Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 202-221 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/202.gif&w=600&h=915

αποτελεσματικότερα τον χρόνο των σπουδών τους. Αυτή την αποστολή, της πληροφόρησης και της χειραγώγησης, που επεκτείνεται και σε θέματα συμπεριφοράς, έπρεπε να επιτελέσουν οι Οδηγοί. Το ότι όμως αυτοί επανέρχονται κάθε φορά στα ίδια περίπου ζητήματα φανερώνει τις δυσκολίες προσαρμογής των φοιτητών στους κανόνες του συστήματος, όπως τους αντιλαμβανόταν το Πανεπιστήμιο. Πραγματικά, συχνά είναι τα παράπονα των καθηγητών ότι οι φοιτητές δεν προγραμματίζουν σωστά τις σπουδές τους, ότι το ενδιαφέρον τους για τα γενικά μαθήματα είναι περιορισμένο και ότι δεν παρακολουθούν τακτικά τις παραδόσεις. Στα δύο τελευταία ζητήματα θα αναφερθούμε αμέσως παρακάτω, αφού προηγουμένως σταθούμε λίγο στα προγράμματα μαθημάτων.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΙΤΗΣΗ

Τα προγράμματα μαθημάτων καταρτίζονταν, σύμφωνα με τον Κανονισμό του 1837 (άρθρο 36), από τις σχολές. Τρεις μήνες πριν από το τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους, οι σχολές συνέρχονταν για να προσδιορίσουν «τον κύκλον των

εντός αυτών παραδοθησομένων μαθημάτων κατά το προσεχές έτος». Τα προγράμματα των διαφόρων σχολών «συνήθροιζε» κατόπιν ο πρύτανης, ο οποίος τα υπέβαλλε για έγκριση στο υπουργείο Παιδείας και μετά την έγκρισή τους τα δημοσίευε «διά του τύπου». Οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν και στην πράξη, με μια τυπική διαφορά, ότι καταρτίζονταν δύο προγράμματα, ένα για το χειμερινό εξάμηνο και ένα για το θερινό. Όσο για την υποβολή των προγραμμάτων στο υπουργείο Παιδείας, επρόκειτο για μια διαδικασία μάλλον τυπική, αφού, απ' όσο γνωρίζουμε τουλάχιστο, εγκρίνονταν χωρίς αλλαγές. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις η Σύγκλητος μπορεί να έκανε κάποιες δευτερεύουσας σημασίας παρατηρήσεις η αλλαγές στις ώρες των μαθημάτων.

Το πρόγραμμα των «παραδοθησομένων» μαθημάτων των διαφόρων σχολών τυπωνόταν στην αρχή κάθε εξαμήνου σε μεγάλο μονόφυλλο και αναρτιόταν στο Πανεπιστήμιο, ενώ συχνά δημοσιευόταν και σε εφημερίδες και περιοδικά67 . Αξίζει να σημειώσουμε ότι στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου η

67. Τα προγράμματα μαθημάτων του πρώτου θερινού εξαμήνου (Απρίλιος 1837) κυκλοφόρησαν ξεχωριστά, αλλά και συσταχωμένα με τα Λογίδρια που εκφωνήθηκαν στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου (ανατύπωση στο Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, ό.π., σ. 176 κ.εξ., όπου και τα προγράμματα του 1837-1838). Από το 1864 το Πανεπιστήμιο εκδίδει, στην αρχή κάθε ακαδημαϊκού έτους, φυλλάδιο με τίτλο : Αναγραφή των επί το ακαδημαϊκόν έτος... αρχών του εν Αθήναις Εθνικού Πανεπιστημίου, των

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/203.gif&w=600&h=915

Σύγκλητος, ακολουθώντας τη γερμανική πανεπιστημιακή παράδοση, είχε καθιερώσει να προτάσσεται στο πρόγραμμα μια σύντομη επιστημονική διατριβή, γραμμένη από έναν καθηγητή. Με τον τρόπο αυτό το πρόγραμμα αποκτούσε μεγαλύτερη εγκυρότητα και επισημότητα: γινόταν «ευπρόσωπο» και μπορούσε να σταλεί και στο εξωτερικό «προς επαύξησιν των μετά των άλλων Πανεπιστημείων σχέσεων του ελληνικού Πανεπιστημείου»68. Η πρακτική αύτη όμως δεν συνεχίστηκε69. Ως προς το περιεχόμενο του, το πρόγραμμα περιείχε το καθημερινό ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθημάτων κάθε σχολής, κατά καθηγητή και υφηγητή, όχι όμως και κατά έτος σπουδών, αφού, όπως ξέρουμε, η σχετική κατανομή των μαθημάτων γινόταν από τους ίδιους τους φοιτητές.

Η παρακολούθηση των μαθημάτων ήταν υποχρεωτική για όλους και ασφαλώς απαραίτητη γι' αυτούς που ήθελαν να πάρουν πτυχίο, αφού για να γίνουν δεκτοί στις διπλωματικές εξετάσεις έπρεπε να προσκομίσουν πιστοποιητικά ακροάσεως όλων των μαθημάτων που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα κάθε σχολής70. Τα πιστοποιητικά αυτά χορηγούσαν στους ακροατές τους οι καθηγητές κατά τη διάρκεια του έτους η, κατά παρέκκλιση, στο τέλος των

επιστημονικών Συλλογών και Παραρτημάτων αυτού..., όπου περιλαμβάνεται και το πρόγραμμα των μαθημάτων που πρόκειται να διδαχθούν κατά το χειμερινό εξάμηνο (μια σειρά τέτοιων φυλλαδίων υπάρχει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη). Η παραπάνω Αναγραφή

ενσωματώνεται από το 1880 και στις ετήσιες λογοδοσίες των πρυτάνεων, με τη διαφορά ότι τα προγράμματα που δημοσιεύονται εδώ αφορούν τα «διδαχθέντα» κατά το χειμερινό κυρίως εξάμηνο μαθήματα και κάποτε τα «διδαχθησόμενα». Έντυπα προγράμματα μαθημάτων (του χειμερινού και θερινού εξαμήνου) σώζονται στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βλ. Π. Κιμουρτζής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., II, σ. 35 κ.εξ.

68. Π.Σ., 14 Δεκ. 1838.

69. Οι διατριβές που δημοσιεύθηκαν μαζί με προγράμματα μαθημάτων είναι τρεις : α) του καθηγητή της Φιλοσοφικής L. Ross με θέμα την αρχαιολογία της νήσου Σικίνου (Πίναξ των εν τω Β. Οθωνείω Πανεπιστημείω κατά την χειμερινήν εξαμηνίαν από πρώτης Οκτωβρίου 1837 μέχρι του Πάσχα 1838 παραδοθησομένων μαθημάτων, Αθήνα 1837), β) του καθηγητή της Θεολογικής Μισαήλ Αποστολίδη με θέμα τον Ιωάννη Δαμασκηνό και τα συγγράμματά του (Πίναξ των εν τω Β. Οθωνείω Πανεπιστημείω κατά την θερινήν εξαμηνίαν από της 11 Απριλίου 1838 μέχρι της 15 Ιουλίου παραδοθησομένων μαθημάτων, Πειραιάς 1838) και γ) του ίδιου με θέμα τις θεολογικές σπουδές, στον τύπο της «προσλαλιάς» προς τους φοιτητές (Πίναξ των εν τω Β. του Όθωνος Πανεπιστημίω κατά την χειμερινήν εξαμηνίαν από 1. Οκτωβρίου του 1840 μέχρι του Πάσχα του 1841 παραδοθησομένων μαθημάτων, Αθήνα 1840).

70. Βαμπάς, Νόμοι, ο. 89.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/204.gif&w=600&h=915

σπουδών τους. Κατά συνέπεια, όσοι ενδιαφέρονταν για το δίπλωμα ήταν

υποχρεωμένοι να παρακολουθούν κανονικά τα μαθήματά τους. Κάτι ανάλογο ίσχυε και για εκείνους που διέκοπταν τις σπουδές τους και θα ήθελαν, για

επαγγελματικους κυρίως λόγους, μια βεβαίωση (άποφοιτήριο) ότι παρακολούθησαν έναν κύκλο μαθημάτων71. Απαραίτητη προϋπόθεση και για την έκ

δοση της βεβαίωσης αυτής ήταν η τακτική φοίτηση, που αποδεικνυόταν από τα πιστοποιητικά ακροάσεως.

Όλα αυτά όμως δεν εφαρμόζονταν σχολαστικά. Ένας φοιτητής, για παράδειγμα, μπορούσε να εξασφαλίσει σχετικά εύκολα από τον αρμόδιο καθηγητή ένα πιστοποιητικό ακροάσεως που θα του επέτρεπε να προσέλθει στις διπλωματικές εξετάσεις, ανεξάρτητα από τη συχνότητα με την οποία παρακολούθησε τα μαθήματά του. Η ελαστικότητα αυτή, απόρροια της φιλελεύθερης αντιμετώπισης των φοιτητών, ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό την αρχή της

υποχρεωτικής φοίτησης. Πραγματικά, πολλοί φοιτητές σπάνια πήγαιναν στις παραδόσεις, ενώ αρκετοί δεν βρίσκονταν καν στην Αθήνα, καθώς εργάζονταν ως εκπαιδευτικοί και υπάλληλοι σε διάφορες πόλεις και δεν εμφανίζονταν στο Πανεπιστήμιο παρά στο τέλος του έτους η λίγο πριν από τις διπλωματικές

εξετάσεις για να πάρουν πιστοποιητικά ακροάσεως72.

Αλλά και εκείνοι που φοιτούσαν τακτικά στο Πανεπιστήμιο δεν παρακολουθούσαν όλα τα μαθήματα. Έκαναν επιλογές με βάση τα προσωπικά τους

ενδιαφέροντα, αλλά και με κριτήρια που είχαν σχέση με την προσωπικότητα των καθηγητών, με τη διδακτική τους ικανότητα και μάλιστα με το αν παρέδιδαν «καθ' υπαγόρευσιν», χρησιμοποιώντας τετράδια με την ύλη του μαθήματος, η «διά ζώσης»73. Έτσι, οι αίθουσες όπου δίδασκαν καθηγητές που φη-

71. Βλ. εδώ, σ. 407-408.

72. Συχνές είναι οι καταγγελίες που φτάνουν στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου, ότι φοιτητές που εργάζονται στην επαρχία παίρνουν αποδεικτικά παρακολούθησης των μαθημάτων χωρίς να εμφανίζονται στις παραδόσεις. Βλ. για παράδειγμα, Π.Σ., 14 Οκτ. 1867. Πβ. Βασίλειος Φαρσής, Η δημοσία εκπαίδευσις και το διδασκαλικόν εν Ελλάδι, Πάτρα 1868, σ. 91-92, όπου για την ευκολία με την οποία έπαιρναν αποδείξεις ακροάσεως οι φοιτητές της Νομικής.

73. Φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής στα χρόνια 1867-1871, ο Σπυρίδων Λάμπρος θυμάται πολλά χρόνια αργότερα ότι στη σχολή αυτή «δύο και μόνοι καθηγηταί εδίδασκον καρποφορώτατα από ζώσης, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, οι δε λοιποί πλην των ερμηνευτών διδάσκοντες μαθήματα θεωρητικά

ανεγίνωσκον κατά το μάλλον και ήττον από τετραδίου ή και υπηγόρευον εις τους φοιτητάς το κείμενον του υπ' αυτών συντεταγμένου εγχειριδίου» (βλ. την ανέκδοτη πραγματεία του: «Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι κατά τον πρώτον αιώνα της παλιγγενεσίας μετά προεισαγωγής περί των ελληνικών ιστορημάτων επί Τουρκοκρατίας», κεφ.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/205.gif&w=600&h=915

φημίζονταν για το ρητορικό τους ταλέντο η είχαν μια προσωπική γοητεία «γέμιζαν ασφυκτικά» από φοιτητές όχι μόνο της σχολής στην οποία ανήκε το μάθημα, άλλα και από φοιτητές άλλων σχολών74. Αντίθετα, ολιγάριθμο ήταν το

ακροατήριο που συγκέντρωναν στα μαθήματά τους καθηγητές οι οποίοι δεν είχαν, κατά την κρίση των φοιτητών, τα παραπάνω προσόντα η δεν ήταν σε θέση, λόγω ηλικίας, να ανταποκριθούν επαρκώς στα διδακτικά τους καθήκοντα. Το ακροατήριό τους πύκνωνε μόνο την εποχή που έδιναν πιστοποιητικά

ακροάσεως. Η πανεπιστημιακή φιλολογία μας έχει αφήσει πολλά παραδείγματα της διαφορετικής απήχησης των καθηγητών στους φοιτητές.

Φοιτητής το 1874 στη Φιλοσοφική, ο Αλέξ. Παπαδιαμάντης μιλάει αρκετά χρόνια αργότερα για το φοιτητικό ακροατήριο του Φ. Ιωάννου, του Ν. Κοτζιά, του Φρ. Πυλαρινού, του Κ. Κόντου και άλλων καθηγητών του75. Ο Φ. Ιωάννου, σημειώνει, «μη έχων εξωτερικά γνωρίσματα, δεν είλκυε τους ακροατάς»· στο τελευταίο μάθημά του όμως η αίθουσα γέμιζε από φοιτητές, διότι την ημέρα αυτή «υπηγόρευεν εις όλους την απόδειξιν της ακροάσεως, αλ

λά τους υπεχρέωνε να προσθέσουν εις το κείμενον : "ηκροάσθη, ως αυτός λίγα"». Ολιγάριθμο ήταν και το ακροατήριο του Ν. Κοτζιά (δεν είχε παραπάνω από 25-30 φοιτητές), αλλά και στο δικό του τελευταίο μάθημα παρουσιάζονταν τριακόσιοι «και εις όλους υπηγόρευε την απόδειξιν ανεπιφυλάκτως». Ελάχιστη απήχηση είχε και ο Φρ. Πυλαρινός, του οποίου οι ακροατές, «συμπεριλαμβανομένων τριών καλογήρων, δύο γερόντων με γυαλιά, και 5-6 ισοβίων φοιτητών, οι οποίοι ποτέ δεν έλειψαν, δεν υπερέβησαν ποτέ τους δέκα η δώδεκα»76. Αντίθετα, τα μαθήματα του Κ. Κόντου παρακολουθούσε πλήθος

ΙΖ', σ. 6, Αρχείο Σπυρίδωνος Λάμπρου, Ιστορικό Σπουδαστήριο του Τμήματος Ιστο

ρίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών). Τα ίδια γράφει το 1849 και ο Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Ραγκαβή: «Πάντοτε είπα και φρονώ και λέγω», του γράφει, «ότι Υμείς μόνος και ο Παπαρρηγόπουλος θα δείξετε εις την Ελλάδα πώς διδάσκουν από καθέδρας Καθηγητού, πώς διδάσκουν ιδίως χωρίς τετραδίου, του τετραδίου εκείνου, το οποίον, καθώς τοσάκις Σας είπον, με πνίγει, με σφάζει, με απελπίζει...» (Αρχείο Α. Ρ. Ραγκαβή, Επιστημονική δραστηριότης, φάκ. 27, επιστ. από 6/18 Νοεμ. 1849, ΚΕΙΝΕ Ακαδημίας Αθηνών).

74. Βλ. για παράδειγμα τη μαρτυρία του Baird που παραθέτει ο Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Β', σ. 325-326.

75. Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος, επιμ. Παν. Μουλλάς, Αθήνα, Ερμής, 1974, σ. 243-244.

76. Στο ολιγάριθμο ακροατήριο του Πυλαρινού αναφέρεται και ο Κωστής Παλαμας, φοιτητής της Νομικής το 1875, σημειώνοντας : «Οι κακές γλώσσες αναφέρουν πώς ύστερ' από το μάθημά του τρατάριζε ευγενικώτατα τους δύο τρεις μαθητάδες του στο γειτονικό ζαχαροπλαστείο» (Κωστή Παλαμά Άπαντα, τ. Δ', Αθήνα, Μπίρης, χ.χ., σ. 447).

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/206.gif&w=600&h=915

φοιτητών: η αίθουσα όπου δίδασκε γέμιζε από ακροατές, «όχι μόνον φιλολόγους, αλλ' εξ όλων των σχολών, τους πλείστους όρθιους ισταμένους». Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία, του Λορέντσου Μαβίλη -φοιτητή της Φιλοσοφικής το 1878-, η οποία κινείται προφανώς στον χώρο της ανεκδοτολογίας, ο Κοτζιάς είχε τόσο λίγους ακροατές ώστε αναγκαζόταν «να πληρώνη οκτώ έως δέκα άτομα την ημέρα να πηγαίνουν να τον ακούνε για να μη χάση τη θέσι για την οποίαν πληρώνεται κι' έτσι ξοδεύει ένα τέταρτο και τα υπόλοιπα τρία τέταρτα κρατάει για τον εαυτό του»77. Βέβαια οι μαρτυρίες αυτές αναφέρονται κυρίως σε καθηγητές προχωρημένης ηλικίας, οι οποίοι ήταν φυσικό να μην ελκύουν πλέον το ενδιαφέρον των φοιτητών. Μας δίνουν όμως μια γενική εικόνα της διαφορετικότητας των φοιτητικών ακροατηρίων και επιβεβαιώνουν παράλληλα το γνωστό και από άλλες πανεπιστημιακές πηγές φαινόμενο της χορήγησης πιστοποιητικών ακροάσεως σε φοιτητές που δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα.

Είναι αυτονόητο ότι η πυκνότητα του ακροατηρίου δεν άφηνε αδιάφορους τους καθηγητές. Ο Στέφ. Κουμανούδης αγωνιά το 1847 αν θα συνάξει αρκετούς φοιτητές στο μάθημά του και αισθάνεται ικανοποίηση διαπιστώνοντας ότι ο Κ. Κοτζιάς έχει λιγότερους φοιτητές απ' αυτόν, μολονότι το αντικείμενο του μαθήματος του είναι «περιεργότερον»78. Η αγωνία του αυτή δεν είναι αδικαιολόγητη. Μπορεί η πυκνότητα του ακροατηρίου να μην επηρέαζε την

επαγγελματική θέση ενός καθηγητή -μολονότι υπήρχε και αυτός ο φόβος-, ωστόσο έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας του ως ακαδημαϊκού δασκάλου.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, η ελλιπής φοίτηση ήταν ένα από τα προβλήματα που απασχολούσαν το Πανεπιστήμιο. Στη Νομική Σχολή, παρατηρεί το 1872 ο πρύτανης Ευθ. Καστόρχης, είναι γραμμένοι γύρω στους 500 φοιτητές και έπρεπε κανονικά τα 3/4 τουλάχιστο απ' αυτούς να παρευρίσκονται στις παραδόσεις· «και όμως ουδέν ακροατήριον του Πανεπιστημίου χωρεί πλέον των 200, μόλις δε τόσοι υπάρχουσιν ενίοτε ακροαταί νομικών τίνων. Και όμως πάντες λαμβάνουσι ακροάσεως αποδεικτικά παρά των καθηγητων...»79. Δεν λείπουν επίσης και οι καταγγελίες καθηγητών ότι φοιτητές οι οποίοι ουδέποτε πήγαν στις παραδόσεις τους εμφανίζονται στο σπίτι τους,

77. Λορέντσος Μαβίλης, επιμ. Μαρία Μαντουβάλου, σειρά Απαντα των Νεοελλήνων Κλασσικών, τ. Β', Αθήνα χ.χ., σ. 391 (επιστολή του Μαβίλη από 14/26 Ιαν. 1878).

78. Ημερολόγιον 1845-1867 Στεφάνου Α. Κουμανούδη, μεταγραφή Στέφ. Ν. Κουμανούδης, επιμέλεια-επιλεγόμενα Άγγ. Π. Ματθαίου, Αθήνα, Ίκαρος, 1990, σ. 73,80.

79. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 18.

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/207.gif&w=600&h=915

ζητώντας πιστοποιητικά ακροάσεως. Τα σχετικά επεισόδια κυκλοφορούν ως «ανέκδοτα» στο Πανεπιστήμιο, αλλά και έξω απ' αυτό, προσλαμβάνοντας συχνά υπερβολικές διαστάσεις, και χρησιμοποιούνται για να δείξουν από τη μια μεριά το «θράσος» των φοιτητών και από την άλλη την ελαστική μεταχείριση τους από τους καθηγητές και, τελικά, την αποτυχία του θεσμού των πιστοποιητικών ακροάσεως. Χαρακτηριστική είναι η ομολογία του Φ. Ιωάννου στη Σύγκλητο το 1868: «Αι πλείσται των αποδείξεων τας οποίας δίδομεν εις τους φοιτητάς είναι ψευδείς»80.

Οι πανεπιστημιακές αρχές στην προσπάθειά τους να φέρουν τους φοιτητές στις αίθουσες παραδόσεων χρησιμοποιούν κατά καιρούς διάφορα μέσα. Απαγορεύουν σ' αυτούς να φεύγουν από την Αθήνα πριν από το τέλος των διακοπών χωρίς άδεια του πρύτανη81 η επιχειρούν να τους πείσουν με νουθεσίες, ανάλογες με εκείνες που βρίσκουμε στους Οδηγούς σπουδών, να κάνουν λελογισμένη χρήση των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Παράλληλα όμως συζητούνται και άλλες ριζικότερες λύσεις. Καθηγητές με γαλλική κυρίως παιδεία και οπαδοί ενός συγκεντρωτικού εκπαιδευτικού συστήματος, θεωρούν ότι η ελλιπής φοίτηση αποτελεί μέρος ενός γενικότερου προβλήματος, που έχει τις ρίζες του στο φιλελεύθερο γερμανικό μοντέλο που έχει υιοθετήσει το Πανεπιστήμιο82 . Γι' αυτούς η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην αναδιάρθρωση του συστήματος σε αυστηρότερη βάση και στον περιορισμό των δικαιωμάτων των φοιτητών.

Το πρόβλημα της ελλιπούς φοίτησης φαίνεται ότι ήταν πιο έντονο στα γενικά μαθήματα που διδάσκονταν στη Φιλοσοφική. Και τα μαθήματα αυτά -όπως και τα ειδικά κάθε σχολής- ήταν υποχρεωτικά και οι φοιτητές δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος στις πτυχιακές εξετάσεις αν δεν είχαν πιστοποιητικά ακροάσεως από τους αρμόδιους καθηγητές της Φιλοσοφικής και αν δεν είχαν προηγουμένως εξεταστεί επιτυχώς σ' αυτά. Η εξέτασή τους γινόταν «είτε κατά το τέλος εκάστου μαθήματος, είτε μετά το τέλος όλων των μαθημάτων τούτων εν γένει»83. Παρά ταύτα, η παρακολούθηση των γενικών μαθημάτων δεν ήταν τακτική, ιδιαίτερα από την πλευρά των φοιτητών της Νομικής και της Ιατρικής, οι οποίοι τα θεωρούσαν περιττό βάρος που τους αποσπούσε

80. Π.Σ., 20 Μαρτίου 1868.

81. Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854;], σ. 11. Πβ. Ν. Κωστής-Κ. Κοντογόνης, Λόγοι, 1855, σ. 3-4.

82 . Ν. I. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, β' εκδ., τ. Ε', Αθήνα 1875, σ. 415. Βλ. και εδώ, σ. 283-285.

83. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 89.

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/208.gif&w=600&h=915

από τα μαθήματα της σχολής τους. Η αρνητική στάση τους απέναντι στα γενικά μαθήματα εκδηλώνεται αρκετά νωρίς. «Ο οργανισμός [του Πανεπιστημίου]», αναφέρεται σ' ένα φοιτητικό φυλλάδιο του 1849, «απαιτεί διά τους φοιτητάς των δύω σχολών [της Νομικής και της Ιατρικής] σπουδήν και σωρείας τίνος φιλολογικών μαθημάτων, άνευ των οποίων ούτε εις εξετάσεις είνε δεκτός τις, ούτε διδάκτωρ ν' αναγορευθή επομένως δύναται. Τοιαύτη απαίτησις, την οποίαν αξιοί ο τοιούτος οργανισμός δεν γίνεται με τοιαύτην σύγχυσιν ούτε εις την Γαλλίαν ουδ' εις άλλην της Ευρώπης ακαδημίαν αν δεν απατώμεθα- και μόλον τούτο εις τα φωτεινά αυτά έθνη οι φοιτηταί υποχρεούν

ται εις μόνον τα ειδικά μαθήματα της επιστήμης...»84.

Είναι πιθανό ότι οι φοιτητές δεν εκφράζουν εδώ μόνο προσωπικές απόψεις τους, αλλά και τη θέση καθηγητών της Νομικής ή και της Ιατρικής, οι οποίοι πίστευαν ότι τα γενικά μαθήματα η τουλάχιστο ορισμένα απ' αυτά δεν ήταν

απολύτως απαραίτητα στους φοιτητές τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η Νομική δεχόταν σε αρκετές περιπτώσεις στις διπλωματικές εξετάσεις και φοιτητές οι οποίοι δεν είχαν αποδείξεις ακροάσεως στα γενικά μαθήματα και μάλιστα δεν είχαν εξεταστεί σ' αυτά85. Ανάλογη φαίνεται ότι ήταν και η στάση της Ιατρικής. Η τελευταία γύρω στο 1865 μεταφέρει στην πρυτανεία αίτηση των φοιτητών της, με την οποία ζητούσαν να απαλλαγούν από τις εξετάσεις στα γενικά μαθήματα με το αιτιολογικό ότι τα είχαν σπουδάσει επί χρόνια στο Γυμνάσιο86. Όλα αυτά ήταν φυσικό να επηρεάζουν και τη στάση των καθηγητών της Φιλοσοφικής που ήταν υπεύθυνοι για τα γενικά μαθήματα, τόσο ως προς τη χορήγηση πιστοποιητικών ακροάσεως όσο και ως προς τις εξετάσεις, τις οποίες μάλιστα διεξήγαγαν ενίοτε στο σπίτι τους87.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο θεσμός των γενικών μαθημάτων δεν λειτούργησε αποτελεσματικά, κάτι που επισημαίνουν άλλωστε συχνά οι πανεπιστημιακές αρχές, άλλοτε για να καταγγείλουν την ελλιπή παρακολούθηση των γενικών μαθημάτων και άλλοτε για να εκφράσουν την απογοήτευσή τους για την αποτυχία του θεσμού. Οι φοιτητές, σημειώνει το 1868 ο πρύτανης Θ. Ορ

φανίδης, «δεν φοιτώσι τακτικώς [στα γενικά μαθήματα], και μόνον κατά την

εποχήν των διδακτορικών αυτών εξετάσεων επισκέπτονται κατ' οίκον τους διδάσκοντας αυτά καθηγητάς, όλως απαράσκευοι, και τρόπον τινά διά τον τύ-

84. Περί της καταστάσεως του Πανεπιστημίου της Ελλάδος υπό τίνων φοιτητών, Αθήνα 1849, σ. 8.

85. Π.Σ.Ν.Σ.,21 Οκτ. 1848,17 Ιαν. 1849 και 3 Δεκ. 1849.

86. Η. Μητσόπουλος, Λόγος, 1865, σ. 12.

87. Κ. Βουσάκης, Λόγος, 1872, σ. 13 και Γ. Μακκάς, Λόγος, 1875, σ. 7-8.

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/209.gif&w=600&h=915

τύπον μόνον ίνα λάβωσι το απαιτούμενον αποδεικτικόν ακροάσεως, ενίοτε δε και χωρίς να υπάγωσιν άπαξ καν εις το μάθημα αυτών»88. Τρία χρόνια αργότερα ο πρύτανης Κ. Βουσάκης εκφράζει τη λύπη του, γιατί «καίτοι σπουδαιότατοι, οι γενικοί και βοηθητικοί ούτοι κλάδοι των ανθρωπίνων γνώσεων (...) τίθενται εν ήττονι λόγω προς ζημίαν αυτής της των φοιτητών μορφώσεως»89.

Το Πανεπιστήμιο δεν είχε βέβαια πολλούς τρόπους να επιβάλει στους φοιτητές να παρακολουθούν τα γενικά μαθήματα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φροντίσει, σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, να διευθετήσει κάπως τα πράγματα έτσι ώστε οι εξετάσεις να διενεργούνται σε τακτό χρόνο και να εφαρμόσει αυστηρότερα τα σχετικά με τις προϋποθέσεις συμμετοχής των φοιτητών στις διπλωματικές εξετάσεις. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται ένα διάταγμα που εκδόθηκε το 1882, πιθανώς μετά από παρέμβαση του Πανεπιστημίου90. Σ' αυτό προβλέπεται ότι οι φοιτητές όλων των σχολών θα εξετάζονται «διά μιας εις τα γενικά και αναγκαία μαθήματα (...) υπό των διδασκόντων αυτά καθηγητών, συνερχομένων δημοσία υπό την προεδρείαν του αρμοδίου κοσμήτορος» και ότι δεν θα γίνονται δεκτοί στις πτυχιακές εξετάσεις όσοι δεν προσκομίζουν «απόδειξιν ευδοκιμήσεως» στις εξετάσεις των γενικών μαθημάτων.

Και η ρύθμιση αυτή όμως δεν απέδωσε. Αντίθετα, δημιούργησε μεγαλύτερες αντιδράσεις. Το 1884 οι φοιτητές της Νομικής και της Ιατρικής θα ζητήσουν με θορυβώδεις εκδηλώσεις και αναφορές προς τις σχολές τους και το

υπουργείο Παιδείας να απαλλαγούν από τις εξετάσεις στη γενική ιστορία και τα μαθηματικά91. Στο πλευρό των φοιτητών θα ταχθεί και η Νομική Σχολή. Το

υπουργείο Παιδείας όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους. Ανάλογες εκδηλώσεις σημειώνονται και στα επόμενα χρόνια. Με αφορμή την έκδοση ενός διατάγματος, τον Οκτώβριο του 1894, που επέμενε ότι οι φοιτητές της Νομικής έπρεπε να εξετάζονται προφορικά στη γενική ιστορία (αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη) και στη θεωρητική και πρακτική φιλοσοφία, οι φοιτητές διαμαρτυρήθηκαν και πάλι στη σχολή τους και στο υπουργείο Παιδείας, ζητώντας να καταργηθούν τα γενικά μαθήματα, διότι παρακωλύουν τις κύριες σπουδές τους. Το υπουργείο Παιδείας θα αναγκαστεί αυτή τη φορά να υποχωρήσει, καταργώντας το διάταγμα και κάθε άλλη προηγούμενη διάταξη που επέ-

88. Θ. Ορφανίδης, Λόγος, 1868, σ. 64.

89. Κ. Βουσάκης, Λόγος, 1872, σ. 13.

90. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 73.

91. Βλ. εφ. Ακρόπολις, αρ. 948,9 Δεκ. 1884 και αρ. 949,11 Δεκ. 1884.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/210.gif&w=600&h=915

επέβάλλε στους φοιτητές της Νομικής να εξετάζονται στα γενικά μαθήματα92.

Το γεγονός ότι οι διαμαρτυρίες των φοιτητών εντοπίζονται μόνο στη γενική ιστορία και τη φιλοσοφία δείχνει ότι ο αριθμός των γενικών μαθημάτων στη Νομική, αλλά και στις άλλες σχολές, είχε αρχίσει ήδη να μειώνεται. Πραγματικά, το Πανεπιστήμιο και το υπουργείο Παιδείας, κάτω από την πίεση των φοιτητών αλλά και των επιμέρους σχολών, είχαν αναγκαστεί να τα περιορίσουν στα απολύτως απαραίτητα. Έτσι, τα στοιχειώδη μαθηματικά είχαν πάψει από νωρίς να διδάσκονται σε όλες τις σχολές, γιατί τα παρακολουθούσαν

ελάχιστοι φοιτητές93, ενώ το φυσικό δίκαιο έγινε αποκλειστικό μάθημα των φοιτητών της Νομικής· οι φοιτητές των άλλων σχολών και αν το παρακολουθούσαν, δεν φαίνεται να το εξετάζονταν. Από την Ιατρική αφαιρέθηκαν σταδιακά τα κλασικά γενικά μαθήματα και η ονομασία αυτή δόθηκε σε ορισμένα μαθήματα που ανήκαν προηγουμένως στα ειδικά94. Κάτι ανάλογο έγινε και στη Φιλοσοφική, όπου το 1891 το υπουργείο Παιδείας έκανε δεκτή γνώμη του μαθηματικού και φυσικού τμήματος, οι φοιτητές του τελευταίου να εξετάζονται στις γενικές εξετάσεις αναλυτική γεωμετρία, στοιχειώδη μηχανική, ανώτερη άλγεβρα, σφαιρική τριγωνομετρία95. Εκτός, λοιπόν, από τη μείωση των παραδοσιακών γενικών μαθημάτων, παρατηρούμε ότι και ο σχετικός όρος αλλάζει περιεχόμενο, καθώς μεταπίπτουν στην κατηγορία των γενικών μαθημάτων αρκετά μαθήματα που ανήκαν πριν στα ειδικά96.

92. Βλ. Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 45-52 και I. Χατζιδάκις, Τα κατά την πρυτανείαν, 1896, σ. 2-4. Για τις διαμαρτυρίες των φοιτητών βλ. εφ. Εστία, αρ. 278,279,1011 Δεκ. 1894 και αρ. 313, 314, 317,18-22 Ιαν. 1895.

93. Βλ. Π.Σ., 20 Μαρτ. 1868 και Θ. Ορφανίδης, ό.π., σ. 64.

94. Με αίτημα της Ιατρικής Σχολής το υπουργείο Παιδείας αποφασίζει το 1884 «όπως τα μέχρι τούδε εν τοις ειδικοίς καταλεγόμενα μαθήματα της Χημείας και της Βοτανικής υπαχθώσιν εις την κατηγορίαν των (...) γενικών μαθημάτων». Παρίσης, Συλλογή, τ. Β', σ. 1.

95. Στο ίδιο, τ. Γ', σ. 58.

96. Μια εικόνα των σχετικών αλλαγών που είχαν γίνει ως τις αρχές της δεκαετίας του 1890 μας δίνει ο Οδηγός των φοιτητών του Εθνικού Πανεπιστημίου του 1893, των Α. Κολιαλέξη-Κ. Ξανθοπουλίδη (βλ. σημ. 65), όπου ως γενικά μαθήματα ορίζονται: στη Θεολογική Σχολή η φιλοσοφία (μεταφυσική, ηθική, ψυχολογία), η γενική ιστορία (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και η εβραϊκή γραμματική· στη Νομική η φιλοσοφία και η γενική ιστορία· στην Ιατρική η βοτανική, η χημεία, η φυσική, η ορυκτολογία, η γεωλογία και η ζωολογία· στο φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής η φιλοσοφία, η πειραματική φυσική και η γενική ιστορία- στο φυσικό τμήμα η φιλοσοφία, η γενική ιστο

ρία, η τριγωνομετρία, η αναλυτική γεωμετρία, η ανώτερη άλγεβρα, η στοιχειώδης μηχανική και στο μαθηματικό τμήμα η φιλοσοφία, η γενική ιστορία, η φυσική, η ορυκτολογία, η ζωολογία, η γεωλογία. Προγράμματα γενικών μαθημάτων, με διαφορές όμως

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/211.gif&w=600&h=915

Οι αλλαγές αυτές εκφράζουν μια νέα αντίληψη στην οργάνωση των σπουδών, που χαρακτηρίζεται από ένα σαφώς πρακτικότερο πνεύμα. Η κυρίαρχη

αντίληψη ότι το Πανεπιστήμιο δεν αποσκοπεί στην παροχή ειδικών μόνο γνώσεων στους φοιτητές, αλλά και μιας γενικής παιδείας που θα συμβάλει στην πνευματική τους καλλιέργεια, έχει πλέον υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε μια νέα αντίληψη που ευνοούσε την εξειδίκευση και τον επαγγελματισμό και

έδινε ιδιαίτερο βάρος στην καλλιέργεια των επιστημών. Στο πλαίσιο αυτό

εντάσσεται η βαθμιαία υποχώρηση των γενικών μαθημάτων -τα οποία θα καταργηθούν ολοκληρωτικά με τον Οργανισμό του 1911- αλλά και ένα θετικιστικό πνεύμα που επικρατεί στο Πανεπιστήμιο στα τέλη του αιώνα και συμβαδίζει με αντίστοιχες ανάγκες και αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας. Το νέο αυτό πνεύμα εκφράζει η ανεξαρτητοποίηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική Σχολή το 1904, αλλά και άλλες αλλαγές που δρομολογούνται την εποχή αυτή.

Απ' όσα είπαμε παραπάνω σχετικά με τον θεσμό των γενικών μαθημάτων, φάνηκε νομίζω ότι η λειτουργία του στο ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν ήταν απρόσκοπτη- αντίθετα, συνάντησε αρκετές δυσκολίες στην εφαρμογή του. Ωστόσο η σημασία του για τις πανεπιστημιακές σπουδές κάθε άλλο παρά αμελητέα ήταν. Θεσμός με γερμανική προέλευση και συστατικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, τα γενικά μαθήματα αποτέλεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα το ενοποιητικό στοιχείο στην ποικιλία των ειδικών επιστημονικών μαθημάτων προσέδωσαν μια θεωρητική χροιά στην εκπαίδευση των φοιτητών και συνεισέφεραν στη γενική παιδεία τους.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Σε όλον τον 19ο αιώνα αλλά και αρκετά αργότερα ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα το Πανεπιστήμιο και ιδιαίτερα τους φοιτητές είναι η έλλειψη πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Οι περισσότεροι καθηγητές δεν εκδίδουν, για διάφορους λόγους, τις παραδόσεις τους. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται σε όλες τις σχολές και ιδιαίτερα στη Φιλοσοφική, όπου καθηγητές με πολύχρονο και καρποφόρο διδακτικό έργο, όπως ο Θ. Μανούσης και ο Φ. Πυλαρινός

από αυτά του 1893, και σχετικές διατάξεις βλ. και στις συλλογές : Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 5-21 (εδώ το σύνολο των μαθημάτων), 46 και Νόμοι και διατάγματα, 1901, σ. 17-19, 26-27. Πβ. Χαράλαμπος Μακρίδης, Οδηγός της Ελλάδος μετά ημερολογίου και πολλών πρακτικών γνώσεων, 1889, Αθήνα 1888, σ. 189-190, όπου όμως οι σχετικές πληροφορίες δεν φαίνονται ακριβείς.

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/212.gif&w=600&h=915

ρινός, δεν εξέδωσαν κανένα πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Η απουσία συγγραμμάτων υποχρέωνε τους φοιτητές να κρατούν σχολαστικά σημειώσεις την ώρα του μαθήματος. Τα τετράδια των παραδόσεων αντιγράφονταν κατόπιν και κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, ενώ υπάρχουν και μαρτυρίες ότι πωλούνταν97 . Η συνεχής αντιγραφή είχε ως αποτέλεσμα να αλλοιώνεται συχνά το αρχικό κείμενο από τα λάθη και τις επεμβάσεις των διαδοχικών αντιγραφέων. Πόσο μεγάλη ήταν η έκταση της αντιγραφής φαίνεται από το πλήθος των χειρόγραφων τετραδίων με πανεπιστημιακές παραδόσεις που έχουν διασωθεί σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές98. Αρκετά από τα κείμενα που περιέχουν δεν εκδόθηκαν ποτέ από τους συγγραφείς τους και είναι γνωστά μόνο στη μορφή που μας τα παρέδωσαν οι αντιγραφείς τους.

Το θέμα της αντιγραφής των παραδόσεων αποτέλεσε σε όλον τον 19ο αιώνα αντικείμενο οξείας κριτικής. Έλληνες αλλά και ξένοι παρατηρητές των πανεπιστημιακών πραγμάτων αναφέρονται συχνά στην «ταλαιπωρία» και την «καταδίκη» των φοιτητών να αντιγράφουν τις παραδόσεις των καθηγητών τους και στις αρνητικές συνέπειες που είχε η πρακτική αυτή στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. «Η μεγάλη έλλειψη κατάλληλων διδακτικών βιβλίων δημιουργεί δυσμενέστατες συνθήκες για τους φοιτητές που είναι υποχρεωμένοι να μετατρέπουν την απλή διαδικασία των σημειώσεων σε επίπονη επιχείρηση, και να ξοδεύουν στη χειρωνακτική αυτή εργασία πολύ χρόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται πολύ πιο αποδοτικά στην ανάγνωση κειμένων σχετικών με τα θέματα των μαθημάτων», γράφει στα μέσα του 19ου αιώνα ένας ξένος επισκέπτης του Πανεπιστημίου99. Η εργασία της αντιγραφής θεωρείται

επίσης επισφαλής, αφού, όπως παρατηρεί ένας πανεπιστημιακός καθηγητής το 1860, «τα από της ακροάσεως γραφόμενα τετράδια και σημειώσεις [δεν] γράφονται πάντοτε ακριβώς διά την ταχύτητα της διδασκαλίας και μάλιστα

97. Βλ. εφ. Αυγή, αρ. 1027,14 Απρ. 1862, όπου αναφέρεται ότι ένα αντίγραφο της φιλοσοφίας του Φ. Ιωάννου στοιχίζει 100-125 δρχ.

98. Μια συλλογή πανεπιστημιακών παραδόσεων διαφόρων καθηγητών σώζεται στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος (ΠΠ), ενώ παρόμοια χειρόγραφα βρίσκονται διάσπαρτα σε πολλές άλλες βιβλιοθήκες. Σημαντικός είναι ο αριθμός των σωζόμενων παραδόσεων του καθηγητή της φιλοσοφίας Φ. Ιωάννου, γεγονός που εξηγείται από τη μακρόχρονη θητεία του στο Πανεπιστήμιο, αλλά και από το ότι το μάθημα της φιλοσοφίας, που δίδασκε, ανήκε στα γενικά μαθήματα και το παρακολουθούσαν όλοι οι φοιτητές. Τετράδια πανεπιστημιακών του παραδόσεων σώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος (χφ. 2589), στη μονή Λειμώνος της Λέσβου (χφ. 362), στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Λάρισας (χφ. 9) κ.ά.

99. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Β', σ. 325.

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/213.gif&w=600&h=915

υπό των νέων φοιτητών, μη δυναμένων έτι να διαστείλωσι το ουσιώδες του ήττον ουσιώδους»100.

Μια πρόχειρη λύση για την απαλλαγή των φοιτητών από την αντιγραφή ήταν η στενογράφηση και έκδοση των πανεπιστημιακών παραδόσεων από τους ίδιους τους φοιτητές. Πραγματικά, από τα μέσα του αιώνα κάνουν την

εμφάνισή τους ορισμένες τέτοιες εκδόσεις. Το 1855 εκδίδονται από ένα φοιτητή, προφανώς της Νομικής, οι παραδόσεις διοικητικού δικαίου του Περικλή Αργυρόπουλου101, ενώ το 1860 ο φοιτητής Γ. Βλάχος, γνωστός αργότερα από τις λογοτεχνικές του ενασχολήσεις, εκδίδει τις παραδόσεις του γαλλικού δικαίου του Μάρκου Ρενιέρη102. Η εκτύπωση του δεύτερου αυτού βιβλίου έγινε στο τυπογραφείο της εφημερίδας Το Μέλλον της Πατρίδος, που εκδιδόταν από φοιτητές και διδάκτορες του Πανεπιστημίου, και αποτελεί μια από τις πολλές εκδηλώσεις του ενδιαφέροντος της εφημερίδας για τα φοιτητικά ζητήματα103. Κανονικά οι εκδότες των παραδόσεων έπαιρναν την άδεια των αρμόδιων καθηγητών. Αυτό όμως δεν συνέβαινε πάντα, όπως δείχνει η περίπτωση ενός απόφοιτου της Νομικής, ο οποίος τύπωσε το 1863 τις παραδόσεις του φυσικού δικαίου του Φ. Ιωάννου που κυκλοφορούσαν χειρόγραφες, χωρίς την

άδειά του, με δικές του διορθώσεις και προσθήκες104. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε τις διαμαρτυρίες του Φ. Ιωάννου, ο οποίος προσέφυγε στα δικαστήρια

100. Βλ. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 48. Η πρακτική της παράδοσης των μαθημάτων από «τετράδια» γίνεται αντικείμενο κριτικής και στο γνωστό φοιτητικό φυλλάδιο Περί της καταστάσεως του Πανεπιστημίου της Ελλάδος, ό.π., σ. 8.

101. Εισαγωγική ακρόασις του Διοικητικού Δικαίου, διδασκομένου εν τω Πανεπιστήμιω παρά του καθηγητού Π. Αργυροπούλου, στενογραφηθείσα και εκδοθείσα παρά του Ο. Μ. φοιτητού, Αθήνα 1855.

102. Στενογραφικά δοκίμια κατά το σύστημα του Φρ. Ξ. Γαβελσβέργερ. Μαθήματα του Γαλλικού Δικαίου παραδοθέντα εν τω Οθωνείω Πανεπιστήμιω κατά την χειμερινήν εξαμηνίαν των ετών 1859-1860 υπό του Καθηγητού Μ. Ρενιέρη, στενογραφηθέντα δε υπό Γ. Βλάχου, Αθήνα 1860.

103. Από το δεύτερο κιόλας φύλλο της εφημερίδας, ο εκδότης Γ. Βιτάλης επισημαίνει τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι φοιτητές από την έλλειψη «περιληπτικής τίνος εκθέσεως εκάστου μαθήματος» και υπόσχεται ότι θα αναθέσει σε διδάκτορες όλων των σχολών τη σύνταξη τέτοιων περιλήψεων (εφ. Το Μέλλον της Πατρίδος, αρ. 2,6 Νοεμ. 1859). Η ίδια εφημερίδα θα ανακοινώσει αργότερα την εκτύπωση από το τυπογραφείο της των στενογραφημένων παραδόσεων του γαλλικού δικαίου του γάλλου καθηγητή Ρεμέρου, σε μετάφραση του Γ. Βλάχου (ό.π., αρ. 25, 31 Ιαν. 1860).

104. Φιλοσοφία, μέρος δεύτερον. Πρακτική φιλοσοφία, μέρος δεύτερον. Φιλοσοφική δικαιολογία ή φυσικόν δίκαιον. Παραδόσεις Φιλίππου Ιωάννου εκδιδόμεναι υπό Λ[εοντίου] Ο[ικονόμου], Αθήνα 1863.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/214.gif&w=600&h=915

ρια, κατηγορώντας τον εκδότη του βιβλίου ως «τυποκλόπο»105. Η έκδοση όμως των παραδόσεων ορισμένων καθηγητών από φοιτητές δεν έλυνε το πρόβλημα της έλλειψης πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, που συνέχισε να είναι οξύ σε όλον τον 19ο αιώνα.

Για τους καθηγητές η αιτία του προβλήματος ήταν κυρίως οικονομική. Η εκτύπωση συγγραμμάτων απαιτούσε μια σημαντική οικονομική δαπάνη την οποία δεν μπορούσαν να καταβάλουν οι ίδιοι, αφού οι μισθοί τους, όπως υποστήριζαν, ήταν χαμηλοί και μόλις επαρκούσαν για την κάλυψη των προσωπικών και οικογενειακών αναγκών τους. Αλλά και αν πραγματοποιούσαν μια

έκδοση δεν υπήρχαν πολλές ελπίδες να αμειφθούν οι κόποι τους, αφού το

αγοραστικό κοινό, «διά την σμικρότητα του έθνους και την μη μεγάλην έκτασιν της παιδείας», ήταν περιορισμένο106. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος ήταν απαραίτητη, επομένως, η επιχορήγηση των συγγραμμάτων τους από το κράτος. Η στάση του κράτους στο θέμα αυτό ήταν κατ' αρχή ν θετική. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 η Βουλή είχε αποφασίσει, μετά από σχετική αίτηση της Συγκλήτου, να επιχορηγείται κάθε εκδιδόμενο πανεπιστημιακό σύγγραμμα με το ποσόν των 800 δραχμών107. Την ίδια εποχή η οικογένεια των Ιωνιδών θα αφιερώσει ένα μέρος του κληροδοτήματος της στο Πανεπιστήμιο (1844) «εις βράβευσιν, ή προς έκδοσιν, διδακτικών συγγραμμάτων κριθέντων παρά της Συγκλήτου ως χρησίμων εις τους φοιτητάς του Πανεπιστημίου και εις την γενομένην εν τούτω διδασκαλίαν»108. Χάρη στις επιχορηγήσεις αυτές, έγινε δυνατή στα επόμενα χρόνια η εκτύπωση μιας σειράς πανεπιστημιακών εγχειριδίων, πρωτότυπων ή μεταφράσεων από ξένες γλώσσες

105. Τα σχετικά με τη διένεξη αυτή εκθέτονται στην εισαγωγή του βιβλίου (σ. γ-

ιθ'), όπου δημοσιεύεται και κείμενο του Φ. Ιωάννου, στο οποίο ο τελευταίος υποστηρίζει ότι το σύγγραμμα είναι εξ ολοκλήρου δικό του και ότι στον εκδότη ανήκουν μόνο οι σημειώσεις, προερχόμενες «εξ άλλου αγνώστου μοι φιλοσοφικού συστήματος υλιστικού και αθεϊστικού, όλως εναντίου προς τας φιλοσοφικάς αρχάς, ας εγώ πρεσβεύω». Το δικαστήριο απάλλαξε τον Λ. Οικονόμου από την κατηγορία του τυποκλόπου, με το σκεπτικό ότι το βιβλίο δεν ήταν πιστή αντιγραφή των παραδόσεων του Ιωάννου αλλά είχε υποστεί την επεξεργασία του εκδότη. Πβ. Παναγ. Ν. Πατριαρχέας, Φίλιππος Ιωάννου, ο από καθέδρας Έλλην φιλόσοφος του 19ου αιώνος, Αθήνα 1936, σ. 73,214 και Μ. Δ. Στασινόπουλος (εκδ.), Προσωπικόν Αρχείον Νικολάου I. Σαριπόλου, Αθήνα 1963, σ. 83 κ.εξ. Το ίδιο βιβλίο θα επανεκδοθεί το 1879, χωρίς την έγκριση και πάλι του Φ. Ιωάννου (Πατριαρχέας, ό.π., σ. 29,34).

106. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 42.

107.1. Σούτσος-Φ. Ιωάννου, Λόγοι, 1848, σ. 10. Πβ. και προγενέστερες πρυτανικές λογοδοσίες, των ετών 1845/46 και 1846/47.

108. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 35.

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/215.gif&w=600&h=915

σες109. Και πάλι όμως το πρόβλημα δεν λύθηκε. Οι επιχορηγήσεις δεν κάλυπταν παρά ένα μέρος μόνο των εξόδων εκτύπωσης, γεγονός που έκανε πολλούς καθηγητές, ιδιαίτερα εκείνους που δεν είχαν άλλα εισοδήματα εκτός από τον δημοσιοϋπαλληλικό μισθό τους, απρόθυμους να προχωρήσουν στην

έκδοση συγγραμμάτων.

Ήταν όμως μόνο οικονομικό το πρόβλημα; Αναφερόμενος το 1864 ο Ν. Σαρίπολος στο θέμα των κρατικών επιχορηγήσεων, θα υποστηρίξει ότι η συνδρομή της κυβέρνησης δεν αρκεί να πείσει τους καθηγητές να δημοσιεύουν τόι συγγράμματα τους : «όστις δεν είναι ικανός να συγγράψη, ουδέ μυρίαι κυβερνήσεις εάν έλθωσιν εις συνδρομήν αυτού θέλουσι δυνηθή να κάμωσιν αυτόν

ακουσία της διανοίας και ελλείψει των γνώσεων συγγραφέα»110. Πρόκειται βέβαια για ακραία θέση ενός καθηγητή που συνήθιζε να διατυπώνει με προκλητικό τρόπο τις απόψεις του. Είναι γεγονός πάντως ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό. Αρκετοί ήταν οι καθηγητές που αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό και διστακτικότητα τη συγγραφή και έκδοση βιβλίων. Η άποψη που φαίνεται να κυριαρχούσε σε κύκλους τουλάχιστο της Φιλοσοφικής ήταν ότι ο καθηγητής δεν ήταν απαραίτητο να είναι και συγγραφέας. Απαντώντας έμμεσα το 1860 ένας καθηγητής της σχολής αυτής στην κατηγορία ότι οι καθηγητές δεν δημοσιεύουν, θα υποστηρίξει ότι «άλλο διδασκαλία, και άλλο συγγραφή και έκδοσις. Επειδή είναι γνωστόν ότι αμφότερα δεν υπάρχουσι πάντοτε τω αυτώ, ο μεν διδάσκει άριστα, δεν δύναται όμως, ή δεν θέλει να συγγράψη και

εκδώση- ο δε συγγράφει μόνον κάλλιστα συγγράμματα, η εκδίδει συγγραφείς, δεν δύναται όμως και να διδάσκη καλώς»111. Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιείται είναι ότι η έκδοση πανεπιστημιακών συγγραμμάτων είναι μια υπόθεση που πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και ευθύνη: αυ-

109. Αρκετές αιτήσεις και αποφάσεις για την ενίσχυση της έκδοσης πανεπιστημιακών συγγραμμάτων στις δεκαετίες του 1840 και 1850 υπάρχουν στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 68-71, καθώς και στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρχείο Πρωτοκόλλου .

110. Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σ. 344 (αγόρευση στην Εθνική Συνέλευση).

111. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 42. Μια ανάλογη διάκριση, αλλά μέσα σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες, κάνει και ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ το 1781 στο έργο του Θεωρία της Γεωγραφίας, σ. Χ, όπου γράφει για τον εαυτό του : « Εγώ,

αφυής μεν εν τη σχολαρχία, πεφυκώς δε οπωσδήποτε εν τη συγγραφή». Βλ. Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Απολογία, επιμ. Άλκης Αγγέλου, Αθήνα, Ερμής, 1976, σ. κδ'-κς' και Πασχ. Μ. Κιτρομηλίδης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1985, σ. 361.

Σελ. 215
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/216.gif&w=600&h=915

αυτός που επιχειρεί μια έκδοση πρέπει να έχει πεποίθηση ότι το έργο του είναι τέλειο, διότι διαφορετικά «εκτίθεται η υπόληψίς του»112.

Τα επιχειρήματα αυτά θα μπορούσε βέβαια να τα χαρακτηρίσει κανείς

απλές δικαιολογίες. Φαίνεται όμως ότι οι περισσότεροι καθηγητές πίστευαν πραγματικά ότι πάνω απ' όλα ήταν δάσκαλοι και ότι η συγγραφή βιβλίων

ερχόταν σε δεύτερη μοίρα : μια θέση την οποία ενίσχυε και το γερμανικό παράδειγμα. Οι καθηγητές στη Γερμανία, υποστηρίζει το 1867 ένα μέλος της Συγκλήτου, δεν τυπώνουν πάντοτε εγχειρίδια και, συμφωνώντας σιωπηρά με την πρακτική αυτή, αποφαίνεται ότι αυτά μπορεί να αποβούν επιζήμια για τους φοιτητές, διότι θα τους απομακρύνουν από τις παραδόσεις113. Υπήρχε όμως και ένας άλλος ουσιαστικός λόγος που λειτουργούσε ανασταλτικά στην

έκδοση των πανεπιστημιακών παραδόσεων: το γεγονός ότι κατά κανόνα αυ

τές ήταν συμπιλήματα από διάφορα -ξενόγλωσσα κυρίως- βιβλία και δεν είχαν επομένως το στοιχείο της πρωτοτυπίας. Βέβαια η έννοια της πρωτοτυπίας στον 19ο αιώνα ήταν αρκετά χαλαρή. Για τους πανεπιστημιακούς πάντως συνιστούσε ένα σοβαρό πρόβλημα το οποίο, μαζί με τον φόβο της κριτικής, τους απέτρεπε από τη δημοσίευση των παραδόσεών τους.

Στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα τα πράγματα αλλάζουν κάπως. Χάρη στις ενισχύσεις του Πανεπιστημίου114, αλλά και στη διεύρυνση του αγοραστικού κοινού που συντελείται με την αύξηση των φοιτητών, ο αριθμός των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, πρωτότυπων η μεταφρασμένων από άλλες γλώσσες, αυξάνεται. Σ' αυτό βοηθάει και η τεχνική της λιθογραφίας, την οποία προτιμούν αρκετοί καθηγητές λόγω του χαμηλότερου κόστους115. Η γενική αίσθηση όμως είναι ότι το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Φοιτητές και

άλλοι παράγοντες της δημόσιας ζωής δεν παύουν να στηλιτεύουν το «λυπηρότατο» φαινόμενο, καθηγητές που διδάσκουν για πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο «να μη κατορθώσι να εκδώσωσιν ουδέ εν άξιον λόγου σύγγραμμα εξ οίκτου τουλάχιστον προς τους ατυχείς φοιτητάς, αλλ' αναγκάζουσιν αυτούς

112. Π.Σ., 30 Νοεμ. 1867.

113. Στο ίδιο.

114. Κατάλογο των πανεπιστημιακών και άλλων συγγραμμάτων που επιχορηγήθηκαν από το Πανεπιστήμιο από το 1857 ως το 1872 δημοσιεύει ο Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 228-231. Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν και σε

άλλες πρυτανικές λογοδοσίες.

115. Ένας κατάλογος των έντυπων και λιθογραφημένων πανεπιστημιακών συγγραμμάτων που κυκλοφορούσαν στα τέλη της δεκαετίας του 1880 υπάρχει στο Χαρ. Μακρίδης, Οδηγός της Ελλάδος, ό.π., σ. 191,194,196-197, 203.

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/217.gif&w=600&h=915

να αντιγράφωσιν από τετραδίων, ή να βασανίζωνται εις σημειώσεις λίαν ατελώς λαμβανομένας κατά την διδασκαλίαν...»116.

ΠΤΥΧΙΑΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΑ

Ο Κανονισμός του 1837 απάλλασσε, όπως έχουμε πει, τους φοιτητές από ενδιάμεσες τμηματικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Οι μόνες

εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονταν ήταν -με εξαίρεση εκείνες των γενικών μαθημάτων, που από το 1882 διεξάγονταν μετά το δεύτερο έτος- οι πτυχιακές στο τέλος των σπουδών τους. Το καθεστώς αυτό ίσχυσε ως το 1911, οπότε θεσπίστηκαν για πρώτη φορά οι ετήσιες τμηματικές εξετάσεις. Οι διαδικασίες των πτυχιακών εξετάσεων ρυθμίστηκαν με το διάταγμα για τις εξετάσεις που εκδόθηκε τον Μάιο του 1842, όταν οι πρώτοι φοιτητές είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και είχε φτάσει η στιγμή του διπλώματος117. Το σχέδιο του διατάγματος συνέταξε ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Φ. Ιωάννου, ο οποίος είχε τότε θέση συμβούλου στο υπουργείο Παιδείας118. Με βάση το διάταγμα αυτό, οι σχολές και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου συνέταξαν έναν αναλυτικό κανονισμό των εξετάσεων, με τον τίτλο «Διατυπώσεις αφορώσαι την εφαρμογήν του περί εξετάσεων βασιλικού διατάγματος», ο οποίος εγκρίθηκε από το υ

πουργείο Παιδείας119. Ας δούμε συνοπτικά το περιεχόμενο του διατάγματος.

Στις πτυχιακές εξετάσεις μπορούσαν να συμμετάσχουν οι φοιτητές που

116. Στο ίδιο, σ. 192.

117. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 71-83.

118. Η έκδοση του διατάγματος έγινε με πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου. Τον Νοέμβριο του 1841 η πρυτανεία υπέβαλε στο υπουργείο Παιδείας ένα κείμενο με προτάσεις για τις διαδικασίες των εξετάσεων με βάση τις απόψεις των σχολών. Το υπουργείο Παιδείας φαίνεται ότι δεν αποδέχθηκε το κείμενο της πρυτανείας και ανέθεσε στον Φ. Ιωάννου να συντάξει σχέδιο διατάγματος για τις εξετάσεις (ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 63,

υποφάκ. IB', αρ. 14: εδώ το έγγραφο της πρυτανείας που συνόδευε το κείμενο με τις προτάσεις της, αρ. 968/634,8 Νοεμ. 1841, καθώς και το σχέδιο διατάγματος με τη σχετική εισηγητική Έκθεση, γραμμένα και τα δύο από τον Φ. Ιωάννου). Το τελικό διάταγμα για τις εξετάσεις διαμορφώθηκε με βάση το σχέδιο του Φ. Ιωάννου, αφού όμως προηγουμένως έγιναν σ' αυτό ορισμένες αλλαγές, για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω. Βλ. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 34, όπου το διορθωμένο τελικό σχέδιο του διατάγματος, συνοδευόμενο από επιστολή του Φ. Ιωάννου προς τον υπουργό I. Ρίζο, με την οποία απαντά σε ορισμένες παρατηρήσεις του υπουργού για το σχέδιο, και ένα υ

πόμνημα του ίδιου με τον τίτλο «Παρατηρήσεις εις τινας παρασημειώσεις της Α. Μ. γενομένας εις το σχέδιον του περί εξετάσεων των φοιτητών του Πανεπιστημίου Β. Διατάγματος» (10 Μαΐου 1842).

119. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 83-101.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/218.gif&w=600&h=915

είχαν συμπληρώσει τον καθορισμένο χρόνο σπουδών (τέσσερα χρόνια οι φοιτητές της Νομικής και της Ιατρικής και τρία οι φοιτητές της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής) και είχαν, όπως είπαμε, πιστοποιητικά παρακολούθησης των ειδικών μαθημάτων της σχολής τους και των γενικών. Ειδικά για τα γενικά μαθήματα έπρεπε να έχουν και πιστοποιητικό ότι εξετάστηκαν επιτυχώς σ' αυτά (άρθρο 2α). Οι εξετάσεις ήταν δύο ειδών, διδακτορικές και απολυτήριες. Οι διδακτορικές ήταν αυστηρότερες και οδηγούσαν στο δίπλωμα του διδάκτορα,

ενώ οι απολυτήριες οδηγούσαν στο δίπλωμα του τελειοδίδακτου ή, όπως θα καθιερωθεί ανεπίσημα να λέγεται, του προλύτη. Για να συμμετάσχει ένας φοιτητής σε διδακτορικές εξετάσεις έπρεπε να έχει συμπληρώσει, ανεξάρτητα από τη σχολή στην οποία φοιτούσε, τέσσερα χρόνια σπουδών. Ήταν υποχρεωμένος

επίσης, μετά την επιτυχή δοκιμασία του στις εξετάσεις, να υποβάλει μια διδακτορική διατριβή, «γεγραμμένην παρ' αυτού του ιδίου εις την αρχαίαν ελληνικήν, και πραγματευομένην περί αντικειμένου ανήκοντος εις την ειδικήν αυτού

επιστήμην» (άρθρο 3β). Οι φοιτητές της Θεολογικής Σχολής δεν μπορούσαν να πάρουν όλοι διδακτορικό: ο τίτλος αυτός απονεμόταν μόνο σε κληρικούς, ενώ οι υπόλοιποι έπαιρναν ένα απλό πτυχίο. Στο ίδιο διάταγμα προβλεπόταν ότι οι φοιτητές που δεν επιθυμούσαν να υποβληθούν σε εξετάσεις μπορούσαν να ζητήσουν ένα αποδεικτικά («αποφοιτήριο»), στο οποίο θα σημειωνόταν ο χρόνος φοιτήσεως, η επιμέλεια και η διαγωγή τους, τα μαθήματα που παρακολούθησαν και το αποτέλεσμα των εξετάσεών τους στα γενικά μαθήματα.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο του διατάγματος του 1842. Οι διαδικασίες των εξετάσεων θα περιγραφούν αναλυτικότερα στις «Διατυπώσεις» της Συγκλήτου. Σ' αυτές ορίζονται λεπτομερώς τα εξεταστέα μαθήματα, η συγκρότηση των εξεταστικών επιτροπών, ο τρόπος διεξαγωγής των

εξετάσεων και βαθμολόγησης των μαθημάτων. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι και των δύο κατηγοριών (διδάκτορες, τελειοδίδακτοι) είναι γραπτές και προφορικές. Οι πρώτες είναι ίδιες για όλους, ενώ οι δεύτερες είναι αυστηρότερες για τους διδάκτορες. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο οι γραπτές όσο και οι προφορικές εξετάσεις διενεργούνται από εξεταστική

επιτροπή στην οποία συμμετέχουν όλοι οι καθηγητές της σχολής. Οι υποψήφιοι, δηλαδή, εξετάζονται και βαθμολογούνται σε κάθε μάθημα όχι μόνο από τον «καθ' ύλην» αρμόδιο καθηγητή, αλλά από όλους τους καθηγητές. Από τις

επιμέρους βαθμολογίες προκύπτει ο τελικός βαθμός του πτυχίου. Η λογική του συστήματος αυτού είναι ότι κάθε καθηγητής, ανεξάρτητα από το αντικείμενο που διδάσκει, έχει δικαίωμα να κρίνει τον εξεταζόμενο. Ως προς τη διδακτορική διατριβή, τέλος, προβλέπεται ότι αυτή δεν μπορεί να είναι μικρό-

Σελ. 218
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/219.gif&w=600&h=915

μικρότερη από ένα τυπογραφικό φύλλο και ότι μετά την έγκρισή της και πριν από την υποστήριξή της τυπώνεται με δαπάνη του υποψήφιου. Οι περισσότερες από τις παραπάνω διατάξεις ακολουθούν γενικά την αντίστοιχη νομοθεσία των γερμανικών Πανεπιστημίων120.

Το διάταγμα του 1842 σχεδιάστηκε, όπως είπαμε, από τον Φ. Ιωάννου. Πριν όμως φτάσει στην τελική μορφή του φαίνεται ότι έγινε αντικείμενο συζητήσεων τόσο στο υπουργείο Παιδείας όσο και στο περιβάλλον του βασιλιά Όθωνα, όπου διατυπώθηκαν ορισμένες ενστάσεις121. Οι ενστάσεις του Όθωνα αναφέρονταν σε δύο κυρίως σημεία του σχεδίου : στο ότι επέτρεπε στους φοιτητές της Θεολογικής να δίνουν απολυτήριες εξετάσεις μετά από τρία χρόνια σπουδών και όχι τέσσερα, πράγμα που «εμφαίνει ίσως καταφρόνησιν της θρησκείας», και στο ότι από τον κατάλογο των αναγκαίων για όλους τους φοιτητές μαθημάτων έλειπε η χριστιανική διδασκαλία. Η δεύτερη αυτή ένσταση φανερώνει μια αντίληψη που βρισκόταν έξω από το πνεύμα του Πανεπιστημίου και ασφαλώς δεν έβρισκε σύμφωνη την πανεπιστημιακή κοινότητα, για την οποία η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση ήταν κάτι πέρα από τις αρμοδιότητες του Πανεπιστημίου.

Απαντώντας στις ενστάσεις του Όθωνα ο Φ. Ιωάννου παρατηρεί ότι το γεγονός ότι οι φοιτητές της Θεολογικής, όπως και της Φιλοσοφικής, προβλέπεται να εξετάζονται για δίπλωμα μετά από τρία χρόνια σπουδών οφείλεται στο ότι τα μαθήματα των δύο αυτών σχολών είναι λιγότερα και ευκολότερα από εκείνα των άλλων, αλλά και στο ότι «τα υλικά ωφελήματα του θεολόγου είναι εις τας παρούσας περιστάσεις της Ελλάδος μικρότατα, και επομένως ολίγιστοι ήθελον ευρεθή, οίτινες ήθελον αποφασίσει να δαπανήσωσι τέσσαρα ολόκληρα έτη εις το Πανεπιστήμιον, διά να λάβωσι μετά τετραετίαν το δίπλωμα της Θεολογίας, το οποίον τόσον μικράν ωφέλειαν τους υπόσχεται». Όσο για την απουσία από τα προγράμματα της χριστιανικής διδασκαλίας, αυτή οφειλόταν, κατά τον Ιωάννου, στο ότι ένα τέτοιο μάθημα θα έπρεπε να είναι υψηλού, φιλοσοφικού επιπέδου και ότι δεν υπήρχε επί του παρόντος καθηγητής ικανός να το διδάξει. Ήταν μια «κομψή» απάντηση στις βασιλικές ενστάσεις, οι οποίες τελικά δεν πέρασαν στο κείμενο του διατάγματος. Φαίνεται όμως ότι ο Όθων δεν εγκατέλειψε τις θέσεις του. Σ' ένα σύγχρονο σημείωμά

120. Βλ. J. F. Minssen, Étude sur l'instruction secondaire et supérieure en Allemagne, Παρίσι 1866, σ. 94-97 και Edmond Dreyfus-Brisac, L'université de Bonn et l'enseignement supérieur en Allemagne, Παρίσι 1879, σ. 214 κ.εξ.

121. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 34 (βλ. παραπάνω, σημ. 118).

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/220.gif&w=600&h=915

ωμά του, που αναφέρεται μάλλον στο διάταγμα για τις εξετάσεις, αναφέρει: «Μόλις εύρω κατάλληλον διδάσκαλον [για τη θρησκευτική διδασκαλία], θα

υποχρεώσω τους φοιτητάς εις την ακρόασιν»122.

Κάποιες αντιρρήσεις για το σχέδιο του Ιωάννου φαίνεται ότι είχε και ο υπουργός Παιδείας I. Ρίζος123. Σύμφωνα με το σχέδιο Ιωάννου, οι φοιτητές για να συμμετάσχουν στις εξετάσεις έπρεπε να καταβάλουν εξέταστρα: 60 δρχ. για τις διδακτορικές και 30 για τις απολυτήριες. Από τα χρήματα αυτά το ένα δέκατο θα έπαιρνε ο κοσμήτορας και τα υπόλοιπα θα μοιράζονταν μεταξύ των εξεταστών, «συμπεριλαμβανομένου και του Κοσμήτορος». Άλλα τόσα χρήματα θα κατέβαλλε ο υποψήφιος και για το δίπλωμα, τα οποία θα πήγαιναν στο ταμείο και τους υπαλλήλους του Πανεπιστημίου. Το σκεπτικό του Ιωάννου ήταν ότι η καταβολή χρημάτων για τις εξετάσεις και το δίπλωμα συνηθιζόταν σε όλα τα Πανεπιστήμια και ότι η συνήθεια αυτή ήταν και δίκαιη και «συμφέρουσα»: δίκαιη για τους καθηγητές, γιατί με τον τρόπο αυτό

ανταμείβονταν για τους κόπους τους και «συμφέρουσα» για τους φοιτητές, διότι θα φρόντιζαν να έρχονται καλά προετοιμασμένοι στις εξετάσεις. Η διάταξη αυτή δεν έγινε δεκτή από τον υπουργό Παιδείας και απορρίφθηκε τελικά με το αιτιολογικό ότι τα εξέταστρα μπορούσαν να επηρεάσουν την αντικειμενικότητα των καθηγητών. Υπενθυμίζουμε ότι μια ανάλογη ένσταση σχετικά με τα δίδακτρα είχε διατυπωθεί και το 1834 από τον σύμβουλο του υπουργείου Παιδείας Α. Ρ. Ραγκαβή, όταν υπουργός ήταν πάλι ο I. Ρίζος. Απορρίφθηκαν επίσης και δεν πέρασαν στο τελικό κείμενο του διατάγματος και ορισμένες άλλες διατάξεις που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση των διπλωματούχων να υποβάλλονται σε πρακτικές εξετάσεις προκειμένου να πάρουν άδεια άσκησης επαγγέλματος, καθώς και τον τύπο του διπλώματος που απονεμόταν στους φοιτητές της Θεολογικής.

Σχετικά με την πρώτη από τις δύο παραπάνω διατάξεις, το σχέδιο πρόβλεπε ότι οι διπλωματούχοι της Ιατρικής για να πάρουν επαγγελματική άδεια έπρεπε προηγουμένως να υποβληθούν σε πρακτικές εξετάσεις ενώπιον του «ιατρικού συνεδρίου». Σε αντίστοιχες εξετάσεις ενώπιον μιας «νομικής

επιτροπής» θα υποβάλλονταν και οι διπλωματούχοι της Νομικής, ενώ για τους διπλωματούχους της Φιλοσοφικής προβλεπόταν ότι μετά από διετή προσωρινή άσκηση του επαγγέλματός τους έπρεπε να εξεταστούν «κατά το πρα-

122. Σ. Β. Κουγέας, «Το ενδιαφέρον του Όθωνος διά το Πανεπιστήμιον», Nέα Εστία 22,1937, σ. 1797-1798.

123. ΓΑΚ, ό.π., επιστ. Φ. Ιωάννου προς I. Ρίζο.

Σελ. 220
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/221.gif&w=600&h=915

πρακτικόν» της επιστήμης τους. Τίποτε από όλα αυτά δεν πέρασε στο διάταγμα, πιθανώς επειδή τα σχετικά ζητήματα είχαν ρυθμιστεί πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου: οι γιατροί για να πάρουν άδεια άσκησης επαγγέλματος έπρεπε να εξεταστούν προηγουμένως από το Ιατροσυνέδριο, ενώ οι δικηγόροι από ειδική επιτροπή δικαστικών- ανάλογες εξετάσεις προβλέπονταν και για τους εκπαιδευτικούς124. Υπήρχε επομένως για τα ζητήματα αυτά ένα θεσμικό πλαίσιο και περίσσευαν οι σχετικές ρυθμίσεις στο διάταγμα για τις εξετάσεις.

Σχετικά με τα διπλώματα της Θεολογικής, το σχέδιο Ιωάννου πρόβλεπε ότι η σχολή αυτή δεν απένεμε παρά μόνο δίπλωμα τελειοδίδακτου, όχι διδάκτορα. Και τούτο για δύο λόγους: πρώτον γιατί δεν ήταν ακόμη πλήρης και δεν ήταν σε θέση να δώσει στους φοιτητές της τις θεολογικές εκείνες γνώσεις που έπρεπε να έχει ένας διδάκτορας της Θεολογίας και δεύτερον γιατί «ο βαθμός του Διδάκτορος της Θεολογίας δίδει εις τον έχοντα αυτόν ιερόν τινα χαρακτήρα- επομένως έχει τι υψηλότερον και ιερώτερον, το οποίον δεν πρέπει να προέρχεται εκ μόνης της Σχολής χωρίς της επινεύσεως και εγκρίσεως της Συνόδου, ήθελε δ' επιφέρει ίσως και ατοπήματα και σκάνδαλα, τα οποία είναι καλόν να προλαμβάνωνται, και αντιλογίας εκ μέρους της εκκλησίας, εις τας οποίας είναι φρόνιμον να μη δίδεται αφορμή». Στο διάταγμα του 1842 όμως δεν πέρασε η άποψη αυτή. Καθιερώθηκε και στη Θεολογική ο βαθμός του διδάκτορα, με τη διευκρίνιση ότι αυτός ήταν μόνο για τους κληρικούς· στους λαϊκούς απονεμόταν αντί του διδακτορικού ένα προσωρινό αποδεικτικά (άρθρο 3β). Η διάταξη αυτή ίσχυσε ως το 1863, οπότε η Θεολογική Σχολή,

επιστρέφοντας κατά κάποιον τρόπο στην πρόταση του Ιωάννου, αποφάσισε να μην απονέμεται στους «ευδοκίμως υποστάντας τας διδακτορικάς εξετάσεις» ο βαθμός του διδάκτορα, επειδή είναι «μέγας και υψηλός», αλλά ο ισότιμος βαθμός του προλύτη125. Τον βαθμό του διδάκτορα η σχολή απένεμε τιμητικά σε εξέχοντες μόνο θεολόγους. Το αντίθετο ακριβώς έγινε στην Ιατρική. Κατά το διάταγμα του 1842, οι φοιτητές της σχολής αυτής μπορούσαν να πάρουν είτε διδακτορικό δίπλωμα, είτε δίπλωμα τελειοδίδακτου. Τελικά όμως

επικράτησε η συνήθεια να απονέμεται σ αυτούς, μετά από αντίστοιχες εξετάσεις, μόνο διδακτορικό δίπλωμα.

Το διάταγμα του 1842 συνάντησε αρκετές δυσκολίες στην εφαρμογή του,

124. Βλ. εδώ, σ. 414,416,419.

125. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 77-78. Η διάταξη αυτή ίσχυσε ως το 1907, οπότε επικράτησε να απονέμεται διδακτορικό δίπλωμα και στους πτυχιούχους της Θεολογικής. Βλ. Δ. Σ. Μπαλάνος, Ιστορία της βιολογικής Σχολής, Αθήνα 1937, σ. 28-29.

Σελ. 221
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 202
    

    αποτελεσματικότερα τον χρόνο των σπουδών τους. Αυτή την αποστολή, της πληροφόρησης και της χειραγώγησης, που επεκτείνεται και σε θέματα συμπεριφοράς, έπρεπε να επιτελέσουν οι Οδηγοί. Το ότι όμως αυτοί επανέρχονται κάθε φορά στα ίδια περίπου ζητήματα φανερώνει τις δυσκολίες προσαρμογής των φοιτητών στους κανόνες του συστήματος, όπως τους αντιλαμβανόταν το Πανεπιστήμιο. Πραγματικά, συχνά είναι τα παράπονα των καθηγητών ότι οι φοιτητές δεν προγραμματίζουν σωστά τις σπουδές τους, ότι το ενδιαφέρον τους για τα γενικά μαθήματα είναι περιορισμένο και ότι δεν παρακολουθούν τακτικά τις παραδόσεις. Στα δύο τελευταία ζητήματα θα αναφερθούμε αμέσως παρακάτω, αφού προηγουμένως σταθούμε λίγο στα προγράμματα μαθημάτων.

    ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΙΤΗΣΗ

    Τα προγράμματα μαθημάτων καταρτίζονταν, σύμφωνα με τον Κανονισμό του 1837 (άρθρο 36), από τις σχολές. Τρεις μήνες πριν από το τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους, οι σχολές συνέρχονταν για να προσδιορίσουν «τον κύκλον των

    εντός αυτών παραδοθησομένων μαθημάτων κατά το προσεχές έτος». Τα προγράμματα των διαφόρων σχολών «συνήθροιζε» κατόπιν ο πρύτανης, ο οποίος τα υπέβαλλε για έγκριση στο υπουργείο Παιδείας και μετά την έγκρισή τους τα δημοσίευε «διά του τύπου». Οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν και στην πράξη, με μια τυπική διαφορά, ότι καταρτίζονταν δύο προγράμματα, ένα για το χειμερινό εξάμηνο και ένα για το θερινό. Όσο για την υποβολή των προγραμμάτων στο υπουργείο Παιδείας, επρόκειτο για μια διαδικασία μάλλον τυπική, αφού, απ' όσο γνωρίζουμε τουλάχιστο, εγκρίνονταν χωρίς αλλαγές. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις η Σύγκλητος μπορεί να έκανε κάποιες δευτερεύουσας σημασίας παρατηρήσεις η αλλαγές στις ώρες των μαθημάτων.

    Το πρόγραμμα των «παραδοθησομένων» μαθημάτων των διαφόρων σχολών τυπωνόταν στην αρχή κάθε εξαμήνου σε μεγάλο μονόφυλλο και αναρτιόταν στο Πανεπιστήμιο, ενώ συχνά δημοσιευόταν και σε εφημερίδες και περιοδικά67 . Αξίζει να σημειώσουμε ότι στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου η

    67. Τα προγράμματα μαθημάτων του πρώτου θερινού εξαμήνου (Απρίλιος 1837) κυκλοφόρησαν ξεχωριστά, αλλά και συσταχωμένα με τα Λογίδρια που εκφωνήθηκαν στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου (ανατύπωση στο Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, ό.π., σ. 176 κ.εξ., όπου και τα προγράμματα του 1837-1838). Από το 1864 το Πανεπιστήμιο εκδίδει, στην αρχή κάθε ακαδημαϊκού έτους, φυλλάδιο με τίτλο : Αναγραφή των επί το ακαδημαϊκόν έτος... αρχών του εν Αθήναις Εθνικού Πανεπιστημίου, των