Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 264-283 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/264.gif&w=600&h=915

13. Σχέδιο νόμου του 1899 (50 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία (κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη) και υποβλήθηκε στη Βουλή τον Ιούλιο του 189917.

Αν και τα σχέδια αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις προθέσεων, παρουσιάζουν όμως σημαντικό ενδιαφέρον για την ιστορία του Πανεπιστημίου. Μέσα απ' αυτά μπορεί να δει κανείς ποιές ήταν οι μεταρρυθμίσεις που θεωρήθηκαν απαραίτητες από το Πανεπιστήμιο και το υπουργείο Παιδείας : ένα ζήτημα στο οποίο δεν υπήρχε πάντοτε ομοφωνία ούτε μεταξύ των μελών των

επιτροπών που συνέτασσαν τα σχέδια, ούτε μεταξύ του Πανεπιστημίου και του υπουργείου Παιδείας. ιδιαίτερα χρήσιμες από την άποψη αυτή είναι οι Εισηγητικές Εκθέσεις που συνοδεύουν αρκετά από τα σχέδια. Παρακάτω θα

αναφερθούμε συνοπτικά στις προτεινόμενες αλλαγές, καθώς και στην κριτική που ασκήθηκε σ' αυτές από διάφορες πλευρές.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Αρχίζοντας από τις σχέσεις Πανεπιστημίου και κράτους, παρατηρούμε ότι σε όλα σχεδόν τα σχέδια αναπαράγεται η διάταξη του Κανονισμού του 1837 (άρθρο 27), που ορίζει ότι το Πανεπιστήμιο τελεί υπό την «επιτήρησιν» του

υπουργείου Παιδείας. Τι σημαίνει όμως «επιτήρησις» και πώς αυτή συνδυάζεται με την έννοια της αυτονομίας που πρέπει να απολαμβάνει ένα ανώτερο

εκπαιδευτικό ίδρυμα σαν το Πανεπιστήμιο ; Στο ζήτημα αυτό επιχειρεί να δώσει μια απάντηση ο υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης. Παρουσιάζοντας στη Βουλή το σχέδιο του 1860 σημειώνει ότι τα Πανεπιστήμια «φαίνονται εκ πρώτης όψεως ότι πρέπει να ώσιν εντελώς ανεξάρτητα του Κράτους, εντός του οποίου υπάρχουσι, καθόσον η επιστήμη κτήμα πολύτιμον και τέλος υψηλόν απάσης της ανθρωπότητος ούσα, έχει κοσμοπολιτικόν χαρακτήρα, υπεράνω των μάλλον υλικών ορίων του κράτους διαιτωμένη»18. Αλλά η άποψη αυτή, παρατηρεί, παραπέμπει στον Μεσαίωνα, όταν τα Πανεπιστήμια ήταν ακόμη σωματεία ανεξάρτητα από την πολιτική εξουσία. «Ότε όμως, της διανοητικής αναπτύξεως προϊούσης, τα κράτη ήρξαντο συνιστάμενα, και επί τέλους απετέλεσαν

17. Δημοσιεύθηκε, μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία και γνωμοδοτήσεις της Συγκλήτου και των σχολών, στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 950-1030.

18. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη στο σχέδιο του 1860 (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, ό.π., σ. 1080 κ.εξ.).

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/265.gif&w=600&h=915

σαν εν οργανικόν σώμα, εν νομικόν πρόσωπον, τα Πανεπιστήμια δεν ήτο πλέον δυνατόν να θεωρούνται ως ανεξάρτητα και αυτόνομα σωματεία, κράτος εν κράτει αποτελούντα, αλλ' ήρχισαν και αυτά βαθμηδόν υποβαλλόμενα εις τον

έλεγχον της πολιτικής εξουσίας (...), αφ' ου εισήχθη και η των καθηγητών υπό του Κράτους μισθοδότησις, μέχρις οδ εντελώς μετετράπησαν εκ σωματείων αυτονόμων εις κυριολεκτικώς δημόσια καθιδρύματα».

Ως δημόσια ιδρύματα, λοιπόν, καταλήγει ο υπουργός, τα Πανεπιστήμια

επιβάλλεται να εποπτεύονται από το κράτος. Όχι μόνο γιατί επιχορηγούνται

απ' αυτό, αλλά κυρίως γιατί σ' αυτά το κράτος έχει αναθέσει την ηθική και πολιτική αγωγή της νεολαίας και την κατάρτιση των «πάσης τάξεως» δημόσιων λειτουργών του. Κατά συνέπεια, το κράτος έχει καθήκον «να μη θεωρή τα Πανεπιστήμια αλλότρια εαυτού καθιδρύματα, αλλά να διοργανοΐ και να διευθύνη αυτά ως τα μάλιστα διαφέροντα την πρόοδόν του». Η επιτήρηση αυτή δεν αντίκειται, κατά τον υπουργό Παιδείας, στην αρχή της αυτονομίας των Πανεπιστημίων. Ως νομικό πρόσωπο το Πανεπιστήμιο είναι ελεύθερο και ανεξάρτητο «καθόσον αφορά την χρήσιν της επιστήμης και την διευθέτησιν των εσωτερικών αυτού υποθέσεων»· υπόκειται όμως στο κράτος «καθόσον αφορά τον εξωτερικόν αυτού σχηματισμόν».

Οι θέσεις αυτές έρχονται να θεμελιώσουν και θεωρητικά το δικαίωμα του κράτους να εποπτεύει το Πανεπιστήμιο. Πέραν αυτού όμως, εκείνο που ενδιέφερε ιδιαίτερα το υπουργείο Παιδείας ήταν ο έλεγχος της περιουσίας του Πανεπιστημίου από το κράτος. Έτσι, στο σχέδιο του 1860 τίθενται για πρώτη φορά περιορισμοί στο δικαίωμα του ιδρύματος να διαχειρίζεται και να διαθέτει ελεύθερα την περιουσία του: «Το Πανεπιστήμιον αναγνωριζόμενον ως νομικόν πρόσωπον έχει την ικανότητα να επιχειρή πάσαν νομικήν πράξιν κατά τους ορισμούς του παρόντος νόμου- ίνα απόκτηση όμως περιουσίαν δι' αμφοτεροβαρούς πράξεως, η διά δωρεών και κληροδοτημάτων, οις επίκεινται βάρη, χρήζει εν πάση μη ρητώς εξηρημένη περιπτώσει, της αδείας της Κυβερνήσεως. Προς πάσαν δε απαλλοτρίωσιν ή υποθήκευσιν της περιουσίας αυτού

απαιτείται Β. Διάταγμα εκδιδόμενον μετά προηγηθείσαν γνωμοδότησιν της συγκλήτου» (άρθρο 2).

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το θέμα της πανεπιστημιακής περιουσίας δεν τίθεται για πρώτη φορά εδώ. Από το 1850 περίπου το υπουργείο Παιδείας είχε αρχίσει να θέτει υπό αμφισβήτηση, άμεσα ή έμμεσα, το δικαίωμα που είχε ως τότε το Πανεπιστήμιο να διαχειρίζεται το ίδιο την περιουσία του. Έτσι, το 1852 θα ζητήσει από τη Σύγκλητο τα πρωτότυπα των τίτλων της περιουσίας του ιδρύματος. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι το

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/266.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο «είνε κύριον της εαυτού περιουσίας και ελεύθερον εις την διαχείρισιν αυτής, υποκείμενον μόνον εις απλήν επιτήρησιν». Ανάλογη ήταν η στάση της Συγκλήτου και σε αίτημα του υπουργείου να δαπανηθεί ένα ποσόν για τη «διασκευή» του ανατομικού θεάτρου από κληροδότημα που είχε αφιερωθεί στο Πανεπιστήμιο για άλλο σκοπό19.

Οι πιέσεις προς το Πανεπιστήμιο θα συνεχιστούν και αργότερα. Το καλοκαίρι του 1866 το υπουργείο Παιδείας, εξομοιώνοντας το Πανεπιστήμιο με τα «αγαθοεργά καταστήματα» των δήμων20, μέμφεται τις πανεπιστημιακές αρχές διότι δεν υπέβαλλαν τις δαπάνες του ιδρύματος υπό την έγκριση του υπουργείου Παιδείας και ζητεί από το Πανεπιστήμιο να υποβάλλει στο εξής στο υπουργείο τακτικό προϋπολογισμό των ετήσιων δαπανών και απολογισμό των εξόδων του ιδρύματος. Η Σύγκλητος απέρριψε την απαίτηση του

υπουργείου, υποστηρίζοντας ότι ο Κανονισμός του 1837 δεν προβλέπει κάτι τέτοιο και ότι το Πανεπιστήμιο είναι «ηθικόν πρόσωπον» και δεν υπάγεται στην κατηγορία των αγαθοεργών καταστημάτων των δήμων21. Παρά ταύτα, τον Αύγουστο του 1866 αποφάσισε να στείλει στο υπουργείο Παιδείας τον προϋπολογισμό με το σκεπτικό ότι το κράτος καταβάλλει τις δαπάνες του Πανεπιστημίου, εφ' όσον το ταμείο του δεν επαρκεί. Το μόνο δικαίωμα που αναγνώρισε όμως στο υπουργείο ήταν η επιθεώρηση του προϋπολογισμού· όχι και η ακύρωση δαπάνης που είχε εγκρίνει η Σύγκλητος22. Ανάλογες τριβές με αφορμή τον προϋπολογισμό του Πανεπιστημίου σημειώνονται και στα επόμενα χρόνια.

Η βούληση της πολιτείας να έχει λόγο στη διαχείριση των οικονομικών του Πανεπιστημίου αποτυπώνεται και στο σχέδιο του 1867, που είχε συνταχθεί

επί υπουργίας Χ. Χριστόπουλου. Σ' αυτό υπάρχει σειρά άρθρων (85 κ.εξ.) που προβλέπουν ότι όλες οι δαπάνες του Πανεπιστημίου ενεργούνται με βάση προϋπολογισμό που υποβάλλεται για έγκριση στο υπουργείο Παιδείας· καμία υπέρβαση δεν επιτρέπεται χωρίς απόφαση της Συγκλήτου και έγκριση του υπουργείου. Η έγκριση του υπουργείου είναι απαραίτητη και για τις συ-

19. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 65.

20. Βλ. Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική εκπαίδευσις εν Ελλάδι, β' εκδ., τ. Β', Αθήνα 1859, σ. 144 κ.εξ., 187-189.

21. Π.Σ., 5 Ιουλ. 1866. Ο συσχετισμός του Πανεπιστημίου με τα αγαθοεργά καταστήματα των δήμων παραπέμπει στον καταργημένο Κανονισμό του 1836 (άρθρο 25), που όριζε ότι την περιουσία του Πανεπιστημίου διαχειρίζεται το ίδιο «κατά τους υπάρχοντας όρους και κανονισμούς περί της περιουσίας των αγαθοεργών καταστημάτων».

22. Π.Σ.,31 Αυγ. 1866.

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/267.gif&w=600&h=915

συναλλαγές του Πανεπιστημίου (εκποίηση περιουσίας του, αποδοχή δωρεάς, ανέγερση οικοδομών). Προβλέπεται επίσης ότι στο τέλος του έτους ο πρύτανης

υποβάλλει στο υπουργείο έκθεση οικονομικής διαχείρισης. Η λογική των ρυθμίσεων αυτών είναι ότι το Πανεπιστήμιο, θεωρούμενο ως «ίδιον σωματείον εν τη πολιτεία», δεν μπορεί να διαχειρίζεται αφ' εαυτού την περιουσία τουοφείλει να ακολουθεί την κειμένη νομοθεσία και να μη λειτουργεί ως «οιονεί κράτος εν κράτει», όπως σημειώνει ο υπουργός Παιδείας Χ. Χριστόπουλος23.

Οι ρυθμίσεις του σχεδίου του 1867 προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Ο καθηγητής της Νομικής Π. Καλλιγάς θα υποστηρίξει ότι αυτές οδηγούν στην

εξάλειψη της αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου24, ενώ ανάλογες απόψεις θα διατυπωθούν και από εξωπανεπιστημιακούς κύκλους. Η κηδεμονευτική διάθεση του υπουργείου Παιδείας απέναντι στο Πανεπιστήμιο χαρακτηρίζεται προσβλητική για τις πανεπιστημιακές αρχές, διότι υποδηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης, και εκφράζονται φόβοι ότι η ανάμιξή του στη διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος θα συνεπιφέρει και πολιτικές επεμβάσεις. Μόνο οι εκπρόσωποι του Πανεπιστημίου, υποστηρίζεται, γνωρίζουν τις οικονομικές α

νάγκες του ιδρύματος, γι' αυτό η κυβέρνηση οφείλει να τους αφήσει να διαχειρίζονται εντελώς ελεύθερα την περιουσία του25. Παρά τις αντιδράσεις όμως, στα σχέδια που συντάσσονται στα επόμενα χρόνια περιλαμβάνονται ρυθμίσεις ανάλογες με εκείνες του σχεδίου του 1867.

Το θέμα της διαχείρισης της πανεπιστημιακής περιουσίας θα τερματιστεί το 1882 με την ψήφιση από τη Βουλή του νόμου ΑΜΑ', ο οποίος προβλέπει ότι η διαχείριση της περιουσίας του Πανεπιστημίου ενεργείται από την πρυ-

23. Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 1.

24. Π. Καλλιγάς, «Περί του νέου νομοσχεδίου περί οργανικού νόμου του πανεπιστημίου», εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 1320,15 Δεκ. 1867 (το άρθρο συνεχίζεται και στα επόμενα φύλλα της εφημερίδας, αρ. 1322,18 Δεκ. 1867 και αρ. 1323,19 Δεκ. 1867).

25. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 183. Διαφορετική είναι η τοποθέτηση του Διομήδη Κυριακού, καθηγητή του συνταγματικού δικαίου (1852-1868). Ο τελευταίος, δικαιολογώντας το δικαίωμα του κράτους να ελέγχει την περιουσία του Πανεπιστημίου, υποστηρίζει ότι το Πανεπιστήμιο είναι «ηθικόν πρόσωπον» με δική του περιουσία, «δεν είναι όμως και καθίδρυμα ανεξάρτητον από της Κυβερνήσεως, ήτις δικαιούται μάλιστα να επιβλέπη και της περιουσίας αυτού την διαχείρισιν, ως και παντός

άλλου ηθικού προσώπου, τοσούτω μάλλον, όσω αι εκπροσωπούσαι το πανεπιστήμιον

αρχαί εισίν υπάλληλοι, οίον καθηγηταί υπό της πολιτείας διοριζόμενοι και μισθοδοτούμενοι· αλλ' εποπτείας και ουχί κηδεμονίας έχει δικαίωμα η Κυβέρνησις». Διομήδης Κυριακού, Ερμηνεία του Ελληνικού Συντάγματος, εκδ. Αλεξάνδρου Ν. Διομήδους, τ. Α', Αθήνα 1904, σ. 149.

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/268.gif&w=600&h=915

πρυτανεία «κατά προϋπολογισμόν, συντασσόμενον υπό της Ακαδημαϊκής Συγκλήτου , υποβαλλόμενον δ' εις την έγκρισιν του υπό της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείου»26. Προβλέπεται επίσης ότι το υπουργείο μπορεί να διαγράψει η να ελαττώσει πιστώσεις του προϋπολογισμού και ότι το Πανεπιστήμιο υποβάλλει στο υπουργείο μετά τη λήξη του ακαδημαϊκού έτους απολογισμό των εξόδων του. Η δημοσίευση του νόμου ΑΜΑ' προκάλεσε και πάλι τη δυσφορία των πανεπιστημιακών αρχών. Στην ουσία όμως ο νόμος αυτός ερχόταν να επισημοποιήσει πρακτικές που είχαν αρχίσει ήδη να εφαρμόζονται.

Αν στο θέμα της πανεπιστημιακής περιουσίας τα σχέδια εμφανίζονται να περιστέλλουν «κεκτημένα» δικαιώματα του Πανεπιστημίου, σε άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα στον διορισμό των πανεπιστημιακών αρχών, δείχνουν μια τάση ενίσχυσης της αυτονομίας του. Παρατηρούμε, έτσι, ότι στα πέντε πρώτα σχέδια ο πρύτανης διορίζεται από το υπουργείο Παιδείας μεταξύ δύο

υποψηφίων και όχι τριών, όπως είχε καθιερωθεί, ενώ στο σχέδιο του 1874

εκλέγεται απευθείας από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου. Στα υπόλοιπα σχέδια όμως διατηρείται το ισχύον καθεστώς των τριών υποψηφίων. Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και σχετικά με τους κοσμήτορες, οι οποίοι επιλέγονταν, όπως ξέρουμε, μεταξύ δύο υποψηφίων. Το καθεστώς αυτό διατηρείται σε τρία μόνο σχέδια (του 1860,1896 και 1899), ενώ στα υπόλοιπα οι κοσμήτορες εκλέγονται απευθείας από τους καθηγητές κάθε σχολής. Ουσιαστικά με τις ρυθμίσεις αυτές έχουμε μια επιστροφή στις γνωστές διατάξεις του Κανονισμού του 1837, που είχαν τροποποιηθεί από το υπουργείο Παιδείας. Το ίδιο παρατηρείται και στο θέμα της εκλογής των καθηγητών, για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω.

Ενδιαφέρουσα, τέλος, είναι και μια καινοτομία που εισάγεται στο τελευταίο από τα σχέδια που εξετάζουμε, αυτό του 1899: πρόκειται για τη θεσμοθέτηση ενός ενδιάμεσου οργάνου μεταξύ Πανεπιστημίου και υπουργείου Παιδείας. Με το άρθρο 17 του σχεδίου αυτού δημιουργείται στο υπουργείο Παιδείας ένα επταμελές «Εποπτικόν Συμβούλιον της Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως», που αντιγράφει αντίστοιχους γαλλικούς θεσμούς (το «Conseil supérieur de l'instruction publique» και το «Comité consultatif de l'enseignement public»). Στο συμβούλιο συμμετέχουν πέντε πρώην η εν ενεργεία καθηγητές που

έχουν υπηρετήσει «ευδοκίμως» περισσότερα από 15 χρόνια. Σκοπός του συμβουλίου είναι να συντάσσει τα σχέδια νόμων και διαταγμάτων του Πανεπιστημίου

26. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 56-57.

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/269.gif&w=600&h=915

στημίου, να αποφαίνεται για τον προϋπολογισμό και απολογισμό του ιδρύματος και να γνωμοδοτεί για όλα τα ζητήματα του Πανεπιστημίου που χρειάζονται έγκριση η απόφαση του υπουργείου Παιδείας. Δικαιολογώντας τη θεσμοθέτηση του οργάνου αυτού ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευταξίας επισημαίνει ότι η αλλαγή κάθε χρόνο των πανεπιστημιακών αρχών και οι συχνές αλλαγές υπουργών συντελούσαν «ώστε να μη υπάρχη τι πάγιον εν τη καθόλου διοικήσει του πανεπιστημίου». Με τη δημιουργία του «Εποπτικού Συμβουλίου» αίρεται, κατά τον υπουργό Παιδείας, η αστάθεια αυτή και συγχρόνως

επιτυγχάνεται μια κάποια αποκέντρωση ωφέλιμη για το Πανεπιστήμιο, αφού οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται τώρα αποκλειστικά από τον εκάστοτε υ

πουργό Παιδείας και τους τμηματάρχες του27.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους συντάκτες των σχεδίων ήταν η αναδιάρθρωση των σχολών: η δημιουργία τμημάτων σ' αυτές και κυρίως η αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική. Το δεύτερο από τα ζητήματα αυτά είχε τεθεί, όπως ξέρουμε, πριν ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο, φέρνοντας σε αντίθεση τους οπαδούς των γερμανικών και γαλλικών πανεπιστημιακών προτύπων. Συνέχισε όμως να βρίσκεται στην επικαιρότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε το μαθηματικό και το φυσικό τμήμα αποτέλεσαν ιδιαίτερη σχολή (1904). Στα περισσότερα σχέδια Οργανισμού οι σχολές παραμένουν τέσσερις, με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες να ανήκουν στη Φιλοσοφική. Σε δύο μόνο σχέδια, του 1896 και 1899, αυξάνονται σε πέντε με τη διαίρεση της Φιλοσοφικής σε δύο σχολές : την καθαυτό Φιλοσοφική και τη Σχολή των φυσικομαθηματικών επιστημών. Το θέμα όμως είχε απασχολήσει τους συντάκτες και άλλων προγενέστερων σχεδίων, από το 1860 ήδη.

Η συντακτική επιτροπή του σχεδίου του 1860 απαρτιζόταν, όπως είπαμε, από καθηγητές του Πανεπιστημίου. Κατά τη σύνταξή του εκδηλώθηκαν δύο

αντίθετες τάσεις. Κατά την πρώτη, που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, το καθεστώς των σχολών έπρεπε να παραμείνει αμετάβλητο , ενώ κατά τη δεύτερη έπρεπε να αυτονομηθούν οι φυσικομαθηματικές

27 . Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1899, σ. 970-971.

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/270.gif&w=600&h=915

τικές επιστήμες από τη Φιλοσοφική. Την τελευταία θέση υιοθέτησε στην αρχή και ο υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης, κρίνοντάς την «λογικωτέραν και εις περισσοτέραν αρμονίαν προς τον τελικόν σκοπόν της υπάρξεως εκάστης σχολής»28. Τελικά όμως ο υπουργός, όπως γράφει ο ίδιος, πείστηκε από την πλειοψηφία και άλλαξε γνώμη. Τα επιχειρήματα των δύο πλευρών μας είναι ήδη γνωστά. Η μία, αντλώντας από τη γερμανική πανεπιστημιακή φιλοσοφία, θεωρούσε τις φυσικομαθηματικές επιστήμες μέρος του ευρύτερου τομέα της φιλοσοφίας, ενώ η άλλη υποστήριζε ότι οι επιστήμες αυτές ήταν αυτόνομες και ότι δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν παρά μέσα από μια ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή.

Η σχετική επιχειρηματολογία μεταφέρθηκε και στη Βουλή από την Εισηγητική Επιτροπή, τα μέλη της οποίας ήταν βουλευτές. Και στην επιτροπή αυτή εκείνοι που προτιμούσαν την αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών αποτελούσαν μειοψηφία. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι μόνο μια ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή, όπως ήταν στη Γαλλία, μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών και κατ' επέκταση στη βιομηχανική και τεχνική ανάπτυξη της χώρας. Η Φυσικομαθηματική Σχολή, τονίζεται, «θέλει αναπτύξει την σπουδήν των φυσικών και των μαθηματικών

επιστημών, παρημελημένην παρ' ημίν, ενώ μάλιστα έχομεν ανάγκην αυτών διά την γέννησιν και την ανάπτυξιν της βιομηχανίας, διά την θεραπείαν πολλών υλικών αναγκών, ως της οδοποιίας και γεφυροποιΐας»29. Διαφορετικά τίθεται το ζήτημα από την πλειοψηφία των μελών της Εισηγητικής Επιτροπής. Η φιλοσοφία του ελληνικού Πανεπιστημίου, υποστηρίζουν, εδράζεται στην Ιδέα της ενότητας των επιστημών και αυτή την αρχή υπηρετεί η συνύπαρξη στην ίδια σχολή της φιλοσοφίας και των φυσικομαθηματικών επιστημών. Ανάμεσα στους δύο αυτούς τομείς υπάρχει στενή συνάφεια, αφού «ούτε μαθηματικός και φυσιοδίφης αφιλόσοφος και ανιστόρητος δύναται να ευδοκίμηση, ούτε φιλόλογος άμοιρος των μαθηματικών και φυσικών επιστημών ειμπορεί σήμερον

28. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής..., ό.π., σ. 1084-1085. Τη δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής προτείνει και ο Γ. Γ. Παππαδόπουλος, σπουδασμένος στη Γαλλία, στην κριτική που κάνει σε προγενέστερο σχέδιο Οργανισμού (βλ. εδώ, σ. 261, σημ. 5).

29. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 6. Πβ. και την άποψη που διατυπώνει το 1846 ήδη ο καθηγητής της χημείας στο Πανεπιστήμιο Α. Βενιζέλος, ότι «η μέχρι τούδε παντελής αυτών [των φυσικών επιστημών] έλλειψις κωλύει ουχί μικρόν την παρ' ημίν σύστασιν και πρόοδον βιομηχανικών καταστημάτων, των οποίων η ανέγερσις παρά πάντων ομολογειται» (Θ. Μανούσης-Α. Βενιζέλος, Λόγοι, 1846, σ. 23).

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/271.gif&w=600&h=915

ρον να ύπαρξη». Όσο για την καθυστέρηση των θετικών επιστημών στην Ελλάδα, αυτή, κατά τη γνώμη τους, δεν οφειλόταν στην εξάρτηση του φυσικού και μαθηματικού τμήματος από τη Φιλοσοφική αλλά απλώς στην ελλιπή οργάνωση των τμημάτων αυτών και στο ότι δεν πρόσφεραν στους αποφοίτους τους ασφαλείς επαγγελματικές προοπτικές30.

Οι τοποθετήσεις στο θέμα των φυσικομαθηματικών επιστημών αλλάζουν προς τα τέλη του αιώνα, όταν αρχίζει πλέον να γίνεται κοινός τόπος ότι η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας καθιστούσε απαραίτητη την αναδιοργάνωση σε πρακτικότερη βάση του Πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό μπαίνει επιτακτικότερα τώρα το αίτημα της αυτονόμησης των φυσικομαθηματικών επιστημών, που εμφανίζονταν να ασφυκτιούν κάτω από την κηδεμονία της Φιλοσοφικής Σχολής. Τότε είναι που υιοθετείται για πρώτη φορά στα σχέδια του 1896 και του 1899 η δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής.

Η σχετική πρωτοβουλία προήλθε από τους καθηγητές του φυσικού τμήματος. Οι τελευταίοι είχαν κάθε λόγο να επιθυμούν την απόσχισή τους από μια σχολή με καθαρά θεωρητική κατεύθυνση, όπου τον πρώτο λόγο, ακόμη και σε ζητήματα που αφορούσαν το τμήμα τους, είχαν οι συνάδελφοι τους του φιλολογικού τμήματος. Σε υπόμνημα που υποβάλλουν στο υπουργείο Παιδείας τον Οκτώβριο του 1895, στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων για την κατάρτιση του σχεδίου του 1896, ζητούν για πρώτη φορά συλλογικά, με σύγχρονη επιχειρηματολογία, την αυτονόμηση του φυσικού τμήματος από τη Φιλοσοφική. Η ιδέα της συνύπαρξης των θετικών επιστημών με τη φιλοσοφία, υποστηρίζουν, δεν είναι παρά ένα κατάλοιπο του Μεσαίωνα. Δημιούργημα μιας «θεολογοκρατούμενης» εποχής, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τη Γερμανία σε μια εποχή που το ενδιαφέρον του ελληνικού Πανεπιστημίου εστιαζόταν στην κλασική παιδεία και είχε τάξει ως κύριο σκοπό του «να διαμορφώση επί το ελληνοπρεπέστερον την γλώσσαν του έθνους, όπερ ενεκαθιδρύετο διάδοχον των αρχαίων Ελλήνων, και να περίσωση, ανορύξη και αναγνώριση τα μνημεία της αρχαιότητος». Η εποχή αυτή όμως έχει πλέον παρέλθει. Οι φυσικές επιστήμες αναπτύχθηκαν στο μεταξύ και τελειοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν «το μέτρον του πολιτισμού των εθνών και το μέσον του πλουτισμού, της ευημερίας και της υπεροχής αυτών». Φυσικό επακόλουθο ήταν να αυτονομηθούν από τη φιλολογία και μάλιστα από τη φιλοσοφία, προς την οποία «ουδείς πλέον σύνδεσμος συγγενικός συνάπτει αυ-

30. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 7,8.

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/272.gif&w=600&h=915

αυτάς». Η τάση αυτή, παρατηρούν, διαπιστώνεται ακόμη και στη Γερμανία, όπου παραδοσιακά οι φυσικομαθηματικές επιστήμες ήταν συναρτημένες με τη φιλοσοφία. Είναι καιρός λοιπόν αυτό να γίνει και στην Ελλάδα31.

Οι θέσεις αυτές δεν βρήκαν σύμφωνο το φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής. Σε γνωμοδότηση που υπέβαλε μερικές μέρες αργότερα στο υπουργείο Παιδείας ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής, που ανήκε στο φιλολογικό τμήμα, θα υποστηρίξει ότι οι καθηγητές του τμήματος «ουδένα αποχρώντα λόγον βλέπουσι συνηγορούντα υπέρ του χωρισμού» του φυσικού τμήματος από τη μητέρα σχολή32. Τελικά όμως ο υπουργός Παιδείας Δ. Πετρίδης στο σχέδιο του 1896 πρότεινε τη δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής.

Το ίδιο θα κάνει στο σχέδιο του 1899 και ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευ

ταξίας. Ο τελευταίος, αναφερόμενος στην Εισηγητική του Έκθεση προς τη Βουλή στην καινοτομία αυτή, θα υποστηρίξει ότι οι φυσικομαθηματικές επιστήμες γνώρισαν τα τελευταία χρόνια τόσο μεγάλη ανάπτυξη, ιδιαίτερα στον τομέα των εφαρμογών, ώστε δεν μπορούν να υπάγονται πλέον στη Φιλοσοφική· έχουν διαφορετικά αντικείμενα μελέτης, μέσα σπουδής και μεθόδους έρευνας. Θα ήταν επομένως «αληθής αναχρονισμός» η εμμονή στην άποψη ότι η φιλοσοφία και οι επιστήμες αποτελούν μια ενότητα. Δεν θα παραλείψει επίσης να τονίσει και αυτός τη σημασία του μέτρου για την ανάπτυξη των επιστημών στην Ελλάδα, καθώς και για την παραγωγή εκπαιδευτικού προσωπικού στον τομέα των θετικών επιστημών33.

Παράλληλα με το θέμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, τίθεται και το αίτημα της διαίρεσης ορισμένων σχολών σε τμήματα. Έτσι, στο σχέδιο του 1870 η Φιλοσοφική Σχολή περιλαμβάνει τέσσερα τμήματα: το φιλοσοφικό, το φιλολογικό, το ιστορικοπολιτικό και το φυσικομαθηματικό. Κάτι ανάλογο είχε προταθεί και για τη Νομική. Στην Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής προς τη Βουλή, που συνόδευε το σχέδιο του 1860, προτείνεται η δημιουργία στη Νομική Σχολή ενός τμήματος «διοικητικών σπουδών»34. Πιθανότατα η σχετική πρόταση έγινε από τον Π. Αργυρόπουλο, καθηγητή του διοικητικού δι-

31. Το υπόμνημα δημοσιεύεται στο Α. Χρηστομάνος, Λόγοι, 1898, μέρος Α', σ. 121127.

32. Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 1013.

33. Στο ίδιο, σ. 972-974. Πβ. Θεόδ. Κρητικός, Η πρόσληψη της επιστημονικής σκέψης στην Ελλάδα. Η φυσική μέσα από πρόσωπα, θεσμούς και ιδέες (1900-1930), Αθήνα, Παπαζήσης, 1995, σ. 33.

34. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 8 κ.εξ.

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/273.gif&w=600&h=915

δικαίου στη Νομική και βουλευτή του Πανεπιστημίου, ο οποίος ήταν επικεφαλής της Εισηγητικής Επιτροπής. Αν και η πρόταση δεν ενσωματώθηκε με τη μορφή άρθρου στο σχέδιο, εκφράζει πάντως μια αντίληψη αρκετά προωθημένη για την ελληνική πραγματικότητα, όπως φαίνεται και από το σκεπτικό της. Το τμήμα διοικητικών σπουδών απευθύνεται κυρίως στους φοιτητές που πρόκειται μετά το τέλος των σπουδών τους να εργαστούν στο δημόσιο και έχει ως σκοπό να συμβάλει στη στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών με υπαλλήλους πανεπιστημιακού επιπέδου. Στο βαθμό που η δικαστική υπηρεσία και η

εκπαίδευση, τονίζεται στην Έκθεση, επανδρώνεται από πτυχιούχους και απόφοιτους του Πανεπιστημίου, «διατί η εσωτερική ως και η εξωτερική διοίκησις του κράτους να μη παραλαμβάνη τους νέους λειτουργούς της μεταξύ εκείνων, οίτινες προπαρεσκευάσθησαν διά μακρών σπουδών εις τας διοικητικάς

εργασίας ;».

Στην ίδια Έκθεση γίνεται λόγος και για τα μαθήματα που θα διδάσκονται στο τμήμα διοικητικών σπουδών. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μαθήματα δεν

ανήκουν μόνο στη Νομική αλλά και σε άλλες σχολές και καλύπτουν ένα ευρύ γνωστικό πεδίο. Από τα 13 προβλεπόμενα μαθήματα 6 είναι της Νομικής (διοικητικό δίκαιο, συνταγματικό και διεθνές δίκαιο, κοινωνική οικονομία και στατιστική, ποινικός νόμος, αστικό και δικονομικό δίκαιο, εμπορικό δίκαιο), 5 της Φιλοσοφικής (ιστορία του ελληνικού έθνους, γενική ιστορία, φυσικό δίκαιο, πειραματική φυσική, τεχνολογική χημεία) και 1 της Ιατρικής (δημόσια υγιεινή). Προβλέπεται επίσης ένα ακόμη μάθημα, γεωπονία και δασοπονία, για το οποίο πρόκειται να δημιουργηθεί ειδική έδρα. Η διάρκεια των σπουδών θα είναι τριετής για εκείνους που θέλουν να πάρουν δίπλωμα «προλύτου των διοικητικών επιστημών» και τετραετής για τους διδάκτορες. Οι τελευταίοι όμως, εκτός από τα παραπάνω μαθήματα, υποχρεώνονται να παρακολουθήσουν πέντε ακόμη μαθήματα της Νομικής.

Η Ιδέα της δημιουργίας τμήματος διοικητικών σπουδών στη Νομική δεν διεκδικεί βέβαια καμιά πρωτοτυπία, αφού τέτοια τμήματα υπήρχαν ήδη σε διάφορα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Για το ελληνικό Πανεπιστήμιο όμως και τη Νομική Σχολή, η οποία και τότε αλλά και για πολλές δεκαετίες αργότερα παρείχε στους σπουδαστές της αποκλειστικά νομική παιδεία, αποτελούσε ασφαλώς μια καινοτομία, που ερχόταν να καλύψει πραγματικές ανάγκες και

ελλείψεις του ελληνικού δημοσίου. Τελικά η πρόταση αυτή έμεινε στα χαρτιά μαζί με το σχέδιο Οργανισμού, το οποίο δεν συζητήθηκε καν στη Βουλή.

Τη δημιουργία τμημάτων στη Νομική Σχολή εισηγείται σαράντα χρόνια σχεδόν αργότερα και το σχέδιο του 1899. Σύμφωνα μ' αυτό, δημιουργούνται

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/274.gif&w=600&h=915

δύο τμήματα, ένα νομικό και ένα πολιτικών και οικονομικών επιστημών (άρθρο 19). Και σ αυτή την περίπτωση ο υπουργός Παιδείας, που κάνει τη σχετική εισήγηση, ξεκινά από τη διαπίστωση ότι η Νομική έτσι όπως λειτουργεί δεν ικανοποιεί τις εξειδικευμένες ανάγκες του κράτους και της κοινωνίας. Χρειάζεται μια αναδιάρθρωση των σπουδών, έτσι ώστε η σχολή αυτή, εκτός από νομικούς, να παράγει και υπαλλήλους με επαρκή κατάρτιση στον τομέα της δημόσιας διοίκησης («της τε πολιτικής και οικονομικής»), αλλά και έμπειρους πολιτικούς, εμπόρους και βιομήχανους35. Στο ίδιο σχέδιο προβλέπεται η δημιουργία δύο τμημάτων και στη Φιλοσοφική Σχολή: ένα της αρχαίας φιλολογίας και ένα της νεότερης, αφιερωμένο στη σπουδή της γλώσσας και της φιλολογίας ξένων λαών (άρθρο 20). Στο τελευταίο τμήμα θα διδάσκονται η γαλλική, γερμανική, αγγλική, τουρκική και σλαβωνική φιλολογία. Σκοπός του είναι η μόρφωση δασκάλων των ξένων γλωσσών αλλά και η κατάρτιση «των μελλόντων λειτουργών της εξωτερικής ημών υπηρεσίας», οι οποίοι είναι απαραίτητο να γνωρίζουν ξένες γλώσσες : τη γαλλική κατά βάση, «ήτις είνε την σήμερον η διεθνής και διπλωματική γλώσσα», αλλά και τις γλώσσες άλλων ευρωπαϊκών και ανατολικών κρατών, για να είναι σε θέση να υπηρετήσουν αποτελεσματικότερα τα ελληνικά συμφέροντα36.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΕΔΡΕΣ

Σημειώσαμε παραπάνω ότι οι καθηγητικές έδρες στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν ακριβώς καθορισμένες και ότι η δημιουργία νέων εδρών ήταν συναρτημένη περισσότερο με τις δυνατότητες του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας παρά με τις ανάγκες του ιδρύματος. Οι συντάκτες των σχεδίων, στην προσπάθειά τους να δώσουν μια λύση στο πρόβλημα αυτό, ορίζουν τον αριθμό των εδρών που πρέπει να έχει κάθε σχολή, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εισάγουν και ειδική διάταξη που προβλέπει ότι μόνο με νόμο μπορεί να γίνει η σύσταση νέων εδρών και τούτο για «να τεθή περιορισμός εις την εκτελεστικήν εξουσίαν, εμποδιζομένην να πλάττη νέας εν τω Πανεπιστημίω έδρας διά

35. Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 974.

36. Στο ίδιο. Έδρα ασιατικών γλωσσών προβλέπεται και σε άλλα σχέδια. Πβ. εδώ, σ. 92-93, σημ. 33. Ας σημειωθεί επίσης ότι γύρω στο 1848 ο Γ. Γ. Παππαδόπουλος είχε προτείνει να δημιουργηθεί στη Φιλοσοφική έδρα «νεωτέρας ελληνικής φιλολογίας μετά της ρητορικής» (βλ. εδώ, σ. 261, σημ. 5).

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/275.gif&w=600&h=915

του προϋπολογισμού»37. Οι προβλεπόμενες στα σχέδια έδρες είναι σαφώς περισσότερες από εκείνες που υπάρχουν στο Πανεπιστήμιο (βλ. Πίν. 2 και 7). ιδιαίτερα υψηλός είναι ο αριθμός τους στο σχέδιο του 1899, καθώς εισάγονται νέα διδακτικά αντικείμενα στις διάφορες σχολές και μάλιστα στη Φιλοσοφική και την ανεξαρτητοποιημένη Φυσικομαθηματική. Με το ίδιο σχέδιο εισάγονται και κάποιοι νεωτερισμοί στο καθεστώς των εδρών. Οι έδρες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, σε τακτικές και έκτακτες, ενώ οι τελευταίες χωρίζονται σε επικουρικές τακτικών εδρών και αυτοτελείς. Η διάκριση αυτή παραπέμπει στο γαλλικό πανεπιστημιακό σύστημα, και συγκεκριμένα στον θεσμό των professeurs adjoints και professeurs agrégés38. Οι τακτικές έδρες (55 από τις 86) είναι πάγιες, ενώ οι έκτακτες δημιουργούνται με βασιλικά διατάγματα όταν υπάρχει ανάγκη να καλυφθούν νέα επιστημονικά αντικείμενα. Με την καινοτομία αυτή αφήνονται ικανά περιθώρια για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημιακών εδρών.

Ως προς το διδακτικό προσωπικό, τα σχέδια αναπαράγουν την υπάρχουσα διάκριση μεταξύ καθηγητών και υφηγητών. Παρέχουν όμως στους τελευταίους περισσότερα δικαιώματα και δείχνουν να ευνοούν τον θεσμό της υφη

γεσίας. Έτσι, το σχέδιο του 1874 δίνει στους υφηγητές που υπηρετούν περισσότερα από δύο χρόνια το δικαίωμα να χορηγούν αποδείξεις ακροάσεως, ενώ

άλλα επιτρέπουν σ' αυτούς να εισπράττουν δίδακτρα από τους φοιτητές (σχέδια 1844,1869,1870,1874,1896) η τους παρέχουν μηνιαίο μισθό 100 δρχ. (σχέδιο I860)39. Δεν λείπουν ωστόσο και οι επιφυλάξεις για την παροχή διδάκτρων στους υφηγητές. Έτσι, ο υπουργός Παιδείας Αντ. Μαυρομιχάλης απαλείφει στο σχέδιο του 1868 σχετική διάταξη, που είχε εισαγάγει η Σύγκλητος, «και δι' άλλους μεν λόγους, ουχ ήκιστα δε και χάριν των πενήτων φοιτητών»40. Διευκολύνεται, πάντως, η μετάβαση των υφηγητών στη βαθμίδα του καθηγητή, αφού σε ορισμένα σχέδια, όπως θα δούμε παρακάτω, οι υφηγητές πρι-

37. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη προς τη Βουλή στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, ό.π., σ. 1086.

38. Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 992.

39. Σχολιάζοντας το τελευταίο αυτό μέτρο ο συντάκτης του φυλλαδίου Περί του Νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 39-40, υποστηρίζει ότι ανάγκη μισθοδοσίας, και μάλιστα μεγαλύτερης από 100 δρχ., έχουν οι υφηγητές της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής και όχι τω ν δύο άλλων σχολών, της Νομικής και της Ιατρικής, οι οποίοι

έχουν και άλλους οικονομικούς πόρους.

40. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 692, 23 Ιαν. 1869, σ. 1715.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/276.gif&w=600&h=915

πριμοδοτούνται έναντι των άλλων συνυποψήφιων τους για την κατάληψη μιας

έδρας. Από την άλλη μεριά όμως αυξάνονται τα ζητούμενα απ' αυτούς επιστημονικά προσόντα (σχέδια 1896,1899) και τους αφαιρείται το δικαίωμα της υφηγεσίας, αν δεν διδάξουν επί ένα χρονικό διάστημα (3 η 6 μήνες η 1 έτος).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7

Προβλεπόμενα έδρες στα σχέδια Οργανισμού του Πανεπιστημίου

Σχέδια

Θεολ.

Νομ.

Ιατρ.

Φιλολ.

Φιλοσοφ.

Φυσ./μαθ.

Σύνολο

1844

3

8

7

6

5

29

1846/7 (α)

4

7

8

10

6

35

1846/7 (β)

3

8

8

9

6

34

1848 (;)

3

9

8

9

8

37

1860

4

12

14

11

10

51

1867

5

11

14

10

9

49

1868

6

10

14

18

48

1869

6

11

17

11

9

54

1870

6

8

12

13;

10

49

1874

6

10

16

12

9

53

1896

7

13

19

15

13

67

1899

10

13

24

21

18

86

Πηγές: βλ. παραπάνω, σ. 260-264.

Πηγές: βλ. παραπάνω, σ. 260-264.

Οι καθηγητές διακρίνονται αλλού σε τρεις βαθμίδες (τακτικοί, έκτακτοι,

επιτίμιοι) και αλλού σε δύο (τακτικοί, έκτακτοι). Η βαθμίδα των επιτίμιων υπάρχει στα πέντε πρώτα σχέδια- στα επόμενα, από το 1860 και ύστερα, καταργείται , αλλά επανέρχεται στα τέλη του αιώνα: κατά το σχέδιο του 1896

επιτίμιοι καθηγητές διορίζονται, όπως και στο παρελθόν, εκείνοι που κατέχουν και άλλη έμμισθη θέση, και είναι ομοιόβαθμοι με τους τακτικούς. Στο σχέδιο του 1899 όμως το καθεστώς των επιτιμίων αλλάζει. Ακολουθώντας την ισχύουσα ήδη πρακτική44, το σχέδιο ονομάζει επιτίμιους τους τακτικούς καθηγητές που υπηρέτησαν 40 χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, από τα οποία

41. Βλ. εδώ, σ. 163, σημ. 45.

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/277.gif&w=600&h=915

τα 25 τουλάχιστο στο Πανεπιστήμιο. Προβλέπεται ωστόσο ότι οι καθηγητές αυτοί μπορούν, αν θέλουν, να διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο και έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνελεύσεις των τακτικών καθηγητών για την

εκλογή πρύτανη (άρθρο 21)42.

Πολύ σημαντικότερες είναι οι αλλαγές σχετικά με τον τρόπο εκλογής των καθηγητών. Τα ζητήματα που απασχόλησαν τους συντάκτες των σχεδίων

αφορούσαν α) τη συμμετοχή των σχολών στην εκλογή των νέων καθηγητών, που προβλεπόταν, όπως ξέρουμε, στον Κανονισμό του 1837 αλλά εφαρμόστηκε με μεγάλη καθυστέρηση και β) τον τρόπο εκλογής των καθηγητών : αν δηλαδή αυτοί έπρεπε να επιλέγονται άμεσα και χωρίς δοκιμασία, κατά το γερμανικό σύστημα, η μετά από διαγωνισμό (concours), όπως γινόταν ως τα μέσα του 19ου αιώνα στη Γαλλία43. Ως προς το πρώτο ζήτημα φαίνεται ότι υπήρχε ομοφωνία. Τόσο οι συντάκτες των σχεδίων όσο και το υπουργείο Παιδείας θεωρούσαν απαραίτητο να συμμετέχει και το Πανεπιστήμιο στην εκλογή των νέων καθηγητών. Εκεί όμως που οι απόψεις διέφεραν ήταν στο αν

έπρεπε να εισαχθεί η όχι η διαδικασία του διαγωνισμού.

Το θέμα του διαγωνισμού δεν ήταν βέβαια καινούριο. Είχε τεθεί από την

εποχή που συζητιόταν ακόμη ο ιδρυτικός Κανονισμός του Πανεπιστημίου και συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων και αντιπαραθέσεων σε όλον τον 19ο αιώνα. Στην πραγματικότητα οι συζητήσεις αυτές μετέφεραν στα καθ' ημάς ένα πρόβλημα που είχε τεθεί από νωρίς στη Γαλλία. Στο γνωστό βιβλίο του για την εκπαίδευση στη Γερμανία, ο Victor Cousin, θαυμαστής του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος, είχε ταχθεί κατά του διαγωνισμού στην εκλογή των καθηγητών που ίσχυε στη Γαλλία44. Τα επιχειρήματα με τα οποία ο Cousin είχε υποστηρίξει τις θέσεις του μεταφέρονται μερικά χρόνια

αργότερα στην Ελλάδα από τον Θ. Μανούση: «Ο αυτός επίσημος Γάλλος συγγραφεύς και υπουργός [V. Cousin]», γράφει το 1845 ο Μανούσης, «ονομάζει άλογον και άτοπον τον τρόπον του διαγωνισμού, καθ' ον εις την Γαλλίαν γίνεται των καθηγητών ο διορισμός. "Φαντασθήτε, λέγει, τον διορισμόν τακτικού καθηγητού διά διαγωνισμού εν διαστήματι εβδομάδων τίνων, με-

42. Ας σημειωθεί ότι και σε προηγούμενο σχέδιο (1868) επιτίμιοι ονομάζονται οι καθηγητές που αποχωρούν μετά από θητεία «πλέον εικοσιπενταετίας» στο Πανεπιστήμιο η στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας.

43. Κρίσεις για τα δύο αυτά συστήματα βλ. στο Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 190-191.

44. V. Cousin, De l'instruction publique dans quelques pays de l'Allemagne et particulièrement en Prusse, τ. A', Παρίσι 1840, σ. 174-175.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/278.gif&w=600&h=915

μεταξύ δε των διαγωνιζομένων αυτών νέους άνδρας, μη συγγράψαντας πολλάκις μηδέ δύο στίχους, διδάξαντας μόλις εν έτος, και ήδη μετά τινας δοκιμασίας, πολλάκις εικοσιπενταετείς μόλις την ηλικίαν, αποκτώντας τίτλον αναφαίρετον, διατηρούντας αυτόν μέχρις εσχάτου γήρατος, εργαζομένους ολίγον η μηδέν· άνδρας λαμβάνοντας τον αυτόν ακέραιον μισθόν από της ημέρας του διορισμού μέχρι τέλους του βίου αυτών είτε έχουσι πολλούς η ολίγους ακροατάς, είτε διακρίνονται κατά την παιδείαν η ζώσιν αφανείς και ανώνυμοι. Και όμως τοιαύτη είναι η διάταξις, καθ' ην εις την Γαλλίαν γίνονται οι διορισμοί, ήτις το παραδοξώτερον δεν στηρίζεται τοσούτον εις την θέλησιν της εξουσίας, όσον εις την πεπλανημένην κοινήν γνώμην, προβαίνουσαν επί τοσούτον, ώστε ποτε άνδρες ονομαστότατοι καθ' όλην την Ευρώπην, ως ο Βρουσσαίος και Μαγένδιος, διά να λάβωσι τον τίτλον του καθηγητού, ηναγκάσθησαν να διαγωνισθώσι προς νεανίας μόλις τελειώσαντας την ανάγνωσιν των συγγραμμάτων των ενδόξων εκείνων ανδρών!!"»45.

Τα επιχειρήματα του Cousin θα τα χρησιμοποιήσουν κατά κόρον στην Ελλάδα οι θαυμαστές του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος για να

αποκρούσουν τον διαγωνισμό. Με τον θεσμό αυτό, υποστηρίζουν, προωθούνται στο Πανεπιστήμιο οι μέτριοι, οι ημιμαθείς και οι επιπόλαιοι, ενώ αντίθετα με το γερμανικό σύστημα της άμεσης επιλογής οι σοφοί και οι άριστοι. Ποιος θα έκανε όμως την επιλογή των καθηγητών ; Στα γερμανικά Πανεπιστήμια η επιλογή γινόταν, όπως ξέρουμε, από το υπουργείο Παιδείας, αλλά με τη συμμετοχή των σχολών. Αντίθετα στην Ελλάδα το δικαίωμα αυτό το είχε μόνο το υπουργείο Παιδείας. Υπήρχε επομένως εδώ ένα πρόβλημα αξιοπιστίας και αντικειμενικής κρίσης. Στη βάση αυτή συγκροτείται από νωρίς ένας αντίλογος που θέτει υπό αμφισβήτηση το ισχύον σύστημα της άμεσης επιλογής των καθηγητών, υποστηρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό προωθούνται σε καθηγητικές θέσεις εκείνοι που έχουν καλές σχέσεις με την πολιτική εξουσία, και μάλιστα, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ένας επιστολογράφος στον Αιώνα το 1840, «οι ημιμαθείς, οι κόλακες, οι δεσποτόφρονες, οι ταρτούφοι, ενίοτε δε και αυτοί οι βδελυροί κατάσκοποι, διά να κατασκοπεύωσι τα μαθήματα και την πολιτικήν διαγωγήν των φοιτητών και των καθηγητών»46. Αντίθετα, ο θεσμός του διαγωνισμού διασφαλίζει την επιλογή των ικανότερων.

45. [Θ. Μανούσης], Περί Πανεπιστημίου εν γένει και ιδιαιτέρως περί του Οθωνείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 1845, σ. 20-21.

46. εφ. Αιών, αρ. 130, 24 Ιαν. 1840. Αντίθετες απόψεις διατυπώνονται στην εφ. Αθηνά, αρ. 688, 24 Ιαν. 1840.

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/279.gif&w=600&h=915

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, το θέμα της επιλογής του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου τίθεται από νωρίς και μάλιστα με πολιτικούς όρους από την πλευρά των οπαδών του διαγωνισμού. Οι τελευταίοι, χρησιμοποιώντας έναν φιλελεύθερο πολιτικό λόγο, φορτισμένο από το αντιβαυαρικό πνεύμα της εποχής, ταυτίζουν το ισχύον σύστημα με τον «δεσποτισμό» και την εύνοιοκρατία και διαβλέπουν σ' αυτό τη διάθεση της πολιτικής εξουσίας να

έχει υπό τον έλεγχο της το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου. Με α

νάλογο τρόπο προσεγγίζεται το θέμα λίγο μετά την επανάσταση του 1862. Μιλώντας ο Επ. Δεληγιώργης στην Εθνοσυνέλευση για τον διαγωνισμό, τον χαρακτηρίζει θεσμό κατ' εξοχήν «δημοκρατικό» και «εθνικό» και επισημαίνει ότι λόγω ακριβώς του χαρακτήρα του αυτού οι κυβερνήσεις του παρελθόντος στάθηκαν εχθρικές απέναντί του47.

Ας δούμε όμως πώς αντιμετωπίζεται το θέμα του διαγωνισμού στα σχέδια Οργανισμού του Πανεπιστημίου. Στα σχέδια που συντάσσονται πριν από το 1867 ο διορισμός των καθηγητών γίνεται από το υπουργείο Παιδείας, αλ

λά συμμετέχουν στη σχετική διαδικασία, όπως πρόβλεπε ο Κανονισμός του 1837, και οι αρμόδιες σχολές. Παρέχεται, δηλαδή, σ' αυτές το δικαίωμα να κάνουν προτάσεις η να γνωμοδοτούν για τους υποψήφιους καθηγητές. Αντίθετα, στα σχέδια που συντάσσονται από το 1867 και ύστερα (με εξαίρεση εκείνο του 1896) η εκλογή των νέων καθηγητών (όλων η μόνο των έκτακτων) γίνεται μετά από διαγωνισμό48.

Ειδικότερα, στο σχέδιο του 1867 προβλέπεται ότι οι νέοι καθηγητές διορίζονται με τον βαθμό του έκτακτου και ότι η εκλογή τους γίνεται μετά από διαγωνισμό που διενεργείται από την αρμόδια σχολή- από τη σχετική διαδι-

47. Η σχετική αναφορά στην εφ. Φοιτητής, αρ. 14,17 Σεπτ. 1869. «Προϊόν της ισότητος», που αναπτύσσεται και καρποφορεί «μόνον υπό την σκιάν της ελευθερίας», χαρακτηρίζεται από επιτροπή καθηγητών της Ιατρικής Σχολής ο θεσμός του διαγωνισμού, τον οποίο ωστόσο κατάργησε το «σύστημα της συγκεντρώσεως των εξουσιών» στη Γαλλία- η ίδια επιτροπή προσδίδει στον διαγωνισμό ελληνικά εθνικά χαρακτηριστικά: «ο διαγωνισμός είναι φυτόν απ' αιώνος εγχώριον, συμφυές με του Έθνους ημών τον φιλότιμον χαρακτήρα, διό και αν ουδαμού αλλαχού υπήρχε ποτε, παρ' ημίν έπρεπεν αναγκαίως να καλλιεργηθή» (Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 570,20 Αυγ. 1865, σ. 740).

48. Πρόταση για την εισαγωγή του διαγωνισμού υπήρξε και κατά τη σύνταξη του σχεδίου του 1860, αλλά απορρίφθηκε. Κατά την Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 20-22, ένα μέλος της επιτροπής ζήτησε την καθιέρωση του διαγωνισμού αλλά δεν έγινε δεκτός από την πλειοψηφία, με τα γνωστά επιχειρήματα: ότι ο διαγωνισμός

αναδεικνύει τους τολμηρότερους στη συζήτηση και όχι τους ικανότερους, ότι αποθαρρύνει τους έξοχους άνδρες, και ακόμη επειδή «απαιτεί προ πάντων δικαιοσύνην αυστηράν κατά την εκδίκασιν, πολλάκις ελλείπουσαν παρ' ημίν».

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/280.gif&w=600&h=915

διαδικασία εξαιρούνται μόνο οι διακεκριμένοι επιστήμονες, άλλα μετά από πρόταση των 3/4 του συνόλου των καθηγητών της σχολής (άρθρο 20). Απαραίτητες προϋποθέσεις για να συμμετάσχει ένας υποψήφιος σε διαγωνισμό είναι να

έχει διδακτορικό δίπλωμα και να έχει διδάξει «ευδοκίμως» επί δύο τουλάχιστο χρόνια ως υφηγητής η να έχει δημοσιεύσει επιστημονική πραγματεία σχετική με το μάθημα που πρόκειται να διδάξει (άρθρο 21). Στο ίδιο σχέδιο προβλέπεται ότι κανένας καθηγητής δεν διορίζεται τακτικός αν δεν έχει διδάξει πέντε τουλάχιστο χρόνια ως έκτακτος (άρθρο 24).

Η υιοθέτηση του διαγωνισμού δεν έγινε χωρίς ενδοιασμούς. «Οφείλω να ομολογήσω», γράφει ο υπουργός Παιδείας Χ. Χριστόπουλος στην Έκθεσή του προς τη Βουλή, «ότι [ο διαγωνισμός] έχει τους τε υπερασπιστάς και τους κατηγόρους αυτού εν τη Ευρώπη. Και οι μεν υπερασπιζόμενοι αυτόν ισχυρίζονται, ότι διά του μέσου τούτου καλούνται εις τας Πανεπιστημιακάς καθέδρας οι αληθώς ικανώτατοι εις κατάληψιν αυτών δοκιμαζόμενοι εν δημοσίω

αγώνι υπό τα όμματα του κοινού τελουμένω και αποκλείοντι πάσαν υπόνοιαν μεροληψίας η χάριτος· (...) ότι διά της δημοσίας ταύτης δοκιμασίας αφαιρείται από της εκτελεστικής εξουσίας η εύκολος και εξ ανάγκης πολλάκις εξολίσθησις εις διορισμόν ουχί του ικανοτέρου, αλλά του ισχυροτέρου, και ότι τέλος απαραίτητον προσόν της επιστημονικής ικανότητος είναι η παρρησία και το θάρρος, ουχί δε η δειλία και η αποδυσπέτησις. Οι δε αποδοκιμάζοντες τον διαγωνισμόν αντιπροτείνουσιν ότι εις τον διαγωνισμόν ουδέποτε προσέρχονται οι έξοχον επιστημονικήν ικανότητα κεκτημένοι, (...) οίτινες κατέκτησαν ήδη διά σπουδαίων συγγραφών και επαξίου επιστημονικής φήμης την θέσιν αυτών εν τω επιστημονικώ κόσμω· ότι επομένως ούτως ο διαγωνισμός γίνεται μόνον μεταξύ μετριοτήτων, ότι και μεταξύ αυτών ο διαγωνισμός διακρίνει πολλάκις ουχί τον ικανότερον αλλά τον μείζονα μνήμην ή απτοητότερον θάρρος έχοντα... »49.

Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει ο Χριστόπουλος τα επιχειρήματα της μιας και της άλλης πλευράς δείχνει μια αμφιταλάντευση στο αν θα έπρεπε να

αποδεχθεί το ένα η το άλλο σύστημα. Τελικά όμως προέκρινε τον θεσμό του διαγωνισμού, με το σκεπτικό ότι τα μειονεκτήματά του ήταν λιγότερα από τα πλεονεκτήματα και ότι μετριάζονταν με τις εξαιρέσεις που προβλέπονταν για τους διακεκριμένους επιστήμονες.

Μιλώντας παραπάνω ο υπουργός Παιδείας για τους «αποδοκιμάζοντες»

49. Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 2.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/281.gif&w=600&h=915

τον διαγωνισμό, αναφερόταν κυρίως στους γερμανοτραφείς καθηγητές, που επέμεναν στη διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος. Πραγματικά, οι τελευταίοι υποδέχθηκαν με δυσφορία την εισαγωγή του διαγωνισμού. Επιστρατεύοντας τα γνωστά επιχειρήματα, ο Π. Καλλιγάς θα αποδοκιμάσει την εισαγωγή του διαγωνισμού στο σχέδιο του 1867, υποστηρίζοντας ότι ο θεσμός αυτός εννοεί εκείνους που έχουν ετοιμότητα, παρρησία και «ευχέρειαν ψιττακισμού» και όχι «νουν πρωτότυπον και επιστημονικήν εμβρίθειαν»50.

Παρά ταύτα, ο θεσμός του διαγωνισμού διατηρείται στο επόμενο σχέδιο, του 1868 («Ουδείς διορίζεται καθηγητής εν τω Πανεπιστημίω, αν μη πρότερον διαγωνισθή και ευδοκιμήση περί τον διαγωνισμόν, όστις γίνεται δημοσία ενώπιον της οικείας Σχολής», με εξαίρεση και πάλι τους διακεκριμένους επιστήμονες), καθώς και στα σχέδια του 1869 και του 1870, αλλά με μια αξιοσημείωτη διαφορά στο πρώτο (του 1869): οι καθηγητές διορίζονται ως έκτακτοι μετά από διαγωνισμό, αν υπάρχουν όμως υφηγητές με διετή διδασκαλία δεν γίνεται διαγωνισμός αλλά επιλογή μεταξύ αυτών. Προβλέπεται επίσης ότι για να προβιβαστεί ένας έκτακτος καθηγητής σε τακτικό πρέπει να έχει παραμείνει τρία χρόνια στη θέση αυτή. Στο επόμενο σχέδιο, του 1874, ο διαγωνισμός είναι υποχρεωτικός για όλους τους υποψήφιους, ακόμη και για τους διακεκριμένους επιστήμονες. Υπάρχει, πάντως, και εδώ μια ευνοϊκότερη μεταχείριση των υφηγητών, αφού σε περίπτωση ισοψηφίας προτιμάται ο υφη

γητής που δίδαξε ένα τουλάχιστο έτος. Οι καθηγητές διορίζονται ως έκτακτοι και μετά από τέσσερα χρόνια διδασκαλίας γίνονται τακτικοί, υστέρα από γνωμοδότηση της οικείας σχολής (άρθρο 17). Ανάλογες με εκείνες του 1874 είναι και οι ρυθμίσεις που γίνονται στο σχέδιο του 1899. Οι καθηγητές διορίζονται με διαγωνισμό ως έκτακτοι (άρθρο 23) και προάγονται σε τακτικούς μετά από πρόταση της αρμόδιας σχολής η κατευθείαν από το υπουργείο Παιδείας, αν δεν υπάρξει σχετική πρόταση· η πρόταση της σχολής είναι υποχρεωτική για τον υπουργό αν είναι ομόφωνη (άρθρο 22).

Εξαίρεση από τα παραπάνω σχέδια αποτελεί, όπως είπαμε, εκείνο του 1896, όπου δεν προβλέπεται διαγωνισμός. Οι καθηγητές διορίζονται μετά από πρόταση των σχολών (άρθρα 27 κ.εξ.). Αν η πρόταση δεν γίνει δεκτή από το

υπουργείο Παιδείας υποβάλλεται νέα πρόταση, η οποία είναι υποχρεωτική.

50. εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 1322,18 Δεκ. 1867. Πβ. Π. Καλλιγάς, Λόγος, 1870, σ. 1112. Κατά του διαγωνισμού τάχθηκε επίσης η πλειονότητα των μελών της πανεπιστημιακής Συγκλήτου (Ε. Καστόρχης, Κ. Κοντογόνης, Δ. Αιγινίτης, Φ. Ιωάννου και Ηρ. Μητσόπουλος) κατά τη συζήτηση του σχεδίου του 1867, όταν αυτό είχε εισαχθεί ήδη στη Βουλή (Π.Σ., 30 Νοεμ. 1867).

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/282.gif&w=600&h=915

Στην περίπτωση που η σχολή δεν υποβάλλει πρόταση, το υπουργείο Παιδείας προχωρεί στην κάλυψη της κενής έδρας. Οι σχετικές διαδικασίες ακολουθούν περίπου το διάταγμα του 1882, που είχε εκδοθεί στο μεταξύ και με το οποίο θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά η συμμετοχή των σχολών στην εκλογή των καθηγητών51. Υπάρχουν όμως ανάμεσά τους δύο ουσιώδεις διαφορές. Πρώτον το διάταγμα δίνει περισσότερες εξουσίες στον υπουργό Παιδείας, αφού αυτός μπορεί να αρνηθεί και την πρώτη και τη δεύτερη πρόταση της σχολής, και δεύτερον προβλέπεται σ' αυτό και η διαδικασία του διαγωνισμού στην περίπτωση που η σχολή δεν υποβάλει εγκαίρως την πρότασή της στον υπουργό Παιδείας ή η πρότασή της δεν γίνει δεκτή.

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους συντάκτες των σχεδίων είναι η «μονιμότητα» των καθηγητών. Το θέμα αυτό ο Κανονισμός του 1837 το άφηνε, όπως ξέρουμε, ανοιχτό, με αποτέλεσμα η παραμονή των καθηγητών στη θέση τους να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διαθέσεις των εκάστοτε υ

πουργών Παιδείας. Λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα αυτή, οι συντάκτες όλων των σχεδίων εισηγούνται ένα είδος μονιμότητας των καθηγητών, αλλά υπό όρους, περιγράφοντας τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ένας καθηγητής μπορεί να χάσει τη θέση του: «ουδείς των Καθηγητών παύεται, ειμή...». Οι σχετικές περιπτώσεις είναι ποικίλες: αν καταδικαστεί για κακούργημα η άλλο σοβαρό παράπτωμα που συνεπάγεται στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, αν επιδεικνύει διαγωγή που προσβάλλει τα χρηστά ήθη, η αν η φυσική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να ασκεί τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα, οπότε παύεται και συνταξιοδοτείται.

Εκτός από τις γενικές αυτές περιπτώσεις απόλυσης, υπάρχουν σε ορισμένα σχέδια και άλλες ειδικότερες. Έτσι, στα δύο σχέδια που συντάσσονται στα 1846/47 (άρθρα 14 και 15) ορίζεται ότι ένας καθηγητής μπορεί να απολυθεί αν επιπληχθεί από τη Σύγκλητο «διότι ωμίλησεν, ή έγραψεν (...) κατά των δογμάτων της θρησκείας, η κατά του Βασιλέως» και επιμείνει στην άποψη του, ενώ σε άλλα προβλέπεται απόλυση των καθηγητών που απέχουν από τα μαθήματά τους για 3 η 6 μήνες χωρίς άδεια η που δεν εκδίδουν διδακτικά συγγράμματα για τους φοιτητές. Η τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει στο σχέδιο του 1896: «εντός της πρώτης δεκαετίας από του διορισμού αυτών οι τακτικοί καθηγηταί οφείλουσι να εκδώσωσιν εν επιστημονικώ συστήματι τας παραδόσεις αυτών, οι δε διδάσκοντες τουλάχιστον επί δεκαετίαν ήδη εν τω Πανεπιστημίω υποχρεούνται προς τούτο εντός πενταετίας από της δημοσι-

51. Βλ. εδώ, σ. 158-159.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/283.gif&w=600&h=915

δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. Οι μη συμμορφωθέντες προς την διάταξιν απολύονται της εαυτών θέσεως...» (άρθρο 41)52. Ελαφρότερες ποινές, που κλιμακώνονται από την επίπληξη και τα χρηματικά πρόστιμα ως την προσωρινή απόλυση, επιβάλλονται για έλλειψη πειθαρχίας και ευπρέπειας, παράβαση υ

πηρεσιακών καθηκόντων κλπ.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι ενώ πρόθεση των σχεδίων ήταν η κατοχύρωση της μονιμότητας των καθηγητών, έτσι ώστε η εκτελεστική εξουσία να μην μπορεί αυθαίρετα να τους απολύει, στην πραγματικότητα με τα προβλεπόμενα μέτρα επιβάλλεται ένα αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου της συμπεριφοράς και των φρονημάτων τους. Βέβαια τα μέτρα αυτά είχαν προληπτικό χαρακτήρα και είναι αμφίβολο κατά πόσο θα εφαρμόζονταν. Δείχνουν πάντως μια τάση χειραγώγησης του διδακτικού προσωπικού, που ερχόταν σε

αντίθεση με το φιλελεύθερο μοντέλο που ίσχυε στο Πανεπιστήμιο.

ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζονται και οι φοιτητές. Σε όλα σχεδόν τα σχέδια η γενική τάση είναι ο περιορισμός των ελευθεριών των φοιτητών, η καθιέρωση περισσότερων και πιο αυστηρών εξετάσεων και γενικά η εισαγωγή ενός πνεύματος πειθαρχίας στις σπουδές και την πανεπιστημιακή ζωή. Η τάση αυτή όμως δεν εντοπίζεται μόνο στα σχέδια. Υπάρχει από νωρίς και μέσα στο Πανεπιστήμιο και εκπροσωπείται, όπως έχουμε σημειώσει ήδη, από μια σχετικά μικρή ομάδα καθηγητών, οι οποίοι εκφράζουν με κάθε ευκαιρία την

αντίθεσή τους προς το φιλελεύθερο γερμανικό σύστημα. Έτσι, το 1844 καθηγητές της Νομικής διαφωνούν με το δικαίωμα που δίνει ο ισχύων Κανονισμός στους φοιτητές «να ακολουθώσι κατ' οικείαν κρίσιν τα μαθήματα» και ζητούν την καθιέρωση ετήσιων εξετάσεων53. Το τελευταίο αυτό θέμα απασχολεί την ίδια εποχή, για άλλους λόγους, και τους φοιτητές. Οι συντάκτες του γνωστού φοιτητικού φυλλαδίου Περί της καταστάσεως του Πανεπιστημίου της Ελλάδος (1849) εκφράζουν την έντονη αντίθεσή τους στο σύστημα των μοναδικών, πτυχιακών, εξετάσεων που ισχύει στο Πανεπιστήμιο, υποστηρίζοντας ότι οι

εξετάσεις αυτές «όχι μόνον καθ' εαυτάς άσκοποι αποβαίνουσιν, αλλά και επι-

52. Η υποχρέωση των καθηγητών να εκδώσουν μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τον διορισμό τους τις παραδόσεις τους υπάρχει και στο σχέδιο του 1867 (άρθρο 28).

53. Π.Σ.Ν.Σ.,8 Μαΐου 1844.

Σελ. 283
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 264
    

    13. Σχέδιο νόμου του 1899 (50 άρθρα). Συντάχθηκε επί υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία (κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη) και υποβλήθηκε στη Βουλή τον Ιούλιο του 189917.

    Αν και τα σχέδια αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις προθέσεων, παρουσιάζουν όμως σημαντικό ενδιαφέρον για την ιστορία του Πανεπιστημίου. Μέσα απ' αυτά μπορεί να δει κανείς ποιές ήταν οι μεταρρυθμίσεις που θεωρήθηκαν απαραίτητες από το Πανεπιστήμιο και το υπουργείο Παιδείας : ένα ζήτημα στο οποίο δεν υπήρχε πάντοτε ομοφωνία ούτε μεταξύ των μελών των

    επιτροπών που συνέτασσαν τα σχέδια, ούτε μεταξύ του Πανεπιστημίου και του υπουργείου Παιδείας. ιδιαίτερα χρήσιμες από την άποψη αυτή είναι οι Εισηγητικές Εκθέσεις που συνοδεύουν αρκετά από τα σχέδια. Παρακάτω θα

    αναφερθούμε συνοπτικά στις προτεινόμενες αλλαγές, καθώς και στην κριτική που ασκήθηκε σ' αυτές από διάφορες πλευρές.

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

    Αρχίζοντας από τις σχέσεις Πανεπιστημίου και κράτους, παρατηρούμε ότι σε όλα σχεδόν τα σχέδια αναπαράγεται η διάταξη του Κανονισμού του 1837 (άρθρο 27), που ορίζει ότι το Πανεπιστήμιο τελεί υπό την «επιτήρησιν» του

    υπουργείου Παιδείας. Τι σημαίνει όμως «επιτήρησις» και πώς αυτή συνδυάζεται με την έννοια της αυτονομίας που πρέπει να απολαμβάνει ένα ανώτερο

    εκπαιδευτικό ίδρυμα σαν το Πανεπιστήμιο ; Στο ζήτημα αυτό επιχειρεί να δώσει μια απάντηση ο υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης. Παρουσιάζοντας στη Βουλή το σχέδιο του 1860 σημειώνει ότι τα Πανεπιστήμια «φαίνονται εκ πρώτης όψεως ότι πρέπει να ώσιν εντελώς ανεξάρτητα του Κράτους, εντός του οποίου υπάρχουσι, καθόσον η επιστήμη κτήμα πολύτιμον και τέλος υψηλόν απάσης της ανθρωπότητος ούσα, έχει κοσμοπολιτικόν χαρακτήρα, υπεράνω των μάλλον υλικών ορίων του κράτους διαιτωμένη»18. Αλλά η άποψη αυτή, παρατηρεί, παραπέμπει στον Μεσαίωνα, όταν τα Πανεπιστήμια ήταν ακόμη σωματεία ανεξάρτητα από την πολιτική εξουσία. «Ότε όμως, της διανοητικής αναπτύξεως προϊούσης, τα κράτη ήρξαντο συνιστάμενα, και επί τέλους απετέλεσαν

    17. Δημοσιεύθηκε, μαζί με σχετική Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία και γνωμοδοτήσεις της Συγκλήτου και των σχολών, στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 950-1030.

    18. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη στο σχέδιο του 1860 (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, ό.π., σ. 1080 κ.εξ.).