβει κάποια διορθωτικά μέτρα. Συνέστησε στην Εξεταστική Επιτροπή να είναι αυστηρότερη και αποφάσισε οι μαθητές που θα προσέρχονταν στις εξετάσεις να καταβάλλουν ένα χρηματικό ποσόν. Στην προσπάθειά της μάλιστα να δώσει θεσμικό χαρακτήρα στα μέτρα αυτά, συγκρότησε το 1860 μια επιτροπή για τη σύνταξη Κανονισμού, με βάση τον οποίο θα εξετάζονταν στο

εξής οι ομογενείς10. Ο Κανονισμός αυτός όριζε τα εξεταστέα μαθήματα και

έθετε ορισμένες προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις. Αν ήταν μαθητές σε ελληνικό Γυμνάσιο έπρεπε να αποπερατώσουν κανονικά τις σπουδές τους, ενώ αν για κάποιους λόγους τις διέκοπταν και ήθελαν αργότερα να

εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο έπρεπε να υποβληθούν προηγουμένως σε εξετάσεις όπως και οι άλλοι αλλοδαποί. Χωρίς εξετάσεις μπορούσαν να εγγραφούν μόνο όσοι είχαν απολυτήριο από τα Γυμνάσια της Χάλκης, των Ιωαννίνων, της Κέρκυρας και της Ζακύνθου. Προβλεπόταν, τέλος, ότι οι προσερχόμενοι στις εξετάσεις θα πλήρωναν ως δικαίωμα συμμετοχής το ποσόν των 20 δρχ.11

Ο Κανονισμός αυτός δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί. Δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1863, η Προσωρινή Κυβέρνηση που δημιουργήθηκε μετά την έξωση του Όθωνα κατάργησε την Εξεταστική Επιτροπή12, εξισώνοντας ως προς τις προϋποθέσεις εγγραφής το σύνολο των φοιτητών. Η δικαιολογία που προβάλλεται στη σχετική απόφαση της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ότι οι λόγοι που προκάλεσαν τη σύσταση της Εξεταστικής Επιτροπής δεν υφίστανται πλέον, και τούτο γιατί όλα σχεδόν τα «εν τη αλλοδαπή Ελληνικά Εκπαιδευτήρια» έχουν αναγνωριστεί από τη Σύγκλητο ως Ισότιμα προς τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους· μπορούσαν επομένως οι ομογενείς φοιτητές να παίρνουν απ' αυτά απολυτήριο για την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο.

Πραγματικά, στα χρόνια πριν από το 1863 είχαν αναγνωριστεί, άμεσα ή

έμμεσα, αρκετά εκπαιδευτήρια του εξωτερικού13. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν η

10. Για τα παραπάνω μέτρα βλ. Π.Σ., 1 Οκτ. 1857,10 Οκτ. 1857,15 Οκτ. 1860,14 Απρ. 1861.

11. Π.Σ., 15 Μαΐου 1861.

12. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 145-146.

13. Βασική προϋπόθεση για την αναγνώριση των Γυμνασίων της αλλοδαπής ήταν η προσαρμογή του διδακτικού τους προγράμματος σ' αυτό των ελληνικών Γυμνασίων. Το 1874 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου γνωστοποιεί στα Γυμνάσια του εξωτερικού ότι για να έχουν ισχύ απολυτηρίου τα ενδεικτικά που εκδίδουν πρέπει : α) να διδάσκονται σ' αυτά τα ίδια μαθήματα με εκείνα των ελληνικών Γυμνασίων και να έχουν τρεις τουλάχιστο πτυχιούχους καθηγητές, β) να κοινοποιούν κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο τα

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/179.gif&w=600&h=915

Μεγάλη του Γένους Σχολή, οι Θεολογικές Σχολές της Χάλκης και των Ιεροσολύμων, η Ζωσιμαία των Ιωαννίνων, η Ευαγγελική της Σμύρνης κ.ά.14 Ο

αριθμός των εκπαιδευτηρίων αυτών δεν ήταν μικρός : τόσα περίπου ήταν και τα Γυμνάσια που λειτουργούσαν την ίδια εποχή στην Ελλάδα. Αν λάβουμε υπόψη όμως τη μεγάλη γεωγραφική διασπορά του έξω ελληνισμού και το γεγονός ότι τα αναγνωρισμένα εκπαιδευτήρια ήταν συγκεντρωμένα σε ορισμένα μόνο αστικά κέντρα, συμπεραίνουμε ότι αυτά δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν τις υπάρχουσες ανάγκες. Περιοχές, για παράδειγμα, όπως η Μακεδονία και η Κρήτη δεν είχαν κανένα αναγνωρισμένο Γυμνάσιο, πράγμα που υποχρέωνε τους μαθητές που ήθελαν και μπορούσαν να σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο να μεταβούν σε άλλα μακρινά εκπαιδευτήρια η Γυμνάσια του ελληνικού κράτους. Ο ισχυρισμός, επομένως, ότι με την αναγνώριση ορισμένων σχολείων του εξωτερικού άλλαξε η κατάσταση και ότι δεν είχε πλέον λόγο υπάρξεως η Εξεταστική Επιτροπή, δεν είναι ακριβής. Εκείνο που είχε αρχίσει να αλλάζει πραγματικά ήταν ο τρόπος με τον οποίο το Πανεπιστήμιο αντιμετώπιζε το πρόβλημα.

Η ευνοϊκή μεταχείριση των αλλοδαπών στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου εξυπηρετούσε, όπως είπαμε, κυρίως εθνικές σκοπιμότητες. Βέβαια, οι πανεπιστημιακές αρχές και το ελληνικό κράτος δεν έπαψαν σε όλο τον 19ο αιώνα να βλέπουν με συμπάθεια την προσέλευση των αλλοδαπών στο Πανεπιστήμιο και να στηρίζουν σ αυτούς πολλές ελπίδες για την ενίσχυση της

εθνικής ιδέας στο εξωτερικό. Στο μεταξύ όμως είχαν αλλάξει κάποια πράγματα

προγράμματα μαθημάτων και γ) να μη δέχονται σε απολυτήριες εξετάσεις μαθητές από τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους. Βλ. Λόγος εκφωνηθείς τη λ' Νοεμβρίου 1875 ήμερα της επισήμου εγκαθιδρύσεως των νέων αρχών του Εθνικού Πανεπιστημίου περί των κατά την πρυτανείαν του ακαδημαϊκού έτους 1874-5 πεπραγμένων, Αθήνα 1876, σ. 6-7. Βλ. και σχετικό έγγραφο του πρύτανη Κ. Ασώπιου (1862) προς την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης στο βιβλίο του Μ. Παρανίκα, Ιστορία της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, Αθήνα 1885, σ. 65-66. Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι το Πανεπιστήμιο στο πλαίσιο της στρατηγικής του για τη διευκόλυνση των αλλοδαπών φοιτητών δεχόταν και μαθητές με απολυτήριο Γυμνασίων τα οποία δεν ήταν επίσημα αναγνωρισμένα, όταν θεωρούσε ότι αυτά εκπλήρωναν κάποιες από τις παραπάνω προϋποθέσεις.

14. Κατάλογος των αναγνωρισμένων Γυμνασίων της αλλοδαπής ως το 1885 δημοσιεύεται στο Αρ. Βαμπάς, Οι νόμοι του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1885, σ. 193. Για

αναγνωρίσεις Γυμνασίων στα επόμενα χρόνια βλ. Παρίσης, Συλλογή, τ. Γ', σ. 152" Νικόλαος Σταυράκης, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης..., Αθήνα 1890, σ. 201, σημ. 1· Κ. Ζανθοπουλίδης, Οδηγός των φοιτητών του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1902, σ. 52· Νικ. Γ. Ιγγλέσης, Οδηγός της Ελλάδος 1915, περίοδος Δ', τ. Α', [Αθήνα χ.χ.], σ. 191-192. Πίνακα των αναγνωρισμένων Γυμνασίων βλ. εδώ, σ. 350.

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/180.gif&w=600&h=915

ματα. Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα το Πανεπιστήμιο είχε πλέον παγιωθεί ως θεσμός, ο αριθμός των φοιτητών του παρουσίαζε χρόνο με το χρόνο μια σαφώς αυξητική τάση15, η οργάνωση των σπουδών και η εν γένει λειτουργία του έτεινε προς μια ορθολογικοποίηση και είχαν αυξηθεί οι απαιτήσεις του Πανεπιστημίου από τους φοιτητές. Οι παράγοντες αυτοί ήταν που οδήγησαν τελικά στην κατάργηση της Εξεταστικής Επιτροπής και την ενοποίηση των προϋποθέσεων εγγραφής στο Πανεπιστήμιο.

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΚΡΟΑΤΩΝ

Ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου (άρθρο 26) πρόβλεπε δύο κατηγορίες σπουδαστών: τους φοιτητές και τους ακροατές. Με βάση τη διάκριση αυτή, μπορούσαν να φοιτούν στο Πανεπιστήμιο όχι μόνο εκείνοι που είχαν τις τυπικές προϋποθέσεις εγγραφής αλλά και οποίοι άλλοι ενδιαφέρονταν να παρακολουθήσουν κάποια πανεπιστημιακά μαθήματα. Οι ακροατές δεν εγγράφονταν στο Μητρώο φοιτητών και είχαν περιορισμένα δικαιώματα. Όφειλαν όμως, όπως και οι κανονικοί φοιτητές, να πληρώνουν δίδακτρα για τα μαθήματα που ήθελαν να παρακολουθήσουν και μπορούσαν να ζητήσουν από τους

αρμόδιους καθηγητές πιστοποιητικό φοίτησης η να εξεταστούν στα μαθήματα που διδάχθηκαν και να πάρουν σχετικές αποδείξεις. Τα αποδεικτικά, κατά τον Κανονισμό, «αυτά μεν καθ' εαυτά ουδεμίαν εχουσιν ισχύν, αλλά συνοδεύοντα άλλα διπλώματα επαυξάνουν αυτών την αξίαν».

Εκτός από τους τακτικούς ακροατές υπήρχε και μια άλλη άτυπη κατηγορία, αυτή των περιστασιακών ακροατών. Πρόκειται για ανθρώπους διαφόρων κοινωνικών τάξεων, ηλικιών και επαγγελμάτων, οι οποίοι συνέρρεαν στις πανεπιστημιακές αίθουσες είτε από φιλομάθεια είτε από απλή περιέργεια, προκαλώντας κάποτε τη δυσφορία των καθηγητών16. Στην ίδια κατηγορία θα πρέπει, βέβαια, να συμπεριλάβουμε και αρκετούς ξένους η Έλληνες από διάφορες περιοχές, που έφταναν στην Αθήνα για να περιηγηθούν την πόλη και με την ευκαιρία αυτή έμπαιναν και στις αίθουσες παραδόσεων17.

15. Βλ. εδώ, σ. 308.

16. Τον Δεκέμβριο του 1839 ο σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής θα παραπονεθεί στη Σύγκλητο ότι η μεγάλη συρροή περιστασιακών ακροατών στις παραδόσεις ορισμένων καθηγητών εμποδίζει τους φοιτητές και τους τακτικούς ακροατές να παρακολουθούν τα μαθήματα και να κρατούν σημειώσεις (Π.Σ., 27 Δεκ. 1839).

1 7. Από το Πανεπιστήμιο ξεκινά την περιήγησή του ένας νέος που φτάνει στην Αθήνα το 1843. Περιεργάζεται και θαυμάζει το νεόκτιστο οικοδόμημα και παρακολουθεί

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/181.gif&w=600&h=915

Και οι τρεις αυτές κατηγορίες φοιτητών συνυπάρχουν στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου, δημιουργώντας ένα πολυποίκιλο ακροατήριο. Μια παραστατική εικόνα του μας δίνει ο καθηγητής της Φιλοσοφικής I. Πανταζίδης: «νεανίαι και παίδες πολλάκις εκ των εις το γυμνάσιον φοιτώντων, μεσήλικες και πολιότριχες, φουστανελλοφόροι και ευρωπαϊκώς ενδεδυμένοι, ρασοφόροι και τας πολυπτύχους νησιωτικάς περισκελίδας περιβεβλημένοι, πάντες ούτοι παρεκάθηντο ανεκτικώτατα επί των πανεπιστημιακών θρανίων»18. Η ποικιλομορφία αυτή του φοιτητικού ακροατηρίου είναι ενδεικτική της έλξης που

ασκούσε στους κατοίκους της Αθήνας το νεαρό Πανεπιστήμιο. Για τον κόσμο της μικρής πρωτεύουσας το Πανεπιστήμιο ήταν ένας οικείος χώρος, όπου ο καθένας μπορούσε να μπει στις αίθουσες διδασκαλίας για να δει και να ακούσει τους καθηγητές να διδάσκουν αλλά και να ικανοποιήσει τις περιέργειές του, παρακολουθώντας, για παράδειγμα, τα πειράματα της φυσικής η της χημείας.

Από τις δύο κατηγορίες των ακροατών η θεσμικά κατοχυρωμένη, των τακτικών ακροατών, λειτούργησε για λίγα μόνο χρόνια. Η παρουσία της όμως ήταν ιδιαίτερα αισθητή. Το 1837/38 παρακολούθησαν τα μαθήματα των διαφόρων σχολών μαζί με τους 52 φοιτητές και 75 τακτικοί ακροατές, οι οποίοι γράφτηκαν σε ειδικό βιβλίο της πρυτανείας. Ο αριθμός τους θα παραμείνει υψηλός και στα αμέσως επόμενα χρόνια, φτάνοντας το 1841 τους 133 σε σύνολο 159 φοιτητών19. Η σύνθεση του σώματος αυτού ήταν ποικίλη. Οι περισσότεροι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και παρακολουθούσαν κατά προτίμηση νομικά μαθήματα, όπως δείχνει η κατανομή τους κατά σχολές : 115 από τους 133

ακροατές του 1841 είχαν εγγραφεί στη Νομική, 15 στη Φιλοσοφική και 3 στην Ιατρική. Η μεγάλη προσέλευση των δημοσίων υπαλλήλων ερμηνεύεται γενικά ως αποτέλεσμα της επιθυμίας τους να μορφωθούν: «μην έχοντας την ευκαιρία κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας και αργότερα να αποκτήσουν τις απαραίτητες γενικές γνώσεις, προσπαθούν τώρα (...) να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, όσο τουλάχιστο τους το επιτρέπει η ηλικία τους και

θεί μαθήματα του Κ. Κοντογόνη, του Κ. Ασώπιου και του Φ. Ιωάννου. Βλ. Οδοιπορικό ν, η σύντομος περιγραφή τινών των εν Αθήναις νέων καταστημάτων και αρχαιοτήτων. Την 20 Απριλίου, 1843, χ.τ. και χ.χ.

18. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 30. Πβ. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 23 και Ιωάννης Α. Σούτσος, «Ίδρυσις του Πανεπιστημίου Όθωνος», στο βιβλίο Ο βασιλεύς Όθων. Ιστορικόν εράνισμα επί τη πεντηκονταετηρίδι του θανάτου αυτού (14 Ιουλίου 1867), Αθήνα, Σιδέρης, χ.χ., σ. 119.

19. Γ. Ράλλης, Λόγος, 1842, σ. 2. Πβ. Ν. Κωστής, Λόγος, 1842, σ. 3-4.

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/182.gif&w=600&h=915

το επάγγελμα τους»20. Το κίνητρό τους όμως δεν ήταν μόνο η μόρφωση. Ηταν και τα αποδεικτικά ακροάσεως που τους χορηγούσε το Πανεπιστήμιο, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για τη βελτίωση της θέσης τους στο δημόσιο η για άλλους επαγγελματικούς σκοπούς. Την προσέλευση των ακροατών διευκόλυνε εξάλλου και το γεγονός ότι δεν κατέβαλλαν δίδακτρα, αφού ο θεσμός αυτός δεν εφαρμόστηκε τελικά.

Η στάση των πανεπιστημιακών αρχών απέναντι στους τακτικούς ακροατές ήταν μάλλον ευνοϊκή, όχι μόνο γιατί διευκόλυναν «τον σχηματισμόν οπωσούν

αξιοπρεπών ακροατηρίων»21, αλλά και γιατί με την αθρόα προσέλευση τους στις παραδόσεις υπογράμμιζαν την ακτινοβολία του Πανεπιστημίου στο ευρύτερο κοινό. Δεν άργησαν όμως να δημιουργηθούν κάποια προβλήματα. Μαζί με τους υπαλλήλους εγγράφονταν ως ακροατές και μαθητές του Γυμνασίου πριν ακόμη ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, «είτε από απερισκεψίαν και

αστασίαν κινούμενοι, είτε από σφοδρόν προς την ανωτέραν παιδείαν έρωτα όρμώμενοι»22. Η «βιασύνη» τους αποδίδεται όμως και σε έναν άλλο λόγο: στο ότι ήθελαν με τον τρόπο αυτό να επωφεληθούν από τα προνόμια του «περί απογραφής» νόμου, που απάλλασσε από τη στρατιωτική θητεία τους φοιτητές και τους ακροατές23. Πέραν αυτών όμως, η μεταπήδηση στο Πανεπιστήμιο, και μάλιστα στη Φιλοσοφική Σχολή, ήταν για έναν «φιλομαθή» νέο που σπούδαζε στο Γυμνάσιο της Αθήνας μια σχεδόν φυσική κίνηση, καθώς τα όρια ανάμεσα στη γυμνασιακή εκπαίδευση και σ αυτήν που παρείχε η Φιλοσοφική ήταν μάλλον δυσδιάκριτα24. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η Σύγκλητος, για να

αποφευχθούν οι «καταχρήσεις», αποφάσισε τον Νοέμβριο του 1841 να καταργήσει την κατηγορία των τακτικών ακροατών, αναγνωρίζοντας πάντως σε

20. J.-J. Ampère, «De l'instruction publique et du mouvement intellectuel en Grèce», Revue des Deux Mondes, Απρίλιος 1843, σ. 119.

21. Ν. Κωστής, ό.π., σ. 3.

22. Στο ίδιο.

23. Στο ίδιο. Βλ. και Π.Σ., 29 Απρ. 1840. Κατά τον «Περί απογραφής» νόμο του 1837 δεν υποχρεώνονταν σε στρατιωτική υπηρεσία οι «τακτικοί μαθηταί και τακτικοί

ακροαταί εις το Γυμνάσιον και εις το Πανεπιστήμιον...» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως,

αρ. 40,8 Δεκ. 1837).

24. Ένα τέτοιο παράδειγμα «φιλομαθούς» νέου είναι ο κατόπιν καθηγητής των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Αθανάσιος Κυζικηνός: μαθητής του Καΐρη στην Ανδρο, έρχεται στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1839, όταν έχει διαλυθεί το Ορφανοτροφείο, και εγγράφεται στο εκεί Γυμνάσιο, ενώ συγχρόνως φοιτά ως ακροατής στο μαθηματικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Βλ. Δημ. I. Πολέμης (εκδ.), Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, μέρος Γ', Επιστολαί προς Θεόφιλον Καΐρην, τ. Β', 1839-1845, Άνδρος 1998, σ. 141 κ.εξ.

Σελ. 182
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/183.gif&w=600&h=915

εκείνους που είχαν εγγραφεί ως τότε στους καταλόγους της πρυτανείας το δικαίωμα να εξεταστούν και να πάρουν σχετικό αποδεικτικά25. Παρά ταύτα, συνέχισαν και μετά το 1841 να συρρέουν αρκετοί ακροατές στις παραδόσεις και να παίρνουν αποδεικτικά ακροάσεως, όπως δείχνουν οι επανειλημμένες διαμαρτυρίες του υπουργείου Εσωτερικών ότι οι ακροατές χρησιμοποιούσαν τα

αποδεικτικά για την εξαίρεσή τους από τους καταλόγους στρατευσίμων26.

Με η χωρίς προνόμια, η παρουσία των κάθε λογής ακροατών στις πανεπιστημιακές παραδόσεις ήταν τουλάχιστο ως τα μέσα του αιώνα σημαντική. Ένας αμερικανός ταξιδιώτης και περιστασιακός φοιτητής στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, ο Henry M. Baird, θα σημειώσει γύρω στο 1850 ότι εκτός από τους 400 περίπου κανονικούς φοιτητές, «υπάρχουν και τριακόσιοι τουλάχιστο ακόμη που παρακολουθούν μερικά μόνο μαθήματα με μεγαλύτερη η μικρότερη συνέπεια για ένα η δύο χρόνια, και που ονομάζονται ακροατές». Στον αριθμό αυτό δεν υπολογίζει εκείνους «που εμφανίζονται ευκαιριακά στις αίθουσες διδασκαλίας όποτε βρίσκουν καιρό». Ο ίδιος μας δίνει και μια ενδιαφέρουσα περιγραφή του φοιτητικού ακροατηρίου σε ένα μάθημα του καθηγητή της ιστορίας Θ. Μανούση. Η αίθουσα διδασκαλίας, γράφει, ήταν γεμάτη, «όχι μόνο από τακτικούς φοιτητές αλλά και από άλλους που εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο από την Παγκόσμια ιστορία. Βρίσκονται εδώ ο αδειούχος στρατιώτης με τη γκρίζα στολή του, και δίπλα του ο ιερέας της ενορίας με το μακρύ μαύρο ράσο και το καμηλαύκι του. Σ' ένα άλλο θρανίο είναι ένας νέος που καθώς δείχνουν τα μακριά του μαλλιά προορίζεται για το ιερατικό λειτούργημα. Εδώ κι εκεί ανακατεμένοι μ' αυτούς είναι αρκετοί κάτοικοι της πόλης που ξεφεύγοντας από τις έγνοιες της ημέρας, μπαίνουν για μια δυο ώρες στο Πανεπιστήμιο πριν να γυρίσουν στα σπίτια τους»27.

25. Η απόφαση της Συγκλήτου μνημονεύεται σε έγγραφο του υπουργείου Παιδείας προς την πρυτανεία (Κλάδος, Εκπαιδευτικά, τ. Α', σ. 333-334, 26 Αυγ. 1842), με το οποίο ζητείται να γνωστοποιηθεί στους καθηγητές και τους υφηγητές «να προσέχωσιν εις τα οποία δίδουσιν εις τους ακροατάς των αποδεικτικά να μη ονομάζωσι τακτικούς

ακροατάς, ειμή όσοι πραγματικώς είναι τοιούτοι, τουτέστιν όσοι κατεγράφησαν ως τοιούτοι προ της Ρηθείσης εποχής» [Νοέμ. 1841], Και τούτο για να αποφευχθούν οι καταχρήσεις εκείνων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, παρουσιάζοντας τέτοια αποδεικτικά.

26. Κλάδος, Εκπαιδευτικά, τ. Α', σ. 377-378· πβ. Π.Σ., 13 Οκτ. 1854. Ας σημειωθεί ότι το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και με τους ακροατές που φοιτούσαν άτυπα στα Γυμνάσια (Κλάδος, ό.π., σ. 433-434).

27. Τα αποσπάσματα από το Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Β', σ. 325.

Σελ. 183
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/184.gif&w=600&h=915

Στο δεύτερο μισό του αιώνα οι ακροατές αραιώνουν σταδιακά, χωρίς ό

μως να εξαφανίζονται τελείως : υπάρχουν πάντα κάποιοι που συχνάζουν στα μαθήματα ορισμένων καθηγητών. Πρόκειται όμως για περιστασιακούς ακροατές και όχι για την κατηγορία των τακτικών ακροατών, που προβλεπόταν στον Κανονισμό του 1837.

Με βάση τα παραπάνω, ο θεσμός των τακτικών ακροατών -ένας θεσμός ο οποίος είχε σκοπό το άνοιγμα του Πανεπιστημίου σε όσους δεν είχαν τα τυπικά προσόντα εγγραφής- λειτούργησε κυρίως στα πρώτα χρόνια του ελληνικού Πανεπιστημίου, προσφέροντας μια κάποια παιδεία και ορισμένα επαγγελματικά πλεονεκτήματα σε αρκετούς νέους. Η κατάργηση του το 1841 δείχνει ότι το κλίμα δεν ήταν ευνοϊκό για την ανάπτυξη του, τουλάχιστο από την πλευρά της πολιτείας. Παρατηρούμε ωστόσο ότι ο θεσμός των ακροατών διατηρείται σε τρία τουλάχιστο σχέδια Οργανισμού του Πανεπιστημίου, του 1844 (άρθρο 40), του 1848 (άρθρο 26) και του 1860 (άρθρο 31)28. Στον Οργανισμό του 1911 δεν προβλέπονται ακροατές. Θα εμφανισθούν και πάλι στον πανεπιστημιακό Οργανισμό του 1922, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε οποίον έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του και έχει έγγραφη άδεια ενός τουλάχιστο καθηγητή για την παρακολούθηση των μαθημάτων του να εγγράφεται στο βιβλίο των ακροατών, πληρώνοντας δίδακτρα29.

ΤΟ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Ας ερθουμε τώρα στην οργάνωση των σπουδών. Ο Κανονισμός του 1837 ήταν, όπως είδαμε παραπάνω, πολύ συνοπτικός στο θέμα αυτό. Τα ζητήματα που

απασχόλησαν ακροθιγώς τον νομοθέτη ήταν, κυρίως, η διάρκεια των σπουδών, ο τρόπος παρακολούθησης των μαθημάτων και οι πτυχιακές εξετάσεις. Για τα μαθήματα που θα διδάσκονταν σε κάθε σχολή δεν γινόταν καθόλου λόγος. Ως προς τη διάρκεια των σπουδών ο Κανονισμός έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στη Φιλοσοφική και τις υπόλοιπες σχολές, ορίζοντάς την σε τρία χρόνια για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής και σε τέσσερα για τους φοιτητές της Νομικής, Ιατρικής και Θεολογικής (άρθρο 17). Ο τέταρτος χρόνος θα ήταν αφιερωμένος στην παρακολούθηση ορισμένων γενικών μαθημάτων της Φιλοσοφικής: της φιλοσοφίας, της ιστορίας και της φιλολογίας. Ειδικά όμως οι φοιτητές της

28. Βλ. (εδώ, σ. 260-261.

29. Οργανισμός του Αθήνησι Πανεπιστημίου, Αθήνα 1923, σ. 72,81, άρθρα 167,190.

Σελ. 184
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/185.gif&w=600&h=915

Ιατρικής υποχρεώνονταν να παρακολουθήσουν επιπλέον και τα μαθήματα του φυσικού και μαθηματικού τμήματος της Φιλοσοφικής.

Τα σχετικά με την οργάνωση των σπουδών θα συμπληρωθούν και θα πάρουν οριστική μορφή το 1842, με το διάταγμα «Περί εξετάσεως των φοιτητών του Πανεπιστημίου»30. Το διάταγμα αυτό, τροποποιώντας εν μέρει το άρθρο 17 του Κανονισμού του 1837, ορίζει ότι ο χρόνος σπουδών για τους φοιτητές της Ιατρικής και της Νομικής είναι «όχι ελάσσων τετραετίας», ενώ για τους φοιτητές των δύο άλλων σχολών «όχι ελάσσων τριετίας» (άρθρο 1). Στο ίδιο διάταγμα απαριθμούνται και τα γενικά μαθήματα της Φιλοσοφικής που ήταν

υποχρεωμένοι να παρακολουθούν οι φοιτητές όλων των σχολών και στα οποία θα εξετάζονταν στις διπλωματικές εξετάσεις. Τα μαθήματα αυτά είναι οκτώ: λογική, μεταφυσική, ηθική, φυσικό δίκαιο, ψυχολογία, γενική ιστορία, στοιχειώδη μαθηματικά και πειραματική φυσική (άρθρο 2)31. Εκτός απ' αυτά, οι φοιτητές έπρεπε να παρακολουθούν και ορισμένα άλλα μαθήματα, όσα είχαν «πλησιεστάτην σχέσιν» με την επιστήμη τους : οι φοιτητές της Θεολογικής και της Νομικής κλασική φιλολογία και της Ιατρικής γενική φυσική ιστορία. Διασαφηνίζοντας και συμπληρώνοντας το παραπάνω διάταγμα, η Σύγκλητος θα ορίσει, μαζί με τα γενικά, και τα εξεταστέα ειδικά μαθήματα κάθε σχολής,

ενώ ως προς τη διάρκεια των σπουδών θα αντικαταστήσει τη διατύπωση «όχι ελάσσων» τετραετίας/τριετίας με τα «πλήρη τετραετίαν» και «πλήρη τριετίαν»32. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε για αρκετές δεκαετίες η οργάνωση των σπουδών.

Βασικό στοιχείο στο πρόγραμμα σπουδών είναι τα γενικά μαθήματα. Πρόκειται για ένα θεσμό που προέρχεται από τα γερμανικά Πανεπιστήμια και απορρέει από μια βασική φιλοσοφική αρχή: ότι οι επιστήμες αποτελούν ένα

ενιαίο σύνολο με προεξάρχουσα τη φιλοσοφία και ότι σκοπός του Πανεπιστημίου δεν ήταν να δώσει στους φοιτητές ειδικές μόνο επιστημονικές γνώσεις, αλλά και μια γενική παιδεία, απαραίτητη για την πνευματική τους καλλιέργεια. Την παιδεία αυτή πρόσφερε η Φιλοσοφική Σχολή, μέσω μιας σειράς

επιλεγμένων γενικών μαθημάτων που υποχρεώνονταν να παρακολουθούν όλοι οι φοιτητές.

Ο θεσμός των γενικών μαθημάτων βρήκε πολλούς οπαδούς στο ελληνικό

30. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 71-83.

31. Η υποχρέωση της παρακολούθησης των γενικών μαθημάτων επεκτάθηκε αργότερα και στο Φαρμακευτικό Σχολείο (στο ίδιο, σ. 139).

32. Βλ. «Διατυπώσεις αφορώσαι την εφαρμογήν του περί εξετάσεων βασιλικού

διατάγματος της 19/31 Μαΐου 1842» (στο ίδιο, σ. 84 κ.εξ.).

Σελ. 185
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/186.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο. ιδιαίτερα θερμή ήταν η αποδοχή του από τους καθηγητές της Φιλοσοφικής, πράγμα ευεξήγητο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι περισσότεροι

απ' αυτούς, σπουδασμένοι σε γερμανικά Πανεπιστήμια, ήταν εξοικειωμένοι με τον θεσμό των γενικών μαθημάτων και ασφαλώς κολακεύονταν από το γεγονός ότι μέσω αυτών αναγνωριζόταν ο πρωταρχικός ρόλος της Φιλοσοφικής Σχολής στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ευνοϊκή επίσης, τουλάχιστο στην αρχή, ήταν η υποδοχή των γενικών μαθημάτων και από τους καθηγητές άλλων σχολών.

Μαζί με τον θεσμό μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και οι θεωρητικές αρχές στις οποίες αυτός στηριζόταν. Καθηγητές αναλαμβάνουν να εξηγήσουν στους φοιτητές τη σημασία και τους σκοπούς των γενικών μαθημάτων και να τους πείσουν για την αναγκαιότητά τους. Οι γενικές επιστήμες, γράφει το 1855 ο Α. Ρ. Ραγκαβής, είναι «τα προπύλαια της πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως,

αφ' ων πρέπει να προοιμιάση έκαστος έχων την αξίωσιν να καταταχθή μετά των πεπαιδευμένων»33. Την πρώτη θέση στη σειρά των γενικών επιστημών κατέχει η φιλοσοφία : «πάς φοιτητής πρέπει να άρχηται των ανωτέρων σπουδών του από της φιλοσοφίας, και αυτής να λάβη την δάδα ως καθοδηγόν εις των καθ' εκαστα επιστημών τα μυστήρια». Κατόπιν έρχονται τα μαθηματικά, που είναι «η δι' αριθμών και γραμμών λογική, και συντελεί εις της διανοίας την ρύθμισιν», και ακολουθούν οι φυσικές και ιστορικές επιστήμες και «ή τον νουν διακοσμούσα φιλολογία», ελληνική και λατινική.

Αν σκοπός των γενικών μαθημάτων και γενικότερα της πανεπιστημιακής

εκπαίδευσης ήταν η ολόπλευρη επιστημονική και πνευματική ανάπτυξη των φοιτητών, το ιδανικό αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μέσα σε συνθήκες ακαδημαϊκής ελευθερίας. Την ελευθερία αυτή κατοχύρωνε ο ίδιος ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου με το άρθρο 18, που πρόβλεπε ότι δεν επιβάλλεται «ουδεμία βία» στους φοιτητές στα θέματα των σπουδών τους. Καθένας μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα «οποιονδήποτε κλάδον, και οποιονδήποτε μάθημα» επιθυμούσε, καθώς και την «τάξιν» με την οποία θα αποκτούσε τις διάφορες γνώσεις. Η διάταξη αυτή δεν απάλλασσε βέβαια τους φοιτητές από την υποχρέωση να παρακολουθούν τα καθορισμένα για κάθε σχολή ειδικά και γενικά μαθήματα. Ήταν ελεύθεροι όμως να αποφασίσουν ποιά μαθήματα θα παρακολουθήσουν κάθε χρόνο και να κάνουν κάποιες επιλογές καθηγητών στην περίπτωση που το ίδιο μάθημα παραδιδόταν από δύο η περισσότερους. Τον φιλελεύθερο προσανατολισμό του πανεπιστημιακού συστήματος τόνιζε

33. [Α. P.] Ρ[αγκαβής], «Περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 6,1855-56, σ. 443.

Σελ. 186
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/187.gif&w=600&h=915

επίσης και η απαλλαγή των φοιτητών από οποιονδήποτε εξεταστικό έλεγχο πριν από το τέλος των σπουδών τους.

Και οι πρακτικές αυτές έρχονταν από τη γερμανική πανεπιστημιακή παράδοση, όπου οι ακαδημαϊκές ελευθερίες και ειδικότερα η ελευθερία των φοιτητών στην οργάνωση των σπουδών τους αποτελούσαν την πεμπτουσία του Πανεπιστημίου. Οι παιδαγωγικοί περιορισμοί άρμοζαν μόνο στους μαθητές της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης· όχι στους φοιτητές οι οποίοι έπρεπε να έχουν άνεση χρόνου και δυνατότητες επιλογών για να αξιοποιήσουν δημιουργικά την παραμονή τους στο Πανεπιστήμιο. Ο ακαδημαϊκός φιλελευθερισμός θα βρει θερμούς οπαδούς στα πρόσωπα κυρίως των γερμανοθρεμμένων ελλήνων καθηγητών. Το Πανεπιστήμιο, γράφει το 1855 ο καθηγητής της Νομικής Κων. Φρεαρίτης, «προώρισται εις την ανάπτυξιν της εν τη επιστήμη ενυπαρχούσης ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Εκ τούτου δε εξάγεται (...) η ανάγκη της των πολιτών του Πανεπιστημίου αυτοτελείας της ενεργείας, και της ελευθέρας αναπτύξεως της ατομικότητος (...). Πάντες άρα οι τοις φοιτηταίς των πανεπιστημίων

επιβαλλόμενοι περιορισμοί δι' ετησίων φέρ' ειπείν εξετάσεων και άλλων έτι

ασκοπωτέρων μέσων, τη φύσει αυτή και τω προορισμώ του πανεπιστημίου αντίκεινται»34. Στο ίδιο ζήτημα αναφέρεται και ο Α. Ρ. Ραγκαβής, υπερασπιζόμενος τα ακαδημαϊκά δικαιώματα των φοιτητών: «Ο φοιτητής, ως ανήρ ήδη την πλήρη αυτού αυτεξουσιότητα και ελευθερίαν αντιποιούμενος, και την προς εαυτόν ευθύνην αναλαβών, δεν έχει βεβαίως εις την εκλογήν των ακροάσεών του, και εις την μέθοδον (...) να υπακούση ειμή εις το ίδιον αυτού συμφέρον. Ουδείς έχει το δικαίωμα να ειπή εις τον ανεξάρτητον τούτον, και πλήρη την χρήσιν του λογικού αυτού κεκτημένον άνθρωπον, τί να μάθη και πώς να το μάθη»35.

Οι φιλελεύθερες αυτές αντιλήψεις θα κυριαρχήσουν σε όλον τον 19ο αιώνα και θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η οργάνωση των πανεπιστημιακών σπουδών. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπήρξε και αντίλογος. Όπως θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε και παρακάτω, καθηγητές με γαλλική κυρίως παιδεία θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό για το ελληνικό Πανεπιστήμιο ένα λιγότερο φιλελεύθερο και οπωσδήποτε συγκεντρωτικό σύστημα και ήταν αντίθετοι με την παροχή πολλών ελευθεριών στους φοιτητές. Καθώς όμως αυτοί αποτελούσαν μειοψηφία στο σώμα των καθηγητών, οι απόψεις τους δεν είχαν μεγάλη απήχηση.

34. Κ. Φρεαρίτης, «Βιβλιοκρισία. Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως υπό Δ. Σ. Στρούμπου», Πανδώρα 5,1854-55, σ. 530-531.

35. [Α. P.] Ρ[αγκαβής], ό.π., σ. 447.

Σελ. 187
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/188.gif&w=600&h=915

ΟΔΗΓΟΙ ΣΠΟΥΔΩΝ

Πόσο εφικτή ήταν όμως η εφαρμογή του φιλελεύθερου γερμανικού μοντέλου και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του ; Το ζήτημα αυτό είχε απασχολήσει ήδη τον Κανονισμό του 1837. Ακολουθώντας ανάλογες πρακτικές γερμανικών Πανεπιστημίων, όριζε στο άρθρο 37 ότι «εκάστη σχολή θέλει συντάττει σύντομον διδασκαλίαν περί του αριθμού, της σχέσεως και της μεθόδου των εις αυτήν ανηκουσών επιστημών, η δε διδασκαλία αύτη θέλει δίδεσθαι εις έκαστον φοιτητήν, όταν εγγράφηται». Η «διδασκαλία» αυτή θα ήταν προφανώς ένα είδος οδηγού που θα ενημέρωνε τους φοιτητές, ιδιαίτερα τους πρωτοετείς, για τα επιστημονικά αντικείμενα της σχολής τους και θα τους υποδείκνυε τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να παρακολουθούν τα διάφορα μαθήματα. Με βάση την παραπάνω διάταξη του Κανονισμού, η πρυτανεία του Πανεπιστημίου σε συνεργασία με τις σχολές προχώρησε από το 1838 στην έκδοση διαφόρων Οδηγών σπουδών.

Πριν μιλήσουμε όμως γι' αυτούς, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ένα κείμενο με παρόμοιο περιεχόμενο είχε εκδοθεί στην Αθήνα το 1840. Ήταν μια μετάφραση στα γαλλικά από τον P. Delorme του φιλοσοφικού δοκιμίου του F. W. Schelling, Vorlesungen über die Methode des akademischen Studiums (Τυβίγγη 1803)36. Πρόκειται για ένα κείμενο που υπερασπίζεται την ιδέα της ενότητας της γνώσης και έχει σκοπό να υποδείξει στους φοιτητές που αρχίζουν τις σπουδές τους τη συνάφεια των επιμέρους επιστημών και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παρακολουθούν τα διάφορα μαθήματα. Πιθανώς ο γάλλος μεταφραστής του βιβλίου δεν είχε στον νου του ειδικά τους φοιτητές του ελληνικού Πανεπιστημίου37. Οπωσδήποτε όμως απευθύνεται και σ' αυτούς. Αυτό δείχνει η αφιέρωση του βιβλίου στο «Πανεπιστήμιο Αθηνών», μαζί με μια

εγκωμιαστική αναφορά στην πνευματική αποστολή του38, και το ότι εκδίδεται

36. Leçons sur la méthode à suivre dans les études universitaires, par F. W. J. Schelling, professeur de philosophie à l'Université de Berlin, traduit de l'Allemand par P. Delorme, Αθήνα 1843. Πβ. εδώ, a. 58.

37. Το βιβλίο αυτό αποτελεί, κατά τον Κ. β. Δημαρά, μαζί με το δοκίμιο Φιλοσοφία της Ιστορίας (1841) του Μ. Ρενιέρη, μία από τις εκφράσεις της ιδέας της ενότητας στην Ελλάδα την εποχή αυτή (Ελληνικός ρωμαντισμός, Αθήνα, Ερμής, 1982, σ. 420).

38. Το νεοσύστατο Πανεπιστήμιο, γράφει, «οφείλει να είναι για την Ανατολή ένα καινούριο λαμπρό άστρο των φώτων, του οποίου οι ακτίνες θα εξαφανίσουν γρήγορα τα σκοτάδια που σκίασαν κάποια στιγμή τον ωραίο ουρανό της και θα ζεστάνουν αυτή την κλασική γη της ευφυΐας και της ελευθερίας» (Leçons sur la méthode..., ό.π., σ. XXXIIXXXIII).

Σελ. 188
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/189.gif&w=600&h=915

ται σε μια στιγμή που οι φοιτητές χρειάζονταν πραγματικά τέτοιου είδους βοηθήματα.

Ο πρώτος Οδηγός σπουδών εκδόθηκε το 1838 με τον εύγλωττο τίτλο: Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών, και περί της κατά την εξακολούθησιν των εν τω Πανεπιστήμιω σπουδών διατηρητέας μεθόδου και τάξεως. Είναι ένα φυλλάδιο 36 σελίδων, στο οποίο περιέχονται σύντομες οδηγίες προς τους φοιτητές για την οργάνωση των σπουδών τους. Οι λόγοι που προκάλεσαν την έκδοση του φυλλαδίου αναλύονται στο προλογικό σημείωμα του πρύτανη Κων. Σχινά. «Ενιαύσιος σχεδόν πείρα απέδειξεν», γράφει, «ότι πολλοί των φοιτητών, και έτι πλείονες των τακτικών

ακροατών δεν διερρύθμισαν εισέτι τας σπουδάς και μελέτας των εις τρόπον, ώστε και ελευθερίου και βασίμου εκπαιδεύσεως να τύχωσι, και να προπαρασκευασθώσιν εις έντιμον διάνυσιν του βιωτικού σταδίου, το οποίον προτίθενται». Η αταξία αυτή αποδίδεται στο ότι οι φοιτητές αγνοούν τη συνάφεια που υπάρχει μεταξύ των διαφόρων μαθημάτων κάθε σχολής, αλλά και στο ότι πολλοί προτιμούν να παρακολουθούν τα μαθήματα εκείνα που είναι απαραίτητα για την άσκηση ενός βιοποριστικού επαγγέλματος και παραμελούν τα

άλλα «τα γενικότερα και μη άμεσον την χρηματικήν επαγγελλόμενα μαθήματα», όπως η φιλοσοφία, η φιλολογία, η ιστορία, οι φυσικομαθηματικές

επιστήμες39. Σκοπός του Πανεπιστημίου όμως, υποστηρίζει ο Σχινάς, δεν είναι η διαμόρφωση επαγγελματιών -το έργο αυτό ανήκει στα «τεχνολογικά» σχολεία- αλλά η προαγωγή της επιστήμης, η οποία «παρέχει μεν και υλικήν ωφέλειαν εις τον βίον, αλλ' η ωφέλεια αύτη δεν είναι η ουσία της»40. Την προαγωγή της επιστήμης και την αποτροπή της αυστηρής επαγγελματικής εξειδίκευσης υπηρετεί ο θεσμός των γενικών μαθημάτων.

Μετά τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις ακολουθούν οι οδηγίες προς τους φοιτητές, σκοπός των οποίων είναι να τους πληροφορήσουν για το περιεχόμενο των διαφόρων επιστημονικών κλάδων και να τους υποδείξουν τη σειρά με την οποία πρέπει να παρακολουθούν τα μαθήματα, «ίνα μη προηγώνται, α πρέπει να έπωνται, και τούναντίον»41. Οι σχετικές οδηγίες έχουν συνταχθεί από τις σχολές. Κάθε σχολή προτείνει στους φοιτητές της ένα πρόγραμμα μαθημάτων είτε για όλα τα έτη είτε κατά εξάμηνο, στο οποίο περιλαμβάνονται, όχι πάντα όμως, και τα γενικά μαθήματα που είναι υποχρεωμένοι

39. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής..., Αθήνα 1838, σ. 3.

40. Στο ίδιο, σ. 4.

41. Στο ίδιο, σ. 17.

Σελ. 189
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/190.gif&w=600&h=915

μένοι να παρακολουθούν. Περισσότερο αναλυτικές είναι οι οδηγίες προς τους φοιτητές της Φιλοσοφικής, καθώς περιλαμβάνονται σ' αυτές και συστάσεις για τη διάρθρωση των σπουδών τους. Έτσι στο πρόγραμμα μαθημάτων για το φιλολογικό τμήμα προτείνονται δύο κύκλοι σπουδών. Ο πρώτος διαρκεί

έξι εξάμηνα, ενώ ο δεύτερος οκτώ έως εννέα και περιλαμβάνει έναν πολύ ευ

ρύτερο αριθμό μαθημάτων. Σχολιάζοντας την παράταση των σπουδών στον δεύτερο κύκλο, ο συντάκτης των οδηγιών σημειώνει: «ελπίζομεν, ότι οι πλειότεροι των φοιτητών της φιλολογίας θέλουσι δυνηθή, ως εκ της οικιακής καταστάσεως των, να ενδιατρίψωσιν, αντί της παρά του νόμου προωρισμένης τριετίας, ολόκληρον τετραετίαν ή και εννέα εξαμηνίας εις το Πανεπιστημείον, και ότι θέλουσι φιλοτιμηθή να παρεκτείνωσι τας σπουδάς των και εις άλλας ωφελίμους επιστήμας, όσαι συνεισφέρουσιν εις γενικωτέραν επιστημονικήν και φιλολογικήν εκπαίδευσιν»42. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα μαθήματα που περιλαμβάνονται στις οδηγίες τόσο της Φιλοσοφικής όσο και των

άλλων σχολών δεν διδάσκονταν. Από την άποψη αυτή τα παρατιθέμενα προγράμματα δεν αντιστοιχούν πάντοτε στην πραγματικότητα του Πανεπιστημίου αλλά αποτελούν περισσότερο εκδηλώσεις προθέσεων, βασισμένες στα προγράμματα ξένων Πανεπιστημίων η στις σχετικές εμπειρίες των συντακτών τους43. Και ως προθέσεις πάντως τα προγράμματα αυτά έχουν ενδιαφέρον, καθώς δείχνουν τη φιλοδοξία του νεοσύστατου Πανεπιστημίου να ευθυγραμμιστεί με την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή πραγματικότητα.

Οι Οδηγίες του 1838 φαίνεται ότι δεν πέτυχαν τον κύριο σκοπό τους, να πείσουν, δηλαδή, τους φοιτητές να προγραμματίζουν τις σπουδές τους μεθοδικά και χωρίς απώλεια χρόνου. Έτσι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1842, η Σύγκλητος θα επανέλθει, αναθέτοντας στους καθηγητές να συμβουλεύσουν τους φοιτητές τους «τίνι τρόπω πρέπει ν' ακολουθώσι τα μαθήματα»44. Παράλληλα ζήτησε από τις σχολές να περιλάβουν στο πρόγραμμά τους και ένα εισαγωγικό μάθημα «μεθοδολογίας» των επιστημών, το οποίο θα έδινε στους φοιτητές ένα περίγραμμα του περιεχομένου κάθε επιστήμης, μαζί με τις απαραίτητες πληροφορίες και συστάσεις για τον τρόπο παρακολούθησης των μαθημάτων. Πραγματικά, το μάθημα της μεθοδολογίας διδάχθηκε το 1842 σε

42. Στο ίδιο, σ. 20-21.

43. Πβ. Θανάσης Χρήστου, «Ο θεσμός του Οδηγού Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών», ΙΔ' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο (28-30 Μαΐου 1993), Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 610.

44. Π.Σ.Φ.Σ., 21 Οκτ. 1842. Παρόμοιες οδηγίες είχαν δοθεί από τη Σύγκλητο στις σχολές και τα προηγούμενα χρόνια, βλ. Π.Σ., 2 Αυγ. 1837.

Σελ. 190
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/191.gif&w=600&h=915

όλες τις σχολές: στη Θεολογική από τον Κων. Κοντογόνη, στην Ιατρική από τον Ιω. Βούρο, στη Νομική από τον Αιμίλιο Herzog και στη Φιλοσοφική από τον Νεόφ. Βάμβα45. Το μάθημα αυτό θα το συναντήσουμε στα προγράμματα των σχολών και στα επόμενα χρόνια. Στο ίδιο πλαίσιο, της ενημέρωσης και καθοδήγησης των φοιτητών, αλλά σε πιο θεωρητικό επίπεδο, εντάσσονται και

αρκετοί λόγοι που εκφωνούνται από πρυτάνεις κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους και αναφέρονται γενικά στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και στη θεωρία των επιστημών46.

Ο δεύτερος Οδηγός σπουδών εκδόθηκε το 1853. Ήταν και πάλι ένα ολιγοσέλιδο φυλλάδιο, παρόμοιο με το προηγούμενο, το οποίο περιείχε ένα εισαγωγικό σημείωμα του πρύτανη Π. Αργυρόπουλου και οδηγίες προς τους φοιτητές κάθε σχολής, υπογεγραμμένες από τους κοσμήτορες47. Στην εισαγωγή του ο Αργυρόπουλος κάνει μια αναφορά στον Κανονισμό του Πανεπιστημίου για να υπογραμμίσει το φιλελεύθερο πνεύμα με το οποίο αντιμετωπίζει τους φοιτητές: «ο ακαδημαϊκός ημών οργανισμός μη υποβάλλων τους εις τα Πανεπιστημεία φοιτώντας εις επιτήρησιν η εις αναγκαστικήν κατάταξιν των ακροάσεων, θεωρεί αυτούς ως νοήμονας και ελευθέρους άνδρας, σεβόμενος της διανοίας την ελευθερίαν και επιτρέπων εκάστω ιδίαν τροχιάν να διαγράψη εις των σπουδών αυτού την μέθοδον»48. Η ελευθερία αυτή όμως δεν

αποκλείει τη διακριτική παρέμβαση του Πανεπιστημίου. Οι φοιτητές, γράφει ο Αργυρόπουλος -ο οποίος πρέπει να σημειώσουμε ότι είχε γαλλική παιδεία-,

45. Μ. Αποστολίδης, Έκθεσις, 1843, σ. 4.

46. Σημειώνω πρόχειρα τους σχετικούς Λόγους του Θ. Μανούση (1845) και του Α. Βενιζέλου (1846). Βλ. Ευφημία Εξίσου, «Πρυτανικοί και πανηγυρικοί Λόγοι του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837-1900, Βιβλιογραφική καταγραφή», Τετράδια Εργασίας ΚΝΕ/ΕΙΕ 10,1988, σ. 476.

4 7. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών και περί της τηρητέας μεθόδου και τάξεως κατά τας ακαδημαϊκάς σπουδάς, Αθήνα 1853. Οι Οδηγίες προς τους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής υπογράφονται από τον Κ. Κοντογόνη, της Νομικής από τον Κ. Φρεαρίτη, της Ιατρικής από τον Ν. Κωστή και της Φιλοσοφικής από τον Φ. Ιωάννου. Το κείμενο των Οδηγιών στους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής σώζεται (όχι ολόκληρο) και σε χειρόγραφη μορφή στο προσωπικό αρχείο του Φ. Ιωάννου (ΓΑΚ, Κ25, Αρχείο Φ. Ιωάννου, αρ. 000170). Οι Οδηγίες προς τους φοιτητές της Νομικής αναδημοσιεύθηκαν μερικά χρόνια αργότερα από τον Κ. Φρεαρίτη στην Πανδώρα 11,1860-61, σ. 484-487, με ένα πικρόχολο σχόλιο που αντανακλά ενδοπανεπιστημιακές αντιθέσεις: ότι οι Οδηγίες του 1853, «τυπωθείσαι εις μυρία αντίτυπα, απήρεσαν κατόπιν εορτής τω κ. Μανούση· διό και μέχρι τούδε ουδεμία αυτών εγένετο χρήσις».

48. Οδηγίαι, ό.π., σ. 3.

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/192.gif&w=600&h=915

έχουν ανάγκη «παραινέσεως και καθοδηγήσεως, και χαλινού τίνος αναστέλλοντος την απληστίαν περί την σύγχρονον ακρόασιν των μαθημάτων, απαιτούντων ενδελέχειαν και διαδοχήν μελέτης επί διάρκειάν τινα χρόνου...»49. Με άλλα λόγια, χρειάζονται έναν Οδηγό σπουδών που θα βάζει σε τάξη την

απειρία των «ιδεών και γνώσεων» της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και θα τους βοηθάει να προγραμματίζουν με ορθολογικό τρόπο τις σπουδές τους.

Στο ίδιο κείμενο ο Αργυρόπουλος εκθέτει τις απόψεις του και για τον χαρακτήρα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο παρουσιάζονται ως ένας συνεχής αγώνας για την κατάκτηση της γνώσης. Όσοι δεν είναι έτοιμοι από «αμβλύτητα και δυσκολίαν νοητικήν» να ανταποκριθούν

στις υψηλές απαιτήσεις του Πανεπιστημίου, πρέπει να αποχωρήσουν έγκαιρα

απ' αυτό και να στραφούν σε άλλες βιωτικές εργασίες. Εξάλλου, «δεν προορίζονται άπαντες ν' αναβώσι την πολύβαθμον κλίμακα της ακαδημαϊκής δοκιμασίας». Εκείνοι όμως που αποφάσισαν να σπουδάσουν οφείλουν «ν' αφειδώσι πόνων [και] ν' απέχωσι των τέρψεων και των ηδονών όσαι συνήθως εφελκύουσι την νεανικήν ηλικίαν»50. Ως προς την αποστολή του Πανεπιστημίου, ο Αργυρόπουλος επανέρχεται σε όσα έγραφε ο Σχινάς στις Οδηγίες του 1838,

υποστηρίζοντας ότι σκοπός του δεν είναι η προετοιμασία των φοιτητών για την

άσκηση ενός βιοποριστικού επαγγέλματος, αλλά η επιστημονική τους «πρόοδος και ευδοκίμησις, εις ην ουδέποτε ανυψούται όστις δεν εράται της επιστήμης αφιλοκερδώς και δι' αυτήν μόνην»51. Μαζί με την επιστημονική καλλιέργεια, το Πανεπιστήμιο οφείλει να διαπλάσει και να τελειοποιήσει και την ηθική προσωπικότητα των φοιτητών. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με τη σπουδή των γενικών μαθημάτων, τα οποία «οξύνουσι το αισθητήριον του καλού, εξευγενίζουσι δε την ψυχήν και την καρδίαν, τανύουσαι αυτάς προς την

εμμελή αρμονίαν των αϊδίων νόμων της ηθικής και της αρετής»52.

Το κύριο μέρος του φυλλαδίου αποτελούν οι οδηγίες των σχολών προς τους φοιτητές τους, οι οποίες ακολουθούν σε γενικές γραμμές το πνεύμα των Οδηγιών του 1838. Στην περίπτωση μάλιστα της Θεολογικής Σχολής αναπαράγονται ακριβώς. Γενικά όμως είναι μεθοδικότερες από εκείνες του 1838 και λαμβάνουν υπόψη τις αλλαγές που είχαν γίνει στο μεταξύ στα προγράμματα μαθημάτων. Οι οδηγίες αρχίζουν κατά κανόνα με μια γενική εισαγωγή στο

49. Στο ίδιο.

50. Στο ίδιο, σ. 4.

51. Στο ίδιο.

52. Στο ίδιο, σ. 5.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/193.gif&w=600&h=915

περιεχόμενο και τη συνάφεια των διαφόρων επιστημών, μετά από την οποία

ακολουθεί το πρόγραμμα των ειδικών και γενικών μαθημάτων κάθε σχολής. Αναλυτικότερες είναι οι οδηγίες προς τους φοιτητές της Νομικής και της Φιλοσοφικής. Ο κοσμήτορας της Νομικής Κων. Φρεαρίτης, που υπογράφει το σχετικό κείμενο, αφού κάνει μια αναφορά στη θεωρία της νομικής επιστήμης, περιγράφει τα «προσόντα» που πρέπει να έχει ένας καλός νομικός53. Το κυριότερο απ' αυτά είναι η φιλοσοφική παιδεία. Οφείλει, δηλαδή, να γνωρίζει όχι μόνο τους θετικούς κανόνες του δικαίου, αλλά να έχει και μια συγκροτημένη φιλοσοφική αντίληψη της θεωρίας του δικαίου, απαραίτητη για την κατανόηση «της αληθούς των βιωτικών σχέσεων σημασίας, του συνδέσμου και της αξίας των εξωτερικών των ανθρώπων σχέσεων, ως όντων λογικών εν τη πολιτεία συμβιούντων, και των εντεύθεν γεννηθέντων διαφόρων κανόνων...». Οφείλει επίσης να γνωρίζει τις δύο κλασικές γλώσσες της αρχαιότητας, την ελληνική και τη λατινική, που αποτελούν τη βάση «πάσης ελευθερίου και σπουδαίας επιστημονικής εκπαιδεύσεως», να έχει μια καλή γνώση της ιστορίας, ιδιαίτερα της ελληνικής και της ρωμαϊκής, αφού οι νόμοι, «όντες το άμεσον

εξαγόμενον του βίου και του πολιτισμού των εθνών, κατανοούνται ακριβώς μόνον διά της γνώσεως αυτού του βίου και του πολιτισμού των εθνών, τουτέστι διά της ιστορίας», και επιπροσθέτως να έχει μια γενική εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Τις γνώσεις αυτές θα τις αποκτήσει κυρίως στο Πανεπιστήμιο. Έτσι στο πρόγραμμα που προτείνει ο Φρεαρίτης στους φοιτητές της Νομικής περιλαμβάνεται, μαζί με τα ειδικά νομικά μαθήματα, και μια σειρά βοηθητικών μαθημάτων, όπως αρχαία ελληνική και λατινική φιλολογία, φιλοσοφία, ιστορία, πολιτειογραφία, ρητορική, ιατρική δικαστική, φυσική, χημεία. Η παρακολούθηση των μαθημάτων αυτών δεν είναι υποχρεωτική. Εναπόκειται στους φοιτητές να κρίνουν και να επιλέξουν, στο πλαίσιο πάντα της «πρακτικής και επιστημονικής ελευθερίας» που απολαμβάνουν.

Ενδιαφέρουσες είναι επίσης οι οδηγίες προς τους φοιτητές της Φιλοσοφικής. Ο κοσμήτορας Φ. Ιωάννου, που υπογράφει το σχετικό κείμενο, αναφέρεται στον χαρακτήρα και τους σκοπούς που υπηρετεί καθένα από τα μαθήματα που περιλαμβάνονται στη Φιλοσοφική (φιλοσοφία, ιστορία, φιλολογία, μαθηματικά και φυσική), συναποτελώντας ένα όλον, καθώς και στη σημασία των γενικών μαθημάτων. Είναι ενδιαφέρον μάλιστα ότι ο αριθμός των τελευταίων αυξάνεται. Έτσι, στα οκτώ γενικά μαθήματα που είχαν οριστεί με το διάταγμα «Περί εξετάσεως των φοιτητών» του 1842, προστίθεται εδώ ένα

53. Στο ίδιο, σ. 9-16.

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/194.gif&w=600&h=915

ακόμη υποχρεωτικό μάθημα, η φυσική ιστορία η φυσιογραφία, και τρία προαιρετικά: η «καλολογία» (ποιητική και ρητορική), η ιστορία της φιλοσοφίας και η φιλοσοφία της ιστορίας. Υποδεικνύεται επίσης ως «λυσιτελεστάτη» για τους φοιτητές όλων των σχολών και η ακρόαση της ερμηνείας των αρχαίων

ελλήνων και λατίνων συγγραφέων.

Εκτός από τις οδηγίες προς τους φοιτητές που εκδίδονται με πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου, δημοσιεύονται στη δεκαετία του 1850 και δύο εκτενέστερα βιβλία με ανάλογο περιεχόμενο. Συντάκτες τους είναι οι καθηγητές της Φιλοσοφικής Αθανάσιος Ρουσόπουλος και Νικόλαος Κοτζιάς. Το βιβλίο του Ρουσόπουλου εκδίδεται το 1857 και έχει τίτλο Οδηγός των φοιτητών του Πανεπιστημίου Όθωνος, ενώ του Κοτζιά το 1858 με τον τίτλο Περί πανεπιστημιακής παιδείας δοκίμιον. Καθηγητής της κλασικής φιλολογίας ο πρώτος και της φιλοσοφίας ο δεύτερος, έχουν σπουδάσει και οι δύο σε γερμανικά Πανεπιστήμια. Ο Οδηγός του Ρουσόπουλου έχει σκοπό, όπως και οι προηγούμενες οδηγίες, να βοηθήσει τους φοιτητές στον προγραμματισμό των σπουδών τους. Αντίθετα η εργασία του Κοτζιά έχει θεωρητικό χαρακτήρα: είναι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, στο οποίο επιχειρείται μια εκτεταμένη ανάλυση του χαρακτήρα και του περιεχομένου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Ο Οδηγός του Ρουσόπουλου χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο περιέχει

έναν «παραινετικό» λόγο προς τους φοιτητές, τον οποίο είχε εκφωνήσει το 1855, κατά την έναρξη των μαθημάτων του στο Πανεπιστήμιο, το δεύτερο οδηγίες σχετικά με τη μέθοδο των πανεπιστημιακών σπουδών, ενώ το τρίτο μια σειρά διαταγμάτων και αποφάσεων για το Πανεπιστήμιο που είχαν εκδοθεί από το 1837 ως το 1856. Στον λόγο του προς τους φοιτητές, που έχει υπότιτλο «Περί του σκοπού της επιστήμης και του επιστήμονος και περί αληθούς

επιστημονικής εκπαιδεύσεως δι' ακροάσεως γενικών μαθημάτων», ο Ρουσόπουλος επανέρχεται στις γνωστές θέσεις και απόψεις της γερμανικής πανεπιστημιακής φιλοσοφίας : ότι η επιστήμη δεν είναι ένα τυχαίο άθροισμα γνώσεων, αλλά μια σειρά αλληλένδετων μεταξύ τους ιδεών, ότι ορθή επιστημονική εκπαίδευση είναι εκείνη που συνδυάζει το ειδικό με το γενικό και πραγματώνεται με τη συνακρόαση των γενικών μαθημάτων, ότι σκοπός της επιστήμης δεν είναι η θήρευση του κέρδους (η «ψωμοζήτησις») αλλά η αναζήτηση της αλήθειας.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του ο Ρουσόπουλος αναφέρεται διεξοδικά στην οργάνωση των πανεπιστημιακών σπουδών, αρχίζοντας από τη σκιαγράφηση των «προσόντων» του υποψήφιου φοιτητή. Ο νέος που εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο πρέπει να έχει τρία βασικά προσόντα: επαρκή γυμνασιακή

Σελ. 194
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 175
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

    ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ

    Σε όλον τον 19ο αιώνα οι μαθητές που ολοκλήρωναν τις γυμνασιακές σπουδές τους μπορούσαν να εγγράφονται χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Το

    απολυτήριο Γυμνασίου ή άλλου ισότιμου μ' αυτό εκπαιδευτικού ιδρύματος

    αποτελούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την εισαγωγή τους στις διάφορες σχολές, με εξαίρεση το Φαρμακευτικό Σχολείο, του οποίου οι φοιτητές, όπως

    έχουμε πει, υποβάλλονταν σε ένα είδος εισαγωγικών εξετάσεων, λόγω του πρακτικού χαρακτήρα που είχε το σχολείο αυτό. Η εισαγωγή χωρίς εξετάσεις ήταν μια πρακτική την οποία ακολουθούσαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, θεωρώντας ότι το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης ήταν ένα επαρκές τεκμήριο της δυνατότητας των μαθητών να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα. Το θέμα των εισιτήριων εξετάσεων θα αρ

    χίσει να απασχολεί το υπουργείο Παιδείας και την πανεπιστημιακή κοινότητα κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά η εισαγωγή τους θα γίνει πολύ

    αργότερα.

    Το απολυτήριο Γυμνασίου, λοιπόν, ήταν για μακρό χρονικό διάστημα το εισιτήριο που εξασφάλιζε στους κατόχους του την είσοδο στην ανώτερη

    εκπαίδευση. Αλλά και η προϋπόθεση αυτή δεν ίσχυσε από την αρχή της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ούτε για το σύνολο των φοιτητών. Έτσι, αν διεξέλθει κανείς το Μητρώο φοιτητών1, θα διαπιστώσει ότι στις πρώτες δεκαετίες αρκετοί φοιτητές είχαν εγγραφεί χωρίς απολυτήριο. Το φαινόμενο αυτό ήταν συγκυριακό. Για να λειτουργήσει το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ένα επαρκές φοιτητικό ακροατήριο, το οποίο δεν υπήρχε ακόμη, αφού τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους ήταν λίγα και ο αριθμός των μαθητών που διέθεταν απολυτήριο μικρός. Αυτό υποχρέωσε το υπουργείο Παιδείας να παρακάμψει το γράμμα του Κανονισμού και να επιτρέψει την εγγραφή στο Πανε-

    1. Βλ. εδώ, σ. 300 κ.εξ.