Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 305-324 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/305.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Στην περίοδο 1837-1890/1 εγγράφονται στις τέσσερις πανεπιστημιακές σχολές 16.825 φοιτητές1, ενώ στο Φαρμακευτικό Σχολείο 682: συνολικά, 17.507 φοιτητές (βλ. Πίν. 8). Ο αριθμός των εγγραφών όμως δεν αντιστοιχεί απολύτως στον αριθμό των εγγεγραμμένων. Όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και παρακάτω, ορισμένοι φοιτητές έχουν κάνει δύο εγγραφές : μία πρώτη στο Φαρμακευτικό Σχολείο, που είχε, όπως είπαμε, δικό του Μητρώο, και μία δεύτερη σε άλλη πανεπιστημιακή σχολή (κυρίως στην Ιατρική), και αντιστρόφως. Ο αριθμός των διπλών εγγραφών είναι δύσκολο να εξακριβωθεί, διότι προϋποθέτει την ταύτιση των ονομάτων, η οποία δεν είναι εύκολη λόγω των συνωνυμιών και της μεγάλης συχνά χρονικής απόστασης που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο εγγραφές. Στο Μητρώο φοιτητών σημειώνονται 46 διπλές

εγγραφές. Φαίνεται όμως ότι ο αριθμός τους ήταν διπλάσιος.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε σημειώνεται μια σημαντική αλλαγή στη συγκρότηση του φοιτητικού σώματος : το 1890/91, όπως αναφέρθηκε ήδη, εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή η πρώτη φοιτήτρια, ανοίγοντας τον δρόμο για την είσοδο των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Δύο χρόνια αργότερα (1892/93) εγγράφονται τέσσερις φοιτήτριες, δύο στη Φιλοσοφική και δύο στην Ιατρική, το 1894/95 μία (στην Ιατρική) και το 1895/96 επτά (τρεις στη Φιλοσοφική, τρεις στην Ιατρική και μία στο Φαρμακευτικό Σχολείο). Οι εγγραφές θα συνεχιστούν με χαμηλό ρυθμό και στα

επόμενα χρόνια, έτσι ώστε ως τα τέλη του αιώνα θα έχουν γραφτεί συνολικά 20 φοιτήτριες: 13 στη Φιλοσοφική (8 στο φιλολογικό τμήμα, 4 στο μαθηματικό και 1 στο φυσικό), 8 στην Ιατρική και 1 στο Φαρμακευτικό Σχολείο2.

1. Ο πίνακας των εγγεγραμμένων φοιτητών, που δημοσιεύεται στον τόμο Τα κατά την εβδομηκοστήν πέμπτην αμφιετηρίδα της ιδρύσεως του Εθνικού Πανεπιστημίου, ό.π., δίνει για την περίοδο 1837-1890/1 16.840 φοιτητές, αντί 16.825.

2. Τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία προέρχονται από τη μελέτη της Σιδηρούλας

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/306.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 8

Εγγραφές φοιτητών κατά έτη και σχολές

Εγγραφές φοιτητών κατά έτη και σχολές

Έτος

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Φαρμακευτ. —

Σύνολο

1837/8

7

22

5

18

52

1838/9

2

10

16

15

43

1839/0

1

6

5

7

5

24

1840/1

5

17

7

6

5

40

1841/2

7

14

13

12

10

56

1842/3

2

14

21

13

4

54

1843/4

3

13

33

12

12

73

1844/5

13

28

35

10

86

1845/6

5

19

52

39

4

119

1846/7

1

25

47

19

4

96

1847/8

2

34

61

26

11

134

1848/9

8

31

62

23

7

131

1849/0

7

27

62

29

9

134

1850/1

1

30

81

28

9

149

1851/2

6

43

106

29

18

202

1852/3

9

67

90

49

13

228

1853/4

9

77

73

21

16

196

1854/5

4

65

46

29

24

168

1855/6

6

58

39

23

17

143

1856/7

14

100

47

25

10

196

1857/8

8

56

35

12

111

1858/9

7

102

38

26

173

1859/0

4

100

54

42

3

203

1860/1

11

127

43

44

8

233

1861/2

8

79

32

40

159

1862/3

17

171

45

59

7 1

300

1863/4

10

174

76

77

19

356

1864/5

9

113

44

43

10

219

1865/6

20

143

69

57

9

298

1866/7

11

141

70

54

13

289

1867/8

14

148

82

51

9

304

1868/9

3

144

82

35

13

277

1869/0

7

106

111

39

18

281

1870/1

9

133

125

34

19

320

1871/2

6

102

109

52

15

284

1872/3

8

112

114

57

25

316

1873/4

9

151

137

53

11

361

1874/5

10

139

131

61

28

369

1875/6

10

140

122

95

5

372

1876/7

8

176

147

116

5

452

1877/8

15

163

150

83

15

426

Σελ. 306
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/307.gif&w=600&h=915

Έτος

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Φαρμακευτ.

Σύνολο

1878/9

18

207

146

99

9

479

1879/0

8

264

189

109

4

574

1880/1

11

265

181

94

10

561

1881/2

15

315

187

101

17

635

1882/3

6

338

173

129

11

1

658

1883/4

8

314

198

135

11

2

668

1884/5

7

301

141

122

12

1

584

1885/6

6

328

223

133

10

6

706

1886/7

10

345

200

153

31

739

1887/8

10

350

210

172

30

772

1888/9

5

391

202

191

40

2

831

1889/0

10

391

206

239

29

4

879

1890/1

17

428

250

249

48

2

994

1837-1890/1 434

7.642

5.216

3.514

682

19

17.507

1891/2

11

427

282

257

46

1.023

1892/3

11

288

207

134

25

665

1893/4

16

441

316

139

44

956

1894/5

5

449

291

156

18

919

1895/6

18

567

298

116

59

1.058

1896/7

14

461

265

99

49

888

1897/8

24

309

194

71

30

628

1898/9

17

342

201

81

28

669

1899/0

23

388

184

69

33

697

1900/1

14

337

130

102

19

602

1837-1900/1 587

11.651

7.584

4.738

1.033

19

25.612

Πηγές: Μητρώο φοιτητών (1837-1890/1) και Τα κατά την εβδομηκοστήν πέμπτην αμφιετηρίδα, ό.π., σ. 367 (για την περίοδο 1891/2-1900/1)· από την τελευταία πηγή προέρχονται και οι εγγραφές στο Φαρμακευτικό Σχολείο.

Σελ. 307
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/308.gif&w=600&h=915

Πρόκειται κυρίως για κόρες αστικών οικογενειών, οι οποίες, ξεπερνώντας ποικίλες δυσκολίες και προβλήματα, στα οποία αναφερθήκαμε ήδη, αρχίζουν από την εποχή αυτή να διεκδικούν μια θέση στον χώρο της πανεπιστημιακής

εκπαίδευσης. Οι σχολές που συγκεντρώνουν τις προτιμήσεις τους είναι, όπως βλέπουμε, η Φιλοσοφική και η Ιατρική: δύο σχολές που οδηγούν σε επαγγέλματα που θεωρούνται ότι προσιδιάζουν περισσότερο στη φύση, τα «χαρίσματα» και τις δεξιότητες της γυναίκας. Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και στα ξένα Πανεπιστήμια. Έτσι, στη Γερμανία το 1913/14 οι μισές φοιτήτριες (52%) σπουδάζουν φιλολογία, 23% ιατρική, 17% φυσικομαθηματικές επιστήμες και 4% νομικά. Παρόμοια είναι η κατανομή των φοιτητριών και στη Γαλλία3.

Μια γενική διαπίστωση που προκύπτει από τη μελέτη των εγγραφών στα χρόνια 1837-1890/1 είναι η ανοδική πορεία τους (Πίν. 8 και Διάγρ. 1). Στον πρώτο χρόνο λειτουργίας του Πανεπιστημίου εγγράφονται 52 φοιτητές. Στα αμέσως επόμενα χρόνια ο αριθμός των εγγραφών εμφανίζει μια κάμψη -φυσιολογική, θα λέγαμε, καθώς τα πράγματα ήταν ακόμη ρευστά- και κατόπιν οι εγγραφές αρχίζουν να αυξάνονται. Στη δεκαετία του 1840 εγγράφονται 923 φοιτητές. Στη δεκαετία του 1850 σημειώνεται μια αύξηση της τάξης του 91,5%, σε σχέση με την προηγούμενη, ενώ στις δύο επόμενες δεκαετίες (του 1860 και 1870) η αύξηση είναι 53,6% και 45,5%, αντίστοιχα, σε σχέση πάντα με την

αμέσως προηγούμενη. Πολύ μεγαλύτερη είναι η άνοδος στη δεκαετία του 1880, όπου οι εγγραφές αυξάνονται κατά 78,1% σε σχέση με τη δεκαετία του 1870 και φτάνουν, θα λέγαμε, σε οριακό σημείο, καθώς από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας η ανοδική τάση μειώνεται.

Αυτή είναι η γενική εικόνα των εγγραφών. Ας δούμε όμως τα πράγματα από πιο κοντά. Όπως παρατηρήσαμε ήδη, η ανοδική τάση των εγγραφών δεν είναι ίδια σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε. ιδιαίτερα στις πρώτες και την τελευταία δεκαετία του αιώνα, ο αριθμός των εγγραφών παρουσιάζει αξιοσημείωτες διακυμάνσεις. Η πρώτη σοβαρή κάμψη των εγγραφών σημειώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1850. Το 1852/53 είχαν γραφτεί στο Πανεπιστήμιο 228 φοιτητές. Στα αμέσως επόμενα χρόνια ο αριθμός τους μειώνεται σταδιακά και πέφτει το 1855/56 στους 143. Η κάμψη αυτή οφείλεται σε συγκυ-

Ζιώγου-Καραστεργίου, «Προ των Προπυλαίων: Η εξέλιξη της ανώτατης εκπαίδευσης των γυναικών στην Ελλάδα», Εκπαίδευση και φύλο. Ιστορική διάσταση και σύγχρονος προβληματισμός, επιμ. Β. Δεληγιάννη και Σ. Ζιώγου, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1994, σ. 365.

3. Michèle Tournier, L'accès des femmes aux études universitaires en France et en Allemagne (1861-1967), Contribution a l'étude de l'enseignement féminin en France et en Allemagne durant ces 100 dernières années, Thèse de 3ème cycle, Παρίσι 1972, σ. 54,67.

Σελ. 308
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/309.gif&w=600&h=915

συγκυριακούς λόγους. Η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων που προκάλεσε ο Κριμαϊκός πόλεμος και ιδιαίτερα η εμφάνιση της χολέρας στην πρωτεύουσα,

εξαιτίας της οποίας έκλεισε το Πανεπιστήμιο για τρεις μήνες, στις αρχές του

ακαδημαϊκού έτους 1854/554, εμπόδισαν αρκετούς μαθητές, ομογενείς κυρίως, να έρθουν στην Αθήνα για να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο5. Στα επόμενα χρόνια οι εγγραφές ξαναβρίσκουν σταδιακά τον κανονικό ρυθμό τους.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα κάμψη σημειώνεται το 1861/62, οπότε οι εγγραφές από 233 που ήταν το προηγούμενο έτος πέφτουν στις 158. Τους λόγους της μείωσης αυτής πρέπει να τους αναζητήσουμε μάλλον στο ταραγμένο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της εποχής. Το 1861 το αντιοθωνικό κίνημα βρίσκεται σε έξαρση και επηρεάζει αρνητικά την προσέλευση στο Πανεπιστήμιο. Το αντίθετο ακριβώς φαινόμενο παρατηρείται αμέσως μετά την έξωση του Όθωνα. Το 1862/63 οι εγγραφές διπλασιάζονται σχεδόν, φτάνοντας τις 301,

ενώ το επόμενο έτος ανεβαίνουν ακόμη ψηλότερα (356). Η μεγάλη αύξηση των εγγραφών στα δύο αυτά χρόνια είχε στενή σχέση με την πολιτική αλλαγή του 1862 : με τις αισιόδοξες προοπτικές που δημιούργησε η έξωση του Όθωνα αλλά και με την αίγλη που απέκτησε το Πανεπιστήμιο με την πραγματική και συμβολική συμμετοχή του στο αντιδυναστικό κίνημα, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Τον συγκυριακό χαρακτήρα της μεγάλης συρροής μαθητών στο Πανεπιστήμιο δείχνει και το γεγονός ότι στα επόμενα χρόνια ο ρυθμός αύξησης των εγγραφών μειώνεται, ξαναγυρίζοντας στα παλαιότερα επίπεδα. Μπορούμε να πούμε ωστόσο ότι η αύξηση των φοιτητών στη διετία 1862-1864 προεξαγγέλλει τις αλλαγές που θα σημειωθούν στα επόμενα χρόνια. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1870 ο ρυθμός των εγγραφών ακολουθεί μια νέα, ταχύτερη, ανοδική πορεία, η οποία θα διαρκέσει είκοσι περίπου χρόνια.

Σχολιάζοντας το 1873 ο πρύτανης Ευθ. Καστόρχης την αιφνίδια αύξηση των φοιτητών θα εκφράσει αμφιβολίες για το αν τα «τοιαύτα πηδήματα» είναι

ενδεικτικά της «φιλομάθειας» των νέων. Οι αιτίες, υποστηρίζει, πρέπει να αναζητηθούν αλλού: στις «ανώμαλες» πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την έξωση του Όθωνα και, κυρίως, στη σπουδή των νέων «όπως όσον τα-

4. Κ. Κοντογόνης-Ι. Ολύμπιος, Λόγοι, 1856, σ. 3.

5. Αναφερόμενος στη μείωση των φοιτητών ο πρύτανης I. Ολύμπιος σημειώνει το 1856: «... αι προηγηθείσαι και εισέτι τότε υπάρχουσαι δειναί του πολέμου, ουχ ήττον δε και της χολέρας προς ταις αρχαίς του ακαδημαϊκού έτους κατά την Ακαρνανίαν και

αλλαχού της Ευρώπης ενσκηψάσης, περιπέτειαι, πολλών την εις το ημέτερον πανεπιστήμιον φοίτησιν μη επιτρέψασαι, δικαιολογούν απολύτως το ελάσσωμα τούτο» (I. Ολύμπιος, Λόγος, 1857, σ. 4).

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/310.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1 Εγγραφές φοιτητών κατά έτος (βλ. Πίν. 8)

τάχιον διέλθωσιν (...) τας της παιδείας βαθμίδας, αποκτήσωσι τα παρά του νόμου απαιτούμενα προσόντα και δι' αυτών εισπηδήσωσι ταχύτερον εις τας της πολιτείας θέσεις, οιαδήποτε και αν ήναι η τούτων επιστημονική ικανότης»6. Η ερμηνεία αυτή, μολονότι συνδέει σωστά την αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού με το 1862, δεν αρκεί όμως να εξηγήσει τη μεγάλη έλξη που ασκούν οι πανεπιστημιακές σπουδές στη νεολαία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, τις αιτίες του οποίου πρέπει να αναζητήσουμε όχι μόνο στις πολιτικές εξελίξεις αλλά και στις κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται την εποχή αυτή στην Ελλάδα με την αύξηση του αστικού πληθυσμού και την ανάπτυξη της εκπαίδευσης7.

6. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 13-15.

7. Η αύξηση του αριθμού των φοιτητών από τη δεκαετία του 1870 δεν είναι ελληνικό μόνο φαινόμενο- μια παρόμοια άνοδος των εγγραφών σημειώνεται την ίδια εποχή και σε άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Βλ. Κ. Η. Jarausch, Students, Society, and Politics in Imperial Germany. The Rise of Academic Illiberalism, Princeton, New Jersey, 1982, a. 136.

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/311.gif&w=600&h=915

Η ανοδική τάση των φοιτητών σημειώνει μια ξαφνική κάμψη στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Η κάμψη αυτή ήταν αποτέλεσμα των εκπαιδευτικών τελών που επιβλήθηκαν, όπως ξέρουμε, στους φοιτητές το 1892, ανεβάζοντας σε υψηλό επίπεδο το κόστος σπουδών, αλλά και της οικονομικής κρίσης της

εποχής. Οι συνθήκες αυτές εμπόδισαν ένα σημαντικό αριθμό μαθητών, που προέρχονταν κυρίως από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο η να συνεχίσουν τις σπουδές τους8. Πραγματικά μέσα σε ένα χρόνο (από το 1891/92 στο 1892/93) οι εγγραφές μειώθηκαν κατά 35% και η πτώση συνεχίστηκε και στα αμέσως επόμενα χρόνια. Μια δεύτερη κάμψη σημειώνεται μετά το 1897, αλλά από τις αρχές του 20ού αιώνα οι εγγραφές ξαναβρίσκουν τον ανοδικό ρυθμό τους.

ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ

Μετά από τις γενικές αυτές παρατηρήσεις, ας δούμε ποιά είναι η γεωγραφική προέλευση των φοιτητών. Θα πρέπει να σημειώσουμε από την αρχή ότι η μελέτη της γεωγραφικής προέλευσης προσκρούει σε ορισμένα εμπόδια, που οφείλονται στον ανομοιόμορφο τρόπο με τον οποίο δηλώνεται ο τόπος καταγωγής και σε ορισμένες ασάφειες σχετικά με την έννοια της πατρίδας. Όπως αναφέραμε ήδη, οι εγγραφόμενοι φοιτητές δηλώνουν ως τόπο καταγωγής άλλοτε την ιδιαίτερη πατρίδα τους (χωριό η πόλη) και άλλοτε την περιοχή στην οποία αυτή ανήκει (επαρχία, νομός η ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια). Το πρώτο πρόβλημα που τίθεται αφορά την έννοια της πατρίδας : το αν, δηλαδή, οι φοιτητές δηλώνουν ως πατρίδα τους τον τόπο όπου γεννήθηκαν η τον τόπο στον οποίο εγκαταστάθηκαν κάποια στιγμή με την οικογένειά τους. Το πρόβλημα αυτό παρουσιάζεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο τόπος καταγωγής είναι ένα αστικό κέντρο με πληθυσμό ποικίλης προελεύσεως, όπως, για παράδειγμα, η Αθήνα και η Ερμούπολη. Κατά κανόνα ο τόπος που δηλώνεται από τους φοιτητές είναι ο τόπος στον οποίο γεννήθηκαν. Όχι σπάνια όμως δηλώνεται ως πατρίδα και ο τόπος εγκατάστασης, όταν αυτοί έχουν εγκαταλείψει από χρόνια, οικογενειακώς, το μέρος όπου γεννήθηκαν και έχουν μονιμοποιήσει την εγκατάστασή τους στη νέα πατρίδα.

8. Παρόμοια κάμψη παρουσιάζεται την ίδια εποχή και στον αριθμό των μαθητών των Γυμνασίων, λόγω της επιβολής υψηλών εκπαιδευτικών τελών και στη μέση εκπαίδευση. Βλ. ενδεικτικά Πέπη Γ. Γαβαλά, Κοινωνία και εκπαίδευση (Λακωνία, τέλη 19ουαρχές 20ού αιώνα), Αθήνα 2002, σ. 199, 215-216.

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/312.gif&w=600&h=915

Προβλήματα δημιουργεί επίσης και η ασαφής δήλωση του τόπου καταγωγής. Εκείνοι που δηλώνουν με σχετική ακρίβεια την προέλευσή τους είναι οι φοιτητές από το ελληνικό κράτος. Αντίθετα, οι αλλοδαποί αρκούνται πολλές φορές στη δήλωση της ευρύτερης περιφέρειας στην οποία ανήκει ο τόπος καταγωγής τους. Για παράδειγμα, οι φοιτητές που προέρχονται από την Ήπειρο δηλώνουν ως τόπο καταγωγής σε ένα ποσοστό γύρω στο 28% όχι το χωριό η την πόλη όπου γεννήθηκαν αλλά γενικά την Ήπειρο. Πολλοί είναι επίσης εκείνοι που δηλώνουν Ιωάννινα. Είναι αμφίβολο όμως αν κατάγονται πάντα από την πόλη των Ιωαννίνων η από χωριά της περιοχής. Ανάλογα προβλήματα ανακύπτουν και σχετικά με τους ημεδαπούς φοιτητές που δηλώνουν ως πατρίδα τους αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους. Όλα αυτά δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να γίνει μια ακριβής γεωγραφική κατανομή των φοιτητών και να διερευνηθεί ο βαθμός συμμετοχής των διαφόρων πληθυσμιακών συνόλων (αστικά κέντρα, επαρχίες κλπ.) στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Μια πρώτη γεωγραφική ταξινόμηση των φοιτητών μας δίνει ο Πίν. 9. Οι φοιτητές διακρίνονται εδώ σε δύο μεγάλες κατηγορίες : στους καταγόμενους από περιοχές του ελληνικού κράτους (ημεδαποί) και σ' εκείνους που προέρχονται από το εξωτερικό (αλλοδαποί). Αν και οι φοιτητές της δεύτερης ομάδας ανήκουν κυρίως στην κατηγορία των «ομογενών», θεωρούμε προτιμότερο εδώ τον όρο αλλοδαποί, που χρησιμοποιείται άλλωστε και από τις πανεπιστημιακές πηγές, διότι αποδίδει ακριβέστερα την πραγματικότητα. Με βάση την κατηγοριοποίηση αυτή, οι τόποι καταγωγής των φοιτητών κατατάσσονται σε δύο ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει τα διάφορα διαμερίσματα του ελληνικού κράτους, ενώ η δεύτερη τα Επτάνησα (ως το 1863), περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και άλλες χώρες. Τα Επτάνησα, όπως και η Θεσσαλία με την περιοχή της Άρτας, εντάσσονται και στην πρώτη και στη δεύτερη ενότητα, με τομές το 1864 και 1881, αντίστοιχα, οπότε ενσωματώνονται στο ελληνικό κράτος.

Απαραίτητη είναι μια ακόμη διευκρίνιση. Ο όρος Θεσσαλία, για την περίοδο πριν από το 1881, όπως και οι όροι Ήπειρος, Μακεδονία και Θράκη, χρησιμοποιούνται εδώ συμβατικά. Όπως είναι γνωστό, οι περιοχές αυτές στην περίοδο της Τουρκοκρατίας κατελάμβαναν ένα γεωγραφικό χώρο με ασαφή και διαφορετικά κατά εποχές όρια, και δεν αποτελούσαν διοικητικές ενότητες . Είναι απαραίτητο, επομένως, να προσδιορίσουμε, συμβατικά έστω, το γεωγραφικό εύρος τους με βάση τη σύγχρονη διοικητική ονοματολογία. Σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του οθωμανικού κράτους που εξαγγέλθηκε

Σελ. 312
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/313.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 9

Γεωγραφική προέλευση φοιτητών

Γεωγραφική προέλευση φοιτητών

Περιοχές

1837-52

1853-63

1864-70

1871-80

1881-90

Σύνολο

Πελοπόννησος

356

795

813

1.370

2.365

5.699

Στερεά Ελλάδα

171

428

451

877

1.592

3.519

Κυκλάδες

95

139

97

303

465

1.099

Επτάνησα (1864-90)

101

264

509

874

Θεσσαλία-Άρτα (1881-90)

320

320

Χωρίς τόπο

1

16

17

Σύνολο

623

1.362

1.462

2.814

5.267

11.528

Επτάνησα (1837-63)

168

118

286

Θεσσαλία (1837-80)*

83

79

62

143

6

373

Ήπειρος

141

128

74

210

324

877

Μακεδονία

78

69

62

190

311

710

Θράκη

123

82

64

163

263

695

Νησιά Αιγαίου

102

108

85

224

362

881

Κρήτη

53

72

37

134

319

615

Κύπρος

5

13

3

10

27

58

Μικρά Ασία

88

66

37

142

294

627

Συρία-Παλαιστίνη

2

1

2

4

9

Αίγυπτος

1

3

6

17

27

Σερβία

3

1

1

5

Ρουμανία

10

20

4

19

9

62

Αύστροουγγαρία

5

5

6

16

Ρωσία

9

5

3

4

21

Ιταλία

4

2

3

9

Γαλλία

2

1

1

4

Γερμανία

2

2

1

5

Αγγλία

2

5

7

Σουηδία

1

1

2

Αμερική

1

4

5

Χωρίς τόπο

1

1

2

Σύνολο

876

772

435

1.253

1.960

5.296

Χωρίς τόπο

1

1

Γενικό σύνολο

1.500

2.134

1.897

4.067

7.227

16.825

Πηγή: βλ. Π£ν. 8. * Για τις περιοχές της Θεσσαλίας που δεν ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος το 1881 τα χρονικά όρια είναι 1837-1890.

Σελ. 313
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/314.gif&w=600&h=915

το 1864 και εφαρμόστηκε στα επόμενα χρόνια, οι περιοχές που μας ενδιαφέρουν εδώ (Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη) περιλαμβάνονται στα βιλαέτια των Ιωαννίνων, της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και της Αδριανούπολης. Με βάση τη διοικητική διαίρεση που ίσχυε περί τα μέσα της δεκαετίας του 18709, το βιλαέτι των Ιωαννίνων αποτελείται από πέντε σαντζάκια: των Ιωαννίνων, της Πρέβεζας, του Αργυροκάστρου, του Μπερατίου και των Τρικάλων. Συμβατικά, η περιοχή που ονομάζουμε εδώ Ήπειρος ταυτίζεται με τα τέσσερα πρώτα σαντζάκια. Το πέμπτο, των Τρικάλων, το οποίο το 1881 ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, ταυτίζεται συμβατικά με τη Θεσσαλία. Αντίστοιχα, ως Θράκη εννοούμε την περιοχή που ανηκε στο βιλαέτι της Αδριανούπολης (σαντζάκια Αδριανούπολης, Φιλιππούπολης, Καλλίπολης, Ραιδεστού και Σιλίμνου) και στην περιφέρεια της Κωνσταντινούπολης. Σχετικά, τέλος, με τον όρο Μακεδονία, οι φοιτητές που τοποθετούνται συμβατικά στην περιοχή αυτή προέρχονται κυρίως από το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης (σαντζάκια Θεσσαλονίκης, Σερρών, Δράμας) και από το σαντζάκι του Μοναστηρίου, που ανήκε στο ομώνυμο βιλαέτι.

Για πρακτικούς λόγους όμως έγιναν εδώ ορισμένες προσαρμογές. Οι φοιτητές από την περιοχή της Ελασσόνας, που ανήκε στο σαντζάκι των Τρικάλων, περιλαμβάνονται στους Θεσσαλούς σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε, παρότι η περιοχή αυτή μετά το 1881 εμεινε έξω από το ελληνικό κράτος και

αποτέλεσε μέρος του σαντζακίου των Σερβίων, το οποίο από το 1888 ενσωματώθηκε στο βιλαέτι του Μοναστηρίου10. Επίσης, οι φοιτητές από την περιοχή των Γρεβενών, η οποία ανήκε ως το 1881 στο σαντζάκι των Ιωαννίνων, περιλαμβάνονται στους Ηπειρώτες, παρότι και η περιοχή αυτή μετά το 1881

αποτέλεσε τμήμα του σαντζακίου των Σερβίων, το οποίο από το 1888 ενσωματώθηκε, όπως είπαμε, στο βιλαέτι του Μοναστηρίου11. Τέλος, στη Θράκη περιελήφθησαν γύρω στους 50 φοιτητές που προέρχονται από την περιοχή της Βάρνας (βιλαέτι του Δούναβη), ενώ στη Μακεδονία και την Ήπειρο, αντί-

9. Βλ. Kemal Η. Karpat, Ottoman population, 1830-1914: demographic and social characteristics, Madison, Wis., University of Wisconsin Press, 1985, σ. 118-121 και J. H. Ubicini, État présent de l'empire ottoman, Παρίσι 1876, σ. 91 κ.εξ. Πβ. Δημήτριος Νικολαΐδης, Οθωμανικοί Κώδηκες, ήτοι συλλογή των iv ενεργείφ νόμων, κανονισμών, διαταγμάτων και οδηγιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, Κωνσταντινούπολη 1869, σ. 86 κ.εξ., όπου η διοικητική διαίρεση της αύτοκρατορίας το 1869.

10. Μιχάλης Κοκολάκης, Το ύστερο Γιαννιώτικο Πασαλίκι. Χώρος, διοίκηση και πληθυσμός στην Τουρκοκρατούμενη Ήπειρο (1820-1913), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2003, σ. 158.

11. Στο ίδιο.

Σελ. 314
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/315.gif&w=600&h=915

αντίστοιχα, λίγοι φοιτητές από το Ελμπασάν (βιλαέτι Μοναστηρίου) και την περιοχή Δυρραχίου (βιλαέτι Σκόδρας).

Η πρώτη γενική διαπίστωση που προκύπτει από τον Πίν. 9 είναι η άνιση

αντιπροσώπευση των ημεδαπών και αλλοδαπών φοιτητών. Συγκεκριμένα, οι φοιτητές που προέρχονται από περιοχές του ελληνικού κράτους αποτελούν

συνολικά στην περίοδο που εξετάζουμε το 68,5%, ενώ οι αλλοδαποί το 31,5%. Όπως έχουμε παρατηρήσει όμως, η σχέση ημεδαπών και αλλοδαπών δεν είναι η ίδια σε όλον τον 19ο αιώνα. Από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως τις αρχές της δεκαετίας του 1850 οι αλλοδαποί φοιτητές υπερτερούσαν, αντιπροσωπεύοντας το 58,5% του φοιτητικού σώματος, έναντι 41,5% των ημεδαπών. Η

αριθμητική υπεροχή τους όμως ήταν προσωρινή. Από τα μέσα του αιώνα τα πράγματα αλλάζουν, καθώς ο ρυθμός αύξησης των εγγραφών των ημεδαπών φοιτητών είναι πολύ υψηλότερος από αυτόν των αλλοδαπών. Έτσι, στην περίοδο από το 1853 ως το 1870 οι ημεδαποί φοιτητές αποτελούν το 70%. Το ίδιο και στη δεκαετία του 1870, ενώ στη δεκαετία του 1880 το ποσοστό αυξάνεται σε 73%.

Η αριθμητική υπεροχή των ημεδαπών φοιτητών οφείλεται σε διάφορους λόγους. Κατ' αρχήν πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τους περιορισμούς που υφίσταται ο όρος «αλλοδαποί» στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Με την

ενσωμάτωση των Επτανήσων και της Θεσσαλίας-Άρτας στην Ελλάδα οι φοιτητές των περιοχών αυτών λογαριάζονται πλέον ως ημεδαποί, πράγμα που αυξάνει την αντιπροσώπευση της ομάδας αυτής στο Πανεπιστήμιο. Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος. Η αριθμητική υπεροχή των ημεδαπών ήταν κυρίως

αποτέλεσμα της βελτίωσης των κοινωνικών και εκπαιδευτικών συνθηκών στο ελληνικό κράτος. Στο δεύτερο μισό του αιώνα η πρωτοβάθμια και μάλιστα η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που συνδέεται άμεσα με το Πανεπιστήμιο, επεκτείνεται σταδιακά σε ολόκληρη τη χώρα και η παιδεία αναδεικνύεται σε κοινωνική επένδυση, ωθώντας όλο και περισσότερους μαθητές στο να συνεχίζουν τις σπουδές τους ως το Πανεπιστήμιο. Μια βελτίωση των συνθηκών σημειώνεται την ίδια εποχή και στον έξω ελληνισμό, αλλά αυτή είναι πολύ μικρότερη από. εκείνη του ελληνικού κράτους. Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι δυνατότητες πρόσβασης στην ανώτερη εκπαίδευση ήταν σαφώς ευνοϊκότερες για τους πολίτες του ελληνικού κράτους παρά για τους αλλοδαπούς, οι οποίοι από το 1863 είχαν να αντιμετωπίσουν και κάποιες δυσκολίες στην εισαγωγή τους στο Πανεπιστήμιο.

Όπως έχουμε πει, ως το 1863 οι αλλοδαποί μαθητές εγγράφονταν χωρίς

απολυτήριο Γυμνασίου, μετά από τυπικές εξετάσεις, γεγονός που διευκόλυνε

Σελ. 315
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/316.gif&w=600&h=915

την προσέλευσή τους στο Πανεπιστήμιο. Από το 1863 όμως οι αλλοδαποί όφειλαν, όπως και οι ημεδαποί, να προσκομίσουν για την εγγραφή τους απολυτήριο Γυμνασίου. Αυτό τους υποχρέωνε να έλθουν στην Ελλάδα και να φοιτήσουν για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα σε ένα Γυμνάσιο η να δώσουν κατευθείαν απολυτήριες εξετάσεις, οι οποίες όμως ήταν αρκετά αυστηρότερες από εκείνες στις οποίες υποβάλλονταν προηγουμένως για να μπουν στο Πανεπιστήμιο. Η άλλη επιλογή που είχαν ήταν να φοιτήσουν σε κάποιο από τα λίγα Γυμνάσια του εξωτερικού που ήταν αναγνωρισμένα από το Πανεπιστήμιο ως Ισότιμα με τα ελληνικά και να πάρουν από εκεί απολυτήριο που θα τους επέτρεπε να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο. Όλα αυτά συνεπάγονταν όμως μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση, την οποία δεν ήταν όλοι σε θέση να επωμισθοϋν. Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι η αλλαγή του 1863 λειτούργησε ανασταλτικά στην προσέλευση των αλλοδαπών μαθητών στο Πανεπιστήμιο. Αρκετοί απ' αυτούς, και ιδιαίτερα όσοι προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, βρέθηκαν σε δυσκολία να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο, ενώ άλλοι, που είχαν τα οικονομικά μέσα, προτίμησαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε διάφορα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια12.

ΗΜΕΔΑΠΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποιά είναι η συμμετοχή των επιμέρους περιοχών στο Πανεπιστήμιο, αρχίζοντας από το ελληνικό κράτος. Όπως φαίνεται από τον Πίν. 9, το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών στην περίοδο 1837-1890

έχει η Πελοπόννησος (49,4% στο σύνολο των ημεδαπών φοιτητών). Ακολουθούν η Στερεά Ελλάδα με 30,5%, οι Κυκλάδες με 9,5%, τα Επτάνησα (μετά το 1864) με 7,6% και η Θεσσαλία μαζί με την Άρτα (μετά το 1881) με 2,8%. Η κατάταξη αυτή όμως είναι συμβατική. Για να έχουμε μια ακριβέστερη

12. Την τάση των αλλοδαπών/ομογενών να σπουδάζουν σε ξένα Πανεπιστήμια

επισημαίνουν συχνά οι πρυτάνεις για να εξηγήσουν τη μειωμένη προσέλευσή τους στο

ελληνικό Πανεπιστήμιο, αλλά και για να εκφράσουν κάποιες αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι απαραίτητο οι μαθητές, και περισσότερο οι ομογενείς, πριν πάνε για σπουδές στο εξωτερικό, να έχουν φοιτήσει για ορισμένα χρόνια στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ο ομογενής νέος «ειμπορεί να τελειωθή αλλαχού- αλλά να στοιχειωθή οφείλει

ενταύθα, διότι ενταύθα και μόνον θέλει θηλάσει το γνήσιον του ελληνισμού γάλα» (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 4). Πβ. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 10 και G. Chassiotis, L'instruction publique chez les Grecs depuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu'à nos jours, Παρίσι 1881, σ. 316-317.

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/317.gif&w=600&h=915

εικόνα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την αριθμητική σχέση φοιτητών και πληθυσμού κάθε περιοχής, καθώς και την κατανομή των φοιτητών στο εσωτερικό τους. Η σχέση φοιτητών και πληθυσμού θα μπορούσε να εξαχθεί από τη σύγκριση του πληθυσμού μιας περιοχής με τον φοιτητικό πληθυσμό της : με το σύνολο, δηλαδή, των φοιτητών που κατάγονται απ' αυτήν και σπουδάζουν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή στο Πανεπιστήμιο. Η μέθοδος αυτή όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση μας, δεδομένου ότι τα στοιχεία που

έχουμε αφορούν τον τόπο καταγωγής των φοιτητών που εγγράφονται κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο και όχι του φοιτητικού πληθυσμού. Εξάλλου, ο φοιτητικός πληθυσμός είναι μια έννοια αρκετά ρευστή, που προσδιορίζεται όχι μόνο από τις εγγραφές αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η διάρκεια των σπουδών, και από την άποψη αυτή δεν καταγράφει με ακρίβεια τη σχέση φοιτητών και πληθυσμού μιας περιοχής. Αντίθετα, ο ετήσιος αριθμός των

εγγραφών αποδίδει πιο πιστά την πραγματικότητα.

Με βάση, λοιπόν, τις εγγραφές θα προσπαθήσουμε να δούμε ποια είναι σε

επίπεδο νομού, κατά δεκαετίες, η αντιστοιχία φοιτητών και πληθυσμού. Η σύγκριση γίνεται υποχρεωτικά με τη χρήση μέσων όρων, τόσο για τον αριθμό των φοιτητών όσο και για τον πληθυσμό, και αφορά την περίοδο 1851-1890, για την οποία τα πληθυσμιακά δεδομένα είναι πιο ασφαλή. Βέβαια, η σχέση φοιτητών και πληθυσμού θα ήταν ακριβέστερη αν η αναγωγή μπορούσε να γίνει όχι στο σύνολο του πληθυσμού κάθε νομού αλλά σε ένα ορισμένο τμήμα του νεανικού πληθυσμού του. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο, δεδομένου ότι στις

επίσημες απογραφές του 19ου αιώνα η κατανομή του νεανικού πληθυσμού κατά ηλικίες και φύλο δεν γίνεται με ομοιόμορφο τρόπο.

Από την επεξεργασία των δεδομένων (Πίν. 10) προκύπτει κατ' αρχήν ότι η

αντιπροσώπευση των διαφόρων διαμερισμάτων του ελληνικού κράτους στο Πανεπιστήμιο δεν συμπίπτει με εκείνη που μας δίνει ο Πίν. 9. Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται οι Κυκλάδες και η Πελοπόννησος, και ακολουθούν η Στερεά Ελλάδα, τα Επτάνησα και η Θεσσαλία με την Άρτα. Η Πελοπόννησος και η Στερεά παρουσιάζουν την ίδια περίπου εξελικτική πορεία. Η πρώτη αντιπροσωπεύεται στη δεκαετία του 1850 με 10 περίπου φοιτητές τον χρόνο στους 100.000 κατοίκους και στη δεκαετία του 1880 με 30, ενώ η δεύτερη με 8 και 26 φοιτητές, αντίστοιχα. Διαφορετική είναι η εξέλιξη των Κυκλάδων. Ενώ ως τη δεκαετία του 1860 η αντιπροσώπευσή τους στο Πανεπιστήμιο ήταν σχετικά χαμηλή, στις δύο επόμενες δεκαετίες σημειώνουν αλματώδη άνοδο. Η περίπτωση των Κυκλάδων θα μας απασχολήσει χωριστά στη συνέχεια. Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί, πάντως, είναι ότι σε όλα τα διαμερίσματα

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/318.gif&w=600&h=915

σματα του ελληνικού κράτους η συμμετοχή στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση

εμφανίζει ανοδική τάση, που κορυφώνεται στη δεκαετία του 1880. Ο βαθμός συμμετοχής τους όμως σε επίπεδο νομών και επαρχιών είναι ποικίλος.

Όπως φαίνεται από τον Πίν. 10, τους μεγαλύτερους δείκτες αντιπροσώπευσης στο Πανεπιστήμιο έχουν στην Πελοπόννησο οι νομοί Αργολιδοκορινθίας, Αχαΐας-Ήλιδος και Αρκαδίας, αλλά με διακυμάνσεις στη διάρκεια του χρόνου. Έτσι, ενώ ο νομός Αργολιδοκορινθίας έχει την πρώτη θέση ως τα τέλη της δεκαετίας του 1870, στη δεκαετία του 1880 υποσκελίζεται από τον νομό Αχαΐας-Ήλιδος. Τη μικρότερη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο έχει ο νομός Μεσσηνίας. Στη Στερεά τον υψηλότερο δείκτη έχει σταθερά ο νομός Αττικοβοιωτίας και τον μικρότερο ο νομός Αιτωλοακαρνανίας, χωρίς να λείπουν και

εδώ οι εποχικές διακυμάνσεις. Αρκετές διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στο

εσωτερικό των νομών, σε επίπεδο επαρχιών (βλ. Χάρτη, σ. 328-329). Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη διαφορετική συμμετοχή κάθε περιοχής στο Πανεπιστήμιο. Μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει αναλυτική μελέτη της οικονομικής, κοινωνικής, δημογραφικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας κάθε περιοχής, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτής της εργασίας. Θα περιοριστώ, λοιπόν, σε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις.

Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν αποφασιστικά τον εκπαιδευτικό δείκτη αποτελεί, όπως είναι γνωστό, ο βαθμός αστικής συγκέντρωσης μιας περιοχής13. Ως αστική συγκέντρωση εννοείται, συμβατικά, η παρουσία σε μια περιοχή πόλεων με πληθυσμό πάνω από 5.000 κατοίκους. Η σημασία της αστικής συγκέντρωσης για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, και ιδιαίτερα στη μέση και την ανώτερη, είναι αυτονόητη. Η ίδια η δόμηση του αστικού χώρου, με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων του τριτογενούς τομέα, την εκχρηματισμένη, λιγότερο η περισσότερο, οικονομία του και τη συγκέντρωση σχολείων μέσης εκπαίδευσης, προσφέρει στους κατοίκους του αυξημένες δυνατότητες και ευκαιρίες για ανώτερες σπουδές. Πραγματικά, δεν είναι τυχαίο ότι οι νομοί με τη μεγαλύτερη αστική συγκέντρωση (Αττικοβοιωτίας, Αργολιδοκορινθίας, Αχαϊοήλιδος, Κυκλάδων) είναι εκείνοι που συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ το αντίθετο συμβαίνει στους νομούς με χαμηλή η ανύπαρκτη αστική συγκέντρωση (Πίν. 11).

13. Πβ. Κων. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, Θεμέλιο, 1977, σ. 407 κ.εξ., 418 κ.εξ.

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/319.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 10

Αναλογία ημεδαπών φοιτητών προς τον πληθυσμό της χώρας (στους 100.000 κατοίκους)

Νομοί

1851-1860

1861-1870

1871-1880

1881-1890

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

9,8 (±2,5)

18,9 (±3,2)

19,2 (±4,3)

30,1 (±5,0)

Αργολ.-Κορινθίας

143 (±4,5)

24,4 (±5,2)

23,7 (±5,7)

30,4 (±3,4)

Αρκαδίας

12,7 (±3,6)

22,2 (±3,9)

18,0 (±4,7)

27,1 (±5,3)

Αχάΐας-Ήλιδος

8,5 (±2,6)

19,9 (±6,3)

22,7 (±8,2)

42,1 (±9,0)

Λακωνίας

6,2 (±3,3)

15,1 (±5,5)

15,0 (±3,9)

27,2 (±8,0)

Μεσσηνίας

5,7 (±2,9)

11,9 (±2,4)

13,7 (±4,0)

20,4 (±4,5)

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

7,9 (±2,9)

15,1 (±4,2)

17,2 (±3,2)

25,6 (±4,1)

Ακαρναν. - Αιτωλίας

4,9 (±2,6)

11,3 (±6,2)

11,9 (±3,1)

17,6 (±3,0)

Αττικής-Βοιωτίας

13,7 (±5,8)

18,7 (±6,2)

26,5 (±5,1)

33,3 (±5,2)

Ευβοίας

3,2 (±2,3)

14,5 (±7,7)

13,5 (±5,4)

25,3 (±6,5)

Φθιώτ.-Φωκίδος

8,4 (±4,3)

15,5 (±7,9)

12,6 (±4,2)

21,6 (±6,7)

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

7,8 (±2,8)

12,7 (±4,1)

23,4 (±6,9)

35,3 (±6,7)

ΕΠΤΑΝΗΣΑ Ζακύνθου Κερκύρας Κεφαλληνίας

6,3 (±1,9) 6,7 (±4,0) 3,9 (±1,5) 8,9 (±4,5)

11,6 (±3,6) 18,6 (±10,2) 6,6 (±2,8) 14,2 (±4,0)

21,6 (±3,1) 28,6 (±8,7) 14,4 (±3,7) 27,9 (±10,0)

ΘΕΣΣΑΛΙΑ-ΑΡΤΑ Λαρίσσης Τρικάλων Άρτης

9,8 (±2,3) 12,4 (±3,1) 5,3 (±1,9) 10,9 (±8,1)

Πηγές: βλ. Πίν. 8· Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, τ. A', II, Αθήνα 1974. Πβ. εδώ, Παράρτημα Β'. Στον Πίνακα αναγράφεται το μέσο ετήσιο ποσοστό των εγγραφέντων φοιτητών στους 100.000 κατοίκους. Για τα Επτάνησα η στήλη 1861-1870 αφορα τους εγγραφέντες στα χρόνια 1864-1870. Η ετήσια μεταβολή του πληθυσμού εκτιμάται με τετραγωνική παρεμβολή τριών τιμών που περιλαμβάνουν το υπό μελέτη χρονικό διάστημα. Οι αναγραφόμενες διακυμάνσεις προκύπτουν με βάση την τυπική απόκλιση της κατανομής των ποσοστών στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/320.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 11

Αστική συγκέντρωση και φοιτητές στη δεκαετία του 1870

Αστική συγκέντρωση και φοιτητές στη δεκαετία του 1870

Νομοί

(α)

(β)

Αργολίδος-Κορινθίας

24,9

23,7

Αρκαδίας

6,7

18,0

Αχαιας-Ήλιδος

22,3

22,7

Λακωνίας

15,0

Μεσσηνίας

123

13,7

Ακαρνανίας-Αιτωλίας

83

11,9

Αττικής-Βοιωτίας

48,4

26,5

Εύβοιας

7,2

13,5

Φθιώτιδος-Φωκίδος

4,3

12,6

Κυκλάδων

16,0

23,4

Ζακύνθου

36,5

18,6

Κερκύρας

15,6

6,6

Κεφαλληνίας

17,0

14,2

Πηγή : βλ. Πίν. 10. Στην πρώτη στήλη (α) αναγράφεται το ποσοστό (%) του πληθυσμού των πόλεων με πάνω από 5.000 κατοίκους στον συνολικό πληθυσμό κάθε νομού κατά το έτος 1879, ενώ στη δεύτερη (β) το μέσο ετήσιο ποσοστό των εγγραφέντων φοιτητών στους 100.000 κατοίκους στα 1871-1880 (Πίν. 10).

Πηγή : βλ. Πίν. 10. Στην πρώτη στήλη (α) αναγράφεται το ποσοστό (%) του πληθυσμού των πόλεων με πάνω από 5.000 κατοίκους στον συνολικό πληθυσμό κάθε νομού κατά το έτος 1879, ενώ στη δεύτερη (β) το μέσο ετήσιο ποσοστό των εγγραφέντων φοιτητών στους 100.000 κατοίκους στα 1871-1880 (Πίν. 10).

Οι παραπάνω σχέσεις είναι πιο εμφανείς στο εσωτερικό των νομών. Το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο έχουν οι επαρχίες των οποίων η πρωτεύουσα συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αστικό πληθυσμό και οι οποίες αποτελούν συνήθως το διοικητικό κέντρο του νομού. Έτσι, στον νομό Αττικοβοιωτίας η μεγάλη πλειονότητα των φοιτητών (78,5% στην περίοδο που εξετάζουμε) προέρχεται από την επαρχία Αττικής (βλ. Παράρτημα Β'). Η παρουσία της Αθήνας είναι εδώ καταλυτική, καθώς δίνει το 66,8% των φοιτητών του νομού Αττικοβοιωτίας. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στις πρωτεύουσες των επαρχιών, οι οποίες έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο: για παράδειγμα, στον νομό Αχαϊοήλιδος το 70% των φοιτητών , κατά προσέγγιση, προέρχεται από την Πάτρα, τον Πύργο, το Αίγιο και τα Καλάβρυτα, ενώ στους νομούς Μεσσηνίας και Φθιώτιδος-Φωκίδος τα αντίστοιχα ποσοστά για τις πρωτεύουσες των επαρχιών τους είναι γύρω στο 50%.

Η σχέση όμως αστικής συγκέντρωσης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν είναι ευθύγραμμη. Υπάρχουν και εξαιρέσεις που οφείλονται στην επενέργεια άλλων παραγόντων, όπως το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων κάθε

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/321.gif&w=600&h=915

θε περιοχής, η δημογραφική και οικιστική τους διαμόρφωση κλπ. Στον νομό Αχαϊοήλιδος η επαρχία Αιγιαλείας, με μια κωμόπολη, το Αίγιο (με 5-7.000 κατοίκους στη δεκαετία του 1880), αντιπροσωπεύεται με περισσότερους φοιτητές από την επαρχία Πατρών, μολονότι η τελευταία έχει ένα μεγάλο αστικό κέντρο, την Πάτρα, με το μοναδικό Γυμνάσιο του νομού ως τα μέσα της δεκαετίας του 1870. Η διαφορά αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί ίσως στο γεγονός ότι η επαρχία Πατρών έχει μεγαλύτερη ενδοχώρα με παραγωγικές δραστηριότητες πιο παραδοσιακές από εκείνες της Αιγιαλείας14. Επίσης, ο νομός Ζακύνθου με υψηλό ποσοστό αστικής συγκέντρωσης δεν έχει ανάλογη αντιπροσώπευση στο Πανεπιστήμιο, ενώ το αντίθετο ισχύει για τον νομό Αρκαδίας. Ας δούμε κάπως εκτενέστερα τη δεύτερη περίπτωση.

Ως τα μέσα του 19ου αιώνα η Αρκαδία έχει ποσοστό συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο αρκετά υψηλότερο από τους άλλους νομούς του ελληνικού κράτους. Αν και η υπεροχή της αυτή ήταν προσωρινή -στις επόμενες δεκαετίες υποσκελίζεται σταδιακά από άλλους νομούς- αποτελεί πάντως μια αξιοσημείωτη παρέκκλιση από τον κανόνα, αφού υπολείπεται σε αστική συγκέντρωση από άλλους νομούς της Πελοποννήσου (Αχαΐας, Αργολιδοκορινθίας). Το 1860 η Τρίπολη έχει γύρω στις 7.000 κατοίκους, που αντιπροσωπεύουν το 6,7% του συνολικού πληθυσμού του νομού, ενώ υπάρχουν τέσσερις μόνο κωμοπόλεις με πληθυσμό μεταξύ 3.000 και 4.000 κατοίκων15. Παρά τον χαμηλό βαθμό αστικής συγκέντρωσης, ο νομός Αρκαδίας έχει στη δεκαετία του 1850 δείκτη συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο 12,7, ενώ ο νομός Αχαϊοήλιδος 8,5 (Πίν. 10), παρά την υψηλότερη αστική του συγκέντρωση. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη δεκαετία του 1860. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι τρεις μεγαλύτερες επαρχίες του νομού (Μαντινείας, Κυνουρίας και Γορτυνίας) συμμετέχουν σχεδόν εξίσου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Δεν είναι εύκολο να ανιχνεύσουμε τους λόγους της υπεροχής της Αρκαδίας. Είναι άραγε η κλειστή οικονομία16 και η φτώχεια της περιοχής που ωθεί τους νέους προς το Πανεπιστήμιο ; Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η οικονομική ανέχεια αποτελεί γενικά αρνητικό συντελεστή για την πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο: κατά κανόνα οι πιο φτωχές η απομονωμένες επαρχίες της ελληνικής επικράτειας, όπως, για

14. Ανάλογη είναι η υπεροχή της επαρχίας Αιγιαλείας έναντι της επαρχίας Πατρών και σε μαθητικό πληθυσμό. Βλ. Θανάσης Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στην Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1990, σ. 152.

15. Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, τ. A', II, Αθήνα 1974, σ. 32.

16. Κ. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 420.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/322.gif&w=600&h=915

παράδειγμα, οι επαρχίες Βάλτου και Βονίτσης-Ξηρομέρου στον νομό Αιτωλοακαρνανίας και Επιδαύρου Λιμηράς στον νομό Λακωνίας, είναι εκείνες που έχουν τους λιγότερους φοιτητές σε σχέση πάντα με τον πληθυσμό τους.

Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος επηρεάζει άμεσα τη συμμετοχή των διαφόρων περιοχών στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είναι η θέση των Γυμνασίων. ιδρυμένα στις πρωτεύουσες των νομών και από τη δεκαετία του 1870 και σε ορισμένα επαρχιακά κέντρα (Πίν. 17), παρέχουν στους κατοίκους των διαφόρων οικισμών του νομού, ανάλογα με την απόσταση που τους χωρίζει από την πόλη όπου βρίσκεται το Γυμνάσιο, ένα ισχυρό πλεονέκτημα για την πρόσβαση στο Γυμνάσιο και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο. Πόσο καθοριστική είναι η σημασία του Γυμνασίου φαίνεται και από το ότι όταν ιδρύεται Γυμνάσιο σε μια περιοχή, κατά κανόνα αυξάνεται ο αριθμός των φοιτητών της. Τα παραδείγματα είναι πολύ χαρακτηριστικά. Ως το 1860 υπάρχουν 3 Γυμνάσια στην Πελοπόννησο (της Πάτρας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης), 3 στη Στερεά (2 στην Αθήνα και 1 στη Λαμία) και 1 στις Κυκλάδες (της Σύρου). Χωρίς Γυμνάσιο είναι οι νομοί Λακωνίας, Μεσσηνίας, Εύβοιας, ενώ στην Αιτωλοακαρνανία το Γυμνάσιο του Μεσολογγίου, ιδρυμένο το 1835, αρχισε να λειτουργεί αργότερα. Με τη δημιουργία Γυμνασίων στους παραπάνω νομούς στις αρχές της δεκαετίας του 1860 αυξάνεται και η προσέλευση των μαθητών τους στο Πανεπιστήμιο. Πιο προνομιούχοι, βέβαια, είναι οι νομοί όπου λειτουργούν από κάποια στιγμή περισσότερα του ενός Γυμνάσια, όπως αυτοί της Αττικοβοιωτίας, της Αχαϊοήλιδος, της Αργολιδοκορινθίας και της Κεφαλληνίας (με 5,3,2 και 2 Γυμνάσια, αντίστοιχα, γύρω στο 1880).

Ποια είναι όμως ακριβώς η σχέση πανεπιστημιακής και γυμνασιακής εκπαίδευσης; Στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε, καθώς τα στατιστικά στοιχεία για τους μαθητές των Γυμνασίων, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μας δίνουν τον αριθμό τους κατά νομούς σε ορισμένες χρονικές στιγμές, όχι όμως και τον τόπο καταγωγής τους. Στα Γυμνάσια όμως φοιτούσαν, λόγω του μικρού αριθμού τους, μαθητές προερχόμενοι όχι μόνο από την περιοχή όπου αυτά ήταν εγκατεστημένα αλλά και από άλλες περιοχές του ελληνικού

κράτους και του εξωτερικού17. Επομένως, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν

17. Σημειώνω ενδεικτικά ότι από τους μαθητές που φοιτούσαν το 1853 στα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους το 21,4% προερχόταν από τον έξω ελληνισμό («Δημοσία εκπαίδευσις εν Ελλάδι», Πανδώρα 4,1853-54, σ. 226). Το μεγαλύτερο ποσοστό αλλοδαπών μαθητών είχαν τα Γυμνάσια των μεγάλων πόλεων: της Αθήνας κυρίως, αλλά και της Σύρου. Βλ. Πίν. 19.

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/323.gif&w=600&h=915

ρουν να μας δώσουν την ακριβή σχέση μαθητών Γυμνασίου και πληθυσμού κάθε νομού. Λιγότερα είναι τα προβλήματα με τα Ελληνικά σχολεία, αφού

στα περισσότερα απ' αυτά φοιτούν μαθητές προερχόμενοι κυρίως από την

επαρχία στην οποία αυτά ήταν εγκατεστημένα. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για τα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς οι μαθητές τους ήταν κατά κανόνα ντόπιοι. Αυτό που μπορούμε να δούμε, λοιπόν, με κάποια

ασφάλεια είναι η αντιστοιχία πληθυσμού και μαθητών Ελληνικών και Δημοτικών σχολείων.

Από τον Πίν. 12 φαίνεται ότι οι νομοί με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Ελληνικό σχολείο είναι εκείνοι που, όπως είδαμε παραπάνω, έχουν περίπου και τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο. Την πρώτη θέση έχει ο νομός Αττικοβοιωτίας με 80 μαθητές στους 10.000 κατοίκους το 1854 και 74 στα 1878/79, αν και οι αναλογίες αυτές δεν αποδίδουν ακριβώς την πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα Ελληνικά σχολεία της Αθήνας φιλοξενούν, όπως και τα Γυμνάσιά της, και ένα σημαντικό αριθμό μαθητών από άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας και του εξωτερικού. Αρκετά χαμηλότερη αλλά σημαντική πάντως είναι η συμμετοχή στο Ελληνικό σχολείο και των νομών Αργολιδοκορινθίας (το 1854) και Αρκαδίας (στα 1878/79), οι οποίοι δίνουν επίσης αξιόλογο αριθμό φοιτητών. Ωστόσο δεν λείπουν και εδώ οι αποκλίσεις. Έτσι, ο νομός Αχαϊοήλιδος, παρότι, όπως είδαμε, αντιπροσωπεύεται στη δεκαετία του 1870 με αξιόλογο ποσοστό φοιτητών, στα 1878/79 έχει χαμηλό δείκτη συμμετοχής στο Ελληνικό σχολείο, ενώ το αντίθετο ισχύει για τον νομό Ευβοίας, που έχει λίγους φοιτητές. Πολύ μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις στο επίπεδο της κατώτερης εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, περιοχές με μεγάλη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο, όπως οι νομοί Αργολιδοκορινθίας, Αχαϊοήλιδος και Αττικοβοιωτίας, έχουν στα 1878/79 αρκετά μικρότερο δείκτη συμμετοχής στην κατώτερη εκπαίδευση από άλλους νομούς (Φθιώτιδος-Φωκίδος και Λακωνίας) με μικρό αριθμό φοιτητών18.

Βέβαια, η σχέση μεταξύ μαθητών και φοιτητών είναι ενδεικτική μόνο, καθώς τα συγκρινόμενα μεγέθη δεν είναι ευθέως ανάλογα : στην πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν στα Δημοτικά

18. Το ποσοστό του νομού Αττικοβοιωτίας στη δημοτική εκπαίδευση είναι σχετικά χαμηλό, διότι οι υπολογισμοί γίνονται με βάση τον αριθμό των μαθητών που φοιτούσαν στα δημόσια μόνο σχολεία. Το ποσοστό ανεβαίνει αρκετά υψηλότερα αν συνυπολογιστούν και οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων (G. Chassiotis, ό.π., σ. 496), για τους οποίους όμως τα υπάρχοντα στοιχεία δεν είναι πάντοτε ασφαλή.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/324.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 12

Αναλογία μαθητών Δημοτικών σχολείων και Ελληνικών προς τον πληθυσμό της χώρας (στους 10.000 κατοίκους)

1854

1878/79

Νομοϊ

Δημοτικά

Ελληνικά

Σύνολο

Δημοτικά

Ελληνικά

Σύνολο

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

238

32

270

480

49

529

Αργολίδος - Κορινθίας

253

42

295

500

53

553

Αρκαδίας

274

31

305

537

62

599

Αχαΐας-Ήλιδος

201

38

239

465

40

505

Λακωνίας

262

24

286

546

43

589

Μεσσηνίας

202

22

224

370

48

418

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

290

43

333

470

58

528

Αιτωλίας- Ακαρνανίας

197

27

224

418

43

461

Αττικής-Βοιωτίας

345

80

425

455

74

529

Εύβοιας

342

41

383

463

64

527

Φθιώτιδος-Φωκίδος

302

25

327

553

47

600

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

416

55

471

608

90

698

ΕΠΤΑΝΗΣΑ

435

31

466

Κερκύρας

400

27

427

Κεφαλληνίας

509

33

542

Ζακύνθου

384

36

420

Πηγές: Π. Αργυρόπουλος, Πίναξ της εν τη Ελλάδι δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά το έτος 1854, Αθήνα, 3 Σεπτεμβρίου 1855 (μονόφυλλο)· G. Chassiotis, L'instruction publique, ό.π., σ. 496, 510· Χουλιαράκης, ό.π., τ. A', II, σ. 10-18, 50-106 (απογραφές πληθυσμού του 1853 και του 1879).

και τα Ελληνικά σχολεία σε μια χρονική στιγμή, ενώ στη δεύτερη ο μέσος όρος των φοιτητών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στη διάρκεια μιας δεκαετίας. Δείχνουν ωστόσο ότι ο βαθμός ανάπτυξης της μέσης (Ελληνικό σχολείο) και κυρίως της κατώτερης εκπαίδευσης μιας περιοχής δεν επηρεάζει πάντα τη συμμετοχή της στην πανεπιστημιακή. Το φαινόμενο αυτό μπορούμε να το παρακολουθήσουμε καλύτερα στον νομό Κυκλάδων.

Ο νομός Κυκλάδων έχει συνολικά το υψηλότερο ποσοστό μαθητικού πληθυσμού στον 19ο αιώνα (Πίν. 12). Την υπεροχή του αυτή την οφείλει κυρίως στην Ερμούπολη, όπου υπάρχει από νωρίς μια αξιόλογη εκπαιδευτική ανάπτυξη19.

19. Βλ. Γ. Γ. Παππαδόπουλος, «Περί των εν Σύρα σχολείων», Πανδώρα 16,186566, σ. 183-186,231-235.

Σελ. 324
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 305
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

    ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

    Στην περίοδο 1837-1890/1 εγγράφονται στις τέσσερις πανεπιστημιακές σχολές 16.825 φοιτητές1, ενώ στο Φαρμακευτικό Σχολείο 682: συνολικά, 17.507 φοιτητές (βλ. Πίν. 8). Ο αριθμός των εγγραφών όμως δεν αντιστοιχεί απολύτως στον αριθμό των εγγεγραμμένων. Όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και παρακάτω, ορισμένοι φοιτητές έχουν κάνει δύο εγγραφές : μία πρώτη στο Φαρμακευτικό Σχολείο, που είχε, όπως είπαμε, δικό του Μητρώο, και μία δεύτερη σε άλλη πανεπιστημιακή σχολή (κυρίως στην Ιατρική), και αντιστρόφως. Ο αριθμός των διπλών εγγραφών είναι δύσκολο να εξακριβωθεί, διότι προϋποθέτει την ταύτιση των ονομάτων, η οποία δεν είναι εύκολη λόγω των συνωνυμιών και της μεγάλης συχνά χρονικής απόστασης που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο εγγραφές. Στο Μητρώο φοιτητών σημειώνονται 46 διπλές

    εγγραφές. Φαίνεται όμως ότι ο αριθμός τους ήταν διπλάσιος.

    Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε σημειώνεται μια σημαντική αλλαγή στη συγκρότηση του φοιτητικού σώματος : το 1890/91, όπως αναφέρθηκε ήδη, εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή η πρώτη φοιτήτρια, ανοίγοντας τον δρόμο για την είσοδο των γυναικών στο Πανεπιστήμιο. Δύο χρόνια αργότερα (1892/93) εγγράφονται τέσσερις φοιτήτριες, δύο στη Φιλοσοφική και δύο στην Ιατρική, το 1894/95 μία (στην Ιατρική) και το 1895/96 επτά (τρεις στη Φιλοσοφική, τρεις στην Ιατρική και μία στο Φαρμακευτικό Σχολείο). Οι εγγραφές θα συνεχιστούν με χαμηλό ρυθμό και στα

    επόμενα χρόνια, έτσι ώστε ως τα τέλη του αιώνα θα έχουν γραφτεί συνολικά 20 φοιτήτριες: 13 στη Φιλοσοφική (8 στο φιλολογικό τμήμα, 4 στο μαθηματικό και 1 στο φυσικό), 8 στην Ιατρική και 1 στο Φαρμακευτικό Σχολείο2.

    1. Ο πίνακας των εγγεγραμμένων φοιτητών, που δημοσιεύεται στον τόμο Τα κατά την εβδομηκοστήν πέμπτην αμφιετηρίδα της ιδρύσεως του Εθνικού Πανεπιστημίου, ό.π., δίνει για την περίοδο 1837-1890/1 16.840 φοιτητές, αντί 16.825.

    2. Τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία προέρχονται από τη μελέτη της Σιδηρούλας