Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 269-288 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/269.gif&w=600&h=915

στημίου, να αποφαίνεται για τον προϋπολογισμό και απολογισμό του ιδρύματος και να γνωμοδοτεί για όλα τα ζητήματα του Πανεπιστημίου που χρειάζονται έγκριση η απόφαση του υπουργείου Παιδείας. Δικαιολογώντας τη θεσμοθέτηση του οργάνου αυτού ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευταξίας επισημαίνει ότι η αλλαγή κάθε χρόνο των πανεπιστημιακών αρχών και οι συχνές αλλαγές υπουργών συντελούσαν «ώστε να μη υπάρχη τι πάγιον εν τη καθόλου διοικήσει του πανεπιστημίου». Με τη δημιουργία του «Εποπτικού Συμβουλίου» αίρεται, κατά τον υπουργό Παιδείας, η αστάθεια αυτή και συγχρόνως

επιτυγχάνεται μια κάποια αποκέντρωση ωφέλιμη για το Πανεπιστήμιο, αφού οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται τώρα αποκλειστικά από τον εκάστοτε υ

πουργό Παιδείας και τους τμηματάρχες του27.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους συντάκτες των σχεδίων ήταν η αναδιάρθρωση των σχολών: η δημιουργία τμημάτων σ' αυτές και κυρίως η αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική. Το δεύτερο από τα ζητήματα αυτά είχε τεθεί, όπως ξέρουμε, πριν ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο, φέρνοντας σε αντίθεση τους οπαδούς των γερμανικών και γαλλικών πανεπιστημιακών προτύπων. Συνέχισε όμως να βρίσκεται στην επικαιρότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε το μαθηματικό και το φυσικό τμήμα αποτέλεσαν ιδιαίτερη σχολή (1904). Στα περισσότερα σχέδια Οργανισμού οι σχολές παραμένουν τέσσερις, με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες να ανήκουν στη Φιλοσοφική. Σε δύο μόνο σχέδια, του 1896 και 1899, αυξάνονται σε πέντε με τη διαίρεση της Φιλοσοφικής σε δύο σχολές : την καθαυτό Φιλοσοφική και τη Σχολή των φυσικομαθηματικών επιστημών. Το θέμα όμως είχε απασχολήσει τους συντάκτες και άλλων προγενέστερων σχεδίων, από το 1860 ήδη.

Η συντακτική επιτροπή του σχεδίου του 1860 απαρτιζόταν, όπως είπαμε, από καθηγητές του Πανεπιστημίου. Κατά τη σύνταξή του εκδηλώθηκαν δύο

αντίθετες τάσεις. Κατά την πρώτη, που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, το καθεστώς των σχολών έπρεπε να παραμείνει αμετάβλητο , ενώ κατά τη δεύτερη έπρεπε να αυτονομηθούν οι φυσικομαθηματικές

27 . Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1899, σ. 970-971.

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/270.gif&w=600&h=915

τικές επιστήμες από τη Φιλοσοφική. Την τελευταία θέση υιοθέτησε στην αρχή και ο υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης, κρίνοντάς την «λογικωτέραν και εις περισσοτέραν αρμονίαν προς τον τελικόν σκοπόν της υπάρξεως εκάστης σχολής»28. Τελικά όμως ο υπουργός, όπως γράφει ο ίδιος, πείστηκε από την πλειοψηφία και άλλαξε γνώμη. Τα επιχειρήματα των δύο πλευρών μας είναι ήδη γνωστά. Η μία, αντλώντας από τη γερμανική πανεπιστημιακή φιλοσοφία, θεωρούσε τις φυσικομαθηματικές επιστήμες μέρος του ευρύτερου τομέα της φιλοσοφίας, ενώ η άλλη υποστήριζε ότι οι επιστήμες αυτές ήταν αυτόνομες και ότι δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν παρά μέσα από μια ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή.

Η σχετική επιχειρηματολογία μεταφέρθηκε και στη Βουλή από την Εισηγητική Επιτροπή, τα μέλη της οποίας ήταν βουλευτές. Και στην επιτροπή αυτή εκείνοι που προτιμούσαν την αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών αποτελούσαν μειοψηφία. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι μόνο μια ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή, όπως ήταν στη Γαλλία, μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών και κατ' επέκταση στη βιομηχανική και τεχνική ανάπτυξη της χώρας. Η Φυσικομαθηματική Σχολή, τονίζεται, «θέλει αναπτύξει την σπουδήν των φυσικών και των μαθηματικών

επιστημών, παρημελημένην παρ' ημίν, ενώ μάλιστα έχομεν ανάγκην αυτών διά την γέννησιν και την ανάπτυξιν της βιομηχανίας, διά την θεραπείαν πολλών υλικών αναγκών, ως της οδοποιίας και γεφυροποιΐας»29. Διαφορετικά τίθεται το ζήτημα από την πλειοψηφία των μελών της Εισηγητικής Επιτροπής. Η φιλοσοφία του ελληνικού Πανεπιστημίου, υποστηρίζουν, εδράζεται στην Ιδέα της ενότητας των επιστημών και αυτή την αρχή υπηρετεί η συνύπαρξη στην ίδια σχολή της φιλοσοφίας και των φυσικομαθηματικών επιστημών. Ανάμεσα στους δύο αυτούς τομείς υπάρχει στενή συνάφεια, αφού «ούτε μαθηματικός και φυσιοδίφης αφιλόσοφος και ανιστόρητος δύναται να ευδοκίμηση, ούτε φιλόλογος άμοιρος των μαθηματικών και φυσικών επιστημών ειμπορεί σήμερον

28. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής..., ό.π., σ. 1084-1085. Τη δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής προτείνει και ο Γ. Γ. Παππαδόπουλος, σπουδασμένος στη Γαλλία, στην κριτική που κάνει σε προγενέστερο σχέδιο Οργανισμού (βλ. εδώ, σ. 261, σημ. 5).

29. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 6. Πβ. και την άποψη που διατυπώνει το 1846 ήδη ο καθηγητής της χημείας στο Πανεπιστήμιο Α. Βενιζέλος, ότι «η μέχρι τούδε παντελής αυτών [των φυσικών επιστημών] έλλειψις κωλύει ουχί μικρόν την παρ' ημίν σύστασιν και πρόοδον βιομηχανικών καταστημάτων, των οποίων η ανέγερσις παρά πάντων ομολογειται» (Θ. Μανούσης-Α. Βενιζέλος, Λόγοι, 1846, σ. 23).

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/271.gif&w=600&h=915

ρον να ύπαρξη». Όσο για την καθυστέρηση των θετικών επιστημών στην Ελλάδα, αυτή, κατά τη γνώμη τους, δεν οφειλόταν στην εξάρτηση του φυσικού και μαθηματικού τμήματος από τη Φιλοσοφική αλλά απλώς στην ελλιπή οργάνωση των τμημάτων αυτών και στο ότι δεν πρόσφεραν στους αποφοίτους τους ασφαλείς επαγγελματικές προοπτικές30.

Οι τοποθετήσεις στο θέμα των φυσικομαθηματικών επιστημών αλλάζουν προς τα τέλη του αιώνα, όταν αρχίζει πλέον να γίνεται κοινός τόπος ότι η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας καθιστούσε απαραίτητη την αναδιοργάνωση σε πρακτικότερη βάση του Πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό μπαίνει επιτακτικότερα τώρα το αίτημα της αυτονόμησης των φυσικομαθηματικών επιστημών, που εμφανίζονταν να ασφυκτιούν κάτω από την κηδεμονία της Φιλοσοφικής Σχολής. Τότε είναι που υιοθετείται για πρώτη φορά στα σχέδια του 1896 και του 1899 η δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής.

Η σχετική πρωτοβουλία προήλθε από τους καθηγητές του φυσικού τμήματος. Οι τελευταίοι είχαν κάθε λόγο να επιθυμούν την απόσχισή τους από μια σχολή με καθαρά θεωρητική κατεύθυνση, όπου τον πρώτο λόγο, ακόμη και σε ζητήματα που αφορούσαν το τμήμα τους, είχαν οι συνάδελφοι τους του φιλολογικού τμήματος. Σε υπόμνημα που υποβάλλουν στο υπουργείο Παιδείας τον Οκτώβριο του 1895, στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων για την κατάρτιση του σχεδίου του 1896, ζητούν για πρώτη φορά συλλογικά, με σύγχρονη επιχειρηματολογία, την αυτονόμηση του φυσικού τμήματος από τη Φιλοσοφική. Η ιδέα της συνύπαρξης των θετικών επιστημών με τη φιλοσοφία, υποστηρίζουν, δεν είναι παρά ένα κατάλοιπο του Μεσαίωνα. Δημιούργημα μιας «θεολογοκρατούμενης» εποχής, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τη Γερμανία σε μια εποχή που το ενδιαφέρον του ελληνικού Πανεπιστημίου εστιαζόταν στην κλασική παιδεία και είχε τάξει ως κύριο σκοπό του «να διαμορφώση επί το ελληνοπρεπέστερον την γλώσσαν του έθνους, όπερ ενεκαθιδρύετο διάδοχον των αρχαίων Ελλήνων, και να περίσωση, ανορύξη και αναγνώριση τα μνημεία της αρχαιότητος». Η εποχή αυτή όμως έχει πλέον παρέλθει. Οι φυσικές επιστήμες αναπτύχθηκαν στο μεταξύ και τελειοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν «το μέτρον του πολιτισμού των εθνών και το μέσον του πλουτισμού, της ευημερίας και της υπεροχής αυτών». Φυσικό επακόλουθο ήταν να αυτονομηθούν από τη φιλολογία και μάλιστα από τη φιλοσοφία, προς την οποία «ουδείς πλέον σύνδεσμος συγγενικός συνάπτει αυ-

30. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 7,8.

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/272.gif&w=600&h=915

αυτάς». Η τάση αυτή, παρατηρούν, διαπιστώνεται ακόμη και στη Γερμανία, όπου παραδοσιακά οι φυσικομαθηματικές επιστήμες ήταν συναρτημένες με τη φιλοσοφία. Είναι καιρός λοιπόν αυτό να γίνει και στην Ελλάδα31.

Οι θέσεις αυτές δεν βρήκαν σύμφωνο το φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής. Σε γνωμοδότηση που υπέβαλε μερικές μέρες αργότερα στο υπουργείο Παιδείας ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής, που ανήκε στο φιλολογικό τμήμα, θα υποστηρίξει ότι οι καθηγητές του τμήματος «ουδένα αποχρώντα λόγον βλέπουσι συνηγορούντα υπέρ του χωρισμού» του φυσικού τμήματος από τη μητέρα σχολή32. Τελικά όμως ο υπουργός Παιδείας Δ. Πετρίδης στο σχέδιο του 1896 πρότεινε τη δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής.

Το ίδιο θα κάνει στο σχέδιο του 1899 και ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευ

ταξίας. Ο τελευταίος, αναφερόμενος στην Εισηγητική του Έκθεση προς τη Βουλή στην καινοτομία αυτή, θα υποστηρίξει ότι οι φυσικομαθηματικές επιστήμες γνώρισαν τα τελευταία χρόνια τόσο μεγάλη ανάπτυξη, ιδιαίτερα στον τομέα των εφαρμογών, ώστε δεν μπορούν να υπάγονται πλέον στη Φιλοσοφική· έχουν διαφορετικά αντικείμενα μελέτης, μέσα σπουδής και μεθόδους έρευνας. Θα ήταν επομένως «αληθής αναχρονισμός» η εμμονή στην άποψη ότι η φιλοσοφία και οι επιστήμες αποτελούν μια ενότητα. Δεν θα παραλείψει επίσης να τονίσει και αυτός τη σημασία του μέτρου για την ανάπτυξη των επιστημών στην Ελλάδα, καθώς και για την παραγωγή εκπαιδευτικού προσωπικού στον τομέα των θετικών επιστημών33.

Παράλληλα με το θέμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, τίθεται και το αίτημα της διαίρεσης ορισμένων σχολών σε τμήματα. Έτσι, στο σχέδιο του 1870 η Φιλοσοφική Σχολή περιλαμβάνει τέσσερα τμήματα: το φιλοσοφικό, το φιλολογικό, το ιστορικοπολιτικό και το φυσικομαθηματικό. Κάτι ανάλογο είχε προταθεί και για τη Νομική. Στην Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής προς τη Βουλή, που συνόδευε το σχέδιο του 1860, προτείνεται η δημιουργία στη Νομική Σχολή ενός τμήματος «διοικητικών σπουδών»34. Πιθανότατα η σχετική πρόταση έγινε από τον Π. Αργυρόπουλο, καθηγητή του διοικητικού δι-

31. Το υπόμνημα δημοσιεύεται στο Α. Χρηστομάνος, Λόγοι, 1898, μέρος Α', σ. 121127.

32. Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 1013.

33. Στο ίδιο, σ. 972-974. Πβ. Θεόδ. Κρητικός, Η πρόσληψη της επιστημονικής σκέψης στην Ελλάδα. Η φυσική μέσα από πρόσωπα, θεσμούς και ιδέες (1900-1930), Αθήνα, Παπαζήσης, 1995, σ. 33.

34. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 8 κ.εξ.

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/273.gif&w=600&h=915

δικαίου στη Νομική και βουλευτή του Πανεπιστημίου, ο οποίος ήταν επικεφαλής της Εισηγητικής Επιτροπής. Αν και η πρόταση δεν ενσωματώθηκε με τη μορφή άρθρου στο σχέδιο, εκφράζει πάντως μια αντίληψη αρκετά προωθημένη για την ελληνική πραγματικότητα, όπως φαίνεται και από το σκεπτικό της. Το τμήμα διοικητικών σπουδών απευθύνεται κυρίως στους φοιτητές που πρόκειται μετά το τέλος των σπουδών τους να εργαστούν στο δημόσιο και έχει ως σκοπό να συμβάλει στη στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών με υπαλλήλους πανεπιστημιακού επιπέδου. Στο βαθμό που η δικαστική υπηρεσία και η

εκπαίδευση, τονίζεται στην Έκθεση, επανδρώνεται από πτυχιούχους και απόφοιτους του Πανεπιστημίου, «διατί η εσωτερική ως και η εξωτερική διοίκησις του κράτους να μη παραλαμβάνη τους νέους λειτουργούς της μεταξύ εκείνων, οίτινες προπαρεσκευάσθησαν διά μακρών σπουδών εις τας διοικητικάς

εργασίας ;».

Στην ίδια Έκθεση γίνεται λόγος και για τα μαθήματα που θα διδάσκονται στο τμήμα διοικητικών σπουδών. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μαθήματα δεν

ανήκουν μόνο στη Νομική αλλά και σε άλλες σχολές και καλύπτουν ένα ευρύ γνωστικό πεδίο. Από τα 13 προβλεπόμενα μαθήματα 6 είναι της Νομικής (διοικητικό δίκαιο, συνταγματικό και διεθνές δίκαιο, κοινωνική οικονομία και στατιστική, ποινικός νόμος, αστικό και δικονομικό δίκαιο, εμπορικό δίκαιο), 5 της Φιλοσοφικής (ιστορία του ελληνικού έθνους, γενική ιστορία, φυσικό δίκαιο, πειραματική φυσική, τεχνολογική χημεία) και 1 της Ιατρικής (δημόσια υγιεινή). Προβλέπεται επίσης ένα ακόμη μάθημα, γεωπονία και δασοπονία, για το οποίο πρόκειται να δημιουργηθεί ειδική έδρα. Η διάρκεια των σπουδών θα είναι τριετής για εκείνους που θέλουν να πάρουν δίπλωμα «προλύτου των διοικητικών επιστημών» και τετραετής για τους διδάκτορες. Οι τελευταίοι όμως, εκτός από τα παραπάνω μαθήματα, υποχρεώνονται να παρακολουθήσουν πέντε ακόμη μαθήματα της Νομικής.

Η Ιδέα της δημιουργίας τμήματος διοικητικών σπουδών στη Νομική δεν διεκδικεί βέβαια καμιά πρωτοτυπία, αφού τέτοια τμήματα υπήρχαν ήδη σε διάφορα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Για το ελληνικό Πανεπιστήμιο όμως και τη Νομική Σχολή, η οποία και τότε αλλά και για πολλές δεκαετίες αργότερα παρείχε στους σπουδαστές της αποκλειστικά νομική παιδεία, αποτελούσε ασφαλώς μια καινοτομία, που ερχόταν να καλύψει πραγματικές ανάγκες και

ελλείψεις του ελληνικού δημοσίου. Τελικά η πρόταση αυτή έμεινε στα χαρτιά μαζί με το σχέδιο Οργανισμού, το οποίο δεν συζητήθηκε καν στη Βουλή.

Τη δημιουργία τμημάτων στη Νομική Σχολή εισηγείται σαράντα χρόνια σχεδόν αργότερα και το σχέδιο του 1899. Σύμφωνα μ' αυτό, δημιουργούνται

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/274.gif&w=600&h=915

δύο τμήματα, ένα νομικό και ένα πολιτικών και οικονομικών επιστημών (άρθρο 19). Και σ αυτή την περίπτωση ο υπουργός Παιδείας, που κάνει τη σχετική εισήγηση, ξεκινά από τη διαπίστωση ότι η Νομική έτσι όπως λειτουργεί δεν ικανοποιεί τις εξειδικευμένες ανάγκες του κράτους και της κοινωνίας. Χρειάζεται μια αναδιάρθρωση των σπουδών, έτσι ώστε η σχολή αυτή, εκτός από νομικούς, να παράγει και υπαλλήλους με επαρκή κατάρτιση στον τομέα της δημόσιας διοίκησης («της τε πολιτικής και οικονομικής»), αλλά και έμπειρους πολιτικούς, εμπόρους και βιομήχανους35. Στο ίδιο σχέδιο προβλέπεται η δημιουργία δύο τμημάτων και στη Φιλοσοφική Σχολή: ένα της αρχαίας φιλολογίας και ένα της νεότερης, αφιερωμένο στη σπουδή της γλώσσας και της φιλολογίας ξένων λαών (άρθρο 20). Στο τελευταίο τμήμα θα διδάσκονται η γαλλική, γερμανική, αγγλική, τουρκική και σλαβωνική φιλολογία. Σκοπός του είναι η μόρφωση δασκάλων των ξένων γλωσσών αλλά και η κατάρτιση «των μελλόντων λειτουργών της εξωτερικής ημών υπηρεσίας», οι οποίοι είναι απαραίτητο να γνωρίζουν ξένες γλώσσες : τη γαλλική κατά βάση, «ήτις είνε την σήμερον η διεθνής και διπλωματική γλώσσα», αλλά και τις γλώσσες άλλων ευρωπαϊκών και ανατολικών κρατών, για να είναι σε θέση να υπηρετήσουν αποτελεσματικότερα τα ελληνικά συμφέροντα36.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΕΔΡΕΣ

Σημειώσαμε παραπάνω ότι οι καθηγητικές έδρες στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν ακριβώς καθορισμένες και ότι η δημιουργία νέων εδρών ήταν συναρτημένη περισσότερο με τις δυνατότητες του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας παρά με τις ανάγκες του ιδρύματος. Οι συντάκτες των σχεδίων, στην προσπάθειά τους να δώσουν μια λύση στο πρόβλημα αυτό, ορίζουν τον αριθμό των εδρών που πρέπει να έχει κάθε σχολή, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εισάγουν και ειδική διάταξη που προβλέπει ότι μόνο με νόμο μπορεί να γίνει η σύσταση νέων εδρών και τούτο για «να τεθή περιορισμός εις την εκτελεστικήν εξουσίαν, εμποδιζομένην να πλάττη νέας εν τω Πανεπιστημίω έδρας διά

35. Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 974.

36. Στο ίδιο. Έδρα ασιατικών γλωσσών προβλέπεται και σε άλλα σχέδια. Πβ. εδώ, σ. 92-93, σημ. 33. Ας σημειωθεί επίσης ότι γύρω στο 1848 ο Γ. Γ. Παππαδόπουλος είχε προτείνει να δημιουργηθεί στη Φιλοσοφική έδρα «νεωτέρας ελληνικής φιλολογίας μετά της ρητορικής» (βλ. εδώ, σ. 261, σημ. 5).

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/275.gif&w=600&h=915

του προϋπολογισμού»37. Οι προβλεπόμενες στα σχέδια έδρες είναι σαφώς περισσότερες από εκείνες που υπάρχουν στο Πανεπιστήμιο (βλ. Πίν. 2 και 7). ιδιαίτερα υψηλός είναι ο αριθμός τους στο σχέδιο του 1899, καθώς εισάγονται νέα διδακτικά αντικείμενα στις διάφορες σχολές και μάλιστα στη Φιλοσοφική και την ανεξαρτητοποιημένη Φυσικομαθηματική. Με το ίδιο σχέδιο εισάγονται και κάποιοι νεωτερισμοί στο καθεστώς των εδρών. Οι έδρες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, σε τακτικές και έκτακτες, ενώ οι τελευταίες χωρίζονται σε επικουρικές τακτικών εδρών και αυτοτελείς. Η διάκριση αυτή παραπέμπει στο γαλλικό πανεπιστημιακό σύστημα, και συγκεκριμένα στον θεσμό των professeurs adjoints και professeurs agrégés38. Οι τακτικές έδρες (55 από τις 86) είναι πάγιες, ενώ οι έκτακτες δημιουργούνται με βασιλικά διατάγματα όταν υπάρχει ανάγκη να καλυφθούν νέα επιστημονικά αντικείμενα. Με την καινοτομία αυτή αφήνονται ικανά περιθώρια για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημιακών εδρών.

Ως προς το διδακτικό προσωπικό, τα σχέδια αναπαράγουν την υπάρχουσα διάκριση μεταξύ καθηγητών και υφηγητών. Παρέχουν όμως στους τελευταίους περισσότερα δικαιώματα και δείχνουν να ευνοούν τον θεσμό της υφη

γεσίας. Έτσι, το σχέδιο του 1874 δίνει στους υφηγητές που υπηρετούν περισσότερα από δύο χρόνια το δικαίωμα να χορηγούν αποδείξεις ακροάσεως, ενώ

άλλα επιτρέπουν σ' αυτούς να εισπράττουν δίδακτρα από τους φοιτητές (σχέδια 1844,1869,1870,1874,1896) η τους παρέχουν μηνιαίο μισθό 100 δρχ. (σχέδιο I860)39. Δεν λείπουν ωστόσο και οι επιφυλάξεις για την παροχή διδάκτρων στους υφηγητές. Έτσι, ο υπουργός Παιδείας Αντ. Μαυρομιχάλης απαλείφει στο σχέδιο του 1868 σχετική διάταξη, που είχε εισαγάγει η Σύγκλητος, «και δι' άλλους μεν λόγους, ουχ ήκιστα δε και χάριν των πενήτων φοιτητών»40. Διευκολύνεται, πάντως, η μετάβαση των υφηγητών στη βαθμίδα του καθηγητή, αφού σε ορισμένα σχέδια, όπως θα δούμε παρακάτω, οι υφηγητές πρι-

37. Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη προς τη Βουλή στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, ό.π., σ. 1086.

38. Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 992.

39. Σχολιάζοντας το τελευταίο αυτό μέτρο ο συντάκτης του φυλλαδίου Περί του Νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 39-40, υποστηρίζει ότι ανάγκη μισθοδοσίας, και μάλιστα μεγαλύτερης από 100 δρχ., έχουν οι υφηγητές της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής και όχι τω ν δύο άλλων σχολών, της Νομικής και της Ιατρικής, οι οποίοι

έχουν και άλλους οικονομικούς πόρους.

40. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 692, 23 Ιαν. 1869, σ. 1715.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/276.gif&w=600&h=915

πριμοδοτούνται έναντι των άλλων συνυποψήφιων τους για την κατάληψη μιας

έδρας. Από την άλλη μεριά όμως αυξάνονται τα ζητούμενα απ' αυτούς επιστημονικά προσόντα (σχέδια 1896,1899) και τους αφαιρείται το δικαίωμα της υφηγεσίας, αν δεν διδάξουν επί ένα χρονικό διάστημα (3 η 6 μήνες η 1 έτος).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7

Προβλεπόμενα έδρες στα σχέδια Οργανισμού του Πανεπιστημίου

Σχέδια

Θεολ.

Νομ.

Ιατρ.

Φιλολ.

Φιλοσοφ.

Φυσ./μαθ.

Σύνολο

1844

3

8

7

6

5

29

1846/7 (α)

4

7

8

10

6

35

1846/7 (β)

3

8

8

9

6

34

1848 (;)

3

9

8

9

8

37

1860

4

12

14

11

10

51

1867

5

11

14

10

9

49

1868

6

10

14

18

48

1869

6

11

17

11

9

54

1870

6

8

12

13;

10

49

1874

6

10

16

12

9

53

1896

7

13

19

15

13

67

1899

10

13

24

21

18

86

Πηγές: βλ. παραπάνω, σ. 260-264.

Πηγές: βλ. παραπάνω, σ. 260-264.

Οι καθηγητές διακρίνονται αλλού σε τρεις βαθμίδες (τακτικοί, έκτακτοι,

επιτίμιοι) και αλλού σε δύο (τακτικοί, έκτακτοι). Η βαθμίδα των επιτίμιων υπάρχει στα πέντε πρώτα σχέδια- στα επόμενα, από το 1860 και ύστερα, καταργείται , αλλά επανέρχεται στα τέλη του αιώνα: κατά το σχέδιο του 1896

επιτίμιοι καθηγητές διορίζονται, όπως και στο παρελθόν, εκείνοι που κατέχουν και άλλη έμμισθη θέση, και είναι ομοιόβαθμοι με τους τακτικούς. Στο σχέδιο του 1899 όμως το καθεστώς των επιτιμίων αλλάζει. Ακολουθώντας την ισχύουσα ήδη πρακτική44, το σχέδιο ονομάζει επιτίμιους τους τακτικούς καθηγητές που υπηρέτησαν 40 χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, από τα οποία

41. Βλ. εδώ, σ. 163, σημ. 45.

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/277.gif&w=600&h=915

τα 25 τουλάχιστο στο Πανεπιστήμιο. Προβλέπεται ωστόσο ότι οι καθηγητές αυτοί μπορούν, αν θέλουν, να διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο και έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνελεύσεις των τακτικών καθηγητών για την

εκλογή πρύτανη (άρθρο 21)42.

Πολύ σημαντικότερες είναι οι αλλαγές σχετικά με τον τρόπο εκλογής των καθηγητών. Τα ζητήματα που απασχόλησαν τους συντάκτες των σχεδίων

αφορούσαν α) τη συμμετοχή των σχολών στην εκλογή των νέων καθηγητών, που προβλεπόταν, όπως ξέρουμε, στον Κανονισμό του 1837 αλλά εφαρμόστηκε με μεγάλη καθυστέρηση και β) τον τρόπο εκλογής των καθηγητών : αν δηλαδή αυτοί έπρεπε να επιλέγονται άμεσα και χωρίς δοκιμασία, κατά το γερμανικό σύστημα, η μετά από διαγωνισμό (concours), όπως γινόταν ως τα μέσα του 19ου αιώνα στη Γαλλία43. Ως προς το πρώτο ζήτημα φαίνεται ότι υπήρχε ομοφωνία. Τόσο οι συντάκτες των σχεδίων όσο και το υπουργείο Παιδείας θεωρούσαν απαραίτητο να συμμετέχει και το Πανεπιστήμιο στην εκλογή των νέων καθηγητών. Εκεί όμως που οι απόψεις διέφεραν ήταν στο αν

έπρεπε να εισαχθεί η όχι η διαδικασία του διαγωνισμού.

Το θέμα του διαγωνισμού δεν ήταν βέβαια καινούριο. Είχε τεθεί από την

εποχή που συζητιόταν ακόμη ο ιδρυτικός Κανονισμός του Πανεπιστημίου και συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων και αντιπαραθέσεων σε όλον τον 19ο αιώνα. Στην πραγματικότητα οι συζητήσεις αυτές μετέφεραν στα καθ' ημάς ένα πρόβλημα που είχε τεθεί από νωρίς στη Γαλλία. Στο γνωστό βιβλίο του για την εκπαίδευση στη Γερμανία, ο Victor Cousin, θαυμαστής του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος, είχε ταχθεί κατά του διαγωνισμού στην εκλογή των καθηγητών που ίσχυε στη Γαλλία44. Τα επιχειρήματα με τα οποία ο Cousin είχε υποστηρίξει τις θέσεις του μεταφέρονται μερικά χρόνια

αργότερα στην Ελλάδα από τον Θ. Μανούση: «Ο αυτός επίσημος Γάλλος συγγραφεύς και υπουργός [V. Cousin]», γράφει το 1845 ο Μανούσης, «ονομάζει άλογον και άτοπον τον τρόπον του διαγωνισμού, καθ' ον εις την Γαλλίαν γίνεται των καθηγητών ο διορισμός. "Φαντασθήτε, λέγει, τον διορισμόν τακτικού καθηγητού διά διαγωνισμού εν διαστήματι εβδομάδων τίνων, με-

42. Ας σημειωθεί ότι και σε προηγούμενο σχέδιο (1868) επιτίμιοι ονομάζονται οι καθηγητές που αποχωρούν μετά από θητεία «πλέον εικοσιπενταετίας» στο Πανεπιστήμιο η στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας.

43. Κρίσεις για τα δύο αυτά συστήματα βλ. στο Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 190-191.

44. V. Cousin, De l'instruction publique dans quelques pays de l'Allemagne et particulièrement en Prusse, τ. A', Παρίσι 1840, σ. 174-175.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/278.gif&w=600&h=915

μεταξύ δε των διαγωνιζομένων αυτών νέους άνδρας, μη συγγράψαντας πολλάκις μηδέ δύο στίχους, διδάξαντας μόλις εν έτος, και ήδη μετά τινας δοκιμασίας, πολλάκις εικοσιπενταετείς μόλις την ηλικίαν, αποκτώντας τίτλον αναφαίρετον, διατηρούντας αυτόν μέχρις εσχάτου γήρατος, εργαζομένους ολίγον η μηδέν· άνδρας λαμβάνοντας τον αυτόν ακέραιον μισθόν από της ημέρας του διορισμού μέχρι τέλους του βίου αυτών είτε έχουσι πολλούς η ολίγους ακροατάς, είτε διακρίνονται κατά την παιδείαν η ζώσιν αφανείς και ανώνυμοι. Και όμως τοιαύτη είναι η διάταξις, καθ' ην εις την Γαλλίαν γίνονται οι διορισμοί, ήτις το παραδοξώτερον δεν στηρίζεται τοσούτον εις την θέλησιν της εξουσίας, όσον εις την πεπλανημένην κοινήν γνώμην, προβαίνουσαν επί τοσούτον, ώστε ποτε άνδρες ονομαστότατοι καθ' όλην την Ευρώπην, ως ο Βρουσσαίος και Μαγένδιος, διά να λάβωσι τον τίτλον του καθηγητού, ηναγκάσθησαν να διαγωνισθώσι προς νεανίας μόλις τελειώσαντας την ανάγνωσιν των συγγραμμάτων των ενδόξων εκείνων ανδρών!!"»45.

Τα επιχειρήματα του Cousin θα τα χρησιμοποιήσουν κατά κόρον στην Ελλάδα οι θαυμαστές του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος για να

αποκρούσουν τον διαγωνισμό. Με τον θεσμό αυτό, υποστηρίζουν, προωθούνται στο Πανεπιστήμιο οι μέτριοι, οι ημιμαθείς και οι επιπόλαιοι, ενώ αντίθετα με το γερμανικό σύστημα της άμεσης επιλογής οι σοφοί και οι άριστοι. Ποιος θα έκανε όμως την επιλογή των καθηγητών ; Στα γερμανικά Πανεπιστήμια η επιλογή γινόταν, όπως ξέρουμε, από το υπουργείο Παιδείας, αλλά με τη συμμετοχή των σχολών. Αντίθετα στην Ελλάδα το δικαίωμα αυτό το είχε μόνο το υπουργείο Παιδείας. Υπήρχε επομένως εδώ ένα πρόβλημα αξιοπιστίας και αντικειμενικής κρίσης. Στη βάση αυτή συγκροτείται από νωρίς ένας αντίλογος που θέτει υπό αμφισβήτηση το ισχύον σύστημα της άμεσης επιλογής των καθηγητών, υποστηρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό προωθούνται σε καθηγητικές θέσεις εκείνοι που έχουν καλές σχέσεις με την πολιτική εξουσία, και μάλιστα, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ένας επιστολογράφος στον Αιώνα το 1840, «οι ημιμαθείς, οι κόλακες, οι δεσποτόφρονες, οι ταρτούφοι, ενίοτε δε και αυτοί οι βδελυροί κατάσκοποι, διά να κατασκοπεύωσι τα μαθήματα και την πολιτικήν διαγωγήν των φοιτητών και των καθηγητών»46. Αντίθετα, ο θεσμός του διαγωνισμού διασφαλίζει την επιλογή των ικανότερων.

45. [Θ. Μανούσης], Περί Πανεπιστημίου εν γένει και ιδιαιτέρως περί του Οθωνείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 1845, σ. 20-21.

46. εφ. Αιών, αρ. 130, 24 Ιαν. 1840. Αντίθετες απόψεις διατυπώνονται στην εφ. Αθηνά, αρ. 688, 24 Ιαν. 1840.

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/279.gif&w=600&h=915

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, το θέμα της επιλογής του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου τίθεται από νωρίς και μάλιστα με πολιτικούς όρους από την πλευρά των οπαδών του διαγωνισμού. Οι τελευταίοι, χρησιμοποιώντας έναν φιλελεύθερο πολιτικό λόγο, φορτισμένο από το αντιβαυαρικό πνεύμα της εποχής, ταυτίζουν το ισχύον σύστημα με τον «δεσποτισμό» και την εύνοιοκρατία και διαβλέπουν σ' αυτό τη διάθεση της πολιτικής εξουσίας να

έχει υπό τον έλεγχο της το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου. Με α

νάλογο τρόπο προσεγγίζεται το θέμα λίγο μετά την επανάσταση του 1862. Μιλώντας ο Επ. Δεληγιώργης στην Εθνοσυνέλευση για τον διαγωνισμό, τον χαρακτηρίζει θεσμό κατ' εξοχήν «δημοκρατικό» και «εθνικό» και επισημαίνει ότι λόγω ακριβώς του χαρακτήρα του αυτού οι κυβερνήσεις του παρελθόντος στάθηκαν εχθρικές απέναντί του47.

Ας δούμε όμως πώς αντιμετωπίζεται το θέμα του διαγωνισμού στα σχέδια Οργανισμού του Πανεπιστημίου. Στα σχέδια που συντάσσονται πριν από το 1867 ο διορισμός των καθηγητών γίνεται από το υπουργείο Παιδείας, αλ

λά συμμετέχουν στη σχετική διαδικασία, όπως πρόβλεπε ο Κανονισμός του 1837, και οι αρμόδιες σχολές. Παρέχεται, δηλαδή, σ' αυτές το δικαίωμα να κάνουν προτάσεις η να γνωμοδοτούν για τους υποψήφιους καθηγητές. Αντίθετα, στα σχέδια που συντάσσονται από το 1867 και ύστερα (με εξαίρεση εκείνο του 1896) η εκλογή των νέων καθηγητών (όλων η μόνο των έκτακτων) γίνεται μετά από διαγωνισμό48.

Ειδικότερα, στο σχέδιο του 1867 προβλέπεται ότι οι νέοι καθηγητές διορίζονται με τον βαθμό του έκτακτου και ότι η εκλογή τους γίνεται μετά από διαγωνισμό που διενεργείται από την αρμόδια σχολή- από τη σχετική διαδι-

47. Η σχετική αναφορά στην εφ. Φοιτητής, αρ. 14,17 Σεπτ. 1869. «Προϊόν της ισότητος», που αναπτύσσεται και καρποφορεί «μόνον υπό την σκιάν της ελευθερίας», χαρακτηρίζεται από επιτροπή καθηγητών της Ιατρικής Σχολής ο θεσμός του διαγωνισμού, τον οποίο ωστόσο κατάργησε το «σύστημα της συγκεντρώσεως των εξουσιών» στη Γαλλία- η ίδια επιτροπή προσδίδει στον διαγωνισμό ελληνικά εθνικά χαρακτηριστικά: «ο διαγωνισμός είναι φυτόν απ' αιώνος εγχώριον, συμφυές με του Έθνους ημών τον φιλότιμον χαρακτήρα, διό και αν ουδαμού αλλαχού υπήρχε ποτε, παρ' ημίν έπρεπεν αναγκαίως να καλλιεργηθή» (Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 570,20 Αυγ. 1865, σ. 740).

48. Πρόταση για την εισαγωγή του διαγωνισμού υπήρξε και κατά τη σύνταξη του σχεδίου του 1860, αλλά απορρίφθηκε. Κατά την Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 20-22, ένα μέλος της επιτροπής ζήτησε την καθιέρωση του διαγωνισμού αλλά δεν έγινε δεκτός από την πλειοψηφία, με τα γνωστά επιχειρήματα: ότι ο διαγωνισμός

αναδεικνύει τους τολμηρότερους στη συζήτηση και όχι τους ικανότερους, ότι αποθαρρύνει τους έξοχους άνδρες, και ακόμη επειδή «απαιτεί προ πάντων δικαιοσύνην αυστηράν κατά την εκδίκασιν, πολλάκις ελλείπουσαν παρ' ημίν».

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/280.gif&w=600&h=915

διαδικασία εξαιρούνται μόνο οι διακεκριμένοι επιστήμονες, άλλα μετά από πρόταση των 3/4 του συνόλου των καθηγητών της σχολής (άρθρο 20). Απαραίτητες προϋποθέσεις για να συμμετάσχει ένας υποψήφιος σε διαγωνισμό είναι να

έχει διδακτορικό δίπλωμα και να έχει διδάξει «ευδοκίμως» επί δύο τουλάχιστο χρόνια ως υφηγητής η να έχει δημοσιεύσει επιστημονική πραγματεία σχετική με το μάθημα που πρόκειται να διδάξει (άρθρο 21). Στο ίδιο σχέδιο προβλέπεται ότι κανένας καθηγητής δεν διορίζεται τακτικός αν δεν έχει διδάξει πέντε τουλάχιστο χρόνια ως έκτακτος (άρθρο 24).

Η υιοθέτηση του διαγωνισμού δεν έγινε χωρίς ενδοιασμούς. «Οφείλω να ομολογήσω», γράφει ο υπουργός Παιδείας Χ. Χριστόπουλος στην Έκθεσή του προς τη Βουλή, «ότι [ο διαγωνισμός] έχει τους τε υπερασπιστάς και τους κατηγόρους αυτού εν τη Ευρώπη. Και οι μεν υπερασπιζόμενοι αυτόν ισχυρίζονται, ότι διά του μέσου τούτου καλούνται εις τας Πανεπιστημιακάς καθέδρας οι αληθώς ικανώτατοι εις κατάληψιν αυτών δοκιμαζόμενοι εν δημοσίω

αγώνι υπό τα όμματα του κοινού τελουμένω και αποκλείοντι πάσαν υπόνοιαν μεροληψίας η χάριτος· (...) ότι διά της δημοσίας ταύτης δοκιμασίας αφαιρείται από της εκτελεστικής εξουσίας η εύκολος και εξ ανάγκης πολλάκις εξολίσθησις εις διορισμόν ουχί του ικανοτέρου, αλλά του ισχυροτέρου, και ότι τέλος απαραίτητον προσόν της επιστημονικής ικανότητος είναι η παρρησία και το θάρρος, ουχί δε η δειλία και η αποδυσπέτησις. Οι δε αποδοκιμάζοντες τον διαγωνισμόν αντιπροτείνουσιν ότι εις τον διαγωνισμόν ουδέποτε προσέρχονται οι έξοχον επιστημονικήν ικανότητα κεκτημένοι, (...) οίτινες κατέκτησαν ήδη διά σπουδαίων συγγραφών και επαξίου επιστημονικής φήμης την θέσιν αυτών εν τω επιστημονικώ κόσμω· ότι επομένως ούτως ο διαγωνισμός γίνεται μόνον μεταξύ μετριοτήτων, ότι και μεταξύ αυτών ο διαγωνισμός διακρίνει πολλάκις ουχί τον ικανότερον αλλά τον μείζονα μνήμην ή απτοητότερον θάρρος έχοντα... »49.

Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει ο Χριστόπουλος τα επιχειρήματα της μιας και της άλλης πλευράς δείχνει μια αμφιταλάντευση στο αν θα έπρεπε να

αποδεχθεί το ένα η το άλλο σύστημα. Τελικά όμως προέκρινε τον θεσμό του διαγωνισμού, με το σκεπτικό ότι τα μειονεκτήματά του ήταν λιγότερα από τα πλεονεκτήματα και ότι μετριάζονταν με τις εξαιρέσεις που προβλέπονταν για τους διακεκριμένους επιστήμονες.

Μιλώντας παραπάνω ο υπουργός Παιδείας για τους «αποδοκιμάζοντες»

49. Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 2.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/281.gif&w=600&h=915

τον διαγωνισμό, αναφερόταν κυρίως στους γερμανοτραφείς καθηγητές, που επέμεναν στη διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος. Πραγματικά, οι τελευταίοι υποδέχθηκαν με δυσφορία την εισαγωγή του διαγωνισμού. Επιστρατεύοντας τα γνωστά επιχειρήματα, ο Π. Καλλιγάς θα αποδοκιμάσει την εισαγωγή του διαγωνισμού στο σχέδιο του 1867, υποστηρίζοντας ότι ο θεσμός αυτός εννοεί εκείνους που έχουν ετοιμότητα, παρρησία και «ευχέρειαν ψιττακισμού» και όχι «νουν πρωτότυπον και επιστημονικήν εμβρίθειαν»50.

Παρά ταύτα, ο θεσμός του διαγωνισμού διατηρείται στο επόμενο σχέδιο, του 1868 («Ουδείς διορίζεται καθηγητής εν τω Πανεπιστημίω, αν μη πρότερον διαγωνισθή και ευδοκιμήση περί τον διαγωνισμόν, όστις γίνεται δημοσία ενώπιον της οικείας Σχολής», με εξαίρεση και πάλι τους διακεκριμένους επιστήμονες), καθώς και στα σχέδια του 1869 και του 1870, αλλά με μια αξιοσημείωτη διαφορά στο πρώτο (του 1869): οι καθηγητές διορίζονται ως έκτακτοι μετά από διαγωνισμό, αν υπάρχουν όμως υφηγητές με διετή διδασκαλία δεν γίνεται διαγωνισμός αλλά επιλογή μεταξύ αυτών. Προβλέπεται επίσης ότι για να προβιβαστεί ένας έκτακτος καθηγητής σε τακτικό πρέπει να έχει παραμείνει τρία χρόνια στη θέση αυτή. Στο επόμενο σχέδιο, του 1874, ο διαγωνισμός είναι υποχρεωτικός για όλους τους υποψήφιους, ακόμη και για τους διακεκριμένους επιστήμονες. Υπάρχει, πάντως, και εδώ μια ευνοϊκότερη μεταχείριση των υφηγητών, αφού σε περίπτωση ισοψηφίας προτιμάται ο υφη

γητής που δίδαξε ένα τουλάχιστο έτος. Οι καθηγητές διορίζονται ως έκτακτοι και μετά από τέσσερα χρόνια διδασκαλίας γίνονται τακτικοί, υστέρα από γνωμοδότηση της οικείας σχολής (άρθρο 17). Ανάλογες με εκείνες του 1874 είναι και οι ρυθμίσεις που γίνονται στο σχέδιο του 1899. Οι καθηγητές διορίζονται με διαγωνισμό ως έκτακτοι (άρθρο 23) και προάγονται σε τακτικούς μετά από πρόταση της αρμόδιας σχολής η κατευθείαν από το υπουργείο Παιδείας, αν δεν υπάρξει σχετική πρόταση· η πρόταση της σχολής είναι υποχρεωτική για τον υπουργό αν είναι ομόφωνη (άρθρο 22).

Εξαίρεση από τα παραπάνω σχέδια αποτελεί, όπως είπαμε, εκείνο του 1896, όπου δεν προβλέπεται διαγωνισμός. Οι καθηγητές διορίζονται μετά από πρόταση των σχολών (άρθρα 27 κ.εξ.). Αν η πρόταση δεν γίνει δεκτή από το

υπουργείο Παιδείας υποβάλλεται νέα πρόταση, η οποία είναι υποχρεωτική.

50. εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 1322,18 Δεκ. 1867. Πβ. Π. Καλλιγάς, Λόγος, 1870, σ. 1112. Κατά του διαγωνισμού τάχθηκε επίσης η πλειονότητα των μελών της πανεπιστημιακής Συγκλήτου (Ε. Καστόρχης, Κ. Κοντογόνης, Δ. Αιγινίτης, Φ. Ιωάννου και Ηρ. Μητσόπουλος) κατά τη συζήτηση του σχεδίου του 1867, όταν αυτό είχε εισαχθεί ήδη στη Βουλή (Π.Σ., 30 Νοεμ. 1867).

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/282.gif&w=600&h=915

Στην περίπτωση που η σχολή δεν υποβάλλει πρόταση, το υπουργείο Παιδείας προχωρεί στην κάλυψη της κενής έδρας. Οι σχετικές διαδικασίες ακολουθούν περίπου το διάταγμα του 1882, που είχε εκδοθεί στο μεταξύ και με το οποίο θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά η συμμετοχή των σχολών στην εκλογή των καθηγητών51. Υπάρχουν όμως ανάμεσά τους δύο ουσιώδεις διαφορές. Πρώτον το διάταγμα δίνει περισσότερες εξουσίες στον υπουργό Παιδείας, αφού αυτός μπορεί να αρνηθεί και την πρώτη και τη δεύτερη πρόταση της σχολής, και δεύτερον προβλέπεται σ' αυτό και η διαδικασία του διαγωνισμού στην περίπτωση που η σχολή δεν υποβάλει εγκαίρως την πρότασή της στον υπουργό Παιδείας ή η πρότασή της δεν γίνει δεκτή.

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους συντάκτες των σχεδίων είναι η «μονιμότητα» των καθηγητών. Το θέμα αυτό ο Κανονισμός του 1837 το άφηνε, όπως ξέρουμε, ανοιχτό, με αποτέλεσμα η παραμονή των καθηγητών στη θέση τους να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διαθέσεις των εκάστοτε υ

πουργών Παιδείας. Λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα αυτή, οι συντάκτες όλων των σχεδίων εισηγούνται ένα είδος μονιμότητας των καθηγητών, αλλά υπό όρους, περιγράφοντας τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ένας καθηγητής μπορεί να χάσει τη θέση του: «ουδείς των Καθηγητών παύεται, ειμή...». Οι σχετικές περιπτώσεις είναι ποικίλες: αν καταδικαστεί για κακούργημα η άλλο σοβαρό παράπτωμα που συνεπάγεται στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, αν επιδεικνύει διαγωγή που προσβάλλει τα χρηστά ήθη, η αν η φυσική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να ασκεί τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα, οπότε παύεται και συνταξιοδοτείται.

Εκτός από τις γενικές αυτές περιπτώσεις απόλυσης, υπάρχουν σε ορισμένα σχέδια και άλλες ειδικότερες. Έτσι, στα δύο σχέδια που συντάσσονται στα 1846/47 (άρθρα 14 και 15) ορίζεται ότι ένας καθηγητής μπορεί να απολυθεί αν επιπληχθεί από τη Σύγκλητο «διότι ωμίλησεν, ή έγραψεν (...) κατά των δογμάτων της θρησκείας, η κατά του Βασιλέως» και επιμείνει στην άποψη του, ενώ σε άλλα προβλέπεται απόλυση των καθηγητών που απέχουν από τα μαθήματά τους για 3 η 6 μήνες χωρίς άδεια η που δεν εκδίδουν διδακτικά συγγράμματα για τους φοιτητές. Η τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει στο σχέδιο του 1896: «εντός της πρώτης δεκαετίας από του διορισμού αυτών οι τακτικοί καθηγηταί οφείλουσι να εκδώσωσιν εν επιστημονικώ συστήματι τας παραδόσεις αυτών, οι δε διδάσκοντες τουλάχιστον επί δεκαετίαν ήδη εν τω Πανεπιστημίω υποχρεούνται προς τούτο εντός πενταετίας από της δημοσι-

51. Βλ. εδώ, σ. 158-159.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/283.gif&w=600&h=915

δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. Οι μη συμμορφωθέντες προς την διάταξιν απολύονται της εαυτών θέσεως...» (άρθρο 41)52. Ελαφρότερες ποινές, που κλιμακώνονται από την επίπληξη και τα χρηματικά πρόστιμα ως την προσωρινή απόλυση, επιβάλλονται για έλλειψη πειθαρχίας και ευπρέπειας, παράβαση υ

πηρεσιακών καθηκόντων κλπ.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι ενώ πρόθεση των σχεδίων ήταν η κατοχύρωση της μονιμότητας των καθηγητών, έτσι ώστε η εκτελεστική εξουσία να μην μπορεί αυθαίρετα να τους απολύει, στην πραγματικότητα με τα προβλεπόμενα μέτρα επιβάλλεται ένα αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου της συμπεριφοράς και των φρονημάτων τους. Βέβαια τα μέτρα αυτά είχαν προληπτικό χαρακτήρα και είναι αμφίβολο κατά πόσο θα εφαρμόζονταν. Δείχνουν πάντως μια τάση χειραγώγησης του διδακτικού προσωπικού, που ερχόταν σε

αντίθεση με το φιλελεύθερο μοντέλο που ίσχυε στο Πανεπιστήμιο.

ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζονται και οι φοιτητές. Σε όλα σχεδόν τα σχέδια η γενική τάση είναι ο περιορισμός των ελευθεριών των φοιτητών, η καθιέρωση περισσότερων και πιο αυστηρών εξετάσεων και γενικά η εισαγωγή ενός πνεύματος πειθαρχίας στις σπουδές και την πανεπιστημιακή ζωή. Η τάση αυτή όμως δεν εντοπίζεται μόνο στα σχέδια. Υπάρχει από νωρίς και μέσα στο Πανεπιστήμιο και εκπροσωπείται, όπως έχουμε σημειώσει ήδη, από μια σχετικά μικρή ομάδα καθηγητών, οι οποίοι εκφράζουν με κάθε ευκαιρία την

αντίθεσή τους προς το φιλελεύθερο γερμανικό σύστημα. Έτσι, το 1844 καθηγητές της Νομικής διαφωνούν με το δικαίωμα που δίνει ο ισχύων Κανονισμός στους φοιτητές «να ακολουθώσι κατ' οικείαν κρίσιν τα μαθήματα» και ζητούν την καθιέρωση ετήσιων εξετάσεων53. Το τελευταίο αυτό θέμα απασχολεί την ίδια εποχή, για άλλους λόγους, και τους φοιτητές. Οι συντάκτες του γνωστού φοιτητικού φυλλαδίου Περί της καταστάσεως του Πανεπιστημίου της Ελλάδος (1849) εκφράζουν την έντονη αντίθεσή τους στο σύστημα των μοναδικών, πτυχιακών, εξετάσεων που ισχύει στο Πανεπιστήμιο, υποστηρίζοντας ότι οι

εξετάσεις αυτές «όχι μόνον καθ' εαυτάς άσκοποι αποβαίνουσιν, αλλά και επι-

52. Η υποχρέωση των καθηγητών να εκδώσουν μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τον διορισμό τους τις παραδόσεις τους υπάρχει και στο σχέδιο του 1867 (άρθρο 28).

53. Π.Σ.Ν.Σ.,8 Μαΐου 1844.

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/284.gif&w=600&h=915

επιβλαβείς εις τους φοιτητάς, αναγκαζομένους να παρατείνωσι τας σπουδάς των

επί επταετίαν και οκταετίαν». Αυτό που ζητούν είναι ένα ορθολογικότερο σύστημα που θα προβλέπει, εκτός από τις πτυχιακές, και ετήσιες εξετάσεις, ό

πως γίνεται στη Γαλλία και αλλου· με τον τρόπο αυτό «οι φοιτηταί και εκ της ευγενούς αμίλλης ορμώμενοι, και τον εις μάτην δαπανώμενον χρόνον οικονομούντες, ήθελον παρέχει εγγυήσεις ασφαλείς και δι' εαυτούς και διά την Έπιστήμην»54. Είναι πιθανό ότι οι φοιτητές μεταφέρουν εδώ τις απόψεις καθηγητών της Νομικής που έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια στο συγκεντρωτικό γαλλικό σύστημα.

Οξύτερη είναι η κριτική που ασκεί μερικά χρόνια αργότερα ο Δ. Στρούμπος. Καθηγητής της Φιλοσοφικής, σπουδασμένος στη Γαλλία, ο Στρούμπος

επισημαίνει το 1855, σε μια μελέτη του για την εκπαίδευση, τα αρνητικά αποτελέσματα που έχει στην επιστημονική συγκρότηση των φοιτητών η ελευθερία να παρακολουθούν με οποία τάξη θέλουν τα μαθήματα της σχολής τους. «Οι πλείστοι των φοιτητών», γράφει, «είτε εξ αγνοίας, είτε υπό εσφαλμένης κρίσεως οδηγούμενοι δεν καρπούνται αρκούντως εκ της σπουδής, επειδή ακροώνται φύρδην μύγδην κατά το δοκούν αυτοίς γενικών και ειδικών τε μαθημάτων συγχρόνως, τούτων δε πάλιν υπεκφεύγουσι τινά εν γνώσει η εξ ανάγκης, προερχομένης εκ της περί την σπουδήν αταξίας, ην προέκριναν (...) Άλλοι αρχόμενοι της ακροάσεως μαθήματος τίνος από του μέσου, προβαίνουσιν

αμεθόδως και δεν ωφελούνται εκ της γνώσεως των προηγουμένων προς εξήγησιν των επομένων». Για την αποφυγή των «άτοπων» αυτών, υπενθυμίζει,

εδόθησαν κατά καιρούς στους φοιτητές γραπτές η «από καθέδρας» οδηγίες· όλες όμως απέβησαν ανίσχυρες, γι' αυτό χρειάζεται «ίνα επιβληθή διά νόμου η τάξις»55. Με άλλα λόγια, πρέπει να κατοχυρωθεί θεσμικά η υποχρέωση των φοιτητών να παρακολουθούν με ορισμένη τάξη τα μαθήματα της σχολής τους. Όχι όμως μόνο αυτό. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει και ένας αυστηρός έλεγχος της προόδου τους στα μαθήματα, πράγμα που δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με την καθιέρωση ετήσιων εξετάσεων.

Οι προτάσεις του Στρούμπου, τις οποίες ασπάζονται και άλλοι συνάδελφοι του, όπως ο Σαρίπολος, απορρέουν από μια αντίληψη που θέλει το Πανεπιστήμιο ένα αυστηρά πειθαρχημένο εκπαιδευτικά ίδρυμα, το οποίο δίνει έμφαση στα πρακτικά αποτελέσματα των σπουδών. Στο σχήμα αυτό δεν έχουν

54. Περί της καταστάσεως του Πανεπιστημίου της Ελλάδος υπό τίνων φοιτητών, Αθήνα 1849, σ. 8.

55. Δ. Σ. Στρούμπος, Το μέλλον ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως, Αθήνα 1855, σ. 73.

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/285.gif&w=600&h=915

θέση οι πολλές ακαδημαϊκές ελευθερίες, διότι αποσπούν τους φοιτητές από το κύριο έργο τους, υποθάλπουν την «αγυρτείαν και ημιμάθειαν» και ζημιώνουν τους ίδιους και την κοινωνία. Αντί της απεριόριστης ελευθερίας, γράφει ο Στρούμπος, που κηρύσσουν οι «γερμανίζοντες» συνάδελφοι του, αυτός προτιμά την «υποχρέωσιν», ακόμη και στην περίπτωση που αυτή περιορίζει την

ελευθερία του ατομου56.

Αν και οι θέσεις αυτές δεν εκφράζουν την πλειονότητα των καθηγητών, συζητούνται όμως στο Πανεπιστήμιο και ενσωματώνονται βαθμιαία στα σχέδια Οργανισμού του ιδρύματος. Ήδη στο σχέδιο του 1844 διαπιστώνουμε μια κάποια τάση περιορισμού του δικαιώματος των φοιτητών να οργανώνουν

ελεύθερα τις σπουδές τους. Σύμφωνα με το άρθρο 41, «Έκαστος Φοιτητής

εκλέγει ελευθέρως οποιονδήποτε κλάδον και οποιονδήποτε μάθημα εγκρίνει, οδηγείται δε ως προς την τάξιν της ακροάσεως αυτών υπό των εν άρθ. 12

αναφερομένων οδηγιών των Σχολών μόνος δ' έλεγχος εκάστου είναι αι διά του άρθ. 50 οριζόμεναι εξετάσεις». Το άρθρο αυτό ακολουθεί σε γενικές γραμμές το άρθρο 18 του Κανονισμού του 1837: διατηρεί το καθεστώς της μιας και μοναδικής εξέτασης των φοιτητών στο τέλος των σπουδών τους και

επιβεβαιώνει το δικαίωμά τους να εκλέγουν τον κλάδο και τα μαθήματα που

επιθυμούν. Παρατηρούμε όμως ότι απαλείφεται ένα μέρος του άρθρου 18, αυτό που άφηνε τους φοιτητές να αποφασίζουν οι ίδιοι σχετικά με την «εκλογήν της τάξεως, καθ' ην θέλουν αποκτάσθαι διαφόρους γνώσεις». Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι και με τη μορφή αυτή το άρθρο 41 εξαφανίζεται στα σχέδια που συντάσσονται στα επόμενα χρόνια.

Σε ανάλογη κατεύθυνση κινούνται και οι αλλαγές που γίνονται στον θεσμό των εξετάσεων. Στο σχέδιο Οργανισμού του 1860 εισάγονται για πρώτη φορά ετήσιες εξετάσεις. Οι φοιτητές υποχρεώνονται, εκτός από τις εξετάσεις για το δίπλωμα, να υποβάλλονται στο τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους η κατά την έναρξη του επόμενου σε προφορικές εξετάσεις (άρθρο 36). Η καθιέρωση του μέτρου αυτού επιβάλλεται, κατά την Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής, από παιδαγωγικούς κυρίως λόγους : «το σύστημα τούτο κηδεμονευτικώτερον αναγκάζει τον φοιτητήν να ήναι ενήμερος εις τας μελέτας του, εμποδίζει την κακήν χρήσιν του χρόνου, και να προσλαμβάνη ως σύμμαχον της επιμε-

56. Βλ. Δ. Σ. Στρούμπος, «Συζήτησις ζητημάτων εκ των περί Πανεπιστημιακής παιδεύσεως», Πανδώρα 6,1855-56, σ. 583, 584. Σε ανάλογη ορθολογιστική βάση στηρίζεται και η κριτική του πανεπιστημιακού συστήματος που κάνει το 1853 ο γνωστός οικονομολόγος Αριστείδης Οικονόμος, προτείνοντας και αυτός να καθιερωθούν ετήσιες

εξετάσεις. Βλ. εφ. Ο Παλαιός Καλαβρυτινός, αρ. 2,1 Δεκ. 1853 και 3,13 Δεκ. 1853.

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/286.gif&w=600&h=915

επιμελείας του, την ανάμνησιν ότι κατά το τέλος του έτους θέλει παρουσιασθή ενώπιον των εξεταστών του»57. Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος που επιβάλλει, κατά τους συντάκτες της Έκθεσης, το σύστημα των ετήσιων εξετάσεων: το ότι αυτό είναι «συμφωνότερον προς την ζωηρότητα και τον πνευματικόν χαρακτήρα του Έλληνος φοιτητού». Με άλλα λόγια, οι έλληνες φοιτητές είναι από τη φύση τους ζωηροί και ατίθασοι και χρειάζονται περιορισμούς58. Με ανάλογα επιχειρήματα θα υπερασπιστεί την «καινοτομία» των ετήσιων εξετάσεων και ο υπουργός Παιδείας στη Βουλή: «το Γαλλικόν σύστημα», υποστήριξε, θα είναι για τον φοιτητή μία «διηνεκής νουθέτησις κατά πάσης τυχόν

αμελείας και ισχυρός σύμμαχος της επιμελείας αυτού»59.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση για την εισαγωγή ετήσιων εξετάσεων δεν ήταν ομόφωνη. Ένα από τα μέλη της επιτροπής που συνέταξε το σχέδιο, προφανώς θιασώτης του φιλελεύθερου γερμανικού συστήματος, διαφώνησε,

υποστηρίζοντας ότι «η κηδεμονευτική μέθοδος των ενιαυσίων εξετάσεων» αντίκειται στην ελευθερία της επιστήμης και ταιριάζει στους μαθητές της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης, όχι στους φοιτητές. Το Πανεπιστήμιο δεν ζητεί «μηχανικήν τινα σπουδήν γνώσεων, ή μνημονικού εξάσκησιν αλλά την εγερσιν εν εαυτώ του επιστημονικού πνεύματος, και την μέθοδον του να ευρίσκη την επιστημονικήν αλήθειαν». Ο σκοπός αυτός δεν επιτυγχάνεται παρά μέσα από ένα φιλελεύθερο σύστημα που «εκλαμβάνει τους φοιτητάς ως άνδρας, ικανώς ελευθέρους να σπουδάσωσιν, επιδιώκοντας ανέτως τον σκοπόν της επιστήμης, μεθοδολογούντας κατ' ιδίαν κρίσιν τας σπουδάς των, επωάζοντας επί τριετίαν ή επί τετραετίαν τας γνώσεις των και παράγοντας αυτάς ανωδύνως κατά την εξέτασιν...»60.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η πρόταση για επιβολή ετήσιων εξετάσεων ήταν συγκυριακή. Ότι οφειλόταν, δηλαδή, στη σύνθεση της επιτροπής που συνέταξε το σχέδιο -στην οποία μειοψηφούσαν οι ακραιφνείς οπαδοί του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος- και βέβαια στις επιλογές του υ

πουργού Παιδείας Θ. Ζαΐμη. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η σχετική πρόταση δείχνει ότι είχε αρχίσει να επικρατεί στο Πανεπιστήμιο, και μάλιστα και στον

57. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτρεπτής, ό.π., σ. 27.

58. Στο ίδιο, σ. 27. Την «ζωηρότητα του Ελληνικού πνεύματος» επικαλείται και ο πρύτανης Ν. Δαμασκηνός το 1882, για να δικαιολογήσει την ανάγκη επιβολής ετήσιων

εξετάσεων στους φοιτητές. Βλ. Ν. Δαμασκηνός, Λόγος, 1884, σ. 7.

59. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής κατά την πρώτην σύνοδον της έκτης βουλευτικής περιόδου, ό.π., σ. 1094.

60. Έκθεσις της Εισηγητικής Επιτροπής, ό.π., σ. 28, 29.

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/287.gif&w=600&h=915

κύκλο των γερμανοτραφών καθηγητών, η άποψη ότι χρειαζόταν μια ορθολογικότερη οργάνωση των σπουδών· ότι το φιλελεύθερο μοντέλο, το οποίο απάλλασσε τους φοιτητές από κάθε εξέταση πριν από το δίπλωμα, δεν είχε αποδώσει τους αναμενόμενους καρπούς και έπρεπε να υπάρξει ένας έλεγχος της προόδου τους, που θα τους υποχρέωνε να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις σπουδές τους. Χαρακτηριστική είναι η θέση που διατυπώνει το 1860 ένας πανεπιστημιακός, οπαδός του φιλελεύθερου γερμανικού συστήματος. Μολονότι διαφωνεί με τον θεσμό των ετήσιων εξετάσεων που εισήγαγε το σχέδιο του 1860, θεωρώντας τον ασύμφωνο «προς την φύσιν των Πανεπιστημίων, και μάλιστα εν τη Γερμανία», κάνει όμως μια παραχώρηση: επειδή η Ελλάδα δεν

έχει ούτε Γυμνάσια ούτε μαθητές του επιπέδου της Γερμανίας, προτείνει οι φοιτητές να εξετάζονται στο τέλος του δεύτερου έτους στα γενικά και ειδικά μαθήματα της σχολής τους και κατόπιν να αφήνονται ελεύθεροι στις σπουδές τους61. Πιο απόλυτοι στο θέμα των εξετάσεων ήταν βέβαια οι θιασώτες του συγκεντρωτικού γαλλικού συστήματος: γι' αυτούς ο φοιτητής έπρεπε απαραιτήτως να βρίσκεται κάτω από την άγρυπνη κηδεμονία του Πανεπιστημίου και να υπόκειται σε συνεχείς εξεταστικούς ελέγχους62.

Παρά ταύτα, το Πανεπιστήμιο δεν ήταν ακόμη έτοιμο να δεχθεί μια ριζική μεταρρύθμιση του εξεταστικού συστήματος. Έτσι, όταν μερικά χρόνια αργότερα το υπουργείο Παιδείας θα εισαγάγει και πάλι, στο σχέδιο του 1867, τον θεσμό των ετήσιων εξετάσεων (άρθρα 49-53), με το επιχείρημα ότι «οι φοιτηταί του εθνικού ημών Πανεπιστημίου έχουσιν ανάγκην χειραγωγήσεως τινός και επιτηρήσεως (...) ίνα μη εις την ιδίαν εαυτών κρίσιν εφιέμενοι την ευόλισθον και ευπερίσπαστον εκτρέπονται και άκοντες πολλάκις της οδού ην εξελέξαντο...»63, η Σύγκλητος θα εκφράσει την αντίθεσή της64. Είναι ενδιαφέρον

61. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 48-50.

62. Ν. I. Σαρίπολος, «Υπόμνημα περί του κατωτέρου κλήρου και περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 16, 1865-66, σ. 257-258. Υπέρ των ετήσιων εξετάσεων τάσσεται το 1865 και η «γαλλίζουσα» επιτροπή καθηγητών της Ιατρικής στις γνωμοδοτήσεις της για τη μεταρρύθμιση της σχολής (βλ. εδώ, σ. 260, σημ. 2)· ο μόνος που διαφωνεί είναι ο Δαμιανός Γεωργίου, υποστηρίζοντας ότι οι ετήσιες εξετάσεις περιορίζουν την ελευθερία της επιστήμης και υποβιβάζουν τους φοιτητές σε μαθητές Γυμνασίου. Εφημερίς των Φιλομαθών, αρ. 569, 7 Αυγ. 1865, σ. 730-731· πβ. Ιω. Ζωχιός, Της εν Αθήναις Ιατρικής Σχολής ο νέος Οργανισμός, ό.π., σ. 18-19.

63. Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 2.

64. Απόσπασμα του σχετικού εγγράφου δημοσιεύεται στην Εισηγητική Έκθεση του σχεδίου του 1869 (Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 3).

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/288.gif&w=600&h=915

όμως ότι οι αιτιάσεις της επικεντρώνονται σε πρακτικά κυρίως ζητήματα: στο ότι το προσωπικό του Πανεπιστημίου ήταν πολύ μικρό για να καλύψει τις α

νάγκες διεξαγωγής των εξετάσεων -οι οποίες, κατά τους υπολογισμούς της Συγκλήτου, θα απαιτούσαν πολύ χρόνο (τρεις ολόκληρους μήνες)- και στο ότι οι σχετικές διαδικασίες θα μείωναν δραστικά τον χρόνο διδασκαλίας. Το γεγονός ότι η Σύγκλητος αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τα γνωστά επιχειρήματα κατά των εξετάσεων αποτελεί ίσως ένα δείγμα υποχώρησης. Δεν λείπουν όμως και πάλι εκείνοι που θεωρούν απαράδεκτο για το Πανεπιστήμιο

έναν τέτοιο θεσμό. Με την υποβολή των φοιτητών σε εξετάσεις, υποστηρίζει ο καθηγητής της Νομικής Π. Καλλιγάς σε μια δριμύτατη επίκριση του σχεδίου του 186765, ο υπουργός θέλει «να σχηματίση εν τω πανεπιστημίω νευρόσπαστα» και όχι συγκροτημένους επιστήμονες. Η ανώτερη εκπαίδευση αποτείνεται στην κρίση και δεν επιδέχεται κανένα περιορισμό στη μάθηση. Εξάλλου, «η μακρά πείρα απέδειξεν ότι ο φοιτητής αφιέμενος ελεύθερος, ει και

αποβάλλει χρόνον τινά εν αρχή, μεχρισού εύρη την πυξίδα, αλλ' επί τέλους ανακαλύπτει μόνος τον στίβον. Διά το τελικόν αποτέλεσμα είναι αδιάφορον τίνος επιμελήται τις πρώτου και τίνος τελευταίου, διότι άπασαι αι οδοί άγουν εις το αυτό, το δε κύριον είναι ακολουθών την ροπήν του ιδίου νοός και οιστρηλατούμενος υπό της περιέργου φιλομαθείας, να καταγίνεται τις μετά ζέσεως εις ο, τι καταγίνεται (...) Άφετε έκαστον να επιδώση εις ό,τι αρέσκεται». Οι ετήσιες εξετάσεις δημιουργούν όμως, κατά τον Καλλιγά, και πρακτικά προβλήματα: πώς θα ελέγξει ένας καθηγητής 300-400 φοιτητές και πόσο δίκαιη μπορεί να είναι η κρίση του ;

Οι αντιδράσεις αυτές συνετέλεσαν στο να απαλειφθούν από τα επόμενα σχέδια οι ετήσιες εξετάσεις. Ο μόνος νεωτερισμός που εισάγεται σ' αυτά είναι ο θεσμός των εξετάσεων στα γενικά και βοηθητικά μαθήματα μετά το δεύτερο έτος σπουδών, ο οποίος, όπως είδαμε παραπάνω, ενσωματώθηκε στο θεσμικό πλαίσιο του Πανεπιστημίου το 1882. Η υποχώρηση αυτή δικαιολογείται από τον υπουργό Παιδείας Δ. Σαράβα το 1869 με τα γνωστά επιχειρήματα των οπαδών του γερμανικού φιλελευθερισμού, στα οποία προστίθεται ένα ακόμη : το ότι η εισαγωγή των ετήσιων εξετάσεων θα απαιτούσε μια γενικότερη

αλλαγή του πανεπιστημιακού συστήματος66.

Παράλληλα με τις ετήσιες εξετάσεις τίθεται σε ορισμένα σχέδια και το θέμα των εισαγωγικών εξετάσεων για την εγγραφή των μαθητών στο Πανεπιστήμιο

65. εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 1322,18 Δεκ. 1867 και αρ. 1323,19 Δεκ. 1867.

66. Βλ. Έκθεσις επί του περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Νομοσχεδίου, ό.π., σ. 3.

Σελ. 288
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 269
    

    στημίου, να αποφαίνεται για τον προϋπολογισμό και απολογισμό του ιδρύματος και να γνωμοδοτεί για όλα τα ζητήματα του Πανεπιστημίου που χρειάζονται έγκριση η απόφαση του υπουργείου Παιδείας. Δικαιολογώντας τη θεσμοθέτηση του οργάνου αυτού ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευταξίας επισημαίνει ότι η αλλαγή κάθε χρόνο των πανεπιστημιακών αρχών και οι συχνές αλλαγές υπουργών συντελούσαν «ώστε να μη υπάρχη τι πάγιον εν τη καθόλου διοικήσει του πανεπιστημίου». Με τη δημιουργία του «Εποπτικού Συμβουλίου» αίρεται, κατά τον υπουργό Παιδείας, η αστάθεια αυτή και συγχρόνως

    επιτυγχάνεται μια κάποια αποκέντρωση ωφέλιμη για το Πανεπιστήμιο, αφού οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται τώρα αποκλειστικά από τον εκάστοτε υ

    πουργό Παιδείας και τους τμηματάρχες του27.

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

    Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους συντάκτες των σχεδίων ήταν η αναδιάρθρωση των σχολών: η δημιουργία τμημάτων σ' αυτές και κυρίως η αυτονόμηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική. Το δεύτερο από τα ζητήματα αυτά είχε τεθεί, όπως ξέρουμε, πριν ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο, φέρνοντας σε αντίθεση τους οπαδούς των γερμανικών και γαλλικών πανεπιστημιακών προτύπων. Συνέχισε όμως να βρίσκεται στην επικαιρότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε το μαθηματικό και το φυσικό τμήμα αποτέλεσαν ιδιαίτερη σχολή (1904). Στα περισσότερα σχέδια Οργανισμού οι σχολές παραμένουν τέσσερις, με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες να ανήκουν στη Φιλοσοφική. Σε δύο μόνο σχέδια, του 1896 και 1899, αυξάνονται σε πέντε με τη διαίρεση της Φιλοσοφικής σε δύο σχολές : την καθαυτό Φιλοσοφική και τη Σχολή των φυσικομαθηματικών επιστημών. Το θέμα όμως είχε απασχολήσει τους συντάκτες και άλλων προγενέστερων σχεδίων, από το 1860 ήδη.

    Η συντακτική επιτροπή του σχεδίου του 1860 απαρτιζόταν, όπως είπαμε, από καθηγητές του Πανεπιστημίου. Κατά τη σύνταξή του εκδηλώθηκαν δύο

    αντίθετες τάσεις. Κατά την πρώτη, που υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, το καθεστώς των σχολών έπρεπε να παραμείνει αμετάβλητο , ενώ κατά τη δεύτερη έπρεπε να αυτονομηθούν οι φυσικομαθηματικές

    27 . Βλ. Έκθεση του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία στο Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1899, σ. 970-971.