Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 225-244 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/225.gif&w=600&h=915

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΤΕΛΗ

Είναι γνωστό ότι οι φοιτητές του Πανεπιστημίου ως τα τέλη του 19ου αιώνα πλήρωναν ένα χαμηλό ποσόν ως εκπαιδευτικά τέλη, ενώ από την άλλη μεριά ήταν απαλλαγμένοι από την καταβολή διδάκτρων στο διδακτικό προσωπικό, καθώς ο θεσμός αυτός, που είχε εισαχθεί, όπως ξέρουμε, στον Κανονισμό του 1837 από τη Γερμανία, δεν εφαρμόστηκε ποτέ138. Ας δούμε πώς έχουν τα πράγματα. Στον Κανονισμό του 1837 προβλέπονταν οι εξής χρηματικές εισφορές των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο (άρθρο 24): 1) εκπαιδευτικά τέλη για την εγγραφή και το δικαίωμα «χρήσεως των επιστημονικών συλλογών», ανά 10 δραχμές, 2) δίδακτρα μέτρια, «μη υπερβαίνοντα τας 40, και μη ελαττούμενα των 10 δραχμών κατ' έτος διά τας ιδιαιτέρας παραδόσεις- προσδιοριζόμενα δε δι' έκαστον μάθημα εις το ετησίως εκδιδόμενον πρόγραμμα», και 3) εισφορές «διά τα απολυτήρια και τους ακαδημαϊκούς βαθμούς», οι οποίες θα προσδιοριστούν στο μέλλον. Από την καταβολή διδάκτρων και, κατά περίπτωση, από τα τέλη εγγραφής απαλλάσσονταν οι άποροι φοιτητές.

Τελικά, η διάταξη του Κανονισμού για τα εκπαιδευτικά τέλη και τα δίδακτρα δεν εφαρμόστηκε. Μετά από πρόταση του υπουργείου Παιδείας, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1838 διάταγμα που όριζε «να μη εισπραχθώσι τα δικαιώματα του Πανεπιστημίου από τους φοιτητάς μέχρις εγκρίσεως του οριστικού οργανισμού του καταστήματος τούτου»139. Καθώς όμως ο οριστικός Οργανισμός δεν ψηφίστηκε παρά το 1911, το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα για πολλές δεκαετίες. Κάτι ανάλογο έγινε και με τα δίδακτρα, τα οποία θα εισέπραττε το διδακτικό προσωπικό (άρθρο 9). Παρότι στο διάταγμα δεν γίνεται λόγος γι' αυτά, εννοείται όμως ότι η αναστολή περιελάμβανε και τα δίδακτρα.

Οι αιτίες που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου αυτού ήταν κατά πρώτο λόγο οικονομικές. Το υπουργείο Παιδείας αλλά και το ίδιο το Πανεπιστήμιο θεώρησαν άκαιρη την επιβολή εκπαιδευτικών τελών, επειδή προσέκρουαν στην «απορίαν» του ελληνικού λαού και μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα

1881, αρ. 3467, 16 Φεβρ. 1881, αρ. 3468, 17 Φεβρ. 1881, αρ. 3496, 21 Μαρτ. 1881, αρ. 3513, 10 Απρ. 1881, αρ. 3533, 5 Μαΐου 1881, αρ. 3541, 14 Μαΐου 1881, αρ. 3636, 1 Σεπτ. 1881, αρ. 3761,25 Ιαν. 1882.

138. Βλ. Κώστας Λάππας, «Το ζήτημα των διδάκτρων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τον 19ο αιώνα», Προσέγγισης στις νοοτροπίες των βαλκανικών λαών, 15ος-20ός ai., Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 131-152.

139. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 51. Πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 212-214.

Σελ. 225
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/226.gif&w=600&h=915

τα στη συγκρότηση του φοιτητικού σώματος. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Κων. Σχινάς στη λογοδοσία του 1837-1838: «τοιαύτη είναι η ένδεια των φιλομαθούντων, ώστε αν κατά τας πρώτας δύο εξαμηνίας εφηρμόζετο αμέσως το 24 άρθρ. του πολλάκις μνημονευθέντος Β. Διατάγματος, το επιβάλλον την μετριωτάτην εισφοράν 10 δραχμών ως δικαιώματος εγγραφής, ήθελον αποτραπή οι πλείστοι του να εγγραφώσιν εις το Πανεπιστημείον». Το ενδεχόμενο αυτό, συνεχίζει ο ίδιος, τον

έκανε να αναβάλει την εφαρμογή του σχετικού άρθρου πριν ακόμη εκδοθεί το

ανασταλτικό διάταγμα του 1838140. Ανάλογη ήταν και η στάση μιας μερίδας του τύπου. Λίγο μετά τη δημοσίευση του Κανονισμού του 1837, το άρθρο που επέβαλλε χρηματικές εισφορές στους φοιτητές είχε χαρακτηριστεί «πάντη άκαιρον ως προς την παρούσαν απορίαν των Ελλήνων»141.

Η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών, λοιπόν, ήταν αποτέλεσμα ανάγκης. Η «άπορία των Ελλήνων» υποχρέωνε το Πανεπιστήμιο, τουλάχιστο στο ξεκίνημά του, να αναβάλει την εφαρμογή ενός θεσμού που μπορούσε να προκαλέσει δυσχέρειες στους φοιτητές αλλά και στο ίδιο το ίδρυμα. Το γεγονός όμως ότι το ζήτημα αυτό παρέμεινε σε εκκρεμότητα για αρκετές δεκαετίες δείχνει ότι δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος. Αναφερθήκαμε παραπάνω στα ιδεολογήματα γύρω από τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου και στη φιλοδοξία του να λειτουργήσει όχι απλώς ως ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα αλλά και ως σύνδεσμος ανάμεσα στον ελεύθερο και τον αλύτρωτο ελληνισμό. Η αποστολή αυτή θα είχε νόημα μόνο αν το Πανεπιστήμιο κατόρθωνε να προσελκύσει τους ομογενείς μαθητές, κάτι που δεν μπορούσε να επιτευχθεί αν υπήρχαν οικονομικού τύπου εμπόδια. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, ότι η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών αποσκοπούσε, εκτός των άλλων, και στο να διευκολύνει την προσέλευση των ομογενών στο Πανεπιστήμιο. Στην ίδια λογική εντάσσονται

άλλωστε και οι διευκολύνσεις που τους είχαν παρασχεθεί στο θέμα της εγγραφής στο Πανεπιστήμιο.

Σημαντικό ρόλο όμως στην αναστολή των εκπαιδευτικών τελών έπαιξε και

140. Κ. Σχινάς, Λόγος, 1838, σ. 10-12. Τα επιχειρήματα αυτά επαναλαμβάνονται και στα επόμενα χρόνια. Το 1841 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου θα χαρακτηρίσει τα δίδακτρα ως ασυμβίβαστα «με την ενεστώσαν του Πανεπιστημίου κατάστασιν» (Π.Σ., 7 Νοεμ. 1841), ενώ το 1844 σε συνεδρία της Νομικής ο καθηγητής της «κοινωνικής οικονομίας» [Ιω. Σούτσος] θα υποστηρίξει ότι ο θεσμός των διδάκτρων αν και υποδαυλίζει την προθυμία των φοιτητών, «εις την Ελλάδα όμως επί πολύν έτι χρόνον δεν δύναται να εφαρμοσθή διά την ένδειαν των φοιτώντων» (Π.Σ.Ν.Σ., 24 Απρ. 1844).

141. «Περί του (Πανεπιστημίου)», Ο θεατής, αρ. 13,13 Μαΐου 1837, σ. 7.

Σελ. 226
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/227.gif&w=600&h=915

η στάση του κράτους και των πολιτών απέναντι στην εκπαίδευση. Από τα χρόνια της Επανάστασης είχε παγιωθεί η αντίληψη ότι η εκπαίδευση ήταν ένα αγαθό στο οποίο είχαν δικαίωμα όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από τις οικονομικές τους δυνατότητες, και ότι η διάδοσή της αποτελούσε απαραίτητη προ

ϋπόθεση για την εθνική αναγέννηση και τη συγκρότηση ενός σύγχρονου κράτους. Ως κοινωνικό και εθνικό αγαθό η εκπαίδευση έπρεπε να παρέχεται από το κράτος με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση των πολιτών, έτσι ώστε το σχολείο να γίνει, τυπικά τουλάχιστο, προσπελάσιμο σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Και πραγματικά στη βάση αυτή στηρίχθηκαν οι πρώτοι σχολικοί οργανισμοί του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το κόστος λειτουργίας των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης αναλάμβανε το κράτος και της κατώτερης οι δήμοι, ενώ οι προβλεπόμενες για τους μαθητές εισφορές ήταν αρκετά χαμηλές. Κάτι ανάλογο ίσχυσε και για το Πανεπιστήμιο, όπου η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών και η μη εφαρμογή του θεσμού των διδάκτρων δημιούργησε για αρκετά χρόνια ένα καθεστώς «δωρεάν εκπαίδευσης». Οι παραπάνω ρυθμίσεις θα επισημοποιηθούν με το Σύνταγμα του 1844: «Η ανωτέρα εκπαίδευσις ενεργείται δαπάνη του κράτους· εις δε την δημοτικήν συντρέχει και το κράτος κατά το μέτρον της ανάγκης των δήμων» (άρθρο 11).

Με όλα αυτά οι φοιτητές ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα δεν υποβάλλονταν σε καμιά δαπάνη για τις σπουδές τους. Το καθεστώς αυτό στην

αρχή τουλάχιστο φαίνεται ότι ήταν γενικώς αποδεκτό από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Οι ανάγκες και οι σκοπιμότητες που εξυπηρετούσε ήταν «κατανοητές» από όλους. Η παράταση όμως της αναστολής θα οδηγήσει στην εκδήλωση των πρώτων αρνητικών αντιδράσεων. Αρκετοί καθηγητές, από

εκείνους κυρίως που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία, αρχίζουν μετά το 1850 να τοποθετούνται, θεωρητικά τουλάχιστο, υπέρ της καταβολής διδάκτρων στο διδακτικό προσωπικό, χρησιμοποιώντας δύο βασικά επιχειρήματα: πρώτον ότι τα δίδακτρα ήταν μια πρακτική καθιερωμένη σε όλη την Ευρώπη και δεν μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση το ελληνικό Πανεπιστήμιο και δεύτερον ότι τα δίδακτρα θα συνέβαλλαν στη βελτίωση του επιπέδου των σπουδών : οι καθηγητές, αμειβόμενοι καλύτερα, θα αφοσιώνονταν περισσότερο στο έργο τους, ενώ οι φοιτητές, όντας υποχρεωμένοι να πληρώνουν, θα γίνονταν επιμελέστεροι.

Είναι ενδιαφέρον όμως ότι οι οπαδοί των διδάκτρων, παρότι αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα του θεσμού, έχουν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν αυτός μπορούσε και έπρεπε να εφαρμοστεί στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Α. Ρ. Ραγκαβή, ο οποίος ενώ θεωρητικά υπο-

Σελ. 227
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/228.gif&w=600&h=915

υποστηρίζει την επιβολή μέτριων, έστω, διδάκτρων στους φοιτητές, από την άλλη μεριά όμως εκφράζει τον φόβο μήπως τα δίδακτρα γίνουν αφορμή ώστε οι καθηγητές «διά μεθόδου επιδεικτικής μάλλον και επαγωγού ή ωφελίμου να θηρεύωσι δημοτικότητα» για να εισπράξουν περισσότερα χρήματα από τους φοιτητές142. Κοντά στον φόβο αυτό υπάρχουν και οι αναστολές που πηγάζουν από τα ιδεολογήματα για την εθνική αποστολή του Πανεπιστημίου. Παρότι, λοιπόν, ο Ραγκαβής θέλει τα δίδακτρα, δέχεται όμως τελικά ότι «ως προς την Ελλάδα, επειδή η παιδεία είναι το διανοητικόν μάνα το τρέφον τον ελπίζοντα λαόν εν τη εξορία του (...) ουδείς φθόνος αν δίδηται η παιδεία άμισθος». Ανάλογους ενδοιασμούς εκφράζουν και άλλοι πανεπιστημιακοί, όπως ο καθηγητής της Νομικής Κ. Φρεαρίτης. Μολονότι συμφωνεί και αυτός με την επιβολή διδάκτρων, διστάζει όμως να πάρει σαφή θέση στο «σκανδαλώδες» αυτό ζήτημα, «ως έχον αντικείμενον χρήματα και παρέχον τοις πολλοίς αφορμήν εις παρεξηγήσεις»143.

Και στις δύο περιπτώσεις οι επιφυλάξεις αφορούν, όπως βλέπουμε, τα δίδακτρα στους καθηγητές. Για την επιβολή εκπαιδευτικών τελών, σε κάποια

ανεκτά για τους φοιτητές επίπεδα, δεν φαίνεται να υπήρχαν σοβαρές αντιρρήσεις. Αντίθετα, είχε επικρατήσει ήδη η άποψη ότι οι φοιτητές έπρεπε να πληρώνουν κάποια χρήματα στο Πανεπιστήμιο που θα ελάφρυναν τα λειτουργικά του έξοδα. Πραγματικά, τον Οκτώβριο του 1851 η Σύγκλητος, παρακάμπτοντας το διάταγμα του 1838, που όριζε ότι η αναστολή των εκπαιδευτικών τελών θα παρατεινόταν ως την ψήφιση του νέου Οργανισμού, αποφάσισε να εισπράττονται από τους φοιτητές 10 δρχ. για εγγραφή η ανανέωση εγγραφής, 100 δρχ. για το διδακτορικό δίπλωμα, 50 δρχ. για το δίπλωμα του τελειοδίδακτου και «ανά πέντε δραχμάς διά πάν έτος σπουδών» για το αποφοιτήριο144. Η απόφαση αυτή δεν εγκρίθηκε στο σύνολό της από το υπουργείο Παιδείας. Το θέμα των τελών για τα διπλώματα θα ρυθμιστεί τον Οκτώβριο του 1853: με την έγκριση του υπουργείου Παιδείας, η Σύγκλητος αποφάσισε να εισπράττονται για αποφοιτήριο 20 δρχ., για κάθε δίπλωμα (διδάκτορα η τελειοδιδάκτου) 50 δρχ. και για δίπλωμα φαρμακοποιού 30 δρχ.145 Μέσα στη δεκαετία του 1850 θα επιβληθούν και τα πρώτα τέλη εγγραφής και ανανέωσης

142. [Α. P.] Ρ[αγκαβής], «Περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 6, 1855-56, σ. 447. Την ίδια άποψη είχε διατυπώσει ο Ραγκαβής και παλιότερα (βλ. εδώ, σ. 70).

143. Κ. Φρεαρίτης, «Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως υπό Δ. Σ. Στρούμπου», Πανδώρα 5,1854-55, σ. 531.

144. Π.Σ., 19 Οκτ. 1851. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 86.

145. Π.Σ.,2 Οκτ. 1853,βλ. και συνεδρ. 2 Νοεμ. 1853. Πβ. Πίν. 5.

Σελ. 228
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/229.gif&w=600&h=915

σης εγγραφής: 3 και 1 δρχ. αντίστοιχα. Από τις εισφορές αυτές σχετικά υψηλές ήταν, όπως βλέπουμε, εκείνες που αφορούσαν τα διπλώματα και τα

αποφοιτήρια, και τούτο γιατί έπρεπε να καλυφθεί τύ υλικό κόστος τους146. Αντίθετα τα τέλη εγγραφής ήταν πολύ χαμηλά. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως τα ποσά ήταν σαφώς χαμηλότερα από εκείνα που είχε προτείνει το 1851 η Σύγκλητος και δεν εγκρίθηκαν από το υπουργείο Παιδείας.

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι το θέμα των εκπαιδευτικών τελών

απασχολούσε περισσότερο το Πανεπιστήμιο παρά το υπουργείο Παιδείας. Το τελευταίο μολονότι αναγνώριζε τη χρησιμότητα του θεσμού, θεωρούσε όμως ότι τα πράγματα δεν επέτρεπαν ακόμη την πλήρη εφαρμογή του: «ανυπέρβλητα και δυστυχώς και νυν έτι υφιστάμενα αίτια εμπόδισαν και εμποδίζουσιν ακόμη την εφαρμογήν της καθ' ημάς αναγκαιοτάτης ταύτης διατάξεως»147, δήλωνε το 1856 ο υπουργός Παιδείας Χ. Χριστόπουλος. Αν και δεν διευκρινίζεται εδώ ποιά είναι τα εμπόδια, πιθανώς ο υπουργός υπαινίσσεται τις δυσκολίες που προέκυπταν από το διάταγμα του 1838 και μάλιστα από το Σύνταγμα του 1844. Ίσως όμως να αναφέρεται και στο πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν μια τέτοια απόφαση, καθώς ήταν βέβαιο ότι θα έβρισκε αντίθετο ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου και της κοινής γνώμης. Ένα πρώτο δείγμα τέτοιων αντιδράσεων έχουμε κιόλας το 1860. Οι φήμες ότι το υπουργείο Παιδείας σκόπευε, σε σχέδιο Οργανισμού του Πανεπιστημίου που ετοίμαζε, να επιβάλει δίδακτρα στους φοιτητές προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των φιλελεύθερων κύκλων. Ο Επαμ. Δεληγιώργης θα χαρακτηρίσει την επιβολή διδάκτρων ως ιδέα «σατανική», αντισυνταγματική και εν τέλει «αντεθνική», διότι επιδίωκε να θέσει εμπόδια στην προσέλευση των νέων στο Πανεπιστήμιο και να ανακόψει «την φυσικήν αυτήν κλίσιν του έθνους, δι' ης εδοξάσθη και εις ην οφείλει την αρχαίαν αυτού εύκλειαν»148.

146. Τα «εκ των διπλωμάτων και αποφοιτηρίων εκουσίως παρά των φοιτητών προσφερόμενα ποσά», αναφέρει το 1853 ο πρύτανης Περ. Αργυρόπουλος, «μόλις επήρκεσαν, προς το παρόν, εις τας δαπάνας της κατασκευής σφραγιστήρος, της αγοράς μεμβράνης, και της λιθογραφήσεως και εκτυπώσεως των αποφοιτηρίων και των διπλωμάτων» (Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854 J, σ. 21). Από τη διατύπωση αυτή, τουλάχιστο, φαίνεται ότι τα τέλη για τα διπλώματα και τα αποφοιτήρια δεν εισπράττονταν πάντοτε από το Πανεπιστήμιο.

147. «Έκθεσις περί προϋπολογισμού των εξόδων του Υπουργείου των Εκκλ. και της Δημ. Εκπαιδ. διά το έτος 1858 », Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 203,24 Μαρτ. 1857.

148. Επαμ. Δεληγιώργης, Πολιτικά ημερολόγια, πολιτικαί σημειώσεις, πολιτικοί επιστολαί, μέρος Α', 1859-1862, Αθήνα 1896, σ. 90-91. Ανησυχίες διατυπώνονται επίσης

Σελ. 229
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/230.gif&w=600&h=915

Πολύ οξύτερες ήταν οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν το 1864 στην Εθνική Συνέλευση, κατά τη συζήτηση του άρθρου 16 του Συντάγματος για την εκπαίδευση. Ο πληρεξούσιος Παύλος Καλλιγάς, καθηγητής της Νομικής, διαφώνησε με τη διατύπωση -που υπήρχε και στο προηγούμενο Σύνταγμα- ότι «η

ανωτέρα εκπαίδευσις ενεργείται δαπάνη του Κράτους», επειδή έριχνε όλο το βάρος στο δημόσιο: «αλλά το Κράτος», υποστήριξε, «μόνον δεν είναι ικανόν να ανταμείψη την ανωτάτην εκπαίδευσιν (...) επί τοσούτον βαθμόν, ώστε να δώση όλην την ωφέλειαν, την οποίαν ευρίσκει ο επιστήμων, διά να αφιερωθή

αποκλειστικώς εις το επιστημονικόν έργον. Δεν θέλει παρέλθει καιρός και θέλετε ιδεί, ότι δεν θέλετε ευρίσκει ανθρώπους διακεκριμένους, αφοσιωμένους εις την ανωτάτην εκπαίδευσιν». Συμφέρει, λοιπόν, καταλήγει ο Καλλιγάς, «να ανακουφίσωμεν το Κράτος εκ της μεγάλης δαπάνης της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, και πρέπει να συμμερισθή το βάρος αυτό της δαπάνης και ο διδασκόμενος», όπως γίνεται σε όλα τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια149. Τη θέση αύτη του Καλλιγά αποδοκίμασαν έντονα αρκετοί πληρεξούσιοι, θεωρώντας ότι βάλλει κατευθείαν κατά του δικαιώματος των πολιτών να μετέχουν ισότιμα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης: «Εγώ θέλω και ο τεχνίτης να μανθάνη γράμματα», «Μόνον διά τα ιδικά σου παιδιά και διά τους πλουσίους δεν εγένοντο τα Πανεπιστήμια!»150. Τελικά, το άρθρο 16 εμεινε όπως ήταν στο Σύνταγμα του 1844. Διατυπώθηκε ωστόσο η άποψη, από τον Καλλιγά και άλλους, ότι το άρθρο αυτό δεν απαγόρευε στο κράτος να επιβάλει δίδακτρα151.

Η συζήτηση στην Εθνική Συνέλευση έφερε στην επιφάνεια και ένα δεύτερο ζήτημα, που αφορούσε τις προτεραιότητες στην επιχορήγηση της εκπαί-

στην εφ. Το Μέλλον της Πατρίδος, αρ. 31,20 Φεβρ. 1860, που εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις των φοιτητών.

149. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. ΣΤ', Αθήνα 1864, σ. 231-232.

150. Στο ίδιο, σ. 232.

151. Αντίθετη ήταν η στάση στο ζήτημα αυτό του καθηγητή του συνταγματικού δικαίου Διομήδη Κυριακού. Αν και αναγνωρίζει στην πολιτεία το δικαίωμα να επιβάλλει κάτω από ορισμένες συνθήκες δίδακτρα, θεωρεί όμως ότι «είναι ασυγχώρητος αναχρονισμός κατά της οικονομολογικής επιστήμης και αυτόχρημα βλασφημία κατά της ανθρωπότητος» ο ισχυρισμός ότι πρέπει να επιβάλλονται δίδακτρα για τη μείωση του

αριθμού των μαθητών και των φοιτητών. «Αντιπαρήλθον ανεπιστρεπτί αι παρ' Αιγυπτίοις και άλλοις αρχαίοις λαοίς τάξεις των μεμυημένων εις τα της θρησκείας, της επιστήμης και της πολιτικής μυστήρια. Ουδείς δύναται να έχη ως προνόμιον το εκπαιδεύειν τα ίδια τέκνα, όπως εις αυτά και μόνα μένωσιν ανοικταί των πολιτικών αξιωμάτων και του επιστημονικού σταδίου αι θύραι. Πάν μέλος της πολιτείας δικαιούται ν' απαιτήση παρ' αυτής πάσαν ευκολίαν εις την διανοητικήν του ανάπτυξιν...». Διομήδης Κυριακού, «Περί εκπαιδεύσεως (κατά το 16 αρθρον του Συντάγματος)», Πανδώρα 16,

Σελ. 230
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/231.gif&w=600&h=915

εκπαίδευσης από το κράτος. Η ανώτερη εκπαίδευση (η μέση και η πανεπιστημιακή), θα υποστηρίξει ο Ν. Σαρίπολος, «είναι μεν λίαν ωφέλιμος, αλλ' οι οργώντες προς αυτήν δύνανται και εκτός του κράτους να αρυσθώσιν αυτήν (...), η τροφή του λαού είναι η δημοτική, ήτοι η κατωτάτη παίδευσις» και αυτή κυρίως έχει ανάγκη από υποστήριξη152. Στο θέμα αυτό θα αναφερθεί εκτενέστερα και ένας άλλος πληρεξούσιος, υποστηρίζοντας ότι το κράτος ενδιαφέρθηκε ως τώρα μόνο για την ανώτερη εκπαίδευση, καταδικάζοντας την κατώτερη σε μαρασμό. Η ανώτερη εκπαίδευση, σημειώνει, «ίσως είναι αναγκαία διά την επικράτειαν, διά να μορφώση τους πολίτας της πρώτης τάξεως, εκείνους, οι οποίοι οφείλουσι να σκέπτωνται περί των αντικειμένων των αφορώντων την πολιτείαν...»- όμως «η ανωτέρα εκπαίδευσις έρχεται να πρόβλεψη και περί εκείνων, οι οποίοι καταγίνονται εις αυτήν διά να αποδειχθώσιν επιστήμονες εις τα νομικά, εις την θεραπείαν των ανθρώπων, εις την φιλοσοφίαν, εις την αστρονομίαν, χημείαν και καθεξής, όλη αυτή η παιδεία η εκτεταμένη

έρχεται να αποκαταστήση ανθρώπους χρησίμους μεν εις την κοινωνίαν, αλλά και εις εαυτούς, δηλ. να παράξη βιοποριστικήν πρόοδον εις τον άνθρωπον. Το

έθνος λοιπόν, όταν σκέπτηται περί παιδείας, δεν πρέπει να τρέχη εις βοήθειαν αυτών, διότι έχουν όλα τα μέσα»153.

Μπορεί η πρόταση του Καλλιγά για τη συμμετοχή των πολιτών στα εκπαιδευτικά βάρη να έγινε δεκτή με αποδοκιμασίες, καθώς προσέκρουε στη δημοκρατική ευαισθησία της πλειονότητας των πληρεξουσίων, ωστόσο το θέμα

έμπαινε τώρα σε διαφορετική βάση. Η δωρεάν παροχή ανώτερης εκπαίδευσης εμφανιζόταν σαν ένα μέτρο ανορθολογικό και άνισο, γιατί απορροφούσε μεγάλο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού που μπορούσε να διατεθεί για την ανάπτυξη της δημοτικής εκπαίδευσης και γιατί ευνοούσε εκείνους που συνέχιζαν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο, αποκομίζοντας απ' αυτές επαγγελματικά οφέλη. Στο μέτρο λοιπόν που οι φοιτητές, και κατά δεύτερο

1865-66, σ. 242 (το ίδιο στο έργο του, Ερμηνεία του Ελληνικού Συντάγματος, εκδ. Αλεξ. Ν. Διομήδους, τ. Α', Αθήνα 1904, σ. 138 κ.εξ.).

152. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, ό.π., σ. 231 - 232. Ανάλογες είναι οι θέσεις που διατυπώνει ο Σαρίπολος και το 1865. Σε υπόμνημά του στον υπουργό Παιδείας τάσσεται υπέρ της δωρεάν εκπαίδευσης των μαθητών του Δημοτικού σχολείου, προτείνοντας παράλληλα την επιβολή υψηλών τελών (150-200 δρχ. τον χρόνο) στους μαθητές του Γυμνασίου και τους φοιτητές : «οι των άλλων εθνών φοιτηταί δεν είναι πλουσιώτεροι των Ελλήνων, και όμως και δίδακτρα βαρέα τοις καθηγηταίς τελούσι και αδρώς διά τας εξετάσεις πληρώνουσιν αυτούς». Ν. I. Σαρίπολος, «Υπόμνημα περί του κατωτέρου κλήρου και περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 16,1865-66, σ. 229, 258.

153. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, ό.π., σ. 232-233.

Σελ. 231
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/232.gif&w=600&h=915

λόγο οι μαθητές του Γυμνασίου, επωφελούνταν από την εκπαίδευση που τους παρείχε το κράτος, θα έπρεπε να συμμετέχουν στα έξοδα των σπουδών τους.

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει να εμφανίζονται δημόσια και οι πρώτες ταξικές αντιλήψεις για τη συμμετοχή στην εκπαίδευση. Σύμφωνα μ' αυτές, σε κάθε κοινωνική τάξη αντιστοιχούσε μια συγκεκριμένη μορφή εκπαίδευσης : για τα κατώτερα στρώματα αρκούσε το Δημοτικό σχολείο, για την «μέσην των αστών τάξεων» το Ελληνικό σχολείο, ενώ το Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο απευθύνονταν στην άρχουσα τάξη154. Κατά συνέπεια, το Πανεπιστήμιο δεν ήταν για όλους. Ειδικά μάλιστα για τις φτωχές κοινωνικές τάξεις ήταν και επιζήμιο, διότι «ένεκα της ελλείψεως διδάκτρων (...) θυσιάζουσι πολλάκις ην έχουσι μικράν περιουσίαν, όπως ωφεληθώσι δήθεν (...) εκ της αμισθί και τοσούτον

αφθόνως διαχεομένης ανωτέρας εκπαιδεύσεως»155. Απόψεις όπως οι παραπάνω μπορεί να μην είχαν ακόμη μεγάλη απήχηση, τροφοδοτούσαν όμως και αυτές τους προβληματισμούς γύρω από τα δίδακτρα.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι μετά τα μέσα του αιώνα κάτι είχε αρχίσει να αλ

λάζει στον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος. Η παλιά διστακτικότητα είχε αρχίσει να υποχωρεί και κέρδιζε συνεχώς έδαφος η άποψη ότι οι φοιτητές

έπρεπε να επωμίζονται μέρος της δαπάνης για τις σπουδές τους. Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγούσαν και ορισμένες αλλαγές που είχαν γίνει ήδη στο Πανεπιστήμιο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 οι φοιτητές αυξάνονται με γρήγορους ρυθμούς, το Πανεπιστήμιο γίνεται εστία πολιτικών ζυμώσεων και ταραχών και διατυπώνονται έντονες επικρίσεις για το χαμηλό επίπεδο των νεοεισερχόμενων φοιτητών. Η αιτία για όλα αυτά αποδίδεται και στο καθεστώς της δωρεάν εκπαίδευσης, που έφερνε κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο

ένα μεγάλο αριθμό «ημιμαθών» φοιτητών. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, ενισχύονταν οι φωνές εκείνων που θεωρούσαν ότι η αύξηση των εκπαιδευτικών τελών μπορούσε να συντελέσει στην ανακοπή της συρροής στο Πανεπιστήμιο και στην αναβάθμιση των σπουδών. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σε σχέδια Οργανισμού του Πανεπιστημίου, που συντάσσονται στις δεκαετίες του 1860 και 1870, προβλέπεται η καταβολή εκπαιδευτικών τελών υψηλότερων από εκείνα που ίσχυαν, καθώς και διδάκτρων στους υφηγητές. Σε ένα μάλιστα απ' αυτά, του 1874156, προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων «προς όφελος» όλων των

154. [Α. P.] Ρ[αγκαβής], ό.π., σ. 125.

155. Δ. Σ. Στρούμπος, Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως, Αθήνα 1855, σ. 68-69.

156. Βλ. εδώ, σ. 263.

Σελ. 232
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/233.gif&w=600&h=915

διδασκόντων. Την ίδια εποχή το υπουργείο Παιδείας προχωρεί στην αναπροσαρμογή των υπαρχόντων εκπαιδευτικών τελών. Έτσι, από 3 δρχ. που ήταν τα τέλη εγγραφής ως το 1870, το 1871 αυξάνονται σε 10 δρχ. και το 1887/88 σε 20 (10 δρχ. για κάθε εξάμηνο). Στην ίδια περίοδο αυξάνονται και τα τέλη των διπλωμάτων σε 100 δρχ. το ανώτερο (Πίν. 5)157.

Το όλο ζήτημα θα αντιμετωπιστεί ριζικά από την κυβέρνηση Χ. Τρικούπη στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Τον Ιούλιο του 1892 με ειδικό νόμο που ψηφίστηκε από τη Βουλή (νόμος ,ΒΝΔ') επιβλήθηκαν στους φοιτητές του Πανεπιστημίου, καθώς και στους μαθητές των Γυμνασίων και των Ελληνικών σχολείων, εκπαιδευτικά τέλη πολύ υψηλότερα από εκείνα που ίσχυαν ως τότε (βλ. Πίν. 5)158. Με τα τέλη αυτά, που διαφοροποιούνταν από τη μία σχολή στην άλλη -υψηλότερα ήταν τα τέλη στην Ιατρική και τη Νομική- οι φοιτητές επιβαρύνονταν, κατά μέσον όρο, στα τέσσερα χρόνια των σπουδών τους με το ποσόν των 1000 δρχ. περίπου159.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιβολή των τελών αυτών από την κυβέρνηση Τρικούπη δεν ήταν ένα μέτρο με καθαρά εκπαιδευτικά χαρακτήρα. Περισσότερο αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση των πιεστικών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε την εποχή αύτη η χώρα. Επρόκειτο, δηλαδή, για ένα μέτρο «ταμιευτικό», που απέβλεπε στην κάλυψη των μεγάλων ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, τα εισπραττόμενα από τους φοιτητές τέλη δεν είχαν σκοπό να ενισχύσουν τα οικονομικά του ιδρύματος η τους μισθούς των καθηγητών, όπως θα ήθελε το Πανεπιστήμιο, αλλά τα έσοδα του κράτους. Στη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή η κυβέρνηση Τρι-

157. Ποια ήταν ακριβώς η συνολική επιβάρυνση των φοιτητών με τις αυξήσεις αυτές δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί, διότι εκτός από τα παραπάνω ποσά καταβάλλονταν και άλλα μικρότερα για εργαστηριακές ασκήσεις, επικύρωση πιστοποιητικών κλπ. Υπολογίζεται, πάντως, ότι γύρω στο 1887 το σύνολο των δαπανών ενός φοιτητή ως το πτυχίο ανερχόταν σε 180 δρχ. περίπου. Βλ. D. Vikelas, «Le cinquantenaire de l'Université d'Athènes», Revue des Études Grecques 1, 1888, σ. 82.

158. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, μέρος Α', αρ. 258,31 Ιουλ. 1892, σ. 899-900. Ο νόμος αυτός ήταν συμπληρωματικός του νόμου ,ΑΧΚΕ' «Περί τελών χαρτοσήμου» (ό.π.,

αρ. 2, 4 Ιαν. 1888, σ. 5-15), που επέβαλε τέλη σε διάφορα έγγραφα, ανάμεσα στα οποία ήταν και τα διπλώματα του Πανεπιστημίου (20 δρχ.) και τα απολυτήρια του Γυμνασίου (5 δρχ.).

159. Βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος ΙΓ', σύνοδος Α', Αθήνα 1893, σ. 372, όπου τα τέλη αναλύονται κατά σχολές ως εξής: Θεολογική 920 δρχ., Φιλοσοφική 910, Νομική 1040, Ιατρική 1185 και Φαρμακευτικό 820. Σε υψηλότερο επίπεδο ανεβάζουν τις δαπάνες άλλες σύγχρονες πηγές.

Σελ. 233
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/234.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5 Εκπαιδευτικά τέλη φοιτητών (σε δραχμές)

1853 1867/8 1871/2 1873/4 1877/8 1878/9 1881/2 1882/3 1887/8 1889/90 1892/3 1895/6

Εγγραφή 3 10

Εγγραφή 3 10

- α' εξαμήνου

10

100

- β' εξαμήνου

10

60

50

Ανανέωση εγγραφής 1

10

100

Μετεγγραφή 1

10;

100

Δίπλωμα/διδακτορικές εξετάσεις 40 54

100

150-250

Πτυχίο φαρμακοποιού/εξετάσεις 30

70

100

Πτυχίο ελληνοδιδασκ./εξετάσεις

50*

100

Αποφοιτήριο 20

30

50

50

40

Διπλώματα/πτυχία

20

50

40

Εξετάσεις στα γενικά μαθήματα

40

Πιστοποιητ. εξετάσεων

2

Αποδείξεις ακροάσεως

2

Αποδεικτικά σπουδών

25

10

Πρακτικές εξετ. διπλωματούχων

100

Ασκήσεις στο «Ταμείον της Φυσικής»

10

- στο Παθολογ. Άνατομείο

40*; 30 25

15

- στο Χημείο και Φαρμ. Φροντιστ.

25*

50 50

40

- σε άλλα εργαστήρια

20 10

Τέλη διπλωμάτων ξένων Πανεπιστ.

20

400

Πηγές: Πρυτανικοί Λόγοι (λογοδοσίες)· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 86,176· νόμοι για εκπαιδευτικά τέλη (βλ. εδώ, σ. 233, σημ. 158 και σ. 237, σημ. 167)· πβ. Α. Δημαράς, Η μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 290. Με αστερίσκο δηλώνονται τα τέλη που ίσχυαν και σε προηγούμενα χρόνια, αλλά δεν ξέρουμε από πότε ακριβώς και ποιο ήταν το ύψος τους.

Σελ. 234
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/235.gif&w=600&h=915

Τρικούπη δεν απέκρυψε τον ταμιευτικό χαρακτήρα του μέτρου460. Προσπάθησε όμως να το παρουσιάσει συγχρόνως και ως μέσο για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης και των φοιτητών και την

επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων που απέρρεαν απ' αυτόν. Το υπάρχον καθεστώς της δωρεάν εκπαίδευσης, όπως υποστηρίχθηκε από κυβερνητικούς βουλευτές, είχε ως αποτέλεσμα να εγγράφονται στα Ελληνικά σχολεία και τα Γυμνάσια μαθητές «ανίκανοι προς οιανδήποτε μάθησιν», και με τη σειρά του το Πανεπιστήμιο να παράγει στρατιές από ημιμαθείς, θεσιθήρες και αργόσχολους, ζημιώνοντας την ανάπτυξη του εμπορίου, της γεωργίας, της βιομηχανίας161. Τα προβλήματα αυτά θα επιλύονταν με τα εκπαιδευτικά τέλη,

αφού στο εξής η μέση και η ανώτερη εκπαίδευση δεν θα ήταν προσιτή παρά μόνο σε εκείνους που είχαν τα απαραίτητα προσόντα.

Το νομοσχέδιο για τα εκπαιδευτικά τέλη επικρίθηκε δριμύτατα από την αντιπολίτευση (κόμμα Θ. Δηλιγιάννη). Επιστρατεύοντας σειρά επιχειρημάτων, ορισμένα από τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί και παλιότερα, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «αντισυνταγματικό», «φωτοσβεστικό», «αντεθνικό», «ανελεύθερο», αλλά και «αντικοινωνικό» και «πλουτοκρατικό». Κατηγόρησε την κυβέρνηση Τρικούπη ότι με το πρόσχημα των εκπαιδευτικών τελών επέβαλε έναν ακόμη φόρο που εμπόδιζε την πρόσβαση των φτωχών στην ανώτερη εκπαίδευση, ευνοώντας τις προνομιούχες κοινωνικές τάξεις, και ότι με το μέτρο αυτό πλήττονταν καίρια τα εθνικά συμφέροντα. Εμμένοντας στην ιδέα της

εθνικής αποστολής του Πανεπιστημίου, η αντιπολίτευση υποστήριξε επίσης ότι τα εκπαιδευτικά τέλη θα αναγκάσουν τους μαθητές των αλύτρωτων περιοχών να απομακρυνθούν από το ελληνικό Πανεπιστήμιο και να στραφούν προς άλλα ευρωπαϊκά η βαλκανικά Πανεπιστήμια, με κίνδυνο να αλλοιωθεί η

εθνική τους συνείδηση162.

Οι αντιδράσεις όμως δεν περιορίστηκαν στον χώρο της Βουλής. Το νομοσχέδιο έγινε αντικείμενο κριτικής και από την πλευρά του αντιπολιτευόμενου τύπου, καθώς και από τους φοιτητές που πλήττονταν άμεσα από την επιβολή των εκπαιδευτικών τελών163. Οι αντιδράσεις των φοιτητών κλιμακώθηκαν από την αρθρογραφία, τη σύνταξη υπομνημάτων διαμαρτυρίας και τη συγκέντρωση υπογραφών ως τις μαχητικές διαδηλώσεις. Στα κείμενά τους αναφέρονται

160. Στο ίδιο, σ. 430.

161. Στο ίδιο, σ. 446.

162. Στο ίδιο, σ. 370,425.

163. Την πολεμική των φοιτητών κατά των εκπαιδευτικών τελών μπορεί να παρα-

Σελ. 235
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/236.gif&w=600&h=915

και αυτοί στις ταξικές διακρίσεις που προωθούν τα εκπαιδευτικά τέλη, στους κινδύνους που εγκυμονούν για το μέλλον του Πανεπιστημίου και συνακόλουθα για το γόητρο και την επιρροή του ελληνισμού στον βαλκανικό χώρο, καθώς και στις αρνητικές συνέπειες που θα έχουν τα εκπαιδευτικά τέλη για την οικονομία της πρωτεύουσας. Δεν θα παραλείψουν επίσης να καταγγείλουν την κερδοσκοπία του κράτους εις βάρος των φοιτητών, αφού τα εκπαιδευτικά τέλη που αυτό θα εισπράττει θα είναι πολλαπλάσια από τις δαπάνες του για το Πανεπιστήμιο. Οι αντιδράσεις όμως των φοιτητών και της αντιπολίτευσης δεν κατάφεραν να πείσουν την κυβέρνηση Τρικούπη να αποσύρει το νομοσχέδιο. Τον Ιούλιο του 1892 το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από τη Βουλή και μπήκε σε εφαρμογή από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (1892/93).

Αν και η απόφαση για την επιβολή εκπαιδευτικών τελών ήταν, όπως είπαμε, αποτέλεσμα πιεστικών οικονομικών αναγκών, ωστόσο εξέφραζε και μια διαφορετική αντίληψη για την ανώτερη εκπαίδευση. Δεν είναι τυχαίο ότι η

απάντηση της κυβέρνησης Τρικούπη στις κατηγορίες της αντιπολίτευσης επικεντρώθηκε σε δύο κυρίως σημεία. Το πρώτο ήταν ότι τα επιβαλλόμενα εκπαιδευτικά τέλη ήταν «κατ' ουσίαν αποζημίωσις υπηρεσίας, προσφερομένης υπό του κράτους»164: με άλλα λόγια το κράτος, εφ' όσον πρόσφερε στους φοιτητές και τους μαθητές μια εκπαίδευση η οποία θα τους εξασφάλιζε αργότερα επαγγελματικά οφέλη, είχε δικαίωμα να απαιτήσει απ' αυτούς μια χρηματική αντικαταβολή. Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, εδώ το επιχείρημα που είχε ακουστεί και το 1864 στην Εθνική Συνέλευση. Το δεύτερο σημείο ήταν ότι τα εκπαιδευτικά τέλη δεν ήταν ένα αξεπέραστο εμπόδιο για εκείνους που ήθελαν να σπουδάσουν: ο ελληνικός λαός ως «λαός κτηματιών» είχε τα εφόδια να στείλει τα παιδιά του στο Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο και δεν «θέλει πτοηθή» από τη μικρή δαπάνη που του ζητείται να καταβάλει· πολύ περισσότερο που η δαπάνη αυτή εξυπηρετούσε και εθνικές ανάγκες165. Βέβαια, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι τα επιχειρήματα αυτά απευθύνονται σε μια

αντιπολίτευση η οποία είχε αντιμετωπίσει με κινδυνολογική διάθεση την επιβολή των εκπαιδευτικών τελών. Διακρίνουμε πάντως εδώ μια διαφορετική στάση απέναντι στην ανώτερη εκπαίδευση. Αν και τα πράγματα δεν λέγονται

παρακολουθήσει κανείς κυρίως μέσα από δύο βραχύβιες φοιτητικές εφημερίδες (Εθνική Ελπίς και Πανεπιστήμιον), που εκδόθηκαν γι' αυτό το σκοπό το 1892. Βλ. εδώ, σ. 606 κ.εξ.

164. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, ό.π., σ. 430.

165. Στο ίδιο.

Σελ. 236
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/237.gif&w=600&h=915

με το όνομά τους, είναι φανερό όμως ότι γιοι την κυβέρνηση Τρικούπη η ανώτερη εκπαίδευση ήταν ένα αγαθό που έπρεπε να πληρώνεται και ασφαλώς δεν ήταν για όλους : προοριζόταν κυρίως για εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να

επωμισθούν το κόστος της. Όσοι δεν είχαν τα οικονομικά μέσα μπορούσαν να

αρκεστούν στην κατώτερη εκπαίδευση και αυτή μόνο έπρεπε να παρέχεται δωρεάν. Με βάση ακριβώς τη λογική αυτή η ίδια κυβέρνηση μερικά χρόνια πριν (1885) είχε καταργήσει τα δίδακτρα στα Δημοτικά σχολεία166. Πρόκειται ασφαλώς για μια νέα αντίληψη και στάση απέναντι στην εκπαίδευση, που

εντάσσεται στο πλαίσιο των προσπαθειών για τον αστικό εκσυγχρονισμό της

ελληνικής κοινωνίας που επιχειρείται στα χρόνια αυτά από την κυβέρνηση Τρικούπη. Μια αντίληψη, πάντως, με ευδιάκριτα ταξικά χαρακτηριστικά, καθώς στο όνομα του εξορθολογισμού εισάγονται για πρώτη φορά επίσημα διαδικασίες κοινωνικής επιλογής στην είσοδο των μαθητών στην ανώτερη εκπαίδευση .

Το θέμα των εκπαιδευτικών τελών θα απασχολήσει και πάλι τη Βουλή το 1895. Με νομοσχέδιο που κατατέθηκε από την κυβέρνηση Δηλιγιάννη και ψηφίστηκε από τη Βουλή, αποφασίστηκε τα εισπραττόμενα από τους φοιτητές και τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τέλη να χρησιμοποιηθούν προσωρινά για την κατασκευή σχολικών κτιρίων της δημοτικής εκπαίδευσης167. Με τον ίδιο νόμο έγινε μια ελαφρά μείωση των τελών και αποφασίστηκε η χορήγηση στο Πανεπιστήμιο από την ίδια πηγή 200.000 δρχ. τον χρόνο. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1911, ο θεσμός των εκπαιδευτικών τελών θα ενσωματωθεί στον νέο Οργανισμό του Πανεπιστημίου.

ΥΠΟΤΡΟΦΙΕΣ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

Μιλώντας παραπάνω για το φαινόμενο του ευεργετισμού, σημειώσαμε ότι στους σκοπούς των κληροδοτημάτων στο Πανεπιστήμιο περιλαμβανόταν και η παροχή υποτροφιών σε φοιτητές. Τα κληροδοτήματα όμως δεν ήταν η μόνη πηγή υποτροφιών. Ένας σημαντικός αριθμός υποτροφιών χορηγούνταν από το κράτος.. Οι σχετικές διαδικασίες θεσμοθετήθηκαν το 1836168. Σε σχετικό διάταγμα αναφέρεται ότι το κράτος χορηγεί υποτροφίες σε 30 μαθητές του

166. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 87, 31 Ιουλ. 1885, σ. 275.

167. Στο ίδιο, αρ. 17, 15 Ιουλ. 1895, σ. 59-60. Πβ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος ΙΔ', σύνοδος Α΄, Αθήνα 1896, σ. 603-616.

168. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 543-545.

Σελ. 237
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/238.gif&w=600&h=915

Γυμνασίου, με την υποχρέωση να διοριστούν μετά τις σπουδές τους διδάσκαλοι σε Ελληνικά σχολεία, και σε 12 φοιτητές της σχολής των γενικών επιστημών (Φιλοσοφική), οι οποίοι προορίζονταν για καθηγητές των Γυμνασίων

αλλά και του Πανεπιστημίου. Στους τελευταίους δινόταν και η δυνατότητα,

αφού τελειώσουν το Πανεπιστήμιο, να συνεχίσουν τις σπουδές τους με υποτροφία στο εξωτερικό για δύο χρόνια. Το ποσόν της υποτροφίας οριζόταν για τους μαθητές του Γυμνασίου σε 45 δρχ. τον μήνα, για τους φοιτητές σε 60 και για εκείνους που θα συνέχιζαν τις σπουδές τους στο εξωτερικό σε 140-160 δρχ. Προϋπόθεση για τη χορήγηση υποτροφίας σε μαθητές του Γυμνασίου ήταν να έχουν τελειώσει την πρώτη τάξη και να είναι «άποροι και καθ' όλα

αμέμπτου διαγωγής». Οι υπότροφοι του Πανεπιστημίου έπρεπε να έχουν διακριθεί στις γυμνασιακές σπουδές τους, ενώ όσοι θα πήγαιναν για σπουδές στο

εξωτερικό έπρεπε να υποβληθούν προηγουμένως σε εξετάσεις στη Φιλοσοφική Σχολή. Αν οι υποψήφιοι είχαν ίσα προσόντα, προτιμούνταν εκείνοι των οποίων οι γονείς είχαν προσφέρει «ιδιαιτέρας εκδουλεύσεις προς την πατρίδα». Ως προς τον τρόπο επιλογής, τέλος, των υποτρόφων προβλεπόταν ότι αυτή θα γινόταν από το υπουργείο Παιδείας· μόνο για τους υποτρόφους του

εξωτερικού προβλεπόταν ένα είδος διαγωνισμού.

Αυτό είναι συνοπτικά το περιεχόμενο του πρώτου διατάγματος για τις

υποτροφίες. Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του: πρώτον ότι αποκλειστικός σκοπός των υποτροφιών ήταν η διαμόρφωση διδακτικού προσωπικού για τη μέση και την ανώτερη εκπαίδευση και δεύτερον ότι η επιλογή των υποτρόφων του εσωτερικού θα γινόταν από το υπουργείο Παιδείας, χωρίς τη μεσολάβηση διαγωνισμού. Το δεύτερο αυτό ζήτημα θα αποτελέσει για πολλά χρόνια σημείο αμφισβητήσεων, καθώς έδινε τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να επιλέγουν υποτρόφους που δεν είχαν πάντα τα απαιτούμενα προσόντα. Σε διάταγμα που εκδόθηκε το 1842 αναφέρεται και πάλι ότι τα προσόντα για τους υποτρόφους θα ήταν «η ένδεια, η επιμέλεια, η ευφυΐα, η χρηστοήθεια και αι πατρικαί εκδουλεύσεις», και ότι οι προϋποθέσεις αυτές «θέλουν εφαρμόζεσθαι τοιουτοτρόπως ώστε μεταξύ των ενδεών να προτιμώνται οι ικανώτεροι, και μεταξύ τούτων οι επιμελέστεροι»169. Φαίνεται όμως ότι οι παραπάνω προ

ϋποθέσεις δεν τηρούνταν πάντα. Όπως γράφει το 1850 ο πρύτανης Γ. Μαυροκορδάτος, αναφερόμενος στην επιλογή των υποτρόφων φοιτητών, «ουχ ο διαγωνισμός αλλ' η βούλησις των περί τον Υπουργόν, και συστάσεις και προστασίαι την τε ευφυΐαν και την ένδειαν του την υποτροφίαν θηρεύοντος ορί-

169. Στο ίδιο, σ. 546.

Σελ. 238
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/239.gif&w=600&h=915

ορίζουσι»170. Τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν ενδεχομένως να αντιμετωπιστούν με την καθιέρωση του διαγωνισμού. Η διαδικασία αυτή θεσμοθετήθηκε πραγματικά το 1863171 άλλα δεν εφαρμόστηκε. Θα χρειαστεί να περάσουν περισσότερα από δέκα χρόνια έως ότου καθιερωθεί τελικά ο διαγωνισμός172.

Μετά από τις γενικότητες αυτές ας δούμε ειδικότερα τα σχετικά με τις

υποτροφίες των φοιτητών. Οι τελευταίες χορηγούνταν, όπως είπαμε, από το κράτος και το Πανεπιστήμιο. Πηγή των κρατικών υποτροφιών ήταν το δημόσιο ταμείο και τα έσοδα κληροδοτημάτων που είχαν αφιερωθεί στο υπουργείο Παιδείας, ενώ των υποτροφιών του Πανεπιστημίου τα κληροδοτήματα που είχαν αφεθεί σ' αυτό. Υπήρχε όμως και μια τρίτη κατηγορία υποτροφιών: ε

κείνες που χορηγούνταν από διάφορες κοινότητες του εσωτερικού και του

εξωτερικού ή από τοπικά κληροδοτήματα. Βασικός σκοπός των υποτροφιών αυτών, και ιδιαίτερα εκείνων που χορηγούνταν από κοινότητες του εξωτερικού, ήταν η εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο νέων οι οποίοι θα ασκούσαν κατόπιν στην πατρίδα τους το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Οι πληροφορίες μας για την τελευταία αυτή κατηγορία υποτροφιών είναι αποσπασματικές και δεν μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή τους στον χρόνο. Γι' αυτό δεν θα αναφερθούμε σ' αυτές.

Οι υποτροφίες που θα χορηγούσε το κράτος σε φοιτητές ήταν, σύμφωνα με το διάταγμα του 1836,12. Στην πραγματικότητα όμως ως το 1861/62 δεν ξεπερνούσαν τις 10 -ένας υπότροφος από κάθε νομό173- και φαίνεται ότι διακόπηκαν κάποια στιγμή (βλ. Πίν. 6). Μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των υποτροφιών που προέρχονταν από κληροδοτήματα που διαχειριζόταν το υπουργείο Παιδείας. Τα σημαντικότερα απ' αυτά ήταν του Κωνσταντίνου Μπέλλιου174, εμπορου από τη Μακεδονία εγκατεστημένου στη Βιέννη, και του Νι-

170. Γ. Μαυροκορδάτος, Λόγοι, 1850, σ. 56. Στο ίδιο φαινόμενο αναφέρονται επανειλημμένα οι πρυτάνεις του Πανεπιστημίου, ζητώντας την καθιέρωση του διαγωνισμού για την επιλογή των υποτρόφων, αφού «η πείρα απέδειξεν ότι αι συστάσει και εύνοια διδόμεναι υποτροφίαι δεν δίδονται πάντοτε τοις αρίστοις» (Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 49). Πβ. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 130-131.

171. [Επαμ. Δεληγιώργης], Τοις φοιτηταίς του Πανεπιστημίου εις ενθύμησιν αρχαίου συμμαθητού, Αθήνα 1863, σ. 14-16.

172. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 570, 572.

173. Βλ. Έκθεσις του βουλευτού Αττικής, πρώην υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, κ. Σ. Βλάχου υποβληθεϊσα εις την Βουλήν κατά την συνεδρίασιν >ΣΤ. της 25 Αυγούστου 1856, Αθήνα 1856, σ. 12.

174. Για το κληροδότημα Μπέλλιου και τη διαχείριση του βλ. Μητρώον των εις την άμεσον διαχείρισιν και των εις την εποπτείαν του Υπουργείου Παιδείας και θρησκευμάτων

Σελ. 239
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/240.gif&w=600&h=915

Νικολάου Κρήτσκη, ομογενούς από τη Συμφερούπολη της Κριμαίας. Από τους τόκους του κληροδοτήματος Μπέλλιου θα χορηγούνταν, σύμφωνα με τη διαθήκη του (1835 και Παράρτημα το 1837), υποτροφίες σε δύο νέους από τη Μακεδονία για να σπουδάσουν στο Μόναχο .Ένας από τους υποτρόφους

έπρεπε να κατάγεται, σύμφωνα με το Παράρτημα, από το Μπλάτσι της Μακεδονίας, πατρίδα του διαθέτη, η από άλλη μακεδονική πόλη και ένας από τον συνοικισμό των Μακεδόνων Νέα Πέλλα. Μετά το τέλος των σπουδών τους οι υπότροφοι είχαν την υποχρέωση να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να διδάξουν στη Μακεδονία. Τα χρήματα του κληροδοτήματος θα παρέμεναν στη Βαυαρία «έως ότου το βασίλειον της Ελλάδος φθάση εις τοιαύτην πρόοδον ώστε τα τέκνα αυτής να μη αναγκάζωνται να μεταβαίνουν εις ξένας χώρας και τρέχουν προς αναζήτησιν των εκ της πατρίδος αυτών φυγαδευθεισών Μουσών»175. Μερικά χρόνια αργότερα το κληροδότημα έφτασε στην Ελλάδα και το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να διαθέσει τους τόκους του για υποτροφίες μακεδόνων μαθητών σε Γυμνάσια και στο Πανεπιστήμιο (στη Φιλοσοφική η τη Θεολογική Σχολή). Το ποσόν της υποτροφίας ήταν το 1868 60 δρχ. τον μήνα για τους φοιτητές και 50 για τους μαθητές και το 1879 80 και 60 δρχ.,

αντίστοιχα. Από το ίδιο κληροδότημα χορηγούνταν και υποτροφίες για σπουδές στη Γερμανία, το ύψος των οποίων ήταν το 1886 250 δρχ. και στα τέλη του αιώνα 350 δρχ. Ο αριθμός των υποτρόφων δεν ήταν σταθερός, αλλά εξαρτιόταν, όπως και για άλλα κληροδοτήματα, από τους διαθέσιμους τόκους. Έτσι, από δύο υποτρόφους που πρόβλεπε η διαθήκη, το 1894 αυτοί ήταν 14 και το 1899 11.

Το κληροδότημα του Νικ. Κρήτσκη πρόσφερε, σύμφωνα με τη διαθήκη του τελευταίου (1843), υποτροφίες σε πέντε νέους καταγόμενους από τη Ζαγορά (2), την Πελοπόννησο, την Ύδρα και τις Σπέτσες. Οι υπότροφοι μπορούσαν να σπουδάσουν στη Ριζάρειο, στο Σχολείο των Τεχνών, στο Διδασκαλείο, στο Πανεπιστήμιο, σε Γυμνάσια, καθώς και στο εξωτερικό. Το 1886 οι υπότροφοι

υπαγομένων κληροδοτημάτων, τ. Α', Αθήνα 1929, σ. 40-44,1091-1121. Επίσης, Παράρτημα του Α' τόμου του Μητρώου των εις την άμεσον διαχείρισιν και των εις την εποπτείαν του Υπουργείου Παιδείας και θρησκευμάτων υπαγομένων κληροδοτημάτων. Εκθέσεις διαχειρίσεως διαφόρων κληροδοτημάτων, Αθήνα 1929, σ. 16,128 κ.εξ.· «Έκθεσις περί των κληροδοτημάτων», Παράρτημα Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, τεύχος Δ', αρ. 10, 24 Φεβρ. 1894, σ. 70, 96-97, 117· Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 568-570, 581-582 και τ. Β', σ. 161163. Βλ. επίσης Μιχ. Α. Καλινδέρης, Ο βαρώνος Κωνσταντίνος Δ. Μπέλιος, 1772-1838. Η ζωή και η υπέρ του έθνους προσφορά του, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 33-38.

175. Μητρώον, ό.π., σ. 1104.

Σελ. 240
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/241.gif&w=600&h=915

ήταν δέκα και γύρω στο 1894 22. Το ποσόν της μηνιαίας υποτροφίας για τους υποτρόφους στο Πανεπιστήμιο ήταν το 1880 80 δρχ. και το 1886 100, ενώ για τους υποτρόφους του εξωτερικού 200-300 δρχ.176

Ας δούμε τώρα και τις υποτροφίες που χορηγούνταν από κληροδοτήματα που είχαν αφιερωθεί στο Πανεπιστήμιο. Σ' αυτά καθοριζόταν συχνά από τους ίδιους τους διαθέτες ο αριθμός των υποτρόφων, ο τόπος καταγωγής τους, η σχολή στην οποία έπρεπε να σπουδάσουν και το ποσόν της υποτροφίας. Τα κληροδοτήματα αυτά είναι τα εξής :

α') Κληροδότημα Δημητρίου Μαυροκορδάτου. Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής από την ίδρυση του Πανεπιστημίου, ο Μαυροκορδάτος άφησε με διαθήκη του στο Πανεπιστήμιο λίγο πριν πεθάνει (1839) το σπίτι του, από τα έσοδα του οποίου θα χορηγούνταν δύο υποτροφίες σε φοιτητές της Ιατρικής για 3-4 χρόνια. Την επιλογή των υποτρόφων θα έκανε η Ιατρική Σχολή, ενώ το ποσόν της υποτροφίας θα ήταν μεταξύ 50 και 80 δρχ. τον μήνα177.

β') Δωρεά Ιωνιδών. Το 1844 η εμπορική οικογένεια των Ιωνιδών, μέλη της οποίας ήταν εγκατεστημένα στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, πρόσφερε στο Πανεπιστήμιο για δώδεκα χρόνια μια ετήσια χορηγία 2.400 δρχ. για τη συντήρηση τεσσάρων «ενδεών ομογενών», οι οποίοι θα σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο178. Με τη χορηγία τους αυτή οι διαθέτες απέβλεπαν, όπως αναφέρεται στο δωρητήριο έγγραφο, «εις την διάδοσιν των φώτων και την πρόοδον της Ελληνικής νεολαίας». Από τους τέσσερις ομογενείς οι δύο θα κατάγονταν, κατά προτίμηση, από την Κωνσταντινούπολη, ενώ οι

άλλοι δύο από άλλες περιοχές του έξω ελληνισμού, και θα σπούδαζαν ένας θεολογία, ένας φυσικομαθηματικά και οι δύο άλλοι φιλολογία. Το ποσόν της

υποτροφίας ορίζεται σε 50 δρχ. τον μήνα. Η επιλογή των υποτρόφων θα γινόταν με διαγωνισμό από επιτροπή την οποία θα όριζε η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου. Οι υπότροφοι όφειλαν να παρουσιάζουν κάθε εξάμηνο αποδεικτικά επιμελείας και να εξετάζονται στο τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους. Με το ίδιο δωρητήριο έγγραφο η οικογένεια των Ιωνιδών χορηγούσε και 600 δρχ. τον χρόνο «προς βράβευσιν τινών εκ των διακριθησομένων φοιτητών της

176. Για το κληροδότημα Κρήτσκη βλ. Μητρώον, ό.π., σ. 36-40· Παράρτημα του Α' τόμου τον Μητρώου, ό.π., σ. 18, 129-130' «Έκθεσις περί των κληροδοτημάτων», ό.π., σ. 68, 94-95, 116-117. Βλ. επίσης Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 583-585, 589-591, τ. Β', σ. 140-141,159-160,164-165, τ. Γ', σ. 271-272 και Νόμοι και Διατάγματα, 1906, σ. 5-10.

177. Βλ. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 5,6.

178. Στο ίδιο, σ. 34-36. Πβ. Δ. Α. Δημητριάδης, Οι ευεργέται των Πανεπιστημίων. Βιογραφικόν απάνθισμα μετά εικόνων, τεύχ. Α', Αθήνα 1921, α. 49-58.

Σελ. 241
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/242.gif&w=600&h=915

φιλοσοφικής και της θεολογικής Σχολής». Το περίσσευμα θα χρησίμευε για τη βράβευση η την έκδοση διδακτικών συγγραμμάτων για τους φοιτητές179.

γ') Κληροδότημα Θεόδωρου Ράκου. Ομογενής στη Μασσαλία, ο Ράκος άφησε το 1852 στο Πανεπιστήμιο ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν (18.000 φράγκα), «ίνα εκ του ετησίου αυτών τόκου τρέφωνται και διδάσκωνται εν τω Πανεπιστημίω έως ότου τελειώσουν όλην την σειράν των μαθημάτων δύο νέοι εκλεγόμενοι απροσωπολήπτως (...) εκ των πτωχών, χρηστοηθών και ευφυών μαθητών»180. Ο διαθέτης δεν προσδιόριζε τη σχολή στην οποία θα σπούδαζαν οι υπότροφοι, ούτε το ποσόν της υποτροφίας. Το κενό αυτό κάλυψε το Πανεπιστήμιο, ορίζοντας ότι οι υποτροφίες θα χορηγούνταν σε δύο φοιτητές της Θεολογικής και ότι το ποσόν της υποτροφίας δεν θα ήταν μικρότερο από 45 δρχ. τον μήνα181.

δ') Κληροδότημα Γεωργίου Μαυροκορδάτου. Καθηγητής της Νομικής Σχολής, ο Μαυροκορδάτος άφησε το 1858 στο Πανεπιστήμιο 600 καισαροβασιλικά φλωρία για να συντηρείται ένας φοιτητής της Θεολογικής182. Το ποσόν της υποτροφίας ήταν 40 δρχ. τον μήνα.

ε') Κληροδότημα Παρασκευά Νικολάου. Ομογενής από τη Βάρνα, ο Νικολάου άφησε το 1858 στο Πανεπιστήμιο 10.000 αργυρά ρούβλια. Από τους τόκους των χρημάτων αυτών θα σπούδαζαν κάθε χρόνο δύο φτωχοί φοιτητές, κατά προτίμηση συμπατριώτες του, με σκοπό να γίνουν αργότερα «διδάσκαλοι της φιλολογίας» η ιεροκήρυκες183.

ζ') Κληροδότημα Θεόδωρου Μανούση. Με τη διαθήκη του που συνέταξε το 1858 ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Θ. Μανούσης άφησε στο Πανεπιστήμιο την περιουσία του, με τον όρο να σπουδάζουν από τα έσοδά της στο Γυμνάσιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο δύο νέοι «εκ της μη ελευθέρας Ελλάδος, εξ ων ο εις, ει δυνατόν, εκ της πατρίδος μου Σιατίστης». Το ποσόν της υποτροφίας ήταν 90 δρχ. τον μήνα. Οι υπότροφοι δεν υποχρεώνονταν να σπουδάσουν μια ορισμένη επιστήμη· προτιμούνταν όμως «οι υποσχόμενοι να σπουδάσωσι την φιλολογίαν και την Θεολογίαν». Προβλεπόταν επίσης ότι ο ένας από τους δύο υποτρόφους μπορούσε, αφού θα είχε πάρει πρώτα το δίπλωμά του από

179. Το κληροδότημα των Ιωνιδών διήρκεσε από το 1845/46 ως το 1856/57. Για τα διαχειριστικά του κληροδοτήματος (έξοδα υποτρόφων) βλ. Κ. Ασώπιος, Λόγος, 1857, σ. 55 και 86-88. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 149.

180. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 69-70.

181. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 149.

182. Διαθήκαι και δωρεαί, Β', σ. 390-391.

183. Στο ίδιο, σ. 98,102.

Σελ. 242
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/243.gif&w=600&h=915

το ελληνικό Πανεπιστήμιο, να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία με μηνιαία υποτροφία 200 δρχ.184

ζ') Κληροδότημα Παντιά Ράλλη. Το 1865 ο Ράλλης, έμπορος στο Λονδίνο,

άφησε στο Πανεπιστήμιο 1.000 αγγλικές λίρες, με σκοπό να βραβεύεται κάθε χρόνο από τους τόκους του κληροδοτήματος ένας φοιτητής που θα διακρινόταν «δια την καλήν διαγωγήν και προκοπήν εις τας σπουδάς, κατά την κρίσιν του πρυτάνεως και του συμβουλίου του Πανεπιστημίου η της πλειονοψηφίας αυτών»185. Τελικά τα χρήματα αυτά διατέθηκαν κυρίως για υποτροφίες φοιτητών.

η') Κληροδότημα Αντωνίου Παπαδάκη. Πλούσιος κτηματίας, κρητικής καταγωγής, ο Παπαδάκης όρισε με διαθήκη του το 1868 κληρονόμο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του το Πανεπιστήμιο. Από τις προσόδους της περιουσίας του θα σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο με μηνιαία υποτροφία 100 δρχ. δέκα νέοι: τρεις από την Κρήτη και ανά ένας από την Πελοπόννησο, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Θράκη, τα Επτάνησα και την Αθήνα. Η διαθήκη γνωστοποιήθηκε το 1878,λίγο μετά τον θάνατο του διαθέτη186.

θ') Κληροδότημα Αναστασίου Τσούφλη. Το 1870 ο Τσούφλης, έμπορος στη Ρωσία, κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο 1.000 ρούβλια τον χρόνο «προς ενίσχυσιν των μέσων αυτού του Καταστήματος», τα οποία διατέθηκαν και για

υποτροφίες φοιτητών187.

ι') Κληροδότημα Ιωάννη Βαρύκα. Με διαθήκη το 1871 ο Βαρύκας, κρεοπώλης στο επάγγελμα και κτηματίας των Αθηνών, άφησε στο Πανεπιστήμιο

ένα μέρος από την ακίνητη περιουσία του «εις σπουδήν υποτρόφων»188. Με απόφαση του Πανεπιστημίου ο αριθμός τους ορίστηκε σε τέσσερις.

Στα κληροδοτήματα αυτά πρέπει να προσθέσουμε μερικά ακόμη, τα οποία ενεργοποιήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν το κληροδότημα Τριανταφυλλιάς Κριεζή και Ιωάννου Παυλίδου, με το οποίο θα σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο, κατά τη διαθήκη της τελευταίας (1868), μακεδόνες μαθητές189, το κληροδότημα του Κων. Γεροστάθη (1869), που προοριζόταν για την ενίσχυση ενός νέου από την Άρτα, «διαπρέποντος επί ευφυΐα ου μόνον αλλά και κλίνοντος ταύτοχρόνως εις το έργον της διδασκαλίας η και

184. Στο ίδιο, Α', σ. 109.

185. Στο ίδιο, Β', σ. 395.

186. Στο ίδιο, Ά, σ. 200. Πβ. Δημητριάδης, ό.π., σ. 111-127.

187. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 210.

188. Στο ίδιο, Α', σ. 241-242. Πβ. Δημητριάδης, ό.π., σ. 105-110.

189. Διαθήκαι και δωρεαί, Α΄, σ. 194, 199.

Σελ. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/244.gif&w=600&h=915

της ιερωσύνης»190, ο οποίος θα σπούδαζε στην Αθήνα, και το κληροδότημα του I. Σφογγοπούλου (1889). Ο τελευταίος όριζε ότι από τα έσοδα του κληροδοτήματός του θα σπούδαζε στο Γυμνάσιο ένας άπορος μαθητής από την πατρίδα του, την Πορταριά Βόλου, και αν υπήρχε περίσσευμα ένας φοιτητής που θα καταγόταν από χωριό του Βόλου191.

Οι παραπάνω υποτροφίες χορηγούνταν συνήθως μετά από διαγωνισμό και διαρκούσαν κανονικά τέσσερα χρόνια. Εκτός απ' αυτές, το Πανεπιστήμιο χορηγούσε από την ιδιαίτερη περιουσία του η από τους τόκους κληροδοτημάτων που διαχειριζόταν και υποτροφίες για σπουδές σε ξένα Πανεπιστήμια, κυρίως γερμανικά, με σκοπό την «τελειοποίησιν» των υποτρόφων, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διδάξουν αργότερα στο Πανεπιστήμιο. Ανάλογες υποτροφίες παρείχε και το κράτος. Η επιλογή των υποτρόφων γινόταν με διαγωνισμό, στον οποίο μπορούσαν να πάρουν μέρος πτυχιούχοι αλλά, όχι σπάνια, και απλοί φοιτητές. Επίσημα βέβαια, δικαίωμα υποτροφίας για το εξωτερικό είχαν μόνο εκείνοι που είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Η αρχή αυτή όμως, όπως έχουμε πει, συχνά παραβιαζόταν και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έπαιρναν υποτροφία πριν ακόμη λάβουν το δίπλωμα192.

Ποιος ήταν ο αριθμός και η ταυτότητα των φοιτητών που σπούδασαν με

υποτροφία στο Πανεπιστήμιο στον 19ο αιώνα, είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία δεν έχουν την απαιτούμενη πληρότητα και συνέχεια. Η κυριότερη πηγή από την οποία μπορεί κανείς να αντλήσει πληροφορίες για τις υποτροφίες είναι οι πρυτανικές λογοδοσίες, όπου δημοσιεύονται στοιχεία για τον αριθμό των υποτρόφων που συντηρούνταν από το κράτος και από τα διάφορα κληροδοτήματα, καθώς και για τις σχολές όπου σπούδαζαν. Η ίδια πηγή μας δίνει συχνά τα ονόματα και τον τόπο καταγωγής των υποτρόφων, καθώς και το ποσόν της υποτροφίας τους, συνολικά και κατά κληροδότημα. Τα τελευταία αυτά στοιχεία όμως δεν αφορούν το σύνολο των υποτρόφων, αλλά κυρίως τους φοιτητές που είχαν

υποτροφία από κληροδοτήματα στο Πανεπιστήμιο193. Η αποσπασματικότητα

190. Στο ίδιο, Α', σ. 206.

191. Στο ίδιο, Β', σ. 354-355.

192. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 553-554. Πβ. εδώ, σ. 153.

193. Για τους υποτρόφους που συντηρούνταν από κληροδοτήματα που διαχειριζόταν το υπουργείο Παιδείας υπάρχουν κάποια στοιχεία, αλλά μόνο για τη δεκαετία του 1890, στο «Έκθεσις περί των κληροδοτημάτων», ό.π., σ. 116-117 και Παράρτημα του Α' τόμου του Μητρώου, ό.π., σ. 128-131. Συγκεκριμένα, δίνονται εδώ τα ονόματα των υποτρόφων των κληροδοτημάτων Μπέλλιου, Κρήτσκη κ.α., η μηνιαία χορηγία, το εκπαι-

Σελ. 244
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 225
    

    ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΤΕΛΗ

    Είναι γνωστό ότι οι φοιτητές του Πανεπιστημίου ως τα τέλη του 19ου αιώνα πλήρωναν ένα χαμηλό ποσόν ως εκπαιδευτικά τέλη, ενώ από την άλλη μεριά ήταν απαλλαγμένοι από την καταβολή διδάκτρων στο διδακτικό προσωπικό, καθώς ο θεσμός αυτός, που είχε εισαχθεί, όπως ξέρουμε, στον Κανονισμό του 1837 από τη Γερμανία, δεν εφαρμόστηκε ποτέ138. Ας δούμε πώς έχουν τα πράγματα. Στον Κανονισμό του 1837 προβλέπονταν οι εξής χρηματικές εισφορές των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο (άρθρο 24): 1) εκπαιδευτικά τέλη για την εγγραφή και το δικαίωμα «χρήσεως των επιστημονικών συλλογών», ανά 10 δραχμές, 2) δίδακτρα μέτρια, «μη υπερβαίνοντα τας 40, και μη ελαττούμενα των 10 δραχμών κατ' έτος διά τας ιδιαιτέρας παραδόσεις- προσδιοριζόμενα δε δι' έκαστον μάθημα εις το ετησίως εκδιδόμενον πρόγραμμα», και 3) εισφορές «διά τα απολυτήρια και τους ακαδημαϊκούς βαθμούς», οι οποίες θα προσδιοριστούν στο μέλλον. Από την καταβολή διδάκτρων και, κατά περίπτωση, από τα τέλη εγγραφής απαλλάσσονταν οι άποροι φοιτητές.

    Τελικά, η διάταξη του Κανονισμού για τα εκπαιδευτικά τέλη και τα δίδακτρα δεν εφαρμόστηκε. Μετά από πρόταση του υπουργείου Παιδείας, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1838 διάταγμα που όριζε «να μη εισπραχθώσι τα δικαιώματα του Πανεπιστημίου από τους φοιτητάς μέχρις εγκρίσεως του οριστικού οργανισμού του καταστήματος τούτου»139. Καθώς όμως ο οριστικός Οργανισμός δεν ψηφίστηκε παρά το 1911, το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα για πολλές δεκαετίες. Κάτι ανάλογο έγινε και με τα δίδακτρα, τα οποία θα εισέπραττε το διδακτικό προσωπικό (άρθρο 9). Παρότι στο διάταγμα δεν γίνεται λόγος γι' αυτά, εννοείται όμως ότι η αναστολή περιελάμβανε και τα δίδακτρα.

    Οι αιτίες που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου αυτού ήταν κατά πρώτο λόγο οικονομικές. Το υπουργείο Παιδείας αλλά και το ίδιο το Πανεπιστήμιο θεώρησαν άκαιρη την επιβολή εκπαιδευτικών τελών, επειδή προσέκρουαν στην «απορίαν» του ελληνικού λαού και μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα

    1881, αρ. 3467, 16 Φεβρ. 1881, αρ. 3468, 17 Φεβρ. 1881, αρ. 3496, 21 Μαρτ. 1881, αρ. 3513, 10 Απρ. 1881, αρ. 3533, 5 Μαΐου 1881, αρ. 3541, 14 Μαΐου 1881, αρ. 3636, 1 Σεπτ. 1881, αρ. 3761,25 Ιαν. 1882.

    138. Βλ. Κώστας Λάππας, «Το ζήτημα των διδάκτρων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τον 19ο αιώνα», Προσέγγισης στις νοοτροπίες των βαλκανικών λαών, 15ος-20ός ai., Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 131-152.

    139. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 51. Πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 212-214.