Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 405-424 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/405.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 31 Καταγωγή διπλωματούχων (1840-1890)

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφ.

Φαρμακ.

Σύνολο

Πελοπόννησος

41

1.448

930

254

235

2.908

Στερεά Ελλάδα

13

863

617

147

96

1.736

Κυκλάδες

4

222

232

85

27

570

Επτάνησα

12

169

118

60

33

392

Θεσσαλία

86

150

13

11

260

Ήπειρος

4

118

201

24

18

365

Μακεδονία

1

30

135

67

6

239

Θράκη

1

52

125

11

8

197

Νησιά Αιγαίου

6

98

170

39

14

327

Κρήτη

2

101

108

28

10

249

Κύπρος

10

5

1

1

17

Μικρά Ασία

1

52

127

26

5

211

Διάφοροι*

8

16

30

3

2

59

Χωρίς τόπο

4

3

7

Σύνολο

93

3.269

2.951

758

466

7.537

Πηγή: βλ. Πίν. 30. * Έλληνες από παροικιακά κέντρα και ξένοι.

Πηγή: βλ. Πίν. 30. * Έλληνες από παροικιακά κέντρα και ξένοι.

30) γύρω στους 90 είχαν πρωτοεγγραφεί σε μια άλλη σχολή, κυρίως στην Ιατρική, και κατόπιν έκαναν μετεγγραφή στο Φαρμακευτικό Σχολείο, από το οποίο και πήραν δίπλωμα. Είναι ενδεχόμενο όμως ορισμένοι μαθητές του ίδιου σχολείου να έκαναν μετεγγραφή μετά τη λήψη του διπλώματος και σε άλλη σχολή και να πήραν απ' αυτήν και δεύτερο δίπλωμα. Ο αριθμός των μαθητών αυτών, πάντως, πρέπει να είναι μικρός.

Τελικά, από τους 7.537 διπλωματούχους (συνυπολογίζοντας και τα διπλά η τριπλά διπλώματα) ταυτίστηκαν 7.086, ενώ έμειναν αταύτιστοι 451. Οι περισσότεροι απ' αυτούς (γύρω στους 380) ήταν φαρμακοποιοί που είχαν εγγραφεί στο Μητρώο του Φαρμακευτικού Σχολείου και οι υπόλοιποι διπλωματούχοι άλλων σχολών, οι οποίοι για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω (αλλαγή ονόματος κλπ.) δεν έγινε δυνατό να εντοπιστούν στο Μητρώο φοιτητών.

ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΟΙ

Μετά από την εισαγωγή αυτή, ας δούμε ποιά είναι η αντιστοιχία εγγεγραμμένων και διπλωματούχων. Με βάση τα δεδομένα μας, από την ίδρυση του

Σελ. 405
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/406.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημίου ως το 1890/1 γράφτηκαν στις διάφορες σχολές 17.507 φοιτητές (Πίν. 8), από τους οποίους έλαβαν δίπλωμα μεταξύ του 1840 και 1890 7.441. Η σχέση όμως που μας δίνουν οι δύο αυτοί αριθμοί δεν είναι ακριβής, δεδομένου ότι αρκετοί από τους φοιτητές οι οποίοι γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε πήραν δίπλωμα μετά το 1890. Θα έπρεπε, επομένως, να επεκτείνουμε την ερευνά μας και στους διπλωματούχους μετά το 1890. Επειδή όμως αυτό πρακτικά δεν ήταν εύκολο, θεωρήσαμε προτιμότερο να μελετήσουμε τη σχέση εγγεγραμμένων-διπλωματούχων σε ένα κατά τι μικρότερο χρονικό διάστημα, στην περίοδο 1837-1880, ελέγχοντας πόσοι από τους φοιτητές που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο στο διάστημα αυτό πήραν δίπλωμα ως το 1890. Με τον τρόπο αυτό καταγράφεται

ακριβέστερα η σχέση των διπλωματούχων προς τους εγγεγραμμένους. Βέβαια, και στην περίπτωση αυτή κάποιοι φοιτητές θα έλαβαν καθυστερημένα δίπλωμα (μετά το 1890), ασφαλώς όμως αυτοί θα είναι λίγοι.

Σύμφωνα με τον Πίν. 32, στην περίοδο 1837-1880 γράφτηκαν και στις πέντε σχολές γύρω στους 10.000 φοιτητές, από τους οποίους πήραν δίπλωμα λίγο περισσότεροι από τους μισούς (55%). Οι υπόλοιποι (45%) διέκοψαν κάποια στιγμή τις σπουδές τους ή απλώς δεν έδωσαν εξετάσεις για δίπλωμα. Ένα μικρό μέρος απ' αυτούς συνέχισαν τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια και ανώτερες σχολές του εξωτερικού4, ενώ οι περισσότεροι στράφηκαν σε

4. Άγνωστο είναι πόσοι έλληνες φοιτητές σπούδασαν κατά τον 19ο αιώνα σε ξένα Πανεπιστήμια, είτε μετά από ορισμένα χρόνια σπουδών στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, είτε απευθείας. Οι αριθμοί που δίνουν διάφορες πηγές στηρίζονται συχνά σε πρόχειρους υπολογισμούς και είναι ατεκμηρίωτοι και αντιφατικοί. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του τέλους του 19ου αιώνα, οι έλληνες φοιτητές του εξωτερικού ανέρχονταν το 1892 σε 13.503 (R. Α. Η. Bickfond-Smith, Η Ελλάδα την εποχή του Γεωργίου του Α΄, μετάφρ., εισαγ. και σχόλια Λυδία Παπαδάκη, Αθήνα, Ειρμός, 1993, σ. 355· πβ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ό.π., σ. 434). Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για έναν εξογκωμένο

αριθμό που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Πιο αληθοφανής φαίνεται μια άλλη μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες που σπούδαζαν σε Πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας γύρω στο 1862 ήταν 350-400 (Μαρίνος Π. Βρετός, «Οι νεώτεροι Έλληνες», Εθνικόν Ημερολόγιον 5, 1865, σ. 68). Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα ο Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος σε επιστολή του από το Παρίσι υπολόγιζε τους έλληνες φοιτητές που σπούδαζαν εκεί σε 100-150 (επιστολή προς Α. Ρ. Ραγκαβή από 6/18 Απρ. 1850, Αρχείο Ραγκαβή, Επιστημονική Δραστηριότης, φάκ. 27, ΚΕΙΝΕ Ακαδημίας Αθηνών). Πληροφορίες αυτού του τύπου υπάρχουν αρκετές· είναι όμως προβληματική η αξιοπιστία τους και δεν μας βοηθούν να σχηματίσουμε μια συνολική εικόνα για τον αριθμό των ελλήνων φοιτητών του εξωτερικού. Για να φτάσουμε κάποτε σε σχετικά ακριβείς προσεγγίσεις είναι απαραίτητο να μελετηθούν τα Μητρώα των

Σελ. 406
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/407.gif&w=600&h=915

διάφορα επαγγέλματα, σχετικά ή άσχετα με τις σπουδές τους. Παρατηρούμε ωστόσο ότι το ποσοστό των διπλωματούχων ποικίλλει κατά εποχές: από 42,9% που ήταν στα χρόνια 1837-1863 γίνεται 62,6% στα χρόνια 1863-1880. Ο μικρός αριθμός διπλωματούχων στην πρώτη περίοδο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστο για τους ημεδαπούς, στο ότι το δίπλωμα δεν ήταν κατοχυρωμένο επαγγελματικά. Ένας τελειόφοιτος χωρίς δίπλωμα αλλά και ένας φοιτητής που είχε πιστοποιητικό φοίτησης σε μια σχολή (αποφοιτήριο) μπο-

Πανεπιστημίων και των άλλων ανώτερων σχολών της αλλοδαπής. Προς την κατεύθυνση αυτή έχουν γίνει ήδη ορισμένες εργασίες : Αλόη Σιδέρη, Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Πίζας 1860-1861, ό.π.· Konstantin Kotsowilis, Die griechischen Studenten in München unter König Ludwig I. von Bayern (von 1826 bis 1844). Verdegang und späteres Wirken beim Wiederaufbau Griechenlands, [Μόναχο 1995]· Αλέξανδρος Γ. Τσάτσος, Επετηρίς των φοιτησάντων Ελλήνων εις το ομοσπονδιακόν Πολυτεχνείον της Ζυρίχης από της ιδρύσεως του μέχρι σήμερον, 1855-1978, Αθήνα χ.χ.· Efthymios Nikolaïdis, «Les élèves grecs de l'École polytechnique (1800-1921)», Actes du séminaire organisé à l'École française d'Athènes: La Diaspora hellénique en France, 2000, σ. 55-65. Σύμφωνα με τις εργασίες αυ

τές, από το Πανεπιστήμιο της Πίζας πήραν δίπλωμα (ή όχι) στην περίοδο 1803-1861 840

έλληνες φοιτητές, από τους οποίους 480 περίπου μετά την ίδρυση του ελληνικού Πανεπιστημίου- στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου γράφτηκαν στην περίοδο 1826-1843 γύρω στους 100 έλληνες φοιτητές, στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης από το 1860 ως το 1900 140,

ενώ στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού από το 1800 ως το 1900 56. Για τους έλληνες φοιτητές που σπούδασαν σε γερμανικά Πανεπιστήμια κατά τον 19ο αιώνα ετοιμάζει ειδική μελέτη η Κωνσταντίνα Ζορμπαλά. Τα συμπεράσματά της συνοψίζονται στο

άρθρο της, «Έλληνες φοιτητές στα γερμανικά Πανεπιστήμια κατά τον 19ο αιώνα», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου : Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1998, σ. 56-62, όπου αναφέρεται ότι οι έλληνες φοιτητές που σπούδασαν στα γερμανικά Πανεπιστήμια μεταξύ του 1820 και 1900 ήταν 1.330 περίπου. Ονομαστικοί κατάλογοι των ελλήνων φοιτητών που σπούδασαν σε διάφορες ανώτατες σχολές της Γαλλίας στον 19ο και τον 20ό αιώνα περιέχονται στην αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή : Nicolas Manitakis, L'essor de la mobilité étudiante internationale à l'âge des États-nations. Une étude de cas: les étudiants grecs en France (1880-1940), Παρίσι 2004, ενώ ανάλογοι κατάλογοι φοιτητών από τη Ρουμανία, την Ελλάδα και άλλες χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια της Βόννης (1824-1879), της Γοτίγγης (1801-1879) και της Χαϊδελβέργης (1798/9-1880), έχουν δημοσιευθεί από την Elena Siupur: «Die Intelektuellen aus Rumänien und den südosteuropäischen Länden in den deutschen Universitäten (19. Jahrhundert)», Revue des Études Sud-Est Européennes, XXXIII, αρ. 1-2, 1995, σ. 83-100 και αρ. 3-4, σ. 251-265, XXXIX, αρ. 1-4, 2001, σ. 145-196. Βλ. επίσης της ίδιας, «Étudiants de l'espace Roumain et Sud-Est Européen dans les Universités allemandes au XIXe siècle», Revue Roumaine d'Histoire, XXXVI, αρ. 3-4, 1997, σ. 299-314, όπου μια συνθετική παρουσίαση των ερευνών της. Για τις σπουδές των Ελλήνων στο εξωτερικό γενικά βλ. Ζαχ. Ν. Τσιρπανλής, «Οι έλληνες φοιτητές στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και η παρουσία τους στην πανεπιστημιακή ζωή της νεώτερης Ελλάδας (1800-1850)», Παρνασσός 21,1979, σ. 321-346.

Σελ. 407
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/408.gif&w=600&h=915

μπορούσε, με κάποιες εξαιρέσεις, να ασκήσει εξίσου με τον διπλωματούχο ένα σχετικό με τις σπουδές του επάγγελμα η να διεκδικήσει μια θέση στον δημόσιο η τον ιδιωτικό τομέα. Η βαθμιαία, τυπική και ουσιαστική, κατοχύρωση του διπλώματος θα συντελέσει στην αύξηση του αριθμού των διπλωματούχων. Και πάλι όμως τα διπλώματα δεν υποκατέστησαν τελείως τα πιστοποιητικά σπουδών και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο αριθμός των «αδίπλωτων» φοιτητών παρέμεινε σχετικά υψηλός σε όλον τον 19ο αιώνα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 32

Εγγεγραμμένοι, διπλωματούχοι και διαρροές

Εγγεγραμμένοι, διπλωματούχοι και διαρροές

Έτη

Εγγεγραμμένοι

Διπλωματούχοι

Διαρροές

1837-1863/4

3.859

1.657

2.202

1864/5-1880/1

6.182

3.873

2.309

Σύνολο

10.041

5.530

4.511

Πηγές : βλ. Πίν. 8 και 30. Περιλαμβάνονται και οι μαθητές του Φαρμακευτικού Σχολείου.

ΠΙΝΑΚΑΣ 33 Καταγωγή εγγεγραμμένων και διπλωματούχων

1837-1863

1864-

-1880

Σύνολο

Καταγωγή

Εγγεγρ.

Διπλωμ.

Εγγεγρ.

Διπλωμ.

Εγγεγρ.

Διπλωμ.

ΗΜΕΔΑΠΟΙ

1.985

1.104

4.276

2.804

6.261

3.908

Πελοπόννησος

1.151

654

2.183

1.436

3.334

2.090

Στερεά Ελλάδα

599

331

1.328

886

1.927

1.217

Κυκλάδες

234

116

400

279

634

395

Επτάνησα

365

203

365

203

Χωρίς τόπο

1

3

1

3

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

1.648

380

1.688

920

3.336

1.300

Επτάνησα

286

46

286

46

Άλλες περιοχές

1.362

334

1.688

920

3.050

1.254

Χωρίς τόπο

1

1

Σύνολο

3.634

1.484

5.964

3.724

9.598

5.208

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. Δεν περιλαμβάνονται οι μαθητές του Φαρμακευτικού Σχολείου.

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. Δεν περιλαμβάνονται οι μαθητές του Φαρμακευτικού Σχολείου.

Σελ. 408
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/409.gif&w=600&h=915

Πέρα από τις χρονικές διακυμάνσεις, η σχέση εγγεγραμμένων-διπλωματούχων ποικίλλει ανάλογα με τη σχολή και τη γεωγραφική προέλευση των φοιτητών. Για τις διαφοροποιήσεις από τη μία σχολή στην άλλη θα μιλήσουμε παρακάτω. Ως προς τις διαφοροποιήσεις με βάση τη γεωγραφική προέλευση παρατηρούμε και εδώ μια διχοτομία ανάμεσα στους ημεδαπούς και τους αλλοδαπούς φοιτητές. Όπως φαίνεται στον Πίν. 33, από το σύνολο των φοιτητών που είχαν εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο στα χρόνια 1837-1880 (δεν υπολογίζονται οι φοιτητές του Φαρμακευτικού Σχολείου, ελλείψει στοιχείων), οι προερχόμενοι από το ελληνικό κράτος παίρνουν δίπλωμα σε ποσοστό αρκετά μεγαλύτερο από τους αλλοδαπούς (62,4% εναντι 39%). Στο εσωτερικό των δύο αυτών ομάδων υπάρχουν κάποιες αποκλίσεις, μικρότερες η μεγαλύτερες, οι οποίες όμως δεν ανατρέπουν τον γενικό κανόνα. Η διαφοροποίηση μεταξύ αλλοδαπών και ημεδαπών οφείλεται πιθανώς στο ότι για τους πρώτους, όπως θα δούμε και παρακάτω, το δίπλωμα δεν ήταν απολύτως απαραίτητο προκειμένου να ασκήσουν στην πατρίδα τους ένα επάγγελμα σχετικό με τις σπουδές τους.

Η σχέση εγγεγραμμένων και διπλωματούχων φαίνεται να επηρεάζεται

επίσης από την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση, για την οποία όμως τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι αμφίβολης αξιοπιστίας. Αναφέρομαι, βέβαια, στις δηλώσεις περιουσίας που κάνουν οι φοιτητές κατά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο. Από τις σχετικές δηλώσεις φαίνεται ότι οι φοιτητές με τη χαμηλότερη περιουσία φτάνουν στο δίπλωμα σε ποσοστό μικρότερο από εκείνους που δηλώνουν μεσαίου μεγέθους περιουσία. Έτσι, στην περίοδο 1837-1880 οι φοιτητές που δηλώνουν περιουσία αξίας ως 5.000 δρχ. παίρνουν δίπλωμα σε ποσοστό 52,8%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τις επόμενες περιουσιακές κατηγορίες είναι κάπως υψηλότερα (6.000-10.000 : 57,9%, 11.000-20.000: 60,3%, 21.000-50.000: 57,7%, 51.000-100.000: 53,3%). Αντίθετα, στις περιουσιακές κατηγορίες άνω των 100.000 δρχ. το ποσοστό κατεβαίνει στο 42,7%.

Οι σχέσεις αυτές φαίνονται εκ πρώτης όψεως εύλογες. Αν δεχθούμε ότι τα χαμηλότερα περιουσιακά μεγέθη αντιστοιχούν γενικά σε οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, δεν είναι περίεργο ότι τα παιδιά αυτών των οικογενειών, λόγω οικονομικών και άλλων προβλημάτων, φτάνουν κάπως δυσκολότερα στο δίπλωμα. Παρατηρούμε ωστόσο ότι οι αποκλίσεις δεν είναι μεγάλες και παρουσιάζουν διακυμάνσεις στον χρόνο. Μια τάση διακοπής των σπουδών πριν από το δίπλωμα, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, παρατηρείται και στους φοιτητές που ανήκουν στις ανώτερες περιουσιακές κατηγορίες. Στην περίπτωση αυτή

Σελ. 409
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/410.gif&w=600&h=915

όμως οι λόγοι είναι διαφορετικοί. Αν δεχθούμε και πάλι ότι οι ανώτερες περιουσίες αντιστοιχούν σε οικογένειες με υψηλά εισοδήματα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι γόνοι των οικογενειών αυτών δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το δίπλωμα, είτε γιατί το επαγγελματικό τους μέλλον είναι κατά κάποιον τρόπο εξασφαλισμένο, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας της οικογένειάς τους, είτε γιατί συνεχίζουν τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού, απ' όπου συνήθως παίρνουν και δίπλωμα. Όλα αυτά όμως,

αν και εύλογα, κινούνται στον χώρο των υποθέσεων, διότι, όπως έχουμε πει, είναι δύσκολο να ελεγχθεί ο βαθμός αξιοπιστίας των δηλώσεων περιουσίας, αλλά και διότι το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασης των φοιτητών.

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΚΑΤΑ ΣΧΟΛΕΣ

Από τον Πίν. 34, ο οποίος μας δίνει τον αριθμό των φοιτητών που πήραν δίπλωμα στα χρόνια 1840-1890, φαίνεται ότι οι σχολές με τους περισσότερους διπλωματούχους είναι η Νομική (43,4%) και η Ιατρική (39,1%) και ακολουθούν η Φιλοσοφική (10%), το Φαρμακευτικό Σχολείο (6,2%) και η Θεολογική (1,2%). Στη Φιλοσοφική υπερτερούν οι διπλωματούχοι του φιλολογικού τμήματος, ενώ χαμηλό είναι το ποσοστό των διπλωματούχων του μαθηματικού και του φυσικού τμήματος (18,6% στο σύνολο των διπλωματούχων της Φιλοσοφικής). Οι τελευταίοι εμφανίζονται με μεγάλη καθυστέρηση: ο πρώτος διπλωματούχος της φυσικής απολύεται το 1868, ενώ ο δεύτερος μετά από δέκα χρόνια (1878).

Αξίζει να δούμε όμως και στο επίπεδο των σχολών ποιά είναι η σχέση μεταξύ εγγεγραμμένων και διπλωματούχων. Τη σχέση αυτή μας δίνουν οι Πίν. 35 και 36, οι οποίοι, για τους λόγους που αναφέραμε ήδη, καλύπτουν την περίοδο από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1880 και όχι ως το 18905. Στον πρώτο από τους δύο πίνακες οι διπλωματούχοι κατανέμονται με βάση τη σχολή εγγραφής, χωρίς να εξετάζεται η σχολή από την οποία πήραν δίπλωμα, ενώ στον δεύτερο αναγράφεται και η σχολή διπλώματος, η οποία δεν είναι πάντοτε η ίδια με τη σχολή εγγραφής, λόγω των μετεγγραφών που έχουν στο μεταξύ πραγματοποιηθεί.

5. Για τον υπολογισμό των εγγεγραμμένων και διπλωματούχων του Φαρμακευτικού Σχολείου χρησιμοποίησα και το αλφαβητικό ευρετήριο των φοιτητών. Βλ. εδώ, σ. 303.

Σελ. 410
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/411.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 34

Διπλωματούχοι του Πανεπιστημίου κατά σχολές

Διπλωματούχοι του Πανεπιστημίου κατά σχολές

Διπλωματούχοι

1840-63/64

1864/65-79/80

1880/81-90/91

Σύνολο

ΝΟΜΙΚΗ

327

1.227

1.715

3.269

Διδάκτορες

289

812

1.190

2.291

Τελειοδίδακτοι

38

415

525

978

ΙΑΤΡΙΚΗ

396

1.069

1.486

2.951

Διδάκτορες

395

1.069

1.486

2.950

Τελειοδίδακτοι

1

1

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ

65

173

520

758

Διδ. φιλολογ.

20

73

196

289

Τελ. φιλολογ.

10

45

76

131

Διδ. μαθηματ.

1

17

52

70

Τελ. μαθηματ.

1

4

3

8

Διδ. φυσικ.

8

49

57

Τελ. φυσικ.

1

5

6

Ελληνοδιδάσκαλοι

33

25

139

197

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ

4

31

58

93

ΦΑΡΜΑΚ. ΣΧΟΛΕΙΟ

157

167

142

466

Σύνολο

949

2.667

3.921

7.537

Πηγή: βλ. Πίν. 30.

Πηγή: βλ. Πίν. 30.

ΠΙΝΑΚΑΣ 35

Εγγεγραμμένοι και διπλωματούχοι κατά σχολές (1837-1880)

Εγγεγραμμένοι και διπλωματούχοι κατά σχολές (1837-1880)

Εγγεγρ.

Διπλωμ.

Διαρροές

Σύνολο

Σχολή

(α)

(β)

(α)

(β)

(α)

(β)

Εγγ.

Διπλ.

Δι αρ.

Θεολογική

164

176

16

61

148

115

340

77

263

Νομική

1.494

2.647

692

1.613

802

1.034

4.141

2.305

1.836

Ιατρική

1.217

2.009

570

1.562

647

447

3.226

2.132

1.094

Φιλοσοφ.

758

1.132

206

488

552

644

1.890

694

1.196

Φαρμακ.

225

218

173

149

52

69

443

322

121

1

1

1

1

Σύνολο 3.859 6.182 1.657 3.873 2.202 2.309 10.041 5.530 4.511

Σύνολο 3.859 6.182 1.657 3.873 2.202 2.309 10.041 5.530 4.511

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. (α) 1837-1863/4, (β) 1864/5-1880/1.

Σελ. 411
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/412.gif&w=600&h=915

Η συνδυασμένη μελέτη των δύο πινάκων δείχνει ακριβέστερα τη σχέση ανάμεσα στη σχολή εγγραφής και τη σχολή διπλώματος. Στην περίπτωση της Ιατρικής, παρατηρούμε ότι από τους 3.226 εγγεγραμμένους στη σχολή αυτή πήραν δίπλωμα 2.132 (Πίν. 35). Απ' αυτούς 2.019 αναδείχθηκαν διπλωματούχοι της ίδιας σχολής και 113 μιας άλλης, στην οποία έκαναν μετεγγραφή κάποια στιγμή. Δίπλωμα Ιατρικής πήραν όμως και 186 φοιτητές που είχαν

εγγραφεί σε άλλες σχολές και έκαναν μετεγγραφή στην Ιατρική (Πίν. 36). Επομένως, ο συνολικός αριθμός των φοιτητών που πήραν δίπλωμα από την Ιατρική είναι λίγο μεγαλύτερος από τον αριθμό των διπλωματούχων που είχαν εγγραφεί στην ίδια σχολή (2.205). Μεγαλύτερος ακόμη, σε σχέση με τη σχολή εγγραφής, είναι ο αριθμός των διπλωματούχων της Νομικής, ενώ, αντίθετα, μικρότερος αυτός των διπλωματούχων της Φιλοσοφικής. Ουσιαστικά αναπαράγεται εδώ το φαινόμενο που είδαμε παραπάνω, μελετώντας τις μετεγγραφές. Η σχολή με τις περισσότερες διαρροές είναι η Φιλοσοφική, αφού από τους 694 φοιτητές της που αναδείχθηκαν διπλωματούχοι το 62,5% μόνο πήρε δίπλωμα απ' αυτήν οι υπόλοιποι πήραν δίπλωμα από τη Νομική και την Ιατρική. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους φοιτητές της Νομικής και Ιατρικής είναι μεταξύ 94% και 96%.

ΠΙΝΑΚΑΣ 36

Σχολές εγγραφής και διπλώματος (1837-1880)

Σχολές εγγραφής και διπλώματος (1837-1880)

Σχολή εγγραφής

Σχολή διπλώματος

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Φαρμακευτ.

Σύνολο

Θεολογική

66

3

4

4

77

Νομική

2.226

62

9

8

2.305

Ιατρική

1

74

2.019

19

19

2.132

Φιλοσοφική

2

129

120

434

9

694

Φαρμακευτ.

322

322

Σύνολο

69

2.432

2.205

466

358

5.530

Πηγές : βλ. Π£ν. 8 και 30.

Πηγές : βλ. Π£ν. 8 και 30.

Τελικά, οι σχολές που έδωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό διπλωματούχων, σε σχέση με τον αριθμό των εγγεγραμμένων, είναι το Φαρμακευτικό Σχολείο και η Ιατρική (Πίν. 35, πβ. Διάγρ. 4). Ειδικότερα, από τους μαθητές που γράφτηκαν ως το 1880 στο Φαρμακευτικό Σχολείο πήραν δίπλωμα από το ίδιο η από άλλη σχολή 72,7%, ενώ από τους εγγεγραμμένους στην Ιατρική 66,1%.

Σελ. 412
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/413.gif&w=600&h=915

Αρκετά χαμηλότερο είναι το ποσοστό των διπλωματούχων που είχαν εγγραφεί στη Νομική (55,7%) και εξαιρετικά χαμηλό εκείνο της Φιλοσοφικής (36,7%) και της Θεολογικής (22,6%). Τα παραπάνω ποσοστά αφορούν το σύνολο των φοιτητών, ημεδαπούς και αλλοδαπούς. Ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες όμως υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις: σε όλες ανεξαιρέτως τις σχολές οι ημεδαποί φτάνουν στο δίπλωμα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους αλλοδαπούς. Έτσι, από τους εγγεγραμμένους στη Νομική το ποσοστό των ημε

δαπών διπλωματούχων είναι 61,9%, στην Ιατρική 75,9%, στη Φιλοσοφική 47,1% και στη Θεολογική 27,8%. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους αλλοδαπούς είναι 36,6%, 52,7%, 22,6% και 14,8% (Πίν. 37).

ΠΙΝΑΚΑΣ 37

Ημεδαποί και αλλοδαποί εγγεγραμμένοι και διπλωματούχοι κατά σχολές

(1837-1880)

θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

_

Σύνολο

(α)

(β)

(α) (β)

(α) (β)

(α) (β)

(α)

(α) (β)

Ημεδαποί

205

57

3.115 1.930

1.854 1.409

1.086 512

1

6.261 3.908

Αλλοδαποί

135

20

1.025 375

1.372 723

804 182

3.336 1.300

Χωρίς τόπο

1

1

Σύνολο

340

77

4.141 2.305

3.226 2.132

1.890 694

1

9.598 5.208

Πηγές : βλ. Πίν. 8 και 30. (α) εγγεγραμμένοι, (β) διπλωματούχοι.

Πηγές : βλ. Πίν. 8 και 30. (α) εγγεγραμμένοι, (β) διπλωματούχοι.

Η υπεροχή της Ιατρικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου σε διπλωματούχους δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί. Οφείλεται, προφανώς, στο ότι και οι δύο αυτές σχολές οδηγούσαν σε επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων χρειαζόταν δίπλωμα- χωρίς αυτό, ούτε οι γιατροί ούτε οι φαρμακοποιοί, τουλάχιστο στο ελληνικό κράτος, μπορούσαν να πάρουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου, λόγω των έκτακτων υγειονομικών αναγκών της χώρας και της έλλειψης ιατρικού προσωπικού, τα κριτήρια ήταν ακόμη ελαστικά : θυμίζω ότι σε δευτερεύουσες θέσεις γιατρών στον στρατό και στο ναυτικό η σε μέρη όπου δεν υπήρχαν διπλωματούχοι γιατροί μπορούσαν να διορίζονται και απόφοιτοι της Ιατρικής μετά από διετή παρακολούθηση ιατρικών μαθημάτων6. Πολύ γρήγορα όμως το δίπλωμα έγινε υπο-

6. Βλ. εδώ, σ. 137.

Σελ. 413
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/414.gif&w=600&h=915

υποχρεωτικό για όλους. Αρμόδιο για την έκδοση αδειών ασκήσεως του ιατρικού

και φαρμακευτικού επαγγέλματος ήταν το Ιατροσυνέδριο, που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό το 18347. Η παροχή της σχετικής αδείας γινόταν μετά από θεωρητικές και πρακτικές εξετάσεις. Από το 1862 οι εξετάσεις των διπλωματούχων της Ιατρικής έπαψαν να διενεργούνται από το Ιατροσυνέδριο και πέρασαν στην Ιατρική Σχολή8. Με βάση τις θεσμοθετήσεις αυτές, οι απόφοιτοι της Ιατρικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου που δεν είχαν δίπλωμα μόνο ανεπίσημα και καταχρηστικά μπορούσαν να ασκήσουν το επάγγελμα του γιατρού η του φαρμακοποιού. Τέτοιες περιπτώσεις δεν λείπουν, φυσικά, όπως δείχνει η καταγγελία ενός πανεπιστημιακού στη Σύγκλητο το 1850 ότι γίνεται «κατάχρησις» των αποφοιτηρίων, ακόμη και στην Ιατρική, και ότι με αυτά «προάγονται εις το Ιατρικόν επάγγελμα άνθρωποι μη κάτοχοι έτι της Ιατρικής επιστήμης»9. Ωστόσο οι περιπτώσεις αυτές δεν αποτελούσαν τον κανόνα. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η αυστηρότητα του θεσμικού πλαισίου υ

ποχρέωνε τους φοιτητές της Ιατρικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου να ολοκληρώνουν σε μεγάλο ποσοστό τις σπουδές τους10.

Ανάλογο είναι και το ενδιαφέρον των αλλοδαπών φοιτητών της Ιατρικής για το δίπλωμα. Αν και το ποσοστό τους είναι χαμηλότερο από εκείνο των ημεδαπών, είναι όμως αρκετά υψηλότερο από το ποσοστό των αλλοδαπών διπλωματούχων των άλλων σχολών. Βέβαια, το θεσμικό πλαίσιο ως προς την

άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος δεν ήταν στον έξω ελληνισμό τόσο αυστηρό όσο στο ελληνικό κράτος. Οπωσδήποτε όμως ένα δίπλωμα προσέδιδε περισσότερο κύρος και μεγαλύτερη επαγγελματική πελατεία.

Η επόμενη σχολή σε ποσοστό διπλωματούχων, αλλά με σημαντική διαφορά από την Ιατρική, είναι η Νομική. Παρότι η σχολή αυτή έχει την πρώτη θέση στις επιλογές των ημεδαπών τουλάχιστο φοιτητών, εκείνοι που φτάνουν

7. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 23, 27 Ιουν./9 Ιουλ. 1834.

8. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 101-103" πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Γ', σ. 195. Ονομαστικοί κατάλογοι των εξεταζομένων κάθε χρόνο διδακτόρων δημοσιεύονται στις πρυτανικές λογοδοσίες.

9. Π.Σ.,23 Μαΐου 1850.

10. Σχολιάζοντας το 1850 ο πρύτανης Γ. Α. Μαυροκορδάτος το γεγονός ότι η Ιατρική Σχολή είχε αναδείξει ως τότε 31 διπλωματούχους και το Φαρμακευτικό Σχολείο 42, ενώ η Νομική μόνο 8 και η Φιλοσοφική 3, σημειώνει ότι αυτό οφείλεται στην αυστηρότητα του Ιατροσυνεδρίου : «Ουδ' ιατρόν άνευ διδακτορικού διπλώματος την ιεράν

ασκείν τέχνην επέτρεψεν, ουδέ φαρμακοποιόν άνευ πτυχίου κεκτήσθαι φαρμακείον άμα συστάν το ιατροσυνέδριον και δήτα και ιατροί και φαρμακοποιοί, εξετάσεις υποστάντες, ό,τι πλείστοι ανεδείχθησαν» (Γ. Μαυροκορδάτος, Λόγοι, 1850, σ. 55).

Σελ. 414
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/415.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4 Εγγεγραμμένοι, διπλωματούχοι, διαρροές (1837-1880) (βλ. Πίν. 35)

4500

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική Φαρμ. Σχολείο

στο δίπλωμα είναι πολύ λιγότεροι από τους φοιτητές της Ιατρικής. Τους λόγους πρέπει να τους αναζητήσουμε στις γνωστές ιδιομορφίες της Νομικής και ειδικότερα στο γεγονός ότι οι φοιτητές της δεν είχαν απόλυτη ανάγκη να πάρουν δίπλωμα.

Όπως ξέρουμε, οι νομικές σπουδές δεν οδηγούσαν απαραιτήτως σε ένα

εξειδικευμένο επάγγελμα, όπως αυτό του δικηγόρου η του δικαστικού. Οι διπλωματούχοι της Νομικής αλλά και οι απλοί απόφοιτοι της σχολής αυτής είχαν πολλές ευκαιρίες να βρουν μια θέση στην κρατική διοίκηση η να ασκήσουν επαγγέλματα που δεν είχαν άμεση σχέση με τις νομικές σπουδές. Το δίπλωμα της Νομικής ήταν απαραίτητο κυρίως για τους δικηγόρους. Η υποχρέωση αυτή θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά με διάταγμα το 184711. Ως τότε για τη χορήγηση της δικηγορικής άδειας αρκούσε ο υποψήφιος να έχει ερ-

11. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 34,10 Δεκ. 1847, σ. 260. Για το δικηγορικό επάγγελμα βλ. Λύντια Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις... Μια διαδρομή στον 19ο αιώνα, ΑθήναΚομοτηνή, εκδόσεις Σάκκουλα, 2003.

Σελ. 415
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/416.gif&w=600&h=915

εργαστεί ένα χρόνο τουλάχιστο κοντά σε δικηγόρο και να δώσει εξετάσεις σε ειδική επιτροπή δικαστικών. Από την υποχρέωση των εξετάσεων εξαιρούνταν όσοι είχαν δίπλωμα Νομικής από ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο12. Με το διάταγμα του 1847, που εκδόθηκε όταν είχε απολυθεί ήδη ο πρώτος διδάκτορας της Νομικής (1846), ο υποψήφιος δικηγόρος υποχρεωνόταν, εκτός από τη μαθητεία σε δικηγορικό γραφείο, να έχει «δίπλωμα νομικών σπουδών εν τω Ημετέρω ή αλλοδαπώ τινί Πανεπιστημίω». Η ρύθμιση αυτή συνετέλεσε στην αναβάθμιση του διπλώματος της Νομικής και δεν είναι ίσως τυχαίο ότι απ' αυτήν

ακριβώς την εποχή οι φοιτητές της Νομικής αρχίζουν να προσέρχονται στις διπλωματικές εξετάσεις. Πιθανώς όμως οι προϋποθέσεις του διατάγματος του 1847, όσον αφορά την κατοχή διπλώματος, δεν τηρούνταν πάντα. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει η έκδοση ψηφίσματος το 1863, που επαναλάμβανε ότι μόνο οι διδάκτορες και οι τελειοδίδακτοι της Νομικής η οι κάτοχοι ανάλογου διπλώματος ξένου Πανεπιστημίου είχαν δικαίωμα να δώσουν εξετάσεις για να πάρουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος13.

Απαραίτητο ήταν το δίπλωμα της Νομικής, από κάποια στιγμή, και για τους ανώτερους δικαστικούς υπαλλήλους. Οι ειρηνοδίκες όμως, όπως και οι συμβολαιογράφοι, δεν ήταν απαραίτητο να είναι διπλωματούχοι: διορίζονταν μετά από εξετάσεις σε επιτροπή δικαστικών, από τις οποίες εξαιρούνταν στην πρώτη περίπτωση οι κατέχοντες πανεπιστημιακό πτυχίο, ενώ στη δεύτερη οι δικηγόροι με δίπλωμα Νομικής και ορισμένες κατηγορίες δικαστικών14. Με τον νόμο «Περί προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων» του 1877 οι προϋποθέσεις διορισμού στις παραπάνω θέσεις γίνονται αυστηρότερες, αλλά και πάλι το δίπλωμα της Νομικής δεν κρίνεται απολύτως απαραίτητο15. Χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ήταν το δίπλωμα της Νομικής και για τη δημόσια διοίκηση. Μόνο στις ανώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού ένας διπλωματούχος της σχολής αυτής είχε περισσότερες πιθανότητες να διοριστεί από έναν

απλό απόφοιτο του Πανεπιστημίου.

Ας σημειωθεί, με την ευκαιρία αυτή, ότι οι πανεπιστημιακές αρχές είχαν προτείνει κατά καιρούς τη λήψη διαφόρων μέτρων που θα συντελούσαν στην κατοχύρωση και αναβάθμιση των ακαδημαϊκών τίτλων. Έτσι, το 1846 ο πρύτανης Θεόδωρος Μανούσης προτείνει να μη διορίζονται σε δημόσιες θέσεις παρά

12. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 37,31 Ιουλ. 1836, σ. 171-172.

13. Στο ίδιο, αρ. 34,19 Σεπτ. 1863, σ. 178-179.

14. Στο ίδιο, αρ. 57,3 Αυγ. 1866, σ. 365-366 και αρ. 26,12 Ιουλ. 1874, σ. 173-174.

15. Στο ίδιο, αρ. 2,4 Ιαν. 1878, σ. 15.

Σελ. 416
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/417.gif&w=600&h=915

μόνο εκείνοι που είχαν αποδείξεις «της εν τω Πανεπιστημίω προσηκούσης αυτών σπουδής», έτσι ώστε να κλείσουν οι πόρτες στην «ημιμάθεια» και την «άγυρτεία»16. Σε άλλες περιπτώσεις οι πανεπιστημιακές αρχές ζητούν να προσλαμβάνονται στο δημόσιο με διαγωνισμό «οι αριστεύοντες εις τας διδακτορικάς

εξετάσεις» και να αποκλείονται από ορισμένες θέσεις όσοι δεν έχουν διδακτορικό δίπλωμα17. Οι προτάσεις αυτές όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Μια κάποια προσπάθεια για θεσμική κατοχύρωση των διπλωμάτων είχε γίνει στον νόμο περί τύπου του 1837, όπου οι «υπεύθυνοι συντάκτες» των πολιτικών εφημερίδων υποχρεώνονταν μετά από παρέλευση πέντε ετών να έχουν αποδεικτικό πανεπιστημιακών σπουδών. Έ σχετική διάταξη όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ18. Μόνο στη δεκαετία του 1880, στο πλαίσιο των προσπαθειών για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, η πολιτεία προχωρεί στη λήψη κάποιων μέτρων. Έτσι, στον νόμο ΑΡΝΓ' του 1884 προβλέπεται ότι για να προαχθεί ένας υπάλληλος υπουργείου σε ορισμένες ανώτερες θέσεις πρέπει να έχει δίπλωμα διδάκτορα η τελειοδίδακτου του Πανεπιστημίου· κάτι ανάλογο προβλεπόταν και σε προγενέστερο νόμο για τους ανώτερους υπαλλήλους των προξενικών υπηρεσιών19. Και πάλι όμως επρόκειτο για περιστασιακές ρυθμίσεις με αμφίβολα αποτελέσματα.

Έτσι όπως ήταν τα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι περίεργο που ένα μεγάλο ποσοστό φοιτητών της Νομικής δεν έπαιρνε δίπλωμα. Κατά βάση, το δίπλωμα ενδιέφερε μόνο εκείνους που ήθελαν να ασκήσουν το επάγγελμα του δικηγόρου και του δικαστικού η να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική. Για τους υπόλοιπους τα πιστοποιητικά σπουδών, που χορηγούσε εύκολα το Πανεπιστήμιο, ήταν αρκετά για την αναζήτηση μιας εργασίας στον ευρύ χώρο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Πολύ λιγότερο ενδιέφερε το δίπλωμα εκείνους που σκόπευαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό, όπως και μια μερίδα φοιτητών με πνευματικές και λογοτεχνικές ανησυχίες. Για τους τελευταίους η Νομική δεν ήταν απλώς και μόνο μια σχολή παραγωγής διπλωματούχων και μέσο για επαγγελματική αποκατάσταση, αλλά κυρίως ένας χώρος γενικής πνευματικής καλλιέργειας20.

16. Θ. Μανούσης-Α. Βενιζέλος, Λόγοι, 1846, σ. 8· πβ. σ. 22.

17. Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854;!, σ. 9.

18. Βλ. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 37,23 Νοεμ. 1837, σ. 152 («Νόμος περί εξυβρίσεως εν γένει και περί τύπου»). Η υποχρέωση αυτή παρατάθηκε το 1843 για τρία

ακόμη χρόνια, για να ματαιωθεί στη συνέχεια οριστικά (στο ίδιο, αρ. 9,25 Μαρτ. 1843, σ. 42· πβ. εφ. Αιών, αρ. 428, 28 Μαρτ. 1843).

19. Βλ. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 593, τ. Β', σ. 154-157, τ. Γ', σ. 205-206.

20. Είναι γνωστό ότι η Νομική μαζί με τη Φιλοσοφική ήταν οι σχολές που προτι-

Σελ. 417
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/418.gif&w=600&h=915

Πολύ μεγαλύτερες ακόμη είναι οι διαρροές στη Φιλοσοφική και τη Θεολογική. Όπως είδαμε παραπάνω, από τους εγγεγραμμένους στη Φιλοσοφική ημεδαπούς φοιτητές -για τους αλλοδαπούς θα μιλήσουμε παρακάτω- παίρνουν δίπλωμα λιγότεροι από τους μισούς και μάλιστα όχι όλοι από τη Φιλοσοφική (από τη σχολή αυτή παίρνει δίπλωμα μόνο το 65,9% και το υπόλοιπο 34,1% από άλλες σχολές), ενώ από τους εγγεγραμμένους στη Θεολογική το 1/4 περίπου. Το εξαιρετικά μικρό ποσοστό διπλωματούχων της Θεολογικής οφείλεται στο ότι ένα μεγάλο μέρος φοιτητών της σχολής αυτής ήταν μοναχοί, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως για το δίπλωμα, αλλά και στο ότι η

επαγγελματική αξία και χρησιμότητα του διπλώματος ήταν αμελητέα. Αρκεί να σημειώσουμε ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο στους λίγους θεολόγους που υπηρετούσαν στη μέση εκπαίδευση. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, το δίπλωμα της Θεολογικής δεν ήταν παρά ένας τιμητικός τίτλος.

Η αδιαφορία των φοιτητών της Θεολογικής για το δίπλωμα απασχόλησε πολλές φορές τις πανεπιστημιακές αρχές και τους κοσμήτορες της σχολής. Με διαβήματά τους προς την πολιτεία θα ζητήσουν να ληφθούν μέτρα για την κατοχύρωση του διπλώματος η τουλάχιστο να δοθούν κάποια κίνητρα στους φοιτητές για να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους. Έτσι, το 1866 η Θεολογική Σχολή θα ζητήσει να μη διορίζονται σε ανώτερες εκκλησιαστικές θέσεις (επισκόπων, ιεροκηρύκων, κατηχητών, καθηγητών ιερατικών σχολών κ.ά.) παρά μόνο οι διπλωματούχοι της σχολής21, ενώ παρόμοια υπομνήματα έγιναν και

προτιμούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι νέοι με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, από τους 20 πιο γνωστούς λογοτέχνες που γεννήθηκαν μεταξύ 1849-1869 (οι περισσότεροι ανήκουν στη λεγόμενη γενιά του 1880) και σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο, είχαν

εγγραφεί 10 στη Νομική (Ε. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους, I. Παπαδιαμαντόπουλος, Γ. Δροσίνης, Κ. Παλαμάς, I. Πολέμης, I. Δαμβέργης, Κ. Χατζόπουλος, Μ. Μαλακάσης, Γ. Σουρής· ο τελευταίος έκανε μετεγγραφή στη Φιλοσοφική),9 στη Φιλοσοφική (Γ. Βιζυηνός, Δ. Κορομηλάς, Α. Πάλλης, Α. Προβελέγγιος, Α. Παπαδιαμάντης, Α. Μωραϊτίδης, Ν. Καμπάς, Λ. Μαβίλης, Γρ. Ξενόπουλος) και 1 στην Ιατρική (Α. Καρκαβίτσας)·

απ' αυτούς πήραν δίπλωμα 5 μόνο (3 από τη Νομική, 1 από τη Φιλοσοφική και 1 από την Ιατρική). Πόσο ασυνήθιστο ήταν ένας φοιτητής αυτής της κατηγορίας να παίρνει δίπλωμα το δείχνει ένα πνευματώδες σχόλιο του Κωστή Παλαμά. Αναφερόμενος στον Κ. Χατζόπουλο, ο οποίος το 1889 πήρε δίπλωμα Νομικής, γράφει: «αντίθετα από τα συνήθεια των πιστών της ποιητικής τέχνης, εξαίρεση στον κανόνα της φυλής μας (...) ο Χατζόπουλος δε γράφτηκε μονάχα στο Πανεπιστήμιο μας φοιτητής της Νομικής· τα σπούδασε τα Νομικά και πήρε και το δίπλωμά του». Βλ. Κ. Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, επιμ. Γιώργος Βελουδής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1986, σ. 8.

21. Δημ. Σ. Μπαλάνος, Ιστορία της βιολογικής Σχολής, στη σειρά: Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Εκατονταετηρίς 1837-1937, Αθήνα 1937, σ. 27. Το ίδιο υποστηρίζει και ο πρύτανης Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ.

Σελ. 418
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/419.gif&w=600&h=915

στα επόμενα χρόνια. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται επίσης μια πρόταση που κάνει το 1878 ο πρύτανης Ν. Δαμαλάς, να περιληφθεί σε νόμο σχετικό με τα προσόντα των κληρικών διάταξη που θα προβλέπει ότι οι πτυχιούχοι της Θεολογικής που θα χειροτονούνται ιερείς θα παίρνουν από το εκκλησιαστικό ταμείο 50 δρχ. τον μήνα22. Οι προτάσεις αυτές όμως δεν είχαν πρακτικό αποτέλεσμα.

Κάπως διαφορετικά είναι τα πράγματα στη Φιλοσοφική. Κατ' αρχήν πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η σχολή αυτή παρήγαγε δύο κατηγορίες εκπαιδευτικού προσωπικού: καθηγητές για τα Γυμνάσια (φιλολόγους, μαθηματικούς και φυσικούς) και διδασκάλους για τα Ελληνικά σχολεία. Ο αριθμός των διπλωματούχων μαθηματικών και φυσικών ως τα τέλη της δεκαετίας του 1860 ήταν εξαιρετικά μικρός -είχαν πάρει δίπλωμα από τη Φιλοσοφική 10 με ειδίκευση μαθηματικού και ένας μόνο με ειδίκευση φυσικού-, γεγονός που βρίσκεται σε συνάρτηση με τον κλασικιστικό χαρακτήρα των Γυμνασίων και τον περιορισμένο αριθμό θέσεων για τις παραπάνω ειδικότητες. Ως την εποχή αύτη, αλλά και αργότερα, όταν δεν υπήρχαν ειδικοί καθηγητές, τα φυσικομαθηματικά διδάσκονταν από διπλωματούχους η απόφοιτους του φιλολογικού τμήματος, οι οποίοι, όπως ξέρουμε, είχαν διδαχθεί στο Πανεπιστήμιο στοιχειώδη μαθηματικά και φυσική, η από μαθηματικούς που δεν είχαν φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο23 . Ο αριθμός των μαθηματικών και των φυσικών θα αυξηθεί από τη δεκαετία κυρίως του 1880 δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια περιορισμένη έστω αναβάθμιση των επιστημονικών μαθημάτων στη μέση εκπαίδευση.

Ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να δούμε είναι οι προϋποθέσεις διορισμού του εκπαιδευτικού προσωπικού. Το πρώτο διάταγμα για την οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης, που εκδόθηκε λίγο πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου (1836), όριζε ότι οι καθηγητές των Γυμνασίων έπρεπε να έχουν αποδεικτικό φοίτησης στη Φιλοσοφική και ότι ο διορισμός τους θα γινόταν μετά από εξετάσεις σε επιτροπή διοριζόμενη από το υπουργείο Παιδείας. Σε εξετάσεις θα υποβάλλονταν και οι υποψήφιοι ελληνοδιδάσκαλοι, οι οποίοι έπρεπε «να έχωσι τελειωμένα τα μαθήματα του γυμνασίου» και «να ήναι γυμνα-

19. Οι παραπάνω προτάσεις οδήγησαν το 1880 στη σύνταξη ενός νομοσχεδίου, το οποίο όμως δεν ψηφίστηκε, που πρόβλεπε ότι οι υποψήφιοι για θέση επισκόπου έπρεπε, ανά

μεσα στις άλλες προϋποθέσεις, να διαθέτουν και πτυχίο Θεολογικής (βλ. Εφημερίς των

Φιλομαθών ΚΖ', 1879-80, σ. 320).

22. Ν. Δαμαλάς, Λόγος, 1880, σ. 19.

23. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει κυρίως από καταλόγους καθηγητών Γυμνασίων στις δεκαετίες του 1870 και 1880.

Σελ. 419
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/420.gif&w=600&h=915

γυμνασμένοι πρακτικώς εις την διδασκαλίαν είτε εις ελληνικόν τι σχολείον ή εις άλλο ιδιωτικόν όπου διδάσκονται τα αυτά μαθήματα»24. Οι προϋποθέσεις αυτές ίσχυσαν ως το 1850, οπότε με νέο διάταγμα ορίστηκε ότι οι καθηγητές έπρεπε να είναι τουλάχιστο τελειοδίδακτοι της Φιλοσοφικής, ενώ οι ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να έχουν αποδεικτικό ότι παρακολούθησαν επί δύο χρόνια τα μαθήματα του φιλολογικού τμήματος και του Φιλολογικού Φροντιστηρίου της ίδιας σχολής25.

Όλα αυτά όμως έμειναν στα χαρτιά. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα οι περισσότεροι ελληνοδιδάσκαλοι ήταν απόφοιτοι Ελληνικών σχολείων η μαθητές Γυμνασίων, ενώ πολλοί καθηγητές δεν είχαν άλλο προσόν από το απολυτήριο του Γυμνασίου. Όσο για τις εξετάσεις, αυτές ήταν τυπικές και δεν γίνονταν πάντοτε. Η ελαστικότητα αυτή οφειλόταν στην έλλειψη διδακτικού προσωπικού με τα προσόντα που όριζε ο νόμος, αφού η Φιλοσοφική μόλις είχε αρχίσει να απολύει τους πρώτους διπλωματούχους : ως το 1852 είχαν απολυθεί

τρεις διδάκτορες, δύο τελειοδίδακτοι και ένας μόνο ελληνοδιδάσκαλος. Τα πράγματα δεν άλλαξαν πολύ όμως ούτε μετά την έκδοση του διατάγματος του 1850. Ο αριθμός των ελληνοδιδασκάλων συνέχισε να είναι ανεπαρκής για τις εκπαιδευτικές ανάγκες της χώρας, πράγμα που υποχρέωσε το υπουργείο Παιδείας να διορίσει στα Ελληνικά σχολεία «βοηθούς» ελληνοδιδασκάλων26: μια ιδιότυπη κατηγορία εκπαιδευτικών, αποτελούμενη από φοιτητές της Φιλοσοφικής, αλλά και άλλων σχολών, τελειόφοιτους του Γυμνασίου, πρώην δημοδιδασκάλους κ.ά. Ανάλογες ελλείψεις υπήρχαν και σε καθηγητές Γυμνασίων, στη θέση των οποίων διορίζονταν φοιτητές της Φιλοσοφικής με την ιδιότητα των «άναπληρωτών»27. Καθώς όμως τα προσόντα των βοηθών και των αναπληρωτών ήταν σε πολλές περιπτώσεις ανεπαρκή, το υπουργείο Παιδείας συγκρότησε στις

αρχές της δεκαετίας του 1860 εξεταστική επιτροπή για να κρίνει ποιοι απ' αυτούς ήταν κατάλληλοι να παραμείνουν στις θέσεις τους28.

Το πρόβλημα του διδακτικού προσωπικού συνέχισε να είναι οξύ και στις

επόμενες δεκαετίες. Οι διπλωματούχοι της Φιλοσοφικής δεν έφταναν για να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες, τουλάχιστο των Ελληνικών σχολείων, με

αποτέλεσμα το υπουργείο Παιδείας να προσφεύγει συνεχώς σε διορισμούς

24. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 233-234,246.

25. Στο ίδιο, σ. 255.

26. Στο ίδιο, σ. 317-318.

27. Στο ίδιο, σ. 323-324. Πβ. Δ. Δρόσος, Προς την αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα. Έκθεσις..., ό.π., σ. 20.

28. Παρίσης, ό.π., σ. 322-325.

Σελ. 420
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/421.gif&w=600&h=915

«βοηθών», τους οποίους από καιρό σε καιρό υπέβαλλε σε εξετάσεις για να τους κατατάξει με βάση τα προσόντα και τα χρόνια υπηρεσίας τους σε ανάλογες διδασκαλικές βαθμίδες29. Με την πάροδο του χρόνου, πάντως, οι προϋποθέσεις διορισμού των βοηθών γίνονταν αυστηρότερες : δεν αρκούσε πλέον να

έχουν απολυτήριο Γυμνασίου, αλλά να έχουν φοιτήσει ένα χρόνο τουλάχιστο στη Φιλοσοφική.

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, το διάταγμα του 1850 σχετικά με τα προσόντα των καθηγητών και μάλιστα των ελληνοδιδασκάλων εν μέρει μόνο λειτούργησε, αφού δεν υπήρχε αρκετό διδακτικό προσωπικό με πανεπιστημιακό δίπλωμα, γεγονός που συνδέεται με το μειωμένο ενδιαφέρον των φοιτητών της Φιλοσοφικής για την απόκτηση διπλώματος. Η στάση τους αυτή θέτει ένα γενικότερο ζήτημα που αφορά τη θέση των εκπαιδευτικών στην ελληνική κοινωνία. Σε όλον τον 19ο αιώνα -αλλά και αργότερα βέβαια- οι εκπαιδευτικοί παραπονούνται συχνά ότι οι μισθοί τους ήταν χαμηλοί και δεν έφταναν να τους εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή30, ότι οι μεταθέσεις τους γίνονταν συ-

29. Στο ίδιο, σ. 421-422,423-424,511 (διατάγματα από 10 Οκτ. 1881,26 Ιαν. 1882, 28 Ιουλ. 1884), τ. Β', σ. 54-56 (διάταγμα από 15 Ιουν. 1885) και τ. Γ', σ. 162-164 (διατάγματα και έγγραφα από 19 και 24 Αυγ. 1891).

30. Με αφορμή μια απόφαση του υπουργείου Παιδείας που απαγόρευε στους εκπαιδευτικούς του δημοσίου το «ιδιωτικώς διδάσκειν» (τέτοιες αποφάσεις ήταν αρκετά συχνές, βλ. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 285-286,325,459-460),ο εκπαιδευτικός Μ. Π. Περίδης κάνει γύρω στο 1870 ένα λεπτομερή ισολογισμό των εσόδων και εξόδων των εκπαιδευτικών. Ένας καθηγητής, γράφει, παίρνει επίσημα 250 δρχ. τον μήνα, αλλά στην πραγματικότητα 233. Απ' αυτές δαπανά 90 δρχ. για ενοίκιο και 50 για τροφή και ενδυμασία μιας υπηρέτριας και του μένουν μόνο 93 δρχ., με τις οποίες είναι υποχρεωμένος να καλύψει ολα τα άλλα προσωπικά και οικογενειακά του έξοδα : διατροφή, ένδυση, υπόδηση κλπ. Χειρότερη, συνεχίζει, είναι η κατάσταση των ελληνοδιδασκάλων και ιδιαίτερα των δασκάλων των Δημοτικών σχολείων. Ένας δάσκαλος γ' κατηγορίας παίρνει 62 δρχ. τον μήνα, ποσό χαμηλότερο από εκείνο που κερδίζει ένας οικοδόμος η ένας ξυλουργός, τη στιγμή που μόνο για «ξηρόν άρτον» χρειάζεται 25 δρχ. [Μ. Π. Περίδης], Οι Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως υπουργοί και ιδίως ο νυν, Αθήνα 1872, σ. 9-10. Η κατάσταση αυτή αναγκάζει συχνά τους εκπαιδευτικούς να δουλεύουν σε ιδιωτικά σχολεία, να κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα και γενικά να ετεροαπασχολούνται, γεγονός που οδηγεί στη μείωση «της απαιτουμένης εις την ακριβή εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτών σωματικής και πνευματικής ρώμης», όπως παρατηρεί το 1880 ο υπουργός Παιδείας Α. Δ. Αυγερινός (Εφημερίς των Φιλομαθών, ΚΖ', 1879-80, σ. 316-317). Οι διαπιστώσεις αυ

τές συνοδεύονται από προτάσεις για τη βελτίωση των αποδοχών τους, έτσι ώστε να αναβαθμιστεί το διδασκαλικό επάγγελμα : «η βεβαιότης ανεξαρτήτου και ανέτου βίου θέλει

ανυψώσει το διδασκαλικόν επάγγελμα και επίζηλον αυτό καταστήσει» (ανώνυμο άρθρο με το αρχικώνυμο Θ., «Περί της νυν εν Ελλάδι εκπαιδεύσεως», Χρυσαλλις 3,1865, σ. 357). Για τους μισθούς του προσωπικού της μέσης εκπαίδευσης βλ. εδώ, σ. 403-404, σημ. 2.

Σελ. 421
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/422.gif&w=600&h=915

συχνά με κριτήρια πολιτικά και κομματικά, ότι το κοινωνικό τους κύρος ήταν περιορισμένο σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες διπλωματούχων του Πανεπιστημίου (δικηγόρους, γιατρούς). Δεν ενδιαφέρει τόσο αν οι ισχυρισμοί αυτοί ανταποκρίνονταν ακριβώς στην πραγματικότητα, όσο ότι αποτελούσαν κοινή συνείδηση στο σώμα των εκπαιδευτικών. Η ίδια αίσθηση αναπαράγεται και σε ένα μεγάλο τμήμα φοιτητών της Φιλοσοφικής, οι οποίοι, θεωρώντας ότι το διδασκαλικό επάγγελμα ήταν οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένο, δεν ήταν διατεθειμένοι να μπουν στη διαδικασία των διπλωματικών εξετάσεων για να διοριστούν στη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο που το ίδιο το υπουργείο Παιδείας τους έδινε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν μια θέση εκπαιδευτικού χωρίς να έχουν πάρει δίπλωμα. Βέβαια, η θέση αυτή ήταν ιεραρχικά και μισθολογικά κατώτερη. Χάρη στην ελαστικότητα του συστήματος ό

μως, μπορούσαν να ελπίζουν ότι με τα χρόνια θα προάγονταν, με η χωρίς εξετάσεις, από βοηθοί η αναπληρωτές σε ελληνοδιδασκάλους και καθηγητές.

Πέρα από την εκπαίδευση υπήρχαν και κάποιες εναλλακτικές λύσεις για

εκείνους τουλάχιστο που δεν αντιμετώπιζαν πιεστικά οικονομικά προβλήματα. Μπορούσαν, για παράδειγμα, να μεταπηδήσουν από τη Φιλοσοφική σε

άλλη σχολή, με καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές, και να πάρουν δίπλωμα απ' αυτήν. Έτσι, αντί να σπουδάζει κάποιος δύο χρόνια στη Φιλοσοφική για να «εκσφενδονισθή» κατόπιν «τήδε κακείσε» ως ελληνοδιδάσκαλος, προτιμά να θυσιάσει δύο ακόμη χρόνια και «εξέρχεται οπαδός του Ασκληπιού η της Θέμιδος, ανεξάρτητος και αγέρωχος, και ουχί ψοφοδεής διδάσκαλος

εκατοντάδραχμος, υποχρεούμενος κατ' έτος να θυσιάζη τρεις όλους μήνας περιφερόμενος εις τας ευρείας των Αθηνών αγυιάς κατά τα κυνικά καύματα, και νυχθημερόν αναιβοκατεβαίνων τας βαθμίδας του υπουργείου, και προσλιπαρών ενίοτε και αυτόν τον κλητήρα, όπως επιτύχη ουχί μέγα τι και ζηλωτόν,

αλλ' απλήν τινα μετάθεσιν εις τόπον, ένθα συμβιβάζεται πληρέστατα το συμφέρον της υπηρεσίας με το οικογενειακόν του»31.

Τελικά όμως φαίνεται ότι η πλειονότητα των φοιτητών της Φιλοσοφικής που δεν έπαιρναν δίπλωμα απασχολούνταν στην εκπαίδευση, τη δημόσια και την ιδιωτική, η ασκούσαν σε προσωρινή η μόνιμη βάση το επάγγελμα του «προγυμναστή» μαθητών, χωρίς να διακόπτουν απαραιτήτως και τη σχέση τους με το Πανεπιστήμιο. Πολλοί ήταν εκείνοι που διατηρούσαν για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα την ιδιότητα του φοιτητή, κάνοντας κάθε χρόνο μια

31. «Περί της εν Ελλάδι μέσης εκπαιδεύσεως», Φιλίστωρ, 3,1862, σ. 55-56.

Σελ. 422
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/423.gif&w=600&h=915

τυπική εγγραφή και εμφανιζόμενοι στο τέλος του έτους για να πάρουν από τους καθηγητές αποδείξεις ακροάσεως32, με την προοπτική ότι κάποια στιγμή θα έδιναν εξετάσεις για δίπλωμα. Η στιγμή αυτή όμως συνήθως δεν ερχόταν, καθώς είχαν εξασφαλίσει ενδεχομένως μια θέση και το δίπλωμα δεν είχε να τους προσφέρει πολλά πράγματα. Πέρα από την εκπαίδευση, οι «αδίπλωτοι» φοιτητές της Φιλοσοφικής μπορούσαν να εργαστούν στον χώρο της δημόσιας διοίκησης η να ασκήσουν ορισμένα ελεύθερα επαγγέλματα, όπως του δημοσιογράφου, του μεταφραστή κλπ., τα οποία είλκυαν περισσότερο φοιτητές με πολιτικά ενδιαφέροντα και πνευματικές ανησυχίες.

Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, ότι το ενδιαφέρον για το δίπλωμα είναι μικρότερο στους αλλοδαπούς παρά στους ημεδαπούς φοιτητές της Φιλοσοφικής (22,6% εναντι 47,1%, βλ. Πίν. 37),παρότι οι πρώτοι προτιμούν κατά την εγγραφή τους περισσότερο τη σχολή αυτή. Αλλά και από τους αλλοδαπούς διπλωματούχους που είχαν εγγραφεί αρχικά στη Φιλοσοφική μόνο οι μισοί παίρνουν δίπλωμα από τη σχολή αυτή· οι υπόλοιποι παίρνουν δίπλωμα από άλλες σχολές και κυρίως από την Ιατρική, η οποία ξέρουμε ότι τους ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Προφανώς, η μεγάλη έλλειψη δασκάλων και καθηγητών που παρατηρείται σε όλον τον 19ο αιώνα στα σχολεία του έξω ελληνισμού καθιστούσε το δίπλωμα της Φιλοσοφικής σχεδόν περιττό. Έχοντας ένα πιστοποιητικό από το Πανεπιστήμιο ότι παρακολούθησαν για ένα διάστημα τα μαθήματα της Φιλοσοφικής, οι αλλοδαποί που ήθελαν να σταδιοδρομήσουν στην πατρίδα τους ως εκπαιδευτικοί μπορούσαν εύκολα να βρουν μια θέση. Εξάλλου, αρκετοί αλλοδαποί σπούδαζαν στη Φιλοσοφική με υποτροφίες κοινοτήτων και έπρεπε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους το συντομότερο δυνατόν για να καλύψουν τις α

νάγκες σε εκπαιδευτικά προσωπικό.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

Μια τελευταία παράμετρος την οποία αξίζει να εξετάσουμε είναι η διάρκεια των σπουδών. Από όσα είπαμε ως τώρα φάνηκε, νομίζω, ότι υπάρχει μια

32. Το 1884 το υπουργείο Παιδείας κοινοποιεί με έγγραφό του στην πρυτανεία κατάλογο ονομάτων φοιτητών που εργάζονταν ως βοηθοί σε Ελληνικά σχολεία, ζητώντας να μην τους δοθούν αποδείξεις ακροάσεως: «επειδή δε δυνατόν οι βοηθοί ούτοι, κατά τα τέλη του ακαδημαϊκού έτους να προσέλθωσι ζητούντες αποδείξεις ακροάσεως μαθημάτων, διά τούτο έγνωμεν να επιστείλωμεν υμίν τον πίνακα τούτον όπως αι διάφοροι Σχολαί είναι εν γνώσει της εξ Αθηνών απουσίας των φοιτητών τούτων, και οι κ.κ. Καθηγηταί αρνηθώσιν ούτω την παροχήν αποδείξεων ακροάσεως». Βαμπάς, Νόμοι, σ. 71.

Σελ. 423
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/424.gif&w=600&h=915

έντονη κινητικότητα στο φοιτητικό σώμα. Φοιτητές εγγράφονται και μετεγγράφονται στις διάφορες σχολές, παρακολουθώντας άλλοι κανονικά και άλλοι αραιά η καθόλου τα μαθήματα. Αρκετοί απ' αυτούς ολοκληρώνουν τις σπουδές τους και παίρνουν δίπλωμα, ενώ άλλοι εγκαταλείπουν κάποια στιγμή το Πανεπιστήμιο, αρκούμενοι σε ένα απλό αποφοιτήριο. Υπάρχουν επίσης και εκείνοι που για διάφορους λόγους, εργασιακούς κυρίως, αφήνουν για ένα διάστημα το Πανεπιστήμιο και επανέρχονται κατόπιν. Η κινητικότητα αυτή καθιστά εξαιρετικά δύσκολο τον προσδιορισμό της μέσης διάρκειας των σπουδών. Μια κάποια βοήθεια θα μπορούσαν να μας δώσουν τα βιβλία «ανανεώσεως εγγραφής»· και πάλι όμως τα σχετικά στοιχεία δεν θα ήταν ακριβή,

αφού πολλοί απ' αυτούς που ανανεώνουν την εγγραφή τους δεν φοιτούν πραγματικά στο Πανεπιστήμιο33.

Σε ανάλογα προβλήματα προσκρούει και ο υπολογισμός της διάρκειας σπουδών των φοιτητών που παίρνουν δίπλωμα. Θεωρητικά, η διάρκεια σπουδών θα μπορούσε να προκύψει από την αφαίρεση του χρόνου εγγραφής από τον χρόνο λήψης του διπλώματος. Το εξαγόμενο όμως δεν δηλώνει οπωσδήποτε πραγματικό χρόνο σπουδών. Όχι μόνο γιατί η φοίτηση δεν ήταν πάντα συνεχής, αλλά και γιατί αρκετοί φοιτητές έπαιρναν δίπλωμα μετά από ένα η περισσότερα χρόνια από την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Εκτός αυτού, υπήρχαν και καθυστερήσεις στη διαδικασία των διπλωματικών εξετάσεων: συχνά οι

εξεταστικές επιτροπές αργούσαν να συνέλθουν, με αποτέλεσμα οι τελειόφοιτοι να περιμένουν ένα και δύο χρόνια για να εξεταστούν34. Όλα αυτά δημιουργούν

ασφαλώς μια τεχνητή αύξηση του χρόνου σπουδών. Παρά ταύτα, αξίζει να δούμε πώς διαγράφεται, με βάση τον χρόνο εγγραφής και τον χρόνο λήψης του διπλώματος, η διάρκεια σπουδών των φοιτητών που παίρνουν δίπλωμα.

Υπενθυμίζουμε ότι η κανονική διάρκεια σπουδών στις τέσσερις κύριες σχολές (τη Θεολογική, τη Νομική, τη Φιλοσοφική και τη Θεολογική) ήταν 4

33. Μια ιδέα της φοιτητικής κινητικότητας μας δίνει η περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Τον Σεπτέμβριο του 1874 ο Παπαδιαμάντης εγγράφεται στη Φιλοσοφική. Το 1875 ανανεώνει την εγγραφή του και ένα χρόνο αργότερα ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για να πάρει δίπλωμα ελληνοδιδάσκαλου. Αλλάζει γνώμη όμως και το 1877 συνεχίζει να φοιτά στο Πανεπιστήμιο. Το 1881 σκέπτεται ότι θα μπορούσε να διοριστεί βοηθός στο Ελληνικό σχολείο της πατρίδας του, αλλά το 1882 παίρνει και πάλι την απόφαση να δώσει εξετάσεις για ελληνοδιδάσκαλος. Τα σχέδιά του όμως ματαιώνονται , καθώς έχει αρχίσει ήδη να τον απορροφά η λογοτεχνία, και δεν φτάνει ποτέ στο δίπλωμα. Βλ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, !Αλληλογραφία, ό.π., σ. λζ' κ.εξ.· πβ. σ. 69,83,85,110,113.

34. Βλ. Π. Καλλιγάς, Λόγος, 1870, σ. 20.

Σελ. 424
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 405
    

    ΠΙΝΑΚΑΣ 31 Καταγωγή διπλωματούχων (1840-1890)

    Θεολογική

    Νομική

    Ιατρική

    Φιλοσοφ.

    Φαρμακ.

    Σύνολο

    Πελοπόννησος

    41

    1.448

    930

    254

    235

    2.908

    Στερεά Ελλάδα

    13

    863

    617

    147

    96

    1.736

    Κυκλάδες

    4

    222

    232

    85

    27

    570

    Επτάνησα

    12

    169

    118

    60

    33

    392

    Θεσσαλία

    86

    150

    13

    11

    260

    Ήπειρος

    4

    118

    201

    24

    18

    365

    Μακεδονία

    1

    30

    135

    67

    6

    239

    Θράκη

    1

    52

    125

    11

    8

    197

    Νησιά Αιγαίου

    6

    98

    170

    39

    14

    327

    Κρήτη

    2

    101

    108

    28

    10

    249

    Κύπρος

    10

    5

    1

    1

    17

    Μικρά Ασία

    1

    52

    127

    26

    5

    211

    Διάφοροι*

    8

    16

    30

    3

    2

    59

    Χωρίς τόπο

    4

    3

    7

    Σύνολο

    93

    3.269

    2.951

    758

    466

    7.537

    Πηγή: βλ. Πίν. 30. * Έλληνες από παροικιακά κέντρα και ξένοι.

    Πηγή: βλ. Πίν. 30. * Έλληνες από παροικιακά κέντρα και ξένοι.

    30) γύρω στους 90 είχαν πρωτοεγγραφεί σε μια άλλη σχολή, κυρίως στην Ιατρική, και κατόπιν έκαναν μετεγγραφή στο Φαρμακευτικό Σχολείο, από το οποίο και πήραν δίπλωμα. Είναι ενδεχόμενο όμως ορισμένοι μαθητές του ίδιου σχολείου να έκαναν μετεγγραφή μετά τη λήψη του διπλώματος και σε άλλη σχολή και να πήραν απ' αυτήν και δεύτερο δίπλωμα. Ο αριθμός των μαθητών αυτών, πάντως, πρέπει να είναι μικρός.

    Τελικά, από τους 7.537 διπλωματούχους (συνυπολογίζοντας και τα διπλά η τριπλά διπλώματα) ταυτίστηκαν 7.086, ενώ έμειναν αταύτιστοι 451. Οι περισσότεροι απ' αυτούς (γύρω στους 380) ήταν φαρμακοποιοί που είχαν εγγραφεί στο Μητρώο του Φαρμακευτικού Σχολείου και οι υπόλοιποι διπλωματούχοι άλλων σχολών, οι οποίοι για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω (αλλαγή ονόματος κλπ.) δεν έγινε δυνατό να εντοπιστούν στο Μητρώο φοιτητών.

    ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΟΙ

    Μετά από την εισαγωγή αυτή, ας δούμε ποιά είναι η αντιστοιχία εγγεγραμμένων και διπλωματούχων. Με βάση τα δεδομένα μας, από την ίδρυση του