Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 410-429 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/410.gif&w=600&h=915

όμως οι λόγοι είναι διαφορετικοί. Αν δεχθούμε και πάλι ότι οι ανώτερες περιουσίες αντιστοιχούν σε οικογένειες με υψηλά εισοδήματα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι γόνοι των οικογενειών αυτών δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το δίπλωμα, είτε γιατί το επαγγελματικό τους μέλλον είναι κατά κάποιον τρόπο εξασφαλισμένο, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας της οικογένειάς τους, είτε γιατί συνεχίζουν τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού, απ' όπου συνήθως παίρνουν και δίπλωμα. Όλα αυτά όμως,

αν και εύλογα, κινούνται στον χώρο των υποθέσεων, διότι, όπως έχουμε πει, είναι δύσκολο να ελεγχθεί ο βαθμός αξιοπιστίας των δηλώσεων περιουσίας, αλλά και διότι το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασης των φοιτητών.

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΚΑΤΑ ΣΧΟΛΕΣ

Από τον Πίν. 34, ο οποίος μας δίνει τον αριθμό των φοιτητών που πήραν δίπλωμα στα χρόνια 1840-1890, φαίνεται ότι οι σχολές με τους περισσότερους διπλωματούχους είναι η Νομική (43,4%) και η Ιατρική (39,1%) και ακολουθούν η Φιλοσοφική (10%), το Φαρμακευτικό Σχολείο (6,2%) και η Θεολογική (1,2%). Στη Φιλοσοφική υπερτερούν οι διπλωματούχοι του φιλολογικού τμήματος, ενώ χαμηλό είναι το ποσοστό των διπλωματούχων του μαθηματικού και του φυσικού τμήματος (18,6% στο σύνολο των διπλωματούχων της Φιλοσοφικής). Οι τελευταίοι εμφανίζονται με μεγάλη καθυστέρηση: ο πρώτος διπλωματούχος της φυσικής απολύεται το 1868, ενώ ο δεύτερος μετά από δέκα χρόνια (1878).

Αξίζει να δούμε όμως και στο επίπεδο των σχολών ποιά είναι η σχέση μεταξύ εγγεγραμμένων και διπλωματούχων. Τη σχέση αυτή μας δίνουν οι Πίν. 35 και 36, οι οποίοι, για τους λόγους που αναφέραμε ήδη, καλύπτουν την περίοδο από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1880 και όχι ως το 18905. Στον πρώτο από τους δύο πίνακες οι διπλωματούχοι κατανέμονται με βάση τη σχολή εγγραφής, χωρίς να εξετάζεται η σχολή από την οποία πήραν δίπλωμα, ενώ στον δεύτερο αναγράφεται και η σχολή διπλώματος, η οποία δεν είναι πάντοτε η ίδια με τη σχολή εγγραφής, λόγω των μετεγγραφών που έχουν στο μεταξύ πραγματοποιηθεί.

5. Για τον υπολογισμό των εγγεγραμμένων και διπλωματούχων του Φαρμακευτικού Σχολείου χρησιμοποίησα και το αλφαβητικό ευρετήριο των φοιτητών. Βλ. εδώ, σ. 303.

Σελ. 410
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/411.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 34

Διπλωματούχοι του Πανεπιστημίου κατά σχολές

Διπλωματούχοι του Πανεπιστημίου κατά σχολές

Διπλωματούχοι

1840-63/64

1864/65-79/80

1880/81-90/91

Σύνολο

ΝΟΜΙΚΗ

327

1.227

1.715

3.269

Διδάκτορες

289

812

1.190

2.291

Τελειοδίδακτοι

38

415

525

978

ΙΑΤΡΙΚΗ

396

1.069

1.486

2.951

Διδάκτορες

395

1.069

1.486

2.950

Τελειοδίδακτοι

1

1

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ

65

173

520

758

Διδ. φιλολογ.

20

73

196

289

Τελ. φιλολογ.

10

45

76

131

Διδ. μαθηματ.

1

17

52

70

Τελ. μαθηματ.

1

4

3

8

Διδ. φυσικ.

8

49

57

Τελ. φυσικ.

1

5

6

Ελληνοδιδάσκαλοι

33

25

139

197

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ

4

31

58

93

ΦΑΡΜΑΚ. ΣΧΟΛΕΙΟ

157

167

142

466

Σύνολο

949

2.667

3.921

7.537

Πηγή: βλ. Πίν. 30.

Πηγή: βλ. Πίν. 30.

ΠΙΝΑΚΑΣ 35

Εγγεγραμμένοι και διπλωματούχοι κατά σχολές (1837-1880)

Εγγεγραμμένοι και διπλωματούχοι κατά σχολές (1837-1880)

Εγγεγρ.

Διπλωμ.

Διαρροές

Σύνολο

Σχολή

(α)

(β)

(α)

(β)

(α)

(β)

Εγγ.

Διπλ.

Δι αρ.

Θεολογική

164

176

16

61

148

115

340

77

263

Νομική

1.494

2.647

692

1.613

802

1.034

4.141

2.305

1.836

Ιατρική

1.217

2.009

570

1.562

647

447

3.226

2.132

1.094

Φιλοσοφ.

758

1.132

206

488

552

644

1.890

694

1.196

Φαρμακ.

225

218

173

149

52

69

443

322

121

1

1

1

1

Σύνολο 3.859 6.182 1.657 3.873 2.202 2.309 10.041 5.530 4.511

Σύνολο 3.859 6.182 1.657 3.873 2.202 2.309 10.041 5.530 4.511

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. (α) 1837-1863/4, (β) 1864/5-1880/1.

Σελ. 411
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/412.gif&w=600&h=915

Η συνδυασμένη μελέτη των δύο πινάκων δείχνει ακριβέστερα τη σχέση ανάμεσα στη σχολή εγγραφής και τη σχολή διπλώματος. Στην περίπτωση της Ιατρικής, παρατηρούμε ότι από τους 3.226 εγγεγραμμένους στη σχολή αυτή πήραν δίπλωμα 2.132 (Πίν. 35). Απ' αυτούς 2.019 αναδείχθηκαν διπλωματούχοι της ίδιας σχολής και 113 μιας άλλης, στην οποία έκαναν μετεγγραφή κάποια στιγμή. Δίπλωμα Ιατρικής πήραν όμως και 186 φοιτητές που είχαν

εγγραφεί σε άλλες σχολές και έκαναν μετεγγραφή στην Ιατρική (Πίν. 36). Επομένως, ο συνολικός αριθμός των φοιτητών που πήραν δίπλωμα από την Ιατρική είναι λίγο μεγαλύτερος από τον αριθμό των διπλωματούχων που είχαν εγγραφεί στην ίδια σχολή (2.205). Μεγαλύτερος ακόμη, σε σχέση με τη σχολή εγγραφής, είναι ο αριθμός των διπλωματούχων της Νομικής, ενώ, αντίθετα, μικρότερος αυτός των διπλωματούχων της Φιλοσοφικής. Ουσιαστικά αναπαράγεται εδώ το φαινόμενο που είδαμε παραπάνω, μελετώντας τις μετεγγραφές. Η σχολή με τις περισσότερες διαρροές είναι η Φιλοσοφική, αφού από τους 694 φοιτητές της που αναδείχθηκαν διπλωματούχοι το 62,5% μόνο πήρε δίπλωμα απ' αυτήν οι υπόλοιποι πήραν δίπλωμα από τη Νομική και την Ιατρική. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους φοιτητές της Νομικής και Ιατρικής είναι μεταξύ 94% και 96%.

ΠΙΝΑΚΑΣ 36

Σχολές εγγραφής και διπλώματος (1837-1880)

Σχολές εγγραφής και διπλώματος (1837-1880)

Σχολή εγγραφής

Σχολή διπλώματος

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Φαρμακευτ.

Σύνολο

Θεολογική

66

3

4

4

77

Νομική

2.226

62

9

8

2.305

Ιατρική

1

74

2.019

19

19

2.132

Φιλοσοφική

2

129

120

434

9

694

Φαρμακευτ.

322

322

Σύνολο

69

2.432

2.205

466

358

5.530

Πηγές : βλ. Π£ν. 8 και 30.

Πηγές : βλ. Π£ν. 8 και 30.

Τελικά, οι σχολές που έδωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό διπλωματούχων, σε σχέση με τον αριθμό των εγγεγραμμένων, είναι το Φαρμακευτικό Σχολείο και η Ιατρική (Πίν. 35, πβ. Διάγρ. 4). Ειδικότερα, από τους μαθητές που γράφτηκαν ως το 1880 στο Φαρμακευτικό Σχολείο πήραν δίπλωμα από το ίδιο η από άλλη σχολή 72,7%, ενώ από τους εγγεγραμμένους στην Ιατρική 66,1%.

Σελ. 412
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/413.gif&w=600&h=915

Αρκετά χαμηλότερο είναι το ποσοστό των διπλωματούχων που είχαν εγγραφεί στη Νομική (55,7%) και εξαιρετικά χαμηλό εκείνο της Φιλοσοφικής (36,7%) και της Θεολογικής (22,6%). Τα παραπάνω ποσοστά αφορούν το σύνολο των φοιτητών, ημεδαπούς και αλλοδαπούς. Ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες όμως υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις: σε όλες ανεξαιρέτως τις σχολές οι ημεδαποί φτάνουν στο δίπλωμα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους αλλοδαπούς. Έτσι, από τους εγγεγραμμένους στη Νομική το ποσοστό των ημε

δαπών διπλωματούχων είναι 61,9%, στην Ιατρική 75,9%, στη Φιλοσοφική 47,1% και στη Θεολογική 27,8%. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους αλλοδαπούς είναι 36,6%, 52,7%, 22,6% και 14,8% (Πίν. 37).

ΠΙΝΑΚΑΣ 37

Ημεδαποί και αλλοδαποί εγγεγραμμένοι και διπλωματούχοι κατά σχολές

(1837-1880)

θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

_

Σύνολο

(α)

(β)

(α) (β)

(α) (β)

(α) (β)

(α)

(α) (β)

Ημεδαποί

205

57

3.115 1.930

1.854 1.409

1.086 512

1

6.261 3.908

Αλλοδαποί

135

20

1.025 375

1.372 723

804 182

3.336 1.300

Χωρίς τόπο

1

1

Σύνολο

340

77

4.141 2.305

3.226 2.132

1.890 694

1

9.598 5.208

Πηγές : βλ. Πίν. 8 και 30. (α) εγγεγραμμένοι, (β) διπλωματούχοι.

Πηγές : βλ. Πίν. 8 και 30. (α) εγγεγραμμένοι, (β) διπλωματούχοι.

Η υπεροχή της Ιατρικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου σε διπλωματούχους δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί. Οφείλεται, προφανώς, στο ότι και οι δύο αυτές σχολές οδηγούσαν σε επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων χρειαζόταν δίπλωμα- χωρίς αυτό, ούτε οι γιατροί ούτε οι φαρμακοποιοί, τουλάχιστο στο ελληνικό κράτος, μπορούσαν να πάρουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου, λόγω των έκτακτων υγειονομικών αναγκών της χώρας και της έλλειψης ιατρικού προσωπικού, τα κριτήρια ήταν ακόμη ελαστικά : θυμίζω ότι σε δευτερεύουσες θέσεις γιατρών στον στρατό και στο ναυτικό η σε μέρη όπου δεν υπήρχαν διπλωματούχοι γιατροί μπορούσαν να διορίζονται και απόφοιτοι της Ιατρικής μετά από διετή παρακολούθηση ιατρικών μαθημάτων6. Πολύ γρήγορα όμως το δίπλωμα έγινε υπο-

6. Βλ. εδώ, σ. 137.

Σελ. 413
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/414.gif&w=600&h=915

υποχρεωτικό για όλους. Αρμόδιο για την έκδοση αδειών ασκήσεως του ιατρικού

και φαρμακευτικού επαγγέλματος ήταν το Ιατροσυνέδριο, που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό το 18347. Η παροχή της σχετικής αδείας γινόταν μετά από θεωρητικές και πρακτικές εξετάσεις. Από το 1862 οι εξετάσεις των διπλωματούχων της Ιατρικής έπαψαν να διενεργούνται από το Ιατροσυνέδριο και πέρασαν στην Ιατρική Σχολή8. Με βάση τις θεσμοθετήσεις αυτές, οι απόφοιτοι της Ιατρικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου που δεν είχαν δίπλωμα μόνο ανεπίσημα και καταχρηστικά μπορούσαν να ασκήσουν το επάγγελμα του γιατρού η του φαρμακοποιού. Τέτοιες περιπτώσεις δεν λείπουν, φυσικά, όπως δείχνει η καταγγελία ενός πανεπιστημιακού στη Σύγκλητο το 1850 ότι γίνεται «κατάχρησις» των αποφοιτηρίων, ακόμη και στην Ιατρική, και ότι με αυτά «προάγονται εις το Ιατρικόν επάγγελμα άνθρωποι μη κάτοχοι έτι της Ιατρικής επιστήμης»9. Ωστόσο οι περιπτώσεις αυτές δεν αποτελούσαν τον κανόνα. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η αυστηρότητα του θεσμικού πλαισίου υ

ποχρέωνε τους φοιτητές της Ιατρικής και του Φαρμακευτικού Σχολείου να ολοκληρώνουν σε μεγάλο ποσοστό τις σπουδές τους10.

Ανάλογο είναι και το ενδιαφέρον των αλλοδαπών φοιτητών της Ιατρικής για το δίπλωμα. Αν και το ποσοστό τους είναι χαμηλότερο από εκείνο των ημεδαπών, είναι όμως αρκετά υψηλότερο από το ποσοστό των αλλοδαπών διπλωματούχων των άλλων σχολών. Βέβαια, το θεσμικό πλαίσιο ως προς την

άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος δεν ήταν στον έξω ελληνισμό τόσο αυστηρό όσο στο ελληνικό κράτος. Οπωσδήποτε όμως ένα δίπλωμα προσέδιδε περισσότερο κύρος και μεγαλύτερη επαγγελματική πελατεία.

Η επόμενη σχολή σε ποσοστό διπλωματούχων, αλλά με σημαντική διαφορά από την Ιατρική, είναι η Νομική. Παρότι η σχολή αυτή έχει την πρώτη θέση στις επιλογές των ημεδαπών τουλάχιστο φοιτητών, εκείνοι που φτάνουν

7. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 23, 27 Ιουν./9 Ιουλ. 1834.

8. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 101-103" πβ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Γ', σ. 195. Ονομαστικοί κατάλογοι των εξεταζομένων κάθε χρόνο διδακτόρων δημοσιεύονται στις πρυτανικές λογοδοσίες.

9. Π.Σ.,23 Μαΐου 1850.

10. Σχολιάζοντας το 1850 ο πρύτανης Γ. Α. Μαυροκορδάτος το γεγονός ότι η Ιατρική Σχολή είχε αναδείξει ως τότε 31 διπλωματούχους και το Φαρμακευτικό Σχολείο 42, ενώ η Νομική μόνο 8 και η Φιλοσοφική 3, σημειώνει ότι αυτό οφείλεται στην αυστηρότητα του Ιατροσυνεδρίου : «Ουδ' ιατρόν άνευ διδακτορικού διπλώματος την ιεράν

ασκείν τέχνην επέτρεψεν, ουδέ φαρμακοποιόν άνευ πτυχίου κεκτήσθαι φαρμακείον άμα συστάν το ιατροσυνέδριον και δήτα και ιατροί και φαρμακοποιοί, εξετάσεις υποστάντες, ό,τι πλείστοι ανεδείχθησαν» (Γ. Μαυροκορδάτος, Λόγοι, 1850, σ. 55).

Σελ. 414
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/415.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4 Εγγεγραμμένοι, διπλωματούχοι, διαρροές (1837-1880) (βλ. Πίν. 35)

4500

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική Φαρμ. Σχολείο

στο δίπλωμα είναι πολύ λιγότεροι από τους φοιτητές της Ιατρικής. Τους λόγους πρέπει να τους αναζητήσουμε στις γνωστές ιδιομορφίες της Νομικής και ειδικότερα στο γεγονός ότι οι φοιτητές της δεν είχαν απόλυτη ανάγκη να πάρουν δίπλωμα.

Όπως ξέρουμε, οι νομικές σπουδές δεν οδηγούσαν απαραιτήτως σε ένα

εξειδικευμένο επάγγελμα, όπως αυτό του δικηγόρου η του δικαστικού. Οι διπλωματούχοι της Νομικής αλλά και οι απλοί απόφοιτοι της σχολής αυτής είχαν πολλές ευκαιρίες να βρουν μια θέση στην κρατική διοίκηση η να ασκήσουν επαγγέλματα που δεν είχαν άμεση σχέση με τις νομικές σπουδές. Το δίπλωμα της Νομικής ήταν απαραίτητο κυρίως για τους δικηγόρους. Η υποχρέωση αυτή θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά με διάταγμα το 184711. Ως τότε για τη χορήγηση της δικηγορικής άδειας αρκούσε ο υποψήφιος να έχει ερ-

11. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 34,10 Δεκ. 1847, σ. 260. Για το δικηγορικό επάγγελμα βλ. Λύντια Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις... Μια διαδρομή στον 19ο αιώνα, ΑθήναΚομοτηνή, εκδόσεις Σάκκουλα, 2003.

Σελ. 415
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/416.gif&w=600&h=915

εργαστεί ένα χρόνο τουλάχιστο κοντά σε δικηγόρο και να δώσει εξετάσεις σε ειδική επιτροπή δικαστικών. Από την υποχρέωση των εξετάσεων εξαιρούνταν όσοι είχαν δίπλωμα Νομικής από ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο12. Με το διάταγμα του 1847, που εκδόθηκε όταν είχε απολυθεί ήδη ο πρώτος διδάκτορας της Νομικής (1846), ο υποψήφιος δικηγόρος υποχρεωνόταν, εκτός από τη μαθητεία σε δικηγορικό γραφείο, να έχει «δίπλωμα νομικών σπουδών εν τω Ημετέρω ή αλλοδαπώ τινί Πανεπιστημίω». Η ρύθμιση αυτή συνετέλεσε στην αναβάθμιση του διπλώματος της Νομικής και δεν είναι ίσως τυχαίο ότι απ' αυτήν

ακριβώς την εποχή οι φοιτητές της Νομικής αρχίζουν να προσέρχονται στις διπλωματικές εξετάσεις. Πιθανώς όμως οι προϋποθέσεις του διατάγματος του 1847, όσον αφορά την κατοχή διπλώματος, δεν τηρούνταν πάντα. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει η έκδοση ψηφίσματος το 1863, που επαναλάμβανε ότι μόνο οι διδάκτορες και οι τελειοδίδακτοι της Νομικής η οι κάτοχοι ανάλογου διπλώματος ξένου Πανεπιστημίου είχαν δικαίωμα να δώσουν εξετάσεις για να πάρουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος13.

Απαραίτητο ήταν το δίπλωμα της Νομικής, από κάποια στιγμή, και για τους ανώτερους δικαστικούς υπαλλήλους. Οι ειρηνοδίκες όμως, όπως και οι συμβολαιογράφοι, δεν ήταν απαραίτητο να είναι διπλωματούχοι: διορίζονταν μετά από εξετάσεις σε επιτροπή δικαστικών, από τις οποίες εξαιρούνταν στην πρώτη περίπτωση οι κατέχοντες πανεπιστημιακό πτυχίο, ενώ στη δεύτερη οι δικηγόροι με δίπλωμα Νομικής και ορισμένες κατηγορίες δικαστικών14. Με τον νόμο «Περί προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων» του 1877 οι προϋποθέσεις διορισμού στις παραπάνω θέσεις γίνονται αυστηρότερες, αλλά και πάλι το δίπλωμα της Νομικής δεν κρίνεται απολύτως απαραίτητο15. Χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ήταν το δίπλωμα της Νομικής και για τη δημόσια διοίκηση. Μόνο στις ανώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού ένας διπλωματούχος της σχολής αυτής είχε περισσότερες πιθανότητες να διοριστεί από έναν

απλό απόφοιτο του Πανεπιστημίου.

Ας σημειωθεί, με την ευκαιρία αυτή, ότι οι πανεπιστημιακές αρχές είχαν προτείνει κατά καιρούς τη λήψη διαφόρων μέτρων που θα συντελούσαν στην κατοχύρωση και αναβάθμιση των ακαδημαϊκών τίτλων. Έτσι, το 1846 ο πρύτανης Θεόδωρος Μανούσης προτείνει να μη διορίζονται σε δημόσιες θέσεις παρά

12. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 37,31 Ιουλ. 1836, σ. 171-172.

13. Στο ίδιο, αρ. 34,19 Σεπτ. 1863, σ. 178-179.

14. Στο ίδιο, αρ. 57,3 Αυγ. 1866, σ. 365-366 και αρ. 26,12 Ιουλ. 1874, σ. 173-174.

15. Στο ίδιο, αρ. 2,4 Ιαν. 1878, σ. 15.

Σελ. 416
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/417.gif&w=600&h=915

μόνο εκείνοι που είχαν αποδείξεις «της εν τω Πανεπιστημίω προσηκούσης αυτών σπουδής», έτσι ώστε να κλείσουν οι πόρτες στην «ημιμάθεια» και την «άγυρτεία»16. Σε άλλες περιπτώσεις οι πανεπιστημιακές αρχές ζητούν να προσλαμβάνονται στο δημόσιο με διαγωνισμό «οι αριστεύοντες εις τας διδακτορικάς

εξετάσεις» και να αποκλείονται από ορισμένες θέσεις όσοι δεν έχουν διδακτορικό δίπλωμα17. Οι προτάσεις αυτές όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Μια κάποια προσπάθεια για θεσμική κατοχύρωση των διπλωμάτων είχε γίνει στον νόμο περί τύπου του 1837, όπου οι «υπεύθυνοι συντάκτες» των πολιτικών εφημερίδων υποχρεώνονταν μετά από παρέλευση πέντε ετών να έχουν αποδεικτικό πανεπιστημιακών σπουδών. Έ σχετική διάταξη όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ18. Μόνο στη δεκαετία του 1880, στο πλαίσιο των προσπαθειών για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, η πολιτεία προχωρεί στη λήψη κάποιων μέτρων. Έτσι, στον νόμο ΑΡΝΓ' του 1884 προβλέπεται ότι για να προαχθεί ένας υπάλληλος υπουργείου σε ορισμένες ανώτερες θέσεις πρέπει να έχει δίπλωμα διδάκτορα η τελειοδίδακτου του Πανεπιστημίου· κάτι ανάλογο προβλεπόταν και σε προγενέστερο νόμο για τους ανώτερους υπαλλήλους των προξενικών υπηρεσιών19. Και πάλι όμως επρόκειτο για περιστασιακές ρυθμίσεις με αμφίβολα αποτελέσματα.

Έτσι όπως ήταν τα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι περίεργο που ένα μεγάλο ποσοστό φοιτητών της Νομικής δεν έπαιρνε δίπλωμα. Κατά βάση, το δίπλωμα ενδιέφερε μόνο εκείνους που ήθελαν να ασκήσουν το επάγγελμα του δικηγόρου και του δικαστικού η να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική. Για τους υπόλοιπους τα πιστοποιητικά σπουδών, που χορηγούσε εύκολα το Πανεπιστήμιο, ήταν αρκετά για την αναζήτηση μιας εργασίας στον ευρύ χώρο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Πολύ λιγότερο ενδιέφερε το δίπλωμα εκείνους που σκόπευαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό, όπως και μια μερίδα φοιτητών με πνευματικές και λογοτεχνικές ανησυχίες. Για τους τελευταίους η Νομική δεν ήταν απλώς και μόνο μια σχολή παραγωγής διπλωματούχων και μέσο για επαγγελματική αποκατάσταση, αλλά κυρίως ένας χώρος γενικής πνευματικής καλλιέργειας20.

16. Θ. Μανούσης-Α. Βενιζέλος, Λόγοι, 1846, σ. 8· πβ. σ. 22.

17. Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854;!, σ. 9.

18. Βλ. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 37,23 Νοεμ. 1837, σ. 152 («Νόμος περί εξυβρίσεως εν γένει και περί τύπου»). Η υποχρέωση αυτή παρατάθηκε το 1843 για τρία

ακόμη χρόνια, για να ματαιωθεί στη συνέχεια οριστικά (στο ίδιο, αρ. 9,25 Μαρτ. 1843, σ. 42· πβ. εφ. Αιών, αρ. 428, 28 Μαρτ. 1843).

19. Βλ. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 593, τ. Β', σ. 154-157, τ. Γ', σ. 205-206.

20. Είναι γνωστό ότι η Νομική μαζί με τη Φιλοσοφική ήταν οι σχολές που προτι-

Σελ. 417
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/418.gif&w=600&h=915

Πολύ μεγαλύτερες ακόμη είναι οι διαρροές στη Φιλοσοφική και τη Θεολογική. Όπως είδαμε παραπάνω, από τους εγγεγραμμένους στη Φιλοσοφική ημεδαπούς φοιτητές -για τους αλλοδαπούς θα μιλήσουμε παρακάτω- παίρνουν δίπλωμα λιγότεροι από τους μισούς και μάλιστα όχι όλοι από τη Φιλοσοφική (από τη σχολή αυτή παίρνει δίπλωμα μόνο το 65,9% και το υπόλοιπο 34,1% από άλλες σχολές), ενώ από τους εγγεγραμμένους στη Θεολογική το 1/4 περίπου. Το εξαιρετικά μικρό ποσοστό διπλωματούχων της Θεολογικής οφείλεται στο ότι ένα μεγάλο μέρος φοιτητών της σχολής αυτής ήταν μοναχοί, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως για το δίπλωμα, αλλά και στο ότι η

επαγγελματική αξία και χρησιμότητα του διπλώματος ήταν αμελητέα. Αρκεί να σημειώσουμε ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο στους λίγους θεολόγους που υπηρετούσαν στη μέση εκπαίδευση. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, το δίπλωμα της Θεολογικής δεν ήταν παρά ένας τιμητικός τίτλος.

Η αδιαφορία των φοιτητών της Θεολογικής για το δίπλωμα απασχόλησε πολλές φορές τις πανεπιστημιακές αρχές και τους κοσμήτορες της σχολής. Με διαβήματά τους προς την πολιτεία θα ζητήσουν να ληφθούν μέτρα για την κατοχύρωση του διπλώματος η τουλάχιστο να δοθούν κάποια κίνητρα στους φοιτητές για να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους. Έτσι, το 1866 η Θεολογική Σχολή θα ζητήσει να μη διορίζονται σε ανώτερες εκκλησιαστικές θέσεις (επισκόπων, ιεροκηρύκων, κατηχητών, καθηγητών ιερατικών σχολών κ.ά.) παρά μόνο οι διπλωματούχοι της σχολής21, ενώ παρόμοια υπομνήματα έγιναν και

προτιμούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι νέοι με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, από τους 20 πιο γνωστούς λογοτέχνες που γεννήθηκαν μεταξύ 1849-1869 (οι περισσότεροι ανήκουν στη λεγόμενη γενιά του 1880) και σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο, είχαν

εγγραφεί 10 στη Νομική (Ε. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους, I. Παπαδιαμαντόπουλος, Γ. Δροσίνης, Κ. Παλαμάς, I. Πολέμης, I. Δαμβέργης, Κ. Χατζόπουλος, Μ. Μαλακάσης, Γ. Σουρής· ο τελευταίος έκανε μετεγγραφή στη Φιλοσοφική),9 στη Φιλοσοφική (Γ. Βιζυηνός, Δ. Κορομηλάς, Α. Πάλλης, Α. Προβελέγγιος, Α. Παπαδιαμάντης, Α. Μωραϊτίδης, Ν. Καμπάς, Λ. Μαβίλης, Γρ. Ξενόπουλος) και 1 στην Ιατρική (Α. Καρκαβίτσας)·

απ' αυτούς πήραν δίπλωμα 5 μόνο (3 από τη Νομική, 1 από τη Φιλοσοφική και 1 από την Ιατρική). Πόσο ασυνήθιστο ήταν ένας φοιτητής αυτής της κατηγορίας να παίρνει δίπλωμα το δείχνει ένα πνευματώδες σχόλιο του Κωστή Παλαμά. Αναφερόμενος στον Κ. Χατζόπουλο, ο οποίος το 1889 πήρε δίπλωμα Νομικής, γράφει: «αντίθετα από τα συνήθεια των πιστών της ποιητικής τέχνης, εξαίρεση στον κανόνα της φυλής μας (...) ο Χατζόπουλος δε γράφτηκε μονάχα στο Πανεπιστήμιο μας φοιτητής της Νομικής· τα σπούδασε τα Νομικά και πήρε και το δίπλωμά του». Βλ. Κ. Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, επιμ. Γιώργος Βελουδής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1986, σ. 8.

21. Δημ. Σ. Μπαλάνος, Ιστορία της βιολογικής Σχολής, στη σειρά: Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Εκατονταετηρίς 1837-1937, Αθήνα 1937, σ. 27. Το ίδιο υποστηρίζει και ο πρύτανης Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ.

Σελ. 418
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/419.gif&w=600&h=915

στα επόμενα χρόνια. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται επίσης μια πρόταση που κάνει το 1878 ο πρύτανης Ν. Δαμαλάς, να περιληφθεί σε νόμο σχετικό με τα προσόντα των κληρικών διάταξη που θα προβλέπει ότι οι πτυχιούχοι της Θεολογικής που θα χειροτονούνται ιερείς θα παίρνουν από το εκκλησιαστικό ταμείο 50 δρχ. τον μήνα22. Οι προτάσεις αυτές όμως δεν είχαν πρακτικό αποτέλεσμα.

Κάπως διαφορετικά είναι τα πράγματα στη Φιλοσοφική. Κατ' αρχήν πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η σχολή αυτή παρήγαγε δύο κατηγορίες εκπαιδευτικού προσωπικού: καθηγητές για τα Γυμνάσια (φιλολόγους, μαθηματικούς και φυσικούς) και διδασκάλους για τα Ελληνικά σχολεία. Ο αριθμός των διπλωματούχων μαθηματικών και φυσικών ως τα τέλη της δεκαετίας του 1860 ήταν εξαιρετικά μικρός -είχαν πάρει δίπλωμα από τη Φιλοσοφική 10 με ειδίκευση μαθηματικού και ένας μόνο με ειδίκευση φυσικού-, γεγονός που βρίσκεται σε συνάρτηση με τον κλασικιστικό χαρακτήρα των Γυμνασίων και τον περιορισμένο αριθμό θέσεων για τις παραπάνω ειδικότητες. Ως την εποχή αύτη, αλλά και αργότερα, όταν δεν υπήρχαν ειδικοί καθηγητές, τα φυσικομαθηματικά διδάσκονταν από διπλωματούχους η απόφοιτους του φιλολογικού τμήματος, οι οποίοι, όπως ξέρουμε, είχαν διδαχθεί στο Πανεπιστήμιο στοιχειώδη μαθηματικά και φυσική, η από μαθηματικούς που δεν είχαν φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο23 . Ο αριθμός των μαθηματικών και των φυσικών θα αυξηθεί από τη δεκαετία κυρίως του 1880 δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια περιορισμένη έστω αναβάθμιση των επιστημονικών μαθημάτων στη μέση εκπαίδευση.

Ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να δούμε είναι οι προϋποθέσεις διορισμού του εκπαιδευτικού προσωπικού. Το πρώτο διάταγμα για την οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης, που εκδόθηκε λίγο πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου (1836), όριζε ότι οι καθηγητές των Γυμνασίων έπρεπε να έχουν αποδεικτικό φοίτησης στη Φιλοσοφική και ότι ο διορισμός τους θα γινόταν μετά από εξετάσεις σε επιτροπή διοριζόμενη από το υπουργείο Παιδείας. Σε εξετάσεις θα υποβάλλονταν και οι υποψήφιοι ελληνοδιδάσκαλοι, οι οποίοι έπρεπε «να έχωσι τελειωμένα τα μαθήματα του γυμνασίου» και «να ήναι γυμνα-

19. Οι παραπάνω προτάσεις οδήγησαν το 1880 στη σύνταξη ενός νομοσχεδίου, το οποίο όμως δεν ψηφίστηκε, που πρόβλεπε ότι οι υποψήφιοι για θέση επισκόπου έπρεπε, ανά

μεσα στις άλλες προϋποθέσεις, να διαθέτουν και πτυχίο Θεολογικής (βλ. Εφημερίς των

Φιλομαθών ΚΖ', 1879-80, σ. 320).

22. Ν. Δαμαλάς, Λόγος, 1880, σ. 19.

23. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει κυρίως από καταλόγους καθηγητών Γυμνασίων στις δεκαετίες του 1870 και 1880.

Σελ. 419
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/420.gif&w=600&h=915

γυμνασμένοι πρακτικώς εις την διδασκαλίαν είτε εις ελληνικόν τι σχολείον ή εις άλλο ιδιωτικόν όπου διδάσκονται τα αυτά μαθήματα»24. Οι προϋποθέσεις αυτές ίσχυσαν ως το 1850, οπότε με νέο διάταγμα ορίστηκε ότι οι καθηγητές έπρεπε να είναι τουλάχιστο τελειοδίδακτοι της Φιλοσοφικής, ενώ οι ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να έχουν αποδεικτικό ότι παρακολούθησαν επί δύο χρόνια τα μαθήματα του φιλολογικού τμήματος και του Φιλολογικού Φροντιστηρίου της ίδιας σχολής25.

Όλα αυτά όμως έμειναν στα χαρτιά. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα οι περισσότεροι ελληνοδιδάσκαλοι ήταν απόφοιτοι Ελληνικών σχολείων η μαθητές Γυμνασίων, ενώ πολλοί καθηγητές δεν είχαν άλλο προσόν από το απολυτήριο του Γυμνασίου. Όσο για τις εξετάσεις, αυτές ήταν τυπικές και δεν γίνονταν πάντοτε. Η ελαστικότητα αυτή οφειλόταν στην έλλειψη διδακτικού προσωπικού με τα προσόντα που όριζε ο νόμος, αφού η Φιλοσοφική μόλις είχε αρχίσει να απολύει τους πρώτους διπλωματούχους : ως το 1852 είχαν απολυθεί

τρεις διδάκτορες, δύο τελειοδίδακτοι και ένας μόνο ελληνοδιδάσκαλος. Τα πράγματα δεν άλλαξαν πολύ όμως ούτε μετά την έκδοση του διατάγματος του 1850. Ο αριθμός των ελληνοδιδασκάλων συνέχισε να είναι ανεπαρκής για τις εκπαιδευτικές ανάγκες της χώρας, πράγμα που υποχρέωσε το υπουργείο Παιδείας να διορίσει στα Ελληνικά σχολεία «βοηθούς» ελληνοδιδασκάλων26: μια ιδιότυπη κατηγορία εκπαιδευτικών, αποτελούμενη από φοιτητές της Φιλοσοφικής, αλλά και άλλων σχολών, τελειόφοιτους του Γυμνασίου, πρώην δημοδιδασκάλους κ.ά. Ανάλογες ελλείψεις υπήρχαν και σε καθηγητές Γυμνασίων, στη θέση των οποίων διορίζονταν φοιτητές της Φιλοσοφικής με την ιδιότητα των «άναπληρωτών»27. Καθώς όμως τα προσόντα των βοηθών και των αναπληρωτών ήταν σε πολλές περιπτώσεις ανεπαρκή, το υπουργείο Παιδείας συγκρότησε στις

αρχές της δεκαετίας του 1860 εξεταστική επιτροπή για να κρίνει ποιοι απ' αυτούς ήταν κατάλληλοι να παραμείνουν στις θέσεις τους28.

Το πρόβλημα του διδακτικού προσωπικού συνέχισε να είναι οξύ και στις

επόμενες δεκαετίες. Οι διπλωματούχοι της Φιλοσοφικής δεν έφταναν για να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες, τουλάχιστο των Ελληνικών σχολείων, με

αποτέλεσμα το υπουργείο Παιδείας να προσφεύγει συνεχώς σε διορισμούς

24. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 233-234,246.

25. Στο ίδιο, σ. 255.

26. Στο ίδιο, σ. 317-318.

27. Στο ίδιο, σ. 323-324. Πβ. Δ. Δρόσος, Προς την αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα. Έκθεσις..., ό.π., σ. 20.

28. Παρίσης, ό.π., σ. 322-325.

Σελ. 420
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/421.gif&w=600&h=915

«βοηθών», τους οποίους από καιρό σε καιρό υπέβαλλε σε εξετάσεις για να τους κατατάξει με βάση τα προσόντα και τα χρόνια υπηρεσίας τους σε ανάλογες διδασκαλικές βαθμίδες29. Με την πάροδο του χρόνου, πάντως, οι προϋποθέσεις διορισμού των βοηθών γίνονταν αυστηρότερες : δεν αρκούσε πλέον να

έχουν απολυτήριο Γυμνασίου, αλλά να έχουν φοιτήσει ένα χρόνο τουλάχιστο στη Φιλοσοφική.

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, το διάταγμα του 1850 σχετικά με τα προσόντα των καθηγητών και μάλιστα των ελληνοδιδασκάλων εν μέρει μόνο λειτούργησε, αφού δεν υπήρχε αρκετό διδακτικό προσωπικό με πανεπιστημιακό δίπλωμα, γεγονός που συνδέεται με το μειωμένο ενδιαφέρον των φοιτητών της Φιλοσοφικής για την απόκτηση διπλώματος. Η στάση τους αυτή θέτει ένα γενικότερο ζήτημα που αφορά τη θέση των εκπαιδευτικών στην ελληνική κοινωνία. Σε όλον τον 19ο αιώνα -αλλά και αργότερα βέβαια- οι εκπαιδευτικοί παραπονούνται συχνά ότι οι μισθοί τους ήταν χαμηλοί και δεν έφταναν να τους εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή30, ότι οι μεταθέσεις τους γίνονταν συ-

29. Στο ίδιο, σ. 421-422,423-424,511 (διατάγματα από 10 Οκτ. 1881,26 Ιαν. 1882, 28 Ιουλ. 1884), τ. Β', σ. 54-56 (διάταγμα από 15 Ιουν. 1885) και τ. Γ', σ. 162-164 (διατάγματα και έγγραφα από 19 και 24 Αυγ. 1891).

30. Με αφορμή μια απόφαση του υπουργείου Παιδείας που απαγόρευε στους εκπαιδευτικούς του δημοσίου το «ιδιωτικώς διδάσκειν» (τέτοιες αποφάσεις ήταν αρκετά συχνές, βλ. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 285-286,325,459-460),ο εκπαιδευτικός Μ. Π. Περίδης κάνει γύρω στο 1870 ένα λεπτομερή ισολογισμό των εσόδων και εξόδων των εκπαιδευτικών. Ένας καθηγητής, γράφει, παίρνει επίσημα 250 δρχ. τον μήνα, αλλά στην πραγματικότητα 233. Απ' αυτές δαπανά 90 δρχ. για ενοίκιο και 50 για τροφή και ενδυμασία μιας υπηρέτριας και του μένουν μόνο 93 δρχ., με τις οποίες είναι υποχρεωμένος να καλύψει ολα τα άλλα προσωπικά και οικογενειακά του έξοδα : διατροφή, ένδυση, υπόδηση κλπ. Χειρότερη, συνεχίζει, είναι η κατάσταση των ελληνοδιδασκάλων και ιδιαίτερα των δασκάλων των Δημοτικών σχολείων. Ένας δάσκαλος γ' κατηγορίας παίρνει 62 δρχ. τον μήνα, ποσό χαμηλότερο από εκείνο που κερδίζει ένας οικοδόμος η ένας ξυλουργός, τη στιγμή που μόνο για «ξηρόν άρτον» χρειάζεται 25 δρχ. [Μ. Π. Περίδης], Οι Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως υπουργοί και ιδίως ο νυν, Αθήνα 1872, σ. 9-10. Η κατάσταση αυτή αναγκάζει συχνά τους εκπαιδευτικούς να δουλεύουν σε ιδιωτικά σχολεία, να κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα και γενικά να ετεροαπασχολούνται, γεγονός που οδηγεί στη μείωση «της απαιτουμένης εις την ακριβή εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτών σωματικής και πνευματικής ρώμης», όπως παρατηρεί το 1880 ο υπουργός Παιδείας Α. Δ. Αυγερινός (Εφημερίς των Φιλομαθών, ΚΖ', 1879-80, σ. 316-317). Οι διαπιστώσεις αυ

τές συνοδεύονται από προτάσεις για τη βελτίωση των αποδοχών τους, έτσι ώστε να αναβαθμιστεί το διδασκαλικό επάγγελμα : «η βεβαιότης ανεξαρτήτου και ανέτου βίου θέλει

ανυψώσει το διδασκαλικόν επάγγελμα και επίζηλον αυτό καταστήσει» (ανώνυμο άρθρο με το αρχικώνυμο Θ., «Περί της νυν εν Ελλάδι εκπαιδεύσεως», Χρυσαλλις 3,1865, σ. 357). Για τους μισθούς του προσωπικού της μέσης εκπαίδευσης βλ. εδώ, σ. 403-404, σημ. 2.

Σελ. 421
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/422.gif&w=600&h=915

συχνά με κριτήρια πολιτικά και κομματικά, ότι το κοινωνικό τους κύρος ήταν περιορισμένο σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες διπλωματούχων του Πανεπιστημίου (δικηγόρους, γιατρούς). Δεν ενδιαφέρει τόσο αν οι ισχυρισμοί αυτοί ανταποκρίνονταν ακριβώς στην πραγματικότητα, όσο ότι αποτελούσαν κοινή συνείδηση στο σώμα των εκπαιδευτικών. Η ίδια αίσθηση αναπαράγεται και σε ένα μεγάλο τμήμα φοιτητών της Φιλοσοφικής, οι οποίοι, θεωρώντας ότι το διδασκαλικό επάγγελμα ήταν οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένο, δεν ήταν διατεθειμένοι να μπουν στη διαδικασία των διπλωματικών εξετάσεων για να διοριστούν στη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο που το ίδιο το υπουργείο Παιδείας τους έδινε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν μια θέση εκπαιδευτικού χωρίς να έχουν πάρει δίπλωμα. Βέβαια, η θέση αυτή ήταν ιεραρχικά και μισθολογικά κατώτερη. Χάρη στην ελαστικότητα του συστήματος ό

μως, μπορούσαν να ελπίζουν ότι με τα χρόνια θα προάγονταν, με η χωρίς εξετάσεις, από βοηθοί η αναπληρωτές σε ελληνοδιδασκάλους και καθηγητές.

Πέρα από την εκπαίδευση υπήρχαν και κάποιες εναλλακτικές λύσεις για

εκείνους τουλάχιστο που δεν αντιμετώπιζαν πιεστικά οικονομικά προβλήματα. Μπορούσαν, για παράδειγμα, να μεταπηδήσουν από τη Φιλοσοφική σε

άλλη σχολή, με καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές, και να πάρουν δίπλωμα απ' αυτήν. Έτσι, αντί να σπουδάζει κάποιος δύο χρόνια στη Φιλοσοφική για να «εκσφενδονισθή» κατόπιν «τήδε κακείσε» ως ελληνοδιδάσκαλος, προτιμά να θυσιάσει δύο ακόμη χρόνια και «εξέρχεται οπαδός του Ασκληπιού η της Θέμιδος, ανεξάρτητος και αγέρωχος, και ουχί ψοφοδεής διδάσκαλος

εκατοντάδραχμος, υποχρεούμενος κατ' έτος να θυσιάζη τρεις όλους μήνας περιφερόμενος εις τας ευρείας των Αθηνών αγυιάς κατά τα κυνικά καύματα, και νυχθημερόν αναιβοκατεβαίνων τας βαθμίδας του υπουργείου, και προσλιπαρών ενίοτε και αυτόν τον κλητήρα, όπως επιτύχη ουχί μέγα τι και ζηλωτόν,

αλλ' απλήν τινα μετάθεσιν εις τόπον, ένθα συμβιβάζεται πληρέστατα το συμφέρον της υπηρεσίας με το οικογενειακόν του»31.

Τελικά όμως φαίνεται ότι η πλειονότητα των φοιτητών της Φιλοσοφικής που δεν έπαιρναν δίπλωμα απασχολούνταν στην εκπαίδευση, τη δημόσια και την ιδιωτική, η ασκούσαν σε προσωρινή η μόνιμη βάση το επάγγελμα του «προγυμναστή» μαθητών, χωρίς να διακόπτουν απαραιτήτως και τη σχέση τους με το Πανεπιστήμιο. Πολλοί ήταν εκείνοι που διατηρούσαν για ένα μικρό η μεγάλο διάστημα την ιδιότητα του φοιτητή, κάνοντας κάθε χρόνο μια

31. «Περί της εν Ελλάδι μέσης εκπαιδεύσεως», Φιλίστωρ, 3,1862, σ. 55-56.

Σελ. 422
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/423.gif&w=600&h=915

τυπική εγγραφή και εμφανιζόμενοι στο τέλος του έτους για να πάρουν από τους καθηγητές αποδείξεις ακροάσεως32, με την προοπτική ότι κάποια στιγμή θα έδιναν εξετάσεις για δίπλωμα. Η στιγμή αυτή όμως συνήθως δεν ερχόταν, καθώς είχαν εξασφαλίσει ενδεχομένως μια θέση και το δίπλωμα δεν είχε να τους προσφέρει πολλά πράγματα. Πέρα από την εκπαίδευση, οι «αδίπλωτοι» φοιτητές της Φιλοσοφικής μπορούσαν να εργαστούν στον χώρο της δημόσιας διοίκησης η να ασκήσουν ορισμένα ελεύθερα επαγγέλματα, όπως του δημοσιογράφου, του μεταφραστή κλπ., τα οποία είλκυαν περισσότερο φοιτητές με πολιτικά ενδιαφέροντα και πνευματικές ανησυχίες.

Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, ότι το ενδιαφέρον για το δίπλωμα είναι μικρότερο στους αλλοδαπούς παρά στους ημεδαπούς φοιτητές της Φιλοσοφικής (22,6% εναντι 47,1%, βλ. Πίν. 37),παρότι οι πρώτοι προτιμούν κατά την εγγραφή τους περισσότερο τη σχολή αυτή. Αλλά και από τους αλλοδαπούς διπλωματούχους που είχαν εγγραφεί αρχικά στη Φιλοσοφική μόνο οι μισοί παίρνουν δίπλωμα από τη σχολή αυτή· οι υπόλοιποι παίρνουν δίπλωμα από άλλες σχολές και κυρίως από την Ιατρική, η οποία ξέρουμε ότι τους ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Προφανώς, η μεγάλη έλλειψη δασκάλων και καθηγητών που παρατηρείται σε όλον τον 19ο αιώνα στα σχολεία του έξω ελληνισμού καθιστούσε το δίπλωμα της Φιλοσοφικής σχεδόν περιττό. Έχοντας ένα πιστοποιητικό από το Πανεπιστήμιο ότι παρακολούθησαν για ένα διάστημα τα μαθήματα της Φιλοσοφικής, οι αλλοδαποί που ήθελαν να σταδιοδρομήσουν στην πατρίδα τους ως εκπαιδευτικοί μπορούσαν εύκολα να βρουν μια θέση. Εξάλλου, αρκετοί αλλοδαποί σπούδαζαν στη Φιλοσοφική με υποτροφίες κοινοτήτων και έπρεπε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους το συντομότερο δυνατόν για να καλύψουν τις α

νάγκες σε εκπαιδευτικά προσωπικό.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

Μια τελευταία παράμετρος την οποία αξίζει να εξετάσουμε είναι η διάρκεια των σπουδών. Από όσα είπαμε ως τώρα φάνηκε, νομίζω, ότι υπάρχει μια

32. Το 1884 το υπουργείο Παιδείας κοινοποιεί με έγγραφό του στην πρυτανεία κατάλογο ονομάτων φοιτητών που εργάζονταν ως βοηθοί σε Ελληνικά σχολεία, ζητώντας να μην τους δοθούν αποδείξεις ακροάσεως: «επειδή δε δυνατόν οι βοηθοί ούτοι, κατά τα τέλη του ακαδημαϊκού έτους να προσέλθωσι ζητούντες αποδείξεις ακροάσεως μαθημάτων, διά τούτο έγνωμεν να επιστείλωμεν υμίν τον πίνακα τούτον όπως αι διάφοροι Σχολαί είναι εν γνώσει της εξ Αθηνών απουσίας των φοιτητών τούτων, και οι κ.κ. Καθηγηταί αρνηθώσιν ούτω την παροχήν αποδείξεων ακροάσεως». Βαμπάς, Νόμοι, σ. 71.

Σελ. 423
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/424.gif&w=600&h=915

έντονη κινητικότητα στο φοιτητικό σώμα. Φοιτητές εγγράφονται και μετεγγράφονται στις διάφορες σχολές, παρακολουθώντας άλλοι κανονικά και άλλοι αραιά η καθόλου τα μαθήματα. Αρκετοί απ' αυτούς ολοκληρώνουν τις σπουδές τους και παίρνουν δίπλωμα, ενώ άλλοι εγκαταλείπουν κάποια στιγμή το Πανεπιστήμιο, αρκούμενοι σε ένα απλό αποφοιτήριο. Υπάρχουν επίσης και εκείνοι που για διάφορους λόγους, εργασιακούς κυρίως, αφήνουν για ένα διάστημα το Πανεπιστήμιο και επανέρχονται κατόπιν. Η κινητικότητα αυτή καθιστά εξαιρετικά δύσκολο τον προσδιορισμό της μέσης διάρκειας των σπουδών. Μια κάποια βοήθεια θα μπορούσαν να μας δώσουν τα βιβλία «ανανεώσεως εγγραφής»· και πάλι όμως τα σχετικά στοιχεία δεν θα ήταν ακριβή,

αφού πολλοί απ' αυτούς που ανανεώνουν την εγγραφή τους δεν φοιτούν πραγματικά στο Πανεπιστήμιο33.

Σε ανάλογα προβλήματα προσκρούει και ο υπολογισμός της διάρκειας σπουδών των φοιτητών που παίρνουν δίπλωμα. Θεωρητικά, η διάρκεια σπουδών θα μπορούσε να προκύψει από την αφαίρεση του χρόνου εγγραφής από τον χρόνο λήψης του διπλώματος. Το εξαγόμενο όμως δεν δηλώνει οπωσδήποτε πραγματικό χρόνο σπουδών. Όχι μόνο γιατί η φοίτηση δεν ήταν πάντα συνεχής, αλλά και γιατί αρκετοί φοιτητές έπαιρναν δίπλωμα μετά από ένα η περισσότερα χρόνια από την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Εκτός αυτού, υπήρχαν και καθυστερήσεις στη διαδικασία των διπλωματικών εξετάσεων: συχνά οι

εξεταστικές επιτροπές αργούσαν να συνέλθουν, με αποτέλεσμα οι τελειόφοιτοι να περιμένουν ένα και δύο χρόνια για να εξεταστούν34. Όλα αυτά δημιουργούν

ασφαλώς μια τεχνητή αύξηση του χρόνου σπουδών. Παρά ταύτα, αξίζει να δούμε πώς διαγράφεται, με βάση τον χρόνο εγγραφής και τον χρόνο λήψης του διπλώματος, η διάρκεια σπουδών των φοιτητών που παίρνουν δίπλωμα.

Υπενθυμίζουμε ότι η κανονική διάρκεια σπουδών στις τέσσερις κύριες σχολές (τη Θεολογική, τη Νομική, τη Φιλοσοφική και τη Θεολογική) ήταν 4

33. Μια ιδέα της φοιτητικής κινητικότητας μας δίνει η περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Τον Σεπτέμβριο του 1874 ο Παπαδιαμάντης εγγράφεται στη Φιλοσοφική. Το 1875 ανανεώνει την εγγραφή του και ένα χρόνο αργότερα ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για να πάρει δίπλωμα ελληνοδιδάσκαλου. Αλλάζει γνώμη όμως και το 1877 συνεχίζει να φοιτά στο Πανεπιστήμιο. Το 1881 σκέπτεται ότι θα μπορούσε να διοριστεί βοηθός στο Ελληνικό σχολείο της πατρίδας του, αλλά το 1882 παίρνει και πάλι την απόφαση να δώσει εξετάσεις για ελληνοδιδάσκαλος. Τα σχέδιά του όμως ματαιώνονται , καθώς έχει αρχίσει ήδη να τον απορροφά η λογοτεχνία, και δεν φτάνει ποτέ στο δίπλωμα. Βλ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, !Αλληλογραφία, ό.π., σ. λζ' κ.εξ.· πβ. σ. 69,83,85,110,113.

34. Βλ. Π. Καλλιγάς, Λόγος, 1870, σ. 20.

Σελ. 424
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/425.gif&w=600&h=915

χρόνια, ενώ στο Φαρμακευτικό Σχολείο 2-3. Μικρότερη επίσης (2 χρόνια) ήταν και η διάρκεια σπουδών για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής που εγγράφονταν στο Φιλολογικό Φροντιστήριο για να βγουν ελληνοδιδάσκαλοι. Στον χρόνο σπουδών θα πρέπει να προσθέσουμε για τους φοιτητές των τεσσάρων σχολών ένα ακόμη έτος για την προετοιμασία τους ενόψει των διπλωματικών

εξετάσεων. Με βάση τα δεδομένα αυτά, υποθέτουμε ότι ένας φοιτητής θα μπορούσε σε πέντε χρόνια από την εγγραφή του η σε τρία έως τέσσερα αν σπούδαζε για ελληνοδιδάσκαλος η φαρμακοποιός, να πάρει δίπλωμα. Το ποσοστό των φοιτητών όμως της κατηγορίας αυτής ήταν μάλλον χαμηλό. Όπως δείχνει ο Πίν. 38, από το σύνολο των διπλωματούχων οι οποίοι είχαν εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο στα χρόνια 1837-1880 και των οποίων γνωρίζουμε το έτος

εγγραφής (συμπεριλαμβάνονται και λίγοι φοιτητές που πήραν δύο η τρία διπλώματα), μόνο το 37,3% πήρε δίπλωμα σε 5 χρόνια. Το 26,3% χρειάστηκε 6 χρόνια, ενώ το 32,7% 7 χρόνια και πάνω. Χαμηλό, τέλος, είναι το ποσοστό εκείνων οι οποίοι πήραν δίπλωμα μετά από 1-4 χρόνια. Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονται, εκτός από τους ελληνοδιδασκάλους και τους πτυχιούχους του Φαρμακευτικού Σχολείου, και κάποιοι που είχαν φοιτήσει σε άλλα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα (στην Ιόνιο Ακαδημία η σε ξένα Πανεπιστήμια) και τους αναγνωρίστηκε ο χρόνος σπουδών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 38

Διάρκεια σπουδών διπλωματούχων (εγγραφ. 1837-1880)

Διάρκεια σπουδών διπλωματούχων (εγγραφ. 1837-1880)

Έτη

Θεολογική

Νομική

Ιατρική

Φιλοσοφική

Φαρμακευτ.

Σύνολο

1-3

1

8

2

30

12

53

4

5

67

40

22

6

140

5

20

650

1.149

79

8

1.906

6

17

701

522

91

11

1.342

7-10

21

801

326

191

3

1.342

11-

5

161

92

67

2

327

Σύνολο

69

2.388

2.131

480

42

5.110

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. Από τους διπλωματούχους του Φαρμακευτικού περιλαμβάνονται εδώ μόνο όσοι είχαν πρωτοεγγραφεί σε μία από τις άλλες σχολές.

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. Από τους διπλωματούχους του Φαρμακευτικού περιλαμβάνονται εδώ μόνο όσοι είχαν πρωτοεγγραφεί σε μία από τις άλλες σχολές.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, οι περισσότεροι φοιτητές που φτάνουν στο δίπλωμα παραμένουν στο Πανεπιστήμιο για αρκετά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ' όσο χρειαζόταν, θεωρητικά, για την ολοκλήρωση των σπουδών

Σελ. 425
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/426.gif&w=600&h=915

τους. Βέβαια το διάστημα αυτό, όπως είπαμε, δεν αντιστοιχεί πάντοτε σε πραγματικό χρόνο σπουδών. Ωστόσο πρέπει να δεχθούμε ότι υπάρχει μια γενική τάση για παράταση των σπουδών, που επιβεβαιώνεται άλλωστε και από σύγχρονες μαρτυρίες. Η τάση αυτή απορρέει από την ίδια τη φύση του Πανεπιστημίου και οπωσδήποτε είναι πιο έντονη σε Πανεπιστήμια με φιλελεύθερη δομή που ακολουθούν, όπως και το ελληνικό, τη γερμανική παράδοση. Το φιλελεύθερο πνεύμα με το οποίο αντιμετώπιζε τους φοιτητές το ελληνικό Πανεπιστήμιο, αφήνοντας τους περιθώρια για προσωπικές επιλογές στην οργάνωση των σπουδών και γενικότερα στη διαχείριση του χρόνου τους, και η κρατούσα αντίληψη ότι οι φοιτητές δεν έπρεπε να δείχνουν ιδιαίτερη σπουδή για την ολοκλήρωση των σπουδών τους, συντελούσε ασφαλώς στην παράταση της παραμονής τους στο Πανεπιστήμιο.

Η τάση αυτή είναι εντονότερη στις πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου. Με την πάροδο του χρόνου η διάρκεια σπουδών περιορίζεται αισθητά και

αποκτά μια κανονικότητα. Συγκρίνοντας τις περιόδους 1837-1863 και 18641880,παρατηρούμε ότι το ποσοστό των διπλωματούχων με διάρκεια σπουδών 5 χρόνια ήταν στην πρώτη περίοδο 24,6% και στη δεύτερη 42,4%, ενώ το ποσοστό των διπλωματούχων με διάρκεια σπουδών 6 χρόνια ήταν 34,4% και 23,1%, αντίστοιχα. Παραμένει όμως υψηλό πάντα το ποσοστό εκείνων που χρειάστηκαν από 7 χρόνια και πάνω για να πάρουν το δίπλωμα (34,4% και 31,8%, αντίστοιχα).

Η διάρκεια σπουδών όμως δεν είναι η ίδια για το σύνολο των διπλωματούχων. Κατ' αρχήν παρατηρούμε ότι οι διδάκτορες φτάνουν γρηγορότερα στο δίπλωμα απ' ο, τι οι τελειοδίδακτοι, και τούτο παρά το γεγονός ότι η προετοιμασία για τις διδακτορικές εξετάσεις απαιτούσε περισσότερο χρόνο. Η διαφορά αυτή δείχνει ότι οι διδάκτορες ανήκαν μάλλον στην κατηγορία των «επιμελών» φοιτητών και αφοσιώνονταν με μεγαλύτερο ζήλο στην ολοκλήρωση των σπουδών τους. Ως προς τη διάρκεια των σπουδών κατά σχολές (Πίν. 38), παρατηρούμε ότι αυτή βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη συχνότητα λήψης διπλώματος. Έτσι, στην Ιατρική, που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό διπλωματούχων, οι μισοί και πλέον (53,9%) παίρνουν δίπλωμα στα 5 χρόνια και μόνο 19,6% καθυστερούν από 7 χρόνια και πάνω. Ακριβώς αντίθετη είναι η τάση στη Φιλοσοφική, που έχει το χαμηλότερο ποσοστό διπλωματούχων (5 χρόνια: 16,5%, πάνω από 7: 53,7%). Στο ενδιάμεσο βρίσκονται οι διπλωματούχοι της Νομικής, οι οποίοι παραμένουν στο Πανεπιστήμιο λιγότερα χρόνια από τους συναδέλφους τους της Φιλοσοφικής, αλλά πολύ περισσότερα από

εκείνους της Ιατρικής (5 χρόνια : 27,2%, πάνω από 7: 40,3%). Το ίδιο περίπου

Σελ. 426
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/427.gif&w=600&h=915

ισχύει και για τους διπλωματούχους της Θεολογικής. Για το Φαρμακευτικό Σχολείο, τέλος, τα υπάρχοντα στοιχεία δεν μας επιτρέπουν να υπολογίσουμε τη διάρκεια σπουδών, καθώς δεν γνωρίζουμε το έτος εγγραφής παρά ενός μικρού μόνο αριθμού διπλωματούχων: εκείνων που είχαν πρωτοεγγραφεί στην Ιατρική η σε άλλη σχολή και έκαναν μετεγγραφή κατόπιν στο Φαρμακευτικό Σχολείο.

Οι παραπάνω διαφορές δεν φαίνεται να είναι τυχαίες. Οι φοιτητές που σπουδάζουν σε σχολές με αυστηρότερη οργάνωση και σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό, όπως η Ιατρική, συντομεύουν τον χρόνο παραμονής τους στο Πανεπιστήμιο. Αντίθετα, οι φοιτητές σχολών με θεωρητική κατεύθυνση, όπως η Νομική και η Φιλοσοφική, όπου τα πράγματα γενικώς είναι πιο χαλαρά, δεν βιάζονται να τελειώσουν το Πανεπιστήμιο: άλλοι γιατί έχουν ήδη μια προσωρινή η μόνιμη επαγγελματική απασχόληση και άλλοι -κυρίως της Νομικής- γιατί θέλουν να επωφεληθούν περισσότερο από τις σπουδές η να παρατείνουν απλώς τις «απολαύσεις» της φοιτητικής ζωής.

ΠΙΝΑΚΑΣ 39

Διάρκεια σπουδών διπλωματούχων κατά περιοχές (εγγραφ. 1837-1880)

Διάρκεια σπουδών διπλωματούχων κατά περιοχές (εγγραφ. 1837-1880)

Έτη

Πελοπόννησος

Στερεά

Κυκλάδες

Επτάνησα

Αλλοδαποί*

Σύνολο

1-4

61

43

19

14

56

193

5

601

464

163

110

568

1.906

6

592

300

102

57

291

1.342

7-10

666

318

96

48

214

1.342

11-

136

80

16

14

81

327

Σόνολο

2.056

1.205

396

243

1.210

5.110

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. * Χωρίς τους Επτανήσιους (1837-1863).

Πηγές: βλ. Πίν. 8 και 30. * Χωρίς τους Επτανήσιους (1837-1863).

Η διάρκεια σπουδών επηρεάζεται όμως και από τη γεωγραφική προέλευση των διπλωματούχων. Όπως προκύπτει από τον Πίν. 39, υπάρχει και πάλι μια διαφοροποίηση ανάμεσα στους ημεδαπούς και τους αλλοδαπούς : οι δεύτεροι τελειώνουν τις σπουδές τους σε συντομότερο χρόνο από τους πρώτους. Συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι από τους διπλωματούχους που προέρχονται από την Πελοπόννησο, τη Στερεά, τις Κυκλάδες και τα Επτάνησα (μετά αλλά και πριν από το 1864) το 61,3% πήρε δίπλωμα μετά από 5-6 χρόνια, ενώ το 37,6% χρειάστηκε περισσότερα από 7. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους αλ-

Σελ. 427
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/428.gif&w=600&h=915

αλλοδαπούς είναι 71% και 24,4%. Η διαφοροποίηση αυτή δεν φαίνεται να είναι

άσχετη με την κατανομή των διπλωματούχων κατά σχολές : με το ότι, δηλαδή, οι αλλοδαποί φοιτούν και παίρνουν δίπλωμα περισσότερο από την Ιατρική, όπου η διάρκεια σπουδών είναι γενικά συντομότερη, παρά από τη Νομική.

Σελ. 428
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/429.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς'

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Έχει επισημανθεί ότι η ανάπτυξη της εκπαίδευσης στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, όπως εμφανίζεται στις στατιστικές του μαθητικού και φοιτητικού πληθυσμού, είναι άνιση. Ενώ, δηλαδή, η Ελλάδα έχει σε σύγκριση με άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης μεγάλο αριθμό φοιτητών και μαθητών στη μέση

εκπαίδευση, από την άλλη μεριά υπολείπεται σε μαθητές της πρωτοβάθμιας

εκπαίδευσης1. Με άλλα λόγια, εμφανίζει μια «υπερεκπαίδευση» στις ανώτερες βαθμίδες και μια «υποεκπαίδευση» στην κατώτερη. Οι διαπιστώσεις αυτές θέτουν ορισμένα προβλήματα, τα οποία θα εξετάσουμε πιο κάτω. Προηγουμένως όμως ας δούμε ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στον φοιτητικό και μαθητικό πληθυσμό της Ελλάδας κατά τον 19ο αιώνα και ποιά η αντιπροσώπευσή τους στον πληθυσμό της χώρας.

Με τον όρο φοιτητικός πληθυσμός εννοούμε το σύνολο των φοιτητών που σπουδάζουν κατά τη διάρκεια ενός ακαδημαϊκού έτους στο Πανεπιστήμιο η, με άλλα λόγια, το άθροισμα των φοιτητών που εγγράφονται κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο και εκείνων που ανανεώνουν την εγγραφή τους. Την εξέλιξη του φοιτητικού πληθυσμού στα χρόνια 1837-1889 μας δίνει ο Πίν. 40. Συγκρίνοντας τον Πίνακα αυτόν με τον Πίν. 8, που μας δίνει την εξέλιξη των εγγραφών στα ίδια περίπου χρόνια, παρατηρούμε ότι ο φοιτητικός πληθυσμός αυξάνεται με γοργότερο ρυθμό από τον αριθμό των εγγραφομένων (βλ. και Διάγρ. 5). Η διαφορά αυτή είναι βέβαια αναμενόμενη, αφού στους φοιτητές

1. Α. Skousès, «L'instruction publique en Grèce», Journal des Économistes XLII, 1876, σ. 84· Pierre Moraïtinis, La Grèce telle qu'elle est, Παρίσι 1887, σ. 96-97, 99" G. Chassiotis, L'instruction publique, ό.π., σ. 183-185, 272, 317· R. A. H. Bickfoid-Smith, Η Ελλάδα την

εποχή του Γεωργίου του Α', ό.π., σ. 233 κ.εξ. Ειδικά για το υψηλό ποσοστό φοιτητών και μαθητών μέσης εκπαίδευσης βλ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ό.π., σ. 398 κ.εξ., 431 κ.εξ. Πβ. τις παρατηρήσεις του Ν. Ιωαννίδη, «Αναπαραγωγή και εκπαίδευση στην Ελλάδα-μια άλλη υπόθεση», στο Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Νεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και Κριτικές προσεγγίσεις, Αθήνα, Κριτική, 1993, σ. 162 κ.εξ.

Σελ. 429
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 410
    

    όμως οι λόγοι είναι διαφορετικοί. Αν δεχθούμε και πάλι ότι οι ανώτερες περιουσίες αντιστοιχούν σε οικογένειες με υψηλά εισοδήματα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι γόνοι των οικογενειών αυτών δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το δίπλωμα, είτε γιατί το επαγγελματικό τους μέλλον είναι κατά κάποιον τρόπο εξασφαλισμένο, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας της οικογένειάς τους, είτε γιατί συνεχίζουν τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού, απ' όπου συνήθως παίρνουν και δίπλωμα. Όλα αυτά όμως,

    αν και εύλογα, κινούνται στον χώρο των υποθέσεων, διότι, όπως έχουμε πει, είναι δύσκολο να ελεγχθεί ο βαθμός αξιοπιστίας των δηλώσεων περιουσίας, αλλά και διότι το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασης των φοιτητών.

    ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΚΑΤΑ ΣΧΟΛΕΣ

    Από τον Πίν. 34, ο οποίος μας δίνει τον αριθμό των φοιτητών που πήραν δίπλωμα στα χρόνια 1840-1890, φαίνεται ότι οι σχολές με τους περισσότερους διπλωματούχους είναι η Νομική (43,4%) και η Ιατρική (39,1%) και ακολουθούν η Φιλοσοφική (10%), το Φαρμακευτικό Σχολείο (6,2%) και η Θεολογική (1,2%). Στη Φιλοσοφική υπερτερούν οι διπλωματούχοι του φιλολογικού τμήματος, ενώ χαμηλό είναι το ποσοστό των διπλωματούχων του μαθηματικού και του φυσικού τμήματος (18,6% στο σύνολο των διπλωματούχων της Φιλοσοφικής). Οι τελευταίοι εμφανίζονται με μεγάλη καθυστέρηση: ο πρώτος διπλωματούχος της φυσικής απολύεται το 1868, ενώ ο δεύτερος μετά από δέκα χρόνια (1878).

    Αξίζει να δούμε όμως και στο επίπεδο των σχολών ποιά είναι η σχέση μεταξύ εγγεγραμμένων και διπλωματούχων. Τη σχέση αυτή μας δίνουν οι Πίν. 35 και 36, οι οποίοι, για τους λόγους που αναφέραμε ήδη, καλύπτουν την περίοδο από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ως το 1880 και όχι ως το 18905. Στον πρώτο από τους δύο πίνακες οι διπλωματούχοι κατανέμονται με βάση τη σχολή εγγραφής, χωρίς να εξετάζεται η σχολή από την οποία πήραν δίπλωμα, ενώ στον δεύτερο αναγράφεται και η σχολή διπλώματος, η οποία δεν είναι πάντοτε η ίδια με τη σχολή εγγραφής, λόγω των μετεγγραφών που έχουν στο μεταξύ πραγματοποιηθεί.

    5. Για τον υπολογισμό των εγγεγραμμένων και διπλωματούχων του Φαρμακευτικού Σχολείου χρησιμοποίησα και το αλφαβητικό ευρετήριο των φοιτητών. Βλ. εδώ, σ. 303.