Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 442-461 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/442.gif&w=600&h=915

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ως τα μέσα περίπου του αιώνα η αύξηση των φοιτητών δεν αποτελεί πρόβλημα- αντίθετα αντιμετωπίζεται από όλους σχεδόν με αισθήματα ευφορίας και εθνικής υπερηφάνειας. Έτσι, οι πανεπιστημιακές αρχές δεν χάνουν ευκαιρία να δηλώσουν την ικανοποίησή τους για τη συρροή των νέων στο Πανεπιστήμιο, που τη θεωρούν έκφραση φιλομάθειας αλλά και τεκμήριο της συνεχούς προόδου του ιδρύματος: «παντός εκπαιδευτηρίου η πρόοδος αλανθάστως συμπεραίνεται εκ της εκάστοτε αύξήσεως του αριθμού των εις αυτό φοιτώντων μαθητών», γράφει το 1847 ο πρύτανης Α. Βενιζέλος25. Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι στις λίγες περιπτώσεις που ο αριθμός των εγγραφών παρουσιάζει κάποια μείωση οι πρυτάνεις θεωρούν υποχρέωσή τους να τη δικαιολογήσουν. Συχνές είναι επίσης και οι συγκρίσεις που επιχειρούν με ξένα, γερμανικά κυρίως, Πανεπιστήμια, για να διαπιστώσουν κάθε φορά με υπερηφάνεια την υπεροχή του ελληνικού Πανεπιστημίου σε αριθμό φοιτητών: «Το προτελευταίον λοιπόν έτος», επισημαίνει το 1853 ο πρύτανης Π. Αργυρόπουλος στη λογοδοσία του, «υπερέβη [το πανεπιστήμιον] κατά εκατόν περίπου τους του προλαβόντος φοιτητάς· το δε λήξαν σχεδόν κατά διακοσίους. Η αντιπαραβολή των αριθμών τούτων μαρτυρεί διαρρήδην και παντός λόγου ευγλωττότερον την του πανεπιστημίου ανάπτυξιν (...) Ούτως υπερτερούμεν μεν των αρχαιοτάτων [πανεπιστημίων] της Ερλάγγης, και του Φρέϋπουργ, της Ιένης, του Κένισπεργ και του Γκρισβάλδε· εξισούμεθα δε σχεδόν με το της Χάλλης, και κατ' ολίγον μόνον υπερτερούμεθα υπό του της Γκετίγγης και του της Χεϊδελβέργης»26. Με ανάλογη αισιοδοξία αντιμετωπίζει τη συρροή των νέων στο Πανεπιστήμιο το υπουργείο Παιδείας και άλλοι πολιτικοί και πνευματικοί παράγοντες του τόπου. Η συνεχής αύξηση των φοιτητών αποτελεί για όλους απόδειξη ότι το Πανεπιστήμιο κερδίζει συνεχώς την αναγνώριση των «απανταχού Ελλήνων», εκπληρώνοντας έτσι τον «υψηλό» εκπαιδευτικό και εθνικό προορισμό του27.

25. Α. Βενιζέλος-Ι. Σούτσος, Λόγοι, 1847, σ. 3.

26. Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854;], σ. 2-3. Πβ. Σπ. Πήλληκας-Π. Αργυρόπουλος, Λόγοι, 1853, σ. 18.

27. Χαρακτηριστική είναι μια στιχομυθία, το 1852, ανάμεσα στον βασιλιά Όθωνα και τον προσωπικό γιατρό του Ιωάννη Βούρο, πρώην καθηγητή του Πανεπιστημίου, την οποία μνημονεύει ο τελευταίος. Σε παρατήρηση του Βούρου ότι «είνε ανάγκη να γένη φροντίς, ώστε να περιορισθή ο αριθμός των μαθητών [φοιτητών] διότι δεν είνε ανάλογος προς την έκτασιν του τόπου», ο Όθων απάντησε ότι «δεν επιθυμεί τούτο, διότι η Ελλάς δεν ειμπορεί να μένη οποία είνε, αλλά θέλει εκταθή και έχομεν ανάγκην

Σελ. 442
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/443.gif&w=600&h=915

Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν από τη δεκαετία κυρίως του 1860. Η κατακόρυφη αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού που σημειώνεται στα χρόνια αυτά προκαλεί τις πρώτες αρνητικές αντιδράσεις των πανεπιστημιακών αρχών. Οι αντιδράσεις επικεντρώνονται αρχικά στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των μαθητών που γράφονται στο Πανεπιστήμιο. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι οι μαθητές παίρνουν απολυτήριο από τα Γυμνάσια εύκολα και δεν είναι επαρκώς καταρτισμένοι στα εγκύκλια μαθήματα, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του Πανεπιστημίου28. Με τον καιρό όμως εκφράζονται και ανησυχίες για τα λειτουργικά προβλήματα που δημιουργεί η αύξηση των φοιτητών, επειδή, όπως υποστηρίζεται, δεν υ

πάρχει το απαιτούμενο διδακτικό προσωπικό, ενώ η υλικοτεχνική υποδομή του ιδρύματος είναι ανεπαρκής για την κάλυψη των αυξανόμενων εκπαιδευτικών αναγκών.

Η αύξηση των εγγραφών, λοιπόν, που στα πρώτα χρόνια προκαλούσε αισθήματα ευφορίας, γίνεται τώρα για το Πανεπιστήμιο αλλά και για το υπουργείο Παιδείας ένα πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που οξύνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς αυξάνεται συγχρόνως και ο αριθμός των διπλωματούχων και αρχίζει να εμφανίζεται από τη δεκαετία του 1880 το φαινόμενο της ανεργίας. «Οι λεγόμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες», σημειώνει το 1890 ο G. Deschamps, «συναντούν εμπόδια. Πολλοί άνεργοι, γιατροί χωρίς ασθενείς, δικηγόροι χωρίς δίκες, καραδοκούν τις αλλαγές των κυβερνήσεων για να μπουν και αυτοί στο κυνήγι των θέσεων»29. Για άνεργους δικηγόρους που «ρίχνονται στην πο-

κην περισσοτέρων ανθρώπων» («Ανέκδοτα και αυτόγραφα απομνημονεύματα Ιωάννου Βούρου ιατρού του βασιλέως Όθωνος», Παναθήναια 7, 1903-1904, σ. 166).

28. Η. Μητσόπουλος, Λόγος, 1865, σ. 5.

29. G. Deschamps, Η Ελλάδα σήμερα. Οδοιπορικό 1890, ό.π., σ. 349. Πβ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ό.π., σ. 445-46. Το πρόβλημα της ανεργίας των διπλωματούχων του Πανεπιστημίου περνά και στη σύγχρονη λογοτεχνία και δημοσιογραφία. Το 1875 ο Αντ. Αντωνιάδης στο έργο του «Η άπιστος» (Παυσανίας ο Λακεδαιμόνιος και η Κατάρα της μάννας, Τραγωδίαι' Ο τοκογλύφος ψηφοθήρας και η άπιστος, Αθήνα 1877, σ. 292-293) διακωμωδεί τους δικηγόρους, που «τόσο εγεννήκανε πολλοί», ώστε ψάχνουν απεγνωσμένα για πελάτες, ενώ το 1889 ο Ιωάννης Δαμβέργης σε χρονογράφημά του [«Εγένετο διδάκτωρ (κοινωνική εικών)», Εβδομάς, έτος ΣΤ', αρ. 4, 28 Ιαν. 1889, σ. 1-2] μιλάει για τις δυσκολίες ενός διδάκτορα να βρει δουλειά, πράγμα που τον υποχρεώνει να γίνει γεωργός. Ας σημειωθεί ότι στη δεκαετία του 1890 δημιουργείται μια σειρά νεολογισμών, όπως «δικηγοροεπιδημία», «δικηγοροκρατία», «δικηγοροπλημμύρα», «δικηγορικοϊατρομανία», «ιατροδικηγορομανία» (αλλά και «πανεπιστημιομανία» = η μανία «του θέλειν πάντας φοιτήσαι εις το Πανεπιστήμιον»), που υποδηλώνουν την πληθώρα δικηγόρων και γιατρών. Βλ. Σ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή

Σελ. 443
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/444.gif&w=600&h=915

πολιτική» κάνει λόγο το 1886 και ένας γερμανός περιηγητής, επισημαίνοντας ότι οι φοιτητές του ελληνικού Πανεπιστημίου είναι «πάρα πολλοί» και υπερβολικά μεγάλος ο αριθμός των γιατρών και των δικηγόρων30.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών διατυπώνονται από το Πανεπιστήμιο η το υπουργείο Παιδείας διάφορες προτάσεις και ευχές, για τις οποίες έχουμε μιλήσει ήδη : να γίνουν αυστηρότερες οι απολυτήριες εξετάσεις στα Γυμνάσια, να επιβληθούν εισιτήριες εξετάσεις για την εγγραφή στο Πανεπιστήμιο, να καθιερωθούν δίδακτρα, ακόμη και να περιοριστεί ο αριθμός των Γυμνασίων31. Παράλληλα καταγγέλλεται και η ελαστικότητα των καθηγητών στις διπλωματικές εξετάσεις, λόγω της οποίας το ποσοστό αποτυχίας είναι πολύ χαμηλό: 2% το 1862/63 και γύρω στο 5% ως τις αρχές της δεκαετίας του 187032. «Τί αποδεικνύει τούτο;», γράφει το 1864 ο πρύτανης Π. Παπαρρηγόπουλος, «την έκτακτον την μοναδικήν των παρ' ημίν φοιτώντων νέων εν τη επιστήμη επίδοσιν, ή την έκτακτον των εξεταστών επιείκειαν και των σπουδαστών την ασθένειαν ;»33.

Σε διαφορετική βάση τίθεται το ζήτημα από ορισμένους πανεπιστημιακούς που βλέπουν πιο ρεαλιστικά τα πράγματα. Γι' αυτούς το πρόβλημα δεν ήταν τόσο ο μεγάλος αριθμός των εγγραφόμενων όσο η άνιση κατανομή τους στις διάφορες σχολές, και ειδικότερα το γεγονός ότι στρέφονταν κυρίως προς τη Νομική και την Ιατρική και πολύ λιγότερο προς τις άλλες σχολές. Για την

άρση της ανισότητας αυτής προτείνεται η λήψη διαφόρων μέτρων, όπως η ενίσχυση των φοιτητών της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής Σχολής, αλλά και η καθιέρωση ενός είδους επαγγελματικού προσανατολισμού για τους νεοεισερχόμενους φοιτητές, που θα τους βοηθήσει να επιλέγουν με ορθολογικά κρι-

νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Αθήνα 1900, σ. 293,480, 763. Πβ. Λ. Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις..., ό.π., σ. 89-91.

30. Βλ. Π. Ενεπεκίδης, Αθηναϊκά, Αττικοβοιωτικά, Δωδεκανησιακά, Αθήνα, Ωκεανίδα, 1991, σ. 189-190.

31. Τη δραστική μείωση του αριθμού των Γυμνασίων προτείνει από το 1865 ο Ν. I. Σαρίπολος, «Υπόμνημα περί του κατωτέρου κλήρου και περί εκπαιδεύσεως. Προς τον

επί της Παιδείας Υπουργόν», Πανδώρα 16,1865-66, σ. 160.

32. Π. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1863, σ. 18· Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 19-21· Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 7. Τα ποσοστά αυτά, όπως επισημαίνεται με έμφαση στις πρυτανικές λογοδοσίες, ήταν πολύ χαμηλότερα από εκείνα

άλλων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων. Για παράδειγμα, ο μέσος όρος των φοιτητών που

αποτυγχάνουν στις διδακτορικές εξετάσεις ήταν, κατά τον Π. Παπαρρηγόπουλο, το 1861/62 στο Παρίσι 18-26%, στην Οξφόρδη 18-28% και στο Βέλγιο 30%.

33. Π. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1863, σ. 18. Ανάλογες είναι και οι διαπιστώσεις του πρύτανη Ν. Δαμαλά (Ν. Δαμαλάς, Λόγος, 1880, σ. 12-13).

Σελ. 444
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/445.gif&w=600&h=915

κριτήρια τη σχολή εγγραφής. Μια τέτοια άποψη υποστηρίζει το 1873 ο πρύτανης Κ. Παπαρρηγόπουλος : «Βεβαίως δεν δυνάμεθα να παρακωλύσωμεν τους νέους ούτε να προσέρχωνται εις το Πανεπιστήμιον, ούτε να εκλέξωσι την επιστήμην ην προαιρούνται να σπουδάσωσιν- οφείλομεν όμως να φωτίζωμεν αυτούς περί την εκλογήν ταύτην, αν όχι διά τας κοινωνικάς περιπετείας ας δύναται να επαγάγη η συμφόρησις εκείνη, τουλάχιστον προς το ίδιον των νέων συμφέρον»34.

Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι προτάσεις για την αναβάθμιση του φυσικού και του μαθηματικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής, τα οποία συγκέντρωναν ένα χαμηλό ποσοστό φοιτητών. Οι σχετικές προτάσεις υποβάλλονται κυρίως από καθηγητές των τμημάτων αυτών και συνοδεύονται από το γνωστό αίτημα της δημιουργίας ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής, η οποία θα τονώσει το ενδιαφέρον των φοιτητών για τις φυσικομαθηματικές

επιστήμες και θα συντελέσει στη βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας35.

Η επικρατούσα άποψη, λοιπόν, είναι ότι υπάρχει ένα πρόβλημα πληθωρισμού φοιτητών, το οποίο επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί είτε με τη λήψη περιοριστικών μέτρων, είτε με τη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα συντελέσουν σε μια ορθολογικότερη και σύμφωνη με τις κοινωνικές ανάγκες κατανομή του φοιτητικού πληθυσμού στις διάφορες σχολές. Λιγότεροι είναι

εκείνοι οι οποίοι, προτάσσοντας την εθνική λειτουργία του Πανεπιστημίου, θεωρούν αδικαιολόγητες τις ανησυχίες για τον μεγάλο αριθμό φοιτητών. Απευθυνόμενος το 1868 ο πρύτανης Θ. Ορφανίδης «προς τους αγαθούς εκείνους φωτοσβέστας, οίτινες ακρίτως και διηνεκώς επαναλαμβάνουσιν ότι το πολύ φως βλάπτει τους οφθαλμούς, οι δε αγλαοί καρποί του Πανεπιστημίου μας προξενούσιν υπερτροφίαν διανοητικήν δυσανάλογον προς την ρώμην του σώματος της σήμερον Ελλάδος»36, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη για λόγους εθνικούς από την εξάπλωση της πανεπιστημιακής παιδείας, αφού Ελ-

34. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1874, σ. 5.

35. Βλ. εδώ, σ. 269 κ.εξ. Το ζήτημα της αυτονόμησης του φυσικού και μαθηματικού τμήματος από τη Φιλοσοφική θέτουν και οι υποστηρικτές της τεχνικής εκπαίδευσης. Ο Αλέξανδρος Α. Σούτσος, κάνοντας το 1866 έναν απολογισμό της επιστημονικής προσφοράς του Πανεπιστημίου στα τριάντα χρόνια της λειτουργίας του, σημειώνει ότι «το Εθνικόν Πανεπιστήμιον ουδένα ιδίως επιστημονικόν (scientifique) καρπόν παρήγαγε, ουδέ δύναται να παραγάγη εν όσω αι φυσικαί και μαθηματικαί σπουδαί δεν χωρισθώσιν εντελώς από των ιδίως γραμματικών (φιλολογίας, φιλοσοφίας, ιστορίας κτλ.), και προ πάντων εν όσω δεν υπάρχη ειδική προπαρασκευή δι' αυτάς». Αλέξ. Α. Σούτσος, «Περί τεχνικής εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 16, 1865-66, σ. 395.

36. Θ. Ορφανίδης, Λόγος, 1868, σ. 11.

Σελ. 445
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/446.gif&w=600&h=915

Ελλάδα δεν είναι μόνο το μικρό ελληνικό κράτος άλλα και ο αλύτρωτος ελληνισμός, που περιμένει τα φώτα από τη μητρόπολη. Βεβαίως «η μεγάλη πληθύς δικηγόρων και Ιατρών και δασκάλων» δεν βρίσκει εύκολα απασχόληση στα στενά όρια του ελληνικού κράτους, αλλά παραμένει ανοιχτός γι' αυτούς ο ευρύς ορίζοντας του ελληνισμού της Ανατολής.

Το θέμα του πληθωρισμού των φοιτητών και της άνισης κατανομής τους στις διάφορες σχολές δεν απασχολεί μόνο τους πανεπιστημιακούς. Απασχολεί συγχρόνως και άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής -εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς-, οι οποίοι αναζητούν τις αίτιες του στον τρόπο ανάπτυξης της εκπαίδευσης. Στα μέσα της δεκαετίας του 1850 ο καθηγητής των μαθηματικών Αντώνιος Φατσέας, επιχειρώντας μια συνολική αποτίμηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, αποφαίνεται ότι το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο ανορθολογισμός και η αναντιστοιχία του προς τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας37. Σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από το Δημοτικό σχολείο ως το Πανεπιστήμιο, παρατηρεί, κυριαρχεί η κλασική παιδεία, ο σχολαστικισμός και η αδιαφορία για τις επιστήμες και τις πρακτικές γνώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι μαθητές και οι φοιτητές να βγαίνουν «αγράμματοι» και χωρίς εφόδια για την άσκηση ενός παραγωγικού επαγγέλματος. «Το σύστημα εν γένει της εκπαιδεύσεως παράγει βδέλλας της κοινωνίας, πολλαπλασιάζον τους αργούς και καταναλωτάς προς βάρος της ολιγοστευούσης εργατικής τάξεως»38. Μαζί με την κριτική αυτή διατυπώνονται και προτάσεις για την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, έτσι που να

ανταποκρίνεται στις διαφοροποιημένες ανάγκες του κοινωνικού σώματος. Η παιδεία δεν μπορεί να είναι «μία και η αυτή δι' άπαντας, καθότι διά μόνης της ποικιλίας και του καταμερισμού των έργων συντηρείται και αναπτύσσεται η κοινωνία, άνευ υλικής δε παραγωγής αδύνατον η άϋλος παραγωγή να υπάρξη»39.

37. Α. Φατσέας, Σκέψεις επί της δημοσίας και ιδιωτικής Εκπαιδεύσεως των νέων Ελλήνων, τ. Α', Λαμία 1856, τ. Β', Αθήνα 1856.

38. Στο ίδιο, τ. Α', σ. 5. Η αντίληψη αυτή θα γίνει στα επόμενα χρόνια ένας από τους κοινούς τόπους στην κριτική του Πανεπιστημίου. Η ανώτερη εκπαίδευση στο σύνολο της, θα γράψει το 1875 ο Δ. Βερναρδάκης, πρώην καθηγητής της Φιλοσοφικής, είναι «καθαρά κηφηνοτροφία», ενώ το Πανεπιστήμιο «από πολλών ετών δεν κάμνει τίποτε

άλλο, κυρίως ειπείν, ειμή να αραιώνη τας τάξεις των παραγωγικών μελισσών, και να συμπυκνώνη τας τάξεις των αργών και εθνοβόρων κηφήνων...». Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων, Αθήνα, Γαλαξίας, 1970, σ. 115, 120. Πβ. Ν. I. Σαρίπολος, «Ce que la Grèce aurait pu être et ce qu'elle est», Tα μετά θάνατον, Αθήνα 1890, σ. 218.

39. I. Α. Σούτσος, «Περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως, σχετικώς ως προς τας παραγωγικάς δυνάμεις των εθνών», Πανδώρα 4,1853-54, σ. 378-379.

Σελ. 446
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/447.gif&w=600&h=915

Δεν αρκούν, επομένως, τα κλασικά σχολεία, άλλα πρέπει να δημιουργηθούν δίπλα σ' αυτά και άλλα, πρακτικού τύπου, απευθυνόμενα στις μεσαίες κοινωνικές τάξεις η, όπως γράφει ακριβώς ο Α. Ρ. Ραγκαβής, στην «μέσην εκείνην των αστών τάξιν (...), την τάξιν των ευπόρων δημοτών, των μικρών εμπόρων, των ανέτως ζώντων βιομηχάνων, και των τούτοις παραπλήσιων»40.

Η κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος γίνεται εντονότερη στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, στο πλαίσιο των προσπαθειών για τον αστικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Δέκτης των μηνυμάτων της εποχής του, ο Παναγιώτης Χαλκιόπουλος θα ζητήσει το 1879 στο Συνέδριο των Συλλόγων τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος «επί το πρακτικόν»41, ενώ το 1880,

επικρίνοντας τη μονομερή ανάπτυξη της εκπαίδευσης, θα γράψει: «Εδημιουργήσατε πολυαριθμοτέρους των διαδίκων δικηγόρους, πλείονας ιατρούς των νοσούντων, περισσοτέρους θεολόγους των αμαρτωλών, αλλά τίποτε δεν

εκάματε, και το βλέπετε, τώρα, οφθαλμοφανώς. Το έθνος μένει στάσιμον και πτωχόν, ουδέ θα ημπορέσετέ ποτε να ελπίσετε από τους δικηγόρους, τους ιατρούς και τους θεολόγους, η και από αυτούς ακόμη τους φιλολόγους, την ανάπτυξιν των ζωτικών αυτού δυνάμεων, ήτοι την εν τη πεφωτισμένη παραγωγική εργασία παλιγγενεσίαν του»42.

Με μεγαλύτερη οξύτητα τίθεται το πρόβλημα σε δύο μελέτες για την επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση που εκδίδονται αργότερα από τον Νικόλαο Δελακοβία και τον εκπαιδευτικό Ιωακείμ Παυλίδη43. Ο πρώτος επιχειρώντας μια σύγκριση της επαγγελματικής εκπαίδευσης σε διάφορες ευρω

παϊκές χώρες, περιγράφει με μελανά χρώματα την κατάσταση στην Ελλάδα: «Καθ' ον χρόνον εν Ελλάδι λεγεώνες ιατρών και δικηγόρων ανεπαρκώς παρασκευαζομένων ξεφουρνίζονται από το φλογερό καμίνι, και σμήνος ημιμαθών και επιπόλαιων αποφοίτων των γυμνασίων επιζητεί από τα ψιχία του προϋ-

40. [Α. P.] Ρ[αγκαβής], «Περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 6, 1855-56, σ. 125.

41. Συνέδριον των ελληνικών Συλλόγων, Πρακτικά της πρώτης αυτού συνόδου συγκροτηθείσης εν Αθήναις εν έτει 1879, Αθήνα 1879, σ. 161. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόταση του Γ. Χασιώτη (L'instruction publique, ό.π., σ. 317) για τη δημιουργία επαγγελματικών και ανώτερων ειδικών σχολείων (écoles spéciales supérieures), έτσι ώστε οι μαθητές να στραφούν σε πρακτικά επαγγέλματα.

42. Το παράθεμα από το έργο του Π. Χαλκιόπουλου, Περί βελτιώσεως και εμψυχώσεως της εν Ελλάδι γεωργίας, Αθήνα 1880 (βλ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Η δυναμική του

αγροτικού εκσυγχρονισμού, ό.π., σ. 122).

43. Νικόλαος Δελακοβίας, Περί της εν Ευρώπη επαγγελματικής και γεωργικής εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1900. Ιωακείμ Παυλίδης, Περί τεχνικής εκπαιδεύσεως και της εφαρμογής αυτής εν Ελλάδι, Αθήνα 1902.

Σελ. 447
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/448.gif&w=600&h=915

προϋπολογισμού να ζη, εν Ευρώπη τελείται πόλεμος μέγας, πόλεμος ειρηνικός, πόλεμος ευγενής, επικρατήσεως εμπορικώς και βιομηχανικώς των εθνών»44. Το φαινόμενο αυτό το αποδίδει στην αδιαφορία των ελληνικών κυβερνήσεων για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, σημειώνοντας ότι οι ελάχιστες σχολές που υπάρχουν στον τομέα αυτόν, όπως η Ακαδημία του Ρουσόπουλου, οφείλονται κυρίως σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Οξεία και δραματική συγχρόνως είναι και η κριτική του Ιωακείμ Παυλίδη, ο οποίος ζητεί την πλήρη ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος («Πυρπολήσατε τα θλιβερά σχολεία της θεωρητικής και σχολαστικής ψευδοπαιδείας, και αναγείρατε ανάκτορα Πρακτικής και Τεχνικής εκπαιδεύσεως!...») και κάνει διάφορες προτάσεις για την ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και την αναβάθμιση των θετικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο: να μετατραπούν όλα τα κλασικά Γυμνάσια σε πρακτικά Λύκεια, να εισαχθεί σε όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης η τεχνική

εκπαίδευση, να αυξηθούν οι έδρες των φυσικομαθηματικών επιστημών, και ακόμη «να μεταπεισθώσιν οι πλείστοι φοιτηταί όλων των σχολών του Πανεπιστημίου, να εγγραφώσιν εις την σχολήν των φυσικομαθηματικών, και επί 30 έτη κατά συνέχειαν να εγγράφωνται τα εννέα δέκατα των φοιτητών εις ταύτην»45.

Παρά τον ουτοπικό χαρακτήρα των παραπάνω προτάσεων, είναι γεγονός πάντως ότι το ζήτημα του πληθωρισμού των φοιτητών και μάλιστα της άνισης κατανομής τους κατά σχολές συνδέεται όλο και περισσότερο με το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα: με τον προσανατολισμό του προς την κλασική παιδεία και την αδιαφορία του για την πρακτική εκπαίδευση. Διατυπώνεται, λοιπόν, ένας μεταρρυθμιστικός λόγος, ο οποίος βρίσκει οπαδούς ακόμη και μέσα στο συντηρητικό φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Έτσι, ο Γεώργιος Μιστριώτης στον πρυτανικό Λόγο που εκφωνεί το 1891 επισημαίνει και αυτός τον μονομερή προσανατολισμό του Πανεπιστημίου προς την ανάπτυξη του πνεύματος και όχι και των «υλικών του έθνους δυνάμεων» και προτείνει τη διαίρεση των Γυμνασίων σε κλασικά και πρακτικά46. Είναι καιρός, υποστηρίζει, «όπως η πολιτεία τρέψη μέρος των εθνικών δυνάμεων προς ανάπτυξιν πρακτικών γνώσεων διότι το ρεύμα των δυνάμεων του έθνους επί ενός μόνον ρύακος διοχετευθέν και μετά περίσσειας εις γονιμώτατα εδάφη εκβαλόν, μετέβαλε ταύτα εις τέλματα και πλήμμυραν, εν ω άλλαι γαίαι του αυτού κτήτορος έμειναν ακαρποι»47.

44. Ν. Δελακοβίας, ό.π., σ. 2.

45. I. Παυλίδης, ό.ir. (βλ. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Β', σ. 32-34).

46. Γ. Μιστριώτης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1892, σ. 51-52.

47. Στο ίδιο, σ. 50. Οι εκσυγχρονιστικές αυτές απόψεις του Μιστριώτη έρχονται σε

Σελ. 448
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/449.gif&w=600&h=915

Κάτω από τις πιέσεις αυτές αρχίζει πλέον να ωριμάζει η Ιδέα για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα ανταποκρίνεται στο γενικότερο αίτημα του

αστικού εκσυγχρονισμού της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό εγγράφονται τα νομοσχέδια του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία (1899) για την πρωτοβάθμια, τη μέση και την ανώτερη εκπαίδευση48. Για την πρωτοβάθμια προτείνεται ένα αυτοτελές Δημοτικό σχολείο, αποτελούμενο από δύο κύκλους: έναν κατώτερο, τετραετή, που θα είναι κοινός για όλους τους μαθητές, και έναν ανώτερο τριετή, που έχει σκοπό «να μεταδώση προς τους μη βουλομένους να φοιτήσωσιν εις τα σχολεία της Μέσης Εκπαιδεύσεως και πάσας τας αναγκαίας και στοιχειώδεις γνώσεις και δεξιότητας, δι' ών θ' ανεδεικνύοντο αυτοί πολίται χρηστοί και επιτήδειοι εις πάν πρακτικόν του βίου στάδιον». Ανάλογες αλλαγές προτείνονται και για τη μέση εκπαίδευση. Εδώ δημιουργούνται δύο

επάλληλοι κύκλοι, ένας κατώτερος πενταετής, κοινός για όλους τους μαθητές, που απευθύνεται κυρίως σε εκείνους που πρόκειται να επιδοθούν σε κάποιο πρακτικό επάγγελμα, και ένας ανώτερος τριετής, που έχει σκοπό να προετοιμάσει τους μαθητές για το Πανεπιστήμιο. Ο ανώτερος κύκλος χωρίζεται σε δύο τμήματα, ένα φιλολογικό και ένα θετικό, τα οποία οδηγούν αντίστοιχα στις θεωρητικές και θετικές σχολές του Πανεπιστημίου. Προς την ίδια κατεύθυνση, της ορθολογικοποίησης της ανώτερης εκπαίδευσης, κινείται, όπως είδαμε παραπάνω, και το νομοσχέδιο Ευταξία για το Πανεπιστήμιο, όπου προ-

αντίθεση με τη συντηρητική έως αντιδραστική ιδεολογία του, όπως τη γνωρίζουμε κυρίως από τη συμμετοχή του, στις αρχές του 20ού αιώνα, στους γλωσσικούς αγώνες. Όπως έχει επισημανθεί όμως, ο Μιστριώτης την εποχή αυτή είναι ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος με ανανεωτικές αντιλήψεις. Έκτακτος καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας από το 1868 και τακτικός από το 1875, είναι ανοιχτός στις νέες ιδέες και

έχει αίσθηση των πραγματικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Στη δεκαετία του 1870 συμμετέχει στις προσπάθειες για την ανανέωση της ελληνικής λογοτεχνίας και

αντιμάχεται τον ρομαντισμό, το θρησκευτικό πνεύμα και το Βυζάντιο. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Γεώργιος Μιστριώτης», Νέα Εστία 86,1969, σ. 1450 και P. Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes, 1851-1877, Αθήνα 1989, σ. 283-284. Αλλά και αργότερα ο Μιστριώτης συνεχίζει να διαπνέεται από ανάλογες ανανεωτικές αντιλήψεις, όπως δείχνει η συνηγορία του στα 1890-91, που ήταν πρύτανης, υπέρ της εγγραφής της πρώτης φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο και η θέση του υπέρ της συναδέλφωσης της φοιτητικής νεολαίας και των λαών της χερσονήσου του Αίμου. Γ. Μιστριώτης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1892, σ. 53-54, 63 κ.εξ. Πβ. εδώ, σ. 255, 603.

48. Για τα νομοσχέδια του 1899 βλ. Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Β', σ. 18-20 και Δημήτρης Γληνός, Άπαντα, επιμ. Φ. Ηλιού, τ. Β', 1910-1914, Αθήνα, Θεμέλιο, 1983, σ. 230-235. Επίσης, Άννα Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι, Αθήνα, Κέδρος, 1977, σ. 17-26 και της ίδιας, Ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός και

ο γλωσσικός συμβιβασμός του 1911, Ιωάννινα 1977, σ. 16-18.

Σελ. 449
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/450.gif&w=600&h=915

προτείνεται, ανάμεσα στα άλλα, η δημιουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής49. Οι σχετικές προσπάθειες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Τα νομοσχέδια Ευταξία προκάλεσαν μεγάλη αντίδραση στη Βουλή και δεν ψηφίστηκαν. Την ίδια τύχη θα έχουν μερικά χρόνια αργότερα και τα νομοσχέδια του υ

πουργού Παιδείας Ιω. Τσιριμώκου (1913) για την κατώτερη και μέση εκπαίδευση, τα οποία έθεταν με σαφέστερο τρόπο το αίτημα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης50 .

49. Βλ. εδώ, σ. 272.

50. Για τα νομοσχέδια του 1913 βλ. Δ. Γληνός, ό.π., σ. 183 κ.εξ.· Άννα Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση , ό.π., σ. 26-34" της ίδιας, Ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός, ό.π., σ. 19-20· Α. Δημαράς, «Προθέσεις των πρώτων κυβερνήσεων Βενιζέλου (1910-1913) στα εκπαιδευτικά. Ενδείξεις από νομοθετικά κείμενα», Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα, Φιλιππότης, 1979, σ. 30-39.

Σελ. 450
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/451.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Σελ. 451
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/452.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 452
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/453.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A' ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στην ενότητα αυτή θα με απασχολήσουν οι συλλογικές δραστηριότητες και κινητοποιήσεις των φοιτητών. Προηγουμένως όμως είναι απαραίτητες μερικές διευκρινίσεις. Είναι κοινός τόπος ότι οι φοιτητές στην Ελλάδα του 19ου αι

ώνα δεν αποτελούν μια σαφώς διακριτή κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα ήθη και παραδόσεις, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη Γερμανία1, αλλά συμφύρονται με άλλα τμήματα του νεανικού πληθυσμού της πρωτεύουσας. Με νεαρούς διανοούμενους, απόφοιτους του Πανεπιστημίου, οι οποίοι διατηρούν στενές επαφές με τον φοιτητικό πληθυσμό και συμμετέχουν στις ποικίλες εκδηλώσεις του, και μάλιστα με τους μαθητές των Γυμνασίων της πρωτεύουσας, ιδιαίτερα εκείνους που φοιτούν σε ανώτερες τάξεις. Τον συμφυρμό των φοιτητών με τους μαθητές διευκολύνουν η εφαπτόμενη ηλικία τους, η «μαθητική» ιδιότητα και ορισμένοι κοινοί τρόποι ζωής και συμπεριφοράς. Τη στενή σχέση φοιτητών και μαθητών δείχνει, εξάλλου, το γεγονός ότι στις πηγές του 19ου αιώνα ο όρος μαθητές δηλώνει πολύ συχνά τόσο τους μαθητές των Γυμνασίων όσο και τους φοιτητές. Υπάρχει όμως μεταξύ τους μια βασική διαφορά. Σε αντίθεση με τους μαθητές, που υπόκεινται στους περιορισμούς μιας πειθαρχημένης σχολικής ζωής, οι φοιτητές, χάρη στις ελευθερίες που τους παρέχει το ίδιο το πανεπιστημιακό σύστημα, έχουν τη δυνατότητα μιας «παρατεταμένης νομής του ελεύθερου χρόνου»2, ενώ από την άλλη μεριά είναι

απαλλαγμένοι οι περισσότεροι από οικογενειακούς περιορισμούς. Σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό οι φοιτητές διαφοροποιούνται από άλλες κατηγορίες εργαζόμενων συνομηλίκων τους. Μολονότι και οι ίδιοι είναι υποχρεωμένοι συχνά να ασκούν διάφορες βιοποριστικές εργασίες, το προνόμιο του ακαδημαϊκού

1. Βλ. εδώ, σ. 604-605.

2. Αντώνης Λιάκος, «Σκέψεις για την ιστορία του φοιτητικού κινήματος», Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 331.

Σελ. 453
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/454.gif&w=600&h=915

κού πολίτη και η προσδοκία της ένταξής τους στην πνευματική και κοινωνική

ελίτ τους κάνουν να αισθάνονται ότι αποτελούν ήδη κάτι ξεχωριστό. Μπορεί, λοιπόν, οι φοιτητές να μην αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία, έχουν ωστόσο η αποκτούν με τον καιρό μια συλλογική ταυτότητα που τους ξεχωρίζει από άλλες ομάδες του νεανικού πληθυσμού3.

Για τις μορφές με τις οποίες εκφράζεται η συλλογικότητα των φοιτητών θα μιλήσουμε παρακάτω. Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε προκαταρκτικά είναι ότι η συλλογικότητα αυτή είναι κάπως ιδιόμορφη. Ενώ, δηλαδή, εμφανίζονται από νωρίς στο Πανεπιστήμιο φοιτητικές εκδηλώσεις που δείχνουν την ύπαρξη ενός συλλογικού πνεύματος, από την άλλη μεριά δεν υπάρχουν φοιτητικοί σύλλογοι με την καθιερωμένη έννοια του όρου: σωματεία, δηλαδή, με νομική υπόσταση που να εκπροσωπούν αποκλειστικά τους φοιτητές. Οι πρώτοι φοιτητικοί σύλλογοι ιδρύονται αργά, στα τέλη του αιώνα, αλλά και πάλι ο χαρακτήρας τους είναι διαφορετικός από εκείνον που ξέρουμε από τα μεταγενέστερα χρόνια, καθώς δεν συμμετέχουν σ' αυτούς μόνο φοιτητές αλλά και

άλλα πρόσωπα. Πρόκειται για μια ιδιομορφία που δεν τη συναντάμε όμως μόνο στο ελληνικό Πανεπιστήμιο.

Ας σημειωθεί ότι ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου του 1837 δεν περιέχει καμιά αναφορά σε ίδρυση συλλόγων. Η απουσία αυτή δεν φαίνεται να είναι τυχαία. Στον προηγούμενο καταργημένο Κανονισμό του 1836 υπήρχε ένα σχετικό άρθρο (105), το οποίο όμως δεν πέρασε στον Κανονισμό του 1837. Σύμφωνα μ' αυτό, «Εταιρείαι μαθητών τότε μόνον κρίνονται ανεκταί όταν ο μόνος μεν σκοπός των είναι απλή συναναστροφή και βοήθεια ενδεεστέρων και

αξίων περιθάλψεως συμμαθητών, δημοσιεύωσι δε τους κανονισμούς αυτών ζητούσαι την έγκρισιν, και γνωστοποιούσαι τα ονόματα των μελών- αλλ' αι εταιρείαι, έχουσαι άλλην τινά πρόθεσιν παρά ταύτα, διαλύονται και εφαρμόζεται κατά τούτο ο γενικός ποινικός νόμος». Όπως βλέπουμε, ο Κανονισμός του 1836 δεχόταν τη σύσταση συλλόγων αλλά με την προϋπόθεση ότι οι σκοποί τους θα περιορίζονταν αυστηρά στα όρια της αλληλοβοήθειας και της φιλανθρωπίας. Κάθε άλλη δραστηριότητα ήταν απαγορευμένη. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ο παλαιός Κανονισμός μάλλον εμπόδιζε παρά ευνοούσε τη συλλογική έκφραση των φοιτητών, ακολουθώντας και στο σημείο αυτό πρα-

3. Για τη νεολαία γενικά ως κοινωνική κατηγορία, όπως εμφανίζεται στην ελληνική πεζογραφία από τα τέλη του 19ου αιώνα, βλ. τις εισαγωγικές παρατηρήσεις της Αγγέλας Καστρινάκη στο βιβλίο της Οι περιπέτειες της νεότητας. Η αντίθεση των γενεών στην

ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.

Σελ. 454
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/455.gif&w=600&h=915

πρακτικές των γερμανικών Πανεπιστημίων. Όπως ξέρουμε, από το 1819, στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων για την εξουδετέρωση των φιλελεύθερων κινημάτων, είχαν επιβληθεί στα γερμανικά Πανεπιστήμια, όπως και σε άλλα ευ

ρωπαϊκά, αυστηροί κανόνες πειθαρχίας και είχε απαγορευτεί η λειτουργία μυστικών εταιρειών4. Αυτό ακριβώς το πνεύμα φαίνεται να απηχεί και το άρθρο 105 του Κανονισμού του 1837.

Η απουσία κάθε σχετικής αναφοράς στον Κανονισμό του 1837 υποδήλωνε ότι η ίδρυση φοιτητικών συλλόγων ήταν μάλλον ανεπιθύμητη. Το θέμα όμως δεν ήταν στενά πανεπιστημιακό, αφού με ανάλογη καχυποψία αντιμετώπιζε τους συλλόγους και η ελληνική πολιτεία. Σύμφωνα με τον Ποινικό Νόμο του 1834 (κεφ. Θ' «Περί αθεμίτων ενώσεων και εταιριών»)5, απαγορευόταν η σύσταση, χωρίς την άδεια της κυβέρνησης, εταιρειών που είχαν σκοπό την ενασχόληση «περί αντικείμενα, τα οποία ανάγονται εις εξωτερικάς ή εσωτερικάς σχέσεις της Επικρατείας, εις θρησκείαν ή άλλους δημοσίους σκοπούς». Αθέμιτες και συνεπώς απαγορευμένες ήταν επίσης οι μυστικές εταιρείες, καθώς και κάθε άλλη ένωση προσώπων, που παρέλειπε να ζητήσει κυβερνητική

άδεια για την ίδρυσή της, αν η παράλειψη αυτή γινόταν επίτηδες για να παραμείνει μυστική6. Οι ιδρυτές και τα μέλη των παραπάνω εταιρειών τιμωρούνταν με φυλάκιση έως και τρία χρόνια. Αυστηρές ήταν οι ποινές και για

εκείνους που μετείχαν σε εταιρείες οι οποίες είχαν συσταθεί με άδεια των

αρμόδιων αρχών, αλλά παρεκτρέπονταν από τους καταστατικούς σκοπούς τους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, υπήρχε ένας προληπτικός κυβερνητικός έλεγχος για τις ενώσεις που επιδίωκαν πολιτικούς, θρησκευτικούς ή

άλλους δημόσιους σκοπούς. Κάτι ανάλογο όμως έχει υποστηριχθεί ότι ίσχυε και για τις ενώσεις που είχαν φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς ή άλλους ανάλογους σκοπούς7.

Το θεσμικό πλαίσιο του 1834 λειτούργησε ανασταλτικά στην εμφάνιση συλλόγων στον χώρο του Πανεπιστημίου αλλά και ευρύτερα. Για την ίδρυση

ενός φοιτητικού συλλόγου ήταν απαραίτητη η άδεια των αστυνομικών αρχών

4. Βλ. εδώ, σ. 86-87.

5. «Ποινικός Νόμος», Παράρτημα του αρ. 3 (10 Ιαν. 1834) της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, σ. 30-32, άρθρα 212-221.

6. Βλ. Χαρ. Γκούτος, Ο συνδικαλισμός στο ελληνικό κράτος 1834-1914, τ. Α', Αθήνα 1988, σ. 226.

7. Στο ίδιο, σ. 226, σημ. 186, παρατίθεται και η αντίθετη άποψη, ότι ο Ποινικός Νόμος «δεν απαγόρευε την ίδρυση φιλολογικών, επιστημονικών η φιλανθρωπικών ενώσεων προσώπων».

Σελ. 455
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/456.gif&w=600&h=915

της πρωτεύουσας, η οποία προϋπέθετε την έγκριση των υπουργείων Εσωτερικών και Παιδείας και της πανεπιστημιακής Συγκλήτου. Από ορισμένα παραδείγματα που έχουμε φαίνεται ότι η εξασφάλιση της αδείας αυτής δεν ήταν καθόλου εύκολη, καθώς η πολιτεία και το Πανεπιστήμιο διακατέχονταν μόνιμα από την υποψία ότι πίσω από κάθε συλλογική κίνηση των φοιτητών υποκρύπτονταν πολιτικές η άλλες επιδιώξεις που δεν ταίριαζαν με την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οργάνωση των πρώτων φοιτητικών συλλόγων θα έρθει με σημαντική καθυστέρηση.

Η απουσία όμως φοιτητικών συλλόγων δεν σημαίνει και απουσία συλλογικής δράσης. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Πανεπιστημίου φοιτητές συμμετέχουν ως απλά ή και ιδρυτικά μέλη σε μορφωτικούς, επιστημονικούς και άλλους συλλόγους, που ιδρύονται στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις. Από νωρίς επίσης επιχειρούν, ακολουθώντας το παράδειγμα των φοιτητών άλλων ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, να οργανώσουν φοιτητικές λέσχες. Πιο εμφανές είναι το συλλογικό πνεύμα στις ποικίλες φοιτητικές κινητοποιήσεις που πραγματοποιούνται σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Οι κινητοποιήσεις αυτές σπάνια είναι αυθόρμητες. Συνήθως οργανώνονται από μικρές ομάδες φοιτητών, οι οποίες καλούν τους συναδέλφους τους, είτε μιας μόνο σχολής είτε όλων των σχολών, να εκδηλώσουν με διάφορους τρόπους την αντίθεσή τους προς την πολιτεία η το Πανεπιστήμιο για συγκεκριμένα θέματα.

Οι κινητοποιήσεις των φοιτητών μπορούν να διακριθούν γενικά σε δύο κατηγορίες: σε εκείνες που έχουν ως αφετηρία συγκεκριμένα πανεπιστημιακά αιτήματα και σε εκείνες που έχουν σαφή ιδεολογικό η πολιτικό χαρακτήρα. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε κυρίως με διαμαρτυρίες για οργανωτικές ανεπάρκειες του Πανεπιστημίου και για τον τρόπο διδασκαλίας και συμπεριφοράς ορισμένων καθηγητών. Συχνά οι εκδηλώσεις αυτές παίρνουν δυναμικό χαρακτήρα με ταραχές στις αίθουσες διδασκαλίας, αποχή από τα μαθήματα και διαδηλώσεις στα Προπύλαια. Πιο δυναμικές είναι οι κινητοποιήσεις της δεύτερης κατηγορίας, που αποβλέπουν στην προβολή και ικανοποίηση αιτημάτων πολιτικοϊδεολογικής υφής. Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν είναι σχεδόν ποτέ καθαρά φοιτητικές. Εκτός από τους φοιτητές, συμμετέχουν και πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου, μαθητές των Γυμνασίων της πρωτεύουσας, διανοούμενοι και άλλα πρόσωπα άσχετα με το Πανεπιστήμιο. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα την ευθύνη της οργάνωσης έχουν άλλοι συλλογικοί φορείς και οι φοιτητές συμμετέχουν απλώς σ' αυτές. Είναι αυτονόητο ότι τα όρια ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες κινητοποιήσεων δεν είναι πάντοτε διακριτά. Δεν είναι ασυνήθιστο μια εκδήλωση διαμαρτυρίας προς το Πανε-

Σελ. 456
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/457.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο να εμπνέεται η να κατευθύνεται από πολιτικά και άλλα αιτήματα, τα οποία όμως δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανιχνευτούν.

Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ

Οι δύο πρώτες δεκαετίες του Πανεπιστημίου είναι η εποχή που διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του φοιτητικού σώματος. Οι φοιτητές, ολιγάριθμοι ακόμη (52 το 1837 και γύρω στους 300 το 1848), προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους και να διαμορφώσουν, μέσα στο ρομαντικό κλίμα της εποχής, τη φυσιογνωμία τους. Ο ρομαντικός λόγος με τις ευαισθησίες που καλλιεργεί, την πατριωτική ρητορεία, την αντιπολιτευτική διάθεση και τη σάτιρα, όπως εκφράζονται κυρίως στην ποίηση των Σούτσων και του Θ. Ορφανίδη και στις πατριωτικές εξάρσεις του Ζήση Σωτηρίου, γοητεύουν τους φοιτητές και τον μαθητόκοσμο της πρωτεύουσας. Είναι η εποχή άλλωστε όπου ο ποιητής και ο ρήτορας ασκούν μεγάλη επιρροή και διαμορφώνουν την κοινωνική και πολιτική συνείδηση του κοινού τους. Η σχέση τους με τη νεολαία είναι αμφίδρομη. Όσο αυτή έλκεται από τον λόγο των ποιητών και των ρητόρων, άλλο τόσο αυτοί επιδιώκουν να την προσεγγίσουν, αναζητώντας αναγνώστες, θαυμαστές και οπαδούς.

Οι φοιτητές δεν είναι όμως μόνο παθητικοί δέκτες. Το ρομαντικό κλίμα της

εποχής θα στρέψει από νωρίς ένα τμήμα της φοιτητικής νεολαίας και προς τη λογοτεχνική δημιουργία, ιδιαίτερα προς την ποίηση. Έτσι, όταν στα μέσα του 19ου αιώνα το Πανεπιστήμιο θα εγκαινιάσει τους ποιητικούς διαγωνισμούς θα είναι έτοιμη να δώσει το παρών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μισοί σχεδόν (45%) από εκείνους που παίρνουν μέρος στον Ράλλειο και τον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό, και των οποίων γνωρίζουμε τα ονόματα, είναι φοιτητές8. Οι περισσότεροι σπουδάζουν στη Νομική και μέσα από τους ποιητικούς διαγωνισμούς κάνουν την πρώτη δημόσια και θορυβώδη συνήθως εμφάνισή τους στον χώρο της λογοτεχνίας.

8. Οι σχετικοί υπολογισμοί έγιναν με βάση τον κατάλογο των συμμετασχόντων στους διαγωνισμούς, που δημοσιεύει ο P. Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes, 1851-1877, Αθήνα 1989, σ. 461-469. Ανάμεσα τους είναι γόνοι της αθηναϊκής κοινωνικής και πνευματικής ελίτ, όπως ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, ο Κλέων Ραγκαβής, ο Αλέξανδρος Βυζάντιος, ο Σπυρίδων Λάμπρος, αλλά και άλλοι γνωστοί αργότερα λογοτέχνες, όπως ο Δημήτριος Καμπούρογλους, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Κωνσταντίνος Σκόκος, ο Σπυρίδων Βασιλειάδης, ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Άγγελος Βλάχος.

Σελ. 457
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/458.gif&w=600&h=915

Μια άλλη μορφή κοινωνικών εκδηλώσεων, στις οποίες συμμετέχουν επίσης φοιτητές, είναι τα συμπόσια: ένας θεσμός που έρχεται από το εξωτερικό και

έχει από τα τέλη της δεκαετίας του 1830 εντονη παρουσία στην κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας. Τα συμπόσια γίνονται με την ευκαιρία επετείων, όπως η 25η Μαρτίου, που καθιερώθηκε το 1838 ως εθνική γιορτή· έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα και προσφέρονται για ομαδική διασκέδαση, πατριωτική ρητορεία

αλλά και πολιτική εκτόνωση9. Γνωστά είναι τα συμπόσια που οργανώνει κάθε 25η Μαρτίου, από το 1839, ο «Έλλην του Ολύμπου» Ζήσης Σωτηρίου, με τη συμμετοχή μαθητών και φοιτητών10. Βασικά στοιχεία των συμποσίων ήταν οι προπόσεις, οι πατριωτικοί λόγοι, οι ζητωκραυγές και τα συνθήματα υπέρ των αγωνιστών του 1821 και του Συντάγματος. Δεν έλειπαν επίσης και οι αιχμές κατά των Βαυαρών, κυρίως μέσα από συμβολικές εικόνες που διακοσμούσαν τον χώρο των συμποσίων. Όλα αυτά έκαναν την πολιτεία να αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τις εκδηλώσεις αυτές και σε ορισμένες περιπτώσεις να τις απαγορεύει η να προβαίνει σε διώξεις κατά των συμποσιαστών. Γνωστές είναι οι διώξεις που ακολούθησαν το συμπόσιο της 25ης Μαρτίου 1841 και οδήγησαν στην παραπομπή σε δίκη, τον Οκτώβριο του 1841, 14

ατόμων, μεταξύ των οποίων ήταν ο ποιητής Θ. Ορφανίδης και ο Στ. Κρίνος, καθηγητής αργότερα της Ιατρικής, ο οποίος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 45 ήμερών11.

Μέσα στο κλίμα αυτό οργανώνονται και τα πρώτα καθαρά φοιτητικά συμπόσια. Τον Μάιο του 1839 μια ομάδα φοιτητών αποφασίζουν με την εύκαιρία της δεύτερης επετείου από την ίδρυση του Πανεπιστημίου να συμποσιάσουν στα Σεπόλια. Η επιλογή του τόπου δεν φαίνεται να έγινε τυχαία. Το φυσικό

9. Για τη λειτουργία των συμποσίων στον 19ο αιώνα βλ. τις εργασίες του Κ. Θ. Δημαρά, «Συγκριτισμός», Μνήμων 8, 1980-1982, σ. 125· Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 1982, σ. 391,585-588 και Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Αθήνα 1986, σ. 131,237-238, 482-484.

10. Βλ. Τα άπαντα του συνταγματικού Έλληνος Ζήση Σωτηρίου, Αθήνα 1848, σ. 10-11, 17-21.

11. Στο ίδιο, σ. 17 και Θ. Ορφανίδης, Τα κατά την εορτήν της 25 Μαρτίου. Τα κατά την δίκην των εορτασάντων ταύτην, και έμμετρος απολογία, Αθήνα 1841. Πβ. Μιχ. Στασινόπουλος, «Μία περίεργος δίκη, εξ αφορμής εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1841», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 44, 1966, σ. 117-125· Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 163,586· Θανάσης Χρήστου, «Οι κινητοποιήσεις των φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1841», IH' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο (31 Μάιου-1 Ιουνίου 1997), Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 149-165. Από τους 14 παραπεμφθέντες σε δίκη τον Οκτώβριο του 1841 (τα ονόματά τους δίνει ο Ορφανίδης, ό.π., σ. 6) ένας μόνο ήταν φοιτητής.

Σελ. 458
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/459.gif&w=600&h=915

κάλλος του και μάλιστα η γειτνίασή του με τον χώρο όπου βρισκόταν κάποτε η Ακαδημία του Πλάτωνος ανταποκρίνονταν στις ρομαντικές και ιδεολογικές ευαισθησίες των φοιτητών. Το συμπόσιο έλαβε πανηγυρικό χαρακτήρα. Εκφωνήθηκαν λόγοι, έγιναν προπόσεις υπέρ των «υπέρ πατρίδος πεσόντων», υπέρ του Πανεπιστημίου, του πρύτανη και των καθηγητών και παιανίστηκαν

άσματα, «τα περισσότερα Ελληνικά, φιλελεύθερα και συνταγματικά»12. Η

εκδήλωση δεν τελείωσε στα Σεπόλια. Μεταφέρθηκε το ίδιο βράδυ στο Πανεπιστήμιο, όπου οι φοιτητές συνέχισαν το συμπόσιο με χορό, εκφωνήσεις λόγων και άλλες εκδηλώσεις. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έκπληξη και την

αποδοκιμασία των πανεπιστημιακών αρχών. Η Σύγκλητος θα κατηγορήσει τους φοιτητές ότι μετέτρεψαν το Πανεπιστήμιο από «οίκον της μελέτης» σε «οίκον ευθυμίας», ενώ θα αποδοκιμάσει και τη συμμετοχή στην εκδήλωση

ατόμων που δεν είχαν καμιά σχέση με το Πανεπιστήμιο13. Είναι ίσως η πρώτη φορά που επιχειρείται εδώ η διάκριση των φοιτητών από τα «ξένα στοιχεία» που παρεισφρέουν στο φοιτητικό σώμα, αλλοιώνοντας την καθαρότητά του- κάτι που θα γίνει κοινός τόπος στα επόμενα χρόνια.

Μέσα στο ίδιο ρομαντικό κλίμα εγγράφεται και η συμμετοχή των φοιτητών σε φιλελεύθερες πολιτικές εκδηλώσεις. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1839,

αμέσως μετά την αποκάλυψη της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας», φοιτητές και μαθητές διαδηλώνουν με συνθήματα υπέρ του Συντάγματος και κατά του κόμματος των Ναπαίων14. Στις 25 Μαρτίου 1843 φοιτητές και μαθητές πάλι, με επικεφαλής τον Ζήση Σωτηρίου, περιέρχονται την πόλη «ψάλλοντες άσματα υπέρ του Συντάγματος»15, ενώ τον Σεπτέμβριο συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς για την παραχώρηση Συντάγματος. Η συμμετοχή τους στις εκδηλώσεις αυτές θα αντιμετωπιστεί από το Πανεπιστήμιο με συγκατάβαση αλλά και κάποια ανησυχία. Στη λογοδοσία του 1843 ο πρύτανης Μ. Αποστολίδης θα αναφερθεί στον αγώνα των φοιτητών «υπέρ των εθνικών θεσμών», σπεύδοντας όμως να προσθέσει ότι αμέσως μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου ησύχασαν, αποφεύγοντας «τους αγοραίους συναγελασμούς και τους θορύβους του όχλου»16. Ήταν μια έμμεση παρότρυνση προς τους φοιτητές να α-

12. Το συμπόσιο περιγράφεται σε επιστολή προς την εφ. Αιών, αρ. 68,31 Μαΐου 1839.

13. Βλ. Π.Σ., 29 και 31 Μαΐου 1839.

14. Βλ. John Α. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τ. Α', Αθήνα 1985, σ. 366. Πβ. Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, Αθήνα 1987, σ. 206.

15. Τα άπαντα του συνταγματικού Έλληνος Ζήση Σωτηρίου, ό.π., σ. 20.

16. Μ. Αποστολίδης, Έκθεσις, 1843, σ. 15. Λίγο μετά το κίνημα, ο Ζήσης Σωτηρίου,

Σελ. 459
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/460.gif&w=600&h=915

απέχουν από εκδηλώσεις που δεν προσιδιάζουν στην ίδιότητά τους. Οι πρυτανικές νουθεσίες δεν είχαν βέβαια αποτέλεσμα, αφού μερικούς μήνες αργότερα, κατά τη συζήτηση του Συντάγματος, φοιτητές συμμετέχουν και πάλι σε

εκδηλώσεις της αντιπολίτευσης κατά της Ισοβιότητας των γερουσιαστών17.

Την ίδια εποχή (1841) δημιουργείται και η πρώτη βραχύβια φοιτητική λέσχη με το όνομα «Μουσείον». Ως ιδρυτές της φέρονται κάποιοι φοιτητές· πιθανώς όμως την Ιδέα υπέβαλαν σ' αυτούς πανεπιστημιακοί καθηγητές και διανοούμενοι. Σκοπός της λέσχης ήταν να συμβάλει στην πνευματική καλλιέργεια των φοιτητών αλλά και στην απομάκρυνσή τους από χώρους συνάντησης και διασκέδασης που θεωρούνταν ακατάλληλοι για φοιτητές. Λέσχες αυτού του τύπου είχαν αρχίσει να λειτουργούν σε διάφορες πόλεις από τη δεκαετία του 1830. Σημειώνω την πρώιμη προσπάθεια του Α. Παπαδόπουλου Βρετού να δημιουργήσει το 1831 στο Ναύπλιο ένα «Φιλολογικόν Σπουδαστήριον», που θα διέθετε βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες για τα μέλη του18 και την ίδρυση στην Ερμούπολη το 1833 ενός «Μουσείου», στο οποίο παραδίδονταν φιλολογικά και νομικά μαθήματα19. Και οι δύο λέσχες λειτουργούσαν με συνδρομητές.

Οι πληροφορίες μας για τη λειτουργία του «Μουσείου» είναι λιγοστές. Η «εγκαθίδρυσίς» του έγινε τον Ιανουάριο του 1841 με επίσημη τελετή στην οποία μίλησε ο καθηγητής της Νομικής Π. Αργυρόπουλος20. Από την ομιλία

όπως αναφέρει ο ίδιος, θα προσφερθεί να γυμνάσει φοιτητές και μαθητές για να αποτελέσουν ένα σώμα εθνοφυλακής που θα συμμετείχε στην περιφρούρηση της Εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος δίνει και κατάλογο με τα ονόματα των νέων που επρόκειτο να γυμνάσει, αλλά από τον έλεγχο που έκανα δεν φαίνεται να περιλαμβάνονται σ' αυτόν παρά ελάχιστοι φοιτητές. Βλ. Τα άπαντα του συνταγματικού Έλληνος Ζήση Σωτηρίου, ό.π., σ. 33-34.

17. εφ. Αιών, αρ. 507,16 Φεβρ. 1844.

18. Αλέκα Μπουτζουβή-Μπανιά, «Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής», Ο Ερανιστής 18,1986, σ. 125-136.

19. Χιακόν Αρχείον, επιμ. Ιω. Βλαχογιάννη, τ. Ε', Αθήνα 1910, σ. 44-45, 107-108, 110-112,176-180. Βλ. και εδώ, σ. 78, σημ. 6. Δύο φιλολογικοί σύλλογοι με την ίδια ονομασία ιδρύονται στη δεκαετία του 1840 και στο Ναύπλιο («Μουσείον ο Πλάτων», 1844 και «Μουσείον ο Αριστείδης», 1846). Βλ. I. Γ. Δεμοίρος, Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου, Αθήνα 1939, σ. 91 κ.εξ. και Τρ. Ε. Σκλαβενίτης, Η σχολική βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου (1833-1935), Αθήνα 1995, σ. 99, σημ. 163.

20. εφ. Αθηνά, αρ. 785,18 Ιαν. 1841. Ο λόγος του Αργυρόπουλου δημοσιεύθηκε σε επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας (αρ. 788, 29 Ιαν. 1841). Πληροφορίες για το «Μουσείον» βλ. επίσης στην εφ. Η Ταχύπτερος Φήμη, αρ. 111,11 Ιουν. 1841.

Σελ. 460
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/461.gif&w=600&h=915

του Αργυρόπουλου και άλλες σύγχρονες πληροφορίες συνάγεται ότι η λέσχη δεν απευθυνόταν μόνο στους φοιτητές αλλά και στους μαθητές του Γυμνασίου της πρωτεύουσας. Η εφορεία της είχε ανατεθεί σε πενταμελή επιτροπή καθηγητών του Πανεπιστημίου, πιθανώς από τους ίδιους τους φοιτητές, με σκοπό να προσδώσουν στη λέσχη ακαδημαϊκό κύρος και να εξασφαλίσουν συγχρόνως τη νομιμότητά της. Το φαινόμενο αυτό της κηδεμόνευσης θα το δούμε να επαναλαμβάνεται και αργότερα.

Στα γραφεία της λέσχης οι φοιτητές και μαθητές μπορούσαν να διαβάζουν

εφημερίδες, ελληνικές και ξένες, να συζητούν, να παρακολουθούν ομιλίες η παραδόσεις καθηγητών του Πανεπιστημίου, διανοουμένων αλλά και φοιτητών, καθώς και θεατρικές παραστάσεις21. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη λέσχη μας δίνει ο γερμανός ιστορικός J. Ph. Fallmerayer, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Αθήνα στις αρχές του 1842. «Στην Αθήνα», γράφει ο Fallmerayer, «υπάρχει μια φοιτητική λέσχη, εστία και επίκεντρο όλης της λογοτεχνικής δραστηριότητας. Οι καθηγητές του Πανεπιστημίου συμμετέχουν ζωηρά σ' αυτό το ίδρυμα μαζί με όλους τους φίλους και υποστηρικτές της επιστήμης. Συχνά το επισκέπτονται ξένοι για το φροντισμένα οργανωμένο αναγνωστήριό του και για τις διαλέξεις, που γίνονται ορισμένες μέρες της εβδομάδας το βράδυ από φοιτητές και νεαρούς επιστήμονες, κατά βούληση πότε στα γαλλικά και πότε στα αρχαία ελληνικά. Σε μια μακροσκελή ομιλία, γραμμένη στα

αρχαία ελληνικά, κάποιος μανιασμένος περιέγραφε τις "άκρως απίθανες και

άκρως γελοίες" ιδέες που κυκλοφορούσαν στη Γερμανία για μια υλική αποσύνθεση του ελληνικού έθνους...»22. Ο ομιλητής στον οποίο αναφέρεται ο Fallmerayer είναι ο λόγιος Γ. Πεντάδης Δάρβαρης, ο οποίος σε διάλεξη που είχε κάνει στη λέσχη, με αφορμή την παρουσία του γερμανού ιστορικού στην Αθήνα, είχε εξαπολύσει μια έντονη επίθεση κατά των «ανθελληνικών» θεωριών

21. Βλ. J.-J. Ampère, «De l'instruction publique et du mouvement intellectuel en Grèce», Revue des Deux Mondes, Απρίλιος 1843, σ. 131. Ανάμεσα στους καθηγητές που δίδαξαν στο «Μουσείον» ήταν ο Ξ. Λάνδερερ (παραδόσεις γαλβανοπλαστικής) και ο Ν. Βάμβας· βλ. εφ. Μέλισσα, αρ. 37,1 Μαρτ. 1841, αρ. 38,8 Μαρτ. 1841 και αρ. 42,5 Απρ. 1841. Για τις δραστηριότητες του «Μουσείου» βλ. εφ. Αθηνά, αρ. 831, 9 Ιουλ. 1841 (όμιλία φοιτητή της Νομικής στο «Μουσείον Αθηνών» για τη μονομαχία και τα κακά που επισώρευσε στην ανθρωπότητα) και Ελληνικός Παρατηρητής, αρ. 45, 18/30 Ιαν. 1843 και αρ. 57,18/30 Μαΐου 1843 (θεατρική παράσταση της «Ζαΐρας» του Βολταίρου σε μετάφραση Ραγκαβή).

22. Βλ. Οδυσσεύς Λαμψίδης, «Ο Fallmerayer εις τας Αθήνας το 1842», Αθηναϊκά, 60, 1975, σ. 23-24 (=απόσπασμα από το J. Ph. Fallmerayer, Fragmente aus dem Orient, Μόναχο 1963, α' εκδ. Στουτγάρδη 1845).

Σελ. 461
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 442
    

    ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Ως τα μέσα περίπου του αιώνα η αύξηση των φοιτητών δεν αποτελεί πρόβλημα- αντίθετα αντιμετωπίζεται από όλους σχεδόν με αισθήματα ευφορίας και εθνικής υπερηφάνειας. Έτσι, οι πανεπιστημιακές αρχές δεν χάνουν ευκαιρία να δηλώσουν την ικανοποίησή τους για τη συρροή των νέων στο Πανεπιστήμιο, που τη θεωρούν έκφραση φιλομάθειας αλλά και τεκμήριο της συνεχούς προόδου του ιδρύματος: «παντός εκπαιδευτηρίου η πρόοδος αλανθάστως συμπεραίνεται εκ της εκάστοτε αύξήσεως του αριθμού των εις αυτό φοιτώντων μαθητών», γράφει το 1847 ο πρύτανης Α. Βενιζέλος25. Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι στις λίγες περιπτώσεις που ο αριθμός των εγγραφών παρουσιάζει κάποια μείωση οι πρυτάνεις θεωρούν υποχρέωσή τους να τη δικαιολογήσουν. Συχνές είναι επίσης και οι συγκρίσεις που επιχειρούν με ξένα, γερμανικά κυρίως, Πανεπιστήμια, για να διαπιστώσουν κάθε φορά με υπερηφάνεια την υπεροχή του ελληνικού Πανεπιστημίου σε αριθμό φοιτητών: «Το προτελευταίον λοιπόν έτος», επισημαίνει το 1853 ο πρύτανης Π. Αργυρόπουλος στη λογοδοσία του, «υπερέβη [το πανεπιστήμιον] κατά εκατόν περίπου τους του προλαβόντος φοιτητάς· το δε λήξαν σχεδόν κατά διακοσίους. Η αντιπαραβολή των αριθμών τούτων μαρτυρεί διαρρήδην και παντός λόγου ευγλωττότερον την του πανεπιστημίου ανάπτυξιν (...) Ούτως υπερτερούμεν μεν των αρχαιοτάτων [πανεπιστημίων] της Ερλάγγης, και του Φρέϋπουργ, της Ιένης, του Κένισπεργ και του Γκρισβάλδε· εξισούμεθα δε σχεδόν με το της Χάλλης, και κατ' ολίγον μόνον υπερτερούμεθα υπό του της Γκετίγγης και του της Χεϊδελβέργης»26. Με ανάλογη αισιοδοξία αντιμετωπίζει τη συρροή των νέων στο Πανεπιστήμιο το υπουργείο Παιδείας και άλλοι πολιτικοί και πνευματικοί παράγοντες του τόπου. Η συνεχής αύξηση των φοιτητών αποτελεί για όλους απόδειξη ότι το Πανεπιστήμιο κερδίζει συνεχώς την αναγνώριση των «απανταχού Ελλήνων», εκπληρώνοντας έτσι τον «υψηλό» εκπαιδευτικό και εθνικό προορισμό του27.

    25. Α. Βενιζέλος-Ι. Σούτσος, Λόγοι, 1847, σ. 3.

    26. Π. Αργυρόπουλος, Λογοδοσία, [1854;], σ. 2-3. Πβ. Σπ. Πήλληκας-Π. Αργυρόπουλος, Λόγοι, 1853, σ. 18.

    27. Χαρακτηριστική είναι μια στιχομυθία, το 1852, ανάμεσα στον βασιλιά Όθωνα και τον προσωπικό γιατρό του Ιωάννη Βούρο, πρώην καθηγητή του Πανεπιστημίου, την οποία μνημονεύει ο τελευταίος. Σε παρατήρηση του Βούρου ότι «είνε ανάγκη να γένη φροντίς, ώστε να περιορισθή ο αριθμός των μαθητών [φοιτητών] διότι δεν είνε ανάλογος προς την έκτασιν του τόπου», ο Όθων απάντησε ότι «δεν επιθυμεί τούτο, διότι η Ελλάς δεν ειμπορεί να μένη οποία είνε, αλλά θέλει εκταθή και έχομεν ανάγκην