Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 383-402 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/383.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

Η κοινωνική προέλευση των φοιτητών που σπουδάζουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο τον 19ο αιώνα αποτελεί ένα πρόβλημα, καθώς οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι λίγες και ανεπαρκείς. Ένα από τα βασικά στοιχεία για τη μελέτη του θέματος είναι το επάγγελμα του πατέρα. Το στοιχείο αυτό όμως, ενώ υπάρχει συνήθως στα Μητρώα των μαθητών της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης,

απουσιάζει από το Μητρώο φοιτητών του Πανεπιστημίου. Αντί γι' αυτό σημειώνεται , όπως είπαμε παραπάνω, η αξία της κτηματικής περιουσίας της οικογένειας του φοιτητή: ένα στοιχείο αρκετά επισφαλές, καθώς είναι δύσκολο να ελεγχθεί η αξιοπιστία του. Κατά πόσον οι φοιτητές δήλωναν την ακριβή αξία της οικογενειακής τους περιουσίας; Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δήλωση αυτή ήταν τυπική και ότι το Πανεπιστήμιο, απ' όσο ξέρουμε, δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι φοιτητές δεν είχαν λόγους να αποκρύψουν την πραγματικότητα. Το γεγονός όμως ότι η δήλωση δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί από τη γραμματεία του Πανεπιστημίου καθιστά πιθανή την υπόθεση ότι αρκετοί φοιτητές μπορεί για λόγους γοήτρου να δήλωναν περιουσία μεγαλύτερη από την πραγματική. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πιο σημαντικό ερώτημα: κατά πόσο οι φοιτητές ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή αξία της οικογενειακής περιουσίας τους. Πιθανώς

αρκετοί θα τη γνώριζαν η θα είχαν φροντίσει ίσως να τη μάθουν από τους δικούς τους πριν εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο· οι περισσότεροι όμως θα είχαν μάλλον μια γενική ιδέα γι' αυτήν, και επομένως τα ποσά που δήλωναν ήταν κατά προσέγγιση.

Μια πηγή η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί δειγματοληπτικά για τον

έλεγχο της αξιοπιστίας των δηλώσεων, των ημεδαπών φοιτητών βέβαια, είναι οι ονομαστικοί κατάλογοι των υποψήφιων ενόρκων που δημοσιεύονται κάθε χρόνο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, το επάγγελμα, η αξία της ακίνητης περιουσίας και το ετήσιο εισόδημα των ενορκων1.

1. Βλ. τη μελέτη του Γιώργου Ν. Μητροφάνη, «Οι αιρέσιμοι πολίτες. Ποσοτική

Σελ. 383
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/384.gif&w=600&h=915

Συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να αναζητηθούν στους καταλόγους των υποψήφιων ενόρκων γονείς φοιτητών και να ελεγχθεί αν τα περιουσιακά στοιχεία που δηλώνουν αντιστοιχούν με εκείνα που δηλώνουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο. Ο έλεγχος αυτός όμως δεν είναι εύκολος ούτε ασφαλής: υπάρχει ο κίνδυνος να παρασυρθεί κανείς από συνωνυμίες σε λανθασμένες ταυτίσεις ονομάτων. Παρά ταύτα, επιχείρησα δειγματοληπτικά μια τέτοια έρευνα, επιλέγοντας τυχαία τον κατάλογο υποψήφιων ενόρκων του νομού Αρκαδίας του

έτους I8602. Από τη σχετική ερευνά διαπίστωσα ότι υπάρχει μια σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων που δίνουν οι δύο πηγές : η αξία της κτηματικής περιουσίας που δηλώνουν οι φοιτητές στο Μητρώο κατά κανόνα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που δηλώνει ο ένορκος πατέρας τους. Ανάλογα αποτελέσματα προέκυψαν και από τη μελέτη του καταλόγου ενόρκων από την Αθήνα το έτος 1879: οι φοιτητές δηλώνουν και εδώ μεγαλύτερη περιουσία από τον πατέρα τους, συμβαίνει μάλιστα αδέλφια που γράφονται στο Πανεπιστήμιο με σχετικά μικρή χρονική απόσταση να δηλώνουν αρκετά διαφορετική περιουσία. Βέβαια, τα δείγματα είναι μικρά και περιορισμένα χρονικά, ενώ υπάρχει και το ενδεχόμενο οι ταυτίσεις να μην είναι πάντοτε ακριβείς. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η αξία της περιουσίας που δήλωναν οι ένορκοι ήταν συνήθως χαμηλότερη από την πραγματική, επειδή υπήρχε ο φόβος μιας δυνητικής φορολογίας με βάση την περιουσία. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, οι αποκλίσεις είναι μεγάλες και μας υποχρεώνουν να είμαστε επιφυλακτικοί για την αξιοπιστία των στοιχείων που δηλώνουν οι φοιτητές.

Εκτός από τα παραπάνω, υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, αυτό της αξιολόγησης και χρησιμοποίησης των σχετικών στοιχείων. Τί σημαίνει, για παράδειγμα, η δήλωση ενός φοιτητή ότι η οικογένειά του έχει κτηματική περιουσία αξίας 15 χιλιάδων δραχμών το 1850; Η δήλωση αυτή αφήνει ανοιχτά πολλά

ερωτήματα: δεν μας λέει από τί είδους ακίνητα αποτελείται η περιουσία (χωράφια, αμπέλια, οικοδομές;), ποιές είναι οι πρόσοδοι της οικογένειας απ' αυτήν και αν τα εισοδήματά της προέρχονται μόνο από ακίνητη περιουσία η και από άλλες πηγές. Μια αστική οικογένεια, για παράδειγμα, μπορεί να διέθετε μικρή κτηματική περιουσία, αλλά να αντλούσε ένα σημαντικό μέρος των εισοδημάτων της από άλλες πηγές : από ένα βιοτεχνικό επιτήδευμα, από το εμπόριο η από υπηρεσίες.

προσέγγιση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στην Ελλάδα του 1860», Μνήμων 18, 1996, σ. 23-60.

2. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα, 5 Οκτ. 1860, σ. 72-83.

Σελ. 384
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/385.gif&w=600&h=915

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η δήλωση της αξίας της κτηματικής περιουσίας είναι ένα στοιχείο ανεπαρκές για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας ενός φοιτητή. Και γιατί η αξιοπιστία του δεν είναι ελέγξιμη, άλλα και γιατί δεν μας διαφωτίζει για τα πραγματικά εισοδήματα της οικογένειας. Το μόνο που μας προσφέρει, τελικά, είναι η δυνατότητα να κάνουμε κάποιες συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων μεγεθών περιουσίας και να δούμε τί είδους πληροφορίες αποδεσμεύονται απ' αυτές .Ας ξεκινήσουμε από την ταξινόμηση των περιουσιακών μεγεθών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 27 Άξια οικογενειακής κτηματικής περιουσίας φοιτητών

Περιουσία

Αριθμός φοιτητών

Σύνολο

α

β

α+β

(χιλ. δρχ.)

1837-46

1847-56

1857-66

1867-76

1877-86

(%)

(%)

(%)

1-5

133

348

233

262

306

1.282

13,9

16,4

14,6

6-10

82

285

329

445

576

1.717

20,0

18,6

19,6

11-20

64

228

285

506

634

1.717

21,4

14,9

19,6

21-50

68

191

281

510

1.007

2.057

24,6

20,6

23,5

51-100

41

96

157

268

428

990

11,8

10,0

11,3

101-200

8

25

37

61

118

249

2,7

3,1

2,9

201-300

4

13

19

19

38

93

1,0

1,3

1,1

301-500

4

4

4

13

30

55

0,6

0,6

0,6

501-

2

3

1

8

6

20

0,4

0,2

ακτήμονες

129

252

194

575

3,6

14,5

6,6

Σύνολο

535

1.445

1.540

2.092

3.143

8.755

100

100

100

Δεν δηλώνουν

54

102

732

1.096

2.757

4.741

Πηγή: βλ. Πίν. 8. α=ημεδαποί, β=άλλοδαποί.

Πηγή: βλ. Πίν. 8. α=ημεδαποί, β=άλλοδαποί.

Ο Πίν. 27 περιέχει τις δηλώσεις περιουσίας των φοιτητών από το 1837 ως το 1886 και όχι ως το 1890, και τούτο γιατί οι δηλώσεις μετά το 1886 αραιώνουν πολύ και το 1888 σταματούν τελείως. Αλλά και στην περίοδο 1837-1886 η πυκνότητά τους παρουσιάζει διακυμάνσεις. Έτσι, ενώ στις δύο πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου η σχετική στήλη συμπληρώνεται από το 91% και 93,5%, αντίστοιχα, των φοιτητών, στις επόμενες τρεις το ποσοστό μειώνεται σταδιακά στο 68%-53%. Η καθοδική αυτή τάση δείχνει ότι οι φοιτητές δεν ήταν πάντα πρόθυμοι ή έτοιμοι να κάνουν τη σχετική δήλωση, αλλά και ότι η γραμματεία του Πανεπιστημίου δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο στοιχείο αυτό

Σελ. 385
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/386.gif&w=600&h=915

το. Οι δηλώσεις των περιουσιών κατατάχθηκαν στον Πίν. 27 σε δέκα κατηγορίες3. Η τελευταία περιλαμβάνει εκείνους που δηλώνουν ότι είναι «ακτήμονες» η «άποροι». Τέτοιες δηλώσεις υπάρχουν ως τις αρχές της δεκαετίας του I860· στα επόμενα χρόνια εξαφανίζονται. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι παύει να υπάρχει η κατηγορία αυτή. Απλώς οι ακτήμονες είτε δεν κάνουν καθόλου δήλωση, είτε αυτή δεν καταγράφεται στο Μητρώο.

Στον Πίν. 27 αντιπροσωπεύεται μια ποικιλία μεγεθών, που αρχίζει από μερικές εκατοντάδες δραχμών και φτάνει σε λίγες περιπτώσεις ως το εκατομμύριο. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση (80%) παρατηρείται στις περιουσίες

αξίας έως 50.000 δρχ. Η κατηγορία των 51-100.000 δρχ. συγκεντρώνει το 11%, ενώ πολύ μικρό είναι το ποσοστό των ανώτερων περιουσιακών κατηγοριών, όπου αντιπροσωπεύονται κυρίως φοιτητές από περιοχές με μεγάλες ιδιοκτησίες, όπως τα Επτάνησα. Η κατώτερη κατηγορία, των χωρίς περιουσία ή άπορων φοιτητών, συγκεντρώνει σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε ένα ποσοστό γύρω στο 6,5%. Υπάρχουν όμως κάποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών φοιτητών. Οι τελευταίοι κάνουν σε μικρότερο ποσοστό δήλωση περιουσίας και δηλώνουν γενικά χαμηλότερα ποσά από τους ημεδαπούς. Έτσι, οι ημεδαποί που δηλώνουν περιουσία αξίας μεταξύ 6 και 100.000 δρχ. αποτελούν το 77,8%, ενώ οι αλλοδαποί το 64%. Αντίθετα, υψη

λότερο είναι το ποσοστό των αλλοδαπών που ανήκουν στην κατώτερη περιουσιακή κατηγορία (1-5.000 δρχ.) και μάλιστα σ' αυτή των ακτημόνων.

Είναι αυτονόητο ότι τα ποσά αυτά από μόνα τους δεν λένε πολλά πράγματα. Για να τα αξιολογήσουμε θα έπρεπε να ξέρουμε, τουλάχιστο, ποιά είναι η σύνθεση και κατανομή της ακίνητης περιουσίας στον 19ο αιώνα. Οι σχετικές πληροφορίες όμως είναι ελλιπέστατες. Μια σχετική βοήθεια μας προσφέρει μια πρόσφατη μελέτη που έχει στηριχθεί σε παρεμφερές υλικό: στην αξία της ακίνητης περιουσίας που δίνουν οι κατάλογοι των υποψήφιων

ενόρκων της ελληνικής επικράτειας του έτους I8604. Θυμίζω ότι ένα από τα κριτήρια επιλογής των υποψήφιων ενόρκων ήταν να έχουν ακίνητη περιουσία

αξίας άνω των 5.000 δρχ. και σε ορισμένες περιπτώσεις χαμηλότερη. Στην παραπάνω μελέτη οι αξίες της ακίνητης περιουσίας των υποψήφιων ενόρκων κα-

3. Τα ποσά που λήγουν σε εκατοντάδες στρογγυλεύτηκαν προς τα πάνω η προς τα κάτω, ανάλογα με το αν οι εκατοντάδες είναι λιγότερες η περισσότερες από πέντε (π.χ. 4.100-4.400=4.000, 4.500-4.900=5.000 κ.ο.κ.). Στην κατώτερη κατηγορία των 1.0005.000 δρχ. περιλαμβάνονται και γύρω στις 50 δηλώσεις περιουσίας αξίας 200-800 δρχ.

4. Γιώργος Μητροφάνης ό.π.

Σελ. 386
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/387.gif&w=600&h=915

κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες: κατώτερη 500-4.999 δρχ., ενδιάμεση 5.00012.499 και ανώτερη 12.500-500.000 δρχ. Από τις κατηγορίες αυτές η κατώτερη συγκεντρώνει το 4,34% των περιπτώσεων, η ενδιάμεση το 75,16% και η

ανώτερη το 20,5%.

Αν συγκρίνουμε τα ποσοστά αυτά με εκείνα που μας δίνει το Μητρώο, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μεταξύ τους μεγάλη απόκλιση. Ενώ σε επίπεδο

ενόρκων το μεγαλύτερο ποσοστό αξιών ακίνητης περιουσίας συγκεντρώνεται στην ενδιάμεση κατηγορία των 5.000-12.499 δρχ. (75,16%), σε επίπεδο φοιτητών (ημεδαπών, που δηλώνουν περιουσία), η κατηγορία των 6.000-12.000 δρχ. συγκεντρώνει γύρω στα 1860 (1859-1861) μόνο το 20%. Αντίθετα, σε

επίπεδο φοιτητών αντιπροσωπεύονται με πολύ μεγαλύτερα ποσοστά οι κατώτερες και ανώτερες περιουσιακές κατηγορίες. Έτσι, ενώ στους ενόρκους η χαμηλότερη κατηγορία (500-4.999 δρχ.) και η ανώτερη (12.500 δρχ. και άνω) συγκεντρώνουν το 4,34% και 20,5%, στους φοιτητές τα αντίστοιχα ποσοστά (για τις κατηγορίες κάτω από 5.000 δρχ. και πάνω από 13.000 δρχ.) είναι 13,7% και 48,3%. Το υπόλοιπο 18% ανήκει στην κατηγορία των απόρων ή

ακτημόνων.

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, οι διαφορές είναι μεγάλες. Βέβαια, τα δεδομένα των δύο πηγών δεν είναι ανάλογα, καθώς οι κατάλογοι των υποψήφιων ενόρκων περιέχουν άτομα που ανήκουν, κυρίως, σε κοινωνικά στρώματα μέσης και ανώτερης κατηγορίας, ενώ το Μητρώο φοιτητών έχει ευρύτερη βάση. Αντιπροσωπεύονται, δηλαδή, εδώ όχι μόνο νέοι που προέρχονται απ' αυτά τα στρώματα, αλλά και νέοι από οικογένειες μικροϊδιοκτητών και ακτημόνων, οι πατέρες των οποίων αποκλείονται από τους καταλόγους των υποψήφιων ενόρκων. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό που εμφανίζουν, σε επίπεδο φοιτητών, τα κατώτερα περιουσιακά μεγέθη.

Προβληματική όμως είναι η διαφορά που παρατηρείται στις μεσαίες και

ανώτερες κατηγορίες. Το ότι, δηλαδή, οι φοιτητές εμφανίζονται να προέρχονται σε πολύ μικρότερο ποσοστό, σε σύγκριση με τους ενόρκους, από οικογένειες με μεσαίες περιουσίες και σε σαφώς μεγαλύτερο ποσοστό από οικογένειες με υψηλές περιουσίες. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η διαφορά αυτή μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, αν διατηρήσουμε την παραπάνω κατηγοριοποίηση και κάνουμε μια τομή στο έτος 1860, θα διαπιστώσουμε ότι το ποσοστό των περιουσιών αξίας 13.000 δρχ. και άνω που δηλώνουν οι φοιτητές αυξάνεται από 38,1% που ήταν στα χρόνια 1837-1860 σε 67,6% στα χρόνια 1861-1886. Η άνοδος αυτή συνοδεύεται βέβαια από ανάλογη μείωση του ποσοστού των κατώτερων και μεσαίων κατηγοριών. Είναι δύσκολο να

Σελ. 387
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/388.gif&w=600&h=915

πούμε αν η παραπάνω αύξηση αντανακλά μια ανάλογη αύξηση στις τιμές της

ακίνητης περιουσίας η αν δηλώνει κάτι και για την κοινωνική προέλευση των φοιτητών. Ίσως η άνοδος των μεγάλων μεγεθών να επηρεάζεται και από την τάση των φοιτητών να διογκώνουν την αξία της κτηματικής περιουσίας της οικογένειάς τους, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.

ΠΙΝΑΚΑΣ 28

Αξία οικογενειακής κτηματικής περιουσίας φοιτητών κατά σχολές

(1837-1886)

Περιουσία

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφ.

— Σύνολο

(χιλ. δρχ.)

1-5

34

434

463

351

1.282

6-10

31

700

615

371

1.717

11-20

17

789

641

270

1.717

21-50

13

1.129

672

243

2.057

51-100

5

611

278

96

990

101-200

160

71

18

249

201-300

72

17

4

93

301-500

39

12

4

55

501-

12

7

1

20

ακτήμονες

72

175

159

169

575

Σύνολο

172

4.121

2.935

1.527

8.755

Δεν δηλώνουν

220

1.961

1.413

1.136

11 4.741

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Πηγή: βλ. Πίν. 8.

Με βάση τα παραπάνω, η αξία της κτηματικής περιουσίας δεν προσφέρεται για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την κοινωνική προέλευση των φοιτητών. Σε ένα άλλο επίπεδο όμως, αυτό της σχέσης μεταξύ των διαφόρων μεγεθών, οι περιουσιακές δηλώσεις αποδεσμεύουν κάποιες χρήσιμες πληροφορίες. Ειδικότερα, δείχνουν ότι η αξία της κτηματικής περιουσίας που δηλώνουν οι φοιτητές βρίσκεται σε συνάρτηση με τις σχολές που

επιλέγουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεολογικής Σχολής. Όπως φαίνεται στον Πίν. 28, το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών της Θεολογικής δεν δηλώνει περιουσία, ενώ από εκείνους που δηλώνουν οι περισσότεροι (79,7%) ανήκουν στις κατώτερες περιουσιακές κατηγορίες (έως 10.000 δρχ.) και σ' αυτήν των ακτημόνων. Σχετικά με-

Σελ. 388
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/389.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερες είναι οι περιουσίες που δηλώνουν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής. Οι ακτήμονες περιορίζονται εδώ στο 11%, υπάρχει όμως από την άλλη μεριά μια σημαντική συγκέντρωση στις κατηγορίες των 1.000-10.000 δρχ. που φτάνει στο 47,3%. Χαμηλή, αντίθετα, είναι η αντιπροσώπευση των υψηλών περιουσιακών κατηγοριών.

Σε αντίθεση με τους φοιτητές της Θεολογικής και της Φιλοσοφικής, οι συνάδελφοι τους της Νομικής, κυρίως, αλλά και της Ιατρικής δηλώνουν σαφώς μεγαλύτερες περιουσίες. Και στη μία και στην άλλη σχολή οι ακτήμονες είναι λίγοι (4,2% και 5,4%, αντίστοιχα), ενώ χαμηλότερη είναι εδώ και η αντιπροσώπευση των κατώτερων περιουσιακών μεγεθών. Στη Νομική οι φοιτητές με περιουσία έως 10.000 δρχ. αποτελούν το 27,5%, αντί 47,3% που είναι στη Φιλοσοφική, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιατρική είναι 36,7%. Εκεί που διαφέρουν περισσότερο όμως οι τρεις σχολές είναι στα ανώτερα περιουσιακά μεγέθη. Έτσι, στο επίπεδο των 51.000 δρχ. και πάνω η Νομική έχει ποσοστό 21,7%,η Ιατρική 13,1%, ενώ η Φιλοσοφική μόνο 8%. Το προβάδισμα της Νομικής μεγαλώνει περισσότερο όσο αυξάνονται τα περιουσιακά μεγέθη.

Οι σχέσεις αυτές δεν φαίνεται να είναι συμπτωματικές. Παρότι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την πραγματική σημασία των ποσοτικών μεγεθών, οι παραπάνω διαφοροποιήσεις αντανακλούν μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές και επιβιώνει και σε πολύ μεταγενέστερα χρόνια: ότι οι φοιτητές της Νομικής, κυρίως, αλλά και της Ιατρικής, προέρχονταν σε ικανό ποσοστό από ευκατάστατες οικογένειες. Αντίθετα, οι φοιτητές της Θεολογικής -πολλοί από τους οποίους ήταν μοναχοί- όπως και της Φιλοσοφικής, στην πλειονότητά τους προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Αναφερόμενος το 1860 ένας πανεπιστημιακός καθηγητής στην οικονομική κατάσταση των φοιτητών, γράφει ότι «ολίγοι και μάλιστα οι απορώτεροι των φοιτητών εγγράφονται ως επί το πλείστον εις την θεολογικήν και την φιλοσοφικήν Σχολήν, οι δε πλείστοι, και μάλιστα οι τα μέσα έχοντες, εις την ιατρικήν και την νομικήν»5. Διαπιστώσεις όπως αυτή, συνοδευόμενες συχνά και από προτάσεις για τη λήψη κάποιων ανακουφιστικών μέτρων υπέρ των φτωχών φοιτητών της Φιλοσοφικής και Θεολογικής (χορήγηση υποτροφιών κλπ.)6,

5. Περί του νέου Κανονισμού του Πανεπιστημίου και της τύχης των εν Ελλάδι διδασκόντων κρίσεις τινές, Αθήνα 1860, σ. 54.

6. Το 1860 ο πρύτανης Β. Οικονομίδης θεωρεί ότι «συμφέρει» οι υποτροφίες να δίνονται κυρίως σε φτωχούς φοιτητές της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής και όχι της Νομικής και της Ιατρικής. Β. Οικονομίδης-Α. Πάλλης, Λόγοι, 1860, σ. 6. Πβ. εδώ, α. 247-248.

Σελ. 389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/390.gif&w=600&h=915

είναι συνηθισμένες και αντανακλούν ασφαλώς μια πραγματικότητα η οποία αναπαράγεται και στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στην επιλογή των σχολών με βάση την περιουσία δείχνουν ότι οι περιουσιακές δηλώσεις των φοιτητών έχουν ως τάξεις μεγεθών μια λογική βάση. Παρά ταύτα, για τους λόγους που αναφέραμε, δύσκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την κατάσταση των οικογενειών των φοιτητών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μόνο αν είχαμε παράλληλα με τις δηλώσεις και το οικογενειακό εισόδημα ή έστω το επάγγελμα του πατέρα. Από τα δύο αυτά στοιχεία εκείνο που μπορεί να εντοπιστεί ευκολότερα είναι το δεύτερο, μέσω της αναγωγής από το Μητρώο του Πανεπιστημίου στα Μητρώα των Γυμνασίων και της αναζήτησης στα τελευταία του επαγγέλματος του πατέρα των μαθητών που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο. Εννοείται ότι η πηγή αυτή δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των φοιτητών (ημεδαπών και αλλοδαπών), ούτε ολόκληρη τη χρονική περίοδο που μελετούμε, καθώς δεν υπάρχει πλήρης σειρά γυμνασιακών Μητρώων. Ακολουθώντας την παραπάνω μέθοδο, αποδελτίωσα δειγματοληπτικά από το Μητρώο του Α' Γυμνασίου Αθηνών το επάγγελμα του πατέρα 393 μαθητών οι οποίοι αποφοίτησαν στα χρόνια 1872-1879 και γράφτηκαν κατόπιν στο Πανεπιστήμιο. Επίσης, για να έχουμε μια κάπως συνολικότερη εικόνα, αποδελτίωσα και τους καταλόγους των μαθητών που αποφοίτησαν το 1888 η λίγο αργότερα από όλα τα Γυμνάσια της χώρας και γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο7. Το δεύτερο δείγμα περιλαμβάνει 637 μαθητές. Τα αποτελέσματα της επεξεργασίας φαίνονται στον πίνακα που ακολουθεί.

Από τα δύο δείγματα πιο αντιπροσωπευτικό από γεωγραφική αλλά και κοινωνική άποψη είναι το δεύτερο, καθώς περιλαμβάνει μαθητές που προέρχονται από όλα τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους και εκπροσωπούν όλες

7. Για τους απολυτηριούχους μαθητές του Α' Γυμνασίου Αθηνών χρησιμοποίησα το «Βιβλίον πιστοποιητικών σπουδής» των ετών 1872 κ.εξ., που σώζεται στο αρχείο του Γυμνασίου, ενώ για τους υπόλοιπους έναν έντυπο κατάλογο (χωρίς εξώφυλλο) που βρίσκεται στα ΓΑΚ (αταξινόμητα) και περιέχει τα ονόματα των προβιβασθέντων από κάθε τάξη, μετεξεταστέων και απολυθέντων μαθητών των Γυμνασίων όλης της χώρας κατά το σχολικό έτος 1887-1888. Ύπάρχουν, απ' όσο ξέρω, τρεις ακόμη τέτοιοι κατάλογοι, των

ετών 1883/4,1886/7 και 1890/1-1891/2. Ο πρώτος μνημονεύεται στο Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας 2, 1885, σ. 191 (Έλεγχος των απολυθέντων, προβιβασθέντων και μετεξεταστέων κριθέντων μαθητών των γυμνασίων εν ταις γενικαίς εξετάσεσι του σχολικού

έτους 1883-1884, Αθήνα 1884), ο δεύτερος υπάρχει στη Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου της Σύρου (Έλεγχος των προβιβασθέντων και των απολυθέντων μαθητών των γυμνασίων κατά το σχολικόν έτος 1886-87, Αθήνα 1887), ενώ ο τρίτος στα ΓΑΚ (αταξινόμητα).

Σελ. 390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/391.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 29

Επάγγελμα πατέρα δείγματος φοιτητών (1872-1879, 1888)

Επάγγελμα πατέρα δείγματος φοιτητών (1872-1879, 1888)

Επάγγελμα πατέρα

(α)

(β)

κτηματίες

65

166

γεωργοί, ποιμένες

10

21

αλιείς

5

βιοτέχνες

30

43

έμποροι

75

85

υπάλληλοι (δημόσιοι, ιδιωτικοί)

52

87

ελεύθεροι επαγγελματίες

25

46

ναυτικοί/μεταφορείς

6

11

ιερείς

13

22

διάφοροι

6

5

ορφανοί

103

141

δεν δηλώνουν

3

10

Σύνολο

393

637

Πηγή: βλ. σ. 390, σημ. 7. (α) Φοιτητές με απολυτήριο από το Α' Γυμνάσιο Αθηνών στα 1872-1879. (β) Φοιτητές με απολυτήριο από όλα τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους περί το 1888.

Πηγή: βλ. σ. 390, σημ. 7. (α) Φοιτητές με απολυτήριο από το Α' Γυμνάσιο Αθηνών στα 1872-1879. (β) Φοιτητές με απολυτήριο από όλα τα Γυμνάσια του ελληνικού κράτους περί το 1888.

τις κοινωνικές κατηγορίες. Αντίθετα το πρώτο δείγμα περιλαμβάνει μόνο μαθητές από ένα Γυμνάσιο της πρωτεύουσας. Η γεωγραφική προέλευση των τελευταίων είναι ποικίλη, αφού δεν προέρχονται μόνο από την Αθήνα άλλα από όλον τον ελλαδικό χώρο και μάλιστα, σε ποσοστό γύρω στο 40%, από τον έξω

ελληνισμό (το αντίστοιχο ποσοστό στο δεύτερο δείγμα είναι 13,3%). Η αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος όμως από κοινωνική άποψη είναι μικρότερη, δεδομένου ότι οι μαθητές που έρχονταν να φοιτήσουν σε σχολεία της Αθήνας προέρχονταν μάλλον από ευκατάστατες οικογένειες. Ας δούμε ποιο είναι το

επάγγελμα του πατέρα που προκύπτει από τα δείγματά μας (Πίν. 29).

Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι και στα δύο δείγματα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ορφανών, προφανώς από πατέρα (26,2% και 22,1%). Το ποσοστό αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς αποτελεί μια κανονικότητα στον 19ο αιώνα. Σημειώνω, ενδεικτικά, ότι κατά τη στατιστική του πληθυσμού του 1879, το 14% των γυναικών ηλικίας 35-40 ετών ήταν χήρες, ενώ για τις ηλικίες των 40-45 ετών το ποσοστό ανέβαινε στο 23%8. Αν θεωρήσουμε ότι οι μητέρες

8. Βλ. Υπουργείον Εσωτερικών, Στατιστική της Ελλάδος, Πληθυσμός 1879, Αθήνα 1881, σ. 27.

Σελ. 391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/392.gif&w=600&h=915

ρες των μαθητών ανήκαν σ' αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες, δικαιολογείται η παρουσία του μεγάλου αριθμού ορφανών. Η επαγγελματική κατηγορία με το μεγαλύτερο ποσοστό στο δεύτερο πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι οι κτηματίες (26,1%). Ακολουθούν οι υπάλληλοι (δημόσιοι και ιδιωτικοί) με ποσοστό 13,7%, οι έμποροι με 13,3%, οι ελεύθεροι επαγγελματίες (δικηγόροι, γιατροί κλπ.) με 7,2% και οι κάθε είδους βιοτέχνες (ράφτες, ξυλουργοί, τέκτονες, υποδηματοποιοί, σιδηρουργοί κλπ.) με 6,7%9. Αρκετά διαφοροποιημένη είναι η εικόνα που μας δίνει το πρώτο δείγμα για ορισμένα επαγγέλματα: η εκπροσώπηση των κτηματιών είναι εδώ αρκετά χαμηλότερη, ενώ αντίθετα εμφανίζεται αυξημένο το ποσοστό των εμπόρων και των βιοτεχνών. Οι διαφορές αυ

τές οφείλονται, πιθανώς, στο ότι ένα σημαντικό μέρος των μαθητών του δείγματος αυτού προερχόταν από την περιοχή της πρωτεύουσας και άλλα αστικά κέντρα του εσωτερικού και εξωτερικού.

Ποια είναι η αξία της κτηματικής περιουσίας που δηλώνουν κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο οι φοιτητές-πρώην μαθητές του Γυμνασίου ; Το δεύτερο δείγμα δεν προσφέρεται για μια τέτοια σύγκριση, διότι οι μαθητές που περιλαμβάνονται σ' αυτό εγγράφονται στο Μητρώο του Πανεπιστημίου σε μια εποχή που η στήλη με την περιουσία είχε πάψει να συμπληρώνεται. Θα περιοριστούμε λοιπόν στο πρώτο. Από τους 393 φοιτητές του δείγματος αυτού δηλώνουν περιουσία κάτι περισσότερο από τους μισούς (210). Τις μεγαλύτερες περιουσίες δηλώνουν τα παιδιά των εμπόρων: 50.000 δρχ. κατά μέσον όρο. Τα παιδιά των κτηματιών δηλώνουν 46.000 δρχ., των ελεύθερων επαγγελματιών 45.000, των υπαλλήλων 34.000, των βιοτεχνών 20.000 και των γεωργών 12.000 δρχ. κατά μέσον όρο. Το δείγμα είναι βέβαια πολύ μικρό για να επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Διαπιστώνουμε όμως

9. Είναι αυτονόητο ότι η αντιπροσώπευση των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων διαφοροποιείται από τον ένα τόπο στον άλλο ανάλογα με τις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Στη Λακωνία, για παράδειγμα, μια περιοχή κατ' εξοχήν αγροτική, το μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών προέρχεται από αγροτικές οικογένειες. Έτσι, στο Γυμνάσιο της Σπάρτης στα χρόνια 1862-1892 οι μαθητές της Δ' τάξης (463), που γράφτηκαν στη μεγάλη τους πλειονότητα στο Πανεπιστήμιο, είναι σε ποσοστό 49,14% παιδιά κτηματιών και γεωργών, 13,1% παιδιά υπαλλήλων, 8,8% παιδιά εμπόρων και 7,7% παιδιά

ελεύθερων επαγγελματιών. Βλ. Πέπη Γαβαλά, Κοινωνία και εκπαίδευση, ό.π., σ. 203. Σε

ένα άλλο παράδειγμα, από το Ελληνικό σχολείο του Μεσολογγίου (1858), τις πρώτες θέσεις έχουν οι υπάλληλοι, οι κτηματίες και οι έμποροι. Βλ. Μαρία Μπακαδήμα-Ξούργια και Σωτηρία Τσατσά-Πατσουράκη (επιμ.), Μαθητολόγιον Ελληνικής Σχολής Μεσολογγίου-Παλαμαϊκής Σχολής, 1839-1860, ΓΑΚ/Αρχεία Ν. Αιτωλίας 3, Μεσολόγγι 1995, σ. 118-123.

Σελ. 392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/393.gif&w=600&h=915

και πάλι ότι οι παραπάνω αντιστοιχίες έχουν μια κάποια αντικειμενική βάση, πράγμα που επιβεβαιώνει την παρατήρηση ότι οι αξίες των περιουσιών που μας δίνει το Μητρώο του Πανεπιστημίου ως τάξεις μεγεθών έχουν κάτι να μας πουν για την κοινωνική συγκρότηση του φοιτητικού σώματος.

Ως προς την επιλογή των σχολών παρατηρούμε, με βάση το πρώτο δείγμα, ότι οι φοιτητές προτιμούν κυρίως τη σχολή που έχει στενότερη σχέση με το

επάγγελμα του πατέρα τους : τα παιδιά των δικηγόρων και των δικαστικών σπουδάζουν συνήθως στη Νομική, των γιατρών στην Ιατρική, των δασκάλων αλλά και των ιερέων στη Φιλοσοφική. Περισσότερο όμως η επιλογή της σχολής επηρεάζεται από την κοινωνική προέλευση των φοιτητών. Τα παιδιά των κτηματιών, των ελεύθερων επαγγελματιών, των υπαλλήλων και των εμπόρων μοιράζονται κυρίως ανάμεσα στην Ιατρική και τη Νομική, ενώ λίγοι είναι εκείνοι που πηγαίνουν στη Φιλοσοφική (19,5%). Αντίθετα τα παιδιά των βιοτεχνών, των κληρικών, των γεωργών και των αλιέων προτιμούν λιγότερο τη Νομική και περισσότερο την Ιατρική (48%) και τη Φιλοσοφική (36,4%).

Τα παραπάνω δείγματα είναι βέβαια πολύ μικρά. Επιτρέπουν ωστόσο, σε συνδυασμό και με τις δηλώσεις περιουσίας, κάποιες υποθέσεις για την επιλογή των σχολών και γενικότερα για την κοινωνική συγκρότηση του φοιτητικού σώματος. Σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι φοιτητές προέρχονται κυρίως από οικογένειες με μεσαία εισοδήματα, κάτι που αποτελεί άλλωστε τον κανόνα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες10. Τα παιδιά των κτηματιών11, των υπαλλήλων, καθώς και εκείνων που αντλούν πόρους από το εμπόριο και από

ελεύθερα επαγγέλματα είναι αυτά που συμμετέχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Στο Πανεπιστήμιο σπουδάζουν επίσης οι γόνοι της κοινωνικής και πνευματικής ελίτ της χώρας, αν και οι τελευταίοι

10. Για παράδειγμα, στην Πρωσία, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η πλειονότητα των φοιτητών προέρχεται από τη μεσαία τάξη, και ειδικότερα από οικογένειες υπαλλήλων, ελεύθερων επαγγελματιών, εμπόρων κλπ. Βλ. Konrad Η. Jarausch, «The Social Transformation of the University: the Case of Prussia 18651914», Journal of Social History 13, 1979, σ. 621. Πβ. Σπύρος Π. Ράσης, Τα Πανεπιστήμια χθες και σήμερα. Συμβολή στην Ιστορία της Εκπαίδευσης: Η Αγγλοσαξονική Εμπειρία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2004, σ. 203.

11. Υπενθυμίζουμε ότι ο όρος κτηματίες δεν δηλώνει υποχρεωτικά μόνο τους γαιοκτήμονες-εισοδηματίες αλλά και τους ιδιοκτήτες γής που ασχολούνται με τα κτήματα τους. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο/Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1986, σ. 357. Μπορεί επομένως η σχέση κτηματιών και γεωργών στα δείγματά μας να μην αποδίδει με

ακρίβεια την πραγματικότητα.

Σελ. 393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/394.gif&w=600&h=915

προτιμούσαν συχνά άλλα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια12. Αντίθετα, πολύ μικρή φαίνεται να είναι η εκπροσώπηση στο Πανεπιστήμιο παιδιών από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, όπως οι γεωργοί η οι ποιμένες, και μηδενική σχεδόν η

εκπροσώπηση των εργατών. Οι σχέσεις αυτές είναι δυσανάλογες προς τον βαθμό αντιπροσώπευσης των κατώτερων και των μεσαίων στρωμάτων σε εθνικό επίπεδο. Αν κάνουμε μια πρόχειρη αναγωγή στη στατιστική του πληθυσμού του 187913, θα διαπιστώσουμε ότι τα κατώτερα στρώματα αντιπροσωπεύονται στο Πανεπιστήμιο πολύ λιγότερο απ' ό,τι σε εθνικό επίπεδο, ενώ το αντίθετο ισχύει για τα μεσαία στρώματα. Μολονότι μια τέτοια άμεση αναγωγή είναι παρακινδυνευμένη, οι αποκλίσεις όμως είναι αρκετά μεγάλες για να αλλάξουν τα τελικά συμπεράσματα.

Οι αιτίες της χαμηλής αντιπροσώπευσης στο Πανεπιστήμιο των κατώτερων στρωμάτων δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτούν. Μολονότι τα καθαυτό έξοδα σπουδών δεν ήταν πολλά, αφού ως τα τέλη του 19ου αιώνα τα εκπαιδευτικά τέλη που πλήρωναν οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο ήταν χαμηλά, το κόστος ζωής όμως στην Αθήνα (κατοικία, διατροφή κλπ.) ήταν πολύ υψηλό, έτσι που ήταν σχεδόν αδύνατο σε μια αγροτική, για παράδειγμα, οικογένεια με μικρό

12. Μια δειγματοληπτική ερευνά που έκανα σε οικογένειες πολιτικών και καθηγητών Πανεπιστημίου έδειξε ότι οι γόνοι των οικογενειών αυτών φοιτούν λίγο η καθόλου στο ελληνικό Πανεπιστήμιο και συνεχίζουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό. Σημειώνω ενδεικτικά μερικά παραδείγματα. Ο Μάρκος και ο Στέφανος Δραγούμης, παιδιά του γνωστού πολιτικού και συγγραφέα Νικόλαου Δραγούμη, σπουδάζουν ο πρώτος στη Νομική Αθηνών και κατόπιν στο Παρίσι, ενώ ο δεύτερος κατευθείαν στο Παρίσι . Οι δυό γιοι του πολιτικού Θρασύβουλου Ζαΐμη, Αλέξανδρος και Ασημάκης, φοιτούν για ένα διάστημα στη Νομική Αθηνών και συνεχίζουν τις σπουδές τους στη Γερμανία και τη Γαλλία ο πρώτος και στη Γαλλία ο δεύτερος (Βοβολίνη, Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν, τ. Γ', Αθήνα χ.χ., σ. 444, 446, 450 και τ. Δ', σ. 170, 292). Ανάλογες είναι και οι επιλογές των καθηγητών του Πανεπιστημίου. Ο γιος του Κων. Ασώπιου Ειρηναίος εγγράφεται το 1842 στη Φιλοσοφική Αθηνών, αλλά το επόμενο έτος, με προτροπή του πατέρα του, φεύγει για την Ιταλία όπου σπουδάζει αρκετά χρόνια ιατρική και ολοκληρώνει τις σπουδές του στη Γαλλία (Γ. Κ. Κασίνης, «Λόγιοι του ΙΘ' αιώνα: Ειρηναίος Ασώπιος 1825-1905. Ακμές του βίου και του έργου του», Ηπειρωτικά Χρονικά 28, 1986-87, σ. 158). Από το ελληνικό Πανεπιστήμιο αρχίζει τις σπουδές του το 1859 και ο γιός του Αλέξ. Ρ. Ραγκαβή Κλέων, αλλά συνεχίζει και αυτός τις σπουδές του στη Γερμανία, ενώ ο Αλέξιος και ο Ευγένιος πηγαίνουν κατευθείαν στο Παρίσι (Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, τ. Γ', Αθήνα 1930, σ. 76, 376-377). Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι από τους 120 καθηγητές του Πανεπιστημίου που διορίστηκαν στα χρόνια 18501900, αρκετοί από τους οποίους ήταν γόνοι ευκατάστατων οικογενειών, 100 είχαν εγγραφεί στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, αλλά μόνο οι μισοί έφτασαν ως το δίπλωμα- οι

άλλοι μισοί διέκοψαν και συνέχισαν τις σπουδές τους στο εξωτερικό.

13. Βλ. τον «πληθυσμό κατ' επιτηδεύματα» στη Στατιστική της Ελλάδος, ό.π., σ. 32.

Σελ. 394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/395.gif&w=600&h=915

ή και μεσαίο κλήρο, που δεν είχε εισοδήματα από άλλες πηγές, να συντηρήσει ένα παιδί στο Πανεπιστήμιο. Χαρακτηριστικό απ' αυτή την άποψη είναι

ένα παράδειγμα από την Εύβοια των μέσων του 19ου αιώνα, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές14. Στο παράδειγμα αυτό περιγράφεται η κινητή και ακίνητη περιουσία, αξίας 3.010 δρχ., μιας μεσαίας τάξεως αγροτικής οικογένειας με πέντε μέλη. Αναφερόμενος στον προϋπολογισμό της οικογένειας, ο Σ. Α. Σπηλιωτάκης, διευθυντής του Γραφείου Δημοσίου Οικονομίας, σημειώνει ότι τα έσοδα και τα έξοδά της ισοσκελίζονται και μένει ένα περίσσευμα 40 δρχ. τον χρόνο «δι' άλλας απροβλέπτους ανάγκας»15. Αν υποθέσουμε ότι η οικογένεια αυτή είχε ένα παιδί στο Πανεπιστήμιο, το περίσσευμα αυτό ήταν πολύ μικρό για να καλύψει τα έξοδά του στην Αθήνα. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι οι περισσότερες υποτροφίες σπουδών που χορηγούνταν σε φοιτητές από το κράτος η από κληροδοτήματα κυμαίνονταν ως τα μέσα του 19ου αιώνα γύρω στις 50 δρχ. τον μήνα: ένα ποσόν που κάλυπτε στοιχειωδώς τις ανάγκες τους16.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σπουδές για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα ήταν αδύνατες: υπήρχαν κάποιοι τρόποι για το ξεπέρασμα των δυσκολιών. Ένας συγγενής στην Αθήνα, για παράδειγμα, ο οποίος θα παρείχε για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα φιλοξενία σε ένα φοιτητή η μια υποτροφία μπορούσε να διευκολύνει τα πράγματα. Υπήρχε επίσης και η δυνατότητα να καλύψει ο ίδιος ο φοιτητής ένα μέρος των εξόδων του εργαζόμενος. Οι υποτροφίες όμως και οι συγγενικές διευκολύνσεις δεν έλυναν το πρόβλημα παρά για ένα τμήμα φοιτητών. Όσο για τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης, δεν θα ήταν πολλοί εκείνοι που θα ξεκινούσαν να σπουδάσουν στην Αθήνα με την αβέβαιη προοπτική ότι θα έβρισκαν εκεί κάποιους πόρους ζωής. Εξάλλου, το ζήτημα δεν ήταν μόνο οικονομικό. Μια σειρά άλλων παραγόντων, όπως η γεωγραφική προέλευση και το πρόβλημα των μεγάλων αποστάσεων, οι κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες, οι ανάγκες των αγροτικών οικογενειών σε εργατικά χέρια, οι κοινωνικές νοοτροπίες, καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολη την πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο

14. Πρόκειται για μια πράξη των «γεωργικών συμβουλίων» της Εύβοιας του 1853, δημοσιευμένη στη Στατιστική της Γεωργίας, εκδ. Γραφείου Δημοσίου Οικονομίας, Αθήνα 1864, σ. κζ'. Πβ. Πέτρος Πιζάνιας, Μισθοί και εισοδήματα στην Ελλάδα (1842-1923), Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Ε.Τ.Ε., 1985, σ. 103, όπου επιχειρείται μια σύγκριση της

ετήσιας προσόδου της παραπάνω αγροτικής οικογένειας με τις προσόδους των μισθωτών.

15. Στατιστική της Γεωργίας, ό.π.

16. Βλ. εδώ, σ. 248.

Σελ. 395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/396.gif&w=600&h=915

στήμιο ενός μεγάλου τμήματος μαθητών από χαμηλές κοινωνικές τάξεις17. Το ίδιο ίσχυε άλλωστε και για τη μέση εκπαίδευση, όπου για παρόμοιους λόγους οι μαθητές από χαμηλές κοινωνικές τάξεις στην πλειονότητά τους δεν συνέχιζαν τις σπουδές τους στο Ελληνικό σχολείο και μάλιστα στο Γυμνάσιο, ενώ και από εκείνους που συνέχιζαν αρκετοί διέκοπταν σταδιακά τη φοίτηση τους.

Μια διαφορετική εικόνα της κοινωνικής ταυτότητας των φοιτητών μας δίνουν οι σύγχρονες πηγές. Έλληνες δημοσιογράφοι, λογοτέχνες και ξένοι περιηγητές περιγράφουν με ζωηρά χρώματα τις δύσκολες συνθήκες ζωής των φοιτητών στην Αθήνα και τις δουλειές που ήταν αναγκασμένοι να κάνουν για να καλύψουν τις βασικές βιωτικές ανάγκες τους. Οι δουλειές που εμφανίζονται να κάνουν οι φοιτητές είναι ποικίλες. «Προγυμνάζουν» μαθητές, μπαίνουν ως υπηρέτες ή οικοδιδάσκαλοι σε σπίτια αστικών οικογενειών για να εξασφαλίσουν στέγη και τροφή18, δουλεύουν σε καταστήματα και γραφεία με χαμηλό μισθό στη διάρκεια των σπουδών τους αλλά και τα καλοκαίρια, συνεργάζονται με εφημερίδες και περιοδικά, κάνουν μεταφράσεις. Γενικά, προσφέρουν κάθε υπηρεσία για να εξοικονομήσουν τα προς το ζην, να αγοράσουν λίγα βιβλία, και συχνά για να συντηρήσουν με τις οικονομίες τους «ένα γέρο πατέρα, μια

άρρωστη μητέρα», η να βοηθήσουν «έναν αδελφό η μια αδελφή που πηγαίνει στο σχολείο»19. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις ο εργαζόμενος φοιτητής ταυτίζεται με τον φτωχό φοιτητή, που ζει και σπουδάζει με άπειρες θυσίες και στερήσεις, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία του και κάποτε την ίδια τη ζωή

17. Πβ. για το ίδιο θέμα Παντελής Κυπριανός, «Φοιτητικός πληθυσμός και ζήτηση σπουδών στην Ελλάδα (1891-1936)», Τα Ιστορικά, τ. 13, τχ. 24-25, Ιούν.-Δεκ. 1996, σ. 237 κ.εξ. και Νίκος Ιωαννίδης, «Αναπαραγωγή και εκπαίδευση στην Ελλάδα-μια άλλη υπόθεση», στο Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Νεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και Κριτικές προσεγγίσεις, Αθήνα, Κριτική, 1993, σ. 167 κ.εξ. Για το ζήτημα των εκπαιδευτικών ευκαιριών σε μεταγενέστερες εποχές βλ. Μαρία Ήλιου, Εκπαιδευτική και κοινωνική δυναμική, Αθήνα, Πορεία, 1988 και Χαρ. Νούτσος, Ιδεολογία και εκπαιδευτική πολιτική, Αθήνα, Θεμέλιο, 1986.

18. Ο Αθανάσιος Κυζικηνός, ακροατής στο μαθηματικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής (βλ. εδώ, σ. 182, σημ. 24), προσλαμβάνεται το 1841 οικοδιδάσκαλος στο σπίτι του καθηγητή του Κων. Νέγρη: «Μ' επρότεινε να κατοικήσω εντός της οικίας του, όπου

έχων ίδιον δωμάτιον, τρώγων και πλυνόμενος να διδάσκω προς αντιμισθίαν τον μεγαλήτερόν του υιόν μαθήματα απλά γραφής και αναγνώσεως». Δημ. I. Πολέμης (εκδ.), Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, μέρος Γ', Επιστολαί προς Θεόφιλον Καΐρην, τ. Β', 18391845, Άνδρος 1998, σ. 146 κ.εξ.

19. Απόσπασμα από άρθρο του Α. Ν. Βερναρδάκη στο Journal des Économistes (15 Ιουλ. 1870)· παρατίθεται στο βιβλίο Pierre Α. Moraïtinis, La Grèce telle que'elle est, Αθήνα 1877, σ. 89-91.

Σελ. 396
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/397.gif&w=600&h=915

του20, αλλά υπομένει καρτερικά «ως την ημέρα που θα βγει, όπως η ταπεινή κάμπια που γίνεται πεταλούδα, γιατρός, δικηγόρος η καθηγητής»21.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα ; Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι υπάρχει εδώ μια τάση γενίκευσης. Ασφαλώς πολλοί φοιτητές εργάζονται, πράγμα που φαίνεται εξάλλου και από τις αγγελίες για ανεύρεση εργασίας που δημοσιεύονται συχνά στις εφημερίδες22. Το φαινόμενο αυτό όμως πιθανώς δεν έχει τόση έκταση όση του δίνουν οι παραπάνω πηγές. Από την

άλλη μεριά, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι φοιτητές που εργάζονται προέρχονται απαραιτήτως από φτωχές οικογένειες· μπορεί να προέρχονται και από

20. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης των φοιτητών προκαλούν κάποτε τα φιλάνθρωπα αισθήματα των πολιτών. Ανώνυμος επιστολογράφος στο περ. Πανδώρα διεκτραγωδεί το 1856 την αθλία ζωή πολλών φοιτητών στην Αθήνα και ζητεί να ιδρυθεί ξενώνας για τους άρρωστους φοιτητές, να χτιστούν οικήματα που θα νοικιάζονται σε χαμηλή τιμή σε ομογενείς μαθητές και εστιατόρια που θα παρέχουν σ' αυτούς φτηνή και υγιεινή τροφή. Τα ιδρύματα αυτά, εφορευόμενα από καθηγητές του Πανεπιστημίου, θα φροντίζουν συγχρόνως και για την ηθική αγωγή των νέων, προφυλάσσοντάς τους «από των πειρασμών της πρωτευούσης» (Χ., «Ξενών φοιτητών», Πανδώρα 7,1856-57, σ. 429-430).

21. Βλ. M. Duvray (ψευδώνυμο του Μ. Παπαδόπουλου Βρετού), Les grecs modernes, Βρυξέλλες 1862, σ. 50· το ίδιο κείμενο δημοσιεύεται, όχι ολόκληρο, και σε ελληνική μετάφραση: Μ.Π.Β., «Οι νεώτεροι Έλληνες», Εθνικόν Ημερολόγιον 4, 1864, σ. 175-196 και 5, 1865, σ. 51-95 (το παράθεμα στον τ. 5, σ. 71). Για άλλες μαρτυρίες σχετικά με τον τρόπο διαβίωσης και τη φτώχεια των φοιτητών βλ. Stephen Α. Larrabee, Ελλάς 1775-1865. Πώς την είδαν οι Αμερικανοί, ό.π., σ. 215 (μαρτυρία του 1839)· Charles Leveque, «L'Université d'Athènes et l'instruction publique en Grèce», Revue des Deux Mondes 20, 1847, σ. 509· Edmond About, Η Ελλάδα του Όθωνος. Η σύγχρονη Ελλάδα 1854, μετάφρ. Α. Σπήλιος, Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 172-173 (α' εκδ. 1855)· Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι, επιμ. Mario Vitti, ό.π., σ. 16 κ.εξ.· Ιωάννης Δαμβέργης, «Φοιτητής ζητών οικίαν», Εβδομάς, έτος ΣΤ', αρ. 2, 14 Ιαν. 1889, σ. 1-2· G. Deschamps, Η Ελλάδα σήμερα. Οδοιπορικό 1890, ό.π., σ. 148.

22. Παραθέτω μερικά τυχαία παραδείγματα: «Φοιτητής καλής διαγωγής έχων διαθέσιμους ώρας ζητεί παραδόσεις επί μετρία αμοιβή», «Φοιτητής τις ευπαίδευτος και διακεκριμένης ανατροφής ζητεί ιδιαιτέρας παραδόσεις επί συγκαταβατική τιμή», «Φοιτητής ζητεί οικίαν να υπηρετή και να προγυμνάζη ή να χρησιμεύση ως παιδαγωγός

αμισθεί», «Φοιτητής εκ του εξωτερικού, έγγαμος, επί τινα έτη διδάξας, αναλαμβάνει προγυμνάσεις επί μετρία αμοιβή...», «Φοιτητής λογιστής, καταστιχογράφος και καλλιγράφος, κάτοχος της αγγλικής, γαλλικής και ιταλικής και έμπειρος εμπορικών πράξεων, ζητεί οιανδήποτε θέσιν...», «Φοιτητής της φιλολογίας εκ των παθόντων μερών [της Θεσσαλίας] ζητεί γραφικήν θέσιν ή προγυμνάσεις» κλπ. Βλ. εφ. Αυγή, αρ. 3930, 4 Ιουλ. 1875 και 3933, 8 Ιουλ. 1875, Νέαι Ιδέαι, αρ. 676,10 Ιουλ. 1880, Αιών, αρ. 3642, 8 Σεπτ. 1881, αρ. 3693,6 Νοεμ. 1881 και αρ. 4342,9 Δεκ. 1883. Πβ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αλληλογραφία, επιμ. Εμμ. I. Μοσχονάς, Αθήνα, Οδυσσέας, 1981, σ. 45, 37, 74, 79, 83, όπου πληροφορίες για τα έσοδα του φοιτητή Αλέξ. Παπαδιαμάντη από παραδόσεις μαθημάτων.

Σελ. 397
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/398.gif&w=600&h=915

μεσαία κοινωνικοί στρώματα. Καθώς όμως οι περιπτώσεις των φτωχών φοιτητών που έκαναν κάθε είδους δουλειά για να καλύψουν τα έξοδά τους ήταν πολύ χαρακτηριστικές, οι περιπτώσεις αυτές φαίνεται να αναγορεύονται σε κανόνα, είτε από μια καθαρά γραφική διάθεση, είτε για να εξαρθεί η «ενδιάθετη» τάση των Ελλήνων προς τα γράμματα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η εικόνα του φτωχού εργαζόμενου φοιτητή εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα σε κείμενα ξένων επισκεπτών της πρωτεύουσας η σε κείμενα που απευθύνονται στο ευρωπαϊκό κοινό και θέλουν να προβάλουν με τον τρόπο αυτό τη φιλομάθεια και τη φιλοπονία των Ελλήνων. Πραγματικά, οι δύο αυ

τές ιδιότητες εμφανίζονται σχεδόν αξεχώριστες. Ο φτωχός φοιτητής διακατέχεται από υπερβολικό ζήλο για τα γράμματα, ο οποίος τον βοηθά να ξεπερνάει όλα τα εμπόδια προς τη μόρφωση που ορθώνονται μπροστά του. Ως υπόδειγμα φέρεται να έχει τον στωικό φιλόσοφο Κλεάνθη, «που αντλούσε νερό όλη τη νύχτα για να εξασφαλίσει κάποια έσοδα»23. Με τη φιλοπονία του, λοιπόν, και την προσήλωσή του στο ιδανικό της μόρφωσης, ο γιός του φτωχού αγρότη η «του βοσκού από τα περίχωρα της Σμύρνης»24 κατορθώνει να σπουδάσει και μάλιστα να διαπρέψει, πολύ περισσότερο από τα παιδιά των ευπόρων οικογενειών. «Αξιοπαρατήρητον δε τυγχάνει ότι εκ των απόρων τούτων των διά μυρίων στερήσεων και ταλαιπωριών περατούντων τας σπουδάς αυτών εξέρχονται ως επί το πλείστον οι διακρινόμενοι εν τοις γράμμασι και ταις επιστήμαις και ουχί εκ των ευπόρων των εχόντων εις την διάθεσιν αυτών

άπαντα τα τε υλικά και ηθικά μέσα»25.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο Πανεπιστήμιο υπάρχουν και νέοι από χαμηλές κοινωνικές τάξεις, που ζουν σε κακές συνθήκες και κάνουν διάφορες δουλειές για να μπορέσουν να σπουδάσουν. Όπως είπαμε όμως, το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται μόνο σ' αυτή την κοινωνική κατηγορία. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι το κόστος διαβίωσης ενός φοιτητή στην Αθήνα στα τέλη του αιώνα πλησίαζε τις 100 δρχ. τον μήνα26 και ότι ο μηνιαίος μισθός ενός μέσου

23. P. Α. Moraïtinis, ό.π., σ. 90-91.

24. M. Duvray, ό.π., σ. 50. Ο λόγος είναι για τον Γ. Παπασλιώτη, που σπούδασε με στερήσεις στην Αθήνα και στη Γερμανία, για να αναδειχθεί κατόπιν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο.

25. Χαρ. Μακρίδης, Οδηγός της Ελλάδος μετά ημερολογίου και πολλών πρακτικών γνώσεων 1889, Αθήνα 1888, σ. 59-60.

26. Παίρνω ως βάση τις φοιτητικές υποτροφίες, που κυμαίνονταν την εποχή αυτή μεταξύ 80 και 90 δρχ. τον μήνα (βλ. εδώ, σ. 248). Μια αναλυτική καταγραφή των εξόδων ενός φοιτητή στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα δημοσιεύεται στη φοιτητική

Σελ. 398
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/399.gif&w=600&h=915

ελληνοδιδασκάλου γύρω στο 1880 δεν έφτανε τις 200 δρχ., καταλαβαίνουμε ότι μια μέση οικογένεια δεν ήταν σε θέση να καλύπτει πλήρως τα έξοδα διαβίωσης ενός φοιτητή. Ήταν υποχρεωμένος, λοιπόν, και αυτός να βρει μια δουλειά για να εξοικονομήσει τα υπόλοιπα. Αλλά και όταν τα οικογενειακά

εμβάσματα επαρκούσαν για τα βασικά έξοδά του, χρειαζόταν κάτι ακόμη για να καλύψει άλλες καθημερινές ανάγκες της φοιτητικής ζωής, πράγμα που τον οδηγούσε και πάλι στην αναζήτηση εργασίας. Το γεγονός, λοιπόν, ότι αρκετοί φοιτητές ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται δεν αποτελεί ασφαλή ένδειξη για την προέλευσή τους αποκλειστικά από χαμηλά κοινωνικά στρώματα.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι ενώ θεωρητικά το Πανεπιστήμιο ήταν ανοιχτό σε όλους τους μαθητές που τελείωναν το Γυμνάσιο, υπήρχαν όμως ταξικού τύπου περιορισμοί που καθόριζαν τον βαθμό συμμετοχής των διαφόρων κοινωνικών ομάδων σ' αυτό. Μολονότι τα υπάρχοντα στοιχεία για την κοινωνική ταυτότητα του φοιτητικού σώματος είναι ελλιπή, φαίνεται ωστόσο ότι το υψηλό κόστος ζωής στην πρωτεύουσα αλλά και

άλλοι παράγοντες, όπως οι κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες, περιόριζαν σημαντικά τις δυνατότητες πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο, όπως και στη μέση εκπαίδευση, ενός μεγάλου τμήματος μαθητών από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα27.

εφημερίδα Εθνική Ελπίς (αρ. 2, 19 Αυγ. 1892), με αφορμή την επιβολή εκπαιδευτικών τελών. Σύμφωνα μ' αυτήν, ένας φοιτητής χρειαζόταν 90 δρχ. τον μήνα: 50 δρχ. για τροφή, 15 για κατοικία, 5 για φωτισμό, 4 για πλυντικά, 5 για το καφενείο, 7 για ένδυση και υπόδηση και 4 για άλλα έκτακτα έξοδα.

27. Πβ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ό.π., σ. 437-438, όπου υποστηρίζεται, αντίθετα, ότι «η στρατολόγηση των φοιτητών ήταν σχετικά "δημοκρατική"» και ότι «θα πρέπει να βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σχετικά χαμηλό ποσοστό ταξικής

επιλογής».

Σελ. 399
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/400.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 400
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/401.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

ΟΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΟΙ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Τα διπλώματα που χορηγούσε το Πανεπιστήμιο ήταν κυρίως δύο: του διδάκτορα και του τελειοδίδακτου. Η Νομική έδινε στους πτυχιούχους της δίπλωμα διδάκτορα η τελειοδίδακτου, η Ιατρική μόνο δίπλωμα διδάκτορα, ενώ η Θεολογική δίπλωμα προλύτη- το διδακτορικό δίπλωμα προσφερόταν τιμητικά μόνο σε διαπρεπείς θεολόγους. Η Φιλοσοφική έδινε στους πτυχιούχους της δίπλωμα διδάκτορα φιλοσοφίας η τελειοδίδακτου με τρεις κατευθύνσεις αντίστοιχες προς τα τρία τμήματα της σχολής (φιλολογικό, μαθηματικό και φυσικό). Η ίδια σχολή έβγαζε και διδασκάλους, οι οποίοι φοιτούσαν 2-3 χρόνια στο Φιλολογικό Φροντιστήριο για να διοριστούν κατόπιν σε Ελληνικά σχολεία. Το Φαρμακευτικό Σχολείο, τέλος, χορηγούσε ένα απλό πτυχίο.

Οι διαδικασίες των διπλωματικών εξετάσεων καθορίστηκαν το 1842 με το διάταγμα «Περί εξετάσεως των φοιτητών του Πανεπιστημίου». Η προσέλευση όμως των φοιτητών στις εξετάσεις δεν άρχισε αμέσως σε όλες τις σχολές. Ο πρώτος διδάκτορας της Ιατρικής, που ήταν ταυτόχρονα και ο πρώτος διπλωματούχος του Πανεπιστημίου, αναγορεύτηκε το 1843. Το επόμενο έτος αναδείχθηκε ο πρώτος τελειοδίδακτος της Φιλοσοφικής, αλλά ο επόμενος (διδάκτορας) αναγορεύτηκε πολύ αργότερα, το 1850. Ανάλογη καθυστέρηση υπήρξε και στη Νομική (ο πρώτος διδάκτορας το 1846 και ο δεύτερος το 1849), και μεγαλύτερη ακόμη στη Θεολογική, όπου ο πρώτος προλύτης αναγορεύτηκε το 1857 και ο δεύτερος το 1863. Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στο Φαρμακευτικό Σχολείο. Οι διαδικασίες των διπλωματικών εξετάσεων είχαν καθοριστεί εκεί νωρίτερα (το 1838) και το 1841 είχαν απολυθεί ήδη πέντε διπλωματούχοι (Πίν. 30).

Οι φοιτητές που πήραν δίπλωμα στα χρόνια 1840-1890 ανέρχονται, σύμφωνα με το Μητρώο διπλωματούχων, σε 7.537 (Πίν. 30). Ο πραγματικός αριθμός τους όμως είναι λίγο μικρότερος (7.441), διότι υπάρχουν και ορισμένοι (γύρω στους 100) οι οποίοι έλαβαν περισσότερα από ένα διπλώματα. Οι μι-

Σελ. 401
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/402.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 30

Αναλυτική κατάσταση διπλωματούχων του Πανεπιστημίου

Αναλυτική κατάσταση διπλωματούχων του Πανεπιστημίου

Έτος

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφ.

Φαρμακευτ.

Σύνολο

1840/1

5

5

1841/2

1

1

1842/3

1

8

9

1843/4

5

5

1844/5

2

1

1

4

1845/6

1

4

2

7

1846/7

3

7

10

1847/8

4

6

10

1848/9

3

6

1

10

1849/0

4

11

2

6

23

1850/1

6

8

1

7

22

1851/2

4

9

1

7

21

1852/3

12

13

4

6

35

1853/4

10

21

5

11

47

1854/5

9

19

7

7

42

1855/6

10

37

4

13

64

1856/7

1

13

42

8

12

76

1857/8

18

48

8

7

81

1858/9

47

46

2

16

111

1859/0

26

31

1

11

69

1860/1

33

18

7

3

61

1861/2

49

29

4

6

88

1862/3

1

44

13

6

9

73

1863/4

2

38

31

4

75

1864/5

47

25

6

2

80

1865/6

1

60

28

12

7

108

1866/7

3

61

35

14

14

127

1867/8

1

75

34

14

5

129

1868/9

1

88

49

15

6

159

1869/0

69

39

16

8

132

1870/1

3

66

54

9

11

143

1871/2

2

75

57

11

14

159

1872/3

2

57

95

12

16

182

1873/4

1

77

48

4

11

141

1874/5

1

68

82

9

11

171

1875/6

2

90

102

6

13

213

1876/7

4

106

96

8

15

229

1877/8

3

72

106

17

21

219

1878/9

2

103

105

6

1

217

1879/0

5

113

114

14

12

258

1880/1

4

118

128

23

12

285

Σελ. 402
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 383
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

    ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

    Η κοινωνική προέλευση των φοιτητών που σπουδάζουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο τον 19ο αιώνα αποτελεί ένα πρόβλημα, καθώς οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι λίγες και ανεπαρκείς. Ένα από τα βασικά στοιχεία για τη μελέτη του θέματος είναι το επάγγελμα του πατέρα. Το στοιχείο αυτό όμως, ενώ υπάρχει συνήθως στα Μητρώα των μαθητών της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης,

    απουσιάζει από το Μητρώο φοιτητών του Πανεπιστημίου. Αντί γι' αυτό σημειώνεται , όπως είπαμε παραπάνω, η αξία της κτηματικής περιουσίας της οικογένειας του φοιτητή: ένα στοιχείο αρκετά επισφαλές, καθώς είναι δύσκολο να ελεγχθεί η αξιοπιστία του. Κατά πόσον οι φοιτητές δήλωναν την ακριβή αξία της οικογενειακής τους περιουσίας; Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δήλωση αυτή ήταν τυπική και ότι το Πανεπιστήμιο, απ' όσο ξέρουμε, δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι φοιτητές δεν είχαν λόγους να αποκρύψουν την πραγματικότητα. Το γεγονός όμως ότι η δήλωση δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί από τη γραμματεία του Πανεπιστημίου καθιστά πιθανή την υπόθεση ότι αρκετοί φοιτητές μπορεί για λόγους γοήτρου να δήλωναν περιουσία μεγαλύτερη από την πραγματική. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πιο σημαντικό ερώτημα: κατά πόσο οι φοιτητές ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή αξία της οικογενειακής περιουσίας τους. Πιθανώς

    αρκετοί θα τη γνώριζαν η θα είχαν φροντίσει ίσως να τη μάθουν από τους δικούς τους πριν εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο· οι περισσότεροι όμως θα είχαν μάλλον μια γενική ιδέα γι' αυτήν, και επομένως τα ποσά που δήλωναν ήταν κατά προσέγγιση.

    Μια πηγή η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί δειγματοληπτικά για τον

    έλεγχο της αξιοπιστίας των δηλώσεων, των ημεδαπών φοιτητών βέβαια, είναι οι ονομαστικοί κατάλογοι των υποψήφιων ενόρκων που δημοσιεύονται κάθε χρόνο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, το επάγγελμα, η αξία της ακίνητης περιουσίας και το ετήσιο εισόδημα των ενορκων1.

    1. Βλ. τη μελέτη του Γιώργου Ν. Μητροφάνη, «Οι αιρέσιμοι πολίτες. Ποσοτική