Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 316-335 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/316.gif&w=600&h=915

την προσέλευσή τους στο Πανεπιστήμιο. Από το 1863 όμως οι αλλοδαποί όφειλαν, όπως και οι ημεδαποί, να προσκομίσουν για την εγγραφή τους απολυτήριο Γυμνασίου. Αυτό τους υποχρέωνε να έλθουν στην Ελλάδα και να φοιτήσουν για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα σε ένα Γυμνάσιο η να δώσουν κατευθείαν απολυτήριες εξετάσεις, οι οποίες όμως ήταν αρκετά αυστηρότερες από εκείνες στις οποίες υποβάλλονταν προηγουμένως για να μπουν στο Πανεπιστήμιο. Η άλλη επιλογή που είχαν ήταν να φοιτήσουν σε κάποιο από τα λίγα Γυμνάσια του εξωτερικού που ήταν αναγνωρισμένα από το Πανεπιστήμιο ως Ισότιμα με τα ελληνικά και να πάρουν από εκεί απολυτήριο που θα τους επέτρεπε να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο. Όλα αυτά συνεπάγονταν όμως μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση, την οποία δεν ήταν όλοι σε θέση να επωμισθοϋν. Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι η αλλαγή του 1863 λειτούργησε ανασταλτικά στην προσέλευση των αλλοδαπών μαθητών στο Πανεπιστήμιο. Αρκετοί απ' αυτούς, και ιδιαίτερα όσοι προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, βρέθηκαν σε δυσκολία να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο, ενώ άλλοι, που είχαν τα οικονομικά μέσα, προτίμησαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε διάφορα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια12.

ΗΜΕΔΑΠΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποιά είναι η συμμετοχή των επιμέρους περιοχών στο Πανεπιστήμιο, αρχίζοντας από το ελληνικό κράτος. Όπως φαίνεται από τον Πίν. 9, το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών στην περίοδο 1837-1890

έχει η Πελοπόννησος (49,4% στο σύνολο των ημεδαπών φοιτητών). Ακολουθούν η Στερεά Ελλάδα με 30,5%, οι Κυκλάδες με 9,5%, τα Επτάνησα (μετά το 1864) με 7,6% και η Θεσσαλία μαζί με την Άρτα (μετά το 1881) με 2,8%. Η κατάταξη αυτή όμως είναι συμβατική. Για να έχουμε μια ακριβέστερη

12. Την τάση των αλλοδαπών/ομογενών να σπουδάζουν σε ξένα Πανεπιστήμια

επισημαίνουν συχνά οι πρυτάνεις για να εξηγήσουν τη μειωμένη προσέλευσή τους στο

ελληνικό Πανεπιστήμιο, αλλά και για να εκφράσουν κάποιες αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι απαραίτητο οι μαθητές, και περισσότερο οι ομογενείς, πριν πάνε για σπουδές στο εξωτερικό, να έχουν φοιτήσει για ορισμένα χρόνια στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ο ομογενής νέος «ειμπορεί να τελειωθή αλλαχού- αλλά να στοιχειωθή οφείλει

ενταύθα, διότι ενταύθα και μόνον θέλει θηλάσει το γνήσιον του ελληνισμού γάλα» (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 4). Πβ. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 10 και G. Chassiotis, L'instruction publique chez les Grecs depuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu'à nos jours, Παρίσι 1881, σ. 316-317.

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/317.gif&w=600&h=915

εικόνα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την αριθμητική σχέση φοιτητών και πληθυσμού κάθε περιοχής, καθώς και την κατανομή των φοιτητών στο εσωτερικό τους. Η σχέση φοιτητών και πληθυσμού θα μπορούσε να εξαχθεί από τη σύγκριση του πληθυσμού μιας περιοχής με τον φοιτητικό πληθυσμό της : με το σύνολο, δηλαδή, των φοιτητών που κατάγονται απ' αυτήν και σπουδάζουν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή στο Πανεπιστήμιο. Η μέθοδος αυτή όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση μας, δεδομένου ότι τα στοιχεία που

έχουμε αφορούν τον τόπο καταγωγής των φοιτητών που εγγράφονται κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο και όχι του φοιτητικού πληθυσμού. Εξάλλου, ο φοιτητικός πληθυσμός είναι μια έννοια αρκετά ρευστή, που προσδιορίζεται όχι μόνο από τις εγγραφές αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η διάρκεια των σπουδών, και από την άποψη αυτή δεν καταγράφει με ακρίβεια τη σχέση φοιτητών και πληθυσμού μιας περιοχής. Αντίθετα, ο ετήσιος αριθμός των

εγγραφών αποδίδει πιο πιστά την πραγματικότητα.

Με βάση, λοιπόν, τις εγγραφές θα προσπαθήσουμε να δούμε ποια είναι σε

επίπεδο νομού, κατά δεκαετίες, η αντιστοιχία φοιτητών και πληθυσμού. Η σύγκριση γίνεται υποχρεωτικά με τη χρήση μέσων όρων, τόσο για τον αριθμό των φοιτητών όσο και για τον πληθυσμό, και αφορά την περίοδο 1851-1890, για την οποία τα πληθυσμιακά δεδομένα είναι πιο ασφαλή. Βέβαια, η σχέση φοιτητών και πληθυσμού θα ήταν ακριβέστερη αν η αναγωγή μπορούσε να γίνει όχι στο σύνολο του πληθυσμού κάθε νομού αλλά σε ένα ορισμένο τμήμα του νεανικού πληθυσμού του. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο, δεδομένου ότι στις

επίσημες απογραφές του 19ου αιώνα η κατανομή του νεανικού πληθυσμού κατά ηλικίες και φύλο δεν γίνεται με ομοιόμορφο τρόπο.

Από την επεξεργασία των δεδομένων (Πίν. 10) προκύπτει κατ' αρχήν ότι η

αντιπροσώπευση των διαφόρων διαμερισμάτων του ελληνικού κράτους στο Πανεπιστήμιο δεν συμπίπτει με εκείνη που μας δίνει ο Πίν. 9. Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται οι Κυκλάδες και η Πελοπόννησος, και ακολουθούν η Στερεά Ελλάδα, τα Επτάνησα και η Θεσσαλία με την Άρτα. Η Πελοπόννησος και η Στερεά παρουσιάζουν την ίδια περίπου εξελικτική πορεία. Η πρώτη αντιπροσωπεύεται στη δεκαετία του 1850 με 10 περίπου φοιτητές τον χρόνο στους 100.000 κατοίκους και στη δεκαετία του 1880 με 30, ενώ η δεύτερη με 8 και 26 φοιτητές, αντίστοιχα. Διαφορετική είναι η εξέλιξη των Κυκλάδων. Ενώ ως τη δεκαετία του 1860 η αντιπροσώπευσή τους στο Πανεπιστήμιο ήταν σχετικά χαμηλή, στις δύο επόμενες δεκαετίες σημειώνουν αλματώδη άνοδο. Η περίπτωση των Κυκλάδων θα μας απασχολήσει χωριστά στη συνέχεια. Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί, πάντως, είναι ότι σε όλα τα διαμερίσματα

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/318.gif&w=600&h=915

σματα του ελληνικού κράτους η συμμετοχή στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση

εμφανίζει ανοδική τάση, που κορυφώνεται στη δεκαετία του 1880. Ο βαθμός συμμετοχής τους όμως σε επίπεδο νομών και επαρχιών είναι ποικίλος.

Όπως φαίνεται από τον Πίν. 10, τους μεγαλύτερους δείκτες αντιπροσώπευσης στο Πανεπιστήμιο έχουν στην Πελοπόννησο οι νομοί Αργολιδοκορινθίας, Αχαΐας-Ήλιδος και Αρκαδίας, αλλά με διακυμάνσεις στη διάρκεια του χρόνου. Έτσι, ενώ ο νομός Αργολιδοκορινθίας έχει την πρώτη θέση ως τα τέλη της δεκαετίας του 1870, στη δεκαετία του 1880 υποσκελίζεται από τον νομό Αχαΐας-Ήλιδος. Τη μικρότερη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο έχει ο νομός Μεσσηνίας. Στη Στερεά τον υψηλότερο δείκτη έχει σταθερά ο νομός Αττικοβοιωτίας και τον μικρότερο ο νομός Αιτωλοακαρνανίας, χωρίς να λείπουν και

εδώ οι εποχικές διακυμάνσεις. Αρκετές διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στο

εσωτερικό των νομών, σε επίπεδο επαρχιών (βλ. Χάρτη, σ. 328-329). Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη διαφορετική συμμετοχή κάθε περιοχής στο Πανεπιστήμιο. Μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει αναλυτική μελέτη της οικονομικής, κοινωνικής, δημογραφικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας κάθε περιοχής, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτής της εργασίας. Θα περιοριστώ, λοιπόν, σε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις.

Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν αποφασιστικά τον εκπαιδευτικό δείκτη αποτελεί, όπως είναι γνωστό, ο βαθμός αστικής συγκέντρωσης μιας περιοχής13. Ως αστική συγκέντρωση εννοείται, συμβατικά, η παρουσία σε μια περιοχή πόλεων με πληθυσμό πάνω από 5.000 κατοίκους. Η σημασία της αστικής συγκέντρωσης για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, και ιδιαίτερα στη μέση και την ανώτερη, είναι αυτονόητη. Η ίδια η δόμηση του αστικού χώρου, με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων του τριτογενούς τομέα, την εκχρηματισμένη, λιγότερο η περισσότερο, οικονομία του και τη συγκέντρωση σχολείων μέσης εκπαίδευσης, προσφέρει στους κατοίκους του αυξημένες δυνατότητες και ευκαιρίες για ανώτερες σπουδές. Πραγματικά, δεν είναι τυχαίο ότι οι νομοί με τη μεγαλύτερη αστική συγκέντρωση (Αττικοβοιωτίας, Αργολιδοκορινθίας, Αχαϊοήλιδος, Κυκλάδων) είναι εκείνοι που συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ το αντίθετο συμβαίνει στους νομούς με χαμηλή η ανύπαρκτη αστική συγκέντρωση (Πίν. 11).

13. Πβ. Κων. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, Θεμέλιο, 1977, σ. 407 κ.εξ., 418 κ.εξ.

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/319.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 10

Αναλογία ημεδαπών φοιτητών προς τον πληθυσμό της χώρας (στους 100.000 κατοίκους)

Νομοί

1851-1860

1861-1870

1871-1880

1881-1890

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

9,8 (±2,5)

18,9 (±3,2)

19,2 (±4,3)

30,1 (±5,0)

Αργολ.-Κορινθίας

143 (±4,5)

24,4 (±5,2)

23,7 (±5,7)

30,4 (±3,4)

Αρκαδίας

12,7 (±3,6)

22,2 (±3,9)

18,0 (±4,7)

27,1 (±5,3)

Αχάΐας-Ήλιδος

8,5 (±2,6)

19,9 (±6,3)

22,7 (±8,2)

42,1 (±9,0)

Λακωνίας

6,2 (±3,3)

15,1 (±5,5)

15,0 (±3,9)

27,2 (±8,0)

Μεσσηνίας

5,7 (±2,9)

11,9 (±2,4)

13,7 (±4,0)

20,4 (±4,5)

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

7,9 (±2,9)

15,1 (±4,2)

17,2 (±3,2)

25,6 (±4,1)

Ακαρναν. - Αιτωλίας

4,9 (±2,6)

11,3 (±6,2)

11,9 (±3,1)

17,6 (±3,0)

Αττικής-Βοιωτίας

13,7 (±5,8)

18,7 (±6,2)

26,5 (±5,1)

33,3 (±5,2)

Ευβοίας

3,2 (±2,3)

14,5 (±7,7)

13,5 (±5,4)

25,3 (±6,5)

Φθιώτ.-Φωκίδος

8,4 (±4,3)

15,5 (±7,9)

12,6 (±4,2)

21,6 (±6,7)

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

7,8 (±2,8)

12,7 (±4,1)

23,4 (±6,9)

35,3 (±6,7)

ΕΠΤΑΝΗΣΑ Ζακύνθου Κερκύρας Κεφαλληνίας

6,3 (±1,9) 6,7 (±4,0) 3,9 (±1,5) 8,9 (±4,5)

11,6 (±3,6) 18,6 (±10,2) 6,6 (±2,8) 14,2 (±4,0)

21,6 (±3,1) 28,6 (±8,7) 14,4 (±3,7) 27,9 (±10,0)

ΘΕΣΣΑΛΙΑ-ΑΡΤΑ Λαρίσσης Τρικάλων Άρτης

9,8 (±2,3) 12,4 (±3,1) 5,3 (±1,9) 10,9 (±8,1)

Πηγές: βλ. Πίν. 8· Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, τ. A', II, Αθήνα 1974. Πβ. εδώ, Παράρτημα Β'. Στον Πίνακα αναγράφεται το μέσο ετήσιο ποσοστό των εγγραφέντων φοιτητών στους 100.000 κατοίκους. Για τα Επτάνησα η στήλη 1861-1870 αφορα τους εγγραφέντες στα χρόνια 1864-1870. Η ετήσια μεταβολή του πληθυσμού εκτιμάται με τετραγωνική παρεμβολή τριών τιμών που περιλαμβάνουν το υπό μελέτη χρονικό διάστημα. Οι αναγραφόμενες διακυμάνσεις προκύπτουν με βάση την τυπική απόκλιση της κατανομής των ποσοστών στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/320.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 11

Αστική συγκέντρωση και φοιτητές στη δεκαετία του 1870

Αστική συγκέντρωση και φοιτητές στη δεκαετία του 1870

Νομοί

(α)

(β)

Αργολίδος-Κορινθίας

24,9

23,7

Αρκαδίας

6,7

18,0

Αχαιας-Ήλιδος

22,3

22,7

Λακωνίας

15,0

Μεσσηνίας

123

13,7

Ακαρνανίας-Αιτωλίας

83

11,9

Αττικής-Βοιωτίας

48,4

26,5

Εύβοιας

7,2

13,5

Φθιώτιδος-Φωκίδος

4,3

12,6

Κυκλάδων

16,0

23,4

Ζακύνθου

36,5

18,6

Κερκύρας

15,6

6,6

Κεφαλληνίας

17,0

14,2

Πηγή : βλ. Πίν. 10. Στην πρώτη στήλη (α) αναγράφεται το ποσοστό (%) του πληθυσμού των πόλεων με πάνω από 5.000 κατοίκους στον συνολικό πληθυσμό κάθε νομού κατά το έτος 1879, ενώ στη δεύτερη (β) το μέσο ετήσιο ποσοστό των εγγραφέντων φοιτητών στους 100.000 κατοίκους στα 1871-1880 (Πίν. 10).

Πηγή : βλ. Πίν. 10. Στην πρώτη στήλη (α) αναγράφεται το ποσοστό (%) του πληθυσμού των πόλεων με πάνω από 5.000 κατοίκους στον συνολικό πληθυσμό κάθε νομού κατά το έτος 1879, ενώ στη δεύτερη (β) το μέσο ετήσιο ποσοστό των εγγραφέντων φοιτητών στους 100.000 κατοίκους στα 1871-1880 (Πίν. 10).

Οι παραπάνω σχέσεις είναι πιο εμφανείς στο εσωτερικό των νομών. Το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο έχουν οι επαρχίες των οποίων η πρωτεύουσα συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αστικό πληθυσμό και οι οποίες αποτελούν συνήθως το διοικητικό κέντρο του νομού. Έτσι, στον νομό Αττικοβοιωτίας η μεγάλη πλειονότητα των φοιτητών (78,5% στην περίοδο που εξετάζουμε) προέρχεται από την επαρχία Αττικής (βλ. Παράρτημα Β'). Η παρουσία της Αθήνας είναι εδώ καταλυτική, καθώς δίνει το 66,8% των φοιτητών του νομού Αττικοβοιωτίας. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στις πρωτεύουσες των επαρχιών, οι οποίες έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο: για παράδειγμα, στον νομό Αχαϊοήλιδος το 70% των φοιτητών , κατά προσέγγιση, προέρχεται από την Πάτρα, τον Πύργο, το Αίγιο και τα Καλάβρυτα, ενώ στους νομούς Μεσσηνίας και Φθιώτιδος-Φωκίδος τα αντίστοιχα ποσοστά για τις πρωτεύουσες των επαρχιών τους είναι γύρω στο 50%.

Η σχέση όμως αστικής συγκέντρωσης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν είναι ευθύγραμμη. Υπάρχουν και εξαιρέσεις που οφείλονται στην επενέργεια άλλων παραγόντων, όπως το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων κάθε

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/321.gif&w=600&h=915

θε περιοχής, η δημογραφική και οικιστική τους διαμόρφωση κλπ. Στον νομό Αχαϊοήλιδος η επαρχία Αιγιαλείας, με μια κωμόπολη, το Αίγιο (με 5-7.000 κατοίκους στη δεκαετία του 1880), αντιπροσωπεύεται με περισσότερους φοιτητές από την επαρχία Πατρών, μολονότι η τελευταία έχει ένα μεγάλο αστικό κέντρο, την Πάτρα, με το μοναδικό Γυμνάσιο του νομού ως τα μέσα της δεκαετίας του 1870. Η διαφορά αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί ίσως στο γεγονός ότι η επαρχία Πατρών έχει μεγαλύτερη ενδοχώρα με παραγωγικές δραστηριότητες πιο παραδοσιακές από εκείνες της Αιγιαλείας14. Επίσης, ο νομός Ζακύνθου με υψηλό ποσοστό αστικής συγκέντρωσης δεν έχει ανάλογη αντιπροσώπευση στο Πανεπιστήμιο, ενώ το αντίθετο ισχύει για τον νομό Αρκαδίας. Ας δούμε κάπως εκτενέστερα τη δεύτερη περίπτωση.

Ως τα μέσα του 19ου αιώνα η Αρκαδία έχει ποσοστό συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο αρκετά υψηλότερο από τους άλλους νομούς του ελληνικού κράτους. Αν και η υπεροχή της αυτή ήταν προσωρινή -στις επόμενες δεκαετίες υποσκελίζεται σταδιακά από άλλους νομούς- αποτελεί πάντως μια αξιοσημείωτη παρέκκλιση από τον κανόνα, αφού υπολείπεται σε αστική συγκέντρωση από άλλους νομούς της Πελοποννήσου (Αχαΐας, Αργολιδοκορινθίας). Το 1860 η Τρίπολη έχει γύρω στις 7.000 κατοίκους, που αντιπροσωπεύουν το 6,7% του συνολικού πληθυσμού του νομού, ενώ υπάρχουν τέσσερις μόνο κωμοπόλεις με πληθυσμό μεταξύ 3.000 και 4.000 κατοίκων15. Παρά τον χαμηλό βαθμό αστικής συγκέντρωσης, ο νομός Αρκαδίας έχει στη δεκαετία του 1850 δείκτη συμμετοχής στο Πανεπιστήμιο 12,7, ενώ ο νομός Αχαϊοήλιδος 8,5 (Πίν. 10), παρά την υψηλότερη αστική του συγκέντρωση. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη δεκαετία του 1860. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι τρεις μεγαλύτερες επαρχίες του νομού (Μαντινείας, Κυνουρίας και Γορτυνίας) συμμετέχουν σχεδόν εξίσου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Δεν είναι εύκολο να ανιχνεύσουμε τους λόγους της υπεροχής της Αρκαδίας. Είναι άραγε η κλειστή οικονομία16 και η φτώχεια της περιοχής που ωθεί τους νέους προς το Πανεπιστήμιο ; Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η οικονομική ανέχεια αποτελεί γενικά αρνητικό συντελεστή για την πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο: κατά κανόνα οι πιο φτωχές η απομονωμένες επαρχίες της ελληνικής επικράτειας, όπως, για

14. Ανάλογη είναι η υπεροχή της επαρχίας Αιγιαλείας έναντι της επαρχίας Πατρών και σε μαθητικό πληθυσμό. Βλ. Θανάσης Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στην Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1990, σ. 152.

15. Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, τ. A', II, Αθήνα 1974, σ. 32.

16. Κ. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 420.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/322.gif&w=600&h=915

παράδειγμα, οι επαρχίες Βάλτου και Βονίτσης-Ξηρομέρου στον νομό Αιτωλοακαρνανίας και Επιδαύρου Λιμηράς στον νομό Λακωνίας, είναι εκείνες που έχουν τους λιγότερους φοιτητές σε σχέση πάντα με τον πληθυσμό τους.

Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος επηρεάζει άμεσα τη συμμετοχή των διαφόρων περιοχών στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είναι η θέση των Γυμνασίων. ιδρυμένα στις πρωτεύουσες των νομών και από τη δεκαετία του 1870 και σε ορισμένα επαρχιακά κέντρα (Πίν. 17), παρέχουν στους κατοίκους των διαφόρων οικισμών του νομού, ανάλογα με την απόσταση που τους χωρίζει από την πόλη όπου βρίσκεται το Γυμνάσιο, ένα ισχυρό πλεονέκτημα για την πρόσβαση στο Γυμνάσιο και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο. Πόσο καθοριστική είναι η σημασία του Γυμνασίου φαίνεται και από το ότι όταν ιδρύεται Γυμνάσιο σε μια περιοχή, κατά κανόνα αυξάνεται ο αριθμός των φοιτητών της. Τα παραδείγματα είναι πολύ χαρακτηριστικά. Ως το 1860 υπάρχουν 3 Γυμνάσια στην Πελοπόννησο (της Πάτρας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης), 3 στη Στερεά (2 στην Αθήνα και 1 στη Λαμία) και 1 στις Κυκλάδες (της Σύρου). Χωρίς Γυμνάσιο είναι οι νομοί Λακωνίας, Μεσσηνίας, Εύβοιας, ενώ στην Αιτωλοακαρνανία το Γυμνάσιο του Μεσολογγίου, ιδρυμένο το 1835, αρχισε να λειτουργεί αργότερα. Με τη δημιουργία Γυμνασίων στους παραπάνω νομούς στις αρχές της δεκαετίας του 1860 αυξάνεται και η προσέλευση των μαθητών τους στο Πανεπιστήμιο. Πιο προνομιούχοι, βέβαια, είναι οι νομοί όπου λειτουργούν από κάποια στιγμή περισσότερα του ενός Γυμνάσια, όπως αυτοί της Αττικοβοιωτίας, της Αχαϊοήλιδος, της Αργολιδοκορινθίας και της Κεφαλληνίας (με 5,3,2 και 2 Γυμνάσια, αντίστοιχα, γύρω στο 1880).

Ποια είναι όμως ακριβώς η σχέση πανεπιστημιακής και γυμνασιακής εκπαίδευσης; Στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε, καθώς τα στατιστικά στοιχεία για τους μαθητές των Γυμνασίων, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μας δίνουν τον αριθμό τους κατά νομούς σε ορισμένες χρονικές στιγμές, όχι όμως και τον τόπο καταγωγής τους. Στα Γυμνάσια όμως φοιτούσαν, λόγω του μικρού αριθμού τους, μαθητές προερχόμενοι όχι μόνο από την περιοχή όπου αυτά ήταν εγκατεστημένα αλλά και από άλλες περιοχές του ελληνικού

κράτους και του εξωτερικού17. Επομένως, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν

17. Σημειώνω ενδεικτικά ότι από τους μαθητές που φοιτούσαν το 1853 στα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους το 21,4% προερχόταν από τον έξω ελληνισμό («Δημοσία εκπαίδευσις εν Ελλάδι», Πανδώρα 4,1853-54, σ. 226). Το μεγαλύτερο ποσοστό αλλοδαπών μαθητών είχαν τα Γυμνάσια των μεγάλων πόλεων: της Αθήνας κυρίως, αλλά και της Σύρου. Βλ. Πίν. 19.

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/323.gif&w=600&h=915

ρουν να μας δώσουν την ακριβή σχέση μαθητών Γυμνασίου και πληθυσμού κάθε νομού. Λιγότερα είναι τα προβλήματα με τα Ελληνικά σχολεία, αφού

στα περισσότερα απ' αυτά φοιτούν μαθητές προερχόμενοι κυρίως από την

επαρχία στην οποία αυτά ήταν εγκατεστημένα. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για τα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς οι μαθητές τους ήταν κατά κανόνα ντόπιοι. Αυτό που μπορούμε να δούμε, λοιπόν, με κάποια

ασφάλεια είναι η αντιστοιχία πληθυσμού και μαθητών Ελληνικών και Δημοτικών σχολείων.

Από τον Πίν. 12 φαίνεται ότι οι νομοί με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Ελληνικό σχολείο είναι εκείνοι που, όπως είδαμε παραπάνω, έχουν περίπου και τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο. Την πρώτη θέση έχει ο νομός Αττικοβοιωτίας με 80 μαθητές στους 10.000 κατοίκους το 1854 και 74 στα 1878/79, αν και οι αναλογίες αυτές δεν αποδίδουν ακριβώς την πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα Ελληνικά σχολεία της Αθήνας φιλοξενούν, όπως και τα Γυμνάσιά της, και ένα σημαντικό αριθμό μαθητών από άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας και του εξωτερικού. Αρκετά χαμηλότερη αλλά σημαντική πάντως είναι η συμμετοχή στο Ελληνικό σχολείο και των νομών Αργολιδοκορινθίας (το 1854) και Αρκαδίας (στα 1878/79), οι οποίοι δίνουν επίσης αξιόλογο αριθμό φοιτητών. Ωστόσο δεν λείπουν και εδώ οι αποκλίσεις. Έτσι, ο νομός Αχαϊοήλιδος, παρότι, όπως είδαμε, αντιπροσωπεύεται στη δεκαετία του 1870 με αξιόλογο ποσοστό φοιτητών, στα 1878/79 έχει χαμηλό δείκτη συμμετοχής στο Ελληνικό σχολείο, ενώ το αντίθετο ισχύει για τον νομό Ευβοίας, που έχει λίγους φοιτητές. Πολύ μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις στο επίπεδο της κατώτερης εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, περιοχές με μεγάλη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο, όπως οι νομοί Αργολιδοκορινθίας, Αχαϊοήλιδος και Αττικοβοιωτίας, έχουν στα 1878/79 αρκετά μικρότερο δείκτη συμμετοχής στην κατώτερη εκπαίδευση από άλλους νομούς (Φθιώτιδος-Φωκίδος και Λακωνίας) με μικρό αριθμό φοιτητών18.

Βέβαια, η σχέση μεταξύ μαθητών και φοιτητών είναι ενδεικτική μόνο, καθώς τα συγκρινόμενα μεγέθη δεν είναι ευθέως ανάλογα : στην πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν στα Δημοτικά

18. Το ποσοστό του νομού Αττικοβοιωτίας στη δημοτική εκπαίδευση είναι σχετικά χαμηλό, διότι οι υπολογισμοί γίνονται με βάση τον αριθμό των μαθητών που φοιτούσαν στα δημόσια μόνο σχολεία. Το ποσοστό ανεβαίνει αρκετά υψηλότερα αν συνυπολογιστούν και οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων (G. Chassiotis, ό.π., σ. 496), για τους οποίους όμως τα υπάρχοντα στοιχεία δεν είναι πάντοτε ασφαλή.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/324.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 12

Αναλογία μαθητών Δημοτικών σχολείων και Ελληνικών προς τον πληθυσμό της χώρας (στους 10.000 κατοίκους)

1854

1878/79

Νομοϊ

Δημοτικά

Ελληνικά

Σύνολο

Δημοτικά

Ελληνικά

Σύνολο

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

238

32

270

480

49

529

Αργολίδος - Κορινθίας

253

42

295

500

53

553

Αρκαδίας

274

31

305

537

62

599

Αχαΐας-Ήλιδος

201

38

239

465

40

505

Λακωνίας

262

24

286

546

43

589

Μεσσηνίας

202

22

224

370

48

418

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

290

43

333

470

58

528

Αιτωλίας- Ακαρνανίας

197

27

224

418

43

461

Αττικής-Βοιωτίας

345

80

425

455

74

529

Εύβοιας

342

41

383

463

64

527

Φθιώτιδος-Φωκίδος

302

25

327

553

47

600

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

416

55

471

608

90

698

ΕΠΤΑΝΗΣΑ

435

31

466

Κερκύρας

400

27

427

Κεφαλληνίας

509

33

542

Ζακύνθου

384

36

420

Πηγές: Π. Αργυρόπουλος, Πίναξ της εν τη Ελλάδι δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά το έτος 1854, Αθήνα, 3 Σεπτεμβρίου 1855 (μονόφυλλο)· G. Chassiotis, L'instruction publique, ό.π., σ. 496, 510· Χουλιαράκης, ό.π., τ. A', II, σ. 10-18, 50-106 (απογραφές πληθυσμού του 1853 και του 1879).

και τα Ελληνικά σχολεία σε μια χρονική στιγμή, ενώ στη δεύτερη ο μέσος όρος των φοιτητών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στη διάρκεια μιας δεκαετίας. Δείχνουν ωστόσο ότι ο βαθμός ανάπτυξης της μέσης (Ελληνικό σχολείο) και κυρίως της κατώτερης εκπαίδευσης μιας περιοχής δεν επηρεάζει πάντα τη συμμετοχή της στην πανεπιστημιακή. Το φαινόμενο αυτό μπορούμε να το παρακολουθήσουμε καλύτερα στον νομό Κυκλάδων.

Ο νομός Κυκλάδων έχει συνολικά το υψηλότερο ποσοστό μαθητικού πληθυσμού στον 19ο αιώνα (Πίν. 12). Την υπεροχή του αυτή την οφείλει κυρίως στην Ερμούπολη, όπου υπάρχει από νωρίς μια αξιόλογη εκπαιδευτική ανάπτυξη19.

19. Βλ. Γ. Γ. Παππαδόπουλος, «Περί των εν Σύρα σχολείων», Πανδώρα 16,186566, σ. 183-186,231-235.

Σελ. 324
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/325.gif&w=600&h=915

Η συμμετοχή του νομού όμως στο Πανεπιστήμιο δεν είναι ανάλογη προς τον μαθητικό πληθυσμό της. Στη δεκαετία του 1850 ο νομός αντιπροσωπεύεται με ένα αρκετά χαμηλό ποσοστό φοιτητών: 7,8 στους 100.000 κατοίκους (Πίν. 10). Τα μικρότερα ποσοστά έχουν οι επαρχίες Σύρου (στην οποία ανήκει και η Μύκονος) και Τήνου και τα μεγαλύτερα οι επαρχίες Κέας και Μήλου. Στη δεκαετία του 1860 ο δείκτης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης του νομού ανεβαίνει από το 7,8 στο 12,7, ενώ στα επόμενα χρόνια αυξάνεται με γρήγορο ρυθμό για να φτάσει στη δεκαετία του 1880 στο 35,3. Η ανοδική αυτή τάση χαρακτηρίζει, όπως είπαμε, όλες σχεδόν τις περιοχές του ελληνικού κράτους, με τη διαφορά ότι στις Κυκλάδες είναι πιο ισχυρή. Οι επαρχίες που αντιπροσωπεύονται περισσότερο στο Πανεπιστήμιο είναι πάντα αυτές της Κέας και της Μήλου- παράλληλα όμως αυξάνεται και η συμμετοχή των υπόλοιπων επαρχιών του νομού και μάλιστα της Σύρου. Η περίπτωση της τελευταίας χρειάζεται ιδιαίτερο σχολιασμό.

ΠΙΝΑΚΑΣ 13

Φοιτητές από τον νομό Κυκλάδων (στους 100.000 κατοίκους)

Φοιτητές από τον νομό Κυκλάδων (στους 100.000 κατοίκους)

Επαρχίες

1851-60

1861-70

1871-80

1881-90

Άνδρου

4,2

13,7

14,1

27,3

Θήρας

5,4

6,4

22,6

22,7

Κέας

28,9

32,1

40,2

45,9

Μήλου

15,6

26,1

36,2

37,4

Νάξου

7,5

9,6

19,3

31,4

Σύρου

1,7

7,8

24,8

51,1

Τήνου

7,7

14,8

18,9

22,4

Πηγή: βλ. Πίν. 8. Πβ. Πίν. 10 και Παράρτημα Β'.

Πηγή: βλ. Πίν. 8. Πβ. Πίν. 10 και Παράρτημα Β'.

Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα η συμμετοχή της επαρχίας Σύρου στο Πανεπιστήμιο εμφανίζεται, σε σχέση με τον πληθυσμό της, πολύ μικρή· η χαμηλότερη των Κυκλάδων. Στη δεκαετία του 1860 όμως σημειώνει μια αύξηση, που συνεχίζεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς στις δύο επόμενες δεκαετίες (Πίν. 13). Έτσι ο δείκτης συμμετοχής της Σύρου στην πανεπιστημιακή

εκπαίδευση από 0,1 που φαίνεται να ήταν στα χρόνια 1837-1860 ανεβαίνει στη δεκαετία του 1880 στο 51. Ο δείκτης αυτός είναι ο μεγαλύτερος των Κυκλάδων και ανάμεσα στους πρώτους σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών της επαρχίας Σύρου (γύρω στο 80%) προ-

Σελ. 325
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/326.gif&w=600&h=915

προέρχεται από την Ερμούπολη και από την άποψη αυτή οι αλλαγές που σημειώνονται στο επίπεδο της επαρχίας αφορούν κυρίως την Ερμούπολη.

Για να εξηγήσουμε την άνιση κατά εποχές συμμετοχή της Ερμούπολης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την ιδιότυπη για τα ελληνικά δεδομένα ανάπτυξη της πόλης. Κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Δύση, η Ερμούπολη είναι στον 19ο αιώνα το μοναδικό «ολοκληρωμένο» αστικό κέντρο του ελλαδικού χώρου20. Η μεγάλη ακμή της πόλης τοποθετείται στα μέσα του αιώνα. Την εποχή αυτή η Ερμούπολη έχει πληθυσμό 19.000 κατοίκους, οι οποίοι απασχολούνται κυρίως στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στη βιοτεχνία, σε τραπεζικές εργασίες. Η ακμή της πόλης αντανακλάται και στο σχολικό επίπεδο, με την παρουσία ενός δικτύου από δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, τα οποία δίνουν στην Ερμούπολη την πρώτη θέση σε μαθητικό πληθυσμό.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη σχέση πληθυσμού και φοιτητών. Η χαμηλή συμμετοχή της Ερμούπολης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τουλάχιστο πριν από τη δεκαετία του 1870, θα μπορούσε να αποδοθεί στις ιδιαιτερότητες της πόλης. Όσο, δηλαδή, οι εμπορικές και βιοτεχνικές της δραστηριότητες βρίσκονταν σε άνθιση, οι μαθητές αρκούνταν στην κατώτερη η μέση εκπαίδευση και σε μια επαγγελματική κατάρτιση που τους πρόσφερε μετά το 1856 ο κύκλος των εμπορικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο της Ερμούπολης21. Η σχολική εκπαίδευση, μαζί με τη μαθητεία σε εμπορικά και άλλα καταστήματα, αρκούσε για να ασκήσει κανείς ένα επάγγελμα συναφές προς τις οικονομικές δραστηριότητες της πόλης. Αντίθετα, το Πανεπιστήμιο δεν ήταν μέσα στις προτεραιότητες των κατοίκων. Όπως σημειώνει ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος είχε σπουδάσει στο Γυμνάσιο της Ερμούπολης στη δεκαετία του 1840: «Δεν ήτο άλλως παράδοξον εις πόλιν αποκλειστικώς εμπορικήν, μηδέν μάλιστα τότε παράγουσαν, να μη δίδη θέσιν εις την επιστήμην, τα ελευθέρια επαγγέλματα και τας τέχνας, ειμή τόσην, όσην αι ανάγκαι των κατοίκων ύπεδείκνυον»22.

Το σχήμα αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα. Όπως είναι γνωστό, η Ερμούπολη από την ίδρυση της συγκροτείται από ένα μωσαϊκό πληθυσμού, που προέρχεται από διάφορες περιοχές. Το 1853 από

20. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Η θέση της Ερμούπολης στην ελληνική οικονομία τον 19ο αιώνα: οι παγίδες των πηγών», Τα Ιστορικά, τ. 1, τχ. 1, Σεπτ. 1983, σ. 194.

21. Κλάδος, Εκπαιδευτικά, τ. Α', σ. 283-284.

22. Ανδρέας Συγγρός, Απομνημονεύματα, επιμέλεια: Άλκης Αγγέλου, Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου, βιβλίο πρώτο-τόμος Α', Αθήνα, Εστία, 1998, σ. 60.

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/327.gif&w=600&h=915

τους κατοίκους της ηλικίας άνω των 20 ετών μόνο το 2,1% είχαν γεννηθεί στην Ερμούπολη η στην Άνω Σύρο. Οι περισσότεροι (68%) προέρχονταν από τον νησιωτικό χώρο, κυρίως από τη Χίο, τα Ψαρά και την Κρήτη, και οι υπόλοιποι από άλλες περιοχές του ελληνικού κράτους, από την ευρωπαϊκή Τουρκία και τη Μικρά Ασία23. Από το σύνολο των επήλυδων κατοίκων της Ερμούπολης τα 2/3 είχαν εγκατασταθεί εκεί στην πρώτη δεκαετία από τη δημιουργία της πόλης, και ιδιαίτερα στα χρόνια 1824 και 1828. Η συρροή νέων κατοίκων στην Ερμούπολη συνεχίστηκε και στις επόμενες δεκαετίες αλλά με βραδύτερο ρυθμό.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, ως τα μέσα τουλάχιστο του 19ου αιώνα οι περισσότεροι νέοι που θα μπορούσαν να είναι φοιτητές δεν είχαν γεννηθεί στην Ερμούπολη. Τί τόπο καταγωγής δηλώνουν αυτοί κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο ; Από τα λιγοστά διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι δηλώνουν όχι την Ερμούπολη, παρότι είναι δημότες της, αλλά τον τόπο όπου γεννήθηκαν αυτοί η οι γονείς τους (Χίος, Κρήτη κλπ.)24. Είναι δύσκολο να πούμε πόσο γενικευμένη είναι η τάση αυτή και ποιά η διάρκειά της. Υποθέτω, πάντως, ότι με την πάροδο του χρόνου θα μειώνεται : οι νέοι, δηλαδή, που γεννιούνται στην Ερμούπολη και των οποίων οι οικογένειες είχαν ενσωματωθεί στην ερμουπολίτικη κοινωνία θα δηλώνουν όλο και περισσότερο ως τόπο καταγωγής τους την Ερμούπολη παρά τον τόπο όπου γεννήθηκαν οι γονείς τους. Όπως και να

έχουν τα πράγματα, ο χαμηλός δείκτης συμμετοχής της Σύρου στο Πανεπιστήμιο πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπως εμφανίζεται στο Μητρώο φοιτητών, δεν αποτυπώνει ακριβώς την πραγματικότητα, αφού ο αριθμός των φοιτητών από την Ερμούπολη είναι μεγαλύτερος από εκείνον που μας δίνει το Μητρώο. Τελικά, μπορεί οι κάτοικοι της Ερμούπολης να προτιμούσαν για τα παιδιά τους επαγγέλματα που είχαν σχέση με τις εμπορικές και βιοτεχνικές

23. Βλ. Émile Y. Kolodny, «Ερμούπολις-Σύρος. Γεννησις και εξέλιξις μιας ελληνικής νησιωτικής πόλεως», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών 8, 1969-70, σ. 268 και του ίδιου, Le population des îles de la Grèce, τ. I, Aix-En-Provence 1974, σ. 195.

24. Αυτό προκύπτει από ένα μικρό δείγμα μαθητών που πήραν απολυτήριο από το Γυμνάσιο της Σύρου στα χρόνια 1845-1848 και γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο (στο «Βιβλίον απολυτηρίων» αναφέρεται ο τόπος καταγωγής και ο δήμος στον οποίο ανήκουν), καθώς και από ένα δείγμα υποτρόφων μαθητών του Δήμου της Ερμούπολης στις δεκαετίες του 1840 και 1850. (Το «Βιβλίον απολυτηρίων» βρίσκεται στα ΓΑΚ, Αρχεία Νομού Κυκλάδων, Αρχείο Γυμνασίου Σύρου, ενώ τα σχετικά με τους υποτρόφους στα ΓΑΚ, ό.π., Δημοτικό Αρχείο Ερμούπολης, Εκπαίδευση/Υπότροφοι Δήμου). Ανάλογοι δειγματοληπτικοί έλεγχοι έγιναν, με τη φροντίδα του Χρήστου Λούκου, και στα δημοτολόγια της Ερμούπολης.

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/328.gif&w=600&h=915

Ως βάση χρησιμοποιήθηκε ο χάρτης της Ελλάδας που δημοσιεύεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ', Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1977, σ. 82-83.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ

(βλ.

Σελ. 328
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/329.gif&w=600&h=915

ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1880 βλ. Παράρτημα Β')

Σελ. 329
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/330.gif&w=600&h=915

κές δραστηριότητες της πόλης, οι πιο ευκατάστατοι όμως θα ήθελαν να δουν και ένα παιδί τους να κάνει πανεπιστημιακές σπουδές στην Αθήνα η το έξωτερικό25. Για να χρησιμοποιήσουμε και πάλι τη μαρτυρία του Ανδρέα Συγγρού, ο πατέρας του, γιατρός από εμπορική οικογένεια της Χίου, εγκατεστημένος προσωρινά στην Ερμούπολη, ήθελε να στρέψει τον μεγαλύτερο γιο του στο εμπόριο, όπως και έγινε, ενώ τον Ανδρέα φιλοδοξούσε να τον στείλει να σπουδάσει ιατρική στην Αθήνα και κατόπιν στη Γαλλία26.

Αν οι ιδιαιτερότητες της Ερμούπολης δεν φαίνεται να επηρεάζουν, όσο δείχνει τουλάχιστο το Μητρώο φοιτητών, τη συμμετοχή της στο Πανεπιστήμιο, η μεγάλη αύξηση όμως των φοιτητών της στις δύο τελευταίες δεκαετίες του αιώνα σχετίζεται πιθανότατα με τις δομικές αλλαγές που γίνονται στην πόλη την εποχή αυτή, και ειδικότερα με την κρίση που διέρχεται η Ερμούπολη από τη δεκαετία κυρίως του 1880. Για λόγους που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα εργασία, οι εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες της Ερμούπολης υφίστανται την εποχή αυτή μια συνεχή κάμψη, ενώ παράλληλα επιχειρείται η μετάβαση από την εργαστηριακού τύπου παραγωγή στη βιομηχανία. Οι ανακατατάξεις αυτές οδηγούν στην παρακμή πολλών παραδοσιακών επαγγελμάτων και επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στην οικονομική λειτουργία της πόλης. Η Ερμούπολη χάνει τα πλεονεκτήματα που της πρόσφεραν το διεθνές εμπόριο και οι εξωτερικές αγορές και περιορίζει τις δραστηριότητές της στον ελλαδικό χώρο, όπου όμως έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό του Πειραιά και άλλων αναπτυσσόμενων πόλεων27.

Οι αλλαγές αυτές έχουν άμεση επίδραση στη συμπεριφορά και τη νοοτροπία των κατοίκων της Ερμούπολης. Διαμορφώνεται σταδιακά μια επαρχιακή συνείδηση σε σχέση με την Αθήνα και τον Πειραιά και σημειώνεται μια τάση φυγής από την πόλη, την οποία η δημοτική αρχή προσπαθεί να αντιμετωπίσει με διάφορα μέτρα28. Συγχρόνως παρατηρείται και μια ευθυγράμμιση των

25. Μεταξύ του 1838 και 1860 σπούδασαν, στην Πίζα μόνο, 11 φοιτητές από τη Σύρο (Αλόη Σιδερή, Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Πίζας (1806-1861), τ. Β', Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1989-1994, σ. 481,522), ενώ στα ίδια χρόνια γράφτηκαν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο 7.

26. Α. Συγγρός, ό.π., σ. 76-79.

27. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Οι μετασχηματισμοί της βιομηχανικής δομής της Ερμούπολης τον 19ο αιώνα», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου ιστορίας: Νεοελληνική Πόλη, Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, τ. Β', Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1985, σ. 603-608.

28. Για τα συμπτώματα της κρίσης βλ. το άρθρο του Χρήστου Λούκου, «Μια ελληνική πόλη σε παρακμή. Η Ερμούπολη το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα», Νεοελληνική

Σελ. 330
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/331.gif&w=600&h=915

Ερμουπολιτών προς τα ελλαδικά μοντέλα συμπεριφοράς, ένδειξη της οποίας είναι και το αυξημένο ενδιαφέρον τους για την ανώτερη εκπαίδευση. Οι ευκατάστατες, τουλάχιστο, οικογένειες της πόλης βλέπουν τώρα στο Πανεπιστήμιο το μέσο που θα εξασφαλίσει στα παιδιά τους δυνατότητες για κοινωνική άνοδο και συμμετοχή στον δημόσιο τομέα. Σ' αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των φοιτητών από την Ερμούπολη στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Οι περιοχές που εξετάσαμε ως τώρα είναι εκείνες που αποτελούσαν το

ελληνικό κράτος ως το 1864. Ξεχωριστές περιπτώσεις αποτελούν τα Επτάνησα και η Θεσσαλία, που ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα το 1864 και 1881, αντίστοιχα. Η προσέλευση των Επτανήσιων στο Πανεπιστήμιο, αν τη δούμε συνολικά (πριν και μετά το 1864), είναι αρκετά χαμηλότερη από εκείνη των

άλλων περιοχών του ελληνικού κράτους. Το φαινόμενο αυτό ασφαλώς δεν είναι άσχετο με το ότι πολλοί νέοι από τα Επτάνησα σπουδάζουν κατά παράδοση την ίδια εποχή σε Ιταλικά Πανεπιστήμια, καθώς και στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Δεν γνωρίζουμε ποιος ήταν ο αριθμός των Επτανήσιων στα ιταλικά Πανεπιστήμια. Οπωσδήποτε όμως πρέπει να ήταν μεγάλος, αν λάβουμε υπόψη ότι μόνο από το Πανεπιστήμιο της Πίζας, για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, στην περίοδο 1837-1861 πήραν πτυχίο 200 περίπου Επτανήσιοι, ενώ 54 δεν έφτασαν στο δίπλωμα29. Την ίδια εποχή οι επτανήσιοι φοιτητές που σπούδασαν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο ήταν 266.

Η συμμετοχή της Επτανήσου στο ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν είναι η ίδια πριν και μετά το 1864. Συγκεκριμένα παρατηρούμε ότι ενώ στην περίοδο από το 1837 ως το 1863, σε διάστημα δηλαδή 27 ετών, εγγράφονται 286 μόνο φοιτητές, στα επόμενα 27 χρόνια (1864-1890) ο αριθμός τους τριπλασιάζεται, φτάνοντας τους 874 (Πίν. 9)30. Στην αύξηση αυτή συνέβαλε ασφαλώς η ενσωμάτωση της Επτανήσου στην Ελλάδα, η οποία έστρεψε προς το Πανεπιστήμιο του

εθνικού κέντρου ένα μεγάλο μέρος φοιτητών, αλλά και η κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας το 1864, παρότι ο αριθμός των φοιτητών της ήταν χαμηλός.

Από τους τρεις νομούς της Επτανήσου τη μεγαλύτερη αντιπροσώπευση στο Πανεπιστήμιο έχουν στα χρόνια 1871-1890 (Πίν. 10) αυτοί της Ζακύνθου

Πόλη, ό.π., σ. 591-601. Πβ. του ίδιου, Πεθαίνοντας στη Σύρο τον 19ο αιώνα. Οι μαρτυρίες των δια&ηκών, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000, σ. 22-25.

29. Βλ. Αλόη Σιδέρη, ό.π., σ. 440-467,475-480.

30. Στην πρώτη περίοδο συνυπολογίζονται στους Επτανήσιους και οι φοιτητές από τα Κύθηρα (24 τον αριθμό), οι οποίοι μετά το 1864 μπαίνουν στον νομό Αργολιδοκορινθίας.

Σελ. 331
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/332.gif&w=600&h=915

και της Κεφαλληνίας (Κεφαλονιά και Ιθάκη) και τη μικρότερη, με σημαντική μάλιστα διαφορά, ο νομός Κερκύρας (Κέρκυρα, Λευκάδα, Παξοί), όπου υπάρχουν όμως αξιοσημείωτες εσωτερικές διαφοροποιήσεις: τα νησιά Λευκάδα και Παξοί έχουν σαφώς υψηλότερο ποσοστό από την Κέρκυρα31. Η ίδια περίπου σχέση υπάρχει και πριν από το 1864, με τη διαφορά ότι την πρώτη θέση έχουν η Ιθάκη και η Κεφαλονιά, η οποία παρουσιάζει παράλληλα και μια γενικότερη εκπαιδευτική ανάπτυξη (βλ. Πίν. 12)32,ένώ η Κέρκυρα έρχεται και πάλι τελευταία. Ας σημειωθεί ότι η Κεφαλονιά έχει και τον μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Πίζας33.

Ανάλογη συμπεριφορά με εκείνη των Επτανήσων παρουσιάζει και η Θεσσαλία. Ως το 1881 που βρίσκεται έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους η συμμετοχή της στο Πανεπιστήμιο είναι χαμηλή. Τα πράγματα αλλάζουν μετά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα. Οι αριθμοί είναι αρκετά εύγλωττοι: ενώ από το 1837 ως το 1880 είχαν γραφτεί στο Πανεπιστήμιο 373 Θεσσαλοί, μέσα σε μια μόνο δεκαετία (1881-1890) εγγράφονται 285 (Πίν. 9). Οι περισσότεροι

απ' αυτούς προέρχονται από την επαρχία Βόλου, η οποία φτάνει να συναγωνίζεται πολλές από τις περιοχές της παλαιάς Ελλάδας. Οι άλλες επαρχίες της Θεσσαλίας ακολουθούν με αργότερους ρυθμούς.

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

Ας δούμε τώρα ποιά είναι η συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο των αλλοδαπών φοιτητών. Όπως είδαμε παραπάνω, οι αλλοδαποί φοιτητές αποτελούν συνολικά στον 19ο αιώνα το 31,5% και προέρχονται στην πλειονότητά τους από πε-

31. Η Κέρκυρα με 34 φοιτητές στα 1871-1880 και 101 στα 1881-1890 αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, με ποσοστό 4,5 και 12,3 στους 100.000 κατοίκους, ενώ η Λευκάδα με 25 και 50 φοιτητές στις δύο παραπάνω δεκαετίες αντιπροσωπεύεται με 11,4 και 20,3 φοιτητές. Υψηλό είναι και το ποσοστό των Παξών (μεταξύ 20 και 21), αλλά ο αριθμός των φοιτητών από το νησί αυτό είναι χαμηλός (9 στα 1871-1880 και άλλοι τόσοι στα 1881-1890). Πβ. Παράρτημα Β'.

32. Για την εκπαίδευση στην Κεφαλονιά βλ. Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, «Η παιδεία στην Κεφαλονιά τα χρόνια της Αγγλοκρατίας», Παρνασσός 24, 1982, σ. 246-295 και Γεώργ. Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλοvιάς, τ. Α', Αθήνα 1985, σ. 200-216 και τ. Β', Αθήνα 1988, σ. 107-122.

33. Σε σύνολο 460 φοιτητών (διπλωματούχων και μη) από τα Επτάνησα (18061861) η Κεφαλονιά αντιπροσωπεύεται με 44,1%, η Ζάκυνθος με 20,2%, η Κέρκυρα με 19,1%,η Ιθάκη με 6,1%,η Λευκάδα με 5,6%, τα Κύθηρα με 3,9% και οι Παξοί με 03%. Βλ. Αλόη Σιδέρη, ό.π., σ. 481-482.

Σελ. 332
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/333.gif&w=600&h=915

περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας : νησιά του Αιγαίου, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Μικρά Ασία, Κρήτη (Πίν. 9). Θα ήταν ενδιαφέρον αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε και εδώ την ακριβή αντιστοιχία του αριθμού των φοιτητών προς τον χριστιανικό πληθυσμό των παραπάνω περιοχών. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι δύσκολο να γίνει, καθώς τα σχετικά πληθυσμιακά στοιχεία είναι επισφαλή, ανομοιόμορφα και χωρίς την απαραίτητη χρονική συνέχεια34. Γι' αυτό θα περιοριστώ σε γενικές μόνο εκτιμήσεις.

Η κύρια διαπίστωση από την κίνηση των εγγραφών είναι ότι όλες οι περιοχές αυξάνουν τον αριθμό των φοιτητών τους, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1870. Έτσι, αν συγκρίνουμε τον αριθμό των φοιτητών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στις δεκαετίες του 1860 και 1870, θα διαπιστώσουμε ότι οι φοιτητές από την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τη Θράκη και την Κρήτη διπλασιάζονται σχεδόν από τη μία δεκαετία στην άλλη (αύξηση 86%-100%), ενώ μεγαλύτερη ακόμη αύξηση παρουσιάζει ο αριθμός των φοιτητών από τη Μικρά Ασία και τη Μακεδονία (173% και 129%, αντίστοιχα). Η ανοδική τάση θα συνεχιστεί και στα επόμενα χρόνια.

Η μεγάλη αυτή αύξηση βρίσκεται σε συνάρτηση με τη γενικότερη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που σημειώνεται στον έξω ελληνισμό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στις μεταρρυθμίσεις που γίνονται στη δεκαετία του 1850. Όπως είναι γνωστό, το 1856 η οθωμανική Πύλη εκδίδει το «Χάττι Χουμαγιούν», με το οποίο παρέχονται στους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας θρησκευτικά και αστικά δικαιώματα, ενώ το 1858-1860 το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε εφαρμογή των διατάξεων του «Χάττι Χουμαγιούν», συντάσσει τους «Γενικούς Κανονισμούς», οι οποίοι ρύθμιζαν θρησκευτικά και κοινοτικά ζητήματα. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την κοινοτική και σωματειακή οργάνωση του έξω ελληνισμού και έδωσαν σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης35.

34. Συγκεντρωτικά πληθυσμιακά στοιχεία για τον έξω ελληνισμό γύρω στα 1870 και 1880 βλ. πρόχειρα στο άρθρο «Στατιστικός Πίναξ κατά φυλήν και θρήσκευμα των

εν τη Παλαιή και Νέα Ηπείρω, Θεσσαλία τε και Μακεδονία Οθωμανών υπηκόων», Πανδώρα 20,1869-1870, σ. 94-96,110-112 (πβ. σ. 42-45) και στο G. Chassiotis, L'instruction publique, ό.π., σ. 494, 498 κ.εξ., 525. Βλ. επίσης Kemal Η. Karpat, Ottoman population, 1830-1914, ό.π., σ. 116, καθώς και Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1833-1881), τ. ΙΓ', Αθήνα 1977, Εκδοτική Αθηνών, σ. 371 κ.εξ.

35. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου (εκδ.-επιμ.), Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Οθωμανική Διοίκηση και η εκπαίδευση του Γένους. Κείμενα-Πηγές: 1830-1914, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1998, σ. 31 κ.εξ.

Σελ. 333
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/334.gif&w=600&h=915

Ένας άλλος παράγοντας που έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο στην εκπαιδευτική και πνευματική ανάπτυξη του έξω ελληνισμού ήταν οι εθνικοί

ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια. Η ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας το 1870 και η όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στην ελληνική και τις άλλες βαλκανικές

εθνότητες, δημιούργησαν την ανάγκη της ενίσχυσης, από όλες τις πλευρές, της

εθνικής συνείδησης των πληθυσμών της Μακεδονίας και της Θράκης. Το αποτελεσματικότερο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν η ίδρυση σχολείων και η υποστήριξη γενικά των εθνικών γλωσσών. Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, το ελληνικό κράτος, σε συνεργασία με τις ελληνικές κοινότητες, την Εκκλησία και τους φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους, που ιδρύονται από τη δεκαετία του 1860 (Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων κ.ά.), αρχίζει μια πραγματική εκστρατεία για την ενίσχυση της ελληνικής παιδείας στη Μακεδονία και τη Θράκη, επιχορηγώντας τις κατά τόπους κοινότητες για την ίδρυση σχολείων και φροντίζοντας για την καλύτερη λειτουργία τους36.

Η παρεμβατική αυτή πολιτική του ελληνικού κράτους, σε συνδυασμό και με τη γενικότερη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της σχολικής εκπαίδευσης σε όλες σχεδόν τις περιοχές του τουρκοκρατούμενου ελληνισμοϋ37. Νέα σχολεία κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης ιδρύονται, ενώ ανανεώνεται συγχρόνως και το διδακτικό προσωπικό τους, με τον διορισμό σ αυτά αποφοίτων των ελληνικών Γυμνασίων και του Πανεπιστημίου, οι οποίοι λειτουργούν όχι μόνο ως δάσκαλοι αλλά και ως προπαγανδιστές της εθνικής ιδέας. Επίσης, αρκετά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης προσαρμόζουν τη λειτουργία και τα προγράμματά τους προς τα ελλαδικά και αναγνωρίζονται από το Πανεπιστήμιο ως ισότιμα προς τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους. Έτσι,

36. Βλ. τις εργασίες της Ελένης Μπελιά, «Ελληνικά σχολεία της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας (1878-1885)», Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο Η τελευταία φάση της

ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881), Αθήνα 1983, σ. 527-545" «Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους προς την Μακεδονία και ο Μακεδονικός Αγων», Συμπόσιο Ο Μακεδονικός Αγώνας, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 29-40" Εκπαίδευση και

αλυτρωτική πολιτική, η περίπτωση της Θράκης, 1856-1912, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 1995. Επίσης, Στέφανος I. Παπαδόπουλος, Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970.

37. Συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα σχολεία και τον μαθητικό πληθυσμό (1878-1879) σε όλον τον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό βλ. στο G. Chassiotis, ό.π., σ. 355-442 και 498-525. Πβ. Κ. Ξανθόπουλος, Συνοπτική έκθεσις της πνευματικής αναπτύξεως των νεωτέρων Ελλήνων από της αναγεννήσεως αυτών μέχρι τούδε, Κωνσταντινούπολη 1880, σ. 59-70.

Σελ. 334
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/335.gif&w=600&h=915

στις δεκαετίες του 1860 και του 1870 παίρνουν ισοτιμία περισσότερα από δέκα Γυμνάσια του έξω ελληνισμού (βλ. Πίν. 18), γεγονός που διευκολύνει την

εγγραφή των μαθητών τους στο Πανεπιστήμιο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που από τη δεκαετία του 1870 σημειώνεται μια γενική αύξηση στην προσέλευση των ομογενών στο Πανεπιστήμιο.

Ας δούμε τη γεωγραφική τους προέλευση. Οι φοιτητές από την Ήπειρο (Πίν. 14), όπως την προσδιορίσαμε συμβατικά με βάση τη σύγχρονη οθωμανική διοικητική διαίρεση, προέρχονται σε ποσοστό 70% από το σαντζάκι των Ιωαννίνων (καζάδες Ιωαννίνων, Παραμυθιάς, Φιλιατών, Κόνιτσας, Γρεβενών και Μετσόβου). Στην πραγματικότητα όμως το ποσοστό είναι μεγαλύτερο, αν ληφθεί υπόψη ότι από τους φοιτητές που δηλώνουν ως τόπο καταγωγής την Ήπειρο οι περισσότεροι, πιθανώς, προέρχονται από το σαντζάκι των Ιωαννίνων. Τη μεγαλύτερη αντιπροσώπευση έχουν τα Ιωάννινα (η πόλη και πιθανότατα και η περιοχή της) με 190 φοιτητές. Κέντρο διοικητικό και οικονομικό με μακρά σχολική παράδοση, η πόλη των Ιωαννίνων έχει στον 19ο αιώνα αρκετά υψηλό δείκτη μέσης εκπαίδευσης, χάρη κυρίως στη Ζωσιμαία Σχολή, η οποία από το 1860 γίνεται Ισότιμη με τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους.

ΠΙΝΑΚΑΣ 14 Φοιτητές από την Ήπειρο (1837-1890)

ΒΙΛΑΕΤΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

617

σαντζάκι Ιωαννίνων

459

σαντζάκι Πρέβεζας

64

σαντζάκι Αργυροκάστρου

87

σαντζάκι Μπερατίου

7

ΒΙΛΑΕΤΙ ΣΚΟΔΡΑΣ

9

ΗΠΕΙΡΟΣ (γενικά)

251

Σύνολο

877

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Από τις άλλες πόλεις του σαντζακίου, το Μέτσοβο έχει 20 φοιτητές και η Κόνιτσα 19, ενώ οι υπόλοιπες κωμοπόλεις και οικισμοί κάτω από 10. Σημαντική είναι και η αντιπροσώπευση των Ζαγοροχωρίων, τα οποία στέλνουν στο Πανεπιστήμιο γύρω στους 150 φοιτητές. Οι 60 απ' αυτούς προέρχονται από 19 χωριά, ενώ 86 δηλώνουν απλώς Ζαγόρι. Αυτό σημαίνει ότι τα μισά η και περισσότερα από τα 46 χωριά του Ζαγορίου έχουν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που συνεχίζει τη γνωστή και από τα

Σελ. 335
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 316
    

    την προσέλευσή τους στο Πανεπιστήμιο. Από το 1863 όμως οι αλλοδαποί όφειλαν, όπως και οι ημεδαποί, να προσκομίσουν για την εγγραφή τους απολυτήριο Γυμνασίου. Αυτό τους υποχρέωνε να έλθουν στην Ελλάδα και να φοιτήσουν για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα σε ένα Γυμνάσιο η να δώσουν κατευθείαν απολυτήριες εξετάσεις, οι οποίες όμως ήταν αρκετά αυστηρότερες από εκείνες στις οποίες υποβάλλονταν προηγουμένως για να μπουν στο Πανεπιστήμιο. Η άλλη επιλογή που είχαν ήταν να φοιτήσουν σε κάποιο από τα λίγα Γυμνάσια του εξωτερικού που ήταν αναγνωρισμένα από το Πανεπιστήμιο ως Ισότιμα με τα ελληνικά και να πάρουν από εκεί απολυτήριο που θα τους επέτρεπε να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο. Όλα αυτά συνεπάγονταν όμως μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση, την οποία δεν ήταν όλοι σε θέση να επωμισθοϋν. Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι η αλλαγή του 1863 λειτούργησε ανασταλτικά στην προσέλευση των αλλοδαπών μαθητών στο Πανεπιστήμιο. Αρκετοί απ' αυτούς, και ιδιαίτερα όσοι προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, βρέθηκαν σε δυσκολία να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο, ενώ άλλοι, που είχαν τα οικονομικά μέσα, προτίμησαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε διάφορα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια12.

    ΗΜΕΔΑΠΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

    Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποιά είναι η συμμετοχή των επιμέρους περιοχών στο Πανεπιστήμιο, αρχίζοντας από το ελληνικό κράτος. Όπως φαίνεται από τον Πίν. 9, το μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών στην περίοδο 1837-1890

    έχει η Πελοπόννησος (49,4% στο σύνολο των ημεδαπών φοιτητών). Ακολουθούν η Στερεά Ελλάδα με 30,5%, οι Κυκλάδες με 9,5%, τα Επτάνησα (μετά το 1864) με 7,6% και η Θεσσαλία μαζί με την Άρτα (μετά το 1881) με 2,8%. Η κατάταξη αυτή όμως είναι συμβατική. Για να έχουμε μια ακριβέστερη

    12. Την τάση των αλλοδαπών/ομογενών να σπουδάζουν σε ξένα Πανεπιστήμια

    επισημαίνουν συχνά οι πρυτάνεις για να εξηγήσουν τη μειωμένη προσέλευσή τους στο

    ελληνικό Πανεπιστήμιο, αλλά και για να εκφράσουν κάποιες αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι απαραίτητο οι μαθητές, και περισσότερο οι ομογενείς, πριν πάνε για σπουδές στο εξωτερικό, να έχουν φοιτήσει για ορισμένα χρόνια στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ο ομογενής νέος «ειμπορεί να τελειωθή αλλαχού- αλλά να στοιχειωθή οφείλει

    ενταύθα, διότι ενταύθα και μόνον θέλει θηλάσει το γνήσιον του ελληνισμού γάλα» (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 4). Πβ. Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 10 και G. Chassiotis, L'instruction publique chez les Grecs depuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu'à nos jours, Παρίσι 1881, σ. 316-317.