Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 374-393 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/374.gif&w=600&h=915

κία του είναι απροσδιόριστη και η εξωτερική του εμφάνιση ασυνήθιστη. Τα χαρακτηριστικά αυτά τον καθιστούν συμπαθή στους καθηγητές και τους συμφοιτητές του, που τον αποκαλούν «παππού» η «πατέρα». Εκείνο που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον «αιώνιο» φοιτητή είναι η επιθυμία του να παρατείνει όσο γίνεται περισσότερο «τα αμέριμνα, τα πτερυγίζοντα και θροούντα έτη του φοιτητικού βίου»21. Μολονότι ξεκινά ως επιμελής φοιτητής, δεν ολοκληρώνει ποτέ τις σπουδές του, τρέφοντας «θανάσιμον απέχθειαν προς το εδώλιον των (...) εξετάσεων»22. Παραμένει «αιωνίως τελειόφοιτος», παρακολουθώντας με

επιμέλεια τις παραδόσεις των καθηγητών, τους οποίους όμως θεωρεί υποδεέστερους από άλλους παλαιότερους που έχει γνωρίσει και των οποίων κρατά «ως τιμαλφή κειμήλια» τις αποδείξεις ακροάσεως23.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΧΟΛΩΝ

Εξετάζοντας παραπάνω συνολικά την κατανομή των φοιτητών στις διάφορες σχολές, επισημάναμε ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών φοιτητών ως προς την επιλογή της σχολής εγγραφής. Οι διαφοροποιήσεις

μένον Επτανησιακόν Ημερολόγιον... του έτους 1913, έτος πρώτον, Αθήνα 1912, σ. 252· Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος, επιμ. Παν. Μουλλάς, Αθήνα, Ερμής, 1974, σ. 244245. Ο «ισόβιος» φοιτητής είναι ένα από τα πρόσωπα του θεατρικού έργου του Γρηγόριου Ξενόπουλου, Φοιτηταί. Τρεις πράξεις μ' επίλογο, Αθήνα 1919, που διαδραματίζεται την εποχή των Ορεστειακών. Μεσόκοπος στην ηλικία, σιτίζεται εκ περιτροπής από συμφοιτητές του, που τους αποκαλεί «η Δευτέρα μου», «η Τρίτη μου» κλπ. Δεν συμμετέχει στις διαδηλώσεις των φοιτητών για τη γλώσσα, θεωρώντας τον αγώνα τους ουτοπικό. Πβ. Αγγέλα Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας. Η αντίθεση των γενεών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Αθήνα, Καστανιώτης, 1995, σ. 147 κ.εξ.

21. Α. Π. Κουρτίδης, «Επανέρχονται», Εστία 14,1882, σ. 619.

22. Ιω. Πήλικας, ό.π., σ. 250.

23. Τη διαχρονική σχέση του «αιώνιου φοιτητή» με το Πανεπιστήμιο και την ιστο

ρία του εικονογραφεί ο Πήλικας με αφορμή έναν φοιτητή, τον οποίο γνώρισε, όπως λέει, στη δεκαετία του 1880 (όταν ήταν ήδη πάνω από 50 ετών) και τον είδε πάλι το 1912, στις γιορτές για τα εβδομηνταπεντάχρονα του Πανεπιστημίου : «κατά την μακροχρόνιον περίοδον της φοιτήσεως αυτού», γράφει, «εν τω πολυταράχω πάντοτε Πανεπιστημίω είδε ταραχάς και εορτάς, επαναστάσεις και πανηγύρεις, έλαβε μέρος εις τα Σκιαδικά, επρωτοστάτησεν εις ανατροπάς Θρόνων και αναρρήσεις Βασιλέων, εφόρεσε την στολήν της Πανεπιστημιακής Φάλαγγος, ήκουσε τον Βαλαωρίτην ν' απαγγέλλη το "Πώς μας θωρείς ακίνητος", έλαβε μέρος εις λαμπαδηφορίας επί τη ενηλικιώσει του Διαδόχου, και επί πλέον είδε να ανέλθωσι και εις τας καθηγητικάς έδρας οι πρώην συμφοιτηταί του, τους οποίους ευτύχησε να ακροασθή και αυτούς με Ιώβειον υπομονήν...» (Ιω. Πήλικας, ό.π., σ. 251).

Σελ. 374
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/375.gif&w=600&h=915

ποιήσεις όμως δεν περιορίζονται στο επίπεδο των δύο αυτών μεγάλων ομάδων. Τοπικές ιδιαιτερότητες, που δεν είναι πάντα εύκολο να ερμηνευτούν, συντελούν ώστε να εμφανίζονται, κατά περιοχή, αρκετές αποκλίσεις στις προτιμήσεις των φοιτητών, τόσο εκείνων που προέρχονται από το ελληνικό κράτος όσο και εκείνων που προέρχονται από τον έξω ελληνισμό. Θα περιοριστώ σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα.

Αρχίζοντας από το ελληνικό κράτος, παρατηρούμε (Πίν. 25) ότι οι φοιτητές με τόπο προέλευσης τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο προτιμούν τη Νομική κατά 54,8% και 52%, αντίστοιχα, ενώ το ενδιαφέρον τους για την Ιατρική είναι σχεδόν το ίδιο (γύρω στο 26%). Μια κάποια απόκλιση υπάρχει και στο ποσοστό της Φιλοσοφικής (16,7% για τους Στερεοελλαδίτες και 19,2% για τους Πελοποννήσιους), ενώ μεγαλύτερη είναι η απόκλιση ως προς τη σχολή αυτή μεταξύ των διαφόρων νομών. Έτσι, οι φοιτητές από τους νομούς Αργολιδοκορινθίας και Αττικοβοιωτίας εγγράφονται στη Φιλοσοφική σε ποσοστό 12-14% μόνο, ενώ, αντίθετα, οι φοιτητές από τους νομούς Εύβοιας, Αχαϊοήλιδος, Φθιώτιδος/Φωκίδος και Λακωνίας σε ποσοστό 19-21%. Μεγαλύτερη ακόμη είναι η προτίμηση για τη Φιλοσοφική των φοιτητών που κατάγονται από τον νομό Αρκαδίας (26%). Ουσιαστικά, η Φιλοσοφική τροφοδοτείται κυρίως από τις ορεινές και σχετικά φτωχότερες περιοχές του ελληνικού κράτους. Αυτό φαίνεται καλύτερα στο επίπεδο των επαρχιών. Στην Αχαΐα, για παράδειγμα, οι φοιτητές από την ορεινή επαρχία Καλαβρύτων

επιλέγουν τη Φιλοσοφική σε ποσοστό που ξεπερνάει κατά πέντε εκατοστιαίες μονάδες το γενικό ποσοστό του νομού (24,7%), ενώ στην Αρκαδία οι φοιτητές από τις πιο ορεινές επαρχίες, Μαντινείας και Γορτυνίας, προτιμούν τη Φιλοσοφική σε ποσοστό 28,6 και 26,4%, αντίστοιχα. Ως προς τη Θεολογική Σχολή, τέλος, η οποία συγκεντρώνει το ενδιαφέρον ενός μικρού αριθμού φοιτητών, μεταξύ των οποίων πολλοί είναι μοναχοί, οι διαφοροποιήσεις από τον

ένα νομό στον άλλο είναι μικρές. Παρατηρούμε, πάντως, ότι οι περισσότεροι φοιτητές της προέρχονται από περιοχές με μοναστικά κέντρα, όπως οι επαρχίες Καλαβρύτων και Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας.

Σημαντικότερες αποκλίσεις, που δεν αφορούν μόνο τη Φιλοσοφική, παρατηρούνται στις Κυκλάδες. Οι φοιτητές από την περιοχή αυτή δείχνουν την προτιμησή τους στη Νομική, αλλά σε ποσοστό σαφώς χαμηλότερο (44,8%) από εκείνο των συναδέλφων τους της Στερεάς και της Πελοποννήσου. Αντίθετα, ενδιαφέρονται περισσότερο απ' αυτούς για την Ιατρική (30,8%) αλλά και τη Φιλοσοφική. Η τάση αυτή είναι εμφανέστερη στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου. Όπως φαίνεται στον Πίν. 26, στην περίοδο 1837-1863 το

Σελ. 375
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/376.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 25

Γεωγραφική κατανομή φοιτητών και επιλογή σχολής (1837-1890)

θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Σύνολο

Πελοπόννησος

150

2.966

1.483

1.093

7

5.699

Στερεά Ελλάδα

64

1.928

934

588

5

3.519

Κυκλάδες

29 ■

492

338

240

1.099

Επτάνησα (1864-90)

17

398

240

216

3

874

Θεσσαλία (1881-90)

1

167

88

63

1

320

Χωρίς τόπο

1

9

3

4

17

Σύνολο

262

5.960

3.086

2.204

16

11.528

Επτάνησα (1837-63)

8

141

102

35

286

Θεσσαλία (1837-80)

8

115

194

56

373

Ήπειρος

26

297

361

192

1

877

Μακεδονία

14

140

286

270

710

Θράκη

28

208

293

166

695

Νησιά Αιγαίου

29

258

332

261

1

881

Κρήτη

15

298

174

128

615

Κύπρος

8

17

20

13

58

Μικρά Ασία

20

142

315

150

627

Συρία-Παλαιστίνη

1

1

7

9

Αίγυπτος

16

5

6

27

Σερβία

1

3

1

5

Ρουμανία

9

29

15

9

62

Αυστροουγγαρία

1

8

2

5

16

Ρωσία

4

4

10

3

21

Ιταλία

1

6

2

9

Γαλλία

1

2

1

4

Γερμανία

1

1

3

5

Αγγλία

3

1

3

7

Σουηδία

1

1

2

Αμερική

5

5

Χωρίς τόπο

1

1

2

Σύνολο

172

1.682

2.130

1.310

2

5.296

Χωρίς τόπο

1

1

Γενικό σύνολο 434 7.642 5.216 3.514 19 16.825

Γενικό σύνολο 434 7.642 5.216 3.514 19 16.825

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Σελ. 376
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/377.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 26

Γεωγραφική κατανομή και επιλογή σχολής ημεδαπών φοιτητών (1837-1890)

ΠΙΝΑΚΑΣ 26

Γεωγραφική κατανομή και επιλογή σχολής ημεδαπών φοιτητών (1837-1890)

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Σύνολο

(α)

(ft)

(α)

(β)

(α) (β)

(α)

(ft)

(α) (β)

Πελοπόννησος 54

96

587

2.379

324 1.159

185

908

1.150 4.542

Στερεά

23

41

305

1.623

168 766

103

485

599 2.915

Κυκλάδες

14

15

79

413

75 263

66

174

234 865

Επτάνησα

17

398

240

216

871

Θεσσαλία

1

167

88

63

319

Σύνολο

91

170

971

4.980

567 2.516

354

1.846

1.983 9.512

Πηγή: βλ. Πίν. 8. Δεν περιλαμβάνονται 33 φοιτητές που δεν δηλώνουν τόπο καταγωγής η σχολή, (α) 1837-1863/4, (β) 1864/5-1890/1.

Πηγή: βλ. Πίν. 8. Δεν περιλαμβάνονται 33 φοιτητές που δεν δηλώνουν τόπο καταγωγής η σχολή, (α) 1837-1863/4, (β) 1864/5-1890/1.

ποσοστό των φοιτητών από τις Κυκλάδες που εγγράφονται στην Ιατρική είναι 32%, ενώ ίδιο περίπου είναι και το ποσοστό εκείνων που στρέφονται προς τη Νομική. Την ίδια εποχή οι Πελοποννήσιοι και οι Στερεοελλαδίτες προτιμούν περισσότερο τη Νομική (51%) παρά την Ιατρική (28%). Αρκετά υψηλό, από τα υψηλότερα μάλιστα στον ελλαδικό χώρο, είναι την ίδια εποχή (1837-1863) και το ποσοστό των φοιτητών από τις Κυκλάδες που πηγαίνουν στη Φιλοσοφική Σχολή (28,2%). Η συμπεριφορά αυτή των Κυκλάδων προσομοιάζει με

εκείνη των περιοχών του έξω ελληνισμού και συνιστά μια ενδιαφέρουσα παρέκκλιση από το ελλαδικό μοντέλο.

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι την εποχή αυτή η συμμετοχή των Κυκλάδων στο Πανεπιστήμιο είναι μικρή και πολύ χαμηλή η συμμετοχή της Σύρου και ειδικότερα της Ερμούπολης. Όπως είπαμε όμως, η τελευταία αυτή διαπίστωση δεν είναι ακριβής, καθώς αρκετοί φοιτητές εγκατεστημένοι στην Ερμούπολη δηλώνουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο ως τόπο καταγωγής το μέρος όπου γεννήθηκαν και όχι την Ερμούπολη24. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα στο επίπεδο της επιλογής των σχολών. Το αντίθετο μάλιστα. Αν, δηλαδή, οι φοιτητές αυτοί συνυπολογίζονταν στους Κυκλαδίτες, τότε οι τάσεις που διαπιστώσαμε παραπάνω θα ήταν μάλλον εντονότερες, δεδομένου ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς προέρχονται από περιοχές εκτός του

24. Πβ. εδώ, σ. 327.

Σελ. 377
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/378.gif&w=600&h=915

ελληνικού κράτους και προτιμούν επομένως σε μεγάλο βαθμό την Ιατρική και τη Φιλοσοφική.

Από τη δεκαετία του 1860 οι συσχετισμοί αλλάζουν υπέρ της Νομικής. Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή αυτή παίζει η Ερμούπολη, η οποία αυξάνει από την εποχή αυτή τη συμμετοχή της στο Πανεπιστήμιο. Το ενδιαφέρον των φοιτητών της στρέφεται κυρίως προς τις νομικές σπουδές. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1860 ως το 1890 το 62,7% των φοιτητών από την Ερμούπολη εγγράφεται στη Νομική, το 22,9% στην Ιατρική, το 12,7% στη Φιλοσοφική και το 1,4% στη Θεολογική. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το ποσοστό της Ερμούπολης στη Νομική είναι από τα υψηλότερα της ελληνικής επικράτειας. Το ενδιαφέρον των Ερμουπολιτών για τις νομικές σπουδές δεν είναι άσχετο με τις αλλαγές που συντελούνται, όπως είπαμε, στην οικονομική δομή της πόλης τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και οι οποίες οδηγούν στην υιοθέτηση επιλογών ανάλογων μ' εκείνες που ισχύουν στο ελληνικό κράτος. Κάτι τέτοιο άλλωστε φαίνεται να υποδηλώνει και το γεγονός ότι τα άλλα νησιά των Κυκλάδων εν μέρει μόνο ακολουθούν το παράδειγμα της Ερμούπολης. Η προσέλευση στη Νομική σημειώνει και εδώ μια μικρή αύξηση, αλλά διατηρείται σε υψηλό ποσοστό η προσέλευση στην Ιατρική και τη Φιλοσοφική .

Στον αντίποδα των Κυκλάδων βρίσκονται τα Επτάνησα (Πίν. 25). Πριν από την ενσωμάτωση της Επτανήσου στην Ελλάδα (1837-1863/64) οι επτανήσιοι φοιτητές προτιμούν κατά κύριο λόγο τη Νομική (49,3%) και κατόπιν την Ιατρική (36%). Το ενδιαφέρον για τη Νομική είναι κοινό σε όλα τα νησιά με ορισμένες αποκλίσεις. Έτσι, οι νομικές σπουδές φαίνεται να ελκύουν περισσότερο τους Λευκαδίτες, τους Κυθήριους και τους Κερκυραίους, παρά τους Ιθακήσιους και τους Ζακύνθιους, οι οποίοι ενδιαφέρονται σε μεγαλύτερο βαθμό η εξίσου για την Ιατρική (57,9% και 40,3%, αντίστοιχα)25.

Το αυξημένο ενδιαφέρον των Επτανήσιων για τη Νομική τους διαφοροποιεί

25. Θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζαμε την κατανομή των επτανήσιων φοιτητών κατά σχολές και στην Ιόνιο Ακαδημία- οι σχετικές πληροφορίες όμως είναι ελλιπέστατες. Τον Μάρτιο του 1863 αναφέρεται ότι σπούδαζαν 2 στη Θεολογική Σχολή, 8 στη Φιλοσοφική και τη Θεολογική, 25 στη Νομική και 43 στην Ιατρική (σύνολο 78, αλλά στην πραγματικότητα 71, διότι μερικοί της Φιλοσοφικής σπούδαζαν και σε άλλες σχολές)· τόπος καταγωγής δεν σημειώνεται, αλλά οι περισσότεροι θα ήταν ασφαλώς Επτανήσιοι. Βλ. Δαυίδ Αντωνίου, «Αρχείο Υπουργείου Παιδείας : Υποθέσεις από τα Ιόνια νησιά (1840 ci.-1864)», ΣΤ' Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο. Πρακτικά, τ. Α', Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2000, σ. 390.

Σελ. 378
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/379.gif&w=600&h=915

ποιεί από τους υπόλοιπους αλλοδαπούς, που προτιμούν περισσότερο την Ιατρική. Η τάση αυτή δεν παρατηρείται όμως μόνο σε εκείνους που σπουδάζουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Προς τις νομικές σπουδές στρέφεται και ένας μεγάλος αριθμός επτανήσιων φοιτητών που σπουδάζουν στην Ιταλία, όπως δείχνει τουλάχιστο το παράδειγμα του Πανεπιστημίου της Πίζας : το 52% των διπλωματούχων με καταγωγή τα Επτάνησα παίρνει στα χρόνια 1806-1861 πτυχίο Νομικής. Αντίθετα, οι υπόλοιποι έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στην Πίζα, προερχόμενοι κυρίως από τουρκοκρατούμενες περιοχές, παίρνουν σε ποσοστό 87% περίπου πτυχίο Ιατρικής, Χειρουργικής η Φιλοσοφίας και Ιατρικής26.

Το ενδιαφέρον των Επτανήσιων για τη Νομική ασφαλώς δεν είναι τυχαίο : βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη νομική παράδοση της Επτανήσου από τα χρόνια της Βενετοκρατίας και με τις ιδιαίτερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν στην περιοχή στα μεταγενέστερα χρόνια. Τα νησιά του Ιονίου, οργανωμένα από τα τέλη της περιόδου της Βενετοκρατίας ως το 1864 σε κράτος και με κοινωνικές δομές που καθιστούσαν απαραίτητα τα νομικά

επαγγέλματα, είχαν ανάγκη από ένα πολυπληθές νομικό προσωπικό (δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς, υπαλλήλους για τη διοίκηση, πολιτικούς κλπ.)27.

Κάτι ανάλογο ισχύει και για την Ιατρική, αφού οι Επτανήσιοι μπορεί να δίνουν προτεραιότητα στις νομικές σπουδές, την προτιμούν όμως σε μεγαλύτερο ποσοστό από το σύνολο των φοιτητών που προέρχονται από το ελληνικό κράτος, αλλά και από το σύνολο των αλλοδαπών που φοιτούν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Τις αίτιες θα πρέπει να τις αναζητήσουμε και πάλι στις επτανησιακές ιδιαιτερότητες. Το Ιατρικό επάγγελμα καλύπτει τις πολλαπλές ανάγκες σε ιατρικό προσωπικό που δημιουργούνται στα Επτάνησα από τις αρχές του 19ου αιώνα και μάλιστα στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, με την ίδρυση υγειονομικών υπηρεσιών και νοσηλευτικών ιδρυμάτων και γενικότερα με τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια ύγεία28. Είναι γνωστό επίσης ότι οι

26. Αλόη Σιδέρη, Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, ό.π., τ. Β', σ. 421467.

27. Βλ. τη μελέτη του Αγγελο-Διονύση Δεμπόνου, «Ασκηση της νομικής επιστήμης στα Επτάνησα και ιδιαίτερα στην Κεφαλονιά πριν από την Ένωση», Παρνασσός 22, 1980, σ. 343-369.

28. Βλ. Ιωάννης Γ. Λασκαράτος, Πρόληψη της αρρώστειας και κοινωνική προστασία στα Επτάνησα επί Αγγλοκρατίας (1815-1864), Αθήνα 1985. Ειδικά για την Κεφαλονιά βλ. Γεράσιμος Η. Πεντόγαλος, Γιατροί και Ιατρική Κεφαλονιάς στα χρόνια των ξενικών κυριαρχιών (1500-1864), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2004.

Σελ. 379
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/380.gif&w=600&h=915

επτανήσιοι γιατροί δεν εξυπηρετούσαν μόνο τοπικές ανάγκες· ασκούσαν το

επάγγελμά τους και έξω από τα Επτάνησα, στο ελληνικό κράτος και σε τουρκοκρατούμενες περιοχές. Ας προστεθεί, τέλος, ότι τόσο οι γιατροί όσο και οι νομικοί απολάμβαναν υψηλή κοινωνική αναγνώριση, όπως άλλωστε σε ολόκληρη την Ανατολή, και κατείχαν περίοπτη θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Σε ένα τέτοιο γενικό πλαίσιο θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε το ιδιαίτερο

ενδιαφέρον των Επτανήσιων για τη Νομική και την Ιατρική.

Οι παραπάνω τάσεις διαφοροποιούνται κάπως μετά την ενσωμάτωση της Επτανήσου στο ελληνικό κράτος. Στα χρόνια 1864-1890 το ποσοστό των Επτανήσιων που σπουδάζουν νομικά στο ελληνικό Πανεπιστήμιο γνωρίζει μικρή κάμψη (45,5% αντί 49,3%), ενώ μεγαλύτερη είναι η κάμψη στην Ιατρική (από 36% που ήταν πριν από την Ένωση, πέφτει στο 27,5% στα 1864-1890)29. Από την άλλη μεριά διπλασιάζεται τώρα η προσέλευση στη Φιλοσοφική, που ήταν αρκετά χαμηλή στα προηγούμενα χρόνια: από 11,9% στα 1837-1863/4

ανεβαίνει τώρα στο 24,7%. Ένας από τους παράγοντες που συνέτειναν στην τελευταία αλλαγή ήταν η ευθυγράμμιση του επτανησιακού εκπαιδευτικού συστήματος προς αυτό του ελληνικού κράτους μετά την Ένωση30. Με την αντικατάσταση των Λυκείων από Γυμνάσια και Ελληνικά σχολεία, οι καθηγητές και οι ελληνοδιδάσκαλοι, στο πλαίσιο του ενιαίου τώρα εκπαιδευτικού συστήματος, θα έπρεπε να έχουν, επίσημα τουλάχιστο, πτυχίο Φιλοσοφικής ή να

έχουν φοιτήσει για ένα διάστημα στη σχολή αυτή, γεγονός που έστρεψε υποχρεωτικά προς τη Φιλοσοφική όσους θα ήθελαν να εργαστούν στη μέση εκπαίδευση .

Μια άλλη περιοχή από τον χώρο του έξω ελληνισμού, που εμφανίζει επίσης μια απόκλιση από τις επιλογές των αλλοδαπών, είναι η Κρήτη (Πίν. 25). Οι κρήτες φοιτητές προτιμούν περισσότερο τη Νομική από την Ιατρική (48,5% και 28,3% αντίστοιχα), ενώ μειωμένο είναι και το ενδιαφέρον τους για τη Φιλοσοφική (20,8%). Οι τάσεις αυτές δεν εμφανίζονται από την αρχή. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1860 το ποσοστό των φοιτητών της Νομικής ήταν σχετικά χαμηλό (32,7%). Στα επόμενα χρόνια όμως η ζήτηση νομικών, την οποία

29. Πάνω από τον μέσο όρο του 27,5% είναι η Ιθάκη, η Λευκάδα και η Κεφαλονιά, με ποσοστά μεταξύ 30% και 40%.

30. Βλ. Δημήτριος Δρόσος, Προς την αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα. Έκθεσις του επί των Εκκλησιαστικών και της δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργού, Αθήνα 1866, σ. 21-22,31 32 και Ν. Κ. Κουρκουμέλης, Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Προστασίας (1816-1864), Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, 2002, σ. 421 κ.εξ.

Σελ. 380
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/381.gif&w=600&h=915

προκάλεσε η θέσπιση νέου δικαιικού και δικαστηριακού συστήματος (1868) και η ίδρυση μεικτών δικαστηρίων στα επαρχιακά κέντρα για την εκδίκαση των ποινικών και αστικών υποθέσεων που δεν υπάγονταν στα θρησκευτικά δικαστήρια31, συνετέλεσαν στην αύξηση του ενδιαφέροντος για τα νομικά. Έτσι, το ποσοστό των φοιτητών από την Κρήτη που σπουδάζουν στη Νομική

ανεβαίνει στη δεκαετία του 1870 στο 42,6% και στην επόμενη στο 57,5%.

Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, οι χριστιανικοί πληθυσμοί στις άλλες μεγάλες γεωγραφικές περιφέρειες της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Μικρά Ασία, υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου) δίνουν πάντα το προβάδισμα στην Ιατρική με ποσοστά που φτάνουν ενίοτε η και υπερβαίνουν το 50%: είναι οι περιπτώσεις της Μικράς Ασίας και της Θεσσαλίας. Η τελευταία όμως αλλάζει συμπεριφορά μετά το 1881 που ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος: οι φοιτητές της, ακολουθώντας τις τάσεις που

επικρατούν στο ελληνικό κράτος, προτιμούν τώρα στο ίδιο περίπου ποσοστό (52,2%) τη Νομική Σχολή (Πίν. 25). Οι ίδιες περιοχές δίνουν σε όλον τον 19ο αιώνα και τα υψηλότερα ποσοστά στη Φιλοσοφική, με πρώτη τη Μακεδονία (38%), προφανώς λόγω της μεγάλης ζήτησης εκπαιδευτικού προσωπικού στην περιοχή.

Ως προς τους φοιτητές, τέλος, που προέρχονται από τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, όπως της Αιγύπτου και της Ρουμανίας, παρατηρούμε ότι η σχολή την οποία προτιμούν περισσότερο είναι η Νομική. Αντίθετα, οι ξένοι φοιτητές από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και την Αμερική ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τη Φιλοσοφική. Την ίδια σχολή, και περισσότερο ακόμη τη Θεολογική, προτιμούσαν και οι Ρουμάνοι, οι οποίοι στέλνονταν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο με υποτροφία του ρουμανικού κράτους, προκειμένου να αποκτήσουν μια ανώτερη θεολογική παιδεία και να ειδικευτούν στην ελληνική γλώσσα και φιλολογία32.

31. Κάλλια Καλλιατάκη-Μερτικοπούλου, «Δικαιοσύνη και πολιτική στην Κρήτη, 1868-1878», Κρητικά Χρονικά 27,1987, σ. 298-329.

32. L. Rados, «Students from Romania at the University of Athens (1844-1890)», Anuarul Institutului de Istorie «A. D. Xenopol» 37, 2000, σ. 303.

Σελ. 381
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/382.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 382
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/383.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

Η κοινωνική προέλευση των φοιτητών που σπουδάζουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο τον 19ο αιώνα αποτελεί ένα πρόβλημα, καθώς οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι λίγες και ανεπαρκείς. Ένα από τα βασικά στοιχεία για τη μελέτη του θέματος είναι το επάγγελμα του πατέρα. Το στοιχείο αυτό όμως, ενώ υπάρχει συνήθως στα Μητρώα των μαθητών της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης,

απουσιάζει από το Μητρώο φοιτητών του Πανεπιστημίου. Αντί γι' αυτό σημειώνεται , όπως είπαμε παραπάνω, η αξία της κτηματικής περιουσίας της οικογένειας του φοιτητή: ένα στοιχείο αρκετά επισφαλές, καθώς είναι δύσκολο να ελεγχθεί η αξιοπιστία του. Κατά πόσον οι φοιτητές δήλωναν την ακριβή αξία της οικογενειακής τους περιουσίας; Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δήλωση αυτή ήταν τυπική και ότι το Πανεπιστήμιο, απ' όσο ξέρουμε, δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι φοιτητές δεν είχαν λόγους να αποκρύψουν την πραγματικότητα. Το γεγονός όμως ότι η δήλωση δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί από τη γραμματεία του Πανεπιστημίου καθιστά πιθανή την υπόθεση ότι αρκετοί φοιτητές μπορεί για λόγους γοήτρου να δήλωναν περιουσία μεγαλύτερη από την πραγματική. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πιο σημαντικό ερώτημα: κατά πόσο οι φοιτητές ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή αξία της οικογενειακής περιουσίας τους. Πιθανώς

αρκετοί θα τη γνώριζαν η θα είχαν φροντίσει ίσως να τη μάθουν από τους δικούς τους πριν εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο· οι περισσότεροι όμως θα είχαν μάλλον μια γενική ιδέα γι' αυτήν, και επομένως τα ποσά που δήλωναν ήταν κατά προσέγγιση.

Μια πηγή η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί δειγματοληπτικά για τον

έλεγχο της αξιοπιστίας των δηλώσεων, των ημεδαπών φοιτητών βέβαια, είναι οι ονομαστικοί κατάλογοι των υποψήφιων ενόρκων που δημοσιεύονται κάθε χρόνο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, το επάγγελμα, η αξία της ακίνητης περιουσίας και το ετήσιο εισόδημα των ενορκων1.

1. Βλ. τη μελέτη του Γιώργου Ν. Μητροφάνη, «Οι αιρέσιμοι πολίτες. Ποσοτική

Σελ. 383
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/384.gif&w=600&h=915

Συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να αναζητηθούν στους καταλόγους των υποψήφιων ενόρκων γονείς φοιτητών και να ελεγχθεί αν τα περιουσιακά στοιχεία που δηλώνουν αντιστοιχούν με εκείνα που δηλώνουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο. Ο έλεγχος αυτός όμως δεν είναι εύκολος ούτε ασφαλής: υπάρχει ο κίνδυνος να παρασυρθεί κανείς από συνωνυμίες σε λανθασμένες ταυτίσεις ονομάτων. Παρά ταύτα, επιχείρησα δειγματοληπτικά μια τέτοια έρευνα, επιλέγοντας τυχαία τον κατάλογο υποψήφιων ενόρκων του νομού Αρκαδίας του

έτους I8602. Από τη σχετική ερευνά διαπίστωσα ότι υπάρχει μια σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων που δίνουν οι δύο πηγές : η αξία της κτηματικής περιουσίας που δηλώνουν οι φοιτητές στο Μητρώο κατά κανόνα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που δηλώνει ο ένορκος πατέρας τους. Ανάλογα αποτελέσματα προέκυψαν και από τη μελέτη του καταλόγου ενόρκων από την Αθήνα το έτος 1879: οι φοιτητές δηλώνουν και εδώ μεγαλύτερη περιουσία από τον πατέρα τους, συμβαίνει μάλιστα αδέλφια που γράφονται στο Πανεπιστήμιο με σχετικά μικρή χρονική απόσταση να δηλώνουν αρκετά διαφορετική περιουσία. Βέβαια, τα δείγματα είναι μικρά και περιορισμένα χρονικά, ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο οι ταυτίσεις να μην είναι πάντοτε ακριβείς. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η αξία της περιουσίας που δήλωναν οι ένορκοι ήταν συνήθως χαμηλότερη από την πραγματική, επειδή υπήρχε ο φόβος μιας δυνητικής φορολογίας με βάση την περιουσία. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, οι αποκλίσεις είναι μεγάλες και μας υποχρεώνουν να είμαστε επιφυλακτικοί για την αξιοπιστία των στοιχείων που δηλώνουν οι φοιτητές.

Εκτός από τα παραπάνω, υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, αυτό της αξιολόγησης και χρησιμοποίησης των σχετικών στοιχείων. Τί σημαίνει, για παράδειγμα, η δήλωση ενός φοιτητή ότι η οικογένειά του έχει κτηματική περιουσία αξίας 15 χιλιάδων δραχμών το 1850; Η δήλωση αυτή αφήνει ανοιχτά πολλά

ερωτήματα: δεν μας λέει από τί είδους ακίνητα αποτελείται η περιουσία (χωράφια, αμπέλια, οικοδομές;), ποιές είναι οι πρόσοδοι της οικογένειας απ' αυτήν και αν τα εισοδήματά της προέρχονται μόνο από ακίνητη περιουσία η και από άλλες πηγές. Μια αστική οικογένεια, για παράδειγμα, μπορεί να διέθετε μικρή κτηματική περιουσία, αλλά να αντλούσε ένα σημαντικό μέρος των εισοδημάτων της από άλλες πηγές : από ένα βιοτεχνικό επιτήδευμα, από το εμπόριο η από υπηρεσίες.

προσέγγιση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στην Ελλάδα του 1860», Μνήμων 18, 1996, σ. 23-60.

2. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα, 5 Οκτ. 1860, σ. 72-83.

Σελ. 384
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/385.gif&w=600&h=915

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η δήλωση της αξίας της κτηματικής περιουσίας είναι ένα στοιχείο ανεπαρκές για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας ενός φοιτητή. Και γιατί η αξιοπιστία του δεν είναι ελέγξιμη, άλλα και γιατί δεν μας διαφωτίζει για τα πραγματικά εισοδήματα της οικογένειας. Το μόνο που μας προσφέρει, τελικά, είναι η δυνατότητα να κάνουμε κάποιες συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων μεγεθών περιουσίας και να δούμε τί είδους πληροφορίες αποδεσμεύονται απ' αυτές .Ας ξεκινήσουμε από την ταξινόμηση των περιουσιακών μεγεθών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 27 Άξια οικογενειακής κτηματικής περιουσίας φοιτητών

Περιουσία

Αριθμός φοιτητών

Σύνολο

α

β

α+β

(χιλ. δρχ.)

1837-46

1847-56

1857-66

1867-76

1877-86

(%)

(%)

(%)

1-5

133

348

233

262

306

1.282

13,9

16,4

14,6

6-10

82

285

329

445

576

1.717

20,0

18,6

19,6

11-20

64

228

285

506

634

1.717

21,4

14,9

19,6

21-50

68

191

281

510

1.007

2.057

24,6

20,6

23,5

51-100

41

96

157

268

428

990

11,8

10,0

11,3

101-200

8

25

37

61

118

249

2,7

3,1

2,9

201-300

4

13

19

19

38

93

1,0

1,3

1,1

301-500

4

4

4

13

30

55

0,6

0,6

0,6

501-

2

3

1

8

6

20

0,4

0,2

ακτήμονες

129

252

194

575

3,6

14,5

6,6

Σύνολο

535

1.445

1.540

2.092

3.143

8.755

100

100

100

Δεν δηλώνουν

54

102

732

1.096

2.757

4.741

Πηγή: βλ. Πίν. 8. α=ημεδαποί, β=άλλοδαποί.

Πηγή: βλ. Πίν. 8. α=ημεδαποί, β=άλλοδαποί.

Ο Πίν. 27 περιέχει τις δηλώσεις περιουσίας των φοιτητών από το 1837 ως το 1886 και όχι ως το 1890, και τούτο γιατί οι δηλώσεις μετά το 1886 αραιώνουν πολύ και το 1888 σταματούν τελείως. Αλλά και στην περίοδο 1837-1886 η πυκνότητά τους παρουσιάζει διακυμάνσεις. Έτσι, ενώ στις δύο πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου η σχετική στήλη συμπληρώνεται από το 91% και 93,5%, αντίστοιχα, των φοιτητών, στις επόμενες τρεις το ποσοστό μειώνεται σταδιακά στο 68%-53%. Η καθοδική αυτή τάση δείχνει ότι οι φοιτητές δεν ήταν πάντα πρόθυμοι ή έτοιμοι να κάνουν τη σχετική δήλωση, αλλά και ότι η γραμματεία του Πανεπιστημίου δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο στοιχείο αυτό

Σελ. 385
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/386.gif&w=600&h=915

το. Οι δηλώσεις των περιουσιών κατατάχθηκαν στον Πίν. 27 σε δέκα κατηγορίες3. Η τελευταία περιλαμβάνει εκείνους που δηλώνουν ότι είναι «ακτήμονες» η «άποροι». Τέτοιες δηλώσεις υπάρχουν ως τις αρχές της δεκαετίας του I860· στα επόμενα χρόνια εξαφανίζονται. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι παύει να υπάρχει η κατηγορία αυτή. Απλώς οι ακτήμονες είτε δεν κάνουν καθόλου δήλωση, είτε αυτή δεν καταγράφεται στο Μητρώο.

Στον Πίν. 27 αντιπροσωπεύεται μια ποικιλία μεγεθών, που αρχίζει από μερικές εκατοντάδες δραχμών και φτάνει σε λίγες περιπτώσεις ως το εκατομμύριο. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση (80%) παρατηρείται στις περιουσίες

αξίας έως 50.000 δρχ. Η κατηγορία των 51-100.000 δρχ. συγκεντρώνει το 11%, ενώ πολύ μικρό είναι το ποσοστό των ανώτερων περιουσιακών κατηγοριών, όπου αντιπροσωπεύονται κυρίως φοιτητές από περιοχές με μεγάλες ιδιοκτησίες, όπως τα Επτάνησα. Η κατώτερη κατηγορία, των χωρίς περιουσία ή άπορων φοιτητών, συγκεντρώνει σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε ένα ποσοστό γύρω στο 6,5%. Υπάρχουν όμως κάποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών φοιτητών. Οι τελευταίοι κάνουν σε μικρότερο ποσοστό δήλωση περιουσίας και δηλώνουν γενικά χαμηλότερα ποσά από τους ημεδαπούς. Έτσι, οι ημεδαποί που δηλώνουν περιουσία αξίας μεταξύ 6 και 100.000 δρχ. αποτελούν το 77,8%, ενώ οι αλλοδαποί το 64%. Αντίθετα, υψη

λότερο είναι το ποσοστό των αλλοδαπών που ανήκουν στην κατώτερη περιουσιακή κατηγορία (1-5.000 δρχ.) και μάλιστα σ' αυτή των ακτημόνων.

Είναι αυτονόητο ότι τα ποσά αυτά από μόνα τους δεν λένε πολλά πράγματα. Για να τα αξιολογήσουμε θα έπρεπε να ξέρουμε, τουλάχιστο, ποιά είναι η σύνθεση και κατανομή της ακίνητης περιουσίας στον 19ο αιώνα. Οι σχετικές πληροφορίες όμως είναι ελλιπέστατες. Μια σχετική βοήθεια μας προσφέρει μια πρόσφατη μελέτη που έχει στηριχθεί σε παρεμφερές υλικό: στην αξία της ακίνητης περιουσίας που δίνουν οι κατάλογοι των υποψήφιων

ενόρκων της ελληνικής επικράτειας του έτους I8604. Θυμίζω ότι ένα από τα κριτήρια επιλογής των υποψήφιων ενόρκων ήταν να έχουν ακίνητη περιουσία

αξίας άνω των 5.000 δρχ. και σε ορισμένες περιπτώσεις χαμηλότερη. Στην παραπάνω μελέτη οι αξίες της ακίνητης περιουσίας των υποψήφιων ενόρκων κα-

3. Τα ποσά που λήγουν σε εκατοντάδες στρογγυλεύτηκαν προς τα πάνω η προς τα κάτω, ανάλογα με το αν οι εκατοντάδες είναι λιγότερες η περισσότερες από πέντε (π.χ. 4.100-4.400=4.000, 4.500-4.900=5.000 κ.ο.κ.). Στην κατώτερη κατηγορία των 1.0005.000 δρχ. περιλαμβάνονται και γύρω στις 50 δηλώσεις περιουσίας αξίας 200-800 δρχ.

4. Γιώργος Μητροφάνης ό.π.

Σελ. 386
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/387.gif&w=600&h=915

κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες: κατώτερη 500-4.999 δρχ., ενδιάμεση 5.00012.499 και ανώτερη 12.500-500.000 δρχ. Από τις κατηγορίες αυτές η κατώτερη συγκεντρώνει το 4,34% των περιπτώσεων, η ενδιάμεση το 75,16% και η

ανώτερη το 20,5%.

Αν συγκρίνουμε τα ποσοστά αυτά με εκείνα που μας δίνει το Μητρώο, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μεταξύ τους μεγάλη απόκλιση. Ενώ σε επίπεδο

ενόρκων το μεγαλύτερο ποσοστό αξιών ακίνητης περιουσίας συγκεντρώνεται στην ενδιάμεση κατηγορία των 5.000-12.499 δρχ. (75,16%), σε επίπεδο φοιτητών (ημεδαπών, που δηλώνουν περιουσία), η κατηγορία των 6.000-12.000 δρχ. συγκεντρώνει γύρω στα 1860 (1859-1861) μόνο το 20%. Αντίθετα, σε

επίπεδο φοιτητών αντιπροσωπεύονται με πολύ μεγαλύτερα ποσοστά οι κατώτερες και ανώτερες περιουσιακές κατηγορίες. Έτσι, ενώ στους ενόρκους η χαμηλότερη κατηγορία (500-4.999 δρχ.) και η ανώτερη (12.500 δρχ. και άνω) συγκεντρώνουν το 4,34% και 20,5%, στους φοιτητές τα αντίστοιχα ποσοστά (για τις κατηγορίες κάτω από 5.000 δρχ. και πάνω από 13.000 δρχ.) είναι 13,7% και 48,3%. Το υπόλοιπο 18% ανήκει στην κατηγορία των απόρων ή

ακτημόνων.

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, οι διαφορές είναι μεγάλες. Βέβαια, τα δεδομένα των δύο πηγών δεν είναι ανάλογα, καθώς οι κατάλογοι των υποψήφιων ενόρκων περιέχουν άτομα που ανήκουν, κυρίως, σε κοινωνικά στρώματα μέσης και ανώτερης κατηγορίας, ενώ το Μητρώο φοιτητών έχει ευρύτερη βάση. Αντιπροσωπεύονται, δηλαδή, εδώ όχι μόνο νέοι που προέρχονται απ' αυτά τα στρώματα, αλλά και νέοι από οικογένειες μικροϊδιοκτητών και ακτημόνων, οι πατέρες των οποίων αποκλείονται από τους καταλόγους των υποψήφιων ενόρκων. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό που εμφανίζουν, σε επίπεδο φοιτητών, τα κατώτερα περιουσιακά μεγέθη.

Προβληματική όμως είναι η διαφορά που παρατηρείται στις μεσαίες και

ανώτερες κατηγορίες. Το ότι, δηλαδή, οι φοιτητές εμφανίζονται να προέρχονται σε πολύ μικρότερο ποσοστό, σε σύγκριση με τους ενόρκους, από οικογένειες με μεσαίες περιουσίες και σε σαφώς μεγαλύτερο ποσοστό από οικογένειες με υψηλές περιουσίες. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η διαφορά αυτή μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, αν διατηρήσουμε την παραπάνω κατηγοριοποίηση και κάνουμε μια τομή στο έτος 1860, θα διαπιστώσουμε ότι το ποσοστό των περιουσιών αξίας 13.000 δρχ. και άνω που δηλώνουν οι φοιτητές αυξάνεται από 38,1% που ήταν στα χρόνια 1837-1860 σε 67,6% στα χρόνια 1861-1886. Η άνοδος αυτή συνοδεύεται βέβαια από ανάλογη μείωση του ποσοστού των κατώτερων και μεσαίων κατηγοριών. Είναι δύσκολο να

Σελ. 387
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/388.gif&w=600&h=915

πούμε αν η παραπάνω αύξηση αντανακλά μια ανάλογη αύξηση στις τιμές της

ακίνητης περιουσίας η αν δηλώνει κάτι και για την κοινωνική προέλευση των φοιτητών. Ίσως η άνοδος των μεγάλων μεγεθών να επηρεάζεται και από την τάση των φοιτητών να διογκώνουν την αξία της κτηματικής περιουσίας της οικογένειάς τους, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.

ΠΙΝΑΚΑΣ 28

Αξία οικογενειακής κτηματικής περιουσίας φοιτητών κατά σχολές

(1837-1886)

Περιουσία

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφ.

— Σύνολο

(χιλ. δρχ.)

1-5

34

434

463

351

1.282

6-10

31

700

615

371

1.717

11-20

17

789

641

270

1.717

21-50

13

1.129

672

243

2.057

51-100

5

611

278

96

990

101-200

160

71

18

249

201-300

72

17

4

93

301-500

39

12

4

55

501-

12

7

1

20

ακτήμονες

72

175

159

169

575

Σύνολο

172

4.121

2.935

1.527

8.755

Δεν δηλώνουν

220

1.961

1.413

1.136

11 4.741

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Με βάση τα παραπάνω, η αξία της κτηματικής περιουσίας δεν προσφέρεται για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την κοινωνική προέλευση των φοιτητών. Σε ένα άλλο επίπεδο όμως, αυτό της σχέσης μεταξύ των διαφόρων μεγεθών, οι περιουσιακές δηλώσεις αποδεσμεύουν κάποιες χρήσιμες πληροφορίες. Ειδικότερα, δείχνουν ότι η αξία της κτηματικής περιουσίας που δηλώνουν οι φοιτητές βρίσκεται σε συνάρτηση με τις σχολές που

επιλέγουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεολογικής Σχολής. Όπως φαίνεται στον Πίν. 28, το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών της Θεολογικής δεν δηλώνει περιουσία, ενώ από εκείνους που δηλώνουν οι περισσότεροι (79,7%) ανήκουν στις κατώτερες περιουσιακές κατηγορίες (έως 10.000 δρχ.) και σ' αυτήν των ακτημόνων. Σχετικά με-

Σελ. 388
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/389.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερες είναι οι περιουσίες που δηλώνουν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής. Οι ακτήμονες περιορίζονται εδώ στο 11%, υπάρχει όμως από την άλλη μεριά μια σημαντική συγκέντρωση στις κατηγορίες των 1.000-10.000 δρχ. που φτάνει στο 47,3%. Χαμηλή, αντίθετα, είναι η αντιπροσώπευση των υψηλών περιουσιακών κατηγοριών.

Σε αντίθεση με τους φοιτητές της Θεολογικής και της Φιλοσοφικής, οι συνάδελφοι τους της Νομικής, κυρίως, αλλά και της Ιατρικής δηλώνουν σαφώς μεγαλύτερες περιουσίες. Και στη μία και στην άλλη σχολή οι ακτήμονες είναι λίγοι (4,2% και 5,4%, αντίστοιχα), ενώ χαμηλότερη είναι εδώ και η αντιπροσώπευση των κατώτερων περιουσιακών μεγεθών. Στη Νομική οι φοιτητές με περιουσία έως 10.000 δρχ. αποτελούν το 27,5%, αντί 47,3% που είναι στη Φιλοσοφική, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιατρική είναι 36,7%. Εκεί που διαφέρουν περισσότερο όμως οι τρεις σχολές είναι στα ανώτερα περιουσιακά μεγέθη. Έτσι, στο επίπεδο των 51.000 δρχ. και πάνω η Νομική έχει ποσοστό 21,7%,η Ιατρική 13,1%, ενώ η Φιλοσοφική μόνο 8%. Το προβάδισμα της Νομικής μεγαλώνει περισσότερο όσο αυξάνονται τα περιουσιακά μεγέθη.

Οι σχέσεις αυτές δεν φαίνεται να είναι συμπτωματικές. Παρότι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την πραγματική σημασία των ποσοτικών μεγεθών, οι παραπάνω διαφοροποιήσεις αντανακλούν μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές και επιβιώνει και σε πολύ μεταγενέστερα χρόνια: ότι οι φοιτητές της Νομικής, κυρίως, αλλά και της Ιατρικής, προέρχονταν σε ικανό ποσοστό από ευκατάστατες οικογένειες. Αντίθετα, οι φοιτητές της Θεολογικής -πολλοί από τους οποίους ήταν μοναχοί- όπως και της Φιλοσοφικής, στην πλειονότητά τους προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Αναφερόμενος το 1860 ένας πανεπιστημιακός καθηγητής στην οικονομική κατάσταση των φοιτητών, γράφει ότι «ολίγοι και μάλιστα οι απορώτεροι των φοιτητών εγγράφονται ως επί το πλείστον εις την θεολογικήν και την φιλοσοφικήν Σχολήν, οι δε πλείστοι, και μάλιστα οι τα μέσα έχοντες, εις την ιατρικήν και την νομικήν»5. Διαπιστώσεις όπως αυτή, συνοδευόμενες συχνά και από προτάσεις για τη λήψη κάποιων ανακουφιστικών μέτρων υπέρ των φτωχών φοιτητών της Φιλοσοφικής και Θεολογικής (χορήγηση υποτροφιών κλπ.)6,

5. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου και της τύχης των εν Ελλάδι διδασκόντων κρίσεις τινές, Αθήνα 1860, σ. 54.

6. Το 1860 ο πρύτανης Β. Οικονομίδης θεωρεί ότι «συμφέρει» οι υποτροφίες να δίνονται κυρίως σε φτωχούς φοιτητές της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής και όχι της Νομικής και της Ιατρικής. Β. Οικονομίδης-Α. Πάλλης, Λόγοι, 1860, σ. 6. Πβ. εδώ, α. 247-248.

Σελ. 389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/390.gif&w=600&h=915

είναι συνηθισμένες και αντανακλούν ασφαλώς μια πραγματικότητα η οποία αναπαράγεται και στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στην επιλογή των σχολών με βάση την περιουσία δείχνουν ότι οι περιουσιακές δηλώσεις των φοιτητών έχουν ως τάξεις μεγεθών μια λογική βάση. Παρά ταύτα, για τους λόγους που αναφέραμε, δύσκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την κατάσταση των οικογενειών των φοιτητών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μόνο αν είχαμε παράλληλα με τις δηλώσεις και το οικογενειακό εισόδημα ή έστω το επάγγελμα του πατέρα. Από τα δύο αυτά στοιχεία εκείνο που μπορεί να εντοπιστεί ευκολότερα είναι το δεύτερο, μέσω της αναγωγής από το Μητρώο του Πανεπιστημίου στα Μητρώα των Γυμνασίων και της αναζήτησης στα τελευταία του επαγγέλματος του πατέρα των μαθητών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο. Εννοείται ότι η πηγή αυτή δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των φοιτητών (ημεδαπών και αλλοδαπών), ούτε ολόκληρη τη χρονική περίοδο που μελετούμε, καθώς δεν υπάρχει πλήρης σειρά γυμνασιακών Μητρώων. Ακολουθώντας την παραπάνω μέθοδο, αποδελτίωσα δειγματοληπτικά από το Μητρώο του Α' Γυμνασίου Αθηνών το επάγγελμα του πατέρα 393 μαθητών οι οποίοι αποφοίτησαν στα χρόνια 1872-1879 και γράφτηκαν κατόπιν στο Πανεπιστήμιο. Επίσης, για να έχουμε μια κάπως συνολικότερη εικόνα, αποδελτίωσα και τους καταλόγους των μαθητών που αποφοίτησαν το 1888 η λίγο αργότερα από όλα τα Γυμνάσια της χώρας και γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο7. Το δεύτερο δείγμα περιλαμβάνει 637 μαθητές. Τα αποτελέσματα της επεξεργασίας φαίνονται στον πίνακα που ακολουθεί.

Από τα δύο δείγματα πιο αντιπροσωπευτικό από γεωγραφική αλλά και κοινωνική άποψη είναι το δεύτερο, καθώς περιλαμβάνει μαθητές που προέρχονται από όλα τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους και εκπροσωπούν όλες

7. Για τους απολυτηριούχους μαθητές του Α' Γυμνασίου Αθηνών χρησιμοποίησα το «Βιβλίον πιστοποιητικών σπουδής» των ετών 1872 κ.εξ., που σώζεται στο αρχείο του Γυμνασίου, ενώ για τους υπόλοιπους έναν έντυπο κατάλογο (χωρίς εξώφυλλο) που βρίσκεται στα ΓΑΚ (αταξινόμητα) και περιέχει τα ονόματα των προβιβασθέντων από κάθε τάξη, μετεξεταστέων και απολυθέντων μαθητών των Γυμνασίων όλης της χώρας κατά το σχολικό έτος 1887-1888. Ύπάρχουν, απ' όσο ξέρω, τρεις ακόμη τέτοιοι κατάλογοι, των

ετών 1883/4,1886/7 και 1890/1-1891/2. Ο πρώτος μνημονεύεται στο Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας 2, 1885, σ. 191 (Έλεγχος των απολυθέντων, προβιβασθέντων και μετεξεταστέων κριθέντων μαθητών των γυμνασίων εν ταις γενικαίς εξετάσεσι του σχολικού

έτους 1883-1884, Αθήνα 1884), ο δεύτερος υπάρχει στη Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου της Σύρου (Έλεγχος των προβιβασθέντων και των απολυθέντων μαθητών των γυμνασίων κατά το σχολικόν έτος 1886-87, Αθήνα 1887), ενώ ο τρίτος στα ΓΑΚ (αταξινόμητα).

Σελ. 390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/391.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 29

Επάγγελμα πατέρα δείγματος φοιτητών (1872-1879, 1888)

Επάγγελμα πατέρα δείγματος φοιτητών (1872-1879, 1888)

Επάγγελμα πατέρα

(α)

(β)

κτηματίες

65

166

γεωργοί, ποιμένες

10

21

αλιείς

5

βιοτέχνες

30

43

έμποροι

75

85

υπάλληλοι (δημόσιοι, ιδιωτικοί)

52

87

ελεύθεροι επαγγελματίες

25

46

ναυτικοί/μεταφορείς

6

11

ιερείς

13

22

διάφοροι

6

5

ορφανοί

103

141

δεν δηλώνουν

3

10

Σύνολο

393

637

Πηγή: βλ. σ. 390, σημ. 7. (α) Φοιτητές με απολυτήριο από το Α' Γυμνάσιο Αθηνών στα 1872-1879. (β) Φοιτητές με απολυτήριο από όλα τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους περί το 1888.

Πηγή: βλ. σ. 390, σημ. 7. (α) Φοιτητές με απολυτήριο από το Α' Γυμνάσιο Αθηνών στα 1872-1879. (β) Φοιτητές με απολυτήριο από όλα τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους περί το 1888.

τις κοινωνικές κατηγορίες. Αντίθετα το πρώτο δείγμα περιλαμβάνει μόνο μαθητές από ένα Γυμνάσιο της πρωτεύουσας. Η γεωγραφική προέλευση των τελευταίων είναι ποικίλη, αφού δεν προέρχονται μόνο από την Αθήνα άλλα από όλον τον ελλαδικό χώρο και μάλιστα, σε ποσοστό γύρω στο 40%, από τον έξω

ελληνισμό (το αντίστοιχο ποσοστό στο δεύτερο δείγμα είναι 13,3%). Η αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος όμως από κοινωνική άποψη είναι μικρότερη, δεδομένου ότι οι μαθητές που έρχονταν να φοιτήσουν σε σχολεία της Αθήνας προέρχονταν μάλλον από ευκατάστατες οικογένειες. Ας δούμε ποιο είναι το

επάγγελμα του πατέρα που προκύπτει από τα δείγματά μας (Πίν. 29).

Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι και στα δύο δείγματα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ορφανών, προφανώς από πατέρα (26,2% και 22,1%). Το ποσοστό αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς αποτελεί μια κανονικότητα στον 19ο αιώνα. Σημειώνω, ενδεικτικά, ότι κατά τη στατιστική του πληθυσμού του 1879, το 14% των γυναικών ηλικίας 35-40 ετών ήταν χήρες, ενώ για τις ηλικίες των 40-45 ετών το ποσοστό ανέβαινε στο 23%8. Αν θεωρήσουμε ότι οι μητέρες

8. Βλ. Υπουργείον Εσωτερικών, Στατιστική της Ελλάδος, Πληθυσμός 1879, Αθήνα 1881, σ. 27.

Σελ. 391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/392.gif&w=600&h=915

ρες των μαθητών ανήκαν σ' αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες, δικαιολογείται η παρουσία του μεγάλου αριθμού ορφανών. Η επαγγελματική κατηγορία με το μεγαλύτερο ποσοστό στο δεύτερο πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι οι κτηματίες (26,1%). Ακολουθούν οι υπάλληλοι (δημόσιοι και ιδιωτικοί) με ποσοστό 13,7%, οι έμποροι με 13,3%, οι ελεύθεροι επαγγελματίες (δικηγόροι, γιατροί κλπ.) με 7,2% και οι κάθε είδους βιοτέχνες (ράφτες, ξυλουργοί, τέκτονες, υποδηματοποιοί, σιδηρουργοί κλπ.) με 6,7%9. Αρκετά διαφοροποιημένη είναι η εικόνα που μας δίνει το πρώτο δείγμα για ορισμένα επαγγέλματα: η εκπροσώπηση των κτηματιών είναι εδώ αρκετά χαμηλότερη, ενώ αντίθετα εμφανίζεται αυξημένο το ποσοστό των εμπόρων και των βιοτεχνών. Οι διαφορές αυ

τές οφείλονται, πιθανώς, στο ότι ένα σημαντικό μέρος των μαθητών του δείγματος αυτού προερχόταν από την περιοχή της πρωτεύουσας και άλλα αστικά κέντρα του εσωτερικού και εξωτερικού.

Ποια είναι η αξία της κτηματικής περιουσίας που δηλώνουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο οι φοιτητές-πρώην μαθητές του Γυμνασίου ; Το δεύτερο δείγμα δεν προσφέρεται για μια τέτοια σύγκριση, διότι οι μαθητές που περιλαμβάνονται σ' αυτό εγγράφονται στο Μητρώο του Πανεπιστημίου σε μια εποχή που η στήλη με την περιουσία είχε πάψει να συμπληρώνεται. Θα περιοριστούμε λοιπόν στο πρώτο. Από τους 393 φοιτητές του δείγματος αυτού δηλώνουν περιουσία κάτι περισσότερο από τους μισούς (210). Τις μεγαλύτερες περιουσίες δηλώνουν τα παιδιά των εμπόρων: 50.000 δρχ. κατά μέσον όρο. Τα παιδιά των κτηματιών δηλώνουν 46.000 δρχ., των ελεύθερων επαγγελματιών 45.000, των υπαλλήλων 34.000, των βιοτεχνών 20.000 και των γεωργών 12.000 δρχ. κατά μέσον όρο. Το δείγμα είναι βέβαια πολύ μικρό για να επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Διαπιστώνουμε όμως

9. Είναι αυτονόητο ότι η αντιπροσώπευση των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων διαφοροποιείται από τον ένα τόπο στον άλλο ανάλογα με τις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Στη Λακωνία, για παράδειγμα, μια περιοχή κατ' εξοχήν αγροτική, το μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών προέρχεται από αγροτικές οικογένειες. Έτσι, στο Γυμνάσιο της Σπάρτης στα χρόνια 1862-1892 οι μαθητές της Δ' τάξης (463), που γράφτηκαν στη μεγάλη τους πλειονότητα στο Πανεπιστήμιο, είναι σε ποσοστό 49,14% παιδιά κτηματιών και γεωργών, 13,1% παιδιά υπαλλήλων, 8,8% παιδιά εμπόρων και 7,7% παιδιά

ελεύθερων επαγγελματιών. Βλ. Πέπη Γαβαλά, Κοινωνία και εκπαίδευση, ό.π., σ. 203. Σε

ένα άλλο παράδειγμα, από το Ελληνικό σχολείο του Μεσολογγίου (1858), τις πρώτες θέσεις έχουν οι υπάλληλοι, οι κτηματίες και οι έμποροι. Βλ. Μαρία Μπακαδήμα-Ξούργια και Σωτηρία Τσατσά-Πατσουράκη (επιμ.), Μαθητολόγιον Ελληνικής Σχολής Μεσολογγίου-Παλαμαϊκής Σχολής, 1839-1860, ΓΑΚ/Αρχεία Ν. Αιτωλίας 3, Μεσολόγγι 1995, σ. 118-123.

Σελ. 392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/393.gif&w=600&h=915

και πάλι ότι οι παραπάνω αντιστοιχίες έχουν μια κάποια αντικειμενική βάση, πράγμα που επιβεβαιώνει την παρατήρηση ότι οι αξίες των περιουσιών που μας δίνει το Μητρώο του Πανεπιστημίου ως τάξεις μεγεθών έχουν κάτι να μας πουν για την κοινωνική συγκρότηση του φοιτητικού σώματος.

Ως προς την επιλογή των σχολών παρατηρούμε, με βάση το πρώτο δείγμα, ότι οι φοιτητές προτιμούν κυρίως τη σχολή που έχει στενότερη σχέση με το

επάγγελμα του πατέρα τους : τα παιδιά των δικηγόρων και των δικαστικών σπουδάζουν συνήθως στη Νομική, των γιατρών στην Ιατρική, των δασκάλων αλλά και των ιερέων στη Φιλοσοφική. Περισσότερο όμως η επιλογή της σχολής επηρεάζεται από την κοινωνική προέλευση των φοιτητών. Τα παιδιά των κτηματιών, των ελεύθερων επαγγελματιών, των υπαλλήλων και των εμπόρων μοιράζονται κυρίως ανάμεσα στην Ιατρική και τη Νομική, ενώ λίγοι είναι εκείνοι που πηγαίνουν στη Φιλοσοφική (19,5%). Αντίθετα τα παιδιά των βιοτεχνών, των κληρικών, των γεωργών και των αλιέων προτιμούν λιγότερο τη Νομική και περισσότερο την Ιατρική (48%) και τη Φιλοσοφική (36,4%).

Τα παραπάνω δείγματα είναι βέβαια πολύ μικρά. Επιτρέπουν ωστόσο, σε συνδυασμό και με τις δηλώσεις περιουσίας, κάποιες υποθέσεις για την επιλογή των σχολών και γενικότερα για την κοινωνική συγκρότηση του φοιτητικού σώματος. Σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι φοιτητές προέρχονται κυρίως από οικογένειες με μεσαία εισοδήματα, κάτι που αποτελεί άλλωστε τον κανόνα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες10. Τα παιδιά των κτηματιών11, των υπαλλήλων, καθώς και εκείνων που αντλούν πόρους από το εμπόριο και από

ελεύθερα επαγγέλματα είναι αυτά που συμμετέχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Στο Πανεπιστήμιο σπουδάζουν επίσης οι γόνοι της κοινωνικής και πνευματικής ελίτ της χώρας, αν και οι τελευταίοι

10. Για παράδειγμα, στην Πρωσία, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η πλειονότητα των φοιτητών προέρχεται από τη μεσαία τάξη, και ειδικότερα από οικογένειες υπαλλήλων, ελεύθερων επαγγελματιών, εμπόρων κλπ. Βλ. Konrad Η. Jarausch, «The Social Transformation of the University: the Case of Prussia 18651914», Journal of Social History 13, 1979, σ. 621. Πβ. Σπύρος Π. Ράσης, Τα Πανεπιστήμια χθες και σήμερα. Συμβολή στην Ιστορία της Εκπαίδευσης: Η Αγγλοσαξονική Εμπειρία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2004, σ. 203.

11. Υπενθυμίζουμε ότι ο όρος κτηματίες δεν δηλώνει υποχρεωτικά μόνο τους γαιοκτήμονες-εισοδηματίες αλλά και τους ιδιοκτήτες γής που ασχολούνται με τα κτήματα τους. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο/Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1986, σ. 357. Μπορεί επομένως η σχέση κτηματιών και γεωργών στα δείγματά μας να μην αποδίδει με

ακρίβεια την πραγματικότητα.

Σελ. 393
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 374
    

    κία του είναι απροσδιόριστη και η εξωτερική του εμφάνιση ασυνήθιστη. Τα χαρακτηριστικά αυτά τον καθιστούν συμπαθή στους καθηγητές και τους συμφοιτητές του, που τον αποκαλούν «παππού» η «πατέρα». Εκείνο που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον «αιώνιο» φοιτητή είναι η επιθυμία του να παρατείνει όσο γίνεται περισσότερο «τα αμέριμνα, τα πτερυγίζοντα και θροούντα έτη του φοιτητικού βίου»21. Μολονότι ξεκινά ως επιμελής φοιτητής, δεν ολοκληρώνει ποτέ τις σπουδές του, τρέφοντας «θανάσιμον απέχθειαν προς το εδώλιον των (...) εξετάσεων»22. Παραμένει «αιωνίως τελειόφοιτος», παρακολουθώντας με

    επιμέλεια τις παραδόσεις των καθηγητών, τους οποίους όμως θεωρεί υποδεέστερους από άλλους παλαιότερους που έχει γνωρίσει και των οποίων κρατά «ως τιμαλφή κειμήλια» τις αποδείξεις ακροάσεως23.

    ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΧΟΛΩΝ

    Εξετάζοντας παραπάνω συνολικά την κατανομή των φοιτητών στις διάφορες σχολές, επισημάναμε ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών φοιτητών ως προς την επιλογή της σχολής εγγραφής. Οι διαφοροποιήσεις

    μένον Επτανησιακόν Ημερολόγιον... του έτους 1913, έτος πρώτον, Αθήνα 1912, σ. 252· Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος, επιμ. Παν. Μουλλάς, Αθήνα, Ερμής, 1974, σ. 244245. Ο «ισόβιος» φοιτητής είναι ένα από τα πρόσωπα του θεατρικού έργου του Γρηγόριου Ξενόπουλου, Φοιτηταί. Τρεις πράξεις μ' επίλογο, Αθήνα 1919, που διαδραματίζεται την εποχή των Ορεστειακών. Μεσόκοπος στην ηλικία, σιτίζεται εκ περιτροπής από συμφοιτητές του, που τους αποκαλεί «η Δευτέρα μου», «η Τρίτη μου» κλπ. Δεν συμμετέχει στις διαδηλώσεις των φοιτητών για τη γλώσσα, θεωρώντας τον αγώνα τους ουτοπικό. Πβ. Αγγέλα Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας. Η αντίθεση των γενεών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Αθήνα, Καστανιώτης, 1995, σ. 147 κ.εξ.

    21. Α. Π. Κουρτίδης, «Επανέρχονται», Εστία 14,1882, σ. 619.

    22. Ιω. Πήλικας, ό.π., σ. 250.

    23. Τη διαχρονική σχέση του «αιώνιου φοιτητή» με το Πανεπιστήμιο και την ιστο

    ρία του εικονογραφεί ο Πήλικας με αφορμή έναν φοιτητή, τον οποίο γνώρισε, όπως λέει, στη δεκαετία του 1880 (όταν ήταν ήδη πάνω από 50 ετών) και τον είδε πάλι το 1912, στις γιορτές για τα εβδομηνταπεντάχρονα του Πανεπιστημίου : «κατά την μακροχρόνιον περίοδον της φοιτήσεως αυτού», γράφει, «εν τω πολυταράχω πάντοτε Πανεπιστημίω είδε ταραχάς και εορτάς, επαναστάσεις και πανηγύρεις, έλαβε μέρος εις τα Σκιαδικά, επρωτοστάτησεν εις ανατροπάς Θρόνων και αναρρήσεις Βασιλέων, εφόρεσε την στολήν της Πανεπιστημιακής Φάλαγγος, ήκουσε τον Βαλαωρίτην ν' απαγγέλλη το "Πώς μας θωρείς ακίνητος", έλαβε μέρος εις λαμπαδηφορίας επί τη ενηλικιώσει του Διαδόχου, και επί πλέον είδε να ανέλθωσι και εις τας καθηγητικάς έδρας οι πρώην συμφοιτηταί του, τους οποίους ευτύχησε να ακροασθή και αυτούς με Ιώβειον υπομονήν...» (Ιω. Πήλικας, ό.π., σ. 251).