Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 251-270 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/251.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Στο κεφάλαιο αυτό θα αναφερθούμε συνοπτικά στο θέμα της εισόδου των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Ένα θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων από τα τέλη της δεκαετίας του 1870. Τυπικά, το Πανεπιστήμιο δεν ήταν κλειστό για τις γυναίκες, αφού στον Κανονισμό του 1837 δεν υπήρχε καμία σχετική διάταξη. Αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα αυτό είχε σχέση με τις προϋποθέσεις εγγραφής. Για να εγγραφεί κάποιος στο Πανεπιστήμιο έπρεπε, όπως ξέρουμε, να έχει απολυτήριο Γυμνασίου. Απολυτήριο όμως χορηγούσαν μόνο τα δημόσια Γυμνάσια, στα οποία φοιτούσαν αποκλειστικά αγόρια. Τα κορίτσια, όσα συνέχιζαν τις σπουδές τους στη μέση εκπαίδευση, φοιτούσαν σε ιδιωτικά σχολεία θηλέων (Παρθεναγωγεία), τα οποία δεν ήταν ισότιμα με τα Γυμνάσια. Επομένως τα αποδεικτικά που εξέδιδαν δεν ισοδυναμούσαν με τα απολυτήρια Γυμνασίου.

Βέβαια, το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζαν και οι άρρενες μαθητές που φοιτούσαν σε ιδιωτικά σχολεία η είχαν διδαχθεί «κατ' οίκον» γυμνασιακά μαθήματα. Γι' αυτούς το πρόβλημα είχε λυθεί με απλό τρόπο: όσοι ήθελαν να πάρουν απολυτήριο μπορούσαν να δώσουν εξετάσεις μετά το τέλος των σπουδών τους σε δημόσιο Γυμνάσιο και να αποκτήσουν τον σχετικό τίτλο. Θεωρητικά το ίδιο έπρεπε να ισχύει και για τις μαθήτριες που σπούδαζαν σε Παρθεναγωγεία. Εδώ όμως υπήρχε ένα τυπικό κώλυμα. Τα περισσότερα Παρθεναγωγεία δεν είχαν όλες τις γυμνασιακές τάξεις και το πρόγραμμα μαθημάτων τους δεν ήταν αντίστοιχο με εκείνο των Γυμνασίων. Κατά συνέπεια, οι μαθήτριες που αποφοιτούσαν από τα Παρθεναγωγεία δεν γίνονταν δεκτές από τα Γυμνάσια σε εξετάσεις για την απόκτηση απολυτηρίου. Πέρα όμως από το τυπικό αυτό κώλυμα, το πρόβλημα της εισαγωγής των γυναικών στο Πανεπιστήμιο ήταν κυρίως κοινωνικό. Οι επικρατούσες παραδοσιακές αντιλήψεις για την κοινωνική θέση και τον προορισμό των γυναικών, αν δεν απέκλειαν, καθιστούσαν δύσκολη πάντως την είσοδό τους σ' ένα ανδροκρατούμενο εκπαιδευτικά ίδρυμα όπως το Πανεπιστήμιο.

Ως τη δεκαετία του 1870, απ' όσο είναι γνωστό, δεν είχε τεθεί επίσημα

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/252.gif&w=600&h=915

τουλάχιστο θέμα εισόδου των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Το επίπεδο ανάπτυξης της γυναικείας εκπαίδευσης ήταν έτσι κι αλλιώς χαμηλό και λίγα ήταν τα κορίτσια που προχωρούσαν σε ανώτερες σπουδές. Το θέμα φαίνεται να τέθηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1870. Το 1879 ο βουλευτής Θ. Ζερβός ανακοινώνει στη Βουλή ότι κάποιες μαθήτριες που είχαν τελειώσει το Αρσάκειο θέλησαν να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο, αλλά «οι καλαμαράδες και άλλοι καθηγηταί του Πανεπιστημίου» δεν τους το επέτρεψαν, επειδή το Αρσάκειο δεν ήταν αναγνωρισμένο Γυμνάσιο. Για το ξεπέρασμα του κωλύματος αυτού ο ίδιος βουλευτής κατέθεσε πρόταση νόμου, που όριζε ότι «το Αρσάκειον Γυμνάσιον των θηλέων θεωρείται ως Γυμνάσιον, και καθό τοιούτον, αι αποφοιτήσασαι νέαι δύνανται να εισαχθώσι και εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω προς εκμάθησιν οιασδήποτε επιστήμης»1. Η πρότασή του όμως δεν έγινε δεκτή. Δεν είναι γνωστό αν οι απόφοιτες του Αρσακείου ζήτησαν επίσημα να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο ή αν εξεδήλωσαν απλώς την πρόθεσή τους σε πανεπιστημιακούς ή άλλους παράγοντες και αυτοί τις απέτρεψαν. Πιθανότερο είναι το δεύτερο2. Αυτό που έχει σημασία, πάντως, είναι ότι με το παραπάνω αίτημα και τις συζητήσεις που προκάλεσε τέθηκε για πρώτη φορά δημόσια στην Ελλάδα ένα ζήτημα που είχε αρχίσει και συνέχιζε να απασχολεί τις γυναίκες και τα Πανεπιστήμια διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών.

Το αίτημα της εισόδου των γυναικών στην ανώτερη εκπαίδευση τίθεται στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα από γυναικείες οργανώσεις που αγωνίζονταν για τη χειραφέτηση των γυναικών και τη διεύρυνση του κοινωνικού τους ρόλου. Οι σχετικές προσπάθειες όμως είχαν ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα από την Αμερική. Από τη δεκαετία του 1830 σπουδάζουν σε Κολλέγια των Ηνωμένων Πολιτειών και γυναίκες, ενώ το 1847 ανακηρύσσεται η πρώτη διπλωματούχος της Ιατρικής. Το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών ακολουθούν στη δεκαετία του 1860 και ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. Στο Παρίσι το 1861 η Φιλοσοφική Σχολή (Faculté des Lettres) δίνει, μετά από πολλές δυσκολίες, το πρώτο baccalauréat σε γυναίκα, ενώ το 1866 μπαίνει η πρώτη γυναίκα στην Ιατρική· το 1884/85 εισάγονται δύο αλλοδαπές στη Νομική και μετά από τρία χρόνια μπαίνει στην ίδια σχολή η πρώτη Γαλλίδα. Στα με-

1. Βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος Η', σύνοδος Α', 1879-1880, συνεδρ. 22, Δεκ. 1879, σ. 261 και Παράρτημα της Εφημερίδος των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος Η', σ. ρα'. Πβ. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1986, σ. 288.

2. Στα Πρακτικά της Συγκλήτου δεν γίνεται λόγος για σχετική αίτηση.

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/253.gif&w=600&h=915

μέσα της δεκαετίας του 1860 αρχίζει να δέχεται γυναίκες στις εξετάσεις το Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, άλλα οι ιατρικές σχολές δέχονται φοιτήτριες μόνο το 1876. Στα μέσα της δεκαετίας του 1860 ανοίγει για τις γυναίκες και το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Η είσοδος γυναικών στα Πανεπιστήμια επιταχύνεται στα επόμενα χρόνια. Στη δεκαετία του 1870 δέχονται φοιτήτριες τα Πανεπιστήμια της Σουηδίας, Φινλανδίας, Δανίας και Ιταλίας και στη δεκαετία του 1880 τα Πανεπιστήμια της Νορβηγίας, Ισπανίας και Ρουμανίας. Αντίθετα, τα γερμανικά Πανεπιστήμια αντιστέκονται. Μόνο στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα γίνονται δεκτές σε ορισμένα γερμανικά Πανεπιστήμια γυναίκες ως ακροάτριες· ως κανονικές φοιτήτριες θα αρχίσουν να εισάγονται από το 1900. Η απαγόρευση αυτή αναγκάζει τις Γερμανίδες να σπουδάζουν στο εξωτερικό: στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ελβετία (Ζυρίχη)3.

Στο γενικό αυτό πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί και η ελληνική περίπτωση. Το αίτημα των μαθητριών του Αρσακείου να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο εμπνέεται από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά παραδείγματα και αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια διεκδίκησης ενός εκπαιδευτικού δικαιώματος που σε αρκετές χώρες είχε κατακτηθεί ήδη. Αν και δεν είναι γνωστή η ταυτότητα των παραπάνω μαθητριών, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα ανήκαν σε ευκατάστατες

αστικές οικογένειες, οι οποίες φιλοδοξούσαν να δώσουν στις κόρες τους μια

εκπαίδευση ανώτερη από εκείνη που τους έδιναν τα Παρθεναγωγεία. Κόρες

αστικών οικογενειών, άλλωστε, απόφοιτες του Διδασκαλείου, είχαν αρχίσει να μετεκπαιδεύονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου να ασκήσουν το επάγγελμα της δασκάλας.

Το αίτημα για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση των γυναικών θα τεθεί επιτακτικότερα στα τέλη της δεκαετίας του 1880 από την Καλλιρρόη Παρρέν και ειδικότερα από την Εφημερίδα των Κυριών που εκδίδει η ίδια και γίνεται ο πόλος συσπείρωσης μιας πρώτης δυναμικής φεμινιστικής ομάδας. Η ομάδα αυτή θα αμφισβητήσει το παραδοσιακό εκπαιδευτικά μοντέλο, που θεωρούσε τις πανεπιστημιακές σπουδές αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών και περιό-

3. Βλ. Michèle Tournier, L'accès des femmes aux études universitaires en France et en Allemagne (1861-1967). Contribution à l'étude de l'enseignement féminin en France et en Allemagne durant ces 100 dernières années, Thèse de 3ème cycle, Παρίσι 1972, σ. 24 κ.εξ.· C. H. Hippeau, Περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως εν Αγγλία, Αθήνα 1878, σ. 106-107· Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, «Προ των Προπυλαίων: Η εξέλιξη της ανώτατης εκπαίδευσης των γυναικών στην Ελλάδα», στο Εκπαίδευση και φύλο. Ιστορική διάσταση και σύγχρονος προβληματισμός, επιμ. Β. Δεληγιάννη και Σ. Ζιώγου, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1994, σ. 333-334.

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/254.gif&w=600&h=915

περιόριζε τις γυναίκες στο επίπεδο της εγκύκλιας εκπαίδευσης ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια εκπαίδευση που οδηγούσε μόνο στο επάγγελμα της δασκάλας, και θα ζητήσει να ανοίξει το Πανεπιστήμιο και για τις γυναίκες. Πραγματικά, από την εποχή αυτή το κλίμα αρχίζει να αλλάζει. Το 1887 εχουμε την πρώτη επίσημη αίτηση μιας απόφοιτης του Αρσακείου να εγγραφεί στην Ιατρική. Η αίτησή της απορρίπτεται με το επιχείρημα, και πάλι, ότι το Αρσάκειο δεν είναι αναγνωρισμένο Γυμνάσιο, άλλα και ότι δεν ενδείκνυται, για ηθικούς λόγους, η συνύπαρξη στο Πανεπιστήμιο φοιτητών και φοιτητριών. Η απόφαση αυτή θα προκαλέσει την έντονη αντίδραση μιας ομάδας φοιτητών, οι οποίοι με «Διαμαρτύρησί» τους στον τύπο της εποχής θα χαρακτηρίσουν προσβλητικό για τον άρρενα φοιτητικό πληθυσμό τον ισχυρισμό του Πανεπιστημίου ότι δεν μπορούν να σπουδάζουν μαζί φοιτητές και φοιτήτριες. Η δήλωση τους συνοδεύεται με «ιπποτικές» διαβεβαιώσεις ότι θα σεβαστούν τη συνάδελφο τους, η οποία με την αίτηση εγγραφής της στο Πανεπιστήμιο ύψωσε τη σημαία της «πνευματικής χειραφετήσεως της ελληνίδος», ακολουθώντας το παράδειγμα «των εν τω λοιπώ πεπολιτισμένω κόσμω ομοφύλων της». «Προ μιας τοιαύτης, λοιπόν, ακατασχέτου προόδου τεινούσης εις την ισοπέδωσιν των δύο φύλων, μόνον οι έλληνες φοιτηταί θέλετε να υπολείπωνται των λοιπών αλλοφύλων συναδέλφων των, να δείκνυνται τόσον οπισθοδρομικοί, αποβαίνοντες το φόβητρον, το φυγαδεύον και διακωλύον αυτήν;»4.

Η αρνητική στάση του Πανεπιστημίου θα υποχρεώσει την ίδια εποχή ορισμένες μαθήτριες να στραφούν σε άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Έτσι, το 1885 η Σεβαστή Καλλισπέρη, κόρη ανώτερου δικαστικού, απόφοιτη της σχολής Χίλλ, εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Παρισιού και παίρνει δίπλωμα φιλολογίας το 1891. Η απόφασή της να προχωρήσει σε πανεπιστημιακές σπουδές συνάντησε, όπως θα γράψει αργότερα η ίδια, πολλές δυσκολίες. Εκτός από την άρνηση του κοινωνικού της περιβάλλοντος, είχε να αντιμετωπίσει και τυπικά εμπόδια, όπως η δυσκολία να συγκροτηθεί επιτροπή από καθηγητές Γυμνασίου και πανεπιστημιακούς που θα την εξέταζαν για να της δώσουν ένα είδος γυμνασιακού απολυτηρίου, που ήταν απαραίτητο για την εγγραφή της

4. Η «Διαμαρτύρησις» των φοιτητών (υπογρ. «Πλείστοι φοιτηταί») δημοσιεύθηκε στη Νέα Εφημερίδα (29 Σεπτ. 1887) και αναδημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Κυριών (4 Οκτ. 1887) με προλογικό σημείωμα της εκδότριας (βλ. το κείμενο στο βιβλίο της Ελένης Φουρναράκη, Εκπαίδευση και αγωγή των κοριτσιών. Ελληνικοί προβληματισμοί (1830-1910), Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1987, σ. 359-362). Πβ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, «Προ των Προπυλαίων», ό.π., σ. 338-339.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/255.gif&w=600&h=915

στη Σορβόννη5. Λίγο αργότερα εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Παρισιού μια άλλη μαθήτρια, η Μαρία Καλαποθάκη, η οποία μετά από οκτώ χρόνια σπουδών παίρνει δίπλωμα και γίνεται η πρώτη ελληνίδα γιατρός6. Το παράδειγμα των πρώτων αυτών φοιτητριών θα το ακολουθήσουν σε λίγο και άλλες.

Με όλα αυτά ανοίγει τελικά τις πόρτες του και το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Τον Σεπτέμβριο του 1890 γίνεται δεκτή στη Φιλοσοφική Σχολή η πρώτη φοιτήτρια, η Ιωάννα Στεφανόπολι, γαλλικής καταγωγής, η οποία είχε πάρει απολυτήριο από το Β' Γυμνάσιο Αθηνών7. Αν και η μαθήτρια είχε τα τυπικά προσόντα για την εγγραφή στο Πανεπιστήμιο, η αίτησή της αντιμετωπίστηκε με πολλές επιφυλάξεις από τη Σύγκλητο. Στη σχετική συζήτηση ο πρύτανης Γ. Μιστριώτης ανέφερε ότι το ζήτημα είχε τρεις πλευρές, τη νομική, την κοινωνική και «την της τάξεως»8. Ως προς το νομικό μέρος υποστήριξε ότι δεν υπήρχε κώλυμα, αφού, όπως γνωμοδότησε και η Νομική Σχολή, ο νόμος δεν εμπόδιζε την εγγραφή μαθητριών στο Πανεπιστήμιο, ενώ ως προς το κοινωνικό μέρος αρμόδιο να αποφασίσει ήταν το Κοινοβούλιο. Το Πανεπιστήμιο μπορούσε να έχει λόγο μόνο σχετικά με το θέμα της «τάξεως», με το ενδεχόμενο, δηλαδή, η εγγραφή της μαθήτριας να προκαλέσει κάποιες «άταξίες»· αλλά «δυνάμεθα», παρατηρεί ο Μιστριώτης, «αποβλέποντες εις γεννηθησομένας τυχόν αταξίας, να απαγορεύσωμεν την εγγραφήν μαθητριών εις το μητρώον, πράγμα το οποίον δεν απαγορεύει ο νόμος;».

5. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 336-338. Για την εγγραφή της Καλλισπέρη στη Σορβόννη και την ανακήρυξή της σε διδάκτορα βλ. Εφημερίς των Κυριών, αρ. 48, 7 Φεβρ. 1888, αρ. 221, 11 Αυγ. 1891 και αρ. 223, 25 Αυγ. 1891. Επίσης «Η πρώτη Ελληνίς διδάκτωρ», στο Κων. Φ. Σκόκος, Εθνικόν Ημερολόγιον του (τους 1892, Αθήνα 1891, σ. 97-101 και σχετικό άρθρο στο περ. Ποικίλη Στοά, Αθήνα 1895, σ. 369-372. Βλ. και Σεβ. Καλλισπέρη, «ΑΙ Ελληνίδες φοιτήτριαι», Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896, Αθήνα 1896, σ. 202-204.

6. Εφημερίς των Κυριών ,αρ. 246,9 Φεβρ. 1892 και εφ. Εστία, αρ. 306,10 Ιαν. 1895.

7. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, Η μίση εκπαίδευση, ό.π., σ. 331-332. Την ίδια εποχή φαίνεται να δημιουργείται και ο όρος «φοιτήτρια». Κατά τον Σ. Α. Κουμανούδη, χρησιμοποιείται για πρώτη φορά το 1889 από την Κ. Παρρέν στην Εφημερίδα των Κυριών (Συναγωγή Νιων Λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Αθήνα, Ερμής, 1980, α. 1083). Ας σημειωθεί ότι η λέξη φοιτήτρια, αλλά με την κυριολεκτική σημασία της (ως παράγωγο του ρ. φοιτώ=συχνάζω κάπου), υπήρχε ήδη· τη χρησιμοποιεί ο Κ. Παλαμάς σε επιστολή του το 1876, μιλώντας για κάποιες γυναίκες που παρευρίσκονται σε δίκη υπουργών. Βλ. Κωστή Παλαμά, Αλληλογραφία, τ. Α, (1875-1915), επιμ. Κ. Γ. Κασίνη, Αθήνα 1975, σ. 22.

8. Π.Σ., 6 Οκτ. 1890, βλ. και 19 Σεπτ. 1890. Πβ. Γ. Μιστριώτης, Τα κατά την πρυταvtiav, 1892, σ. 53-54.

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/256.gif&w=600&h=915

Σε αντίθεση με τον Μιστριώτη, η θέση της πλειονότητας των συγκλητικών ήταν από επιφυλακτική έως αρνητική. Επικαλούμενοι και το παράδειγμα των πρωσικών Πανεπιστημίων, όπου δεν επιτρεπόταν η εγγραφή γυναικών, άλλοι

έμμεσα και άλλοι άμεσα τάχθηκαν κατά της εγγραφής της μαθήτριας, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η είσοδος γυναικών στο Πανεπιστήμιο ερχόταν σε αντίθεση με τις καθιερωμένες στην Ελλάδα αντιλήψεις για την κοινωνική θέση της γυναίκας. Όπως υποστήριξε ο καθηγητής της Θεολογικής Αν. Διομ. Κυριάκος, «δεν πρέπει να λησμονώμεν τα καθ' ημάς και την εν Ελλάδι κοινωνικήν θέσιν της γυναικός, ήτις δεν δύναται να εργάζεται και αναστρέφεται μετ' ανδρών εν τη αγορά, ως εν Ευρώπη συμβαίνει. Η Ελληνίς τηρεί την χρυσήν μέσην οδόν μεταξύ του εν τω γυναικωνίτιδι βίου της Ασιανής, και του λίαν ελευθέρου της Ευρωπαίας. Αλλά και υπό την έποψιν της τάξεως κρίνων το πράγμα, δεν προοιωνίζεται καλόν». Τελικά η Σύγκλητος, «εν απορία ευρισκομένη», όπως αναφέρει στον πρυτανικό Λόγο του ο Μιστριώτης, η επειδή δεν ήθελε να πάρει την ευθύνη, ζήτησε τη γνώμη του υπουργείου Παιδείας, το οποίο επέτρεψε τελικά την εγγραφή της μαθήτριας9.

Η συζήτηση στη Σύγκλητο έδειξε πόσο ισχυρές ήταν ακόμη στο Πανεπιστήμιο οι αντιστάσεις στην είσοδο των γυναικών στην ανώτερη εκπαίδευση. Ουσιαστικά, η αποδοχή τους ήταν περισσότερο αποτέλεσμα ανάγκης, παρά

αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους στην ανώτερη εκπαίδευση. Οι πιέσεις που φαίνεται ότι ασκήθηκαν στο Πανεπιστήμιο και το υπουργείο Παιδείας από τον κύκλο της Εφημερίδος των Γυναικών και γενικότερα από το αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι γυναίκες είχαν αρχίσει ήδη να γίνονται δεκτές σε αρκετά ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια,

υποχρέωσαν και το ελληνικό Πανεπιστήμιο να ανοίξει τις πύλες του σ' αυτές. Δεν έπαψαν, πάντως, να διατυπώνονται και στα επόμενα χρόνια ενδοιασμοί για το αν η είσοδος γυναικών στο Πανεπιστήμιο ταιριάζει με τη φύση τους και τα κοινωνικά τους καθήκοντα :

«Το στοιχείον της γυναικός είναι ο οίκος και η οικογένεια. Εν τω σταδίω τούτω μενέτω, διότι εν τούτω ουδείς ανήρ δύναται να την υποκαταστήση», αποφαίνεται το 1897 ο πρύτανης Α. Χρηστομάνος, προσθέτοντας : «Εάν αι δύο η τρεις μεταξύ μυριάδων γυναικών είναι επιδεκτικαί εξόχου

9. Γ. Μιστριώτης, ό.π., σ. 53. Λίγο μετά τη Στεφανόπολι είχαν κάνει αιτήσεις εγγραφής στο Πανεπιστήμιο δύο ακόμη μαθήτριες, αλλά απορρίφθηκαν επειδή τα αποδεικτικά σπουδών που είχαν δεν ήταν ισότιμα με απολυτήριο Γυμνασίου (Π.Σ., 17 Νοεμ. 1890).

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/257.gif&w=600&h=915

μορφώσεως, το μικρόν τούτο κέρδος δεν δικαιολογεί την ανυπολόγιστον ζημίαν, ήτις θα πρόκυψη εάν προτιμηθή η αθρόα διαμόρφωσις ημιτελών και χωλαινουσών μετριοτήτων ή ασημοτήτων, αντί της ενισχύσεως του πρωτίστου προορισμού της γυναικός, εις ον ουδείς ανήρ δύναται να ανταγωνισθή προς αυτήν». Ο ίδιος αποδέχεται, βέβαια, ότι «η χειραφέτησις της γυναικός εγένετο ήδη συρμός και θα ήτο μάταιος αναχρονισμός να καταπολεμήται παρ' ημίν η τάσις αύτη, εφ' όσον μάλιστα δεν υπερακοντίζει τα

εσκαμμένα», ενώ δεν παραγνωρίζει επίσης ότι «καθ' όλας τας εποχάς ανεφάνησαν και γυναίκες υπέροχοι τον νουν και την καρδίαν, διαπρέψασαι εν τη ενασκήσει υψηλών ανδρικών αρετών». Τέτοιες περιπτώσεις γυναικών όμως θεωρεί ότι είναι εξαιρέσεις. «Διό φρονώ ότι οφείλομεν μεν να ανεχώμεθα αυτάς και να μη παρακωλύωμεν την επιστημονικήν ανάπτυξιν του γυναικείου φύλου, αλλά και να μη ενισχύωμεν αυτάς δι' υπερβολικής ενθαρρύνσεως»10.

Παρά τις αντιδράσεις όμως είχε ανοίξει πλέον ο δρόμος για την είσοδο των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Το παράδειγμα της πρώτης φοιτήτριας θα το

ακολουθήσουν δειλά στην αρχή και κατόπιν πιο αποφασιστικά άλλες, έτσι που ως το 1900 θα έχουν εγγραφεί συνολικά στο Πανεπιστήμιο γύρω στις είκοσι φοιτήτριες.

10. Α. Χρηστομάνος, Λόγοι, 1898, σ. 49-50.

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/258.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/259.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς΄

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ

ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Μια γενική διαπίστωση από τη μελέτη του Πανεπιστημίου στον 19ο αιώνα είναι ότι ο Κανονισμός του 1837 δεν μπόρεσε να λειτουργήσει στο σύνολό του. Βασικές διατάξεις του, όπως αυτές που αφορούσαν την εκλογή των πανεπιστημιακών αρχών, τη συμμετοχή των σχολών στις διαδικασίες εκλογής των νέων καθηγητών και τον θεσμό των διδάκτρων, είτε δεν εφαρμόστηκαν καθόλου είτε παρέμειναν σε εκκρεμότητα για πολλά χρόνια, πράγμα που δείχνει τις δυσκολίες προσαρμογής των γερμανικών πανεπιστημιακών θεσμών στις ελληνικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες. Εκτός αυτού όμως υπήρχαν και προβλήματα που οφείλονταν σε ασάφειες και κενά του ίδιου του Κανονισμού1.

1. Για τα κενά αυτά γίνεται λόγος και στο διάταγμα για τη σύσταση του Πανεπιστημίου , όπου προβλέπεται μάλιστα η σύσταση επιτροπής για τη συμπλήρωσή τους : «Όσον δ' αφορά τας οριστικάς διατυπώσεις του πανεπιστημίου και των σχολών του, θέλομεν διατάξει την σύστασιν επιτροπής, ήτις θέλει επιφορτισθή την διαίρεσιν του πανεπιστημίου εις σχολάς, την σημείωσιν των διαφόρων κλάδων των μαθημάτων εκάστης αυτών, τους διά την ευταξίαν και την τήρησιν αυτής αναγκαίους ορισμούς και καθεξής» (Βαμπάς, Νόμοι, ο. 64). Για τη συγκρότηση της επιτροπής θα φρόντιζε το υπουργείο Παιδείας, προτείνοντας ως μέλη της καθηγητές Πανεπιστημίου και άλλους «ειδήμονας δημοσίους υπαλλήλους». Πραγματικά, το 1837 συστάθηκε μια τέτοια επιτροπή, αποτελούμενη από τους καθηγητές Κ. Σχινά, Ν. Βάμβα, Μ. Αποστολίδη, Γ. Γεννάδιο, Ε. Ουλερίχο, Γ. Ράλλη, Λ. Ρος, Θ. Φαρμακίδη και τον σύμβουλο του υπουργείου Παιδείας Α. Ραγκαβή, με σκοπό τη σύνταξη ενός «εσωτερικού» Κανονισμού του Πανεπιστημίου. Tο έργο της επιτροπής δεν είναι γνωστό. Φαίνεται πάντως ότι συνέταξε και υπέβαλε στο υπουργείο Παιδείας ένα σχέδιο που έμεινε ανεκτέλεστο. Βλ. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, έγγρ. από 4/16 Μαΐου 1837 (πρόταση συγκρότησης της επιτροπής) και 30 Ιουν./12 Ιουλ. 1837 (έγκριση επιτροπής) και Αρχείο Ραγκαβή (ΚΕΙΝΕ Ακαδημίας Αθηνών), φάκ. 12, όπου έγγραφο διορισμού του Ραγκαβή από 3 Ιουλ. 1837. Πβ. Κ. Σχινάς, Λόγος, 1838, σ. 12 και Θανάσης Χρήστου, «Ο Κ. Δ. Σχινάς και η πρώτη Πρυτανεία στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο (1837-1838)», Τα Ιστορικά, τ. 9, τχ. 17, Δεκ. 1992, σ. 380. Ένα ανάλογο σχέδιο αναφέρεται ότι είχε συντάξει και ο γνωστός γερμανός καθηγητής της φιλοσοφίας Christian August Brandis, ο ίδιος που φέρεται ως συντάκτης του προσωρινού Κανονισμού του 1837 (Περί τον Νιου Κανονισμού του Πανεπιστημίου..., Αθήνα 1860, σ. 3).

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/260.gif&w=600&h=915

Το υπουργείο Παιδείας, στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τα σχετικά προβλήματα και παράλληλα να προσαρμόσει το θεσμικό πλαίσιο του Πανεπιστημίου στις νέες ανάγκες που προέκυπταν συνεχώς, επιχείρησε από νωρίς, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο, την αντικατάσταση του ισχύοντος Κανονισμού. Αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών ήταν η σύνταξη αρκετών σχεδίων νόμου που εισήγαγαν σημαντικές αλλαγές στο πανεπιστημιακό σύστημα2. Από τα σχέδια αυτά όμως κανένα δεν έφτασε να γίνει νόμος. Ορισμένα δεν πρόλαβαν για διάφορους λόγους να υποβληθούν στη Βουλή, αλλά και εκείνα που υποβλήθηκαν δεν συζητήθηκαν καν. Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι ως τα τέλη του 19ου αιώνα έγιναν περισσότερα από 15 σχέδια, από τα οποία μπόρεσα να εντοπίσω τα ακόλουθα:

1. Σχέδιο νόμου του 1844 (83 άρθρα). Συντάχθηκε με πρωτοβουλία του υ

πουργού Παιδείας Σπ. Τρικούπη (κυβέρνηση Α. Μαυροκορδάτου) από τετραμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Κ. Ασώπιο, Ν. Βάμβα, Θ. Μανούση και Φ. Ιωάννου3. Το σχέδιο βασίστηκε σε

επιμέρους σχέδια, τα οποία έγιναν από τις σχολές του Πανεπιστημίου με

εντολή του υπουργού Παιδείας και υποβλήθηκαν στη Σύγκλητο4. Το σχέδιο δεν κατατέθηκε στη Βουλή, λόγω της απομάκρυνσης του Σπ. Τρικούπη από το υπουργείο Παιδείας.

2/3. Δύο σχέδια νόμου, αχρονολόγητα, συνταγμένα περί το 1846/18475. Τα

2. Κάποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έγιναν και σε επίπεδο σχολών. Το 1865, με διαταγή του υπουργού Παιδείας Κ. Λομβαρδού, επιτροπή καθηγητών της Ιατρικής υπέβαλε στο υπουργείο προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της σχολής. Οι σχετικές γνωμοδοτήσεις δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, αρ. 569, 7 Αυγ. 1865, σ. 729-734 και αρ. 570,20 Αυγ. 1865, σ. 737-740. Πβ. Ιωάννης Γ. Ζωχιός, Της εν Αθήναις Ιατρικής Σχολής ο νέος Οργανισμός, Αθήνα 1865, όπου κριτική των γνωμοδοτήσεων.

3. Το σχέδιο είναι δημοσιευμένο στην εφ. Καρτερία, αρ. 272,26 Φεβρ. 1848 και αρ. 273, 1 Μαρτ. 1848. Τίτλος του: «Σχέδιον οργανικού νόμου του Πανεπιστημίου Όθωνος, συνταχθέν κατ' επιταγήν του κατά το 1844 επϊ της Δημοσίας Παιδεύσεως υπουργού κ. Σ. Τρικούπη υπό των καθηγητών Κωνστ. Ασωπίου, Ν. Βάμβα, Θ. Μανούσου και Φ. Ιωάννου». Αναφερόμενος στο παραπάνω σχέδιο, ο Θ. Μανούσης (Περί Πανεπιστημίων εν γένει και ιδιαιτέρως περί του Οθωνείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 1845, σ. 28) σημειώνει ότι οι συντάκτες του έλαβαν υπόψη τους και τους Οργανισμούς των Πανεπιστημίων της Βόννης και του Βερολίνου.

4. Βλ. Π.Σ.Ν.Σ., Απρίλιος-Μάιος 1844· επίσης Κ. Ασώπιος, Ομιλία, [1844;], σ. 3-4 και Θ. Μανούσης, ό.π., σ. 28.

5. Τα σχέδια (αντίγραφα) βρίσκονται στο Αρχείο Ρήγα Παλαμήδη (ΓΑΚ, Κ 70, φάκ. 4). Σε συνοδευτικό έγγραφο του υπουργού Παιδείας Γ. Γλαράκη προς τον υπουργό Εσωτερικών Ρ. Παλαμήδη (18 Φεβρ. 1848) αναφέρεται: «έγκλειστον πέμπω προς Υμάς

αντίγραφον του Νομοσχεδίου του συνταχθέντος επί του μακαρίτου Κωλέττου· το δε

Σελ. 260
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/261.gif&w=600&h=915

σχέδια παρουσιάζουν λίγες διαφορές μεταξύ τους. Το πρώτο (α) αποτελείται από 26 άρθρα και είναι ανυπόγραφο, ενώ το δεύτερο (β) από 27 άρθρα και υπογράφεται από τον I. Κωλέττη, τον Κ. Τζαβέλλα, τον Κ. Κανάρη και τον Ν. Πονηρόπουλο. Και τα δύο επρόκειτο να εισαχθούν για συζήτηση στη Βουλή και τη Γερουσία. Από το περιεχόμενο των σχεδίων φαίνεται ότι δεν πρόκειται για πλήρεις Κανονισμούς αλλά για ένα κείμενο/πλαίσιο, με βάση το οποίο «θέλει εκδοθή όσον ούπω και ο Γενικός Κανονισμός του Πανεπιστημίου» (άρθρα 26 και 27, αντίστοιχα).

4. Σχέδιο νόμου του 1848 (;) (59 άρθρα)6.

5. Σχέδιο νόμου του 1860 (71 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη (κυβέρνηση Α. Μιαούλη). Η σύνταξή του έγινε από τον υπουργό σε συνεργασία με δεκαμελή επιτροπή καθηγητών του Πανεπιστημίου7. Υποβλήθηκε στη Βουλή τον Μάρτιο του 1860 αλλά δεν συζητήθηκε8. Ένα μήνα αρ-

υπό της Επιτροπής συνταχθέν είχεν υποβληθή εν καιρώ εις τον Κύριον Κωλέττην, και παρέμεινεν, ως φαίνεται, εις τα έγγραφα του ιδίου». Στο ίδιο Αρχείο (φάκ. 4 και 8) υπάρχουν και δύο ανώνυμες επικρίσεις στο πρώτο σχέδιο, η μία από τις οποίες είναι γραμμένη από τον Γ. Γ. Παππαδόπουλο. Το πρωτότυπο της επίκρισης του Γ.Γ.Π. υ

πάρχει, μαζί με το σχέδιο, στο προσωπικό Αρχείο του Γ .Γ .Π., που βρίσκεται στην Ακαδημία Αθηνών. Τα δύο παραπάνω σχέδια ανήκουν ίσως σε σειρά σχεδίων Οργανισμού (5 τον αριθμό), τα οποία το υπουργείο Παιδείας έστειλε το 1848 στο Πανεπιστήμιο για να τα μελετήσει και να προχωρήσει στη σύνταξη ενός τελικού σχεδίου, όπως και έγινε πραγματικά. Βλ. Π.Σ.Φ.Σ.,25 Ιουνίου 1848, Π.Σ.Ν.Σ., 25 Ιουνίου 1848' I. ΣούτσοςΦ. Ιωάννου, Λόγοι, 1848, σ. 32-33· Φ. Ιωάννου-Γ. Μαυροκορδάτος, Λόγοι, 1849, σ. 7.

6. Βρίσκεται σε χειρόγραφη μορφή στο Αρχείο του Κων. Σχινά (EBE, Τμήμα Χειρογράφων, Α 13268) και είναι αχρονολόγητο. Συντάχθηκε μάλλον μέσα στο 1848 με τη συμμετοχή των σχολών του Πανεπιστημίου και τον Ιανουάριο του 1849 κατατέθηκε στη Σύγκλητο, όπου έγιναν διάφορες τροποποιήσεις. Βλ. Π.Σ., 15 Ιαν.-13 Απρ. 1849. Οι τροποποιήσεις αυτές έχουν ενσωματωθεί στο σχέδιο του Αρχείου Σχινά. TÒ 1848 η εφ. Καρτερία, αρ. 272,26 Φεβρ. 1848,επικρίνει δριμύτατα ένα σχέδιο Οργανισμού το οποίο είχε συντάξει ο Κ. Σχινάς με τον υπουργό Παιδείας Γ. Γλαράκη· ίσως πρόκειται για το παραπάνω σχέδιο. Ένα ημιτελές αντίγραφο του ίδιου σχεδίου υπάρχει στο Τμήμα Χειρογράφων της EBE (Ε 121), ενώ ένα άλλο μεταγενέστερο (Ιούλιος 1859) στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρχείο Πρωτοκόλλου, Πανεπιστημιακό έτος 1858-59, φάκ. 3.6.

7. Βλ. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 320, 20 Ιουν. 1859, σ. 965 και εφ. Αιών, αρ. 1745,27 Ιουν. 1859 και αρ. 1814,24 Οκτ. 1859. Μέλη της επιτροπής ήταν οι καθηγητές Δ. Στρούμπος, Κ. Ασώπιος, Ν. Κωστής, Κ. Κοντογόνης, Φ. Ιωάννου, Π. Αργυρόπουλος, I. Σούτσος, Α. Πάλλης, Μ. Ποτλής, Δ. Ορφανίδης και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Παιδείας Δ. Σ. Μαυροκορδάτος.

8. Το σχέδιο δημοσιεύθηκε, μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας (11 Μαρτ. 1860) και Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής προς τη Βουλή (27 Μαρτ. 1860), στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής κατά την πρώτην σύνοδον της έκτης βουλευτικής περιόδου, τ. Β', Αθήνα 1860, σ. 1077-1113,1388-1426· το σχέδιο μαζί με την Έκθεση

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/262.gif&w=600&h=915

αργότερα ο Ζαΐμης παραιτήθηκε, γεγονός που αποδίδεται και στο ότι το περιβάλλον του βασιλιά Όθωνα είχε καταπολεμήσει το προτεινόμενο σχέδιο9.

6. Σχέδιο νόμου του 1865. Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Κ. Λομβάρδου χωρίς τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου και υποβλήθηκε στη Βουλή. Δεν συζητήθηκε, πιθανώς λόγω αλλαγής του υπουργοΰ10.

7. Σχέδιο νόμου του 1867 (100 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Χ. Χριστόπουλου (κυβέρνηση Α. Κουμουνδούρου), χωρίς τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου. Υποβλήθηκε στη Βουλή στα τέλη του 1867 άλλα δεν συζητήθηκε καθώς στο μεταξύ διαλύθηκε η Βουλή11.

ση του υπουργού Παιδείας εκδόθηκε και αυτοτελώς σε φυλλάδιο με τίτλο : Αιτιολογική Έκθεσις τον περί Οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, [Αθήνα 1860], 37 σ., ενώ σε ξεχωριστό φυλλάδιο εκδόθηκε και η Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής : Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής. Προς την Βουλήν, [Αθήνα 1860], 38 σ., υπογραμμένη από τον εισηγητή Π. Αργυρόπουλο, βουλευτή του Πανεπιστημίου, και τα μέλη της Εισηγητικής Επιτροπής: Σ. Αντωνόπουλο, Κ. Π. Πλατύ, Ανάργυρο Α. Χ. Αναργύρου, I. Π. Ταταράκη και Π. Ρεβελάκη (27 Μαρτ. 1860). Το σχέδιο δημοσιεύθηκε και στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, αρ. 356, 19 Μαρτ. 1860, σ. 1251-1254 και αρ. 357, 29 Μαρτ. 1860, σ. 1258-1261, καθώς και σε εφημερίδες της εποχής. Μια κριτική παρουσίαση του σχεδίου γίνεται στο ανώνυμο φυλλάδιο Περί του Νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου και της τύχης των εν Ελλάδι διδασκόντων κρίσεις τινές, Αθήνα 1860, στο οποίο έχουμε αναφερθεί

πολλές φορές. Ως συγγραφέας του φυλλαδίου φέρεται ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Ευθύμιος Καστόρχης (βλ. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 360,21 Απρ. 1860, σ. 1286). Ας σημειωθεί ότι το φυλλάδιο είχε αποδοθεί στον καθηγητή της Νομικής Κ. Φρεαρίτη, πράγμα που ο ίδιος διέψευσε (βλ. εφ. Αιών, αρ. 1876,16 Απρ. 1860), ενώ λανθασμένη φαίνεται να είναι και η απόδοσή του στον I.A. Τυπάλδο από τους Δ. Γκίνη-Β. Μέξα, Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863, τ. Γ', Αθήνα 1957, σ. 206, αρ. 8386.

9. Επ. Κυριακίδης, Ιστορία του Συγχρόνου Ελληνισμού, τ. Β', Αθήνα 1892, σ. 70-71· Επ. Δεληγιώργης, Πολιτικά ημερολόγια, μέρος Α', Αθήνα 1896, σ. 27-28" Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, Αθήνα 1927, σ. 123-124. Βλ. και εφ. Αιών, αρ. 1877, 20 Απρ. 1860.

10. Είναι γνωστά μόνο τα 9 πρώτα άρθρα του σχεδίου από σχετική συζήτηση που

έγινε στη Σύγκλητο, μετά την υποβολή του στη Βουλή (Π.Σ., 27 και 28 Σεπτ. 1865, 9, 11,12 και 15 Οκτ. 1865).

11. Το σχέδιο εκδόθηκε σε φυλλάδιο, μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας Χ. Χριστόπουλου: Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου. Προς την Βουλήν, [Αθήνα 1867]. Πβ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής της Γ' συνόδου της Α' περιόδου, Αθήνα 1868, σ. 169 και Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος Α', σύνοδος Γ', Αθήνα 1868, σ. 427, 465, 469. Το σχέδιο συζητήθηκε και στη Σύγκλητο -αφού όμως είχε κατατεθεί στη Βουλή- όπου προτάθηκαν διάφορες αλλαγές,

ενώ τον Φεβρουάριο του 1868, όταν το σχέδιο είχε αποσυρθεί από τη Βουλή, ο νέος

υπουργός Παιδείας Αντ. Μαυρομιχάλης το έστειλε στη Σύγκλητο για να το επιθεωρήσει και να κάνει όσες προσθαφαιρέσεις έκρινε απαραίτητες (βλ. Π.Σ., 28 και 30 Νοεμ. 1867, 1 Δεκ. 1867, 7 Φεβρ. 1868).

Σελ. 262
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/263.gif&w=600&h=915

8. Σχέδιο νόμου του 1868 (85 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Αντ. Μαυρομιχάλη (κυβέρνηση Δ. Βούλγαρη) με τη συνεργασία της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου12.

9. Σχέδιο νόμου του 1869 (82 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Δ. Σαράβα (κυβέρνηση Θ. Ζαΐμη)13. Υποβλήθηκε στη Βουλή τον Οκτώβριο του 1869 άλλα δεν συζητήθηκε. Δύο μήνες αργότερα έληξε η σύνοδος της Βουλής και ο υπουργός παραιτήθηκε.

10. Σχέδιο νόμου του 1870 (άρθρα 87=[93]). Συντάχθηκε, μαζί με άλλα εκπαιδευτικά νομοσχέδια, από τον βουλευτή Κυνουρίας Γ. Α. Βακαλόπουλο14.

11. Σχέδιο νόμου του 1874 (81 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας I. Βαλασόπουλου (κυβέρνηση Δ. Βούλγαρη). Υποβλήθηκε στη Βουλή τον Νοέμβριο του 1874 αλλά δεν συζητήθηκε15.

12. Σχέδιο νόμου του 1896 (85 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Δημ. Γ. Πετρίδη (κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη) και υποβλήθηκε στη Βουλή τον Μάρτιο του 189616.

12. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 692,23 Ιαν. 1869, σ. 1713-1715, αρ. 693,3 Φεβρ. 1869, σ. 1722-1726 και αρ. 694,13 Φεβρ. 1869, σ. 1729-1733 (συνοδεύεται από Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αντ. Μαυρομιχάλη προς τη Βουλή, 2 Δεκ. 1868). Πβ. την

επόμενη σημείωση.

13. Το σχέδιο εκδόθηκε σε φυλλάδιο μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας Δ. Σαράβα: Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου. Προς την Βουλήν, [Αθήνα 1869]· το ίδιο και στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, αρ. 713-714, Σεπτ. 1869, σ. 1881-1893. Στην Έκθεση του (Οκτ. 1869) ο υπουργός Παιδείας αναφέρει ότι το σχέδιο βασίστηκε στο «πέρυσιν υπό των κοσμητόρων των σχολών του Πανεπιστημίου και της Ακαδημαϊκής Συγκλήτου συντεταγμένον», στο οποίο παρεμβλήθηκαν κάποιες διατάξεις και έγιναν μικρές μεταβολές (Έκθεσις..., ό.π., σ. 1).

14. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 752-754, Νοέμ. 1870, σ. 2211-2216 [=2218].

15. Δημοσιεύθηκε, μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας I. Βαλασόπουλου, στην Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος ΣΤ', σύνοδος Α', έκτακτος σύνοδος, Αθήνα 1875, σ. 36-44 (Παράρτημα), και αυτοτελώς : Έκθεσις περί του Οργανικού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου. Προς την Βουλήν, χ.χ. Στην Έκθεσή του (σ. 1) ο

υπουργός Παιδείας σημειώνει: «... επιθεωρήσας μετά της νθν ακαδημαϊκής Συγκλήτου το κατά το έτος 1868 παρά της του έτους εκείνου Συγκλήτου συνταχθέν νομοσχέδιον περί οργανισμού του εθνικού Πανεπιστημίου, υποβάλλω αυτό εις την Βουλήν, όπως διά της νέας ταύτης και κοινής μετά της Συγκλήτου εργασίας κατηρτίσθη».

16. «Σχέδιον Νόμου περί οργανισμού του Εθνικού Πανεπιστημίου», Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος ΙΔ', σύνοδος Β', Παράρτημα, Αθήνα 1896, σ. 370-376 (σ. 368-370: Έκθεση του υπουργού Παιδείας Δ. Γ. Πετρίδη). Για τη σύνταξή του ο υπουργός Παιδείας συνέστησε επιτροπή από καθηγητές Πανεπιστημίου και άλλους λογίους και νομομαθείς και ζήτησε τη γνώμη της Συγκλήτου και των σχολών οι σχετικές απαντήσεις (Οκτ.-Νοέμ. 1895) δημοσιεύονται στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1899, σ. 1004 κ.εξ.

Σελ. 263
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/264.gif&w=600&h=915

13. Σχέδιο νόμου του 1899 (50 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία (κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη) και υποβλήθηκε στη Βουλή τον Ιούλιο του 189917.

Αν και τα σχέδια αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις προθέσεων, παρουσιάζουν όμως σημαντικό ενδιαφέρον για την ιστορία του Πανεπιστημίου. Μέσα απ' αυτά μπορεί να δει κανείς ποιές ήταν οι μεταρρυθμίσεις που θεωρήθηκαν απαραίτητες από το Πανεπιστήμιο και το υπουργείο Παιδείας : ένα ζήτημα στο οποίο δεν υπήρχε πάντοτε ομοφωνία ούτε μεταξύ των μελών των

επιτροπών που συνέτασσαν τα σχέδια, ούτε μεταξύ του Πανεπιστημίου και του υπουργείου Παιδείας. ιδιαίτερα χρήσιμες από την άποψη αυτή είναι οι Εισηγητικές Εκθέσεις που συνοδεύουν αρκετά από τα σχέδια. Παρακάτω θα

αναφερθούμε συνοπτικά στις προτεινόμενες αλλαγές, καθώς και στην κριτική που ασκήθηκε σ' αυτές από διάφορες πλευρές.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Αρχίζοντας από τις σχέσεις Πανεπιστημίου και κράτους, παρατηρούμε ότι σε όλα σχεδόν τα σχέδια αναπαράγεται η διάταξη του Κανονισμού του 1837 (άρθρο 27), που ορίζει ότι το Πανεπιστήμιο τελεί υπό την «επιτήρησιν» του

υπουργείου Παιδείας. Τι σημαίνει όμως «επιτήρησις» και πώς αυτή συνδυάζεται με την έννοια της αυτονομίας που πρέπει να απολαμβάνει ένα ανώτερο

εκπαιδευτικό ίδρυμα σαν το Πανεπιστήμιο ; Στο ζήτημα αυτό επιχειρεί να δώσει μια απάντηση ο υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης. Παρουσιάζοντας στη Βουλή το σχέδιο του 1860 σημειώνει ότι τα Πανεπιστήμια «φαίνονται εκ πρώτης όψεως ότι πρέπει να ώσιν εντελώς ανεξάρτητα του Κράτους, εντός του οποίου υπάρχουσι, καθόσον η επιστήμη κτήμα πολύτιμον και τέλος υψηλόν απάσης της ανθρωπότητος ούσα, έχει κοσμοπολιτικόν χαρακτήρα, υπεράνω των μάλλον υλικών ορίων του κράτους διαιτωμένη»18. Αλλά η άποψη αυτή, παρατηρεί, παραπέμπει στον Μεσαίωνα, όταν τα Πανεπιστήμια ήταν ακόμη σωματεία ανεξάρτητα από την πολιτική εξουσία. «Ότε όμως, της διανοητικής αναπτύξεως προϊούσης, τα κράτη ήρξαντο συνιστάμενα, και επί τέλους απετέλεσαν

17. Δημοσιεύθηκε, μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία και γνωμοδοτήσεις της Συγκλήτου και των σχολών, στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 950-1030.

18. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη στο σχέδιο του 1860 (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, ό.π., σ. 1080 κ.εξ.).

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/265.gif&w=600&h=915

σαν εν οργανικόν σώμα, εν νομικόν πρόσωπον, τα Πανεπιστήμια δεν ήτο πλέον δυνατόν να θεωρούνται ως ανεξάρτητα και αυτόνομα σωματεία, κράτος εν κράτει αποτελούντα, αλλ' ήρχισαν και αυτά βαθμηδόν υποβαλλόμενα εις τον

έλεγχον της πολιτικής εξουσίας (...), αφ' ου εισήχθη και η των καθηγητών υπό του Κράτους μισθοδότησις, μέχρις οδ εντελώς μετετράπησαν εκ σωματείων αυτονόμων εις κυριολεκτικώς δημόσια καθιδρύματα».

Ως δημόσια ιδρύματα, λοιπόν, καταλήγει ο υπουργός, τα Πανεπιστήμια

επιβάλλεται να εποπτεύονται από το κράτος. Όχι μόνο γιατί επιχορηγούνται

απ' αυτό, αλλά κυρίως γιατί σ' αυτά το κράτος έχει αναθέσει την ηθική και πολιτική αγωγή της νεολαίας και την κατάρτιση των «πάσης τάξεως» δημόσιων λειτουργών του. Κατά συνέπεια, το κράτος έχει καθήκον «να μη θεωρή τα Πανεπιστήμια αλλότρια εαυτού καθιδρύματα, αλλά να διοργανοΐ και να διευθύνη αυτά ως τα μάλιστα διαφέροντα την πρόοδόν του». Η επιτήρηση αυτή δεν αντίκειται, κατά τον υπουργό Παιδείας, στην αρχή της αυτονομίας των Πανεπιστημίων. Ως νομικό πρόσωπο το Πανεπιστήμιο είναι ελεύθερο και ανεξάρτητο «καθόσον αφορά την χρήσιν της επιστήμης και την διευθέτησιν των εσωτερικών αυτού υποθέσεων»· υπόκειται όμως στο κράτος «καθόσον αφορά τον εξωτερικόν αυτού σχηματισμόν».

Οι θέσεις αυτές έρχονται να θεμελιώσουν και θεωρητικά το δικαίωμα του κράτους να εποπτεύει το Πανεπιστήμιο. Πέραν αυτού όμως, εκείνο που ενδιέφερε ιδιαίτερα το υπουργείο Παιδείας ήταν ο έλεγχος της περιουσίας του Πανεπιστημίου από το κράτος. Έτσι, στο σχέδιο του 1860 τίθενται για πρώτη φορά περιορισμοί στο δικαίωμα του ιδρύματος να διαχειρίζεται και να διαθέτει ελεύθερα την περιουσία του: «Το Πανεπιστήμιον αναγνωριζόμενον ως νομικόν πρόσωπον έχει την ικανότητα να επιχειρή πάσαν νομικήν πράξιν κατά τους ορισμούς του παρόντος νόμου- ίνα απόκτηση όμως περιουσίαν δι' αμφοτεροβαρούς πράξεως, η διά δωρεών και κληροδοτημάτων, οις επίκεινται βάρη, χρήζει εν πάση μη ρητώς εξηρημένη περιπτώσει, της αδείας της Κυβερνήσεως. Προς πάσαν δε απαλλοτρίωσιν ή υποθήκευσιν της περιουσίας αυτού

απαιτείται Β. Διάταγμα εκδιδόμενον μετά προηγηθείσαν γνωμοδότησιν της συγκλήτου» (άρθρο 2).

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το θέμα της πανεπιστημιακής περιουσίας δεν τίθεται για πρώτη φορά εδώ. Από το 1850 περίπου το υπουργείο Παιδείας είχε αρχίσει να θέτει υπό αμφισβήτηση, άμεσα ή έμμεσα, το δικαίωμα που είχε ως τότε το Πανεπιστήμιο να διαχειρίζεται το ίδιο την περιουσία του. Έτσι, το 1852 θα ζητήσει από τη Σύγκλητο τα πρωτότυπα των τίτλων της περιουσίας του ιδρύματος. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι το

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/266.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο «είνε κύριον της εαυτού περιουσίας και ελεύθερον εις την διαχείρισιν αυτής, υποκείμενον μόνον εις απλήν επιτήρησιν». Ανάλογη ήταν η στάση της Συγκλήτου και σε αίτημα του υπουργείου να δαπανηθεί ένα ποσόν για τη «διασκευή» του ανατομικού θεάτρου από κληροδότημα που είχε αφιερωθεί στο Πανεπιστήμιο για άλλο σκοπό19.

Οι πιέσεις προς το Πανεπιστήμιο θα συνεχιστούν και αργότερα. Το καλοκαίρι του 1866 το υπουργείο Παιδείας, εξομοιώνοντας το Πανεπιστήμιο με τα «αγαθοεργά καταστήματα» των δήμων20, μέμφεται τις πανεπιστημιακές αρχές διότι δεν υπέβαλλαν τις δαπάνες του ιδρύματος υπό την έγκριση του υπουργείου Παιδείας και ζητεί από το Πανεπιστήμιο να υποβάλλει στο εξής στο υπουργείο τακτικό προϋπολογισμό των ετήσιων δαπανών και απολογισμό των εξόδων του ιδρύματος. Η Σύγκλητος απέρριψε την απαίτηση του

υπουργείου, υποστηρίζοντας ότι ο Κανονισμός του 1837 δεν προβλέπει κάτι τέτοιο και ότι το Πανεπιστήμιο είναι «ηθικόν πρόσωπον» και δεν υπάγεται στην κατηγορία των αγαθοεργών καταστημάτων των δήμων21. Παρά ταύτα, τον Αύγουστο του 1866 αποφάσισε να στείλει στο υπουργείο Παιδείας τον προϋπολογισμό με το σκεπτικό ότι το κράτος καταβάλλει τις δαπάνες του Πανεπιστημίου, εφ' όσον το ταμείο του δεν επαρκεί. Το μόνο δικαίωμα που αναγνώρισε όμως στο υπουργείο ήταν η επιθεώρηση του προϋπολογισμού· όχι και η ακύρωση δαπάνης που είχε εγκρίνει η Σύγκλητος22. Ανάλογες τριβές με αφορμή τον προϋπολογισμό του Πανεπιστημίου σημειώνονται και στα επόμενα χρόνια.

Η βούληση της πολιτείας να έχει λόγο στη διαχείριση των οικονομικών του Πανεπιστημίου αποτυπώνεται και στο σχέδιο του 1867, που είχε συνταχθεί

επί υπουργίας Χ. Χριστόπουλου. Σ' αυτό υπάρχει σειρά άρθρων (85 κ.εξ.) που προβλέπουν ότι όλες οι δαπάνες του Πανεπιστημίου ενεργούνται με βάση προϋπολογισμό που υποβάλλεται για έγκριση στο υπουργείο Παιδείας· καμία υπέρβαση δεν επιτρέπεται χωρίς απόφαση της Συγκλήτου και έγκριση του υπουργείου. Η έγκριση του υπουργείου είναι απαραίτητη και για τις συ-

19. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 65.

20. Βλ. Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική εκπαίδευσις εν Ελλάδι, β' εκδ., τ. Β', Αθήνα 1859, σ. 144 κ.εξ., 187-189.

21. Π.Σ., 5 Ιουλ. 1866. Ο συσχετισμός του Πανεπιστημίου με τα αγαθοεργά καταστήματα των δήμων παραπέμπει στον καταργημένο Κανονισμό του 1836 (άρθρο 25), που όριζε ότι την περιουσία του Πανεπιστημίου διαχειρίζεται το ίδιο «κατά τους υπάρχοντας όρους και κανονισμούς περί της περιουσίας των αγαθοεργών καταστημάτων».

22. Π.Σ.,31 Αυγ. 1866.

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/267.gif&w=600&h=915

συναλλαγές του Πανεπιστημίου (εκποίηση περιουσίας του, αποδοχή δωρεάς, ανέγερση οικοδομών). Προβλέπεται επίσης ότι στο τέλος του έτους ο πρύτανης

υποβάλλει στο υπουργείο έκθεση οικονομικής διαχείρισης. Η λογική των ρυθμίσεων αυτών είναι ότι το Πανεπιστήμιο, θεωρούμενο ως «ίδιον σωματείον εν τη πολιτεία», δεν μπορεί να διαχειρίζεται αφ' εαυτού την περιουσία τουοφείλει να ακολουθεί την κειμένη νομοθεσία και να μη λειτουργεί ως «οιονεί κράτος εν κράτει», όπως σημειώνει ο υπουργός Παιδείας Χ. Χριστόπουλος23.

Οι ρυθμίσεις του σχεδίου του 1867 προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Ο καθηγητής της Νομικής Π. Καλλιγάς θα υποστηρίξει ότι αυτές οδηγούν στην

εξάλειψη της αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου24, ενώ ανάλογες απόψεις θα διατυπωθούν και από εξωπανεπιστημιακούς κύκλους. Η κηδεμονευτική διάθεση του υπουργείου Παιδείας απέναντι στο Πανεπιστήμιο χαρακτηρίζεται προσβλητική για τις πανεπιστημιακές αρχές, διότι υποδηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης, και εκφράζονται φόβοι ότι η ανάμιξή του στη διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος θα συνεπιφέρει και πολιτικές επεμβάσεις. Μόνο οι εκπρόσωποι του Πανεπιστημίου, υποστηρίζεται, γνωρίζουν τις οικονομικές α

νάγκες του ιδρύματος, γι' αυτό η κυβέρνηση οφείλει να τους αφήσει να διαχειρίζονται εντελώς ελεύθερα την περιουσία του25. Παρά τις αντιδράσεις όμως, στα σχέδια που συντάσσονται στα επόμενα χρόνια περιλαμβάνονται ρυθμίσεις ανάλογες με εκείνες του σχεδίου του 1867.

Το θέμα της διαχείρισης της πανεπιστημιακής περιουσίας θα τερματιστεί το 1882 με την ψήφιση από τη Βουλή του νόμου ΑΜΑ', ο οποίος προβλέπει ότι η διαχείριση της περιουσίας του Πανεπιστημίου ενεργείται από την πρυ-

23. Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 1.

24. Π. Καλλιγάς, «Περί του νέου νομοσχεδίου περί οργανικού νόμου του πανεπιστημίου», εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 1320,15 Δεκ. 1867 (το άρθρο συνεχίζεται και στα επόμενα φύλλα της εφημερίδας, αρ. 1322,18 Δεκ. 1867 και αρ. 1323,19 Δεκ. 1867).

25. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 183. Διαφορετική είναι η τοποθέτηση του Διομήδη Κυριακού, καθηγητή του συνταγματικού δικαίου (1852-1868). Ο τελευταίος, δικαιολογώντας το δικαίωμα του κράτους να ελέγχει την περιουσία του Πανεπιστημίου, υποστηρίζει ότι το Πανεπιστήμιο είναι «ηθικόν πρόσωπον» με δική του περιουσία, «δεν είναι όμως και καθίδρυμα ανεξάρτητον από της Κυβερνήσεως, ήτις δικαιούται μάλιστα να επιβλέπη και της περιουσίας αυτού την διαχείρισιν, ως και παντός

άλλου ηθικού προσώπου, τοσούτω μάλλον, όσω αι εκπροσωπούσαι το πανεπιστήμιον

αρχαί εισίν υπάλληλοι, οίον καθηγηταί υπό της πολιτείας διοριζόμενοι και μισθοδοτούμενοι· αλλ' εποπτείας και ουχί κηδεμονίας έχει δικαίωμα η Κυβέρνησις». Διομήδης Κυριακού, Ερμηνεία του Ελληνικού Συντάγματος, εκδ. Αλεξάνδρου Ν. Διομήδους, τ. Α', Αθήνα 1904, σ. 149.

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/268.gif&w=600&h=915

πρυτανεία «κατά προϋπολογισμόν, συντασσόμενον υπό της Ακαδημαϊκής Συγκλήτου , υποβαλλόμενον δ' εις την έγκρισιν του υπό της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείου»26. Προβλέπεται επίσης ότι το υπουργείο μπορεί να διαγράψει η να ελαττώσει πιστώσεις του προϋπολογισμού και ότι το Πανεπιστήμιο υποβάλλει στο υπουργείο μετά τη λήξη του ακαδημαϊκού έτους απολογισμό των εξόδων του. Η δημοσίευση του νόμου ΑΜΑ' προκάλεσε και πάλι τη δυσφορία των πανεπιστημιακών αρχών. Στην ουσία όμως ο νόμος αυτός ερχόταν να επισημοποιήσει πρακτικές που είχαν αρχίσει ήδη να εφαρμόζονται.

Αν στο θέμα της πανεπιστημιακής περιουσίας τα σχέδια εμφανίζονται να περιστέλλουν «κεκτημένα» δικαιώματα του Πανεπιστημίου, σε άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα στον διορισμό των πανεπιστημιακών αρχών, δείχνουν μια τάση ενίσχυσης της αυτονομίας του. Παρατηρούμε, έτσι, ότι στα πέντε πρώτα σχέδια ο πρύτανης διορίζεται από το υπουργείο Παιδείας μεταξύ δύο

υποψηφίων και όχι τριών, όπως είχε καθιερωθεί, ενώ στο σχέδιο του 1874

εκλέγεται απευθείας από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου. Στα υπόλοιπα σχέδια όμως διατηρείται το ισχύον καθεστώς των τριών υποψηφίων. Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και σχετικά με τους κοσμήτορες, οι οποίοι επιλέγονταν, όπως ξέρουμε, μεταξύ δύο υποψηφίων. Το καθεστώς αυτό διατηρείται σε τρία μόνο σχέδια (του 1860,1896 και 1899), ενώ στα υπόλοιπα οι κοσμήτορες εκλέγονται απευθείας από τους καθηγητές κάθε σχολής. Ουσιαστικά με τις ρυθμίσεις αυτές έχουμε μια επιστροφή στις γνωστές διατάξεις του Κανονισμού του 1837, που είχαν τροποποιηθεί από το υπουργείο Παιδείας. Το ίδιο παρατηρείται και στο θέμα της εκλογής των καθηγητών, για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω.

Ενδιαφέρουσα, τέλος, είναι και μια καινοτομία που εισάγεται στο τελευταίο από τα σχέδια που εξετάζουμε, αυτό του 1899: πρόκειται για τη θεσμοθέτηση ενός ενδιάμεσου οργάνου μεταξύ Πανεπιστημίου και υπουργείου Παιδείας. Με το άρθρο 17 του σχεδίου αυτού δημιουργείται στο υπουργείο Παιδείας ένα επταμελές «Εποπτικόν Συμβούλιον της Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως», που αντιγράφει αντίστοιχους γαλλικούς θεσμούς (το «Conseil supérieur de l'instruction publique» και το «Comité consultatif de l'enseignement public»). Στο συμβούλιο συμμετέχουν πέντε πρώην η εν ενεργεία καθηγητές που

έχουν υπηρετήσει «ευδοκίμως» περισσότερα από 15 χρόνια. Σκοπός του συμβουλίου είναι να συντάσσει τα σχέδια νόμων και διαταγμάτων του Πανεπιστημίου

26. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 56-57.

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/269.gif&w=600&h=915

στημίου, να αποφαίνεται για τον προϋπολογισμό και απολογισμό του ιδρύματος και να γνωμοδοτεί για όλα τα ζητήματα του Πανεπιστημίου που χρειάζονται έγκριση η απόφαση του υπουργείου Παιδείας. Δικαιολογώντας τη θεσμοθέτηση του οργάνου αυτού ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευταξίας επισημαίνει ότι η αλλαγή κάθε χρόνο των πανεπιστημιακών αρχών και οι συχνές αλλαγές υπουργών συντελούσαν «ώστε να μη υπάρχη τι πάγιον εν τη καθόλου διοικήσει του πανεπιστημίου». Με τη δημιουργία του «Εποπτικού Συμβουλίου» αίρεται, κατά τον υπουργό Παιδείας, η αστάθεια αυτή και συγχρόνως

επιτυγχάνεται μια κάποια αποκέντρωση ωφέλιμη για το Πανεπιστήμιο, αφού οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται τώρα αποκλειστικά από τον εκάστοτε υ

πουργό Παιδείας και τους τμηματάρχες του27.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους συντάκτες των σχεδίων ήταν η αναδιάρθρωση των σχολών: η δημιουργία τμημάτων σ' αυτές και κυρίως η αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική. Το δεύτερο από τα ζητήματα αυτά είχε τεθεί, όπως ξέρουμε, πριν ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο, φέρνοντας σε αντίθεση τους οπαδούς των γερμανικών και γαλλικών πανεπιστημιακών προτύπων. Συνέχισε όμως να βρίσκεται στην επικαιρότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε το μαθηματικό και το φυσικό τμήμα αποτέλεσαν ιδιαίτερη σχολή (1904). Στα περισσότερα σχέδια Οργανισμού οι σχολές παραμένουν τέσσερις, με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες να ανήκουν στη Φιλοσοφική. Σε δύο μόνο σχέδια, του 1896 και 1899, αυξάνονται σε πέντε με τη διαίρεση της Φιλοσοφικής σε δύο σχολές : την καθαυτό Φιλοσοφική και τη Σχολή των φυσικομαθηματικών επιστημών. Το θέμα όμως είχε απασχολήσει τους συντάκτες και άλλων προγενέστερων σχεδίων, από το 1860 ήδη.

Η συντακτική επιτροπή του σχεδίου του 1860 απαρτιζόταν, όπως είπαμε, από καθηγητές του Πανεπιστημίου. Κατά τη σύνταξή του εκδηλώθηκαν δύο

αντίθετες τάσεις. Κατά την πρώτη, που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, το καθεστώς των σχολών έπρεπε να παραμείνει αμετάβλητο , ενώ κατά τη δεύτερη έπρεπε να αυτονομηθούν οι φυσικομαθηματικές

27 . Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1899, σ. 970-971.

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/270.gif&w=600&h=915

τικές επιστήμες από τη Φιλοσοφική. Την τελευταία θέση υιοθέτησε στην αρχή και ο υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης, κρίνοντάς την «λογικωτέραν και εις περισσοτέραν αρμονίαν προς τον τελικόν σκοπόν της υπάρξεως εκάστης σχολής»28. Τελικά όμως ο υπουργός, όπως γράφει ο ίδιος, πείστηκε από την πλειοψηφία και άλλαξε γνώμη. Τα επιχειρήματα των δύο πλευρών μας είναι ήδη γνωστά. Η μία, αντλώντας από τη γερμανική πανεπιστημιακή φιλοσοφία, θεωρούσε τις φυσικομαθηματικές επιστήμες μέρος του ευρύτερου τομέα της φιλοσοφίας, ενώ η άλλη υποστήριζε ότι οι επιστήμες αυτές ήταν αυτόνομες και ότι δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν παρά μέσα από μια ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή.

Η σχετική επιχειρηματολογία μεταφέρθηκε και στη Βουλή από την Εισηγητική Επιτροπή, τα μέλη της οποίας ήταν βουλευτές. Και στην επιτροπή αυτή εκείνοι που προτιμούσαν την αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών αποτελούσαν μειοψηφία. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι μόνο μια ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή, όπως ήταν στη Γαλλία, μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών και κατ' επέκταση στη βιομηχανική και τεχνική ανάπτυξη της χώρας. Η Φυσικομαθηματική Σχολή, τονίζεται, «θέλει αναπτύξει την σπουδήν των φυσικών και των μαθηματικών

επιστημών, παρημελημένην παρ' ημίν, ενώ μάλιστα έχομεν ανάγκην αυτών διά την γέννησιν και την ανάπτυξιν της βιομηχανίας, διά την θεραπείαν πολλών υλικών αναγκών, ως της οδοποιίας και γεφυροποιΐας»29. Διαφορετικά τίθεται το ζήτημα από την πλειοψηφία των μελών της Εισηγητικής Επιτροπής. Η φιλοσοφία του ελληνικού Πανεπιστημίου, υποστηρίζουν, εδράζεται στην Ιδέα της ενότητας των επιστημών και αυτή την αρχή υπηρετεί η συνύπαρξη στην ίδια σχολή της φιλοσοφίας και των φυσικομαθηματικών επιστημών. Ανάμεσα στους δύο αυτούς τομείς υπάρχει στενή συνάφεια, αφού «ούτε μαθηματικός και φυσιοδίφης αφιλόσοφος και ανιστόρητος δύναται να ευδοκίμηση, ούτε φιλόλογος άμοιρος των μαθηματικών και φυσικών επιστημών ειμπορεί σήμερον

28. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής..., ό.π., σ. 1084-1085. Τη δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής προτείνει και ο Γ. Γ. Παππαδόπουλος, σπουδασμένος στη Γαλλία, στην κριτική που κάνει σε προγενέστερο σχέδιο Οργανισμού (βλ. εδώ, σ. 261, σημ. 5).

29. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 6. Πβ. και την άποψη που διατυπώνει το 1846 ήδη ο καθηγητής της χημείας στο Πανεπιστήμιο Α. Βενιζέλος, ότι «η μέχρι τούδε παντελής αυτών [των φυσικών επιστημών] έλλειψις κωλύει ουχί μικρόν την παρ' ημίν σύστασιν και πρόοδον βιομηχανικών καταστημάτων, των οποίων η ανέγερσις παρά πάντων ομολογειται» (Θ. Μανούσης-Α. Βενιζέλος, Λόγοι, 1846, σ. 23).

Σελ. 270
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 251
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

    ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

    Στο κεφάλαιο αυτό θα αναφερθούμε συνοπτικά στο θέμα της εισόδου των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Ένα θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων από τα τέλη της δεκαετίας του 1870. Τυπικά, το Πανεπιστήμιο δεν ήταν κλειστό για τις γυναίκες, αφού στον Κανονισμό του 1837 δεν υπήρχε καμία σχετική διάταξη. Αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα αυτό είχε σχέση με τις προϋποθέσεις εγγραφής. Για να εγγραφεί κάποιος στο Πανεπιστήμιο έπρεπε, όπως ξέρουμε, να έχει απολυτήριο Γυμνασίου. Απολυτήριο όμως χορηγούσαν μόνο τα δημόσια Γυμνάσια, στα οποία φοιτούσαν αποκλειστικά αγόρια. Τα κορίτσια, όσα συνέχιζαν τις σπουδές τους στη μέση εκπαίδευση, φοιτούσαν σε ιδιωτικά σχολεία θηλέων (Παρθεναγωγεία), τα οποία δεν ήταν ισότιμα με τα Γυμνάσια. Επομένως τα αποδεικτικά που εξέδιδαν δεν ισοδυναμούσαν με τα απολυτήρια Γυμνασίου.

    Βέβαια, το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζαν και οι άρρενες μαθητές που φοιτούσαν σε ιδιωτικά σχολεία η είχαν διδαχθεί «κατ' οίκον» γυμνασιακά μαθήματα. Γι' αυτούς το πρόβλημα είχε λυθεί με απλό τρόπο: όσοι ήθελαν να πάρουν απολυτήριο μπορούσαν να δώσουν εξετάσεις μετά το τέλος των σπουδών τους σε δημόσιο Γυμνάσιο και να αποκτήσουν τον σχετικό τίτλο. Θεωρητικά το ίδιο έπρεπε να ισχύει και για τις μαθήτριες που σπούδαζαν σε Παρθεναγωγεία. Εδώ όμως υπήρχε ένα τυπικό κώλυμα. Τα περισσότερα Παρθεναγωγεία δεν είχαν όλες τις γυμνασιακές τάξεις και το πρόγραμμα μαθημάτων τους δεν ήταν αντίστοιχο με εκείνο των Γυμνασίων. Κατά συνέπεια, οι μαθήτριες που αποφοιτούσαν από τα Παρθεναγωγεία δεν γίνονταν δεκτές από τα Γυμνάσια σε εξετάσεις για την απόκτηση απολυτηρίου. Πέρα όμως από το τυπικό αυτό κώλυμα, το πρόβλημα της εισαγωγής των γυναικών στο Πανεπιστήμιο ήταν κυρίως κοινωνικό. Οι επικρατούσες παραδοσιακές αντιλήψεις για την κοινωνική θέση και τον προορισμό των γυναικών, αν δεν απέκλειαν, καθιστούσαν δύσκολη πάντως την είσοδό τους σ' ένα ανδροκρατούμενο εκπαιδευτικά ίδρυμα όπως το Πανεπιστήμιο.

    Ως τη δεκαετία του 1870, απ' όσο είναι γνωστό, δεν είχε τεθεί επίσημα