Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 211-230 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/211.gif&w=600&h=915

Οι αλλαγές αυτές εκφράζουν μια νέα αντίληψη στην οργάνωση των σπουδών, που χαρακτηρίζεται από ένα σαφώς πρακτικότερο πνεύμα. Η κυρίαρχη

αντίληψη ότι το Πανεπιστήμιο δεν αποσκοπεί στην παροχή ειδικών μόνο γνώσεων στους φοιτητές, αλλά και μιας γενικής παιδείας που θα συμβάλει στην πνευματική τους καλλιέργεια, έχει πλέον υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε μια νέα αντίληψη που ευνοούσε την εξειδίκευση και τον επαγγελματισμό και

έδινε ιδιαίτερο βάρος στην καλλιέργεια των επιστημών. Στο πλαίσιο αυτό

εντάσσεται η βαθμιαία υποχώρηση των γενικών μαθημάτων -τα οποία θα καταργηθούν ολοκληρωτικά με τον Οργανισμό του 1911- αλλά και ένα θετικιστικό πνεύμα που επικρατεί στο Πανεπιστήμιο στα τέλη του αιώνα και συμβαδίζει με αντίστοιχες ανάγκες και αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας. Το νέο αυτό πνεύμα εκφράζει η ανεξαρτητοποίηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική Σχολή το 1904, αλλά και άλλες αλλαγές που δρομολογούνται την εποχή αυτή.

Απ' όσα είπαμε παραπάνω σχετικά με τον θεσμό των γενικών μαθημάτων, φάνηκε νομίζω ότι η λειτουργία του στο ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν ήταν απρόσκοπτη- αντίθετα, συνάντησε αρκετές δυσκολίες στην εφαρμογή του. Ωστόσο η σημασία του για τις πανεπιστημιακές σπουδές κάθε άλλο παρά αμελητέα ήταν. Θεσμός με γερμανική προέλευση και συστατικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, τα γενικά μαθήματα αποτέλεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα το ενοποιητικό στοιχείο στην ποικιλία των ειδικών επιστημονικών μαθημάτων προσέδωσαν μια θεωρητική χροιά στην εκπαίδευση των φοιτητών και συνεισέφεραν στη γενική παιδεία τους.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Σε όλον τον 19ο αιώνα αλλά και αρκετά αργότερα ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα το Πανεπιστήμιο και ιδιαίτερα τους φοιτητές είναι η έλλειψη πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Οι περισσότεροι καθηγητές δεν εκδίδουν, για διάφορους λόγους, τις παραδόσεις τους. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται σε όλες τις σχολές και ιδιαίτερα στη Φιλοσοφική, όπου καθηγητές με πολύχρονο και καρποφόρο διδακτικό έργο, όπως ο Θ. Μανούσης και ο Φ. Πυλαρινός

από αυτά του 1893, και σχετικές διατάξεις βλ. και στις συλλογές : Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 5-21 (εδώ το σύνολο των μαθημάτων), 46 και Νόμοι και διατάγματα, 1901, σ. 17-19, 26-27. Πβ. Χαράλαμπος Μακρίδης, Οδηγός της Ελλάδος μετά ημερολογίου και πολλών πρακτικών γνώσεων, 1889, Αθήνα 1888, σ. 189-190, όπου όμως οι σχετικές πληροφορίες δεν φαίνονται ακριβείς.

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/212.gif&w=600&h=915

ρινός, δεν εξέδωσαν κανένα πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Η απουσία συγγραμμάτων υποχρέωνε τους φοιτητές να κρατούν σχολαστικά σημειώσεις την ώρα του μαθήματος. Τα τετράδια των παραδόσεων αντιγράφονταν κατόπιν και κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, ενώ υπάρχουν και μαρτυρίες ότι πωλούνταν97 . Η συνεχής αντιγραφή είχε ως αποτέλεσμα να αλλοιώνεται συχνά το αρχικό κείμενο από τα λάθη και τις επεμβάσεις των διαδοχικών αντιγραφέων. Πόσο μεγάλη ήταν η έκταση της αντιγραφής φαίνεται από το πλήθος των χειρόγραφων τετραδίων με πανεπιστημιακές παραδόσεις που έχουν διασωθεί σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές98. Αρκετά από τα κείμενα που περιέχουν δεν εκδόθηκαν ποτέ από τους συγγραφείς τους και είναι γνωστά μόνο στη μορφή που μας τα παρέδωσαν οι αντιγραφείς τους.

Το θέμα της αντιγραφής των παραδόσεων αποτέλεσε σε όλον τον 19ο αιώνα αντικείμενο οξείας κριτικής. Έλληνες αλλά και ξένοι παρατηρητές των πανεπιστημιακών πραγμάτων αναφέρονται συχνά στην «ταλαιπωρία» και την «καταδίκη» των φοιτητών να αντιγράφουν τις παραδόσεις των καθηγητών τους και στις αρνητικές συνέπειες που είχε η πρακτική αυτή στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. «Η μεγάλη έλλειψη κατάλληλων διδακτικών βιβλίων δημιουργεί δυσμενέστατες συνθήκες για τους φοιτητές που είναι υποχρεωμένοι να μετατρέπουν την απλή διαδικασία των σημειώσεων σε επίπονη επιχείρηση, και να ξοδεύουν στη χειρωνακτική αυτή εργασία πολύ χρόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται πολύ πιο αποδοτικά στην ανάγνωση κειμένων σχετικών με τα θέματα των μαθημάτων», γράφει στα μέσα του 19ου αιώνα ένας ξένος επισκέπτης του Πανεπιστημίου99. Η εργασία της αντιγραφής θεωρείται

επίσης επισφαλής, αφού, όπως παρατηρεί ένας πανεπιστημιακός καθηγητής το 1860, «τα από της ακροάσεως γραφόμενα τετράδια και σημειώσεις [δεν] γράφονται πάντοτε ακριβώς διά την ταχύτητα της διδασκαλίας και μάλιστα

97. Βλ. εφ. Αυγή, αρ. 1027,14 Απρ. 1862, όπου αναφέρεται ότι ένα αντίγραφο της φιλοσοφίας του Φ. Ιωάννου στοιχίζει 100-125 δρχ.

98. Μια συλλογή πανεπιστημιακών παραδόσεων διαφόρων καθηγητών σώζεται στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος (ΠΠ), ενώ παρόμοια χειρόγραφα βρίσκονται διάσπαρτα σε πολλές άλλες βιβλιοθήκες. Σημαντικός είναι ο αριθμός των σωζόμενων παραδόσεων του καθηγητή της φιλοσοφίας Φ. Ιωάννου, γεγονός που εξηγείται από τη μακρόχρονη θητεία του στο Πανεπιστήμιο, αλλά και από το ότι το μάθημα της φιλοσοφίας, που δίδασκε, ανήκε στα γενικά μαθήματα και το παρακολουθούσαν όλοι οι φοιτητές. Τετράδια πανεπιστημιακών του παραδόσεων σώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος (χφ. 2589), στη μονή Λειμώνος της Λέσβου (χφ. 362), στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Λάρισας (χφ. 9) κ.ά.

99. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Β', σ. 325.

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/213.gif&w=600&h=915

υπό των νέων φοιτητών, μη δυναμένων έτι να διαστείλωσι το ουσιώδες του ήττον ουσιώδους»100.

Μια πρόχειρη λύση για την απαλλαγή των φοιτητών από την αντιγραφή ήταν η στενογράφηση και έκδοση των πανεπιστημιακών παραδόσεων από τους ίδιους τους φοιτητές. Πραγματικά, από τα μέσα του αιώνα κάνουν την

εμφάνισή τους ορισμένες τέτοιες εκδόσεις. Το 1855 εκδίδονται από ένα φοιτητή, προφανώς της Νομικής, οι παραδόσεις διοικητικού δικαίου του Περικλή Αργυρόπουλου101, ενώ το 1860 ο φοιτητής Γ. Βλάχος, γνωστός αργότερα από τις λογοτεχνικές του ενασχολήσεις, εκδίδει τις παραδόσεις του γαλλικού δικαίου του Μάρκου Ρενιέρη102. Η εκτύπωση του δεύτερου αυτού βιβλίου έγινε στο τυπογραφείο της εφημερίδας Το Μέλλον της Πατρίδος, που εκδιδόταν από φοιτητές και διδάκτορες του Πανεπιστημίου, και αποτελεί μια από τις πολλές εκδηλώσεις του ενδιαφέροντος της εφημερίδας για τα φοιτητικά ζητήματα103. Κανονικά οι εκδότες των παραδόσεων έπαιρναν την άδεια των αρμόδιων καθηγητών. Αυτό όμως δεν συνέβαινε πάντα, όπως δείχνει η περίπτωση ενός απόφοιτου της Νομικής, ο οποίος τύπωσε το 1863 τις παραδόσεις του φυσικού δικαίου του Φ. Ιωάννου που κυκλοφορούσαν χειρόγραφες, χωρίς την

άδειά του, με δικές του διορθώσεις και προσθήκες104. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε τις διαμαρτυρίες του Φ. Ιωάννου, ο οποίος προσέφυγε στα δικαστήρια

100. Βλ. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 48. Η πρακτική της παράδοσης των μαθημάτων από «τετράδια» γίνεται αντικείμενο κριτικής και στο γνωστό φοιτητικό φυλλάδιο Περί της καταστάσεως του Πανεπιστημίου της Ελλάδος, ό.π., σ. 8.

101. Εισαγωγική ακρόασις του Διοικητικού Δικαίου, διδασκομένου εν τω Πανεπιστήμιω παρά του καθηγητού Π. Αργυροπούλου, στενογραφηθείσα και εκδοθείσα παρά του Ο. Μ. φοιτητού, Αθήνα 1855.

102. Στενογραφικά δοκίμια κατά το σύστημα του Φρ. Ξ. Γαβελσβέργερ. Μαθήματα του Γαλλικού Δικαίου παραδοθέντα εν τω Οθωνείω Πανεπιστήμιω κατά την χειμερινήν εξαμηνίαν των ετών 1859-1860 υπό του Καθηγητού Μ. Ρενιέρη, στενογραφηθέντα δε υπό Γ. Βλάχου, Αθήνα 1860.

103. Από το δεύτερο κιόλας φύλλο της εφημερίδας, ο εκδότης Γ. Βιτάλης επισημαίνει τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι φοιτητές από την έλλειψη «περιληπτικής τίνος εκθέσεως εκάστου μαθήματος» και υπόσχεται ότι θα αναθέσει σε διδάκτορες όλων των σχολών τη σύνταξη τέτοιων περιλήψεων (εφ. Το Μέλλον της Πατρίδος, αρ. 2,6 Νοεμ. 1859). Η ίδια εφημερίδα θα ανακοινώσει αργότερα την εκτύπωση από το τυπογραφείο της των στενογραφημένων παραδόσεων του γαλλικού δικαίου του γάλλου καθηγητή Ρεμέρου, σε μετάφραση του Γ. Βλάχου (ό.π., αρ. 25, 31 Ιαν. 1860).

104. Φιλοσοφία, μέρος δεύτερον. Πρακτική φιλοσοφία, μέρος δεύτερον. Φιλοσοφική δικαιολογία ή φυσικόν δίκαιον. Παραδόσεις Φιλίππου Ιωάννου εκδιδόμεναι υπό Λ[εοντίου] Ο[ικονόμου], Αθήνα 1863.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/214.gif&w=600&h=915

ρια, κατηγορώντας τον εκδότη του βιβλίου ως «τυποκλόπο»105. Η έκδοση όμως των παραδόσεων ορισμένων καθηγητών από φοιτητές δεν έλυνε το πρόβλημα της έλλειψης πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, που συνέχισε να είναι οξύ σε όλον τον 19ο αιώνα.

Για τους καθηγητές η αιτία του προβλήματος ήταν κυρίως οικονομική. Η εκτύπωση συγγραμμάτων απαιτούσε μια σημαντική οικονομική δαπάνη την οποία δεν μπορούσαν να καταβάλουν οι ίδιοι, αφού οι μισθοί τους, όπως υποστήριζαν, ήταν χαμηλοί και μόλις επαρκούσαν για την κάλυψη των προσωπικών και οικογενειακών αναγκών τους. Αλλά και αν πραγματοποιούσαν μια

έκδοση δεν υπήρχαν πολλές ελπίδες να αμειφθούν οι κόποι τους, αφού το

αγοραστικό κοινό, «διά την σμικρότητα του έθνους και την μη μεγάλην έκτασιν της παιδείας», ήταν περιορισμένο106. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος ήταν απαραίτητη, επομένως, η επιχορήγηση των συγγραμμάτων τους από το κράτος. Η στάση του κράτους στο θέμα αυτό ήταν κατ' αρχή ν θετική. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 η Βουλή είχε αποφασίσει, μετά από σχετική αίτηση της Συγκλήτου, να επιχορηγείται κάθε εκδιδόμενο πανεπιστημιακό σύγγραμμα με το ποσόν των 800 δραχμών107. Την ίδια εποχή η οικογένεια των Ιωνιδών θα αφιερώσει ένα μέρος του κληροδοτήματος της στο Πανεπιστήμιο (1844) «εις βράβευσιν, ή προς έκδοσιν, διδακτικών συγγραμμάτων κριθέντων παρά της Συγκλήτου ως χρησίμων εις τους φοιτητάς του Πανεπιστημίου και εις την γενομένην εν τούτω διδασκαλίαν»108. Χάρη στις επιχορηγήσεις αυτές, έγινε δυνατή στα επόμενα χρόνια η εκτύπωση μιας σειράς πανεπιστημιακών εγχειριδίων, πρωτότυπων ή μεταφράσεων από ξένες γλώσσες

105. Τα σχετικά με τη διένεξη αυτή εκθέτονται στην εισαγωγή του βιβλίου (σ. γ-

ιθ'), όπου δημοσιεύεται και κείμενο του Φ. Ιωάννου, στο οποίο ο τελευταίος υποστηρίζει ότι το σύγγραμμα είναι εξ ολοκλήρου δικό του και ότι στον εκδότη ανήκουν μόνο οι σημειώσεις, προερχόμενες «εξ άλλου αγνώστου μοι φιλοσοφικού συστήματος υλιστικού και αθεϊστικού, όλως εναντίου προς τας φιλοσοφικάς αρχάς, ας εγώ πρεσβεύω». Το δικαστήριο απάλλαξε τον Λ. Οικονόμου από την κατηγορία του τυποκλόπου, με το σκεπτικό ότι το βιβλίο δεν ήταν πιστή αντιγραφή των παραδόσεων του Ιωάννου αλλά είχε υποστεί την επεξεργασία του εκδότη. Πβ. Παναγ. Ν. Πατριαρχέας, Φίλιππος Ιωάννου, ο από καθέδρας Έλλην φιλόσοφος του 19ου αιώνος, Αθήνα 1936, σ. 73,214 και Μ. Δ. Στασινόπουλος (εκδ.), Προσωπικόν Αρχείον Νικολάου I. Σαριπόλου, Αθήνα 1963, σ. 83 κ.εξ. Το ίδιο βιβλίο θα επανεκδοθεί το 1879, χωρίς την έγκριση και πάλι του Φ. Ιωάννου (Πατριαρχέας, ό.π., σ. 29,34).

106. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 42.

107.1. Σούτσος-Φ. Ιωάννου, Λόγοι, 1848, σ. 10. Πβ. και προγενέστερες πρυτανικές λογοδοσίες, των ετών 1845/46 και 1846/47.

108. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 35.

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/215.gif&w=600&h=915

σες109. Και πάλι όμως το πρόβλημα δεν λύθηκε. Οι επιχορηγήσεις δεν κάλυπταν παρά ένα μέρος μόνο των εξόδων εκτύπωσης, γεγονός που έκανε πολλούς καθηγητές, ιδιαίτερα εκείνους που δεν είχαν άλλα εισοδήματα εκτός από τον δημοσιοϋπαλληλικό μισθό τους, απρόθυμους να προχωρήσουν στην

έκδοση συγγραμμάτων.

Ήταν όμως μόνο οικονομικό το πρόβλημα; Αναφερόμενος το 1864 ο Ν. Σαρίπολος στο θέμα των κρατικών επιχορηγήσεων, θα υποστηρίξει ότι η συνδρομή της κυβέρνησης δεν αρκεί να πείσει τους καθηγητές να δημοσιεύουν τόι συγγράμματα τους : «όστις δεν είναι ικανός να συγγράψη, ουδέ μυρίαι κυβερνήσεις εάν έλθωσιν εις συνδρομήν αυτού θέλουσι δυνηθή να κάμωσιν αυτόν

ακουσία της διανοίας και ελλείψει των γνώσεων συγγραφέα»110. Πρόκειται βέβαια για ακραία θέση ενός καθηγητή που συνήθιζε να διατυπώνει με προκλητικό τρόπο τις απόψεις του. Είναι γεγονός πάντως ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό. Αρκετοί ήταν οι καθηγητές που αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό και διστακτικότητα τη συγγραφή και έκδοση βιβλίων. Η άποψη που φαίνεται να κυριαρχούσε σε κύκλους τουλάχιστο της Φιλοσοφικής ήταν ότι ο καθηγητής δεν ήταν απαραίτητο να είναι και συγγραφέας. Απαντώντας έμμεσα το 1860 ένας καθηγητής της σχολής αυτής στην κατηγορία ότι οι καθηγητές δεν δημοσιεύουν, θα υποστηρίξει ότι «άλλο διδασκαλία, και άλλο συγγραφή και έκδοσις. Επειδή είναι γνωστόν ότι αμφότερα δεν υπάρχουσι πάντοτε τω αυτώ, ο μεν διδάσκει άριστα, δεν δύναται όμως, ή δεν θέλει να συγγράψη και

εκδώση- ο δε συγγράφει μόνον κάλλιστα συγγράμματα, η εκδίδει συγγραφείς, δεν δύναται όμως και να διδάσκη καλώς»111. Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιείται είναι ότι η έκδοση πανεπιστημιακών συγγραμμάτων είναι μια υπόθεση που πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και ευθύνη: αυ-

109. Αρκετές αιτήσεις και αποφάσεις για την ενίσχυση της έκδοσης πανεπιστημιακών συγγραμμάτων στις δεκαετίες του 1840 και 1850 υπάρχουν στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 68-71, καθώς και στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρχείο Πρωτοκόλλου .

110. Ν. Σαρίπολος, Πραγματείαι Συνταγματικού Δικαίου, ό.π., σ. 344 (αγόρευση στην Εθνική Συνέλευση).

111. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 42. Μια ανάλογη διάκριση, αλλά μέσα σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες, κάνει και ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ το 1781 στο έργο του Θεωρία της Γεωγραφίας, σ. Χ, όπου γράφει για τον εαυτό του : « Εγώ,

αφυής μεν εν τη σχολαρχία, πεφυκώς δε οπωσδήποτε εν τη συγγραφή». Βλ. Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Απολογία, επιμ. Άλκης Αγγέλου, Αθήνα, Ερμής, 1976, σ. κδ'-κς' και Πασχ. Μ. Κιτρομηλίδης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1985, σ. 361.

Σελ. 215
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/216.gif&w=600&h=915

αυτός που επιχειρεί μια έκδοση πρέπει να έχει πεποίθηση ότι το έργο του είναι τέλειο, διότι διαφορετικά «εκτίθεται η υπόληψίς του»112.

Τα επιχειρήματα αυτά θα μπορούσε βέβαια να τα χαρακτηρίσει κανείς

απλές δικαιολογίες. Φαίνεται όμως ότι οι περισσότεροι καθηγητές πίστευαν πραγματικά ότι πάνω απ' όλα ήταν δάσκαλοι και ότι η συγγραφή βιβλίων

ερχόταν σε δεύτερη μοίρα : μια θέση την οποία ενίσχυε και το γερμανικό παράδειγμα. Οι καθηγητές στη Γερμανία, υποστηρίζει το 1867 ένα μέλος της Συγκλήτου, δεν τυπώνουν πάντοτε εγχειρίδια και, συμφωνώντας σιωπηρά με την πρακτική αυτή, αποφαίνεται ότι αυτά μπορεί να αποβούν επιζήμια για τους φοιτητές, διότι θα τους απομακρύνουν από τις παραδόσεις113. Υπήρχε όμως και ένας άλλος ουσιαστικός λόγος που λειτουργούσε ανασταλτικά στην

έκδοση των πανεπιστημιακών παραδόσεων: το γεγονός ότι κατά κανόνα αυ

τές ήταν συμπιλήματα από διάφορα -ξενόγλωσσα κυρίως- βιβλία και δεν είχαν επομένως το στοιχείο της πρωτοτυπίας. Βέβαια η έννοια της πρωτοτυπίας στον 19ο αιώνα ήταν αρκετά χαλαρή. Για τους πανεπιστημιακούς πάντως συνιστούσε ένα σοβαρό πρόβλημα το οποίο, μαζί με τον φόβο της κριτικής, τους απέτρεπε από τη δημοσίευση των παραδόσεών τους.

Στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα τα πράγματα αλλάζουν κάπως. Χάρη στις ενισχύσεις του Πανεπιστημίου114, αλλά και στη διεύρυνση του αγοραστικού κοινού που συντελείται με την αύξηση των φοιτητών, ο αριθμός των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, πρωτότυπων η μεταφρασμένων από άλλες γλώσσες, αυξάνεται. Σ' αυτό βοηθάει και η τεχνική της λιθογραφίας, την οποία προτιμούν αρκετοί καθηγητές λόγω του χαμηλότερου κόστους115. Η γενική αίσθηση όμως είναι ότι το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Φοιτητές και

άλλοι παράγοντες της δημόσιας ζωής δεν παύουν να στηλιτεύουν το «λυπηρότατο» φαινόμενο, καθηγητές που διδάσκουν για πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο «να μη κατορθώσι να εκδώσωσιν ουδέ εν άξιον λόγου σύγγραμμα εξ οίκτου τουλάχιστον προς τους ατυχείς φοιτητάς, αλλ' αναγκάζουσιν αυτούς

112. Π.Σ., 30 Νοεμ. 1867.

113. Στο ίδιο.

114. Κατάλογο των πανεπιστημιακών και άλλων συγγραμμάτων που επιχορηγήθηκαν από το Πανεπιστήμιο από το 1857 ως το 1872 δημοσιεύει ο Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 228-231. Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν και σε

άλλες πρυτανικές λογοδοσίες.

115. Ένας κατάλογος των έντυπων και λιθογραφημένων πανεπιστημιακών συγγραμμάτων που κυκλοφορούσαν στα τέλη της δεκαετίας του 1880 υπάρχει στο Χαρ. Μακρίδης, Οδηγός της Ελλάδος, ό.π., σ. 191,194,196-197, 203.

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/217.gif&w=600&h=915

να αντιγράφωσιν από τετραδίων, ή να βασανίζωνται εις σημειώσεις λίαν ατελώς λαμβανομένας κατά την διδασκαλίαν...»116.

ΠΤΥΧΙΑΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΑ

Ο Κανονισμός του 1837 απάλλασσε, όπως έχουμε πει, τους φοιτητές από ενδιάμεσες τμηματικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Οι μόνες

εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονταν ήταν -με εξαίρεση εκείνες των γενικών μαθημάτων, που από το 1882 διεξάγονταν μετά το δεύτερο έτος- οι πτυχιακές στο τέλος των σπουδών τους. Το καθεστώς αυτό ίσχυσε ως το 1911, οπότε θεσπίστηκαν για πρώτη φορά οι ετήσιες τμηματικές εξετάσεις. Οι διαδικασίες των πτυχιακών εξετάσεων ρυθμίστηκαν με το διάταγμα για τις εξετάσεις που εκδόθηκε τον Μάιο του 1842, όταν οι πρώτοι φοιτητές είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και είχε φτάσει η στιγμή του διπλώματος117. Το σχέδιο του διατάγματος συνέταξε ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Φ. Ιωάννου, ο οποίος είχε τότε θέση συμβούλου στο υπουργείο Παιδείας118. Με βάση το διάταγμα αυτό, οι σχολές και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου συνέταξαν έναν αναλυτικό κανονισμό των εξετάσεων, με τον τίτλο «Διατυπώσεις αφορώσαι την εφαρμογήν του περί εξετάσεων βασιλικού διατάγματος», ο οποίος εγκρίθηκε από το υ

πουργείο Παιδείας119. Ας δούμε συνοπτικά το περιεχόμενο του διατάγματος.

Στις πτυχιακές εξετάσεις μπορούσαν να συμμετάσχουν οι φοιτητές που

116. Στο ίδιο, σ. 192.

117. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 71-83.

118. Η έκδοση του διατάγματος έγινε με πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου. Τον Νοέμβριο του 1841 η πρυτανεία υπέβαλε στο υπουργείο Παιδείας ένα κείμενο με προτάσεις για τις διαδικασίες των εξετάσεων με βάση τις απόψεις των σχολών. Το υπουργείο Παιδείας φαίνεται ότι δεν αποδέχθηκε το κείμενο της πρυτανείας και ανέθεσε στον Φ. Ιωάννου να συντάξει σχέδιο διατάγματος για τις εξετάσεις (ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 63,

υποφάκ. IB', αρ. 14: εδώ το έγγραφο της πρυτανείας που συνόδευε το κείμενο με τις προτάσεις της, αρ. 968/634,8 Νοεμ. 1841, καθώς και το σχέδιο διατάγματος με τη σχετική εισηγητική Έκθεση, γραμμένα και τα δύο από τον Φ. Ιωάννου). Το τελικό διάταγμα για τις εξετάσεις διαμορφώθηκε με βάση το σχέδιο του Φ. Ιωάννου, αφού όμως προηγουμένως έγιναν σ' αυτό ορισμένες αλλαγές, για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω. Βλ. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 34, όπου το διορθωμένο τελικό σχέδιο του διατάγματος, συνοδευόμενο από επιστολή του Φ. Ιωάννου προς τον υπουργό I. Ρίζο, με την οποία απαντά σε ορισμένες παρατηρήσεις του υπουργού για το σχέδιο, και ένα υ

πόμνημα του ίδιου με τον τίτλο «Παρατηρήσεις εις τινας παρασημειώσεις της Α. Μ. γενομένας εις το σχέδιον του περί εξετάσεων των φοιτητών του Πανεπιστημίου Β. Διατάγματος» (10 Μαΐου 1842).

119. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 83-101.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/218.gif&w=600&h=915

είχαν συμπληρώσει τον καθορισμένο χρόνο σπουδών (τέσσερα χρόνια οι φοιτητές της Νομικής και της Ιατρικής και τρία οι φοιτητές της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής) και είχαν, όπως είπαμε, πιστοποιητικά παρακολούθησης των ειδικών μαθημάτων της σχολής τους και των γενικών. Ειδικά για τα γενικά μαθήματα έπρεπε να έχουν και πιστοποιητικό ότι εξετάστηκαν επιτυχώς σ' αυτά (άρθρο 2α). Οι εξετάσεις ήταν δύο ειδών, διδακτορικές και απολυτήριες. Οι διδακτορικές ήταν αυστηρότερες και οδηγούσαν στο δίπλωμα του διδάκτορα,

ενώ οι απολυτήριες οδηγούσαν στο δίπλωμα του τελειοδίδακτου ή, όπως θα καθιερωθεί ανεπίσημα να λέγεται, του προλύτη. Για να συμμετάσχει ένας φοιτητής σε διδακτορικές εξετάσεις έπρεπε να έχει συμπληρώσει, ανεξάρτητα από τη σχολή στην οποία φοιτούσε, τέσσερα χρόνια σπουδών. Ήταν υποχρεωμένος

επίσης, μετά την επιτυχή δοκιμασία του στις εξετάσεις, να υποβάλει μια διδακτορική διατριβή, «γεγραμμένην παρ' αυτού του ιδίου εις την αρχαίαν ελληνικήν, και πραγματευομένην περί αντικειμένου ανήκοντος εις την ειδικήν αυτού

επιστήμην» (άρθρο 3β). Οι φοιτητές της Θεολογικής Σχολής δεν μπορούσαν να πάρουν όλοι διδακτορικό: ο τίτλος αυτός απονεμόταν μόνο σε κληρικούς, ενώ οι υπόλοιποι έπαιρναν ένα απλό πτυχίο. Στο ίδιο διάταγμα προβλεπόταν ότι οι φοιτητές που δεν επιθυμούσαν να υποβληθούν σε εξετάσεις μπορούσαν να ζητήσουν ένα αποδεικτικά («αποφοιτήριο»), στο οποίο θα σημειωνόταν ο χρόνος φοιτήσεως, η επιμέλεια και η διαγωγή τους, τα μαθήματα που παρακολούθησαν και το αποτέλεσμα των εξετάσεών τους στα γενικά μαθήματα.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο του διατάγματος του 1842. Οι διαδικασίες των εξετάσεων θα περιγραφούν αναλυτικότερα στις «Διατυπώσεις» της Συγκλήτου. Σ' αυτές ορίζονται λεπτομερώς τα εξεταστέα μαθήματα, η συγκρότηση των εξεταστικών επιτροπών, ο τρόπος διεξαγωγής των

εξετάσεων και βαθμολόγησης των μαθημάτων. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι και των δύο κατηγοριών (διδάκτορες, τελειοδίδακτοι) είναι γραπτές και προφορικές. Οι πρώτες είναι ίδιες για όλους, ενώ οι δεύτερες είναι αυστηρότερες για τους διδάκτορες. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο οι γραπτές όσο και οι προφορικές εξετάσεις διενεργούνται από εξεταστική

επιτροπή στην οποία συμμετέχουν όλοι οι καθηγητές της σχολής. Οι υποψήφιοι, δηλαδή, εξετάζονται και βαθμολογούνται σε κάθε μάθημα όχι μόνο από τον «καθ' ύλην» αρμόδιο καθηγητή, αλλά από όλους τους καθηγητές. Από τις

επιμέρους βαθμολογίες προκύπτει ο τελικός βαθμός του πτυχίου. Η λογική του συστήματος αυτού είναι ότι κάθε καθηγητής, ανεξάρτητα από το αντικείμενο που διδάσκει, έχει δικαίωμα να κρίνει τον εξεταζόμενο. Ως προς τη διδακτορική διατριβή, τέλος, προβλέπεται ότι αυτή δεν μπορεί να είναι μικρό-

Σελ. 218
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/219.gif&w=600&h=915

μικρότερη από ένα τυπογραφικό φύλλο και ότι μετά την έγκρισή της και πριν από την υποστήριξή της τυπώνεται με δαπάνη του υποψήφιου. Οι περισσότερες από τις παραπάνω διατάξεις ακολουθούν γενικά την αντίστοιχη νομοθεσία των γερμανικών Πανεπιστημίων120.

Το διάταγμα του 1842 σχεδιάστηκε, όπως είπαμε, από τον Φ. Ιωάννου. Πριν όμως φτάσει στην τελική μορφή του φαίνεται ότι έγινε αντικείμενο συζητήσεων τόσο στο υπουργείο Παιδείας όσο και στο περιβάλλον του βασιλιά Όθωνα, όπου διατυπώθηκαν ορισμένες ενστάσεις121. Οι ενστάσεις του Όθωνα αναφέρονταν σε δύο κυρίως σημεία του σχεδίου : στο ότι επέτρεπε στους φοιτητές της Θεολογικής να δίνουν απολυτήριες εξετάσεις μετά από τρία χρόνια σπουδών και όχι τέσσερα, πράγμα που «εμφαίνει ίσως καταφρόνησιν της θρησκείας», και στο ότι από τον κατάλογο των αναγκαίων για όλους τους φοιτητές μαθημάτων έλειπε η χριστιανική διδασκαλία. Η δεύτερη αυτή ένσταση φανερώνει μια αντίληψη που βρισκόταν έξω από το πνεύμα του Πανεπιστημίου και ασφαλώς δεν έβρισκε σύμφωνη την πανεπιστημιακή κοινότητα, για την οποία η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση ήταν κάτι πέρα από τις αρμοδιότητες του Πανεπιστημίου.

Απαντώντας στις ενστάσεις του Όθωνα ο Φ. Ιωάννου παρατηρεί ότι το γεγονός ότι οι φοιτητές της Θεολογικής, όπως και της Φιλοσοφικής, προβλέπεται να εξετάζονται για δίπλωμα μετά από τρία χρόνια σπουδών οφείλεται στο ότι τα μαθήματα των δύο αυτών σχολών είναι λιγότερα και ευκολότερα από εκείνα των άλλων, αλλά και στο ότι «τα υλικά ωφελήματα του θεολόγου είναι εις τας παρούσας περιστάσεις της Ελλάδος μικρότατα, και επομένως ολίγιστοι ήθελον ευρεθή, οίτινες ήθελον αποφασίσει να δαπανήσωσι τέσσαρα ολόκληρα έτη εις το Πανεπιστήμιον, διά να λάβωσι μετά τετραετίαν το δίπλωμα της Θεολογίας, το οποίον τόσον μικράν ωφέλειαν τους υπόσχεται». Όσο για την απουσία από τα προγράμματα της χριστιανικής διδασκαλίας, αυτή οφειλόταν, κατά τον Ιωάννου, στο ότι ένα τέτοιο μάθημα θα έπρεπε να είναι υψηλού, φιλοσοφικού επιπέδου και ότι δεν υπήρχε επί του παρόντος καθηγητής ικανός να το διδάξει. Ήταν μια «κομψή» απάντηση στις βασιλικές ενστάσεις, οι οποίες τελικά δεν πέρασαν στο κείμενο του διατάγματος. Φαίνεται όμως ότι ο Όθων δεν εγκατέλειψε τις θέσεις του. Σ' ένα σύγχρονο σημείωμά

120. Βλ. J. F. Minssen, Étude sur l'instruction secondaire et supérieure en Allemagne, Παρίσι 1866, σ. 94-97 και Edmond Dreyfus-Brisac, L'université de Bonn et l'enseignement supérieur en Allemagne, Παρίσι 1879, σ. 214 κ.εξ.

121. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 34 (βλ. παραπάνω, σημ. 118).

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/220.gif&w=600&h=915

ωμά του, που αναφέρεται μάλλον στο διάταγμα για τις εξετάσεις, αναφέρει: «Μόλις εύρω κατάλληλον διδάσκαλον [για τη θρησκευτική διδασκαλία], θα

υποχρεώσω τους φοιτητάς εις την ακρόασιν»122.

Κάποιες αντιρρήσεις για το σχέδιο του Ιωάννου φαίνεται ότι είχε και ο υπουργός Παιδείας I. Ρίζος123. Σύμφωνα με το σχέδιο Ιωάννου, οι φοιτητές για να συμμετάσχουν στις εξετάσεις έπρεπε να καταβάλουν εξέταστρα: 60 δρχ. για τις διδακτορικές και 30 για τις απολυτήριες. Από τα χρήματα αυτά το ένα δέκατο θα έπαιρνε ο κοσμήτορας και τα υπόλοιπα θα μοιράζονταν μεταξύ των εξεταστών, «συμπεριλαμβανομένου και του Κοσμήτορος». Άλλα τόσα χρήματα θα κατέβαλλε ο υποψήφιος και για το δίπλωμα, τα οποία θα πήγαιναν στο ταμείο και τους υπαλλήλους του Πανεπιστημίου. Το σκεπτικό του Ιωάννου ήταν ότι η καταβολή χρημάτων για τις εξετάσεις και το δίπλωμα συνηθιζόταν σε όλα τα Πανεπιστήμια και ότι η συνήθεια αυτή ήταν και δίκαιη και «συμφέρουσα»: δίκαιη για τους καθηγητές, γιατί με τον τρόπο αυτό

ανταμείβονταν για τους κόπους τους και «συμφέρουσα» για τους φοιτητές, διότι θα φρόντιζαν να έρχονται καλά προετοιμασμένοι στις εξετάσεις. Η διάταξη αυτή δεν έγινε δεκτή από τον υπουργό Παιδείας και απορρίφθηκε τελικά με το αιτιολογικό ότι τα εξέταστρα μπορούσαν να επηρεάσουν την αντικειμενικότητα των καθηγητών. Υπενθυμίζουμε ότι μια ανάλογη ένσταση σχετικά με τα δίδακτρα είχε διατυπωθεί και το 1834 από τον σύμβουλο του υπουργείου Παιδείας Α. Ρ. Ραγκαβή, όταν υπουργός ήταν πάλι ο I. Ρίζος. Απορρίφθηκαν επίσης και δεν πέρασαν στο τελικό κείμενο του διατάγματος και ορισμένες άλλες διατάξεις που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση των διπλωματούχων να υποβάλλονται σε πρακτικές εξετάσεις προκειμένου να πάρουν άδεια άσκησης επαγγέλματος, καθώς και τον τύπο του διπλώματος που απονεμόταν στους φοιτητές της Θεολογικής.

Σχετικά με την πρώτη από τις δύο παραπάνω διατάξεις, το σχέδιο πρόβλεπε ότι οι διπλωματούχοι της Ιατρικής για να πάρουν επαγγελματική άδεια έπρεπε προηγουμένως να υποβληθούν σε πρακτικές εξετάσεις ενώπιον του «ιατρικού συνεδρίου». Σε αντίστοιχες εξετάσεις ενώπιον μιας «νομικής

επιτροπής» θα υποβάλλονταν και οι διπλωματούχοι της Νομικής, ενώ για τους διπλωματούχους της Φιλοσοφικής προβλεπόταν ότι μετά από διετή προσωρινή άσκηση του επαγγέλματός τους έπρεπε να εξεταστούν «κατά το πρα-

122. Σ. Β. Κουγέας, «Το ενδιαφέρον του Όθωνος διά το Πανεπιστήμιον», Nέα Εστία 22,1937, σ. 1797-1798.

123. ΓΑΚ, ό.π., επιστ. Φ. Ιωάννου προς I. Ρίζο.

Σελ. 220
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/221.gif&w=600&h=915

πρακτικόν» της επιστήμης τους. Τίποτε από όλα αυτά δεν πέρασε στο διάταγμα, πιθανώς επειδή τα σχετικά ζητήματα είχαν ρυθμιστεί πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου: οι γιατροί για να πάρουν άδεια άσκησης επαγγέλματος έπρεπε να εξεταστούν προηγουμένως από το Ιατροσυνέδριο, ενώ οι δικηγόροι από ειδική επιτροπή δικαστικών- ανάλογες εξετάσεις προβλέπονταν και για τους εκπαιδευτικούς124. Υπήρχε επομένως για τα ζητήματα αυτά ένα θεσμικό πλαίσιο και περίσσευαν οι σχετικές ρυθμίσεις στο διάταγμα για τις εξετάσεις.

Σχετικά με τα διπλώματα της Θεολογικής, το σχέδιο Ιωάννου πρόβλεπε ότι η σχολή αυτή δεν απένεμε παρά μόνο δίπλωμα τελειοδίδακτου, όχι διδάκτορα. Και τούτο για δύο λόγους: πρώτον γιατί δεν ήταν ακόμη πλήρης και δεν ήταν σε θέση να δώσει στους φοιτητές της τις θεολογικές εκείνες γνώσεις που έπρεπε να έχει ένας διδάκτορας της Θεολογίας και δεύτερον γιατί «ο βαθμός του Διδάκτορος της Θεολογίας δίδει εις τον έχοντα αυτόν ιερόν τινα χαρακτήρα- επομένως έχει τι υψηλότερον και ιερώτερον, το οποίον δεν πρέπει να προέρχεται εκ μόνης της Σχολής χωρίς της επινεύσεως και εγκρίσεως της Συνόδου, ήθελε δ' επιφέρει ίσως και ατοπήματα και σκάνδαλα, τα οποία είναι καλόν να προλαμβάνωνται, και αντιλογίας εκ μέρους της εκκλησίας, εις τας οποίας είναι φρόνιμον να μη δίδεται αφορμή». Στο διάταγμα του 1842 όμως δεν πέρασε η άποψη αυτή. Καθιερώθηκε και στη Θεολογική ο βαθμός του διδάκτορα, με τη διευκρίνιση ότι αυτός ήταν μόνο για τους κληρικούς· στους λαϊκούς απονεμόταν αντί του διδακτορικού ένα προσωρινό αποδεικτικά (άρθρο 3β). Η διάταξη αυτή ίσχυσε ως το 1863, οπότε η Θεολογική Σχολή,

επιστρέφοντας κατά κάποιον τρόπο στην πρόταση του Ιωάννου, αποφάσισε να μην απονέμεται στους «ευδοκίμως υποστάντας τας διδακτορικάς εξετάσεις» ο βαθμός του διδάκτορα, επειδή είναι «μέγας και υψηλός», αλλά ο ισότιμος βαθμός του προλύτη125. Τον βαθμό του διδάκτορα η σχολή απένεμε τιμητικά σε εξέχοντες μόνο θεολόγους. Το αντίθετο ακριβώς έγινε στην Ιατρική. Κατά το διάταγμα του 1842, οι φοιτητές της σχολής αυτής μπορούσαν να πάρουν είτε διδακτορικό δίπλωμα, είτε δίπλωμα τελειοδίδακτου. Τελικά όμως

επικράτησε η συνήθεια να απονέμεται σ αυτούς, μετά από αντίστοιχες εξετάσεις, μόνο διδακτορικό δίπλωμα.

Το διάταγμα του 1842 συνάντησε αρκετές δυσκολίες στην εφαρμογή του,

124. Βλ. εδώ, σ. 414,416,419.

125. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 77-78. Η διάταξη αυτή ίσχυσε ως το 1907, οπότε επικράτησε να απονέμεται διδακτορικό δίπλωμα και στους πτυχιούχους της Θεολογικής. Βλ. Δ. Σ. Μπαλάνος, Ιστορία της βιολογικής Σχολής, Αθήνα 1937, σ. 28-29.

Σελ. 221
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/222.gif&w=600&h=915

ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια. Αρκετοί φοιτητές, όπως είπαμε παραπάνω, προσέρχονταν στις εξετάσεις χωρίς να έχουν αποδείξεις ακροάσεως. Καθώς όμως η παρακολούθηση των μαθημάτων δεν απέκτησε ποτέ μια κανονικότητα, οι εξεταστικές επιτροπές αντιμετώπιζαν με επιείκεια τους φοιτητές αυτούς και συνήθως τους δέχονταν στις διπλωματικές εξετάσεις. Προβλήματα υπήρξαν επίσης στο θέμα της διδακτορικής διατριβής. Αρκετοί υποψήφιοι διδάκτορες στα πρώτα χρόνια από τη δημοσίευση του διατάγματος του 1842 προσέρχονταν στις εξετάσεις χωρίς να έχουν καταθέσει σχετική διατριβή. Το

υπουργείο Παιδείας, θέλοντας να ενθαρρύνει την προσέλευση των φοιτητών στις εξετάσεις, που ήταν ακόμη αρκετά μικρή, αποφάσισε το 1844, μετά από πρόταση της Ιατρικής Σχολής, να απαλλάξει προσωρινά τους υποψήφιους από την υποχρέωση υποβολής και υποστήριξης διδακτορικής διατριβής126. Το καθεστώς αυτό κράτησε περίπου μια δεκαετία. Το 1853 η Σύγκλητος επανέφερε το θέμα, ζητώντας από το υπουργείο την επαναθεσμοθέτηση της διατριβής, με το σκεπτικό ότι «αι εξεταστικαί επιτροπαί έπαυσαν του να ώσι δυσπρόσιτοι εις τους φοιτητάς, ως δηλούται εκ του πλήθους των εξεταζομένων» και ότι η διδακτορική διατριβή ήταν απαραίτητη για τον έλεγχο της επιστημονικής επάρκειας των υποψήφιων διδακτόρων127. Η πρόταση της Συγκλήτου

έγινε δεκτή από το υπουργείο Παιδείας. Παρά ταύτα, το πρόβλημα δεν λύθηκε. Αρκετοί φοιτητές συνέχισαν και μετά το 1853 να προσέρχονται στις εξετάσεις και να ζητούν να αναγορευθούν διδάκτορες χωρίς διατριβή, με την υπόσχεση ότι θα την καταθέσουν μέσα σε ορισμένη χρονική προθεσμία, κάτι που δεν γινόταν πάντα128. Σε εκκρεμότητα έμεινε επίσης για πολλά χρόνια και το θέμα της εκτύπωσης της διδακτορικής διατριβής. Κατά καιρούς ορισμένες απ' αυτές είδαν το φως της δημοσιότητας, αυτοτελώς η σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες- οι περισσότερες όμως έμειναν αδημοσίευτες. Από τα υπάρχοντα δείγματα φαίνεται ότι οι διατριβές αυτές δεν ήταν παρά ολιγοσέλιδα γυμνάσματα ή συμπιλήματα από πανεπιστημιακά συγγράμματα και παραδόσεις. Αυτός ίσως ήταν και ένας από τους λόγους για τους οποίους το Πα-

126. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 79-80. Παρά ταύτα, ορισμένοι καθηγητές, όπως ο Ν. Σαρίπολος, επέμεναν στην πλήρη εφαρμογή του διατάγματος για τις εξετάσεις, απαιτώντας από τους υποψήφιους διδακτορική διατριβή. Βλ. Π.Σ.Ν.Σ., 18 Ιαν. 1850.

127. Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854;], σ. 9.

128. Βλ. τέτοια παραδείγματα στα Π.Σ.Φ.Σ.,23 Μαΐου,20 Ιουν. και 15 Δεκ. 1853, 9 Οκτ. 1857. Στα χρόνια 1856-1866, 25 φοιτητές διαφόρων σχολών «ηυδοκίμησαν μεν εις τας εξετάσεις αυτών ως διδάκτορες, αλλά μη προσενεγκόντες τας αινεσίμους διατριβάς των δεν ανηγορεύθησαν». Βλ. Μ. Βενιζέλος, Λόγος, 1867, μέρος Β', Πίν. IB' και ΚΘ'.

Σελ. 222
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/223.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο δεν επέμεινε στη δημοσίευσή τους. Η εκτύπωση των διατριβών

έγινε υποχρεωτική στη δεκαετία του 1880, οπότε και άρχισαν να δημοσιεύονται κανονικά129.

Ως προς τη γλωσσική μορφή της διατριβής, το διάταγμα του 1842 πρόβλεπε ότι αυτή έπρεπε να είναι γραμμένη στην αρχαία ελληνική. Στην πραγματικότητα όμως η υποχρέωση αυτή ίσχυσε μόνο για τους υποψήφιους διδάκτορες του φιλολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής και, για ένα διάστημα μόνο, για τους υποψήφιους της Θεολογικής130. Για τους φοιτητές του φυσικού και του μαθηματικού τμήματος η χρήση της αρχαίας γλώσσας δεν ήταν υποχρεωτική131. Το ίδιο και για τους συναδέλφους τους της Νομικής και της Ιατρικής.

Η απονομή του διπλώματος και ιδιαίτερα η αναγόρευση ενός φοιτητή σε διδάκτορα προσελάμβανε τον χαρακτήρα επίσημης τελετής. Η υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής γινόταν συνήθως ημέρα Κυριακή, μπροστά σε ένα πολυπληθές ακροατήριο από καθηγητές, φοιτητές, συγγενείς και φίλους του

υποψήφιου. Σε αρκετές περιπτώσεις συμμετείχε και ο βασιλιάς, τονίζοντας με την παρουσία του την επισημότητα της εκδήλωσης. Ο υποψήφιος διάβαζε τη διατριβή του και κατόπιν απαντούσε στις ερωτήσεις των καθηγητών της σχολής. Όταν τελείωνε η διαδικασία αυτή, ο κοσμήτορας της σχολής ρωτούσε τους καθηγητές αν εγκρίνουν την αναγόρευση του υποψήφιου σε διδάκτορα. Αν η απάντηση ήταν καταφατική, έπαιρνε τον λόγο ο πρύτανης η ο κοσμήτορας, εκφωνώντας ένα σύντομο λογύδριο («προσλαλιά»), με συμβουλές και νουθεσίες προς τον υποψήφιο και κάποιες γενικές αναφορές στην επιστήμη που ακολούθησε132. Κατόπιν τον καλούσε να εκφωνήσει την «δημοσίαν καθομολόγησιν»: ένα κείμενο σε αρχαΐζουσα γλώσσα, που ήταν διαφορετικό για κάθε σχολή, με το οποίο ο υποψήφιος ομολογούσε ότι θα αφιερωθεί στην επιστήμη του και θα ασκήσει ευσυνείδητα το επάγγελμά του133. Την ίδια ομολογία

129. Π. Κυριάκος, Τα κατά την πρυτανείαν, 1884, σ. 19.

130. Στο ίδιο, σ. 78. Η απαίτηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από τους υποψήφιους διδάκτορες του φιλολογικού τμήματος ήταν εύλογη, αφού η αρχαιομάθεια ήταν

ένας από τους βασικούς στόχους του τμήματος αυτού. Ας σημειωθεί ότι η Φιλοσοφική Σχολή θα αρνηθεί το 1866 να αναγορεύσει υποψήφιο διδάκτορα της φιλολογίας που είχε συντάξει τη διατριβή του σε απλή γλώσσα, ζητώντας του να τη μεταγλωττίσει στην

αρχαία ελληνική (Π.Σ.Φ.Σ., 26 Αυγ. 1866).

131. Π.Σ.Φ.Σ.,20 Ιουν. 1853.

132. Δείγματα τέτοιων λογυδρίων βλ. στις εφ. Αθηνά, αρ. 1565, 30 Ιαν. 1849 και Αιών, αρ. 1062,10 Μαΐου 1850, καθώς και στο περ. Πανδώρα 4,1853-54, σ. 134.

133. Τους τύπους των «καθομολογήσεων» βλ. στο Βαμπάς, Νόμοι, σ. 99-100.

Σελ. 223
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/224.gif&w=600&h=915

λογία διάβαζαν και οι τελειοδίδακτοι. Η τελετή ολοκληρωνόταν με την αναγόρευση του υποψήφιου σε διδάκτορα από τον κοσμήτορα134.

Η αναγόρευση δεν ήταν όμως μόνο μια στενά πανεπιστημιακή υπόθεση. Ήταν συγχρόνως και ένα κοινωνικό γεγονός που έπρεπε να λάβει δημοσιότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ίδιος ο διδάκτορας η το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον φρόντιζαν για τη δημοσιοποίηση της αναγόρευσης στις

εφημερίδες με τη μορφή αγγελίας η συγχαρητηρίων. Ανάλογες καταχωρίσεις γίνονταν και για τους τελειοδίδακτους. «Οι πανεπιστημιακές εξετάσεις παρέχουν, και αυτές, πολύ δωρεάν υλικό στον ελληνικό Τύπο», παρατηρεί ο G. Deschamps στα τέλη του αιώνα. «Κάθε τόσο διαβάζουμε ότι ένας εξαίρετος νέος, ελπίδα της πατρίδας, γιός πάμπλουτου τραπεζίτη, αρίστευσε στις εξετάσεις της Νομικής μπροστά στους αξιοσέβαστους καθηγητές του Πανεπιστημίου»135. Οι σχετικές αγγελίες συνοδεύονταν συχνά από εγκώμια για την αυταπάρνηση που επέδειξαν οι νεαροί διπλωματούχοι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, χάρη στην οποία μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις δυσκολίες που συνάντησαν στον δρόμο τους: «εξ ελαχίστων ορμηθείς, και προς μυρίας αντιπαλαίσας στερήσεις, δι' όλης πενταετίας διήνυσε το στάδιον των εν τω Πανεπιστημίω σπουδών, και ήλθε τέλος αξιεπαίνως εις το ποθούμενον των αγώνων τέρμα»136. Οι καταχωρίσεις αυτές δεν είχαν βέβαια μόνο χαρακτήρα συγχαρητηρίων. Αποτελούσαν συγχρόνως και ένα είδος διαφήμισης για τον νεαρό διπλωματούχο -ιδιαίτερα αν είχε τελειώσει τη Νομική ή την Ιατρική- ο οποίος ετοιμαζόταν να μπει στον επαγγελματικό στίβο137.

134. Περιγραφή μιας τέτοιας τελετής στην Ιατρική Σχολή βλ. στο Π. Ενεπεκίδης, Αθηναϊκά, Αττικοβοιωτικά, Δωδεκανησιακά, Αθήνα, Ωκεανίδα, 1991, σ. 141.

135. G. Deschamps, Η Ελλάδα σήμερα, μετάφρ. Α. Δαούτη, Αθήνα, Τροχαλία, 1992, σ. 145.

136. Πανδώρα 4,1853-54, σ. 134. Εγκωμιαστικές αναφορές αυτού του τύπου είναι αρκετά συνηθισμένες. Χαιρετίζοντας το 1850 μια εφημερίδα την αναγόρευση του Β. Λάκωνος, καθηγητή αργότερα στο Πανεπιστήμιο, σε διδάκτορα των μαθηματικών και φυσικών επιστημών, γράφει: «ει και παλαίων προς παντός είδους στερήσεις και ελλείψεις αθεραπεύτους προς το παρόν εις την Ελλάδα, κατεφρόνησεν όμως την επιστημονικήν των πλείστων σπουδαζόντων αρτολατρείαν και κατεγίνετο μετά ζήλου και εξόχου

επιμελείας εις την σπουδήν των μαθηματικών και φυσικών γνώσεων...» (Εφημερίς της Σμύρνης, αρ. 61,9 Ιουν. 1850· αναδημοσίευση από την εφ. Αθηνά).

137. «Ο εκ Τρικέρων της Θετταλομαγνησίας διδάκτωρ της ιατρικής κ. Ιω. Σ. Κουτσοδημητρόπουλος, υποστάς και τας πρακτικάς αυτού εξετάσεις έλαβε μετά πολλών επαίνων την άδειαν του μετέρχεσθαι τον ιατρόν. Συγχαίροντες αυτόν ευχόμεθα ίνα και εις την πράξιν απόλαυση τους καρπούς των κόπων του» (εφ. Αιών, αρ. 3390,20 Νοεμ. 1880). Άλλα δείγματα τέτοιων καταχωρίσεων βλ. στην ίδια εφημερίδα, αρ. 3430,6 Ιαν.

Σελ. 224
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/225.gif&w=600&h=915

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΤΕΛΗ

Είναι γνωστό ότι οι φοιτητές του Πανεπιστημίου ως τα τέλη του 19ου αιώνα πλήρωναν ένα χαμηλό ποσόν ως εκπαιδευτικά τέλη, ενώ από την άλλη μεριά ήταν απαλλαγμένοι από την καταβολή διδάκτρων στο διδακτικό προσωπικό, καθώς ο θεσμός αυτός, που είχε εισαχθεί, όπως ξέρουμε, στον Κανονισμό του 1837 από τη Γερμανία, δεν εφαρμόστηκε ποτέ138. Ας δούμε πώς έχουν τα πράγματα. Στον Κανονισμό του 1837 προβλέπονταν οι εξής χρηματικές εισφορές των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο (άρθρο 24): 1) εκπαιδευτικά τέλη για την εγγραφή και το δικαίωμα «χρήσεως των επιστημονικών συλλογών», ανά 10 δραχμές, 2) δίδακτρα μέτρια, «μη υπερβαίνοντα τας 40, και μη ελαττούμενα των 10 δραχμών κατ' έτος διά τας ιδιαιτέρας παραδόσεις- προσδιοριζόμενα δε δι' έκαστον μάθημα εις το ετησίως εκδιδόμενον πρόγραμμα», και 3) εισφορές «διά τα απολυτήρια και τους ακαδημαϊκούς βαθμούς», οι οποίες θα προσδιοριστούν στο μέλλον. Από την καταβολή διδάκτρων και, κατά περίπτωση, από τα τέλη εγγραφής απαλλάσσονταν οι άποροι φοιτητές.

Τελικά, η διάταξη του Κανονισμού για τα εκπαιδευτικά τέλη και τα δίδακτρα δεν εφαρμόστηκε. Μετά από πρόταση του υπουργείου Παιδείας, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1838 διάταγμα που όριζε «να μη εισπραχθώσι τα δικαιώματα του Πανεπιστημίου από τους φοιτητάς μέχρις εγκρίσεως του οριστικού οργανισμού του καταστήματος τούτου»139. Καθώς όμως ο οριστικός Οργανισμός δεν ψηφίστηκε παρά το 1911, το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα για πολλές δεκαετίες. Κάτι ανάλογο έγινε και με τα δίδακτρα, τα οποία θα εισέπραττε το διδακτικό προσωπικό (άρθρο 9). Παρότι στο διάταγμα δεν γίνεται λόγος γι' αυτά, εννοείται όμως ότι η αναστολή περιελάμβανε και τα δίδακτρα.

Οι αιτίες που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου αυτού ήταν κατά πρώτο λόγο οικονομικές. Το υπουργείο Παιδείας αλλά και το ίδιο το Πανεπιστήμιο θεώρησαν άκαιρη την επιβολή εκπαιδευτικών τελών, επειδή προσέκρουαν στην «απορίαν» του ελληνικού λαού και μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα

1881, αρ. 3467, 16 Φεβρ. 1881, αρ. 3468, 17 Φεβρ. 1881, αρ. 3496, 21 Μαρτ. 1881, αρ. 3513, 10 Απρ. 1881, αρ. 3533, 5 Μαΐου 1881, αρ. 3541, 14 Μαΐου 1881, αρ. 3636, 1 Σεπτ. 1881, αρ. 3761,25 Ιαν. 1882.

138. Βλ. Κώστας Λάππας, «Το ζήτημα των διδάκτρων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τον 19ο αιώνα», Προσέγγισης στις νοοτροπίες των βαλκανικών λαών, 15ος-20ός ai., Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 131-152.

139. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 51. Πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 212-214.

Σελ. 225
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/226.gif&w=600&h=915

τα στη συγκρότηση του φοιτητικού σώματος. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Κων. Σχινάς στη λογοδοσία του 1837-1838: «τοιαύτη είναι η ένδεια των φιλομαθούντων, ώστε αν κατά τας πρώτας δύο εξαμηνίας εφηρμόζετο αμέσως το 24 άρθρ. του πολλάκις μνημονευθέντος Β. Διατάγματος, το επιβάλλον την μετριωτάτην εισφοράν 10 δραχμών ως δικαιώματος εγγραφής, ήθελον αποτραπή οι πλείστοι του να εγγραφώσιν εις το Πανεπιστημείον». Το ενδεχόμενο αυτό, συνεχίζει ο ίδιος, τον

έκανε να αναβάλει την εφαρμογή του σχετικού άρθρου πριν ακόμη εκδοθεί το

ανασταλτικό διάταγμα του 1838140. Ανάλογη ήταν και η στάση μιας μερίδας του τύπου. Λίγο μετά τη δημοσίευση του Κανονισμού του 1837, το άρθρο που επέβαλλε χρηματικές εισφορές στους φοιτητές είχε χαρακτηριστεί «πάντη άκαιρον ως προς την παρούσαν απορίαν των Ελλήνων»141.

Η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών, λοιπόν, ήταν αποτέλεσμα ανάγκης. Η «άπορία των Ελλήνων» υποχρέωνε το Πανεπιστήμιο, τουλάχιστο στο ξεκίνημά του, να αναβάλει την εφαρμογή ενός θεσμού που μπορούσε να προκαλέσει δυσχέρειες στους φοιτητές αλλά και στο ίδιο το ίδρυμα. Το γεγονός όμως ότι το ζήτημα αυτό παρέμεινε σε εκκρεμότητα για αρκετές δεκαετίες δείχνει ότι δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος. Αναφερθήκαμε παραπάνω στα ιδεολογήματα γύρω από τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου και στη φιλοδοξία του να λειτουργήσει όχι απλώς ως ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα αλλά και ως σύνδεσμος ανάμεσα στον ελεύθερο και τον αλύτρωτο ελληνισμό. Η αποστολή αυτή θα είχε νόημα μόνο αν το Πανεπιστήμιο κατόρθωνε να προσελκύσει τους ομογενείς μαθητές, κάτι που δεν μπορούσε να επιτευχθεί αν υπήρχαν οικονομικού τύπου εμπόδια. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, ότι η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών αποσκοπούσε, εκτός των άλλων, και στο να διευκολύνει την προσέλευση των ομογενών στο Πανεπιστήμιο. Στην ίδια λογική εντάσσονται

άλλωστε και οι διευκολύνσεις που τους είχαν παρασχεθεί στο θέμα της εγγραφής στο Πανεπιστήμιο.

Σημαντικό ρόλο όμως στην αναστολή των εκπαιδευτικών τελών έπαιξε και

140. Κ. Σχινάς, Λόγος, 1838, σ. 10-12. Τα επιχειρήματα αυτά επαναλαμβάνονται και στα επόμενα χρόνια. Το 1841 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου θα χαρακτηρίσει τα δίδακτρα ως ασυμβίβαστα «με την ενεστώσαν του Πανεπιστημίου κατάστασιν» (Π.Σ., 7 Νοεμ. 1841), ενώ το 1844 σε συνεδρία της Νομικής ο καθηγητής της «κοινωνικής οικονομίας» [Ιω. Σούτσος] θα υποστηρίξει ότι ο θεσμός των διδάκτρων αν και υποδαυλίζει την προθυμία των φοιτητών, «εις την Ελλάδα όμως επί πολύν έτι χρόνον δεν δύναται να εφαρμοσθή διά την ένδειαν των φοιτώντων» (Π.Σ.Ν.Σ., 24 Απρ. 1844).

141. «Περί του (Πανεπιστημίου)», Ο θεατής, αρ. 13,13 Μαΐου 1837, σ. 7.

Σελ. 226
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/227.gif&w=600&h=915

η στάση του κράτους και των πολιτών απέναντι στην εκπαίδευση. Από τα χρόνια της Επανάστασης είχε παγιωθεί η αντίληψη ότι η εκπαίδευση ήταν ένα αγαθό στο οποίο είχαν δικαίωμα όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από τις οικονομικές τους δυνατότητες, και ότι η διάδοσή της αποτελούσε απαραίτητη προ

ϋπόθεση για την εθνική αναγέννηση και τη συγκρότηση ενός σύγχρονου κράτους. Ως κοινωνικό και εθνικό αγαθό η εκπαίδευση έπρεπε να παρέχεται από το κράτος με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση των πολιτών, έτσι ώστε το σχολείο να γίνει, τυπικά τουλάχιστο, προσπελάσιμο σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Και πραγματικά στη βάση αυτή στηρίχθηκαν οι πρώτοι σχολικοί οργανισμοί του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το κόστος λειτουργίας των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης αναλάμβανε το κράτος και της κατώτερης οι δήμοι, ενώ οι προβλεπόμενες για τους μαθητές εισφορές ήταν αρκετά χαμηλές. Κάτι ανάλογο ίσχυσε και για το Πανεπιστήμιο, όπου η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών και η μη εφαρμογή του θεσμού των διδάκτρων δημιούργησε για αρκετά χρόνια ένα καθεστώς «δωρεάν εκπαίδευσης». Οι παραπάνω ρυθμίσεις θα επισημοποιηθούν με το Σύνταγμα του 1844: «Η ανωτέρα εκπαίδευσις ενεργείται δαπάνη του κράτους· εις δε την δημοτικήν συντρέχει και το κράτος κατά το μέτρον της ανάγκης των δήμων» (άρθρο 11).

Με όλα αυτά οι φοιτητές ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα δεν υποβάλλονταν σε καμιά δαπάνη για τις σπουδές τους. Το καθεστώς αυτό στην

αρχή τουλάχιστο φαίνεται ότι ήταν γενικώς αποδεκτό από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Οι ανάγκες και οι σκοπιμότητες που εξυπηρετούσε ήταν «κατανοητές» από όλους. Η παράταση όμως της αναστολής θα οδηγήσει στην εκδήλωση των πρώτων αρνητικών αντιδράσεων. Αρκετοί καθηγητές, από

εκείνους κυρίως που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία, αρχίζουν μετά το 1850 να τοποθετούνται, θεωρητικά τουλάχιστο, υπέρ της καταβολής διδάκτρων στο διδακτικό προσωπικό, χρησιμοποιώντας δύο βασικά επιχειρήματα: πρώτον ότι τα δίδακτρα ήταν μια πρακτική καθιερωμένη σε όλη την Ευρώπη και δεν μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση το ελληνικό Πανεπιστήμιο και δεύτερον ότι τα δίδακτρα θα συνέβαλλαν στη βελτίωση του επιπέδου των σπουδών : οι καθηγητές, αμειβόμενοι καλύτερα, θα αφοσιώνονταν περισσότερο στο έργο τους, ενώ οι φοιτητές, όντας υποχρεωμένοι να πληρώνουν, θα γίνονταν επιμελέστεροι.

Είναι ενδιαφέρον όμως ότι οι οπαδοί των διδάκτρων, παρότι αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα του θεσμού, έχουν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν αυτός μπορούσε και έπρεπε να εφαρμοστεί στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Α. Ρ. Ραγκαβή, ο οποίος ενώ θεωρητικά υπο-

Σελ. 227
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/228.gif&w=600&h=915

υποστηρίζει την επιβολή μέτριων, έστω, διδάκτρων στους φοιτητές, από την άλλη μεριά όμως εκφράζει τον φόβο μήπως τα δίδακτρα γίνουν αφορμή ώστε οι καθηγητές «διά μεθόδου επιδεικτικής μάλλον και επαγωγού ή ωφελίμου να θηρεύωσι δημοτικότητα» για να εισπράξουν περισσότερα χρήματα από τους φοιτητές142. Κοντά στον φόβο αυτό υπάρχουν και οι αναστολές που πηγάζουν από τα ιδεολογήματα για την εθνική αποστολή του Πανεπιστημίου. Παρότι, λοιπόν, ο Ραγκαβής θέλει τα δίδακτρα, δέχεται όμως τελικά ότι «ως προς την Ελλάδα, επειδή η παιδεία είναι το διανοητικόν μάνα το τρέφον τον ελπίζοντα λαόν εν τη εξορία του (...) ουδείς φθόνος αν δίδηται η παιδεία άμισθος». Ανάλογους ενδοιασμούς εκφράζουν και άλλοι πανεπιστημιακοί, όπως ο καθηγητής της Νομικής Κ. Φρεαρίτης. Μολονότι συμφωνεί και αυτός με την επιβολή διδάκτρων, διστάζει όμως να πάρει σαφή θέση στο «σκανδαλώδες» αυτό ζήτημα, «ως έχον αντικείμενον χρήματα και παρέχον τοις πολλοίς αφορμήν εις παρεξηγήσεις»143.

Και στις δύο περιπτώσεις οι επιφυλάξεις αφορούν, όπως βλέπουμε, τα δίδακτρα στους καθηγητές. Για την επιβολή εκπαιδευτικών τελών, σε κάποια

ανεκτά για τους φοιτητές επίπεδα, δεν φαίνεται να υπήρχαν σοβαρές αντιρρήσεις. Αντίθετα, είχε επικρατήσει ήδη η άποψη ότι οι φοιτητές έπρεπε να πληρώνουν κάποια χρήματα στο Πανεπιστήμιο που θα ελάφρυναν τα λειτουργικά του έξοδα. Πραγματικά, τον Οκτώβριο του 1851 η Σύγκλητος, παρακάμπτοντας το διάταγμα του 1838, που όριζε ότι η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών θα παρατεινόταν ως την ψήφιση του νέου Οργανισμού, αποφάσισε να εισπράττονται από τους φοιτητές 10 δρχ. για εγγραφή η ανανέωση εγγραφής, 100 δρχ. για το διδακτορικό δίπλωμα, 50 δρχ. για το δίπλωμα του τελειοδίδακτου και «ανά πέντε δραχμάς διά πάν έτος σπουδών» για το αποφοιτήριο144. Η απόφαση αυτή δεν εγκρίθηκε στο σύνολό της από το υπουργείο Παιδείας. Το θέμα των τελών για τα διπλώματα θα ρυθμιστεί τον Οκτώβριο του 1853: με την έγκριση του υπουργείου Παιδείας, η Σύγκλητος αποφάσισε να εισπράττονται για αποφοιτήριο 20 δρχ., για κάθε δίπλωμα (διδάκτορα η τελειοδιδάκτου) 50 δρχ. και για δίπλωμα φαρμακοποιού 30 δρχ.145 Μέσα στη δεκαετία του 1850 θα επιβληθούν και τα πρώτα τέλη εγγραφής και ανανέωσης

142. [Α. P.] Ρ[αγκαβής], «Περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 6, 1855-56, σ. 447. Την ίδια άποψη είχε διατυπώσει ο Ραγκαβής και παλιότερα (βλ. εδώ, σ. 70).

143. Κ. Φρεαρίτης, «Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως υπό Δ. Σ. Στρούμπου», Πανδώρα 5,1854-55, σ. 531.

144. Π.Σ., 19 Οκτ. 1851. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 86.

145. Π.Σ.,2 Οκτ. 1853,βλ. και συνεδρ. 2 Νοεμ. 1853. Πβ. Πίν. 5.

Σελ. 228
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/229.gif&w=600&h=915

σης εγγραφής: 3 και 1 δρχ. αντίστοιχα. Από τις εισφορές αυτές σχετικά υψηλές ήταν, όπως βλέπουμε, εκείνες που αφορούσαν τα διπλώματα και τα

αποφοιτήρια, και τούτο γιατί έπρεπε να καλυφθεί τύ υλικό κόστος τους146. Αντίθετα τα τέλη εγγραφής ήταν πολύ χαμηλά. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως τα ποσά ήταν σαφώς χαμηλότερα από εκείνα που είχε προτείνει το 1851 η Σύγκλητος και δεν εγκρίθηκαν από το υπουργείο Παιδείας.

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι το θέμα των εκπαιδευτικών τελών

απασχολούσε περισσότερο το Πανεπιστήμιο παρά το υπουργείο Παιδείας. Το τελευταίο μολονότι αναγνώριζε τη χρησιμότητα του θεσμού, θεωρούσε όμως ότι τα πράγματα δεν επέτρεπαν ακόμη την πλήρη εφαρμογή του: «ανυπέρβλητα και δυστυχώς και νυν έτι υφιστάμενα αίτια εμπόδισαν και εμποδίζουσιν ακόμη την εφαρμογήν της καθ' ημάς αναγκαιοτάτης ταύτης διατάξεως»147, δήλωνε το 1856 ο υπουργός Παιδείας Χ. Χριστόπουλος. Αν και δεν διευκρινίζεται εδώ ποιά είναι τα εμπόδια, πιθανώς ο υπουργός υπαινίσσεται τις δυσκολίες που προέκυπταν από το διάταγμα του 1838 και μάλιστα από το Σύνταγμα του 1844. Ίσως όμως να αναφέρεται και στο πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν μια τέτοια απόφαση, καθώς ήταν βέβαιο ότι θα έβρισκε αντίθετο ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης. Ένα πρώτο δείγμα τέτοιων αντιδράσεων έχουμε κιόλας το 1860. Οι φήμες ότι το υπουργείο Παιδείας σκόπευε, σε σχέδιο Οργανισμού του Πανεπιστημίου που ετοίμαζε, να επιβάλει δίδακτρα στους φοιτητές προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των φιλελεύθερων κύκλων. Ο Επαμ. Δεληγιώργης θα χαρακτηρίσει την επιβολή διδάκτρων ως ιδέα «σατανική», αντισυνταγματική και εν τέλει «αντεθνική», διότι επιδίωκε να θέσει εμπόδια στην προσέλευση των νέων στο Πανεπιστήμιο και να ανακόψει «την φυσικήν αυτήν κλίσιν του έθνους, δι' ης εδοξάσθη και εις ην οφείλει την αρχαίαν αυτού εύκλειαν»148.

146. Τα «εκ των διπλωμάτων και αποφοιτηρίων εκουσίως παρά των φοιτητών προσφερόμενα ποσά», αναφέρει το 1853 ο πρύτανης Περ. Αργυρόπουλος, «μόλις επήρκεσαν, προς το παρόν, εις τας δαπάνας της κατασκευής σφραγιστήρος, της αγοράς μεμβράνης, και της λιθογραφήσεως και εκτυπώσεως των αποφοιτηρίων και των διπλωμάτων» (Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854 J, σ. 21). Από τη διατύπωση αυτή, τουλάχιστο, φαίνεται ότι τα τέλη για τα διπλώματα και τα αποφοιτήρια δεν εισπράττονταν πάντοτε από το Πανεπιστήμιο.

147. «Έκθεσις περί προϋπολογισμού των εξόδων του Υπουργείου των Εκκλ. και της Δημ. Εκπαιδ. διά το έτος 1858 », Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 203,24 Μαρτ. 1857.

148. Επαμ. Δεληγιώργης, Πολιτικά ημερολόγια, πολιτικαί σημειώσεις, πολιτικοί επιστολαί, μέρος Α', 1859-1862, Αθήνα 1896, σ. 90-91. Ανησυχίες διατυπώνονται επίσης

Σελ. 229
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/230.gif&w=600&h=915

Πολύ οξύτερες ήταν οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν το 1864 στην Εθνική Συνέλευση, κατά τη συζήτηση του άρθρου 16 του Συντάγματος για την εκπαίδευση. Ο πληρεξούσιος Παύλος Καλλιγάς, καθηγητής της Νομικής, διαφώνησε με τη διατύπωση -που υπήρχε και στο προηγούμενο Σύνταγμα- ότι «η

ανωτέρα εκπαίδευσις ενεργείται δαπάνη του Κράτους», επειδή έριχνε όλο το βάρος στο δημόσιο: «αλλά το Κράτος», υποστήριξε, «μόνον δεν είναι ικανόν να ανταμείψη την ανωτάτην εκπαίδευσιν (...) επί τοσούτον βαθμόν, ώστε να δώση όλην την ωφέλειαν, την οποίαν ευρίσκει ο επιστήμων, διά να αφιερωθή

αποκλειστικώς εις το επιστημονικόν έργον. Δεν θέλει παρέλθει καιρός και θέλετε ιδεί, ότι δεν θέλετε ευρίσκει ανθρώπους διακεκριμένους, αφοσιωμένους εις την ανωτάτην εκπαίδευσιν». Συμφέρει, λοιπόν, καταλήγει ο Καλλιγάς, «να ανακουφίσωμεν το Κράτος εκ της μεγάλης δαπάνης της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, και πρέπει να συμμερισθή το βάρος αυτό της δαπάνης και ο διδασκόμενος», όπως γίνεται σε όλα τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια149. Τη θέση αύτη του Καλλιγά αποδοκίμασαν έντονα αρκετοί πληρεξούσιοι, θεωρώντας ότι βάλλει κατευθείαν κατά του δικαιώματος των πολιτών να μετέχουν ισότιμα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης: «Εγώ θέλω και ο τεχνίτης να μανθάνη γράμματα», «Μόνον διά τα ιδικά σου παιδιά και διά τους πλουσίους δεν εγένοντο τα Πανεπιστήμια!»150. Τελικά, το άρθρο 16 εμεινε όπως ήταν στο Σύνταγμα του 1844. Διατυπώθηκε ωστόσο η άποψη, από τον Καλλιγά και άλλους, ότι το άρθρο αυτό δεν απαγόρευε στο κράτος να επιβάλει δίδακτρα151.

Η συζήτηση στην Εθνική Συνέλευση έφερε στην επιφάνεια και ένα δεύτερο ζήτημα, που αφορούσε τις προτεραιότητες στην επιχορήγηση της εκπαί-

στην εφ. Το Μέλλον της Πατρίδος, αρ. 31,20 Φεβρ. 1860, που εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις των φοιτητών.

149. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. ΣΤ', Αθήνα 1864, σ. 231-232.

150. Στο ίδιο, σ. 232.

151. Αντίθετη ήταν η στάση στο ζήτημα αυτό του καθηγητή του συνταγματικού δικαίου Διομήδη Κυριακού. Αν και αναγνωρίζει στην πολιτεία το δικαίωμα να επιβάλλει κάτω από ορισμένες συνθήκες δίδακτρα, θεωρεί όμως ότι «είναι ασυγχώρητος αναχρονισμός κατά της οικονομολογικής επιστήμης και αυτόχρημα βλασφημία κατά της ανθρωπότητος» ο ισχυρισμός ότι πρέπει να επιβάλλονται δίδακτρα για τη μείωση του

αριθμού των μαθητών και των φοιτητών. «Αντιπαρήλθον ανεπιστρεπτί αι παρ' Αιγυπτίοις και άλλοις αρχαίοις λαοίς τάξεις των μεμυημένων εις τα της θρησκείας, της επιστήμης και της πολιτικής μυστήρια. Ουδείς δύναται να έχη ως προνόμιον το εκπαιδεύειν τα ίδια τέκνα, όπως εις αυτά και μόνα μένωσιν ανοικταί των πολιτικών αξιωμάτων και του επιστημονικού σταδίου αι θύραι. Πάν μέλος της πολιτείας δικαιούται ν' απαιτήση παρ' αυτής πάσαν ευκολίαν εις την διανοητικήν του ανάπτυξιν...». Διομήδης Κυριακού, «Περί εκπαιδεύσεως (κατά το 16 αρθρον του Συντάγματος)», Πανδώρα 16,

Σελ. 230
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 211
    

    Οι αλλαγές αυτές εκφράζουν μια νέα αντίληψη στην οργάνωση των σπουδών, που χαρακτηρίζεται από ένα σαφώς πρακτικότερο πνεύμα. Η κυρίαρχη

    αντίληψη ότι το Πανεπιστήμιο δεν αποσκοπεί στην παροχή ειδικών μόνο γνώσεων στους φοιτητές, αλλά και μιας γενικής παιδείας που θα συμβάλει στην πνευματική τους καλλιέργεια, έχει πλέον υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε μια νέα αντίληψη που ευνοούσε την εξειδίκευση και τον επαγγελματισμό και

    έδινε ιδιαίτερο βάρος στην καλλιέργεια των επιστημών. Στο πλαίσιο αυτό

    εντάσσεται η βαθμιαία υποχώρηση των γενικών μαθημάτων -τα οποία θα καταργηθούν ολοκληρωτικά με τον Οργανισμό του 1911- αλλά και ένα θετικιστικό πνεύμα που επικρατεί στο Πανεπιστήμιο στα τέλη του αιώνα και συμβαδίζει με αντίστοιχες ανάγκες και αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας. Το νέο αυτό πνεύμα εκφράζει η ανεξαρτητοποίηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική Σχολή το 1904, αλλά και άλλες αλλαγές που δρομολογούνται την εποχή αυτή.

    Απ' όσα είπαμε παραπάνω σχετικά με τον θεσμό των γενικών μαθημάτων, φάνηκε νομίζω ότι η λειτουργία του στο ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν ήταν απρόσκοπτη- αντίθετα, συνάντησε αρκετές δυσκολίες στην εφαρμογή του. Ωστόσο η σημασία του για τις πανεπιστημιακές σπουδές κάθε άλλο παρά αμελητέα ήταν. Θεσμός με γερμανική προέλευση και συστατικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, τα γενικά μαθήματα αποτέλεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα το ενοποιητικό στοιχείο στην ποικιλία των ειδικών επιστημονικών μαθημάτων προσέδωσαν μια θεωρητική χροιά στην εκπαίδευση των φοιτητών και συνεισέφεραν στη γενική παιδεία τους.

    ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

    Σε όλον τον 19ο αιώνα αλλά και αρκετά αργότερα ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα το Πανεπιστήμιο και ιδιαίτερα τους φοιτητές είναι η έλλειψη πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Οι περισσότεροι καθηγητές δεν εκδίδουν, για διάφορους λόγους, τις παραδόσεις τους. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται σε όλες τις σχολές και ιδιαίτερα στη Φιλοσοφική, όπου καθηγητές με πολύχρονο και καρποφόρο διδακτικό έργο, όπως ο Θ. Μανούσης και ο Φ. Πυλαρινός

    από αυτά του 1893, και σχετικές διατάξεις βλ. και στις συλλογές : Νόμοι και διατάγματα, 1896, σ. 5-21 (εδώ το σύνολο των μαθημάτων), 46 και Νόμοι και διατάγματα, 1901, σ. 17-19, 26-27. Πβ. Χαράλαμπος Μακρίδης, Οδηγός της Ελλάδος μετά ημερολογίου και πολλών πρακτικών γνώσεων, 1889, Αθήνα 1888, σ. 189-190, όπου όμως οι σχετικές πληροφορίες δεν φαίνονται ακριβείς.