Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 332-351 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/332.gif&w=600&h=915

και της Κεφαλληνίας (Κεφαλονιά και Ιθάκη) και τη μικρότερη, με σημαντική μάλιστα διαφορά, ο νομός Κερκύρας (Κέρκυρα, Λευκάδα, Παξοί), όπου υπάρχουν όμως αξιοσημείωτες εσωτερικές διαφοροποιήσεις: τα νησιά Λευκάδα και Παξοί έχουν σαφώς υψηλότερο ποσοστό από την Κέρκυρα31. Η ίδια περίπου σχέση υπάρχει και πριν από το 1864, με τη διαφορά ότι την πρώτη θέση έχουν η Ιθάκη και η Κεφαλονιά, η οποία παρουσιάζει παράλληλα και μια γενικότερη εκπαιδευτική ανάπτυξη (βλ. Πίν. 12)32,ένώ η Κέρκυρα έρχεται και πάλι τελευταία. Ας σημειωθεί ότι η Κεφαλονιά έχει και τον μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Πίζας33.

Ανάλογη συμπεριφορά με εκείνη των Επτανήσων παρουσιάζει και η Θεσσαλία. Ως το 1881 που βρίσκεται έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους η συμμετοχή της στο Πανεπιστήμιο είναι χαμηλή. Τα πράγματα αλλάζουν μετά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα. Οι αριθμοί είναι αρκετά εύγλωττοι: ενώ από το 1837 ως το 1880 είχαν γραφτεί στο Πανεπιστήμιο 373 Θεσσαλοί, μέσα σε μια μόνο δεκαετία (1881-1890) εγγράφονται 285 (Πίν. 9). Οι περισσότεροι

απ' αυτούς προέρχονται από την επαρχία Βόλου, η οποία φτάνει να συναγωνίζεται πολλές από τις περιοχές της παλαιάς Ελλάδας. Οι άλλες επαρχίες της Θεσσαλίας ακολουθούν με αργότερους ρυθμούς.

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

Ας δούμε τώρα ποιά είναι η συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο των αλλοδαπών φοιτητών. Όπως είδαμε παραπάνω, οι αλλοδαποί φοιτητές αποτελούν συνολικά στον 19ο αιώνα το 31,5% και προέρχονται στην πλειονότητά τους από πε-

31. Η Κέρκυρα με 34 φοιτητές στα 1871-1880 και 101 στα 1881-1890 αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, με ποσοστό 4,5 και 12,3 στους 100.000 κατοίκους, ενώ η Λευκάδα με 25 και 50 φοιτητές στις δύο παραπάνω δεκαετίες αντιπροσωπεύεται με 11,4 και 20,3 φοιτητές. Υψηλό είναι και το ποσοστό των Παξών (μεταξύ 20 και 21), αλλά ο αριθμός των φοιτητών από το νησί αυτό είναι χαμηλός (9 στα 1871-1880 και άλλοι τόσοι στα 1881-1890). Πβ. Παράρτημα Β'.

32. Για την εκπαίδευση στην Κεφαλονιά βλ. Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, «Η παιδεία στην Κεφαλονιά τα χρόνια της Αγγλοκρατίας», Παρνασσός 24, 1982, σ. 246-295 και Γεώργ. Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλοvιάς, τ. Α', Αθήνα 1985, σ. 200-216 και τ. Β', Αθήνα 1988, σ. 107-122.

33. Σε σύνολο 460 φοιτητών (διπλωματούχων και μη) από τα Επτάνησα (18061861) η Κεφαλονιά αντιπροσωπεύεται με 44,1%, η Ζάκυνθος με 20,2%, η Κέρκυρα με 19,1%,η Ιθάκη με 6,1%,η Λευκάδα με 5,6%, τα Κύθηρα με 3,9% και οι Παξοί με 03%. Βλ. Αλόη Σιδέρη, ό.π., σ. 481-482.

Σελ. 332
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/333.gif&w=600&h=915

περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας : νησιά του Αιγαίου, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Μικρά Ασία, Κρήτη (Πίν. 9). Θα ήταν ενδιαφέρον αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε και εδώ την ακριβή αντιστοιχία του αριθμού των φοιτητών προς τον χριστιανικό πληθυσμό των παραπάνω περιοχών. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι δύσκολο να γίνει, καθώς τα σχετικά πληθυσμιακά στοιχεία είναι επισφαλή, ανομοιόμορφα και χωρίς την απαραίτητη χρονική συνέχεια34. Γι' αυτό θα περιοριστώ σε γενικές μόνο εκτιμήσεις.

Η κύρια διαπίστωση από την κίνηση των εγγραφών είναι ότι όλες οι περιοχές αυξάνουν τον αριθμό των φοιτητών τους, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1870. Έτσι, αν συγκρίνουμε τον αριθμό των φοιτητών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στις δεκαετίες του 1860 και 1870, θα διαπιστώσουμε ότι οι φοιτητές από την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τη Θράκη και την Κρήτη διπλασιάζονται σχεδόν από τη μία δεκαετία στην άλλη (αύξηση 86%-100%), ενώ μεγαλύτερη ακόμη αύξηση παρουσιάζει ο αριθμός των φοιτητών από τη Μικρά Ασία και τη Μακεδονία (173% και 129%, αντίστοιχα). Η ανοδική τάση θα συνεχιστεί και στα επόμενα χρόνια.

Η μεγάλη αυτή αύξηση βρίσκεται σε συνάρτηση με τη γενικότερη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που σημειώνεται στον έξω ελληνισμό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στις μεταρρυθμίσεις που γίνονται στη δεκαετία του 1850. Όπως είναι γνωστό, το 1856 η οθωμανική Πύλη εκδίδει το «Χάττι Χουμαγιούν», με το οποίο παρέχονται στους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας θρησκευτικά και αστικά δικαιώματα, ενώ το 1858-1860 το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε εφαρμογή των διατάξεων του «Χάττι Χουμαγιούν», συντάσσει τους «Γενικούς Κανονισμούς», οι οποίοι ρύθμιζαν θρησκευτικά και κοινοτικά ζητήματα. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την κοινοτική και σωματειακή οργάνωση του έξω ελληνισμού και έδωσαν σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης35.

34. Συγκεντρωτικά πληθυσμιακά στοιχεία για τον έξω ελληνισμό γύρω στα 1870 και 1880 βλ. πρόχειρα στο άρθρο «Στατιστικός Πίναξ κατά φυλήν και θρήσκευμα των

εν τη Παλαιή και Νέα Ηπείρω, Θεσσαλία τε και Μακεδονία Οθωμανών υπηκόων», Πανδώρα 20,1869-1870, σ. 94-96,110-112 (πβ. σ. 42-45) και στο G. Chassiotis, L'instruction publique, ό.π., σ. 494, 498 κ.εξ., 525. Βλ. επίσης Kemal Η. Karpat, Ottoman population, 1830-1914, ό.π., σ. 116, καθώς και Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1833-1881), τ. ΙΓ', Αθήνα 1977, Εκδοτική Αθηνών, σ. 371 κ.εξ.

35. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου (εκδ.-επιμ.), Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Οθωμανική Διοίκηση και η εκπαίδευση του Γένους. Κείμενα-Πηγές: 1830-1914, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1998, σ. 31 κ.εξ.

Σελ. 333
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/334.gif&w=600&h=915

Ένας άλλος παράγοντας που έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο στην εκπαιδευτική και πνευματική ανάπτυξη του έξω ελληνισμού ήταν οι εθνικοί

ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια. Η ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας το 1870 και η όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στην ελληνική και τις άλλες βαλκανικές

εθνότητες, δημιούργησαν την ανάγκη της ενίσχυσης, από όλες τις πλευρές, της

εθνικής συνείδησης των πληθυσμών της Μακεδονίας και της Θράκης. Το αποτελεσματικότερο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν η ίδρυση σχολείων και η υποστήριξη γενικά των εθνικών γλωσσών. Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, το ελληνικό κράτος, σε συνεργασία με τις ελληνικές κοινότητες, την Εκκλησία και τους φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους, που ιδρύονται από τη δεκαετία του 1860 (Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων κ.ά.), αρχίζει μια πραγματική εκστρατεία για την ενίσχυση της ελληνικής παιδείας στη Μακεδονία και τη Θράκη, επιχορηγώντας τις κατά τόπους κοινότητες για την ίδρυση σχολείων και φροντίζοντας για την καλύτερη λειτουργία τους36.

Η παρεμβατική αυτή πολιτική του ελληνικού κράτους, σε συνδυασμό και με τη γενικότερη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της σχολικής εκπαίδευσης σε όλες σχεδόν τις περιοχές του τουρκοκρατούμενου ελληνισμοϋ37. Νέα σχολεία κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης ιδρύονται, ενώ ανανεώνεται συγχρόνως και το διδακτικό προσωπικό τους, με τον διορισμό σ αυτά αποφοίτων των ελληνικών Γυμνασίων και του Πανεπιστημίου, οι οποίοι λειτουργούν όχι μόνο ως δάσκαλοι αλλά και ως προπαγανδιστές της εθνικής ιδέας. Επίσης, αρκετά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης προσαρμόζουν τη λειτουργία και τα προγράμματά τους προς τα ελλαδικά και αναγνωρίζονται από το Πανεπιστήμιο ως ισότιμα προς τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους. Έτσι,

36. Βλ. τις εργασίες της Ελένης Μπελιά, «Ελληνικά σχολεία της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας (1878-1885)», Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο Η τελευταία φάση της

ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881), Αθήνα 1983, σ. 527-545" «Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους προς την Μακεδονία και ο Μακεδονικός Αγων», Συμπόσιο Ο Μακεδονικός Αγώνας, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 29-40" Εκπαίδευση και

αλυτρωτική πολιτική, η περίπτωση της Θράκης, 1856-1912, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 1995. Επίσης, Στέφανος I. Παπαδόπουλος, Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970.

37. Συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα σχολεία και τον μαθητικό πληθυσμό (1878-1879) σε όλον τον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό βλ. στο G. Chassiotis, ό.π., σ. 355-442 και 498-525. Πβ. Κ. Ξανθόπουλος, Συνοπτική έκθεσις της πνευματικής αναπτύξεως των νεωτέρων Ελλήνων από της αναγεννήσεως αυτών μέχρι τούδε, Κωνσταντινούπολη 1880, σ. 59-70.

Σελ. 334
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/335.gif&w=600&h=915

στις δεκαετίες του 1860 και του 1870 παίρνουν ισοτιμία περισσότερα από δέκα Γυμνάσια του έξω ελληνισμού (βλ. Πίν. 18), γεγονός που διευκολύνει την

εγγραφή των μαθητών τους στο Πανεπιστήμιο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που από τη δεκαετία του 1870 σημειώνεται μια γενική αύξηση στην προσέλευση των ομογενών στο Πανεπιστήμιο.

Ας δούμε τη γεωγραφική τους προέλευση. Οι φοιτητές από την Ήπειρο (Πίν. 14), όπως την προσδιορίσαμε συμβατικά με βάση τη σύγχρονη οθωμανική διοικητική διαίρεση, προέρχονται σε ποσοστό 70% από το σαντζάκι των Ιωαννίνων (καζάδες Ιωαννίνων, Παραμυθιάς, Φιλιατών, Κόνιτσας, Γρεβενών και Μετσόβου). Στην πραγματικότητα όμως το ποσοστό είναι μεγαλύτερο, αν ληφθεί υπόψη ότι από τους φοιτητές που δηλώνουν ως τόπο καταγωγής την Ήπειρο οι περισσότεροι, πιθανώς, προέρχονται από το σαντζάκι των Ιωαννίνων. Τη μεγαλύτερη αντιπροσώπευση έχουν τα Ιωάννινα (η πόλη και πιθανότατα και η περιοχή της) με 190 φοιτητές. Κέντρο διοικητικό και οικονομικό με μακρά σχολική παράδοση, η πόλη των Ιωαννίνων έχει στον 19ο αιώνα αρκετά υψηλό δείκτη μέσης εκπαίδευσης, χάρη κυρίως στη Ζωσιμαία Σχολή, η οποία από το 1860 γίνεται Ισότιμη με τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους.

ΠΙΝΑΚΑΣ 14 Φοιτητές από την Ήπειρο (1837-1890)

ΒΙΛΑΕΤΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

617

σαντζάκι Ιωαννίνων

459

σαντζάκι Πρέβεζας

64

σαντζάκι Αργυροκάστρου

87

σαντζάκι Μπερατίου

7

ΒΙΛΑΕΤΙ ΣΚΟΔΡΑΣ

9

ΗΠΕΙΡΟΣ (γενικά)

251

Σύνολο

877

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Από τις άλλες πόλεις του σαντζακίου, το Μέτσοβο έχει 20 φοιτητές και η Κόνιτσα 19, ενώ οι υπόλοιπες κωμοπόλεις και οικισμοί κάτω από 10. Σημαντική είναι και η αντιπροσώπευση των Ζαγοροχωρίων, τα οποία στέλνουν στο Πανεπιστήμιο γύρω στους 150 φοιτητές. Οι 60 απ' αυτούς προέρχονται από 19 χωριά, ενώ 86 δηλώνουν απλώς Ζαγόρι. Αυτό σημαίνει ότι τα μισά η και περισσότερα από τα 46 χωριά του Ζαγορίου έχουν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που συνεχίζει τη γνωστή και από τα

Σελ. 335
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/336.gif&w=600&h=915

προεπαναστατικά χρόνια τάση των Ζαγοροχωριτών προς τα «γράμματα». ΟΙ μισοί μαθητές των σχολείων των Ιωαννίνων, σημειώνει ο Ιω. Λαμπρίδης, προέρχονταν «ανέκαθεν» από τα Ζαγοροχώρια και πολλοί απ' αυτούς συνέχιζαν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο, τροφοδοτώντας την Ήπειρο και άλλες περιοχές με γιατρούς, εκπαιδευτικούς και δικηγόρους38. Από το σαντζάκι της Πρέβεζας (καζάδες Πρέβεζας, Άρτας, Πάργας και Μαργαριτίου) τον μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών έχουν η Άρτα (29)39 και η Πρέβεζα (14), ενώ από το σαντζάκι του Αργυροκάστρου (καζάδες Αργυροκάστρου, Πωγωνίου, Πρεμετής, Δελβίνου, Χειμάρας και Τεπελενίου) το Αργυρόκαστρο (19) και το Λάμποβο (16). Οι λίγοι φοιτητές, τέλος, που προέρχονται από τα σαντζάκια του Μπερατίου και της Σκόδρας δηλώνουν ως τόπο καταγωγής το Μπεράτι (5), την Αυλώνα, το Δυρράχιο και τα Τίρανα.

Οι φοιτητές από τη Μακεδονία (Πίν. 15) κατανέμονται στα δύο μεγάλα βιλαέτια, της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου (Βιτωλίων). Στο πρώτο περιλαμβάνεται η κεντρική και ανατολική Μακεδονία, ενώ στο δεύτερο η δυτική Μακεδονία, με εξαίρεση την περιοχή των Γρεβενών που ανήκει στο σαντζάκι των Ιωαννίνων, και ένα μικρό μέρος της Θεσσαλίας (καζάς Ελασσόνας). Ο μεγαλύτερος αριθμός φοιτητών προέρχεται από το βιλαέτι της Θεσσαλονίκηςυπάρχει ωστόσο και εδώ ένα ποσοστό φοιτητών, γύρω στο 15%, που δηλώνουν ως τόπο καταγωγής απλώς Μακεδονία. Από το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης τους περισσότερους φοιτητές, αριθμητικά αλλά και σε σχέση με τον πληθυσμό του, έχει το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης, χάρη κυρίως στα αστικά κέντρα του: τη Θεσσαλονίκη κυρίως (95 φοιτητές), τη Βέροια (23) και τη Νάουσα (17). Από το σαντζάκι των Σερρών τη μεγαλύτερη αντιπροσώπευση έχει η πόλη των Σερρών, από την οποία κατάγονται οι 62 από τους 84 συνολικά φοιτητές του σαντζακίου. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου προηγούνται τα Βιτώλια με 55 φοιτητές και ακολουθούν η Σιάτιστα (33), η Κοζάνη (30), η Καστοριά (27), η Κοριτσά (23), η Βελβενδός (14), η Αχρίδα (15)40.

38. Ιωάννης Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά μελετήματα, τεύχος πρώτον, Ζαγοριακά, μέρος Α', Αθήνα 1889, σ. 51 κ.εξ.

39. Δεν υπολογίζονται 25 φοιτητές από την Άρτα, που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο μετά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα (1881).

40. Για τον μαθητικό πληθυσμό στη Μακεδονία βλ. Στέφ. Παπαδόπουλος, ό.π. Ειδικά για το σαντζάκι του Μοναστηρίου βλ. Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και εθνικισμός στα Βαλκάνια. Η περίπτωση της βορειοδυτικής Μακεδονίας, 1870-1904, Αθήνα, Παρασκήνιο, 1992 και της ίδιας, Πηγές για την ιστορία της Μακεδονίας. Πολιτική και εκπαίδευση, 18751907, Αθήνα, Παρασκήνιο, 1994.

Σελ. 336
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/337.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 15 Φοιτητές από τη Μακεδονία (1837-1890)

ΒΙΛΑΕΤΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

326

σαντζάκι Θεσσαλονίκης

233

σαντζάκι Δράμας

9

σαντζάκι Σερρών

84

ΒΙΛΑΕΤΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

277

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (γενικά)

107

Σύνολο

710

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Οι φοιτητές από την περιοχή της Θράκης (695) μοιράζονται ανάμεσα στο βιλαέτι της Αδριανούπολης (336) και την περιφέρεια της Κωνσταντινούπολης (312), ενώ ένας μικρός αριθμός φοιτητών προέρχεται από τη Βάρνα (42), την Καβάρνα και τη Σούμλα. Από τους φοιτητές της περιφέρειας της Κωνσταντινούπολης τα 2/3 δηλώνουν ως τόπο καταγωγής την Κωνσταντινούπολη και το 1/3 το Βυζάντιο. Πολύ πιο εκτεταμένη είναι η κατανομή των φοιτητών στο βιλαέτι της Αδριανούπολης, όπου αντιπροσωπεύονται συνολικά γύρω στις πενήντα πόλεις και κωμοπόλεις. Τούς περισσότερους φοιτητές έχουν η Αδριανούπολη, η Φιλιππούπολη και η Καλλίπολη (30-45)· 10-20 φοιτητές έχουν η Στενήμαχος, η Περίσταση, η Μάδυτος, τα Γανόχωρα και οι Σαράντα Εκκλησίες, ενώ οι υπόλοιποι οικισμοί κάτω από 1041.

Εκτεταμένη είναι και η γεωγραφική κατανομή των φοιτητών από τη Μικρά Ασία. Τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο έχουν οι περιοχές με συμπαγή χριστιανικό πληθυσμό. Από τους 627 μικρασιάτες φοιτητές οι περισσότεροι (ποσοστό 68%) προέρχονται από πόλεις και χωριά της δυτικής και βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, και κυρίως από τη Σμύρνη (173) και τις Κυδωνιές (70), την Προύσα (38), την Κύζικο (16), την Κρήνη (15), τα Αλάτσατα (13), τη Μαγνησία (10). Μικρότερος, αλλά αξιόλογος, είναι και ο αριθμός των φοιτητών από την Καππαδοκία (72) και τον Πόντο (72). Οι πόλεις/περιοχές με τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση είναι εδώ η Καισάρεια (42) και η Τραπεζούντα (40),η Σαμψούντα (8), το Φερτέκιοϊ (9), το Ικόνιο (8). Τέλος, στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία τους περισσότερους φοιτητές συγκεντρώνει η Μάκρη (18).

41. Για τον μαθητικό πληθυσμό της Θράκης από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 ως το 1912 βλ. Ελένη Μπελιά, Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική, ό.π., σ. 202 κ.εξ.

Σελ. 337
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/338.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 16 Φοιτητές από τα νησιά του Αιγαίου (1837-1890)

Νησιά Βορείου Αιγαίου 31

Λέσβος 192

Χίος 212

Ψαρά 36

Σάμος 185

Ικαρία 5

Δωδεκάνησα 220

Σύνολο 881

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Από τα νησιά του Αιγαίου οι περισσότεροι φοιτητές προέρχονται, όπως βλέπουμε, κατά σειρά, από τα Δωδεκάνησα, τη Χίο, τη Λέσβο και τη Σάμο (Πίν. 16). Σε σχέση όμως με τον πληθυσμό τους, τη μεγαλύτερη αντιπροσώπευση έχουν από τα τρία μεγαλύτερα νησιά η Σάμος και η Χίος, ενώ από τα Δωδεκάνησα η Κάλυμνος (με 82 φοιτητές), η Λέρος (22), η Κάσος (19) και η Σύμη (36). Αντίθετα πολύ χαμηλή είναι η εκπροσώπηση της Ρόδου (16 μόνο φοιτητές). Αρκετούς φοιτητές εμφανίζονται να έχουν, σε σχέση πάντα με τον πληθυσμό τους, και τα Ψαρά (36). Τίθεται όμως και εδώ το γενικότερο πρόβλημα, κατά πόσο οι φοιτητές δηλώνουν τον τόπο καταγωγής τους ή τον τόπο όπου κατοικούν, κάτι που δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί. Στην περίπτωση, πάντως, των φοιτητών από τη Χίο και τα Ψαρά είναι βέβαιο ότι αρκετοί ήταν εγκατεστημένοι σε διάφορες πόλεις του ελληνικού κράτους, όπως η Ερμούπολη, ο Πειραιάς, η Ερέτρια.

Για την Κρήτη τα υπάρχοντα στοιχεία δεν μας επιτρέπουν να δούμε την κατανομή των φοιτητών κατά περιοχές, καθώς από τους 615 φοιτητές που εγγράφονται στην περίοδο 1837-1890 περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν το όνομα απλώς του νησιού. Οι 280 φοιτητές που δηλώνουν ακριβέστερο τόπο καταγωγής κατανέμονται στις εξής διοικήσεις : Χανίων (81), Ηρακλείου (73), Ρεθύμνης (53), Λασιθίου (50), Σφακίων (23). Και από τους φοιτητές αυτούς όμως

αρκετοί πρέπει να ήταν εγκατεστημένοι στην Ερμούπολη και σε άλλες πόλεις της ελληνικής επικράτειας. Ως προς την Κύπρο, τέλος, παρατηρούμε ότι η

εκπροσώπησή της στο Πανεπιστήμιο είναι αρκετά χαμηλή (58 φοιτητές).

Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι φοιτητές που προέρχονται από ευρω

παϊκές και άλλες χώρες (Πίν. 9). Από τους 170 περίπου φοιτητές της ομάδας αυτής οι περισσότεροι είναι από τη Ρουμανία (62), την Αίγυπτο (27), τη Ρωσία

Σελ. 338
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/339.gif&w=600&h=915

(21) και την Αυστροουγγαρία (16), ενώ ένας μικρότερος αριθμός (2-9) είναι από τη Συρία και την Παλαιστίνη, την Ιταλία, την Αγγλία, τη Σερβία, τη Γερμανία, την Αμερική, τη Γαλλία, τη Σουηδία. Τον μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών συγκεντρώνουν οι πόλεις στις οποίες υπήρχαν οργανωμένες ελληνικές κοινότητες : η Αλεξάνδρεια και το Κάιρο στην Αίγυπτο, το Βουκουρέστι, το Γαλάτσι και η Βράιλα στη Ρουμανία, η Βιέννη και η Τεργέστη στην Αυστρία. Όσο για τους αλλοεθνείς φοιτητές, υπολογίζουμε ότι αυτοί αντιπροσωπεύουν ένα ποσοστό γύρω στο 30% (σε σύνολο 170). Σ' αυτούς θα πρέπει να συμπεριλάβουμε μερικούς ακόμη οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και εμφανίζονται στο Μητρώο φοιτητών με ελληνικό τόπο καταγωγής, καθώς και ένα μικρό αριθμό ακροατών, οι οποίοι παρακολούθησαν στο Πανεπιστήμιο για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα ελληνικά, χωρίς να κάνουν εγγραφή42.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Μιλώντας για αλλοεθνείς φοιτητές, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο προσδιορισμός της εθνικότητάς τους δεν είναι εύκολος, καθώς τα μόνα στοιχεία που διαθέτουμε είναι ο τύπος του ονόματος τους και ο τόπος καταγωγής που αυτοί δηλώνουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο. Αρκούν όμως τα στοιχεία αυτά για τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας ενός φοιτητή ; Στο Μητρώο φοιτητών υπήρχαν, όπως έχουμε πει, τρεις στήλες με τις ενδείξεις: Γένος, Θρησκεία, Εθνικότης, οι οποίες όμως δεν συμπληρώθηκαν ποτέ. Σε λίγες μόνο περιπτώσεις η γραμματεία του Πανεπιστημίου σημειώνει, στη στήλη Παρατηρήσεις, την εθνικότητα των ξένων φοιτητών. Υπάρχει επομένως εδώ ένα πρόβλημα, ιδιαίτερα για τους φοιτητές από τα Βαλκάνια.

Ας πάρουμε την περίπτωση των φοιτητών από τη Σερβία και τη Ρουμανία. Από τους 5 φοιτητές που δηλώνουν τόπο καταγωγής τη Σερβία οι 4 τουλάχιστο έχουν αναγνωρίσιμα σερβικά ονόματα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με τους φοιτητές από τη Ρουμανία43, που ανέρχονται σε 62. Οι περισσότεροι απ'

42. Βλ. ενδεικτικά Henry Μ. Baird, Modern Greece. A Narrative of a Residence and Travels in that Country, Νέα Υόρκη 1856, σ. 79 και Stephen Α. Larrabee, Ελλάς 1775-1865. Πώς την είδαν οι Αμερικανοί, μετάφρ. Νινίλα Πασαγιάννη, Αθήνα, Φέξης, χ.χ., σ. 225-227.

43. Βλ. γι' αυτούς M. Regleanu, «Les premiers boursiers roumains à Athènes», Balcania 6, 1943, σ. 417-422· Leonidas Rados, «Students from Romania at the University of Athens (1844-1890)», Anuarul Institutului de Istorie «A.D. Xenopol» 37, 2000, σ. 295-314· του ίδιου, «The First Romanian Neohellenist: Constantin Erbiceanu (1838-1913)», Balkan Studies 41, 2000, σ. 113-137.

Σελ. 339
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/340.gif&w=600&h=915

αυτούς εμφανίζονται με ελληνικά ονόματα και σχετικά λίγοι με ρουμανικά. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για γόνους ελληνικών οικογενειών εγκατεστημένων σε διάφορες ρουμανικές πόλεις, ενώ στη δεύτερη για Ρουμάνους που σπούδαζαν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο με υποτροφία κυρίως του ρουμανικού κράτους44. Η διάκριση όμως των δύο αυτών κατηγοριών δεν είναι εύκολη, καθώς ορισμένα ονόματα ρουμάνων φοιτητών δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμα, ενώ από την άλλη μεριά είναι πολύ πιθανό κάποια ελληνικά ονόματα να ανήκουν σε γόνους εκρουμανισμένων οικογενειών.

Μεγαλύτερα είναι τα προβλήματα με τους φοιτητές που προέρχονται από περιοχές των Βαλκανίων, όπως η Μακεδονία και η Θράκη, που ανήκουν στην οθωμανική επικράτεια και κατοικούνται από ένα μωσαϊκό πληθυσμών με ασαφή η ανύπαρκτη εθνική συνείδηση. Στις περιπτώσεις αυτές ούτε ο τόπος καταγωγής ούτε το όνομα των φοιτητών αποτελούν ενδείξεις μιας κάποιας φυλετικής ή εθνοτικής ταυτότητας. Το πρόβλημα είναι εντονότερο βέβαια στην περίοδο πριν από τη συγκρότηση του βουλγαρικού κράτους (1878).

Στις στατιστικές του Πανεπιστημίου οι αλλοδαποί φοιτητές που προέρχονται από τα Βαλκάνια κατανέμονται σε τέσσερις κυρίως κατηγορίες : Θράκες, Μακεδόνες, Ηπειρώτες και Αλβανοί, Θεσσαλοί (πριν από την ενσωμάτωση της περιοχής στο ελληνικό κράτος). Στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία οι στατιστικές συμπεριλαμβάνουν και λίγους Σέρβους και Βουλγάρους, οι οποίοι υπολογίζονται σταθερά σε όλον σχεδόν τον 19ο αιώνα σε 5-645. Προφανώς, πρόκειται για φοιτητές που είχαν δηλώσει την εθνικότητά τους κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο. Αν δεν την είχαν δηλώσει, η γραμματεία δεν μπορούσε να τη γνωρίζει αλλά και δεν είχε λόγους ίσως να την επισημάνει. Εξάλλου, τα ονόματα με τα οποία εγγράφονταν στο Πανεπιστήμιο ήταν κυρίως ελληνικά, πράγμα που έχει σχέση με τη δεσπόζουσα θέση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας στα Βαλκάνια. Επίσημο όργανο της Εκκλησίας και μέσο οικονομικών συναλλαγών, τα ελληνικά ήταν ως τις αρχές της δεκαετίας του 1870, πριν ακόμη οξυνθούν οι εθνικοί ανταγωνισμοί, η επικρατέστερη γλώσσα μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών. Περίοπτη θέση είχε επίσης στα αστικά στρώματα και η ελληνική παιδεία, καθώς εξασφάλιζε στους κατόχους

44. L. Rados, «Students from Romania», ό.π.,a. 303-304, 306, 307. Πβ. Γ. Μακκάς, Λόγος, 1875, σ. 4.

45. Μ. Βενιζέλος, Λόγος, 1867, μέρος Β', Πίνακες, Πίν. Β' και Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, Πίν. Γ'. Tο 1878 ο Α. Αναγνωστάκης (Λόγος, 1879, σ. 34) διευκρινίζει ότι πρόκειται για δύο Σέρβους και τέσσερις Βουλγάρους. Ας σημειωθεί με την ευκαιρία αυτή ότι στο Μητρώο φοιτητών εγγράφονται και δύο «Οθωμανοί» από τη Χαλκίδα.

Σελ. 340
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/341.gif&w=600&h=915

της περισσότερες δυνατότητες για κοινωνική και επαγγελματική ανάδειξη46. Βασικός αγωγός για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας ήταν τα

ελληνικά σχολεία, στα οποία φοιτούσαν όχι μόνο ελληνόφωνοι, αλλά και σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι η αλβανόφωνοι μαθητές. Λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικότητες αυτές και την ασαφή ακόμη εθνική συνείδηση των βαλκανικών λαών, δεν είναι περίεργο που όσοι από τους μαθητές αυτούς εγγράφονταν στο Πανεπιστήμιο δήλωναν κατά κανόνα ελληνικό όνομα.

Για να ξαναγυρίσουμε πάλι στις στατιστικές του Πανεπιστημίου, οι πανεπιστημιακές αρχές έμμεσα μόνο, με βάση πληροφορίες της γραμματείας η δηλώσεις των ίδιων των φοιτητών, μπορούσαν να γνωρίζουν πόσοι Βούλγαροι η Σέρβοι φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο. Ο αριθμός που δίνουν πάντως είναι λίγο μικρότερος από τον πραγματικό, πράγμα που μπορεί να μην οφείλεται μόνο σε άγνοια, αλλά και σε εθνικές σκοπιμότητες. Αν και οι πανεπιστημιακές αρχές είχαν λόγους να παρουσιάζουν το Πανεπιστήμιο ως εστία φωτισμού όλων των βαλκανικών λαών47, από την άλλη μεριά όμως δεν θα ήθελαν να εμφανίζουν ως ξένους, φοιτητές με ρευστή ακόμη εθνική συνείδηση, που θα μπορούσαν να κερδηθούν από την ελληνική εθνική ιδεολογία.

Ας δούμε κάπως αναλυτικότερα τα σχετικά με τους βουλγάρους φοιτητές. Μαρτυρείται ότι στο ελληνικό Πανεπιστήμιο είχαν φοιτήσει πριν από τα μέσα του αιώνα ορισμένοι Βούλγαροι. Το 1839 ο Γ. Στεφανίδης (Ρακόβσκυ), πρωταγωνιστής αργότερα του βουλγαρικού εθνικού κινήματος, γράφει ότι «εις την Ελλάδα έχομεν είκοσι περίπου ομογενείς εις το περίφημον Γυμνάσιον και το πανεπιστήμιον Αθηνών, οίτινες εισίν έτοιμοι να θυσιάσωσιν όλην την ζωήν αυτών εις τον φωτισμόν του γένους μας»48. Δεν ξέρουμε αν οι Βούλγαροι που

46. Βλ. Nadja Danova, «Les étudiants bulgares à l'Université d'Athènes», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 257-258. Πβ. Δημ. Α. Πετρόπουλος, Πνευματικές σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων τον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1968 (α' εκδ. 1954).

47. Το 1842 ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Κων. Σχινάς έγραφε από τη Βιέννη στον βασιλιά Όθωνα ότι σε συνάντηση που είχε με τον πρώην ηγεμόνα της Σερβίας Μίλος Οβρένοβιτς τον διαβεβαίωσε «ότι η Υμ. Μεγαλειότης όλους τους λαούς τους συνδεομένους μετά των Ελλήνων διά του δεσμού της θρησκείας, θεωρεί ως Έλληνας, ότι όσοι Μολδαυοί, Βλάχοι, Σέρβοι, Βούλγαροι επεσκέφθησαν τας Σχολάς μας και το Πανεπιστήμιόν μας, έγιναν δεκτοί αδελφικώς υπό του Έθνους και ευγενώς υπό της Μεγαλειότητός Σας...». Σ. Β. Κουγέας, «Το ενδιαφέρον του Όθωνος διά το Πανεπιστήμιον», Νέα Εστία 22, 1937, Αφιέρωμα στην εκατονταετηρίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών, σ. 1797.

48. Ν. Τράικωφ, «Ανέκδοτα έγγραφα περί του Γ. Σ. Ρακόβσκυ », Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 13,1938, σ. 121.

Σελ. 341
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/342.gif&w=600&h=915

φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο είχαν εγγραφεί κανονικά στο Μητρώο φοιτητών η παρακολουθούσαν απλώς τα μαθήματα ως ακροατές. Πάντως στα χρόνια αυτά δεν υπάρχει κανένας φοιτητής που θα μπορούσε από το όνομά του τουλάχιστο να θεωρηθεί Βούλγαρος.

Στο Μητρώο αναγράφονται δύο φοιτητές που δηλώνουν τόπο καταγωγής «Βουλγαρία», χωρίς άλλον προσδιορισμό. Με ίδιο τόπο φέρεται και ένας διπλωματούχος της Ιατρικής, ο οποίος κατά την εγγραφή του είχε δηλώσει ότι κατάγεται από τη Σούμλα. Ο πρώτος από τους τρεις αυτούς φοιτητές ονομάζεται Νικόλαος Βασιλειάδης και εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο το 1851, ο δεύτερος Νικόλαος Πισαρόφσκης και εγγράφεται το 1854 και ο τρίτος Ευθ. Βέρβης και εγγράφεται το 1871 (διπλωματούχος το 1878). Αν για τον δεύτερο φοιτητή ο τύπος του ονόματος του είναι δηλωτικός της βουλγαρικής του ταυτότητας, για τους άλλους δύο με τα ελληνικά ονόματα τα πράγματα είναι

αμφίβολα. Όπως θα δούμε παρακάτω όμως, ο ένας απ' αυτούς, ο Βέρβης, πιθανότατα ήταν Βούλγαρος.

Ο πρώτος βούλγαρος φοιτητής που εγγράφεται στο Μητρώο είναι ο λόγιος Ιωάννης Σελιμίνσκι (Σελιμίνσκης). Γεννημένος στο Σίλιμνο (Σλίβεν) της Βουλγαρίας, ο Σελιμίνσκι γράφτηκε στην Ιατρική το 1840, σε σχετικά μεγάλη ηλικία (36 ετών). Πριν από την ελληνική Επανάσταση είχε φοιτήσει στο Γυμνάσιο των Κυδωνιών και δίδαξε κατόπιν ελληνικά σε σχολεία της Μακεδονίας, της Θράκης και των παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Μετά το ελληνικό Πανεπιστήμιο , συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία και τη Γαλλία και εγκαταστάθηκε κατόπιν στις Ηγεμονίες, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και πήρε μέρος στην πνευματική και πολιτική ζωή της βουλγαρικής παροικίας49.

Τρεις ακόμη βούλγαροι φοιτητές εγγράφονται στο ελληνικό Πανεπιστήμιο στα επόμενα χρόνια : ο Κωνσταντίνος Μηλαδίνης και ο Γρηγόριος Σταυρίδης από την Αχρίδα (εγγράφονται ο πρώτος το 1849 στη Φιλοσοφική και ο δεύτερος το 1851 στην Ιατρική) και ο Μάρκος Δ. Μπαλαμπάνης από τη Φιλιππούπολη (εγγράφεται στη Νομική το 1862). Ο πρώτος, ο Κων. Μηλαδίνης (Miladinov στα βουλγαρικά), είχε κάμει τις εγκύκλιες σπουδές του στην Άχρίδα και τα Ιωάννινα και είχε διδάξει, πριν από την εγγραφή του στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, στο Τύρνοβο της Μακεδονίας. Μετά την αποφοίτησή του, συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας (1857-1860) και αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο δραστήριους προπαγανδιστές της βουλγαρικής

49. Ν. Δ. Σωτηράκης, «Ιωάννης (Ιβάν) Σελιμίνσκι», Ο Ερανιστής 12, 1975, σ. 8193· Nadja Danova, ό.π., σ. 261-262.

Σελ. 342
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/343.gif&w=600&h=915

εθνικής ιδέας στη Μακεδονία50. Ο Γρηγόριος Σταυρίδης (Grigor Prlicev) σπούδασε στην Αχρίδα με δάσκαλο τον Δημήτριο Μιλαδίνωφ, αδελφό του Κωνσταντίνου, και συνέχισε τις σπουδές του στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Το 1860 πήρε μέρος στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό με το έργο Ο Αρματωλός, το οποίο βραβεύτηκε, και το 1862 με το έργο Σκενδέρμπεης. Κατόπιν ο Σταυρίδης επέστρεψε στην πατρίδα του, την Αχρίδα, όπου άσκησε το επάγγελμα του δασκάλου και ελαβε μέρος στο βουλγαρικό εθνικό κίνημα51. Ο Μάρκος Μπαλαμπάνης (Balabanov), τέλος, σπούδασε στο σχολείο της Κλεισούρας και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Κατόπιν φοίτησε στο ελληνικό Πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και τη Χαϊδελβέργη. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, παίζοντας ενεργό ρόλο στην πνευματική και πολιτική ζωή των Βουλγάρων, και μετά την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας δίδαξε ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στη Σόφια52. Ένας ακόμη βούλγαρος φοιτητής, ο Ν. Νέδεφ, προερχόμενος από τη Σούμλα, παίρνει πτυχίο το 1884. Ο ίδιος όμως κατά την εγγραφή του, το 1879, είχε δηλώσει επώνυμο Βέρβης· ίσως ήταν συγγενής του Ευθ. Βέρβη, τον οποίο είδαμε παραπάνω.

Αυτοί είναι οι βούλγαροι φοιτητές που μπόρεσα να εντοπίσω στο Μητρώο του Πανεπιστημίου53. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η ελληνική τους παι-

50. Nadja Danova, ό.π., σ. 262-263· Ph. Gospodinof, «Les pionniers de la renaissance bulgare en Macédoine», Échos d'Orient 16, 1913, σ. 147-149· Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, Η εθνική αφύπνισις των Βουλγάρων και η εμφάνισις βουλγαρικής εθνικής κινήσεως εv Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 26 κ.εξ.· Τίτος Γιοχάλας, «Το επικόν ποίημα του εξ Αχρίδος Γρηγορίου Σταυρίδου (Prlicev) "Σκενδέρμπεης"», Μακεδόνικα 11,1971, σ. 176· Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση, ό.π., σ. 23, 43, 44.

51. Βλ. Γκριγκόρ Παρλίτσεφ (Γρηγόριος Σταυρίδης), Αυτοβιογραφία, εισαγωγή-επιμέλεια Μίμης Σουλιώτης, μετάφραση-σχόλια-επίμετρο Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα, Μαύρη Λίστα, 2000. Επίσης, Dorothea Kadach, «Grigor S. Prlicevs Teilnahme an dem Athener Dichterwettbewerb 1860 und 1862», Zeitschrift für Balkanologie 6, 1968, σ. 45-62της ίδιας, «Zwei griechische Gedichte von Grigor S. Prlicev (Γρηγόριος Σταυρίδης)», Ελληνικά 24,1971, σ. 107-230· Τίτος Γιοχάλας, ό.π., σ. 174 κ.εξ.· Panayotis Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes 1851-1877, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1989, σ. 152-158, 175-176· Nadja Danova, ό.π., σ. 263· Παρασκευάς Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2002, σ. 193-200. Βλ.

επίσης Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση, ό.π., σ. 23, 43 και της ίδιας, Πηγές, ό.π., σ. 69, 70.

52. Nadja Danova, ό.π., σ. 261,263-264 και της ίδιας, «Le voyage en Grèce de Marko Balabanov, en 1891, et son journal», Balkan Studies 25, 1984, σ. 309-320. Πβ. Τρύφων Ευαγγελίδης, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τ. Β', Αθήνα 1936, σ. 340.

53. Ο αριθμός τους, πάντως, δεν φαίνεται να ήταν πολύ μεγαλύτερος, αφού, κατά τους υπολογισμούς της Nadja Danova («Les étudiants bulgares», ό.π., σ. 260), σε όλον

Σελ. 343
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/344.gif&w=600&h=915

παιδεία: όλοι έχουν μαθητεύσει σε ελληνικά σχολεία και δηλώνουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο ελληνικό η εξελληνισμένο όνομα. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό τους είναι ότι μετά την αποφοίτησή τους από το ελληνικό Πανεπιστήμιο συμμετέχουν ενεργά στο βουλγαρικό εθνικό κίνημα, «απαρνούμενοι» ως εχθρική προς την εθνική τους ιδεολογία την ελληνική ταυτότητα και παιδεία. Οι τάσεις αυτές είναι ιδιαίτερα εμφανείς στην περίπτωση του Γρηγόριου Σταυρίδη.

Στα χρόνια που σπουδάζει στο ελληνικό Πανεπιστήμιο ο Σταυρίδης παίρνει μέρος, όπως είπαμε, στους ποιητικούς διαγωνισμούς και εκδηλώνει με κάθε τρόπο την αφοσίωσή του στον «ελληνισμό», σε σημείο μάλιστα που επικρίνεται το 1859 από τον παλαιό δάσκαλο του Δημήτριο Μιλαδίνωφ ως «γραικομάνος», μανιώδης, δηλαδή, για την ελληνική παιδεία54. Όταν το 1858 θα τον χαρακτηρίσει κάποιος «ουχί Έλληνα (...) αλλά βάρβαρον και Αλβανόν το γένος και αγνώστου θρησκεύματος», θα αρνηθεί τις κατηγορίες, υπεραμυνόμενος της ελληνικότητάς του : μιας ελληνικότητας όμως που δεν τον εμποδίζει να υπογράφεται «Βούλγαρος φιλέλλην»55. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο φιλελληνισμός του συνοδεύεται από έντονα αντιρωσικά αισθήματα. Τα πράγματα αλλάζουν το 1862, όταν, όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του, μαθαίνει ότι οι αδελφοί Miladinov «εξαφανίστηκαν στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης» και «ίσως να τους έχουν δηλητηριάσει κιόλας». Η είδηση τον συνταράζει: «Έμεινα ακίνητος και άφωνος σαν άγαλμα, η καρδιά μου καταριόταν το ελληνικό πνεύμα»56. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ο Σταυρίδης χρησιμοποιεί πλέον το βουλγαρικό επώνυμο Prlicev57, μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει τη βουλγαρική γλώσσα και αφιερώνεται ως δάσκαλος στο εθνικό κίνημα της πατρίδας του. Οι αλλαγές αυτές ήταν επόμενο να αντιμετωπιστούν με έντονη δυσφορία από την ελληνική πλευρά. Όπως θα γράψει μερικά χρό-

τον 19ο αιώνα από τους 160 περίπου Βουλγάρους που είχαν φοιτήσει σε διάφορα ελληνικά σχολεία συνέχισαν τις σπουδές τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο περί τους 12 μόνο.

54. D. Kadach, «Zwei griechische Gedichte von Grigor S. Prlicev», ό.π., σ. 114.

55. Στο ίδιο, σ. 110 κ.εξ. και P. Moullas, ό.π., σ. 156. Βλ. και Π. Ματάλας, ό.π., σ. 196 κ.εξ. Το 1858 ο Σταυρίδης υπογράφεται απλά ως «Μακεδών» (D. Kadach, ό.π., σ. 109).

56. Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 80.

57. Το επώνυμο Σταυρίδης, το οποίο δηλώνει κατά την εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο και χρησιμοποιεί κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, προέρχεται από το όνομα του πατέρα του (Σταύρος). Το πραγματικό του επώνυμο (Prlicev), εξελληνισμένο σε Παραλίτσας, αναφέρεται σε πανεπιστημιακό έγγραφο του 1860 (Τίτος Γιοχάλας, ό.π., σ. 180-184).

Σελ. 344
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/345.gif&w=600&h=915

χρόνια αργότερα μια φοιτητική εφημερίδα, ο Σταυρίδης «εξωνησθείς και ούτος υπό της Ρωσσίας μετετράπη εις λυσσώδη μισέλληνα, ενσπείρων εις τους μαθητάς αυτού αδιάλλακτον κατά της γραικικής φυλής μίσος, ην απεκάλει μυσαράν, καταχθόνιον, κτλ.»58.

Σχετικά με τον χρόνο εγγραφής στο Πανεπιστήμιο των βουλγάρων και σέρβων φοιτητών, παρατηρούμε ότι όλοι σχεδόν εγγράφονται στις πρώτες δεκαετίες της λειτουργίας του Πανεπιστημίου και ως το 1860. Αντίθετα οι Ρουμάνοι εγγράφονται σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε. Η απουσία βουλγάρων φοιτητών από το Πανεπιστήμιο στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ασφαλώς δεν είναι άσχετη με την όξυνση των ελληνοβουλγαρικών αντιθέσεων, αλλά και με το ότι σπουδάζουν και σε άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Προς την Ευρώπη στρέφονται επίσης οι ρουμάνοι και σέρβοι φοιτητές59, οι οποίοι από τη δεκαετία του 1860 σπουδάζουν και στα Πανεπιστήμια που ιδρύονται στις χώρες τους : στο Πανεπιστήμιο του Ιασίου (1860) και του Βουκουρεστίου (1864), τα οποία όμως αναπτύσσονται με αργό ρυθμό και δεν καλύπτουν από την αρχή όλους τους επιστημονικούς κλάδους, και στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου (1863).

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι «αλλοδαποί» βαλκάνιοι φοιτητές του ελληνικού Πανεπιστημίου, παρότι δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν όλοι, ήταν σχετικά λίγοι. Και πάντως πολύ λιγότεροι από όσους προσδοκούσε να προσελκύσει τόσο το Πανεπιστήμιο, που είχε θέσει ως στόχο να γίνει το ανώτερο εκπαιδευτήριο όλων των χριστιανικών λαών της Ανατολής, όσο και η

ελληνική πολιτεία, που επιδίωκε να αυξήσει μέσω του Πανεπιστημίου την επιρροή της στους «αδελφούς» λαούς της βαλκανικής χερσονήσου. Όπως έχει παρατηρηθεί σχετικά με τους βουλγάρους φοιτητές, το ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν υπήρξε γι' αυτούς ένα «ελκυστικό κέντρο εκπαίδευσης», και εκείνοι

58. εφ. Φοιτητής, αρ. 8, 16 Αυγ. 1869. Ανάλογες κατηγορίες για μισελληνισμό και «αχαριστία» προς την Ελλάδα θα διατυπωθούν για τον Σταυρίδη και στα επόμενα χρόνια (Moullas, ό.π., σ. 153). Στην «αγνωμοσύνη» που επέδειξαν ορισμένοι φοιτητές «προς το έθνος ου εν μέσω ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί», αναφέρεται το 1896 και ο Σπυρ. Λάμπρος (Οι ευεργέται και καθηγηταί του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1896, σ. 9-10), ενώ ο υπουργός Παιδείας Αθ. Ευταξίας καταφέρεται το 1899 εναντίον των «αλλογενών ομοδόξων» φοιτητών του Πανεπιστημίου -μεταξύ αυτών είναι και «ο δαφνοστεφής ποιητής του Αρματωλού Γρ. Σταυρίδης»-οι οποίοι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους «ηκόνιζον μόνον εν αυτώ τα όπλα, άτινα θα μετεχειρίζοντο είτα κατά του Ελληνισμού» (Παράρτημα της Εφημερίδος της Βουλής της Α' συνόδου της ΙΕ' βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1899, σ. 950-951). Πβ. εδώ, σ. 556-557.

59. Βλ. εδώ, σ. 407, σημ. 4.

Σελ. 345
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/346.gif&w=600&h=915

που σπούδαζαν σε ελληνικά σχολεία προτιμούσαν τα Πανεπιστήμια της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης60. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επίδραση του ελληνικού Πανεπιστημίου ήταν αμελητέα στην πνευματική και κυρίως την πολιτική διαμόρφωση των βαλκάνιων φοιτητών. Οπωσδήποτε όμως είναι υπερβολικές πανηγυρικού τύπου δηλώσεις, όπως αυτή που κάνει ένας πανεπιστημιακός πολύ αργότερα (1937): ότι το ελληνικό Πανεπιστήμιο «προσείλκυσε πάντοτε (...) πλείστους όσους σπουδαστάς Βουλγάρους, Σέρβους, Ρωμούνους, Αλβανούς, Τούρκους, και Ούγγρους ακόμη, πολλοί των οποίων διεκρίθησαν εις τας παρά την Ροδόπην και τον Αίμον χώρας των, μέχρι και των

εσχατιών της Ασίας, ως πνευματικοί η πολιτικοί ηγέται, ως καθηγηταί, ως νομοδιδάσκαλοι, ως ιατροί η ως φαρμακοποιοί και, γενικώς ειπείν, ως σκαπανείς του πολιτισμού, και ως φορείς των φώτων της επιστήμης»61.

ΓΥΜΝΑΣΙΑΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ

Οι φοιτητές κατατάσσονται, ως προς τη γυμνασιακή τους εκπαίδευση, σε δύο βασικές κατηγορίες : σ' εκείνους που είχαν πάρει απολυτήριο από Γυμνάσιο του ελληνικού κράτους και σ εκείνους που είχαν απολυτήριο από αναγνωρισμένο Γυμνάσιο του έξω ελληνισμού. Σε μια τρίτη κατηγορία ανήκουν οι φοιτητές η διπλωματούχοι της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας62, η οποία ως το 1864 λειτουργούσε παράλληλα με το Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και οι φοιτητές από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που είχαν πανεπιστημιακά ή άλλα

αποδεικτικά σπουδών. Σ' αυτούς αναγνωρίζονταν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο τα προηγούμενα χρόνια σπουδών τους. Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι αλλοδαποί φοιτητές χωρίς γυμνασιακό απολυτήριο: είναι εκείνοι που είχαν φοιτήσει σε διάφορα σχολεία του έξω ελληνισμού και εγγράφονταν στο Πανεπιστήμιο μετά από εισιτήριες εξετάσεις στην Εξεταστική Επιτροπή Αλλοδαπών, η οποία λειτούργησε, όπως ξέρουμε, ως το 1863. Εδώ θα μας απασχολήσουν κυρίως οι φοιτητές που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο με απολυτήριο Γυμνασίου. Πριν προχωρήσουμε όμως, θα σταθούμε λίγο στη σχέση Γυμνασίου και Πανεπιστημίου.

60. Nadja Danova, «Les étudiants bulgares», ό.π., σ. 268.

61. Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, «Το Πανεπιστήμιον Αθηνών και οι βαλκανικοί λαοί», Νέα Εστία 22,1937, σ. 1793-1794.

62. Από την Ιόνιο Ακαδημία προέρχονται 29 φοιτητές, από τους οποίους 21 εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο ως το 1864 και οι υπόλοιποι αργότερα.

Σελ. 346
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/347.gif&w=600&h=915

Έχει επανειλημμένα επισημανθεί ότι βασικός σκοπός του ελληνικού Γυμνασίου ήταν η προετοιμασία των μαθητών για το Πανεπιστήμιο. «Ο των γυμνασιακών σπουδών το στάδιον μέλλων να διανύση προώρισται να μεταβή εις το πανεπιστήμιον και να εισέλθη εις την τάξιν των λογίων και επιστημόνων του έθνους»63. Πραγματικά, η πλειονότητα των μαθητών (ημεδαπών και

αλλοδαπών) που έπαιρναν απολυτήριο από τα διάφορα Γυμνάσια της χώρας κατευθυνόταν προς το Πανεπιστήμιο. Μιλώντας το 1870 ο Φίλιππος Ιωάννου για την πρόοδο της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, σημειώνει ότι από τους 250 μαθητές που παίρνουν απολυτήριο Γυμνασίου κάθε χρόνο, οι 220 γράφονται στο Πανεπιστήμιο και οι υπόλοιποι «τρέπονται εις δημοσίαν υπηρεσίαν η εις το εμπόριον, η εις άλλα βιοποριστικά επιτηδεύματα»64. Η

αναλογία αυτή δεν φαίνεται να απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με δύο Εκθέσεις του υπουργού Παιδείας Χ. Χριστόπουλου, στα χρόνια 1853-1856 απολύθηκαν από όλα τα Γυμνάσια της χώρας 437 μαθητές65. Την ίδια περίοδο (1853-1856) οι φοιτητές με απολυτήριο ελληνικού Γυμνασίου που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο ήταν 413. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι συνήθως η εγγραφή γινόταν αμέσως μετά τη λήψη του απολυτηρίου, γίνεται φανερό ότι από τους απολυτηριούχους των ετών 1853-1856 ένα ποσοστό γύρω στο 94% κατευθύνθηκε προς το Πανεπιστήμιο66. Ανάλογα ποσοστά μας δίνουν και άλλες πηγές. Έτσι, από τους 450 μαθητές που απολύθηκαν, κατά τον Γ. Χασιώτη, από όλα τα Γυμνάσια της χώρας το 187867 γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο γύρω στους 400 (89%). Λίγο χαμηλότερο αλλά σημαντικό πάντα είναι το ποσοστό και στα επόμενα χρόνια, αφού, όπως προκύπτει από την επεξεργασία ενός ονομαστικού καταλόγου απολυτηριούχων

63. Κλάδος, Εκπαιδευτικά, τ. Α', σ. 459 (έγγρ. του υπουργού Παιδείας Χ. Χριστόπουλου, 11 Ιουν. 1867).

64. Λόγος Ολυμπιακός συνταχθείς και εκφωνηθείς υπό Φιλίππου Ιωάννου, [Αθήνα 1871;], σ. 35.

65. Έκθεσις περιληπτική προς την Α. Μεγαλειότητα του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κ. Χ. Χριστοπούλου περί της εν Ελλάδι Μέσης Εκπαιδεύσεως από του 1829 μέχρι τέλους του 1855 μετά στατιστικών σημειώσεων και παρατηρήσεων, Αθήνα 1856, σ. 17· του ίδιου, Γενική Έκθεσις προς την Λ. Μεγαλειότητα του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κ. Χ. Χριστοπούλου περί της καταστάσεως της δημοσίας εκπαιδεύσεως εν Ελλάδι κατά το λήξαν σχολιακόν έτος 1855-1856 μετά στατιστικών σημειώσεων και παρατηρήσεων, Αθήνα 1857, σ. 13.

66. Στα ίδια επίπεδα (93,1%) κυμαίνεται και το ποσοστό των απολυτηριούχων του Α' Γυμνασίου Αθηνών στα χρόνια 1872-1879 (βλ. εδώ, α. 390, σημ. 7).

67. G. Chassiotis, L'instruction publique, ό.π., σ. 270.

Σελ. 347
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/348.gif&w=600&h=915

του 1887/8, το 80% απ' αυτούς γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο68.

Για τους αλλοδαπούς μαθητές που φοιτούσαν σε Γυμνάσια του εξωτερικού τα διαθέσιμα στοιχεία είναι λίγα και αποσπασματικά, πράγμα που δεν μας επιτρέπει να υπολογίσουμε το ποσοστό εκείνων που συνέχιζαν τις σπουδές τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ας πάρουμε την περίπτωση της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης69. Από το 1862, που η Ευαγγελική Σχολή αναγνωρίζεται από το Πανεπιστήμιο ως Γυμνάσιο ισότιμο με εκείνα του ελληνικού

κράτους, ως το 1878/79 παίρνουν απολυτήριο η αποφοιτούν 157 μαθητές. Απ' αυτούς 70 μόνο εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο (44,6%). Δεδομένου όμως ότι από τους 157 δικαίωμα απευθείας εγγραφής είχαν μόνο εκείνοι που είχαν πάρει απολυτήριο -των οποίων δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό- όχι και οι απόφοιτοι, το ποσοστό των απολυτηριούχων που γράφτηκαν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο θα ήταν ασφαλώς μεγαλύτερο. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας επίσης ότι αρκετοί απολυτηριούχοι η απόφοιτοι της Ευαγγελικής Σχολής, όπως και άλλων Γυμνασίων του έξω ελληνισμού, συνέχισαν τις σπουδές τους σε διάφορα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.

Μετά από τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις, ας δούμε ποιά είναι η γυμνασιακή προέλευση των φοιτητών. Στους Πίν. 17 και 18 αναγράφεται το Γυμνάσιο η άλλο εκπαιδευτήριο από το οποίο πήραν απολυτήριο η ενδεικτικά 15.751 φοιτητές, που αντιπροσωπεύουν το 93,6% των εγγεγραμμένων στα χρόνια 1837-1890. Από τους υπόλοιπους (1.074) οι περισσότεροι πέρασαν α

πό την Εξεταστική Επιτροπή Αλλοδαπών (919)70, 74 γράφτηκαν με απόφαση της Συγκλήτου, γύρω στους 45 είχαν αποδεικτικά σπουδών από Πανεπιστήμια του εξωτερικού και άλλα ιδρύματα, αλλά και από παλαιούς δασκάλους (Κ. Βαρδαλάχος, Ν. Δούκας, Ν. Βάμβας), ενώ οι υπόλοιποι δεν έχουν δηλώσει Γυμνάσιο.

Από τον Πίν. 17 φαίνεται ότι οι φοιτητές που πήραν απολυτήριο από Γυμνάσια του ελληνικού κράτους είναι πολύ περισσότεροι από το σύνολο των ημεδαπών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στην περίοδο που εξετάζουμε.

68. Βλ. εδώ, σ. 390, σημ. 7. Από τον κατάλογο αυτό φαίνεται ότι η τάση των απολυτηριούχων προς το Πανεπιστήμιο είναι, με κάποιες εξαιρέσεις, η ίδια περίπου σε όλα τα Γυμνάσια.

69. Μ. Παρανίκας, Ιστορία της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, Αθήνα 1885, σ. 176-179.

70. Στην πραγματικότητα είναι περισσότεροι από 919, καθώς θα πρέπει να συμπεριλάβουμε σ' αυτούς και έναν άδηλο αριθμό αλλοδαπών μαθητών, από τα Επτάνησα κυρίως, οι οποίοι επειδή είχαν ενδεικτικό σχολείου μέσης εκπαίδευσης που δεν ήταν

αναγνωρισμένο ως Γυμνάσιο, υποβλήθηκαν και αυτοί, κατά περίπτωση, σε εξετάσεις ή

έλαβαν απλώς έγκριση εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο.

Σελ. 348
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/349.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 17

Φοιτητές από Γυμνάσια του ελληνικού κράτους (1837-1890)

Γυμνάσια

Ίδρυση

Αριθ. φοιτ.

Γυμνάσια

Ίδρυση

Αριθ. φοιτ.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

7.328

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

882

Αθήνας (α)

1835 κ.εξ.

5.451

Σύρου

1835

882

Μεσολογγίου (β)

[1835]

348

Λαμίας

1846

421

ΕΠΤΑΝΗΣΑ (<

5)

826

Χαλκίδας

1861

453

Κερκύρας

269

Πειραιά

1862

582

Ζακύνθου

234

Άμφισσας

1882

73

Λευκάδας

62

Αργοστολίου

211

Ληξουρίου

44

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

4.583

Ιθάκης

1

Ναυπλίου

1833

1.054

Κυθήρων

5

Πάτρας (γ)

1838 κ.εξ.

1.316

Τρίπολης

1846

587

ΘΕΣΣΑΛΙΑ-ΑΡΤΑ

271

Καλαμάτας

1861

462

Βόλου

1882

107

Σπάρτης

1862

365

Λάρισας

1882

60

Κορίνθου περ

. 1870

184

Τρικάλων

1882

67

Πύργου

1873

259

Άρτας

1882

30

Αιγίου

1876

154

Καρδίτσας

1888

7

Καλαβρύτων

1882

48

Δημητσάνας

1882

45

Σύνολο

13.890

Φιλιατρών

1885

45

Γυθείου

1886

64

Πηγή: βλ. Πίν. 8. Οι χρονολογίες ίδρυσης των Γυμνασίων προέρχονται από διάφορες πηγές : Παρίσης, Συλλογή, τ. Α'-Γ'· Επετηρίς του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, 1907-1908, Αθήνα 1909, σ. 110-111· Κώστας Σοφιανός, Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, 1833-1900, τ. Α'-Β', Αθήνα 1988, κ.α. (α) Περιλαμβάνονται οι φοιτητές που προέρχονται από τα τέσσερα Γυμνάσια της Αθήνας (Α', Β', Γ', Δ'), τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, το Βαρβάκειο Λύκειο και το Λύκειο Αθηνών, (β) ιδρύθηκε το 1835 αλλά άρχισε να λειτουργεί αργότερα. (γ) Α' και Β' Γυμνάσιο Πατρών, (δ) Περιλαμβάνονται οι φοιτητές που σπούδασαν στα Γυμνάσια της Επτανήσου στην περίοδο 1865-1890 και ορισμένοι που αποφοίτησαν κατά την ίδια περίοδο από διάφορα σχολεία μέσης εκπαίδευσης της Επτανήσου και από την Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας.

Σελ. 349
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/350.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 18

Φοιτητές από Γυμνάσια και άλλα σχολεία του έξω ελληνισμού (1837-1890)

Γυμνάσια Έτος Αναγνώρισης Αριθ. φοιτ.

Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κων/πολη) πριν το 1862 315

Θεολογική Σχολή Χάλκης » » 36

Εμπορική Σχολή Χάλκης » » 66

Θεολογική Σχολή Ιεροσολύμων » » 34

Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων 1860 330

Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης 1862 193

Γυμνάσιο Χίου 1863 126

Ελληνικό Λύκειο Κων/πολης περ. 1870 14

Γυμνάσιο Σάμου 1872 99

» Θεσσαλονίκης 1873 188

» Μυτιλήνης 1875 45

» Βιτωλίων 1882 63

» Ηρακλείου Κρήτης 1883 82

» Κυδωνιών Μικράς Ασίας 1884 46

» Σερρών 1884 30

» Νεάπολης Κρήτης 1884 36

» Φιλιππούπολης 1885 27

» Αδριανούπολης 1886 17

» Χανίων 1887 24

» Κοριτσάς 1889 2

» Τραπεζούντας 5

» Στεφανούπολης 1

ΣΧΟΛΕΙΑ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ

Κερκύρας 32

Ζακύνθου 5

Λευκάδας 3

Κεφαλληνίας 31

Ιθάκης 2

Κυθήρων 9

Σύνολο 1.861

Πηγή: βλ. Πίν. 8. Για το έτος αναγνώρισης των Γυμνασίων βλ. εδώ, σ. 179, σημ. 14. Στην

ενότητα Σχολεία Επτανήσου περιλαμβάνονται οι φοιτητές που αποφοίτησαν στην περίοδο 1837-1864 από διάφορα σχολεία μέσης εκπαίδευσης της Επτανήσου και από την Ιόνιο Ακαδημία.

Σελ. 350
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/351.gif&w=600&h=915

Ενώ, δηλαδή, οι τελευταίοι αντιπροσωπεύουν το 68,5% του φοιτητικού σώματος, οι απολυτηριούχοι των ελληνικών Γυμνασίων υπερβαίνουν το 80%. Η διάφοροι αυτή οφείλεται, προφανώς, στο ότι στα ελληνικοί Γυμνάσια φοιτούσαν όχι μόνο μαθητές από το ελληνικό κράτος αλλά και αλλοδαποί. Από τους τελευταίους άλλοι είχαν κάνει στην Ελλάδα όλες τις τάξεις του Γυμνασίου (η και του Ελληνικού σχολείου) και άλλοι ορισμένες μόνο. Στην πρώτη κατηγορία

ανήκουν κυρίως γόνοι ευκατάστατων οικογενειών, οι οποίες επιθυμούσαν να δώσουν στα παιδιά τους μια καλή και ολοκληρωμένη ελληνική παιδεία, ενώ στη δεύτερη, που είναι και η πολυπληθέστερη, ανήκουν εκείνοι που είχαν φοιτήσει σε κάποιο σχολείο του έξω ελληνισμού και συνέχισαν τις σπουδές τους στην Ελλάδα για να πάρουν το απολυτήριο που θα τους επέτρεπε να εγγραφούν

στο Πανεπιστήμιο71. Για ένα μεγάλο τμήμα των αλλοδαπών, λοιπόν, η πορεία προς το Πανεπιστήμιο είχε αρχίσει πριν από την εγγραφή τους σ' αυτό. Κάτι ανάλογο ισχύει όμως και για τους ημεδαπούς φοιτητές, αφού κι αυτοί στην πλειονότητα τους ήταν υποχρεωμένοι να μεταβούν σε κοντινές η μακρινές πόλεις για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο72 και συχνά και στο Ελληνικό σχολείο.

Είναι αυτονόητο ότι η κατανομή των μαθητών στα διάφορα Γυμνάσια βρίσκεται σε συνάρτηση με τον χρόνο ίδρυσης και τη γεωγραφική διασπορά των Γυμνασίων. Όπως έχουμε σημειώσει ήδη, από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1860 υπάρχουν στο ελληνικό κράτος 7 μόνο Γυμνάσια: 2 στην Αθήνα και από ένα στο Ναύπλιο, την Πάτρα, τη Σύρο, τη Λαμία και την Τρίπολη. Από τη δεκαετία του 1860 τα Γυμνάσια πολλαπλασιάζονται (15 το 1870, 22 το 1880 και 38 το 1890) και απλώνονται σε όλη σχεδόν την ελληνική επικράτεια.

71. Ο Επαμ. Θ. Κυριακίδης στο έργο του Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντος... λογίων, Αθήνα 1897, σ. 164, 170, 176, 181, 196, 228, μας δίνει αρκετά παραδείγματα μαθητών του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας, οι οποίοι φοίτησαν στη δεκαετία του 1840 -με

έξοδα της ελληνικής κοινότητας οι περισσότεροι- στο Γυμνάσιο της Αθήνας η και στο Πανεπιστήμιο, και έγιναν κατόπιν σχολάρχες του Φροντιστηρίου.

72. Συνηθισμένο επίσης ήταν το φαινόμενο, μαθητές να μετεγγράφονται από ένα Γυμνάσιο σε άλλο, είτε για να φοιτήσουν σε μία από τις τελευταίες τάξεις, είτε για να δώσουν απλώς απολυτήριες εξετάσεις. Στα χρόνια 1845-1855 παίρνουν απολυτήριο από το Γυμνάσιο της Σύρου, σύμφωνα με το «Βιβλίον απολυτηρίων» (βλ. εδώ, σ. 327, σημ. 24), 110 μαθητές, από τους οποίους εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο οι 58. Στο Μητρώο του Πανεπιστημίου όμως συναντάμε στα ίδια χρόνια 53 ακόμη φοιτητές, ημε

δαπούς και αλλοδαπούς, με απολυτήριο του Γυμνασίου της Σύρου, οι οποίοι δεν καταγράφονται στο «Βιβλίον απολυτηρίων» του Γυμνασίου. Από ορισμένες ενδείξεις φαίνεται ότι οι μαθητές αυτοί δεν φοίτησαν στο Γυμνάσιο της Σύρου, αλλά πήγαν εκεί από κάποιο άλλο Γυμνάσιο για να πάρουν μόνο το απολυτήριο.

Σελ. 351
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 332
    

    και της Κεφαλληνίας (Κεφαλονιά και Ιθάκη) και τη μικρότερη, με σημαντική μάλιστα διαφορά, ο νομός Κερκύρας (Κέρκυρα, Λευκάδα, Παξοί), όπου υπάρχουν όμως αξιοσημείωτες εσωτερικές διαφοροποιήσεις: τα νησιά Λευκάδα και Παξοί έχουν σαφώς υψηλότερο ποσοστό από την Κέρκυρα31. Η ίδια περίπου σχέση υπάρχει και πριν από το 1864, με τη διαφορά ότι την πρώτη θέση έχουν η Ιθάκη και η Κεφαλονιά, η οποία παρουσιάζει παράλληλα και μια γενικότερη εκπαιδευτική ανάπτυξη (βλ. Πίν. 12)32,ένώ η Κέρκυρα έρχεται και πάλι τελευταία. Ας σημειωθεί ότι η Κεφαλονιά έχει και τον μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Πίζας33.

    Ανάλογη συμπεριφορά με εκείνη των Επτανήσων παρουσιάζει και η Θεσσαλία. Ως το 1881 που βρίσκεται έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους η συμμετοχή της στο Πανεπιστήμιο είναι χαμηλή. Τα πράγματα αλλάζουν μετά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα. Οι αριθμοί είναι αρκετά εύγλωττοι: ενώ από το 1837 ως το 1880 είχαν γραφτεί στο Πανεπιστήμιο 373 Θεσσαλοί, μέσα σε μια μόνο δεκαετία (1881-1890) εγγράφονται 285 (Πίν. 9). Οι περισσότεροι

    απ' αυτούς προέρχονται από την επαρχία Βόλου, η οποία φτάνει να συναγωνίζεται πολλές από τις περιοχές της παλαιάς Ελλάδας. Οι άλλες επαρχίες της Θεσσαλίας ακολουθούν με αργότερους ρυθμούς.

    ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

    Ας δούμε τώρα ποιά είναι η συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο των αλλοδαπών φοιτητών. Όπως είδαμε παραπάνω, οι αλλοδαποί φοιτητές αποτελούν συνολικά στον 19ο αιώνα το 31,5% και προέρχονται στην πλειονότητά τους από πε-

    31. Η Κέρκυρα με 34 φοιτητές στα 1871-1880 και 101 στα 1881-1890 αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, με ποσοστό 4,5 και 12,3 στους 100.000 κατοίκους, ενώ η Λευκάδα με 25 και 50 φοιτητές στις δύο παραπάνω δεκαετίες αντιπροσωπεύεται με 11,4 και 20,3 φοιτητές. Υψηλό είναι και το ποσοστό των Παξών (μεταξύ 20 και 21), αλλά ο αριθμός των φοιτητών από το νησί αυτό είναι χαμηλός (9 στα 1871-1880 και άλλοι τόσοι στα 1881-1890). Πβ. Παράρτημα Β'.

    32. Για την εκπαίδευση στην Κεφαλονιά βλ. Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, «Η παιδεία στην Κεφαλονιά τα χρόνια της Αγγλοκρατίας», Παρνασσός 24, 1982, σ. 246-295 και Γεώργ. Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλοvιάς, τ. Α', Αθήνα 1985, σ. 200-216 και τ. Β', Αθήνα 1988, σ. 107-122.

    33. Σε σύνολο 460 φοιτητών (διπλωματούχων και μη) από τα Επτάνησα (18061861) η Κεφαλονιά αντιπροσωπεύεται με 44,1%, η Ζάκυνθος με 20,2%, η Κέρκυρα με 19,1%,η Ιθάκη με 6,1%,η Λευκάδα με 5,6%, τα Κύθηρα με 3,9% και οι Παξοί με 03%. Βλ. Αλόη Σιδέρη, ό.π., σ. 481-482.