Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 23-42 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/23.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/24.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/25.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Το Πανεπιστήμιο, δημιούργημα του Μεσαίωνα, έχει στην Ελλάδα μια σχετικά μικρή ιστορία, αφού τόσο ως όνομα όσο και ως θεσμός εμφανίζεται ή

ακριβέστερα εισάγεται από τη δυτική Ευρώπη στον 19ο αιώνα. Ως όνομα η λέξη Πανεπιστήμιο είναι ένας νεολογισμός που φαίνεται να δημιουργείται γύρω στο 1800 για να δηλώσει όμως όχι το Πανεπιστήμιο με την κλασική έννοια του όρου (Universitas)1, αλλά έναν γαλλικό ακαδημαϊκό θεσμό, το Institut de France του Παρισιού. Με αυτή τη σημασία βρίσκουμε τη λέξη σε κείμενα κυρίως του Κοραή2. Θα χρειαστεί να περάσουν περισσότερα από δέκα χρόνια για να αρχίσει να χρησιμοποιείται και με τη γνωστή σημασία του πανεπιστημιακού ιδρύματος. Πριν από το 1800 τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια (Universitates, Academiae) ονομάζονται, συνήθως, στα ελληνικά κείμενα Ακα-

1. Όπως είναι γνωστό, ο λατινικός όρος Universitas, από τον οποίο προέκυψαν οι ομώνυμοι Università (ιταλ.), Université (γαλλ.), Universität (γερμ.) κλπ., εμφανίζεται στη μεσαιωνική Δόση στα τέλη του 12ου-άρχές 13ου αιώνα, όταν ιδρύονται τα πρώτα Πανεπιστήμια στην Ιταλία και τη Γαλλία, και δηλώνει τις συσσωματώσεις καθηγητών και φοιτητών, κατά το συντεχνιακό σύστημα. Αργότερα η ονομασία Universitas θα δοθεί στα ίδια τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Βλ. πρόχειρα Léo Moulin, La vie des étudiants au Moyen Âge, Παρίσι 1991, σ. 199 και Ρίκα Μπενβενίστε, «Τα μεσαιωνικά πανεπιστήμια: κοινωνικές όψεις και πολιτικός ρόλος», Πανεπιστήμιο: ιδεολογία και παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 67 κ.εξ.

2. Ο Στ. Κουμανούδης (Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της

αλώσεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, Αθήνα, Ερμής, 1980, σ. 763) επισημαίνει για πρώτη φορά τη λέξη «Πανεπιστήμιον» σε κείμενο του Κοραή του 1810. Η εμφάνισή της όμως είναι λίγο προγενέστερη. Τη βρίσκω το 1804 σε επιστολή του σχολάρχη της πατριαρχικής σχολής Δωρόθεου Πρώιου προς τον Κοραή, με την οποία του ζητεί να του στείλει τα «πρακτικά του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου» (εννοεί το Institut de France, που είχε ιδρυθεί το 1795 και αναδιοργανωθεί το 1803). Τον όρο Πανεπιστήμιο με την παραπάνω σημασία χρησιμοποιεί και ο Κοραής στην απαντητική επιστολή του το 1805, καθώς και σε επόμενες επιστολές και κείμενά του. Βλ. Αδ. Κοραής, Αλληλογραφία, εκδ. Κ. Θ. Δημαράς κ.α., τ. Β', Αθήνα, ΟΜΕΔ, 1966, σ. 212, 239, 495, 506, τ. Γ', σ. 166, 167, 198, 199, 239, 240 κ.ά.· πβ. Αδ. Κοραής, Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1984, σ. κη', 571.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/26.gif&w=600&h=915

Ακαδημίες -ένας όρος με τον οποίο αποδίδεται και ο θεσμός της κλασικής Ακαδημίας, ως συλλογικού σώματος επιστημόνων και λογίων-, ενώ δεν λείπει και η χρήση του αμετάφραστου όρου «ουνιβερσιτά».

Ο όρος Ακαδημία θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται για το Πανεπιστήμιο και στον 19ο αιώνα, παράλληλα με άλλες ονομασίες, που βρίσκονται πιο κοντά στο νόημα της Universitas. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα συναντάμε τους ορούς «Καθολικότητες» (κατά λέξη μετάφραση του παραπάνω όρου) και «Πανδιδακτήριον», ενώ στη δεκαετία του 1810 «Καθολική σχολή», «Πανεπιστημείον», «Παντεπιστημόνιον», «Πανεπιστημόνιον», «Πανεπιστήμιον» -με τη σημασία πλέον της Universitas-, «Πανδιδασκαλείον», «Παντεπιστήμιον»3. Από τους παραπάνω όρους εκείνοι που εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα πριν από την ελληνική Επανάσταση είναι : Πανεπιστήμιον και Πανδιδακτήριον, αλλά και ο παραδοσιακός όρος Ακαδημία. Απ' αυτούς θα επικρατήσει τελικά ο πρώτος, όχι όμως πολύ εύκολα, αφού και οι δύο άλλοι θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται ανεπίσημα και στα μεταγενέστερα χρόνια4. Όλοι αυτοί οι νεολογισμοί δημιουργούνται από λογίους του παροικιακού ελληνισμού και εντάσσονται στις προσπάθειες διαμόρφωσης ενός γλωσσικού οργάνου ικανού να ανταποκριθεί στις νέες πνευματικές και επιστημονικές ανάγκες που δημιουργούνται στα χρόνια του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι περισσότεροι από τους νεολογισμούς για το Πανεπιστήμιο εμφανίζονται στο περιοδικό Λόγιος Ερμής της Βιέννης, που ήταν το κυριότερο μέσο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού.

Μιλώντας για Πανεπιστήμιο στη νεότερη εποχή αναφερόμαστε σ' ένα

ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, εξαρτημένο λίγο η πολύ από το κράτος, το οποίο αποτελείται από διάφορες σχολές που καλύπτουν ένα ευρύ επιστημονικό

3. Για τον όρο «Καθολικότητες» βλ. Η αληθής πολιτική..., Βενετία 1781, σ. 4. Για το «Πανδιδακτήριον» βλ. Ύμνοι δοξαστικοί..., Εν Βούδα παρά τη τυπογραφία του κατ' Ουγκαρίαν Βασιλικού Πανδιδακτηρίου, 1797· ας σημειωθεί ότι η λ. Πανδιδακτήριον αντικατέστησε εδώ το 1797 τη λ. Ακαδημία (Κ. Καραϊωάννης, Θησαυρός Γραμματικής, Βούδα 1796-1797). «Καθολική σχολή (Université)»: Αδ. Κοραής, Αλληλογραφία, τ. Γ', σ. 199 (επιστ. του 1811). «Πανεπιστημείον», «Παντεπιστημόνιον», «Πανεπιστήμιον», «Πανδιδασκαλείον»: Ερμής ο Λόγιος, 1812, σ. 146, 337, 1816, σ. 33, 1817, σ. 621. «Πανεπιστημόνιον» (=Institut de France): Ιω. Σεραφείμ, Διατριβή περί... πυρετών, μετάφρ. Γ. Κ. Τυπάλδος, Παρίσι 1815, σ. 110. «Παντεπιστήμιον» (της Γαλλίας): Αθηνά, Παρίσι 1819, σ. 10, 124. Οι παραπάνω αναφορές είναι ενδεικτικές μόνο.

4. Βλ. Στ. Κουμανούδης, ό.π., σ. 762-763 (λ. Πανδιδακτήριον) και [Θ. Μανούσης], Περί Πανεπιστημίων εv γενεί και ιδιαιτέρως περί του Οθωνείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 1845, σ. 7, σημ.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/27.gif&w=600&h=915

μονικό φάσμα, λειτουργεί με βάση ένα καθορισμένο θεσμικό πλαίσιο και αποτελεί την κορυφή της εκπαιδευτικής πυραμίδας5. ιδρύματα τέτοιου τύπου δεν υπάρχουν βέβαια -και ήταν δύσκολο να υπάρξουν- στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Την ανώτερη εκπαιδευτική βαθμίδα αποτελούν εδώ τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης, τα οποία προσφέρουν στους μαθητές μια εγκύκλια παιδεία με έμφαση στα κλασικά γράμματα6. Τα σχολεία αυτά εμφανίζονται με μια ποικιλία ονομάτων, όπως Σχολή, Φροντιστήριον, Γυμνάσιον, Λύκειον, Μουσειον, Ελληνομουσείον, Ακαδημία κλπ.7, ενώ για ορισμένα χρησιμοποιούνται καμιά φορά και ονόματα που παραπέμπουν κατευθείαν στην έννοια του Πανεπιστημίου , όπως Πανδιδακτήριον η Ούνιβερσιτά8. Όλα αυτά τα ονόματα όμως δηλώνουν, με ορισμένες εξαιρέσεις, τον ίδιο τύπο σχολείου μέσης εκπαίδευσης και είναι απλώς ενδεικτικά υψηλών προθέσεων και υπέρμετρων φιλοδοξιών.

Μιλώντας το 1819 ο Κων. Κούμας για τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στη Γερμανία, σημειώνει ότι αυτά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες («βαθμούς»): μία κατώτερη, στην οποία ανήκουν τα κοινά σχολεία, και μία ανώτερη, που περιλαμβάνει τα πρακτικά σχολεία, τα Γυμνάσια και τα Πανεπιστήμια9. Ποια από τα ιδρύματα του ανώτερου κύκλου θα μπο-

5. Για την ιστορία των ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων παραμένει χρήσιμο πάντα το έργο του Stephen d'Irsay, Histoire des Universités françaises et étrangères, τ. I-II, Παρίσι 1933, 1935.

6. Βλ. το συνθετικό άρθρο του Άλκη Αγγέλου, «Η εκπαίδευση», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ', Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 306-328.

7. Για τις ονομασίες των σχολείων αρκετές πληροφορίες υπάρχουν στα έργα: Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τ. Α'-Β', Αθήνα 1936 και Αγγελική Γ. Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, Μαθηματάρια των ελληνικών σχολείων κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1994. Ειδικά για τον όρο Ακαδημία βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, Μελέτη ιστορική και φιλολογική, Αθήνα 1987, σ. 161-166.

8. Ο πρώτος όρος χρησιμοποιείται για τη σχολή των Μηλεών, ενώ ο δεύτερος για τη σχολή της Χίου. Β. Σκουβαράς, «Σελίδες από την ιστορία της μηλιώτικης σχολής», Ηώς 9, 1966, επιστ. 1 (1811) και Μαργ. Ευαγγελίδης, «Συμβολαί εις την ιστορίαν της

εκπαιδεύσεως εν Μικρά Ασία», Ξενοφάνης 2, 1904-1905, σ. 271 (επιστ. του 1815). Πβ. για τη Χίο Φ. Ηλιού, Τύφλωσαν Κύριε τον λαόν σου, Αθήνα 1988, σ. 72. Ο όρος «Ουνιβερσιτά» χρησιμοποιείται και για τη σχολή του Αγίου Όρους, αλλά με ειρωνική χροιά, από τον Αθανάσιο Πάριο το 1803 (Αικατερίνη Κουμαριανού, «Ο "Νέος Ραψάκης"», Ο Ερανιστής 6, 1968, σ. 3). Η σχετική συνήθεια όμως είναι παλαιότερη: μικρά Πανεπιστήμια ονομάζει τα ανώτερα σχολεία της περιόδου της Τουρκοκρατίας και ο Αλέξανδρος Ελλάδιος στο έργο του Status praesens Ecclesiae Graecae, 1714, σ. 60 («Gymnasiis, vel universitatulis»),

9. Κ. Μ. Κούμας, «Περί παιδείας και σχολείων», Ερμής ο Λόγιος, 1819, σ. 730 κ.εξ. Πβ. του ίδιου, Σύνταγμα Φιλοσοφίας, τ. Δ', Βιέννη 1820, σ. 340-341.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/28.gif&w=600&h=915

μπορούσαν να ευδοκιμήσουν στην Ελλάδα; Ασφαλώς όχι τα πρακτικά σχολεία, γράφει ο Κούμας, και πολύ περισσότερο τα Πανεπιστήμια, όπου διδάσκουν οι Ευρωπαίοι «Φιλοσοφίαν, Θεολογίαν, Ιατρικήν, και Νομικά». Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδας δεν επιτρέπει παρά μόνο τη λειτουργία Γυμνασίων, τα οποία αντισταθμίζουν εν μέρει την έλλειψη Πανεπιστημίων. Αλλά και σ' αυτά, συμπληρώνει, «δεν δυνάμεθα να διδάξωμεν κατά το παρόν παρεκτός των γραμματικών ειμή την Φιλοσοφίαν».

Οι λόγοι για τους οποίους ο Κούμας δεν θεωρεί εφικτή την ίδρυση ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σχετίζονται, προφανώς, με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Ένα Πανεπιστήμιο προϋπέθετε εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό, σημαντικούς οικονομικούς πόρους αλλά και το κατάλληλο για τη λειτουργία του κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, στοιχεία τα οποία ο Κούμας έβλεπε να λείπουν από την προεπαναστατική Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα ήταν η απουσία εθνικού κράτους. Θεσμός στενά συνδεδεμένος στα νεότερα χρόνια με το κράτος, το Πανεπιστήμιο είχε ως κύριο σκοπό την ικανοποίηση των εξειδικευμένων αναγκών μιας κρατικά οργανωμένης κοινωνίας : τη διαμόρφωση ανώτερου υπαλληλικού προσωπικού για τον κρατικό μηχανισμό, την παραγωγή νομικών, γιατρών, εκπαιδευτικών, κληρικών κλπ. Οι ανάγκες όμως της ελληνικής κοινωνίας ήταν σαφώς περιορισμένες σε σύγκριση με εκείνες των εθνικών κρατών και ικανοποιούνταν με άλλους τρόπους. Οι δάσκαλοι και οι κληρικοί διαμορφώνονταν στα υπάρχοντα σχολεία, ενώ οι γιατροί καταρτίζονταν σε ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, στα οποία μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους και οσοι ενδιαφέρονταν για τα γράμματα και τις επιστήμες γενικά.

Το Πανεπιστήμιο, λοιπόν, δεν ήταν υπόθεση του παρόντος. Προϋπέθετε

αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών και κυρίως την ύπαρξη κράτους. Τη στενή σχέση Πανεπιστημίου και κράτους αποδεικνύει το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο σχεδιάζεται μέσα στην ελληνική Επανάσταση, όταν έχει

εξασφαλιστεί μια στοιχειώδης μορφή κράτους, και ιδρύεται αμέσως μετά τη δημιουργία του ελληνικού βασιλείου. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι το πρώτο ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, η Ιόνιος Ακαδημία, δημιουργείται στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, μια περιοχή με διαφορετικό πολιτικό καθεστώς αλλά και διαφορετική πολιτισμική παράδοση σε σύγκριση με την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Ας δούμε συνοπτικά το πρώιμο αυτό παράδειγμα.

Η παρατεταμένη Βενετοκρατία θα κληροδοτήσει στα Επτάνησα ένα αριστοκρατικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, ανάλογο με εκείνο της μητρόπολης, ενώ συγχρόνως θα δημιουργήσει διαύλους επικοινωνίας με την Ιταλία

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/29.gif&w=600&h=915

και τη Δύση γενικότερα. Η κατάλυση της βενετικής κυριαρχίας το 1797 εγκαινιάζει μια νέα περίοδο στην ιστορία της περιοχής. Από το 1797 ως το 1815 τα Επτάνησα περιέρχονται διαδοχικά σε διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Γαλλία, Ρωσία, Αγγλία). Για ένα μεσοδιάστημα (1800-1807) τα Επτάνησα ανακηρύσσονται σε ανεξάρτητο κράτος υπό την επικυριαρχία της Τουρκίας (Επτάνησος Πολιτεία), ενώ από το 1815 ως το 1864 αποτελούν ανεξάρτητη επικράτεια υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας. Στο πλαίσιο των πολιτικών αυτών αλλαγών, εισάγονται στα Επτάνησα από τις αρχές του 19ου αιώνα μοντέρνοι πολιτειακοί και διοικητικοί θεσμοί και εκδηλώνεται από την πλευρά της Πολιτείας ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της δημόσιας εκπαίδευσης, η οποία στα χρόνια της Βενετοκρατίας βρισκόταν σε χαμηλό επίπεδο. Έτσι, στο Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας (1803) η δημόσια εκπαίδευση τίθεται κάτω από την εποπτεία του κράτους, το 1804 αποφασίζεται η ίδρυση Προκαταρκτικών σχολείων (δύο στα μεγαλύτερα νησιά και

ενός στα μικρότερα), καθώς και η σύσταση 40 σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης, το 1805 ιδρύεται στη μονή Τενέδου της Κέρκυρας ένα σχολείο γενικής παιδείας με σκοπό, όπως διακηρύσσεται, «την εκπαίδευσιν των νέων υπαλλήλων της Εξοχωτάτης Γερουσίας, της τοπικής κυβερνήσεως, των τοπικών υπηρεσιών, των στρατιωτικών και των κληρικών της νήσου της Κέρκυρας»10. Η αναφορά αυτή είναι χαρακτηριστική της θέλησης της Πολιτείας να χρησιμοποιήσει την εκπαίδευση για την εξυπηρέτηση των αναγκών της.

Ανάλογες προσπάθειες γίνονται και στα χρόνια της δεύτερης γαλλικής κυριαρχίας στα Επτάνησα. Το 1808 γάλλοι αξιωματούχοι και ντόπιοι λόγιοι ιδρύουν στην Κέρκυρα ένα επιστημονικό σωματείο, την Ιονική Ακαδημία, η οποία λειτούργησε ως την αποχώρηση των Γάλλων (1814). Σκοπός της, σύμφωνα με το καταστατικό, ήταν «η τελειοποίησις της γεωργίας, βιομηχανίας,

εμπορίου, η αύξησις του δημοσίου και ιδιωτικού πλούτου εν ταις νήσοις» και η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών11. Ακολουθώντας στο οργανωτικό

10. Σπ. Θεοτόκης, «Η εκπαίδευσις εν Επτανήσω (1453-1864)», Κερκυραϊκά Χρονικά 5,1956, σ. 51. Βλ. επίσης Πάνος Γ. Ροντογιάννης, Η εκπαίδευση στη Λευκάδα, 16131950, Αθήνα 1994, σ. 60-61 και Ν. Κ. Κουρκουμέλης, Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Προστασίας (1816-1864), Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, 2002, σ. 61 κ.εξ.

11. Π. Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, τ. 6, Ζάκυνθος 1887, σ. 231. Βλ. και G. P. Henderson, Η Ιόνιος Ακαδημία, μετάφρ. Φ. Κ. Βώρου, Κέρκυρα 1980, σ. 13-25 και Εμμ. Ν. Φραγκίσκος, «Ο Κοραής και η Ιονική Ακαδημία (1808-1814)», Ο Ερανιστής 3,1965, σ. 177-198.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/30.gif&w=600&h=915

κό της πλαίσιο το Institut de France, η Ακαδημία είχε έναν ορισμένο αριθμό τακτικών μελών και χωριζόταν σε τρία τμήματα: το φυσικομαθηματικό, το ηθικοπολιτικό και το φιλολογικό-καλλιτεχνικό. Ας σημειωθεί ότι ο θεσμός της Ακαδημίας, με την έννοια του επιστημονικού σωματείου, δεν ήταν άγνωστος στα Επτάνησα, αφού από την εποχή της Βενετοκρατίας λειτουργούσαν στην Κέρκυρα και σε άλλα νησιά τέτοια συλλογικά σώματα, με σκοπό την πνευματική καλλιέργεια των μελών τους και την εν γένει ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών12. Η Ιονική Ακαδημία διέφερε όμως απ' αυτά. Ηταν ένα ίδρυμα που λειτουργούσε υπό την αιγίδα του κράτους, περιελάμβανε στους κόλπους του διάφορες επιστήμες και σκοπός του ήταν να συμβάλει με επιστημονικές διαλέξεις, προκηρύξεις διαγωνισμών κλπ. στην κοινωνική, πνευματική και οικονομική ανάπτυξη ολόκληρης της Επτανήσου.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1824, θα ιδρυθεί στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, με πρωτοβουλία του Φρειδερίκου Guilford, η Ιόνιος Ακαδημία της Κέρκυρας, με τη μορφή τώρα Πανεπιστημίου. Οι σχετικές προσπάθειες είχαν αρχίσει αρκετά νωρίτερα. Από το 1815 ο Ιωάννης Καποδίστριας, στο γνωστό υπόμνημά του «για την εσωτερική κατάσταση των Ιονίων νήσων», είχε επισημάνει την ανάγκη να συσταθεί στα Επτάνησα «ένα μοναδικό και μεγάλο ίδρυμα (Institut) δημόσιας και εθνικής εκπαίδευσης, με έδρα την Ιθάκη»13. Ποια θα ήταν ακριβώς η μορφή που θα είχε το ίδρυμα αυτό δεν διευκρινίζεται. Από τους σκοπούς του πάντως συνάγεται ότι θα ήταν μια σχολή ανώτερης εκπαίδευσης, που θα απευθυνόταν στο σύνολο των κατοίκων της Επτανήσου και θα απέβλεπε στην εξάπλωση της εκπαίδευσης και γενικότερα στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών, έτσι ώστε οι Επτανήσιοι να μη χρειάζεται να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία και Ακαδημίες του εξωτερικού. Παράλληλα θα συνέβαλλε και στην ενοποίηση του επτανησιακού λαού. «Ολόκληρη η ιονική οικογένεια», αναφέρεται στο υπόμνημα, «θα προσλάβει τον ίδιο ηθικό χαρακτήρα» και «οι Επτανήσιοι δεν θα απαρτίζουν πλέον παρά μία ενότητα και καμιά αιτία ξένη προς τα αληθινά συμφέροντα του τόπου δεν θα μπορεί στο εξής να διαταράξει την ηρεμία του...»14.

12. Μιχ. Α. Μουστοξύδης, Ιστορικών και φιλολογικών αναλέκτων... τόμος πρώτος, Κέρκυρα 1872, σ. 1-23· πβ. Π. Χιώτης, ό.π., σ. 218 κ.εξ.

13. Το υπόμνημα έχει δημοσιευθεί αρκετές φορές στην πρωτότυπη γαλλική μορφή του και σε μετάφραση, όχι όμως πάντοτε ακριβή. Παραπέμπω στην έκδοση του κειμένου στο Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Ε', Κέρκυρα 1984, σ. 96-101 (ακολουθεί μετάφραση) .

14. Στο ίδιο, σ. 98-99.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/31.gif&w=600&h=915

Tο σχέδιο αυτό του Καποδίστρια δεν πραγματοποιήθηκε. Η ιδέα όμως γιοι τη δημιουργία ενός ανώτερου σχολείου στα Επτάνησα είχε βρει ήδη ένα θερμό υποστηρικτή στο πρόσωπο του Guilford. Άγγλος ευγενής και μαικήνας, με καλή κλασική παιδεία και γνώση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, ο Guilford θα καταβάλει σειρά προσπαθειών από τις αρχές της δεκαετίας του 1810 για την ίδρυση μιας ανώτερης σχολής στα Ιόνια Νησιά με έδρα την Ιθάκη15. Οι προσπάθειες αυτές θα επισημοποιηθούν το 1817, με τη δημοσίευση του Συντάγματος των Ιονίων Νήσων, στο οποίο προβλεπόταν η ίδρυση πρωτοβάθμιων σχολείων και αργότερα η δημιουργία ενός κολλεγίου για τη διδασκαλία των επιστημών, των γραμμάτων και των καλών τεχνών. Το 1819 ο Guilford διορίζεται «Καγκελλάριος του πανεπιστημίου των Ιονίων Νήσων»,

ενώ το 1820 εκθέτει με υπόμνημά του προς τη Γερουσία τα σχέδιά του για την ίδρυση Πανεπιστημίου στην Ιθάκη. Ο ίδιος είχε αρχίσει ήδη να στέλνει με έξοδά του νέους για σπουδές στην Ευρώπη, με σκοπό να προετοιμάσει το διδακτικό προσωπικό του υπό ίδρυση Πανεπιστημίου. Το σχέδιο του Guilford δεν θα αργήσει να πραγματοποιηθεί. Το 1823 η Βουλή αποφασίζει, μετά από υπόδειξη της αγγλικής αρμοστείας, την ίδρυση στην Κέρκυρα, και όχι την Ιθάκη, της γνωστής Ιονίου Ακαδημίας, και τον Μάιο του 1824 γίνονται τα

εγκαίνια. Στην επιλογή της Κέρκυρας βάρυνε το ότι η τελευταία διέθετε μια υποδομή για τη λειτουργία Πανεπιστημίου (νοσοκομεία, δικαστήρια κλπ.) και πιθανώς το ότι, σε σύγκριση με την Ιθάκη, βρισκόταν μακριά από την επαναστατημένη Ελλάδα16.

Τα εγκαίνια της Ακαδημίας έγιναν μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου κυριαρχούσαν οι αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα. Χαρακτηριστικά, οι καθηγητές και οι φοιτητές εμφανίστηκαν με αρχαιοελληνική αμφίεση (χιτώνες

15. Για τις προσπάθειές του αυτές βλ. τη μελέτη της Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Η Ιόνιος Ακαδημία. Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού Πανεπιστημίου (1811-1824), Αθήνα, Μικρός Ρωμηός, 1997.

16. Από την πλούσια βιβλιογραφία για την Ιόνιο Ακαδημία σημειώνω: G. Ρ. Henderson, Η Ιόνιος Ακαδημία, ό.π. (πβ. Γ. Δ. Μεταλληνός, Παρνασσός 23,1981, σ. 321375)· Γ. Η. Πεντόγαλος, Η Ιατρική Σχολή της Ιονίου Ακαδημίας (1824-1828, 1844-1865), Θεσσαλονίκη 1980- Γεώργιος Τυπάλδος Ιακωβάτος, ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας, επιμ. Σπ. I. Ασδραχάς, Αθήνα, Ερμής, 1982· Α. Δ. Μαγκλάρας, «Η διδασκαλία του Δικαίου στην Ιόνιο Ακαδημία», Κερκυραϊκά Χρονικά 26,1983, σ. 130-140· Γ. Δ. Μεταλληνός, «Ο κόμης Φρειδ.-Δημήτριος Γκίλφορδ και η ιδεολογική θεμελίωση των θεολογικών σπουδών της Ιονίου Ακαδημίας», ανάτ. από τον ΚΖ' τόμο της Επιστημονικής Επετηρίδος της θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1986· Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Η Ιόνιος Ακαδημία, ό.π.· Ν. Κουρκουμέλης, Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα, ό.π.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/32.gif&w=600&h=915

νες, μανδύες, περικνημίδες και σανδάλια), την οποία είχε παραγγείλει ο αρχαιολάτρης ιδρυτής της Ακαδημίας σε κερκυραίο καλλιτέχνη. Ο συμβολισμός ήταν προφανής: τα αρχαιοπρεπή αυτά στοιχεία, θα γράψει μια τοπική εφημερίδα, «μάς κάνουν να ξαναγυρίζουμε με τη φαντασία σ' εκείνους τους φωτεινούς καιρούς των αρχαίων προγόνων μας, να ξαναφέρνουμε στη μνήμη τις συνήθειες και τις αρετές τους»17. Με ανάλογα αισθήματα υποδέχθηκε την ίδρυση της Ιονίου Ακαδημίας και ο τύπος της επαναστατημένης Ελλάδας : «ανεπτερώθη ο νους μας και ηγαλλιάσθη η καρδία μας με την γλυκείαν ελπίδα και το επιθυμητικότατον άκουσμα της ταχείας ανακαλέσεως των Μουσών εις το ελληνικόν αυτό έδαφος», έγραφαν τα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγίου τον Δεκέμβριο του 182418. Τέτοιου είδους αναφορές αποτελούσαν βέβαια κοινό τόπο της αρχαιολατρικής ρητορείας, αφού η διακηρυγμένη πρόθεση όλων σχεδόν των ελληνικών σχολείων από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν να ξαναφέρουν τις Μούσες στη γενέθλια γη τους. Πέρα από την αρχαιολατρία, που εξέφραζε κυρίως τις ρομαντικές ευαισθησίες του Guilford, η Ιόνιος Ακαδημία είχε σκοπό να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες της

επτανησιακής κοινωνίας.

Ακολουθώντας ως προς το θεσμικό της πλαίσιο ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά πρότυπα (βρετανικά και γερμανικά), η Ιόνιος Ακαδημία αποτελέστηκε από τέσσερις σχολές: τη Θεολογική, τη Νομική, την Ιατρική και τη Φιλοσοφική. Η τελευταία χωριζόταν σε δύο τμήματα, το φιλολογικό και το επιστημονικό. Με πράξεις της πολιτείας ρυθμίστηκαν τα σχετικά με την εσωτερική διοίκηση, την οργάνωση των σπουδών, την εγγραφή των φοιτητών, την απονομή των ακαδημαϊκών τίτλων. Έτσι, η Ακαδημία έλαβε τη μορφή ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, όπως φαίνεται εξάλλου και από τις ονομασίες της: ο όρος Ακαδημία εναλλάσσεται με τους όρους πανεπιστήμιον, university, università.

Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί σχετικά με τη λειτουργία της Ιονίου Ακαδημίας είναι η στενή σχέση της με τον Guilford. Παρότι ήταν ένα κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, η παρουσία του Guilford σ' αυτήν ήταν έντονη και καθοριστική για την πορεία της. Δημιουργός και προστάτης της, ο Guilford παρακολουθεί από κοντά τη λειτουργία της, παρεμβαίνει στην αρμοστεία για την αύξηση της κρατικής χορηγίας σ' αυτήν, πληρώνει ο ίδιος τους μισθούς

17. Το παράθεμα είναι από την Gazetta degli Stati Uniti delle Isole Ionie της 1/13 Noεμβρ. 1824 (βλ. Henderson, ό.π., σ. 40).

18. Βλ. Ο Τύπος στον Αγώνα, 1821-1827, επιμ. Αικ. Κουμαριανού, τ. Β', Αθήνα, Ερμής, 1971, σ. 183.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/33.gif&w=600&h=915

νέων καθηγητών, δίνει υποτροφίες σε άπορους σπουδαστές, φροντίζει για την οργάνωση βιβλιοθήκης και τον εξοπλισμό της. Ο ίδιος παρεμβαίνει και στην οργάνωση των σπουδών. Συντάσσει τον εσωτερικό Κανονισμό της Ακαδημίας και επιτυγχάνει την καθιέρωση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας στη διδασκαλία. Με όλα αυτά ο Guilford βάζει την προσωπική σφραγίδα του στην Ιόνιο Ακαδημία. Η ιδιότητα του προστάτη του επιτρέπει να ασκεί μια πατερναλιστική πολιτική στη διαχείριση του ιδρύματος. Άνθρωπος με συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές Ιδέες, δίνει ιδιαίτερη σημασία στην τάξη και το ήθος των σπουδαστών. Σύμφωνα με τον Κανονισμό της Ακαδημίας που συνέταξε ο ίδιος, «ουδεμία συνομιλία αισχρά, στασιώδης, ή ανευλαβής, κανέν άτακτον ή θορυβώδες φέρσιμον, ουδεμία μέθη, κανέν παιγνίδιον τυχηρόν, ουδεμία συντροφιά μετά γυναικών ασέμνων ή φαυλοβίων υποκειμένων, θέλει είναι υποφερτή εις κανένα νέον, ο οποίος σπουδάζει εις την Ακαδημίαν...»19. Οι ατακτοι σπουδαστές τιμωρούνται με φυλάκιση στο φρούριο της Κέρκυρας.

Τη στενή εξάρτηση της Ιονίου Ακαδημίας από τον Guilford δείχνει και το γεγονός ότι από τον θάνατό του, το 1827, το ίδρυμα μπαίνει σε μια περίοδο μακράς κρίσης. Η κρατική χορηγία περικόπτεται, με αποτέλεσμα την αναστολή της λειτουργίας της Ιατρικής Σχολής για 15 χρόνια20, ενώ συγχρόνως μειώνεται ο αριθμός των καθηγητών και των σπουδαστών. Από 240 που ήταν οι σπουδαστές όλων των σχολών στα 1826-27, στα επόμενα χρόνια ο ετήσιος

αριθμός τους πέφτει κάτω από 100. Στη μείωση των σπουδαστών συνετέλεσε

ασφαλώς και η ίδρυση το 1837 του Πανεπιστημίου Αθηνών, που λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο ανταγωνιστικά προς την Ιόνιο Ακαδημία. Η Ιόνιος Ακαδημία διέκοψε τη λειτουργία της αμέσως μετά την ενσωμάτωση της Επτανήσου στο ελληνικό κράτος.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η Ακαδημία, παρά τις περιοδικές κρίσεις της, ανταποκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό στις εκπαιδευτικές και ιδεολογικές υποχρεώσεις ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος. Τροφοδότησε με το απαραίτητο προσωπικό τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την υγεία και την εκπαίδευση του Ιόνιου κράτους, συνέβαλε στη διάδοση της ελληνικής παιδείας στα Επτάνησα και στην ενοποίηση του επτανησιακού λαού, καθώς και στη μεταφορά της δυτικής επιστημονικής σκέψης στην Ανατολή. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στην Ιόνιο Ακαδημία σπούδασε και ικανός αριθμός μαθητών από τουρ-

19. G. Henderson, ό.π., σ. 43-44. Πβ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, ό.π., σ. 196 κ.εξ.

20. Γ. Πεντόγαλος, ό.π., σ. 26, 75.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/34.gif&w=600&h=915

τουρκοκρατούμενες περιοχές, ιδιαίτερα από την Ήπειρο, και ότι πολλοί από τους

αποφοίτους της πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην επαναστατημένη Ελλάδα και αργότερα στο ελληνικό κράτος.

Την ίδια εποχή που ιδρύεται στην Κέρκυρα η Ιόνιος Ακαδημία, γίνονται και στην επαναστατημένη Ελλάδα κάποια σχέδια για την ίδρυση μιας Ακαδημίας η ενός Πανεπιστημίου, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης στις απελευθερωμένες περιοχές21. Για τις επαναστατικές κυβερνήσεις η εκπαίδευση και γενικότερα η παιδεία ήταν μεταξύ των βασικών προϋποθέσεων για την εθνική αναγέννηση. Μέσω της παιδείας, το ελληνικό έθνος, που έκανε τα πρώτα βήματα προς την πολιτική ανεξαρτησία του, θα καταπολεμούσε την αμάθεια και τη «βαρβαρότητα» που του είχε επιβάλει η πολύχρονη δουλεία, θα κατοχύρωνε την ανεξαρτησία του και θα αναδεικνυόταν

αντάξιο των προγόνων του και των προσδοκιών της «πεφωτισμένης Ευρώπης». Η παιδεία, τα φώτα, η φιλοσοφία, οι επιστήμες, και μάλιστα η «επιστήμη της πολιτικής», αποτελούσαν τα απαραίτητα εργαλεία για την οργάνωση και στερέωση ενός ευνομούμενου, πολιτισμένου κράτους22. Εύκολα διακρίνει κανείς στις διακηρύξεις αυτές την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού και μάλιστα της διδασκαλίας και των παραινέσεων του Κοραή στους επαναστατημένους Έλληνες. Την εκλαΐκευση και εφαρμογή των ιδεών αυτών αναλαμβάνουν φιλελεύθεροι διανοούμενοι και πολιτικοί του κοραϊκού κύκλου, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Άνθιμος Γαζής, οι οποίοι συμμετέχουν από διάφορες θέσεις στον σχεδιασμό της

εκπαιδευτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους.

Η υπόθεση της παιδείας, λοιπόν, και της εκπαίδευσης γίνεται μια από τις μόνιμες φροντίδες των επαναστατικών κυβερνήσεων. Υπεύθυνος του εκπαιδευτικού τομέα είναι, κατά τον «Οργανισμόν της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος» του 1822, ο «Μινίστρος των Εσωτερικών», ο οποίος έχει καθήκον

21. Για την εκπαίδευση στα χρόνια του Αγώνα γενικά βλ. Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, «Η περί της παιδείας μέριμνα του αγωνιζομένου έθνους και το πρώτον Πανεπιστήμιον»,Αφιέρωμα στο Εικοσιένα, Νέα Εστία 88,1970, σ. 40-50 και Αλέξης Δημαράς, «Τα

εκπαιδευτικά κατά τον Αγώνα», στο ίδιο, σ. 51-59. Πλούσιο αρχειακό και άλλο υλικό δημοσιεύεται στις συλλογές : Απ. Β. Δασκαλάκης, Κείμενα-Πηγαί της ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, σειρά Γ', Τα περί Παιδείας, μέρος Α', Αθήνα 1968 και Δαυίδ Αντωνίου, Η εκπαίδευση κατά την Ελληνική Επανάσταση, 1821-1827, τ. Α'-Β', Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 2002, που συμπληρώνει με πολλά νέα κείμενα τη συλλογή Δασκαλάκη. Βλ. επίσης Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 3 κ.εξ.

22. Βλ. προκήρυξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας (27 Απρ. 1822) στο Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α'. σ. 71-74.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/35.gif&w=600&h=915

«την είσαξιν και διάδοσιν των φώτων» και την υποβολή προτάσεων στην κυβέρνηση «διά την ανέγερσιν πανεπιστημίων, λυκείων, σχολείων και λοιπών διδακτηρίων...»23. Το 1823 δημιουργείται η θέση του «Εφόρου της παιδείας», στην οποία διορίζεται τον Ιούλιο ο Θ. Φαρμακίδης και τον επόμενο χρόνο (Ιούλιος 1824) ο Γρ. Κωνσταντάς24. Με τη θεσμοθέτηση του οργάνου αυτού ο τομέας της παιδείας αυτονομείται και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ευρύτερες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες.

Πραγματικά, τον Μάιο του 1824 συσταίνεται επιτροπή με επικεφαλής τον Άνθιμο Γαζή, η οποία συντάσσει ένα φιλόδοξο σχέδιο για την οργάνωση της

εκπαίδευσης στο νεοδημιούργητο ελληνικό κράτος25. Στο σχέδιο αυτό προβλέπονταν τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Η πρώτη θα περιελάμβανε τα σχολεία κατώτερης (προκαταρκτικής) εκπαίδευσης, η δεύτερη τα Λύκεια, τα οποία θα ιδρύονταν στην πρωτεύουσα κάθε επαρχίας η των σημαντικότερων επαρχιών, και η τρίτη «εν τουλάχιστον πανεπιστήμιον» με τέσσερις σχολές: θεολογίας, φιλοσοφίας, νομικής και ιατρικής. Σ' αυτό θα σπούδαζαν όσοι είχαν προετοιμαστεί στα Λύκεια και ήθελαν «να τελειοποιηθώσιν εις τινα επιστήμην και να την μάθωσιν ως επάγγελμα». Με τον τρόπο αυτό απαρτιζόταν ένα ολοκληρωμένο σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης. Η επιτροπή όμως δεν είχε αυταπάτες ως προς τις δυνατότητες υλοποίησής του. Η χώρα βρισκόταν σε επαναστατικές συνθήκες και είχε να αντιμετωπίσει άλλες πιο επείγουσες ανάγκες. Σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα είχε η ανάπτυξη της κατώτερης εκπαίδευσης· η ανώτερη θα ερχόταν στον καιρό της. Για τον λόγο αυτό η επιτροπή έκρινε ότι προς το παρόν δεν μπορούσαν να ιδρυθούν παρά μόνο κατώτερα, αλληλοδιδακτικά σχολεία. Τελικά, το Βουλευτικό αποφάσισε τη δημιουργία ενός πρότυπου διδασκαλείου στο Άργος («ακαδημία» το ονομάζει ο Έφορος της παιδείας Γρ. Κωνσταντάς), όπου θα προσκαλούνταν να διδάξουν «σοφοί Έλληνες» τους οποίους οι περιστάσεις κρατούσαν έξω από την Ελλάδα, αλλά και «σοφοί από όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης»26.

Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1824, είχε κατατεθεί στη Βουλή και ένα άλλο

23. Δ. Αντωνίου, ό.π., σ. 41.

24. Στο ίδιο, α. 107-108, 117,118,218.

25. Το σχέδιο δεν είναι γνωστό. Οι προτάσεις της επιτροπής παρουσιάζονται περιληπτικά στην εφ. Ο Φίλος του Νόμου, αρ. 35, 14 Ιουλ. 1824 (πβ. Νικόλαος Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις, επιμ. Άλκης Αγγέλου, τ. Α', Αθήνα, Ερμής, 1973, σ. 162163). Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 184, 208-210 και τ. Β', σ. 333-334.

26. A picture of Greece in 1825; as exhibited in the personal narratives of James Emerson Esq., Count Pecchia and W. H. Humphreys Esq., τ. Β', Λονδίνο 1826, σ. 162-163.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/36.gif&w=600&h=915

σχέδιο, που αφορούσε τη δημιουργία ενός «Ακαδημαϊκού Καταστήματος»: μιας Ακαδημίας, η οποία θα είχε σκοπό «την ηθικήν του Ελληνικού Έθνους διαμόρφωσιν» και την ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών27. Το σχέδιο υπογράφεται από 31 πρόσωπα, λογίους και πολιτικούς. Ανάμεσά τους είναι ο Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης,ο οποίος είχε συντάξει και το σχέδιο28, ο Άνθιμος Γαζής, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο Γεώργιος Καλαράς, ο Βενιαμίν Καρρέ [Λεσβίος], ο Αναστάσιος Λόντος, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Γεώργιος Γλαράκης, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Αναστάσιος Πολυζωίδης. Το σχεδιαζόμενο ίδρυμα ονομάζεται «Πρυτανείον, ή Διατακτήριον (Institut)» και είναι «ομοιοειδές ως έγγιστα με το της Σοφής Γαλλίας». Τα μέλη του ιδρύματος (100 τον αριθμό) συνεισφέρουν Ινα χρηματικό ποσόν για τα έξοδα λειτουργίας του και συμβάλλουν κατά τις δυνάμεις τους στην «ευδαιμονίαν» του έθνους και στην «εδραίαν εμπέδωσιν του καταστήματος». Ανάμεσα στα μέλη επικρατεί ισονομία και οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τον ορθό λόγο η την αρχή της πλειοψηφίας.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η Ακαδημία θα ήταν ένα ανώτερο πνευματικό ίδρυμα, οργανωμένο στο πρότυπο του Institut de France του Παρισιού. Η επιλογή αυτή, όπως και η αναφορά του σχεδίου στη «Σοφή Γαλλία», ασφαλώς δεν είναι τυχαία. Δείχνει τον προσανατολισμό του συντάκτη του προς τη γαλλική σκέψη -με την οποία ήταν εξοικειωμένη μια μεγάλη μερίδα ελλήνων διανοουμένων- και προς τους γαλλικούς ακαδημαϊκούς θεσμούς. Το σχέδιο για ίδρυση Ακαδημίας στην Ελλάδα, αρκετά φιλόδοξο για τις συνθήκες της εποχής, δεν είχε πολλές πιθανότητες να τελεσφορήσει. Η Βουλή, στην οποία κατατέθηκε το σχέδιο, ασχολήθηκε μ' αυτό τον Ιούλιο του 1824, χωρίς να καταλήξει σε καμιά απόφαση. Τα προβλήματα του απελευθερωτικού αγώνα και η πολιτική αστάθεια δεν άφηναν και πάλι περιθώρια για την πραγματοποίησή του.

Το αισιόδοξο κλίμα που επικρατεί στα χρόνια της ελληνικής Επανάστασης γύρω από τα θέματα της εκπαίδευσης και της παιδείας θα υποχωρήσει στα χρόνια του Καποδίστρια. Ο Κυβερνήτης, επηρεασμένος από παιδαγωγικά συστήματα με φιλανθρωπικό χαρακτήρα και δίνοντας έμφαση στη χριστιανική και ηθική αγωγή και την πρακτική κατάρτιση, συγκέντρωσε το εν-

27. Το σχέδιο δημοσιεύεται από τον Σωκράτη Κουγέα, «Περί της κατά την Επανάστασιν σχεδιασθείσης Ακαδημίας», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 9,1934, σ. (14)-(22).

28. Γιάννης Κόκκωνας, Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης, 1784-1872. Μελέτη της συμμέτοχης ενός ελάσσονος σε γεγονότα μείζονος σημασίας, Αθήνα 2003, σ. 144 κ.εξ.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/37.gif&w=600&h=915

ενδιαφέρον του σχεδόν αποκλειστικά στη στοιχειώδη και την επαγγελματική

εκπαίδευση, αφήνοντας έξω από το πρόγραμμα του την ανώτερη29. Βέβαια, δεν έλειψαν και σ' αυτή την περίοδο σκέψεις για τη θεσμοθέτηση ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά αυτές ήταν έξω από τις κυρίαρχες κυβερνητικές επιλογές30.

Οι επιλογές του Καποδίστρια είναι εμφανείς στο εκπαιδευτικό έργο του. ιδρύει κυρίως αλληλοδιδακτικά σχολεία, καθώς και Ελληνικά, ένα Ορφανοτροφείο στην Αίγινα, Στρατιωτικό Σχολείο στο Ναύπλιο, Κεντρικό Σχολείο στην Αίγινα, Εκκλησιαστικό Σχολείο στον Πόρο, Γεωργικό Σχολείο στην Τίρυνθα. Η έμφαση του Καποδίστρια στα κατώτερα και επαγγελματικά σχολεία στηριζόταν στην πεποίθησή του ότι εκείνο που χρειαζόταν η ελληνική κοινωνία την περίοδο αυτή ήταν από τη μια μεριά μια κατώτερη λαϊκή εκπαίδευση , μέσω της οποίας θα αντιμετωπιζόταν το μεγάλο πρόβλημα του αναλφαβητισμού, και από την άλλη πρακτικά σχολεία για τη διαμόρφωση ειδικευμένων επαγγελματιών και στελεχών στην υπηρεσία του κράτους· η ανώτερη εκπαίδευση ήταν περιττή πολυτέλεια. Η πολιτική αυτή του Καποδίστρια

ασφαλώς δεν ήταν έξω από τα πράγματα. Θα ήταν ενδιαφέρον όμως να δει κανείς το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφεται η συγκεκριμένη στάση του απέναντι στην ανώτερη εκπαίδευση.

Κρίνοντας την εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια με βάση τις προτάσεις που, όπως είδαμε παραπάνω, είχε κάνει το 1815 σχετικά με τη δημιουργία μιας ανώτερης σχολής στην Ιθάκη και με βάση το ενδιαφέρον που είχε

29. Βλ. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. κζ'-κθ' και του ίδιου, «Τα θέματα της

εκπαίδευσης στα χρόνια του Καποδίστρια: Λαϊκές προσδοκίες και κυβερνητικές προθέσεις», Δελτίο Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας 9, 1986, σ. 122-126.

30. Σε αχρονολόγητο σχέδιο «διοργανισμού της κοινής Εκπαιδεύσεως» της καποδιστριακής περιόδου προτείνεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα με τρεις βαθμίδες: η πρώτη περιλαμβάνει τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, η δεύτερη τα Ελληνικά και Λύκεια, ενώ η τρίτη τις «ακαδημίες» (σχολές Φιλολογίας και Επιστημών, Θεολογίας, Νομικής, Στρατιωτικών κλπ.), «το άθροισμα των οποίων συγκροτεί τα λεγόμενα Πανεπιστημεια». Κατά τον συντάκτη του σχεδίου όμως «Εις την Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να συστηθώσι τινα της τριτοβαθμίου Παιδείας Καταστήματα ειμή μετά χρόνων παρέλευσιν». Βλ. Ελένη Μπελιά, «Ανέκδοτος Πίναξ "Διοργανισμού" της εκπαιδεύσεως κατά την καποδιστριακήν περίοδον», Παρνασσός 9, 1967, σ. 303-311- πβ. Δ. Μαυροσκούφης, «Τα σχέδια της επιτροπής του 1824 για την οργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης και ο ανώνυμος "Πίναξ παραστήνων τον διοργανισμόν της κοινής Εκπαιδεύσεως κατά τους τρεις βαθμούς της Παιδείας": μια ιστορική αποκατάσταση», Παιδαγωγική Επιθεώρηση 22, 1995, σ. 43-57.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/38.gif&w=600&h=915

εκδηλώσει, ως στέλεχος της Φιλομούσου Εταιρείας, για την αποστολή νέων σε ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν γενικά αντίθετος με την ανώτερη εκπαίδευση31. Η στάση του όμως φαίνεται να αλλάζει σημαντικά λίγο πριν από την Επανάσταση, κάτω από το βάρος των πολιτικών συγκυριών. Όπως θα δούμε και παρακάτω, οι δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας

εξαπολύουν την εποχή αυτή μια οξύτατη επίθεση κατά των Πανεπιστημίων, των φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού, με την κατηγορία ότι αποτελούσαν φορείς φιλελεύθερων και επαναστατικών ιδεών. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι στην επίθεση αυτή είχε εμπλακεί άμεσα ένας από τους στενότερους συνεργάτες και φίλους του Καποδίστρια, ο Αλέξανδρος Στούρτζας, διπλωματικός υπάλληλος του ρωσικού κράτους. Ηταν εκείνος που το 1818 είχε εκδώσει ανώνυμα στο Παρίσι ένα φυλλάδιο για τα γερμανικά Πανεπιστήμια, στο οποίο καταφερόταν με δριμύτητα κατά των ακαδημαϊκών ελευθεριών32. Κατηγορούσε τα γερμανικά Πανεπιστήμια ως φυτώρια επαναστατικών ιδεών και συνιστούσε να ληφθούν αυστηρά μέτρα για την επιτήρησή τους και τον περιορισμό των ελευθεριών και των προνομίων τους. Το φυλλάδιο αυτό προκάλεσε την οργή των φοιτητών του Πανεπιστημίου της Ιένας, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν

εναντίον του Στούρτζα και απείλησαν μάλιστα τη ζωή του33. Το ταραγμένο κλίμα στην Ιένα ανάγκασε την αδελφή του Στούρτζα Roxandre Edling, εξέχον μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας, να διατάξει τους έλληνες φοιτητές που σπούδαζαν εκεί με τη συνδρομή της Εταιρείας να μετακινηθούν στη Γοτίγγη34.

Είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι ο Καποδίστριας, διπλωμάτης με συν-

31. Το πρώιμο αυτό ενδιαφέρον του Καποδίστρια για την ανώτερη εκπαίδευση δεν αποτελεί ωστόσο, όπως έχει υποστηριχθεί, και τεκμήριο για τις μεταγενέστερες επιλογές του. Βλ. Ελένη Κούκου, Ο Καποδίστριας και η παιδεία, 1803-1822. Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήνα 1958, σ. 32 και της ίδιας, Ο Καποδίστριας και η παιδεία 1827-1832, τ. Β', Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αιγίνης, Αθήνα 1972, σ. 166-167.

32. Mémoire sur l'état actuel de l'Allemagne, par M. de S..., conseiller d'État de S.M.I. de toutes les Russies, Παρίσι 1818.

33. Όπως αναφέρει ο βιογράφος του Στούρτζα Κων. Οικονόμος: «νέοι τινές, παράθερμοι της δημοκρατιζούσης συμμορίας εταίροι παροξυνθέντες ώρμησαν κατ' αυτού (εν Ιέννη διατρίβοντος προς καιρόν), ως αποκτενούντες. Ο δε νοήσας έλαθε τας φονώσας αυτών χείρας διαφυγών» (Αλέξανδρος Στούρζας, Βιογραφικόν σχεδίασμα, Αθήνα 1855, σ. 31). Βλ. και Saint-René Taillandier, «Les Allemands en Russie et les Russes en Allemagne», Revue des Deux Mondes 7, 1854, σ. 678-679 και A. Nesselrode (εκδ.), Lettres et papiers du chancelier comte de Nesselrode 1760-1850. Extrait de ses archives, τ. VI, Παρίσι [1908], σ. 16-17,80.

34. Βλ. Γεώργιος Ψύλλας, Απομνημονεύματα του βίου μου, επιμ. Ελευθέριος Πρεβελάκης, Μνημεία της Ελληνικής ιστορίας 8, Ακαδημία Αθηνών/ΚΕΙΝΕ, Αθήνα 1974, σ. 37,339.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/39.gif&w=600&h=915

συντηρητικές αρχές, αν δεν υιοθετούσε απολύτως τις θέσεις του Στούρτζα, συμμεριζόταν πάντως τους φόβους του ίδιου και γενικότερα των ηγετών της Ιεράς Συμμαχίας ότι τα Πανεπιστήμια αποτελούσαν φορείς ανατρεπτικών ι

δεών. Οι φόβοι του αυτοί φαίνεται ότι σημάδεψαν αργότερα την εκπαιδευτική πολιτική του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ένας από τους συμβούλους του στα εκπαιδευτικά θέματα ήταν ο Στούρτζας, ο οποίος συνέταξε το 1827 στη Ρωσία, κατά παραγγελία του Καποδίστρια, ένα σχέδιο «περί Εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλάδα», το οποίο του έστειλε για να το χρησιμοποιήσει στην οργάνωση της εκπαίδευσης35.

Στο σχέδιο αυτό προδιαγράφονται πραγματικά οι κατευθύνσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής του Καποδίστρια. Σύμφωνα μ' αυτό, η εκπαίδευση στην Ελλάδα πρέπει να αποβλέπει στην ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του έθνους· η «πολυτέλεια της πολυμαθείας» δεν ταιριάζει σε μια χώρα που μόλις απέκτησε την ελευθερία της. Εκείνο που χρειάζεται η Ελλάδα είναι, κατά το σχέδιο, μια πειθαρχημένη εκπαίδευση, που θα έχει ως βάση τη θεοσέβεια και θα αποβλέπει στην ασφάλεια του κράτους και την εσωτερική ευταξία. Με βάση τη λογική αυτή, η εκπαίδευση πρέπει να περιορίζεται σε δύο κύκλους : έναν προπαρασκευαστικό, που θα περιλαμβάνει τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, και έναν ανώτερο με επαγγελματική κατεύθυνση. Ο δεύτερος αυτός κύκλος θα περιλαμβάνει μόνο τα σχολεία εκείνα που, κατά τον Στούρτζα, κρίνονται απαραίτητα για τις ανάγκες της χώρας : 1) ένα Ιερατικό Σχολείο, όπου θα σπουδάζουν παιδιά ιερέων και ορφανά, τα οποία πρόκειται να γίνουν κληρικοί, 2) ένα Πολεμικό Σχολείο, που υποδιαιρείται σε δύο τμήματα, «εις το της Στερεάς και εις το Ναυτικόν» και 3) ένα Πολιτικό Σχολείο «προς στερέωσιν της Δικαιοσύνης και ευνομίας εις τα εσωτερικά της Επικρατείας», υποδιαιρούμενο σε δύο τάξεις, «την Νομικοδικανικήν, και την Πολιτικοοικονομικήν». Άλλα σχολεία, Γυμνάσια και Πανεπιστήμια, η Ελλάδα δεν χρειάζεται προς το παρόν. Όχι μόνο γιατί αυτά δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της, αλλά και γιατί στηρίζονται σε μια φιλελεύθερη φιλοσοφία, η οποία αντίκειται στην αρχή της πειθαρχίας που είναι απαραίτητη για τη στερέωση του έθνους.

35. Δημοσιεύεται από τον Δαυίδ Αντωνίου, Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος: το σχέδιο της Επιτροπής του 1833, Αθήνα, Πατάκης, 1992, σ. 189193, καθώς και από τον Θανάση Χρήστου, «"Σχέδιον περί εθνικής ανατροφής και δημοσίου παιδείας εις την Ελλάδα (1827)" του Αλέξανδρου Στούρτζα», Τομή 6, Φεβρ. 1993, σ. 90-97. Το σχέδιο υπάρχει και στο Αρχείο του Κων. Οικονόμου, συνημμένο σε

επιστολή του Στούρτζα προς τον Οικονόμο, φάκ. III, αρ. 263, 22 Νοεμ. 1827 (ΚΕΜΝΕ Ακαδημίας Αθηνών).

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/40.gif&w=600&h=915

Εξάλλου ο χαρακτήρας του Έλληνα, επισημαίνει ο Στούρτζας, έχει μια τάση προς την απεριόριστη ελευθερία και χρειάζεται χαλιναγώγηση. «Το πνεύμα του έθνους ρέπει φυσικώς προς την επίδειξιν. Η φαντασία του είναι ορμητική , ακάματος, εύμετάβλητος· αγαπά τα σοφίσματα, και ονειροπολεί αχαλίνωτον ελευθερίαν». Κατά συνέπεια, τα Γυμνάσια και τα Πανεπιστήμια δεν είναι μόνο περιττά, αλλά και επικίνδυνα.

Αν συγκρίνει κανείς τις παραπάνω προτάσεις με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Καποδίστρια, τόσο ως προς τις γενικές αρχές του όσο και ως προς το είδος των σχολείων που ίδρυσε, διαπιστώνει εύκολα τη στενή τους συγγένεια. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηριχθεί ότι το σχέδιο Στούρτζα στάθηκε ο βασικός οδηγός του Κυβερνήτη στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής του. Ας σημειωθεί επίσης ότι ένας άλλος σύμβουλος του Καποδίστρια, προερχόμενος από τον ίδιο συντηρητικό χώρο, ο Κων. Οικονόμος, που ζούσε

επίσης την εποχή αυτή στη Ρωσία, συνέταξε το 1828, κατά παραγγελία του Κυβερνήτη, ένα «Σχέδιον Εκκλησιαστικής Ακαδημίας», προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την οργάνωση του Εκκλησιαστικού Σχολείου του Πόρου38.

Οι σχέσεις αυτές του Καποδίστρια και οι εκλεκτικές συγγένειες που υποδηλώνουν μάς δίνουν, νομίζω, το ιδεολογικό στίγμα της εκπαιδευτικής πολιτικής του και μάς επιτρέπουν να κατανοήσουμε τις επιλογές του. Αν η κατάφαση του στη στοιχειώδη και επαγγελματική εκπαίδευση ανταποκρινόταν σε συγκεκριμένες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, ωστόσο ο περιορισμός του

εκπαιδευτικού του προγράμματος στον τομέα αυτόν δεν απέρρεε μόνο από τις ανάγκες αυτές αλλά και από τον φόβο του ότι η ανώτερη εκπαίδευση, ως φορέας φιλελεύθερων και ενδεχομένως ανατρεπτικών ιδεών, εμπεριείχε κινδύνους για μια κοινωνία την οποία θεωρούσε ανώριμη ακόμη για πολιτικές ελευθερίες.

36. Βλ. Τα Σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα Κωνσταντίνου πρεσβυτέρου και οι

κονόμου του εξ Οικονόμων, τ. Α', Αθήνα 1862, σ. 134 κ.εξ., 223-224.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/41.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Με τη δημιουργία του ελληνικού βασιλείου και την εγκατάσταση της βαυαρικής Αντιβασιλείας στην Ελλάδα αρχίζει μια νέα περίοδος στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Μέσα σε μια πενταετία, από το 1833 ως το 1837, η Αντιβασιλεία, σε συνεργασία με τις ελληνικές πολιτικές αρχές και με έλληνες διανοούμενους, θα θέσει τις βάσεις ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού

συστήματος και θα διαμορφώσει το θεωρητικό και θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η νεοελληνική εκπαίδευση για πολλές δεκαετίες. Η ενασχόληση των Βαυαρών με τα εκπαιδευτικά πράγματα αρχίζει πριν από την άφιξή τους στην Ελλάδα. Από το 1832 ήδη ο επικεφαλής της Αντιβασιλείας κόμης Armansperg είχε ζητήσει από τον γνωστό γερμανό ελληνιστή Fr. Thiersch την υποβολή προτάσεων για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης. Ο τελευταίος θα συντάξει πραγματικά και θα υποβάλει στην Αντιβασιλεία ένα αναλυτικό υπόμνημά1, ενώ τον επόμενο χρόνο θα αναπτύξει διεξοδικότερα τις απόψεις του στο έργο του De l'état actuel de la Grèce2.

Οι σχετικές προσπάθειες εντείνονται μετά την άφιξη της Αντιβασιλείας στην Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1833 η Αντιβασιλεία διορίζει μια εξαμελή επιτροπή, αποτελούμενη από λογίους και εκπαιδευτικούς, για να μελετήσει την κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης και να υποβάλει προτάσεις «περί των

1. Το υπόμνημα αυτό (με χρονολογία 20 Οκτ. 1832) σώζεται στα κατάλοιπα του Thiersch στο Μόναχο, μαζί με σχετική επιστολή του Armansperg, με την οποία ζητεί τη γνώμη του για την κατάσταση και την οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Βλ. Hans-Martin Kirchner, Friedrich Thiersch, Ein Kulturpolitiker und Philhellene in Bayern, Μόναχο 1990, σ. 85-86· Χ.-Μ. Κίρχνερ, «Τα σχολικά προγράμματα του Thiersch για την Ελλάδα», Πρακτικά του Συμποσίου: Ο Φρίντριχ Τιρς και η γένεση του

ελληνικού κράτους από τη σκοπιά του 20ού αιώνα, Αθήνα, Ινστιτούτο Goethe, 1991, σ. 97Χάινριχ Σόλλερ, «Οι βασικές ιδέες του Τιρς για την αναδιαμόρφωση του ελληνικού

κράτους», στο ίδιο, σ. 193-194.

2. Φρειδερίκος Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια. Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επιτευχθεί η ανοικοδόμησή της, μετάφρ. Α. Σπήλιος, Αθήνα, Τολίδης, [1972], τ. Β', σ. 107 κ.εξ.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/42.gif&w=600&h=915

καταλληλοτέρων μέσων προς βελτίωσιν αυτής, και ονομαστί προς σχηματισμόν σχολείων του λαού, Ελληνικών σχολείων, Γυμνασίων, και ενός Πανεπιστημίου»3. Ένα μήνα αργότερα, τον Απρίλιο του 1833, δημοσιεύεται διάταγμα για την οργάνωση και τις αρμοδιότητες της «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως γραμματείας της Επικρατείας»4. Ένα από τα καθήκοντα της γραμματείας (στο εξής : υπουργείο Παιδείας), αναφέρεται στο διάταγμα, θα είναι «η φροντίς περί συστάσεως και αρμοδίου οργανισμού

των στοιχειωδών και των υψηλοτέρων παιδευτικών καταστημάτων, ενός πανεπιστημίου και μιας Ακαδημίας των επιστημών». Τα μέτρα αυτά της Αντιβασιλείας αποτελούσαν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για τη θεσμική

ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό του κράτους με βάση τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Ειδικά στον εκπαιδευτικό τομέα, φιλοδοξία των Βαυαρών ήταν να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα εκπαίδευσης (με κατώτερη , μέση και ανώτερη βαθμίδα), που θα ακολουθούσε ως προς την εσωτερική του διάρθρωση γερμανικά πρότυπα. Αυτό συνάγεται εύκολα από το είδος των σχολείων που προεξαγγέλλονται, καθώς και από τις ονομασίες τους, που δεν είναι παρά μεταφράσεις η προσαρμογές στα ελληνικά αντίστοιχων γερμανικών όρων.

Ας δούμε συνοπτικά τα σχέδια και τις προτάσεις για την οργάνωση της εκπαίδευσης, αρχίζοντας απ' αυτές του Thiersch. Θα πρέπει να τονίσουμε από την αρχή ότι οι προτάσεις του, που περιλαμβάνονται, όπως είπαμε, στο υπόμνημά του προς την Αντιβασιλεία και μάλιστα στο βιβλίο του De l'état actuel de la Grèce, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς προέρχονται από ένα διανοούμενο που είχε ασχοληθεί με τα σύγχρονα εκπαιδευτικά ζητήματα -το 1829 είχε επεξεργαστεί τον νόμο για τη μέση εκπαίδευση στη Βαυαρία5- και ήταν καλός γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας. Οι προτάσεις του Thiersch στηρίζονται στην κοινή παραδοχή ότι η εκπαίδευση είναι το αποτελεσματικότερο μέσο για την κοινωνική και πνευματική πρόοδο ενός λαού. Μεταφέροντας τη θέση αυτή στην περίπτωση της Ελλάδας, μιας χώρας που μετά από μια μακρά περίοδο δουλείας, επαναστατικών κινημάτων και εμφύλιων συγκρούσεων άρχιζε τώρα να κάνει τα πρώτα βήματα προς την ανασυγκρότηση

3. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 11,31 Μαρτ./12 Απρ. 1833, σ. 70-72. Για τη συγκρότηση και τις εργασίες της επιτροπής αυτής βλ. Δ. Αντωνίου, Οι απαρχές, ό.π., σ. 21 κ.εξ.

4. Κλάδος, Εκπαιδευτικά, τ. Α', σ. 10-12.

5. Χάνς-Μάρτιν Κίρχνερ, «Tòt σχολικά προγράμματα», ό.π., σ. 99.

Σελ. 42
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 23
    

    ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ