Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 462-481 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/462.gif&w=600&h=915

ριών του23. Με ανάλογες επιθέσεις και αποδοκιμασίες είχαν υποδεχθεί τον Fallmerayer και άλλοι λόγιοι και φοιτητές.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το «Μουσείον» ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή φοιτητική λέσχη. Τόπος συνάντησης διανοουμένων, φοιτητών και μαθητών, πρόσφερε στους νέους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τις διαλέξεις και τις συζητήσεις που γίνονταν εκεί αλλά και να έχουν μια κάποια συμμετοχή σ' αυτές. Με τον τρόπο αυτό η λέσχη συνέχιζε το έργο του Πανεπιστημίου. Παράλληλα όμως είχε και άλλους σκοπούς : να συμβάλει στην κοινωνικοποίηση και την ηθικοποίηση των φοιτητών και να τους μυήσει στα σύγχρονα εθνικά ζητήματα.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Η κινητικότητα των φοιτητών που σημειώσαμε παραπάνω δεν περιορίζεται στον εξωπανεπιστημιακό χώρο. Από την έναρξη κιόλας της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ομάδες φοιτητών αρχίζουν να θέτουν στη Σύγκλητο ή το υ

πουργείο Παιδείας διάφορα αιτήματα, που συνοδεύονται συχνά από διαμαρτυρίες κατά συγκεκριμένων καθηγητών. Οι αφορμές είναι ποικίλες: η έλλειψη πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, ο «αμέθοδος» η ακατανόητος τρόπος παράδοσης ορισμένων καθηγητών, οι ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό που οξύνονται με τις συχνές απολύσεις καθηγητών. Μαζί με την επισήμανση των προβλημάτων, οι φοιτητές επιχειρούν να ασκήσουν και πιέσεις στο Πανεπιστήμιο και το αρμόδιο υπουργείο για την άμεση επίλυσή τους.

Η πρώτη γνωστή φοιτητική διαμαρτυρία τοποθετείται στο 1839. Στις αρχές Μαΐου οι φοιτητές της Ιατρικής, που μόλις ξεπερνούσαν τους 20, ζήτησαν από τον καθηγητή της ανατομίας και φυσιολογίας Δημ. Μαυροκορδάτο να παραδίδει το μάθημα της φυσιολογίας «βραδύτερον» για να προλαβαίνουν να

αντιγράφουν ή να φροντίσει να εκδώσει τις παραδόσεις του. Η αντίδραση του Μαυροκορδάτου στο αίτημα των φοιτητών ήταν αρνητική: «απεκρίθη ότι εις ουδέν των όσων επρότειναν δεν δύναται να συγκατατεθή, διότι ούτε το εξά-

23. Η ομιλία του Δάρβαρη στο «Μουσείον» τυπώθηκε τον ίδιο χρόνο σε βιβλίο· πρόκειται για τη γνωστή μελέτη του Δοκίμιον περί σπουδής της ιστορίας, Αθήνα 1843. (Μια πρώτη παρουσίαση του βιβλίου έγινε στην εφ. Αθηνά, αρ. 915,9 Μαΐου 1842). Για τη θέση της μελέτης στην αντι-φαλλμεραϋερική φιλολογία της εποχής βλ. Γιώργος Βελουδής, Ο Jakob Philipp Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, Αθήνα, Ε.Μ.Ν.Ε. - Μνήμων, 1982, σ. 52-55" πβ. Γ. Λάιος, «Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (Α' 1814-1851)», Μνημοσύνη 5,1974-1975, σ. 293-295.

Σελ. 462
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/463.gif&w=600&h=915

εξάτομον της φυσιολογίας σύγγραμμα δύναται να τυπώση, ούτε τον τρόπον της παραδόσεώς του να μεταβάλη κατά το δοκούν αυτοίς...». Απαντώντας οι φοιτητές, αποφάσισαν να κάνουν τριήμερη αποχή από το μάθημα του Μαυροκορδάτου. Συγχρόνως απηύθυναν και αναφορά προς τον πρύτανη, ζητώντας την ικανοποίηση του αιτήματος τους. Στα τέλη Μαΐου ο Μαυροκορδάτος θα φέρει το θέμα στη Σύγκλητο, η οποία θα αποφασίσει τη διενέργεια ανακρίσεων και την τιμωρία των ενοχων24.

Αυτό είναι συνοπτικά το χρονικό της πρώτης «αταξίας» των φοιτητών. Είναι ενδιαφέρον όμως να δει κανείς πώς οργανώθηκε και πώς αντιμετωπίστηκε από τις πανεπιστημιακές αρχές. Κατά τη μαρτυρία του ίδιου του Μαυροκορδάτου, η αποχή δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση αλλά αποτέλεσμα συνωμοσίας : οι φοιτητές «συνεδέθησαν προς αλλήλους δι' ορκωμοσίας να μη πατήσωσι την παράδοσιν πριν ή μεταβάλη τον τρόπον της παραδόσεως». Στην κίνηση αυτή υπήρχε, κατά τον Μαυροκορδάτο, ένας «αρχηγός» (ως αρχηγός κατονομάζεται ο Αναστάσιος Γούδας, γνωστός αργότερα γιατρός και λόγιος), ένας «αρχειοφύλαξ» και ένα τρίτο πρόσωπο υπεύθυνο για τη συγκέντρωση υπογραφών. Ούτε λίγο ούτε πολύ, λοιπόν, η πρωτοβουλία των φοιτητών εμφανίστηκε ως καθαρά συνωμοτική πράξη. Το επόμενο βήμα ήταν να κληθούν σε ανάκριση όσοι είχαν υπογράψει την αναφορά προς τον πρύτανη. Η βασική ερώτηση στους ανακρινόμενους ήταν αν μαζί με την αναφορά υπέγραψαν και

ένορκη υπόσχεση, σε άλλο χαρτί, ότι θα τηρήσουν τον λόγο τους. Η απάντηση όλων σχεδόν των φοιτητών ήταν αρνητική : δέχθηκαν ότι υπήρχε πραγματικά και ένα δεύτερο χαρτί στο οποίο υπέγραψαν ορισμένοι, αυτό όμως δεν ήταν χαρτί ορκωμοσίας αλλά ένας απλός κατάλογος υπογραφών για να «ενθυμούνται» ποιοι είχαν υπογράψει την αναφορά. Φαίνεται όμως ότι η Σύγκλητος δεν πείστηκε από τις απολογίες τους και αποφάσισε τελικά να επιβάλει οκτώ ημερών κράτηση στους δύο πρωταίτιους (τον Αναστάσιο Γούδα και τον Ιωάννη Κομπότη) και να επιπλήξει τους υπόλοιπους. Το σκεπτικό ήταν ότι η

αναφορά που συνέταξαν προς τον πρύτανη «συνεδέθη με συμφωνίαν εκ μέρους των φοιτητών τούτων να μην επανέλθωσιν εις το μάθημα του κ. Μαυρο-

24. Λεπτομερή περιγραφή των περιστατικών βλ. στα Π.Σ., 27, 29 και 31 Μαΐου και 1 Ιουν. 1839. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 37 και Κώστας Δ. Βελιαρούτης, «Η πρώτη φοιτητική απεργία και ο Αναστ. Ν. Γούδας 1837-1880», Ηπειρωτική Εστία 27,1978, σ. 531-533. Επίσης το άρθρο του Θανάση Χρήστου, «Το φοιτητικό κίνημα και η πρώτη του εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1839)», ΙΣΤ' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο (26-28 Μαΐου 1995), Θεσσαλονίκη 1996, σ. 291-308.

Σελ. 463
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/464.gif&w=600&h=915

Μαυροκορδάτου επί σκοπώ να τον αναγκάσουν να μεταβάλη το σύστημα της παραδόσεώς του...»25.

Από την περιγραφή των γεγονότων φαίνεται ότι το Πανεπιστήμιο, που μόλις έκανε τα πρώτα βήματά του, βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα ασυνήθιστο ακόμη γεγονός : οι φοιτητές μιας σχολής να ζητούν από έναν καθηγητή να αλλάξει τον τρόπο διδασκαλίας και μάλιστα να επιμένουν σ' αυτό, κάνοντας αποχή από το μάθημά του και διαμαρτυρόμενοι στη Σύγκλητο. Μπορεί το αίτημα των φοιτητών να μην ήταν τελείως αδικαιολόγητο, για τη Σύγκλητο όμως ο τρόπος με τον οποίο το έθεσαν διατάρασσε την πανεπιστημιακή τάξη, μείωνε το κύρος των καθηγητών και μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για

άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις. Εκείνο όμως που φαίνεται να ενόχλησε περισσότερο τη Σύγκλητο ήταν ότι οι φοιτητές με την πράξη τους αυτή διεκδικούσαν να έχουν λόγο σε ένα ζήτημα που κατά τα πανεπιστημιακά νόμιμα ανήκε αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των καθηγητών.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η προσπάθεια της Συγκλήτου να εμφανίσει την υπόθεση ως συνωμοσία. Κρίνοντας κανείς γενικά τα πράγματα, θα μπορούσε να πει ότι η Σύγκλητος μεγιστοποίησε μια απλή εκδήλωση διαμαρτυρίας, δίνοντάς της διαστάσεις μεγαλύτερες από εκείνες που είχε, όπως έκανε άλλωστε και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα. Πιθανώς όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Και αν η οργάνωση της κινητοποίησης δεν έγινε όπως ακριβώς υποπτευόταν το Πανεπιστήμιο, δεν αποκλείεται όμως οι φοιτητές να συνδέθηκαν πραγματικά με κάποιο όρκο μεταξύ τους, προκειμένου να διασφαλίσουν τη μυστικότητα του εγχειρήματος. Τη σχετική υπόθεση ενισχύει το γεγονός ότι την εποχή αυτή ανθούν οι μυστικές εταιρείες. Θυμίζω ότι στα τέλη του 1839 αποκαλύπτεται η γνωστή «Φιλορθόδοξη Εταιρεία» και το ίδιο έτος ο Α. Ρ. Ραγκαβής συντάσσει τον οργανισμό μιας άλλης μυστικής

εταιρείας με σκοπό την απελευθέρωση των αλύτρωτων περιοχών26. Βασικό

25. Π.Σ., 1 Ιουν. 1839. Η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε στα άρθρα 31 και 32 του Κανονισμού, που αναφέρονται στις ποινές που επιβάλλονται στους «παρεκτρεπόμενους» φοιτητές και στη σχετική δικαιοδοσία του πρύτανη και του «συμβουλίου του Πανεπιστημίου».

26. Βλ. John Α. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), ό.π., σ. 365-377, 570, 626 και Ευθύμιος Θ. Σουλογιάννης, Μυστική Εταιρεία υπέρ του αλύτρωτου Ελληνισμού και σχέδιο «πολιτεύματος» των «υπερορίων» Ελλήνων (1839), Αθήνα 1977 (ανάτ. από το περ. Παρνασσός 19, 1977, σ. 407-420 και 514527). Πβ. Βασ. Βλ. Σφυρόερας, «Η Αδελφότης των Ευαγγελιζομένων", μυστική

επαναστατική οργάνωσις του 1849», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 23,1972-73, σ. 204-236.

Σελ. 464
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/465.gif&w=600&h=915

στοιχείο στην τελετουργία μύησης ενός μέλους στα μυστικά των εταιρειών ήταν ο όρκος και δεν αποκλείεται το στοιχείο αυτό να το χρησιμοποίησαν και οι φοιτητές. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η στάση της Συγκλήτου απέναντι στην υπόθεση δείχνει έναν υπερβάλλοντα ζήλο, ανάλογο με εκείνον που

επιδεικνύουν την εποχή αυτή και οι κρατικές αρχές, που διακατέχονται μόνιμα από τον φόβο των μυστικών οργανώσεων27.

Εκδηλώσεις διαμαρτυρίας όπως αυτή του 1839, χωρίς όμως το «συνωμοτικό» στοιχείο, θα γίνουν κοινός τόπος στα επόμενα χρόνια. Έτσι τον Μάρτιο του 1842 φοιτητές θα διαμαρτυρηθούν επειδή ο καθηγητής της Ιστορίας Εδουάρδος Μάσσων δεν διδάσκει το μάθημα για το οποίο διορίστηκε28, ενώ τον Δεκέμβριο του 1843 θα αναφέρουν στο υπουργείο Παιδείας ότι ο νεοδιόριστος καθηγητής της χημείας Αλέξ. Βενιζέλος «αποκαθίσταται εις ημάς παντάπασιν ανωφελής διά τε το αμέθοδον αυτού εν τη παραδόσει και την προς τα πειράματα αδεξιότητα» και θα ζητήσουν να δοθεί η άδεια να διδάσκει το μάθημα αυτό ο Ξ. Λάνδερερ29. Τον Φεβρουάριο του 1844 θα σημειωθούν επεισόδια στο μάθημα του νεοδιόριστου καθηγητή της Ιατρικής Κων. Μαυρογιάννη. Η αιτία ήταν το ότι δίδασκε κατά το γαλλικό σύστημα και όχι κατά το γερμανικό, όπως οι άλλοι καθηγητές της σχολής. Η Σύγκλητος αποδοκίμασε τη διαγωγή των φοιτητών παράλληλα όμως ζήτησε και από τον Μαυρογιάννη «να κάμνη εκάστοτε παραλληλισμόν της διδασκαλίας του με την γερμανικήν διδασκαλίαν» για να είναι εύληπτο το μάθημά του30. Μέσα στον ίδιο χρόνο, τον Μάιο του 1844,φοιτητές θα δημιουργήσουν επεισόδια στο μάθημα του καθηγητή της χημείας Ξ. Λάνδερερ. Η Σύγκλητος θα αποδοκιμάσει και πάλι τα γεγονότα και τη διαγωγή των φοιτητών και θα αποφασίσει να μη δέχεται στο εξής η πρυτανεία αναφορές των φοιτητών παρά μόνο μέσω των

2 7. "Ας σημειωθεί ότι στο πρωτόκολλο ορκωμοσίας των πρώτων καθηγητών του Πανεπιστημίου (3 Μαΐου 1837) υπήρχε μια παράγραφος που απαγόρευε τη συμμετοχή τους σε μυστικές οργανώσεις : «Ορκίζομαι δε περιπλέον ότι ούτε είμαι ούτε θέλω είσθαι μέλος μυστικής αγνώστου εις την Κυβέρνησιν εταιρίας» (βλ. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, εκδ. Π. Καρολίδη, η' εκδ., τ. Ζ', Αθήνα, Νίκας, χ.χ., σ. 281).

28. Π.Σ., 15 Μαρτ. 1842.

29. Η αίτηση, με χρον. 31 Δεκ. 1843, υπογράφεται από 36 φοιτητές και ακροατές της Ιατρικής, κυρίως, και της Φιλοσοφικής (ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 63, υποφ. Α', έγγρ. αρ. 59, 31 Δεκ. 1843). Ο Λάνδερερ είχε απολυθεί, όπως είπαμε, τον Σεπτέμβριο του 1843, μαζί με τους άλλους ξένους καθηγητές του Πανεπιστημίου, και τη θέση του πήρε ο Βενιζέλος.

30. Π.Σ., 14 Φεβρ. 1844. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 87.

Σελ. 465
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/466.gif&w=600&h=915

κοσμητόρων31. Την αποδοκιμασία της θα εκφράσει επίσης η Σύγκλητος, αλλά και το υπουργείο Παιδείας, τον Δεκέμβριο του 1844 εναντίον ομάδας φοιτητών, που απηύθυναν αναφορά στον βασιλιά με την οποία ζητούσαν την πλήρωση της κενής έδρας των λατινικών και καταφέρονταν εναντίον του συστήματος διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο. Η ενέργειά τους θεωρήθηκε ως υπέρβαση ιεραρχίας και προσβλητική για τους καθηγητές και αποφασίστηκε να

επιτιμηθούν οι φοιτητές που υπέγραψαν την αναφορά32. Συνηθισμένες είναι και οι διαμαρτυρίες των φοιτητών για την αφαίρεση μαθημάτων από ορισμένους καθηγητές και την ανάθεσή τους σε άλλους. Έτσι, το 1844 φοιτητές της Φιλοσοφικής θα ζητήσουν από τη Σύγκλητο να επιτραπεί στον καθηγητή της φυσικής Γεώργιο Βούρη, από τον οποίο είχε αφαιρεθεί το μάθημα αυτό, να εξακολουθήσει τις παραδόσεις του33, ενώ το 1845 και το 1847 φοιτητές θα διαμαρτυρηθούν για την αφαίρεση μαθημάτων από τους καθηγητές Ν. Κωστή και I. Νικολάίδη-Λεβαδέα34.

Όλες αυτές οι εκδηλώσεις δείχνουν ότι οι φοιτητές από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Πανεπιστημίου φιλοδοξούν να παίξουν ενεργητικό ρόλο στα πανεπιστημιακά πράγματα. Δεν αρκούνται στον ρόλο του ακροατή των παραδόσεων, αλλά διεκδικούν με τα αιτήματα και τις διαμαρτυρίες τους το δικαίωμα να διατυπώνουν τη γνώμη τους τουλάχιστο σε θέματα που αφορούν την οργάνωση των σπουδών και τη διδασκαλία. Οι διαμαρτυρίες των φοιτητών και το πνεύμα ανεξαρτησίας και απείθειας που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά τους είναι φυσικό να προκαλούν φόβους και ανησυχίες στις πανεπιστημιακές αρχές : «από τίνος χρόνου», σημειώνει ένας συγκλητικός το 1844, οι φοιτητές «ήρχισαν να μη φέρωσι σέβας ούτε προς τον Πρύτανιν, ούτε προς τους καθηγητάς, ούτε προς τους υπαλλήλους του γραφείου»35. Μόνιμη επωδός είναι ότι οι φοιτητές θέτουν αιτήματα που δεν ανήκουν στην αρμοδιότητά τους και ότι η συμπεριφορά τους δεν συνάδει προς το ακαδημαϊκό ήθος που πρέπει να τους διακρίνει. Διατυπώνεται μάλιστα συχνά η άποψη ότι ο Κανονισμός

31. Π.Σ., 12 Μαΐου 1844. Πβ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 88.

32. Με την απόφαση αυτή διαφώνησε ο κοσμήτορας της Νομικής Π. Καλλιγάς, υποστηρίζοντας ότι «έκαστος των φοιτητών είναι ελεύθερος να φρονή ό,τι θέλει περί της διδασκαλίας των καθηγητών του» και ότι «δύναται πας τις ν' αναφέρη τα παράπονά του ατιμωρητεί καθ' οιουδήποτε» προς τον βασιλιά. Π.Σ., 13 Δεκ. 1844. Βλ. για την ίδια υπόθεση και ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 63, έγγρ. αρ. 88 και 89,24 Δεκ. 1844 και Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 88.

33. Π.Σ., 1 Οκτ. 1844.

34. Π.Σ., 20 Ιαν. 1845 και 2 Απρ. 1847.

35. Π.Σ., 12 Μαΐου 1844.

Σελ. 466
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/467.gif&w=600&h=915

σμός του 1837 είναι αρκετά επιεικής απέναντί τους και ότι είναι απαραίτητο να ληφθούν πρόσθετα πειθαρχικά μέτρα. Πραγματικά, στο σχέδιο Οργανισμού του Πανεπιστημίου του 1844 (άρθρα 45-47) προβλέπονται αυστηρές ποινές κατά των φοιτητών που εξυβρίζουν καθηγητές και υφηγητές, «μάλιστα κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών», αλλά και υπαλλήλους και υπη

ρέτες του Πανεπιστημίου, καθώς και εναντίον εκείνων που προκαλούν ταραχές στις παραδόσεις· ανάλογα προβλέπονται και στο σχέδιο του 1848 (άρθρα 28-29)36. Ωστόσο και η Σύγκλητος και το υπουργείο Παιδείας φαίνεται να συνηθίζουν με τον καιρό στην ιδέα ότι οι φοιτητικές διαμαρτυρίες μπορεί να ήταν δυσάρεστες, αλλά ήταν αναπόφευκτες σε ένα ανώτερο εκπαιδευτικά ίδρυμα.

ΤΑ ΠΥΛΑΡΙΝΑ

Στο πλαίσιο των φοιτητικών διαμαρτυριών για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω εντάσσεται και μια κινητοποίηση που σημειώνεται το 1845 κατά του Φραγκίσκου Πυλαρινού, καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής. Σε αντίθεση όμως με τις προηγούμενες, εδώ δεν έχουμε μια απλή διαμαρτυρία αλλά σειρά επεισοδίων που σχετίζονται με τις πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές του συγκεκριμένου καθηγητή. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στην υπόθεση δεν εμπλέκονται μόνο φοιτητές αλλά και άλλοι πανεπιστημιακοί και εξωπανεπιστημιακοί παράγοντες. Πριν αναφερθούμε στα σχετικά επεισόδια, θα σταθούμε λίγο στα βιογραφικά του Πυλαρινοϋ37.

Γεννημένος στην Κεφαλονιά γύρω στο 1802, ο Πυλαρινός σπούδασε φιλοσοφία στο Παρίσι. Στην ίδια πόλη είχε την ευκαιρία να γνωρίσει, γύρω στο 1830, τις Ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού, τις οποίες θα ενστερνιστεί και θα

36. Βλ. εδώ, σ. 260-261.

37. Βασική πηγή για τα βιογραφικά του Πυλαρινού παραμένει το έργο του Ηλία Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα, τ. Α', Αθήνα 1904, σ. 564-566. Βλ. επίσης Φ. Ηλιού (επιμ.), Σταμάτης Πέτρου, Γράμματα από το Άμστερνταμ, Αθήνα, Ερμής, 1976, σ. οα'-οβ'· του ίδιου, ιδεολογικές χρήσεις του κοραϊσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα, Ο Πολίτης, 1989, σ. 17,68-70· Σπ. Άσδραχάς,«Η δημοτική στην Ιόνιο Ακαδημία", Τα μαθήματα Φυσικής του Σταματέλου Πυλαρινού», Ο Ερανιστής 13,1976, σ. 115" του ίδιου (εκδ.), Γεώργιος Τυπάλδος-Ιακωβάτος, Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας, Αθήνα, Ερμής, 1982, σ. κη', 65, 79· Αντ. Λιάκος, «Η διάθλαση των επαναστατικών ιδεών στον ελληνικό χώρο, 1830-1850», Τα Ιστορικά, τ. Α', τχ. 1, Σεπτ. 1983, σ. 135-136· του ίδιου, Η ιταλική ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1985, σ. 147,167,182,183· Παν. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974, τ. Α', Αθήνα, Γνώση, 1990, σ. 119-124.

Σελ. 467
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/468.gif&w=600&h=915

προπαγανδίσει λίγο αργότερα στην Ελλάδα. Οπαδός του Κοραή, συμμετέχει στην «Ελληνική Εταιρία» του Παρισιού και συνυπογράφει το 1831 διακήρυξη με αντικαποδιστριακές αιχμές, όπου καλείται ο ελληνικός λαός να συνειδητοποιήσει τα πολιτικά του δικαιώματα και να αποκρούσει τις ξένες επεμβάσεις38. Το 1833 νεκρολογώντας ο Πυλαρινός τον Κοραή, θα επιχειρήσει να

ενσωματώσει το έργο του φιλελεύθερου δασκάλου σε μια σοσιαλιστική οπτική39. Την ίδια χρονιά έρχεται στην Ελλάδα. Εγκαθίσταται στο Ναύπλιο και δημοσιεύει στον τύπο μια σειρά μαθημάτων κοινωνικής φιλοσοφίας, όπου ευαγγελίζεται έναν παγκόσμιο κοινωνισμό40. Το 1834 εμπλέκεται στην υπόθεση της δίκης του Κολοκοτρώνη και διώχνεται από την Ελλάδα. Πηγαίνει στην πατρίδα του, την Κεφαλονιά, όπου ασκεί το διδασκαλικό επάγγελμα και συμμετέχει ενεργητικά σε διάφορες εκδηλώσεις κατά της αγγλικής προστασίας. Λόγω των δραστηριοτήτων του αυτών θα υποστεί το 1839 διώξεις από τους Άγγλους και το 1840 θα απελαθεί από τα Επτάνησα και θα εγκατασταθεί στην Αθήνα41.

Βασικός υποστηρικτής του Πυλαρινού κατά την περίοδο των διώξεών του στην Κεφαλονιά είναι ο κύκλος της ρωσόφιλης εφημερίδας Αιών, οποία βρίσκεται επικεφαλής του αγώνα για την προστασία των πολιτικών και κυρίως των θρησκευτικών δικαιωμάτων των Επτανησίων. Η ίδια εφημερίδα θα ενδιαφερθεί και για τον διορισμό του Πυλαρινού στο Πανεπιστήμιο. Σε ένα «προσκλητήριον» προς τον Πυλαρινό που δημοσιεύεται στον Αιώνα τον Νοέμβριο του 1840, φοιτητές και ακροατές του Πανεπιστημίου τον παρακαλούν να αναλάβει «το βάρος της παραδόσεως» της φιλοσοφίας της ιστορίας η «οποιουδήποτε άλλου καταλλήλου δι' ημάς μαθήματος»42. Η πρόσκληση αυτή

38. Στ. Καρατζάς, «Η Ελληνική Εταιρία" του Παρισιού 1828-1831», περ. Αντί, τχ. 41, 20 Μαρτ. 1976, σ. 26. Πβ. Χρ. Λούκος, Η Αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1828-1831, Αθήνα, Θεμέλιο, 1988, σ. 269.

39. Ηλιού, ιδεολογικές χρήσεις, ό.π.

40. εφ. Ήλιος, αρ. 17,18 Αυγ. 1833 κ.εξ. Βλ. Ε. Φουρναράκη, Η εφημερίδα «Ήλιος» του Παναγιώτη Σούτσου, 1833. Περιλήψεις-ευρετήρια, Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1986, σ. 33,34, 38, 40, 42-43, 46-47, 58.

41. εφ. Αιών, αρ. 143, 6 Μαρτ. 1840, 151-154, 10 Μαρτ. 1840, 158-159, 1 Μαΐου 1840,179,14 Ιουλ. 1840, 201,16 Οκτ. 1840 και 202,20 Οκτ. 1840.

42. Δημοσιεύεται στην εφ. Αιών,αρ. 230,29 Ιαν. 1841. Τον ίδιο χρόνο, 1840, θα ζητήσει τον διορισμό του Πυλαρινού στο Πανεπιστήμιο και ο Π. Σοφιανόπουλος, ο οποίος κατέτασσε τον Πυλαρινό ανάμεσα στους αξιολογότερους έλληνες διανοούμενους. Π. Σοφιανόπουλος, Η Ισότης της Προόδου, 15 Αυγ. 1840, σ. 26· του ίδιου, Το Πάνθεον της Προόδου και η ποικίλη στοά των αρχαίων Ελλήνων, Φεβρ. 1841, σ. 22, 23.

Σελ. 468
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/469.gif&w=600&h=915

ουσιαστικά ήταν μια υπόδειξη της εφημερίδας προς το υπουργείο Παιδείας να τον διορίσει καθηγητή στο Πανεπιστήμιο. Μια παρόμοια υπόδειξη κάνει και

αργότερα. Τον Απρίλιο του 1843, και αφού στο μεταξύ ο Πυλαρινός είχε αρχίσει να διδάσκει, ιδιωτικά, μαθήματα Ιστορίας της φιλοσοφίας43, η ίδια εφημερίδα θα γράψει ότι τη θέση του καθηγητή της ιστορίας Ε. Μάσσων έπρεπε να κατέχει για λόγους εθνικούς ο Πυλαρινός44. Και πραγματικά τον ίδιο χρόνο,

αμέσως μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, ο Πυλαρινός διορίζεται στο Πανεπιστήμιο τακτικός καθηγητής των ελληνικών φιλοσοφημάτων και της φιλοσοφίας της ιστορίας45. Στον διορισμό του φαίνεται ότι συνέβαλαν, μαζί με τον Αιώνα, και μέλη του ρωσικού κόμματος που συμμετείχαν στη νέα κυβέρνηση, όπως ο πρωθυπουργός Ανδρέας Μεταξάς και ο υπουργός Παιδείας Μιχαήλ Σχινάς.

Η υποδοχή του Πυλαρινού στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν εγκάρδια, ούτε α

πό τους συναδέλφους του της Φιλοσοφικής, ούτε από τους φοιτητές. Από την

έναρξη των παραδόσεών του, που άρχισαν με καθυστέρηση τον Δεκέμβριο του 1844, βρέθηκε αντιμέτωπος με διάφορα προβλήματα. Από τα δύο μαθήματα που επρόκειτο να διδάξει, το πρώτο, τα «ελληνικά φιλοσοφήματα» (ιστορία φιλοσοφίας), επικαλυπτόταν εν μέρει από τα μαθήματα των δύο παλαιότερων καθηγητών της φιλοσοφίας, του Ν. Βάμβα και του Φ. Ιωάννου. Το γεγονός αυτό πιθανώς δημιούργησε κάποιες εσωτερικές τριβές, όπως προκύπτει από μια διαμαρτυρία του Πυλαρινού μερικούς μήνες μετά την έναρξη των μαθημάτων του. Σε συνεδρία της Φιλοσοφικής Σχολής, τον Μάιο του 1844, ο Πυλαρινός διαμαρτύρεται επειδή η επιτροπή που κατάρτισε το πρόγραμμα μαθημάτων δεν διατύπωσε ακριβώς τα αντικείμενα διδασκαλίας του, αναφέροντας ότι θα διδάξει μόνο φιλοσοφία της ιστορίας και όχι και ελληνικά φιλοσοφήματα46. Προβλήματα υπήρξαν, αργότερα τουλάχιστο, και με το δεύτερο μάθημά του, τη φιλοσοφία της ιστορίας, όπως δείχνει μια μεταγενέστερη α

πόφαση της Συγκλήτου με την οποία η φιλοσοφία της ιστορίας, που ανήκε στα γενικά μαθήματα, κατατάχθηκε στα μη υποχρεωτικά για τους φοιτητές47.

43. Βλ. σχετική αγγελία στην εφ. Αιών, αρ. 263, 31 Μαΐου 1841.

44. εφ. Αιών, αρ. 433, 21 Απρ. 1843.

45. Πανταζίδης, Χρονικόν, πίν. Γ'.

46. Π.Σ.Φ.Σ., 2 Μαΐου 1844. Τελικά, στο πρόγραμμα του θερινού εξαμήνου του 1843/44 συμπεριελήφθησαν, ίσως και λόγω των διαμαρτυριών του, και τα δύο μαθήματα (αρχαία ελληνική φιλοσοφία και φιλοσοφία της Ιστορίας). Για το πρόγραμμα μαθημάτων του στα χρόνια 1843/44-1861/62 βλ. Π. Κιμουρτζής, Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., II, σ. 118-119.

47. Το 1853 που συντάσσονται οι Οδηγίες προς τους φοιτητές, τίθεται σε συνεδρία

Σελ. 469
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/470.gif&w=600&h=915

Το αρνητικό αυτό κλίμα μεταφέρθηκε και στις παραδόσεις του, οι οποίες

έγιναν από την αρχή αντικείμενο επικριτικών σχολίων. Οι λόγοι, όπως αφήνει να εννοήσουμε η εφημερίδα Αιών, που συνέχισε να βρίσκεται στο πλευρό του Πυλαρινού, ήταν πολιτικοί. Τα μαθήματά του, γράφει, ερέθισαν «τα όργανα του ξενισμού», διότι εμπνέονταν «υπό πνεύματος θρησκευτικού και εθνικού», που έτεινε «προς την ριζικήν καταστροφήν του ξενικού πνεύματος»48. Ο όρος «όργανα του ξενισμού», ιδιαίτερα προσφιλής στην εφημερίδα, παραπέμπει στις πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής. Για τον ρωσόφιλο Αιώνα όργανα του ξενισμού ήταν κυρίως οι αγγλόφιλοι : τα στελέχη του αγγλικού κόμματος και όσοι είχαν φιλικές σχέσεις μ' αυτό και βέβαια οι εφημερίδες που υποστήριζαν τις απόψεις του, ιδιαίτερα η φιλελεύθερη Αθηνά. Κατά τον Αιώνα, λοιπόν, η κριτική κατά του Πυλαρινού είχε σχέση με τις πολιτικές θέσεις του και κατευθυνόταν από πρόσωπα φιλικά προσκείμενα στο αγγλικό κόμμα.

Έντονες ήταν οι αντιδράσεις που προκάλεσαν τα μαθήματα του Πυλαρινού και στο φοιτητικό ακροατήριο. Από την έναρξη των μαθημάτων του μια ομάδα φοιτητών, στους οποίους περιλαμβάνονταν μαθητές του Γυμνασίου και

άλλα πρόσωπα εκτός Πανεπιστημίου, άρχισαν να τον αποδοκιμάζουν με θορυβώδεις εκδηλώσεις. Τα πράγματα θα οξυνθούν στις 15 Φεβρουαρίου 1845, όταν μέσα στο μάθημα ένας φοιτητής έβρισε τον Πυλαρινό. Η συμπεριφορά του προκάλεσε την αντίδραση του παρευρισκόμενου αδελφού του Πυλαρινού, ο οποίος λογομάχησε μαζί του και τον χτύπησε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αναταραχή στο ακροατήριο. Το θέμα έφτασε στη Σύγκλητο, η οποία

εξέφρασε τη λύπη της για τα επεισόδια και ανέθεσε στον πρύτανη να καλέσει τον Πυλαρινό για να συζητήσει μαζί του το θέμα. Παράλληλα αποφασίστηκε να γίνει αλλαγή στις ώρες των παραδόσεών του (να μη γίνονται το βράδυ αλλά την ημέρα), και να διακοπούν τα μαθήματά του για μία εβδομάδα49.

της σχολής το θέμα αν το μάθημα της φιλοσοφίας της ιστορίας, που συμπεριλαμβάνεται στα γενικά, είναι υποχρεωτικό η όχι για τους φοιτητές. Αυτό προκαλεί τη δυσφορία του Πυλαρινού, ο οποίος ζητεί να είναι υποχρεωτικό. Τελικά η Σύγκλητος, όπου παραπέμφθηκε το θέμα, το κατέταξε ομόφωνα στα μη υποχρεωτικά" τέτοια έδρα, υποστήριξε

ένας συγκλητικός, δεν υπήρξε ποτέ ως τώρα, «πολλώ δε μάλλον παρ' ημίν, εχόντων χρείαν διδασκαλίας ουχί απλώς χάριν της επιστήμης, αλλά χάριν των κοινωνικών αναγκών μας». Π.Σ.Φ.Σ., 20 Ιουν. και 2 Ιουλ. 1853 και Π.Σ., 9 Ιουλ. 1853· πβ. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς..., Αθήνα 1853, σ. 24.

48. εφ. Αιών, αρ. 587, 1 Ιαν. 1845. Σε προηγούμενο φύλλο της (αρ. 582, 6 Δεκ. 1844) η ίδια εφημερίδα είχε αναφερθεί επαινετικά στο πρώτο μάθημα του Πυλαρινού, σημειώνοντας ότι «εξηγήθη πνεύμα εθνικόν και κοσμοπολιτικόν, έδειξεν ενότητα επιστημονικήν και υψηλάς ιδέας».

49. Π.Σ., 16 Φεβρ. 1845. Τα επεισόδια περιγράφονται αναλυτικά στον τυπο· βλ.

Σελ. 470
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/471.gif&w=600&h=915

Σχολιάζοντας τα γεγονότα, οι εφημερίδες Αθηνά και Αιών διατυπώνουν δύο αντίθετες εκδοχές σχετικά με τους υπεύθυνους των επεισοδίων. Η πρώτη υποστηρίζει ότι υπεύθυνος ήταν ο Πυλαρινός, επειδή διήγειρε κάποιους φοιτητές εναντίον άλλων, οι οποίοι ήταν δυσαρεστημένοι απ' αυτόν, ενώ αναφερόμενη στο μάθημά του το χαρακτηρίζει ανάξιο λόγου και ζητεί την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο50. Αντίθετα ο Αιών, εμμένοντας στην άποψη ότι ο Πυλαρινός ήταν στόχος των οργάνων του «ξενισμού», υποστηρίζει ότι τα

επεισόδια υποκινήθηκαν από τους «ξενίζοντες» αντιπάλους του, οι οποίοι α

πό τη στιγμή που διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο δεν έπαψαν να ραδιουργούν

εναντίον του51. Αν και ο Αιών δεν αναφέρεται ρητά στους υποκινητές των

επεισοδίων, είναι φανερό όμως ότι υπαινίσσεται συναδέλφους του Πυλαρινού στη Φιλοσοφική, οι οποίοι είχαν φιλικές σχέσεις με το αγγλικό κόμμα, όπως ο Κ. Ασώπιος, ο Θ. Μανούσης, ο Ν. Βάμβας και γενικά η «περί τον Ασώπιον» ομάδα. Αυτό φαίνεται εξάλλου και από την καταγγελία της εφημερίδας ότι ανάμεσα στους «ταραξίες» ήταν και πρόσωπα που είχαν συγγενική η φιλική σχέση με ορισμένους από τους παραπάνω καθηγητές: ο γιός του Κ. Ασώπιου Ειρηναίος, φοιτητής της Φιλοσοφικής, ο Π. Ζαχόπουλος, μαθητής του Γυμνασίου και προστατευόμενος του Μανούση, ο Γ. Αθανασιάδης, υπηρέτης του Μανούση, ο I. Βελιανίτης, φοιτητής της Νομικής και συγκάτοικος του Ασώπιου, ο Γ. Παπασλιώτης, φοιτητής της Φιλοσοφικής, προστατευόμενος του Μανούση και καθηγητής αργότερα στην ίδια σχολή, προσκείμενος στην ομάδα του Ασώπιου.

Αν και η Σύγκλητος αμφισβήτησε τη συμμετοχή στα γεγονότα ορισμένων από τους παραπάνω φοιτητές και ακροατές, η ταυτότητα των «ταραξιών» καθιστά πιθανή την εκδοχή ότι τα επεισόδια υποκινήθηκαν πραγματικά από την «περί τον Ασώπιον» ομάδα. Αυτό δείχνει και η θέση που πήρε απέναντι στον Πυλαρινό η Σύγκλητος, την οποία αποτελούσαν τη χρονιά αυτή πρόσωπα που ανήκαν στην πλειονότητά τους στην παραπάνω ομάδα: πρύτανης ήταν ο Ν. Βάμβας, αντιπρύτανης ο Κ. Ασώπιος και μέλη της ο Μ. Αποστολίδης, ο Π. Καλλιγάς, ο I. Ολύμπιος, ο Φ. Ιωάννου, ο Θ. Μανούσης, ο Κ. Δομνάδος, ο Ν. Κωστής και ο Στ. Γαλάτης. Κατά κανόνα η Σύγκλητος, όταν συνέβαιναν ταραχές σε πανεπιστημιακές παραδόσεις, έπαιρνε το μέρος των κα-

εφ. Αιών, αρ. 600, 17 Φεβρ. 1845 και 601, 21 Φεβρ. 1845, καθώς και εφ. Αθηνά, αρ. 1195,18 Φεβρ. 1845.

50. εφ. Αθηνά, αρ. 1195,18 Φεβρ. 1845.

51. εφ. Αιών, αρ. 600,17 Φεβρ. 1845.

Σελ. 471
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/472.gif&w=600&h=915

καθηγητών και αποδοκίμαζε ανοιχτά τη στάση των φοιτητών. Δεν έκανε το ίδιο όμως και στην περίπτωση του Πυλαρινού. Περιορίστηκε απλώς στο να εκφράσει τη λύπη της για τα γεγονότα. Σε προγραμματισμένη συνάντηση του πρύτανη Ν. Βάμβα με τον Πυλαρινό, αμέσως μετά τα επεισόδια, ο πρώτος τάχθηκε έμμεσα με το μέρος των φοιτητών, μεταφέροντάς του τα παράπονα τους ότι τους συμπεριφερόταν με υβριστικό τρόπο και συμβουλεύοντάς τον «να προσφέρεται προς αυτούς ως προς ανθρώπους έχοντας ήδη ανεπτυγμένας τας διανοητικάς αυτών δυνάμεις». Ο ίδιος ο Βάμβας επίσης με δημοσίευμα στον τύπο εξέφρασε τη δυσφορία της Συγκλήτου για τον τρόπο με τον οποίο ο Αιών είχε παρουσιάσει τα επεισόδια, εκθέτοντας καθηγητές του Πανεπιστημίου52.

Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, ότι τα επεισόδια υποδαυλίστηκαν από την παραπάνω ομάδα καθηγητών της Φιλοσοφικής. Οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν

κυρίως στις πολιτικές διαφορές που τους χώριζαν. Όπως είπαμε, ο Πυλαρινός ήταν «προστατευόμενος» του Αιώνος, αναφέρεται μάλιστα ότι αρθρογραφούσε ανώνυμα σ' αυτόν53. Δεν ξέρουμε αν εκτός από τη σχέση αυτή είχε και άλλες αμεσότερες επαφές με τον πολιτικό χώρο που υποστήριζε η εφημερίδα. Η συνεργασία του, πάντως, με μια μαχητική εφημερίδα του ρωσικού κόμματος και το γεγονός ότι όφειλε τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο σε παράγοντες του χώρου αυτού αρκούσαν για να θεωρηθεί από τους αγγλόφιλους κύκλους όργανο του ρωσικού κόμματος και να δημιουργηθεί από την περί τον Ασώπιο ομάδα ένα αρνητικό κλίμα εις βάρος του, που συνετέλεσε στην εκδήλωση των παραπάνω επεισοδίων.

Για τους αντιπάλους του Πυλαρινού όμως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η πολιτική του τοποθέτηση, αλλά και το περιεχόμενο των μαθημάτων του. Ποιο

ακριβώς ήταν αυτό δεν ξέρουμε, αφού ο ίδιος δεν αφησε ούτε συγγράμματα ούτε πανεπιστημιακές παραδόσεις. Οι σχετικές πληροφορίες μας προέρχονται από έμμεσες πηγές και δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Από σύγχρονες μαρτυρίες

52. Η απάντηση του Βάμβα δημοσιεύθηκε στην εφ. Χρόνος. Σχολιάζοντας ο Αιών την απάντηση του (αρ. 601,21 Φεβρ. 1845) σημειώνει ότι ο Βάμβας ενοχλήθηκε επειδή

αποκάλυψε ότι μεταξύ των ταραξιών ήταν και πρόσωπα που σχετίζονταν με συγκεκριμένους καθηγητές, εννοώντας κυρίως τον Ειρηναίο Ασώπιο. Ο τελευταίος όμως, κατά τη Σύγκλητο, δεν πήρε μέρος στα επεισόδια της 15ης Φεβρουαρίου, ούτε σύχναζε στα μαθήματα του Πυλαρινού (Π.Σ., 23 Φεβρ. 1845).

53. Όπως σημειώνει πικρόχολα η Αθηνά, ο Πυλαρινός χρωστούσε τον διορισμό του όχι στις γνώσεις του αλλά στα άρθρα που δημοσίευε κατά καιρούς στον Αιώνα (εφ. Αθηνά, αρ. 1195, 18 Φεβρ. 1845). Η ίδια εφημερίδα δεν θα αφήσει ασχολίαστο και το γεγονός ότι ο Πυλαρινός χρειάστηκε να προετοιμαστεί ένα ολόκληρο έτος από τον διορισμό του για να αρχίσει τις παραδόσεις του.

Σελ. 472
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/473.gif&w=600&h=915

φαίνεται ότι εκείνο που του καταλόγιζαν οι αντίπαλοι του ήταν ότι στα μαθήματά του προσπαθούσε να επιβάλει τις πολιτικές απόψεις του. Όπως γράφει χαρακτηριστικά μια εφημερίδα αμέσως μετά τα επεισόδια, οι παραδόσεις του «είναι σκανδαλώδεις, καθόσον υψώνει την Ρωσίαν και υβρίζει την Γαλλίαν και Αγγλίαν την φιλοσοφίαν παραδίδει ο άνθρωπος ούτος ή πολιτικήν ;»54. Η θέση αυτή φαίνεται απλουστευτική. Μπορεί ο Πυλαρινός να είχε συμπάθεια στο ρωσικό κόμμα, αλλά τα μαθήματά του, απ' όσο ξέρουμε, είχαν ένα θεωρητικό υπόβαθρο που ξεπερνούσε το στενό πλαίσιο της πολιτικής επικαιρότητας. Εκτός από την κατηγορία αυτή, οι αντίπαλοί του αμφισβητούν και την

εγκυρότητά του ως πανεπιστημιακού δασκάλου, όπως δείχνει ο μειωτικός χαρακτηρισμός «κωμικοτραγικοφιλόσοφος» που του αποδίδεται55.

Πιο διαφωτιστικό για τα μαθήματά του και ειδικά για το μάθημα της φιλοσοφίας της ιστορίας είναι ένα άρθρο δημοσιευμένο στον Αιώνα56. Πιθανώς, συντάκτης του ήταν ο ίδιος ο Πυλαρινός. Στο άρθρο αυτό υποστηρίζεται ότι οι δυνάμεις του «ξενισμού» δεν θέλουν τον Πυλαρινό στο Πανεπιστήμιο, επειδή στον εναρκτήριο λόγο του εξύμνησε την 3η Σεπτεμβρίου 1843, λέγοντας ότι «η μεν 25 Μαρτίου είναι η επανάστασις του Ελληνικού Έθνους, η δε 3 7βρίου η ανάληψις αυτού» και ότι «οι άνδρες της 3 7βρίου έδωσαν την αληθή μορφήν εις την ουσίαν της Ελληνικής ζωής. Εάν το Ελληνικόν Έθνος θέλη να είπη ενώπιον του κόσμου και της ιστορίας Εγώ ειμι, πρέπει να μορφώση κατ' ιδίαν μέθοδον ιδίαν φιλοσοφίαν, ιδίαν τέχνην και ιδίαν πολιτικήν δεν θέλει δε κατορθώση τούτο εάν δεν αναχώρηση από της ιδίας αυτού συνειδήσεως, τουτέστι του θρησκεύματος του»57. Δεν θέλουν επίσης τον Πυλαρινό, συνεχίζει η

εφημερίδα, γιατί απέδειξε ότι η ανατολική Εκκλησία και οι πατέρες της «ου

δέποτε έβαλον διαζύγιον μεταξύ της Θρησκείας και Φιλοσοφίας, θεωρήσαντες ταύτας ως αδελφάς», σε αντίθεση με τη δυτική Εκκλησία, που από την αρχή κράτησε εχθρική στάση απέναντι στη φιλοσοφία, θεωρώντας την ως «εμπνευσιν του διαβόλου». Αλλά το «ξενικόν» πνεύμα δεν θέλει ούτε τη φιλοσοφία της ιστορίας, «επειδή αύτη είναι η ιστορία της ανθρωπότητος, ήτις δεικνύει

54. εφ. Ο Πρωινός Κήρυξ, αρ. 132,21 Μαΐου 1845.

55. Στο ίδιο, αρ. 140, 9 Απρ. 1845.

56. εφ. Αιών, αρ. 732, 23 Οκτ. 1845.

57. Η ίδια θέση προσγράφεται στον Πυλαρινό και σε ένα άλλο άρθρο του Αιώνος (αρ. 587,1 Ιαν. 1845) : για να προοδεύσει το ελληνικό έθνος, πρέπει «να αναχωρήση α

πό αυτήν την συνείδησίν του, από αυτό το θρήσκευμα του, και να σχηματίση ιδίαν τέχνην, ιδίαν φιλοσοφίαν και ιδίαν πολιτικήν κατά την προσωπικότητά του- άλλως θέλει είσθαι δούλον του ξενισμού».

Σελ. 473
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/474.gif&w=600&h=915

τον αιώνιον και αμετάβλητον νόμον, κατά τον οποίον οδεύει η ανθρωπότης, και ο νόμος ούτος είναι η πρόοδος, εναντίον της οποίας η αυτογνωμία του ατόμου και η κακή θέλησις αυτού μηδενίζονται και καταστρέφονται».

Δεν είναι εύκολο με βάση τα παραπάνω αποσπάσματα να σχηματίσουμε

επαρκή εικόνα για το περιεχόμενο των μαθημάτων του. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, πάντως, λαμβάνοντας υπόψη και τις πληροφορίες που έχουμε για τα μαθήματά του στα μεταγενέστερα χρόνια, είναι ότι οι απόψεις του εγγράφονται στο πλαίσιο μιας κοσμοθεωρίας που ακολουθεί τις αρχές της εγελιανής φιλοσοφίας, κατά την οποία κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι το πνεύμα και κάθε λαός δημιουργεί το δικό του ιδιότυπο πνεύμα, που αποτελεί μέρος του παγκόσμιου πνεύματος58. Από τη σκοπιά αυτή φαίνεται να βλέπει ο Πυλαρινός τον χαρακτήρα του ελληνικού έθνους. Κάθε εθνική προσπάθεια, θα γράψει το 1862, πρέπει να εμπνέεται «υπό της εθνικής συνειδήσεως, υπό του

ανατολικού πνεύματος, υπό των νέων τάσεων και παθημάτων του έθνους, και υπ' αυτού εισέτι του καθόλου πνεύματος της ανθρωπότητος...»59. Συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας του ελληνισμού αποτελεί για τον Πυλαρινό η θρησκεία του, την οποία ταυτίζει με τη συνείδηση του έθνους και τη θεωρεί ως σημείο εκκίνησης κάθε εθνικής δημιουργίας και στοιχείο διαφοροποίησης από το «ξενικό», δυτικό πνεύμα. Είναι φανερό ότι οι απόψεις αυτές του Πυλαρινού, ανεξάρτητα από την αφετηρία τους, βρίσκονται αρκετά κοντά στη συντηρητική ιδεολογία του ρωσικού κόμματος. Αυτό δεν σημαίνει, όπως τον κατηγορούσαν οι αντίπαλοι του, ότι προπαγάνδιζε ανοιχτά στα μαθήματά του τις θέσεις του συγκεκριμένου κόμματος. Οι φιλοσοφικές απόψεις όμως του παλιού σαινσιμονιστή, σε συνδυασμό με τη συμπάθειά του προς το ρωσικό κόμμα, ήταν εύλογο να θεωρηθούν ότι εξυπηρετούσαν τις συντηρητικές επιλογές του κόμματος αυτού.

Η αντιπαράθεση του Πυλαρινού με τους φιλελεύθερους συναδέλφους του της Φιλοσοφικής και τα επεισόδια στις παραδόσεις του είχαν άμεση επίπτωση στην πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του. Στην αρχή του επόμενου ακαδημαϊκού

58. Για τον Πυλαρινό ως εγελιανό βλ. Γ. Κ. Γρατσιάτος, «Εγελιανοί εν Ελλάδι», Αρχείον Φιλοσοφίας και θεωρίας των Επιστημών 3,1932, σ. 227-228 και Γ. Βελουδής, «Ο επτανησιακός εγελιανισμός», Μονά Ζυγά. Δέκα νεοελληνικά μελετήματα, Αθήνα, Γνώση, 1992, σ. 83,117. Βλ. επίσης την ανέκδοτη πραγματεία του Σπ. Λάμπρου «Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι κατά τον πρώτον αιώνα της παλιγγενεσίας μετά προεισαγωγής περί των ελληνικών ιστορημάτων επί Τουρκοκρατίας»,κεφ. Α', σ. 14-15 (βλ. εδώ, σ. 204-205, σημ. 73).

59. Αντ. Λιάκος, Η Ιταλική ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, ό.π., σ. 167.

Σελ. 474
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/475.gif&w=600&h=915

κού έτους (1846) ο Πυλαρινός θα απολυθεί από το Πανεπιστήμιο από την κυβέρνηση Κωλέττη και θα αντικατασταθεί από τον Ν. Κοτζιά, στον οποίο ανατέθηκε η διδασκαλία του ενός από τα δύο μαθήματα του Πυλαρινού : της ιστορίας της φιλοσοφίας. Ο Πυλαρινός θα επανέλθει τον Οκτώβριο του 1850, όχι όμως ως τακτικός καθηγητής, που ήταν πριν από την απόλυσή του, αλλά ως

έκτακτος, και με μοναδικό αντικείμενο διδασκαλίας τη φιλοσοφία της ιστορίας. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα θα απολυθεί και πάλι για ένα χρόνο από το Πανεπιστήμιο (1865-1866). Όσο για τη διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο, δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν ευδόκιμη. Το μάθημα της φιλοσοφίας της ιστορίας, καταταγμένο έτσι κι αλλιώς στα προαιρετικά, είχε μικρή απήχηση στους φοιτητές, όπως δείχνει και το ολιγάριθμο ακροατήριο του60, και δεν είναι τυχαίο ότι επαψε να διδάσκεται μετά την αποχώρηση του Πυλαρινού α

πό το Πανεπιστήμιο (1881).

ΤΑ ΜΑΝΟΥΣΕΙΑ

Ένα άλλο επεισόδιο που σημειώνεται στη δεκαετία του 1840 και υπερβαίνει

επίσης τα όρια της απλής φοιτητικής διαμαρτυρίας είναι τα λεγόμενα Μανούσεια. Και εδώ, όπως και στην περίπτωση του Πυλαρινού, στόχος είναι

ένας καθηγητής της Φιλοσοφικής, ο Θεόδωρος Μανούσης, με τη διαφορά ότι αυτός ανήκει στον αντίθετο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο και υποστηρίζεται θερμά από μεγάλο αριθμό φοιτητών. Η επίθεση εναντίον του αφορά και πάλι ζητήματα που έχουν σχέση με την πανεπιστημιακή διδασκαλία και ξεκινά με καταγγελίες μιας μικρής ομάδας φοιτητών, αλλά υποδαυλίζεται φανερά από εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες61.

Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο από την ίδρυσή του, ο Θεόδωρος Μανούσης (1793-1858) ήταν ένας τυπικός εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Γόνος εμπορικής οικογένειας, διαμορφωμένος στο πνευματικό κλίμα του πα-

60. Βλ. εδώ, σ. 205.

61. Για τα Μανούσεια βλ. Δημ. Χατζής, «Θεόδωρος Μανούσης, ο πρώτος καθηγητής της ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω», Πλάτων 10,1858, σ. 315-317· Κ. Θ. Δημαράς, «Θεόδωρος Μανούσης», εφ. Το Βήμα, 8 Απρ. 1977· του ίδιου, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα, Ερμής, 1982, σ. 392· Ιουλία Πεντάζου, «Ο Θεόδωρος Μανούσης, καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1858)», Μνήμων 17, 1995, σ. 94 κ.εξ. και Παρασκευάς Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2002, σ. 80-82.

Σελ. 475
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/476.gif&w=600&h=915

παροικιακού ελληνισμού της Βιέννης και στα Πανεπιστήμια της Λειψίας και του Göttingen, διακρινόταν για την πολυμερή επιστημονική του καλλιέργεια, τη φιλοσοφημένη ιστορική του παιδεία και τα φιλελεύθερα φρονήματά του. Στη Βιέννη ο Μανούσης είχε γνωρίσει τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία που κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Μολονότι τα γραπτά που μας αφησε είναι λίγα62, η διδασκαλία του Μανούση στο Πανεπιστήμιο ήταν γόνιμη. Μαθητές και ακροατές του μιλούν για την εμβρίθεια και την πολυμάθειά του και τη μεγάλη έλξη που ασκούσε στο πολυπληθές ακροατήριό του. Το μάθημα που δίδαξε ο Μανούσης για είκοσι περίπου χρόνια στο Πανεπιστήμιο ήταν η γενική Ιστορία. Τα αντικείμενα των μαθημάτων του τα παρακολουθούμε μέσα από τα πανεπιστημιακά προγράμματα και τις λιγοστές δημοσιεύσεις του: είναι η γενική και ειδική πολιτειογραφία, με αντικείμενο τη μελέτη της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης των ευρωπαϊκών κρατών, η αρχαία ιστορία, η βυζαντινή, η μεσαιωνική και νεότερη ιστορία της Δύσης63.

Τα Μανούσεια ξεκίνησαν από μια επιστολή που δημοσιεύθηκε στον Αιώνα στα τέλη Ιανουαρίου του 184864. Η επιστολή έφερε την υπογραφή ενός μοναχού, του Παΐσιου Ζ. Ιωαννίτη, φοιτητή της Φιλοσοφικής από το 1845, πιθανότατα όμως στη σύνταξή της είχαν συμμετάσχει και άλλοι φοιτητές η ακροατές, κυρίως της Θεολογικής, με τους οποίους ο Παΐσιος είχε στενές σχέσεις. Η επιστολή αποτελούσε ένα οξύ κατηγορητήριο κατά του Μανούση με αφορμή ένα μάθημά του για τη Μεταρρύθμιση στην Καθολική Εκκλησία. Στο μάθημα αυτό, κατά τον Παΐσιο, ο Μανούσης «ανέγνωσε προς τοις άλλοις καί τινα επιστολήν του τότε βασιλέως της Αγγλίας [Ερρίκου Η'], ην εξαπέστειλε προς τον Λουθήρον αποκαλών αυτόν ασεβή, άθεον (...) "κόπρα και σκατά των σκατών του" και άλλας τοιαύτας χρυσολόγους εκφράσεις». Ο ίδιος διάβασε κατόπιν, κατά τον Παΐσιο πάντα, και την απαντητική επιστολή του Λούθηρου προς τον βασιλιά, «αποκαλούντος αυτόν κακοήθη και με το σκατόν του προστρίβοντα τον στέφανον του Χριστού!». Οι περικοπές αυτές, με τις «άσεμνες» και υβρι-

62. Είναι γνωστό ότι πεθαίνοντας ο Μανούσης είχε αφήσει προφορική εντολή στον φίλο του Θ. Φαρμακίδη να κάψει όλα τα χειρόγραφά του (Π.Σ., 4 Νοεμ. 1858, πβ. εφ. Αιών, αρ. 1679,20 Νοεμ. 1858). Το 1871, πάντως, φυλάσσονταν στο Πανεπιστήμιο χειρόγραφα των παραδόσεων του στη γενική ιστορία και άλλα. Βλ. Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα. Η διδασκαλία της ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837-1932, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2004, σ. 329-330.

63. Βλ. Π. Κιμουρτζής, Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ό.π., II, σ. 107-109 και Β. Καραμανωλάκης, ό.π., Παράρτημα, σ. II-VI.

64. εφ. Αιών, αρ. 843, 28 Ιαν. 1848.

Σελ. 476
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/477.gif&w=600&h=915

υβριστικές εκφράσεις για το πρόσωπο του Χριστού, σκανδάλισαν το ακροατήριο.

Το πραγματικό σκάνδαλο όμως δεν ήταν οι ίδιες οι επιστολές άλλα η ανάγνωσή τους από τον Μανούση στο φοιτητικό ακροατήριο. Στην επιστολή του Παΐσιου υποστηρίζεται ότι ο Μανούσης με την ανάγνωση των σχετικών περικοπών εμφανιζόταν να υποσκάπτει τα θεμέλια της Εκκλησίας και να χλευάζει τον Χριστό. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με το ότι ο Μανούσης και σε

άλλα μαθήματά του είχε διατυπώσει «εκ προθέσεως κακοήθεις, παρατόλμους και αντιχριστιανικάς τερατολογίας», αποδείκνυε ότι ήταν «εχθρός του χριστιανισμού, ταύτης της κοινωνίας, αυτού του έθνους» και «ανάξιος της θέσεως, ην κατέχει». Στην ίδια επιστολή υπάρχουν και βολές τόσο κατά της πολιτείας, η οποία δεν πήρε κανένα μέτρο κατά του Μανούση, παρότι ο τύπος είχε καταγγείλει ήδη «τον λυμεώνα τούτον της ελληνικής νεολαίας», όσο και κατά των φοιτητών που τον χειροκροτούν, επιδοκιμάζοντας τις απόψεις του. Ανάλογες κατηγορίες διατυπώνονται και κατά της Ιεράς Συνόδου, η οποία, «υπό μανδραγόραν καθεύδουσα», ανέχεται τη συμπεριφορά του. Όλα αυτά δείχνουν, κατά την επιστολή, ότι το Πανεπιστήμιο και η χώρα βρίσκονταν σε

έσχατη ηθική κατάπτωση.

Η επίθεση κατά του Μανούση θα εμπλουτιστεί σε λίγο με νέες κατηγορίες. Φοιτητές της Θεολογικής με επιστολή τους στον Αιώνα, στις 3 Φεβρουαρίου,

αφού δηλώσουν ότι η προηγούμενη επιστολή του Παΐσιου συντάχθηκε με τη σύμφωνη γνώμη των περισσότερων φοιτητών της Θεολογικής, θα εξαπολύσουν και πάλι ένα οξύ κατηγορητήριο κατά του Μανούση, καταγγέλλοντας ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που στα μαθήματά του είχε επιδείξει θρησκευτική

ασέβεια65. Ανάμεσα στις πολλές κατηγορίες που του προσάπτουν είναι και οι

ακόλουθες: α) ότι είχε χαρακτηρίσει ως μετεωρολογικό φαινόμενο την «δι'

αρρήτου θεοφανίας» παράδοση της νομοθεσίας από τον θεό στον Μωυσή στο όρος Σινά, β) ότι απέδιδε το «θαύμα» της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας από τους Εβραίους στο φαινόμενο της παλίρροιας, γ) ότι υποστήριζε ότι το

65. Στο ίδιο, αρ. 845,4 Φεβρ. 1848. Η επιστολή δεν υπογράφεται, αλλά τα ονόματα των αποστολέων της τα γνωρίζουμε από άλλη ενυπόγραφη επιστολή τους που δημοσιεύεται στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας. Πρόκειται για πέντε κληρικούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Παΐσιος Ιωαννίτης, και έξι λαϊκούς. Απ' αυτούς κανονικοί φοιτητές, όπως προκύπτει από το Μητρώο φοιτητών του Πανεπιστημίου, ήταν πέντε: τέσσερις της Θεολογικής και ένας της Φιλοσοφικής. Οι υπόλοιποι πιθανότατα ήταν απλοί ακροατές, που παρακολουθούσαν μαθήματα της Θεολογικής αλλά και τις παραδόσεις του Μανούση. Θυμίζω ότι το μάθημα της γενικής ιστορίας ανήκε σ' εκείνα που έπρεπε να παρακολουθούν όλοι οι φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Σελ. 477
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/478.gif&w=600&h=915

«μυστήριον» της περιτομής των Εβραίων ήταν ένα απλό εθιμο, το οποίο οι τελευταίοι είχαν παραλάβει από τους Αιγυπτίους, δ) ότι θεωρούσε τη χριστιανική αποκάλυψη ως «πλατυτέραν ανάπτυξιν της θρησκείας των Ινδών», ε) ότι αποκαλούσε «φλυαρίας και μωρολογίας των καλογήρων» τα σχετικά με τις δύο φύσεις του Χριστού66.

Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς την προέλευση και τους στόχους της

επίθεσης κατά του Μανούση. Το περιεχόμενο των επιστολών και η δημοσίευσή τους στον Αιώνα, ο οποίος υιοθέτησε απολύτως τις κατηγορίες κατά του Μανούση, δείχνουν ότι η επίθεση δεν ήταν παρά ένα επεισόδιο στο πλαίσιο των αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους φιλελεύθερους και τους φιλορθόδοξους κύκλους, που είχαν ξεκινήσει την προηγούμενη δεκαετία με αφορμή τα σύγχρονα εκκλησιαστικά ζητήματα (ανεξαρτησία της ελλαδικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, μετάφραση των Γραφών κλπ.). Άλλωστε, αμέσως μετά τη δημοσίευση της πρώτης επιστολής, η φιλελεύθερη Αθηνά, που ανέλαβε την υπεράσπιση του Μανούση, θα στιγματίσει την «αισχράν και αναιδή σκευωρίαν» κατά του καθηγητή της ιστορίας και θα εντοπίσει τους εμπνευστές της στην «φαρισαϊκήν φατρίαν» των φιλορθοδόξων67. Η ίδια εφημερίδα σε επόμενο φύλλο της θα αναφερθεί ακριβέστερα στη φιλορθόδοξη φατρία, γράφοντας ότι όργανό της είναι ένας «Ρώσος τιτλοφορούμενος και συνταξιούχος» (εννοεί τον Κων. Οικονόμο), ότι ανάμεσα στους οπαδούς της περιλαμβάνονται και πανεπιστημιακοί καθηγητές και ότι η φατρία αυτή επιβουλεύεται από παλιά το Πανεπιστήμιο68.

Η αρθρογραφία της Αθηνάς, παρά την έντονη ιδεολογική της φόρτιση, μας δίνει κάτι από το κλίμα που πυροδότησε την επίθεση κατά του Μανούση. Πραγματικά, από την ίδρυση κιόλας του Πανεπιστημίου, φιλορθόδοξοι κύκλοι, προσκείμενοι πολιτικά στο ρωσικό κόμμα, με επικεφαλής τον Κων. Οικονόμο, είχαν δει με ανησυχία να καταλαμβάνουν καθηγητικές θέσεις στη Φιλοσοφική και τη Θεολογική άνθρωποι με φιλελεύθερες θρησκευτικές και πολιτικές ιδέες, όπως ο Θ. Φαρμακίδης, ο Μ. Αποστολίδης, ο Κων. Νέγρης. Προσηλωμένοι στα δόγματα μιας άκαμπτης ορθοδοξίας και πολέμιοι κάθε είδους νεωτερισμού που

66. Τις απόψεις αυτές επικρίνει και ο μισσιονάριος Buel σε επιστολή του στο περιοδικό των αμερικανών βαπτιστών Baptist Missionary (1848), παρατηρώντας ότι ο Μανούσης παίρνει όπλα από τους γάλλους «αθέους» και τους γερμανούς «νεωτεριστές». Βλ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, «Το Πανεπιστήμιο στα μάτια των ξένων», Μικρά Ιστορικά, τχ. Α', Λευκωσία 1988, σ. 95-98.

67. εφ. Αθηνά, αρ. 1474,1 Φεβρ. 1848.

68. Στο ίδιο, αρ. 1475,12 Φεβρ. 1848.

Σελ. 478
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/479.gif&w=600&h=915

μπορούσε να υπονομεύσει τις παραδοσιακές θρησκευτικές και κοινωνικές αξίες, οι φιλορθόδοξοι δεν ήταν δύσκολο να βρουν αφορμές για καταγγελίες. Έτσι, το 1837 θα κατηγορήσουν τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Μ. Αποστολίδη για εξύβριση του κλήρου, ενώ το 1840 θα καταγγείλουν τον Κ. Νέγρη για περιφρόνηση των εκκλησιαστικών παραδόσεων69. Παρόμοιες καταγγελίες και επικρίσεις θα υπάρξουν και στα επόμενα χρόνια, με στόχο άλλοτε τη διδασκαλία ορισμένων καθηγητών και άλλοτε το ίδιο το Πανεπιστήμιο.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τοποθετηθεί η επίθεση κατά του Μανούση. Ασφαλώς η επιλογή του ως στόχου από τους φοιτητές της Θεολογικής δεν ήταν τυχαία. Λόγιος με φιλελεύθερες Ιδέες, «από τους πιο γενναίους φορείς του Διαφωτισμού μέσα στο ελληνικό κράτος»70, προσκείμενος πολιτικά στο

αγγλικό κόμμα, ήταν εύκολο να γίνει στόχος των συντηρητικών αντιπάλων του. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που γινόταν αυτό. Οι καλές σχέσεις του με τη βαυαρική Αντιβασιλεία παλιότερα και με τον Αλ. Μαυροκορδάτο, η φιλία του με τον Φαρμακίδη, η ανώνυμη αρθρογραφία του στην Αθηνά και η ελευθεροφροσύνη του τον έφεραν συχνά σε σύγκρουση με τους εκπροσώπους των αντίπαλων πολιτικών μερίδων και ιδιαίτερα με τους θρησκευόμενους οπαδούς του ρωσικού κόμματος, για τους οποίους ο Μανούσης παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του εχθρός της θρησκείας71. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που

69. Βλ. Κώστας Λάππας, «Αντιθέσεις γύρω από την ίδρυση και τους προσανατολισμούς του ελληνικού Πανεπιστημίου. Σχόλια σ' ένα πανηγυρικό λόγο του Κων. Νέγρη (1840)», Αφιέρωμα στον πανεπιστημιακό δάσκαλο Βασ. Βλ. Σφυρόερα από τους μαθητές τον, Αθήνα 1992, σ. 227-245.

70. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 351.

71. «Ποίος τώρα αμφιβάλλει ότι οι εν τω Πανεπιστήμια} καθηγηταί του Μαυροκορδατοαγγλικού φυράματος δεν τείνουν παντί σθένει να ανατρέψωσι τα θεμέλια της θρησκείας...», έγραφε μια εφημερίδα το 1840, συμπεριλαμβάνοντας ανάμεσα σ' αυτούς και τον Μανούση (εφ. Η Εθνική, αρ. 36,15 Ιουν. 1844). Αρκετά χρόνια αργότερα ο Παπουλάκος χαρακτηρίζει τον Μανούση ως «άθρησκον» (Γενναίος Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, επιμ. Εμμαν. Γ. Πρωτοψάλτης, Αθήνα 1961, σ. 96), ενώ ένας άλλος κληρικός, ο Ιερώνυμος Οικονόμου, σημειώνει ότι ο Μανούσης, «ως έλεγόν τινες λόγιοι», αντέγραφε τη βυζαντινή ιστορία που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο «εκ του χριστιανομάχου Γίββωνος»· ο ίδιος τον κατηγορεί ότι «επολέμει πλαγίως τα χριστιανικά δόγματα, προ πάντων δε απροκαλύπτως εμαίνετο κατά της σεβαστικής προσκυνήσεως των αγίων εικόνων» και ότι το 1844 είχε ταχθεί υπέρ της κατάργησης των «ιερών κανόνων» (Ιερώνυμος Οικονόμου, Ιστορική σύγκρισις μεταξύ δύο ανδρών, Α. Μακράκη και Αλεξάνδρου Λυκούργου αρχιεπισκόπου Σύρου, Πάτρα 1896, σ. 23-26). Η τελευταία αναφορά φαίνεται να παραπέμπει στις συζητήσεις στην Εθνοσυνέλευση του 1844 γύρω από το άρθρο 2 του Συντάγματος, που αφορούσε τις σχέσεις της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και τις άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες (βλ. Πρακτικά της εν Αθήναις της Τρίτης

Σελ. 479
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/480.gif&w=600&h=915

οι φοιτητές της Θεολογικής, με την ενθάρρυνση πιθανότατα φιλορθόδοξων θρησκευτικών κύκλων της ομάδας του Κων. Οικονόμου, τον κατηγόρησαν για ασέβεια προς τις παραδόσεις της Εκκλησίας72.

Η εκδήλωση της επίθεσης κατά του Μανούση είναι ενδεχόμενο να ευνοήθηκε και από κάποιες συγκυρίες. Από το γεγονός ότι υπουργός Παιδείας το 1848 ήταν ο Γ. Γλαράκης, του ρωσικού κόμματος, και πρύτανης του Πανεπιστημίου ο Ιωάννης Σούτσος, που ανήκε στον ίδιο πολιτικό χώρο. Είναι ενδεχόμενο επίσης η επίθεση να είχε σχέση και με ανταγωνισμούς γύρω από την

έδρα της γενικής ιστορίας που κατείχε ο Μανούσης. Σύγχρονη αλλά ανεπιβεβαίωτη μαρτυρία αναφέρει ότι η ομάδα των καθηγητών που είχαν σχέσεις με το ρωσικό κόμμα, την οποία αποτελούσαν καθηγητές της Νομικής κυρίως με φαναριώτικη καταγωγή (ο I. Σούτσος, ο Π. Παπαρρηγόπουλος, ο Γ. Ράλλης, ο Γ. Μαυροκορδάτος), εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές συγκυρίες, μηχανεύονταν την αντικατάσταση του Μανούση από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο73. Λίγους μήνες αργότερα ο Κ. Παπαρρηγόπουλος υπέβαλε πραγματικά υποψηφιότητα για υφηγητής στη Φιλοσοφική, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε από την πλειονότητα των καθηγητών της74. Η σύμπτωση αυτή είναι βέβαια ενδεικτική της

Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, Αθήνα 1844, σ. 114 κ.εξ.). Με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζεται ο Μανούσης ως τις μέρες μας σε ορισμένα άρθρα, που επισημαίνουν το αντικληρικό πνεύμα του και την αρνητική στάση του απέναντι στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία αποδίδουν σε επιδράσεις από «το γερμανικό προτεσταντικό φιλελευθερισμό της εποχής». Βλ. Γ. Μεταλληνός, «Το Πανεπιστήμιο στα μάτια των ξένων», ό.π., σ. 96.

72. Ο ίδιος ο Οικονόμος σε επιστολή του προς τον Αλέξ. Στούρτζα τον Μάρτιο του 1848 (Αρχείο Οικονόμων, φάκ. VIII, τετρ. Θ', αρ. 69,19 Μαρτ. 1848, ΚΕΜΝΕ Ακαδημίας Αθηνών) φαίνεται να αρνείται τη συμμετοχή του στα γεγονότα. Και αν είναι έτσι, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι τα υπέθαλψε. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του στο φιλορθόδοξο κίνημα, η μαχητική ανώνυμη αρθρογραφία του στον Αιώνα και οι στενές σχέσεις του με φοιτητές που συμμετείχαν στα Μανούσεια, όπως ο κατόπιν καθηγητής της Θεολογικής Αλέξανδρος Λυκούργος (βλ. Ιερώνυμος Οικονόμου, Ιστορική σύγκρισις μεταξύ δύο ανδρών, ό.π., σ. 24-25), πιστοποιούν την έμμεση τουλάχιστο εμπλοκή του στα γεγονότα. Ο ίδιος άλλωστε στην παραπάνω επιστολή του θα καταδικάσει απερίφραστα τις κακοδοξίες του Μανούση: «Ούτος ο ομόψυχος του Φαρμακίδου φίλος διδάσκων εν τω Πανεπιστημίω την γενικήν ιστορίαν προ χρόνων ήδη δύω, λαλεί βλασφημίας εις ύψος κατά πάντων των θαυμάτων της θείας Γραφής, σατυρικώτερον τας κακοδοξίας εκφέρων, και του ορθού λόγου και της ελευθεροφροσύνης προμαχών. Προ δε μηνός ήδη ενός και ημίσεως εξετόξευσεν άγιον βέλος και αυτός κατά του σταυρού! διηγούμενος οίας ύβρεις έγραψεν ο Λούθηρος προς τον τότε βασιλέα της Αγγλίας...».

73. εφ. Αθηνά, αρ. 1475,12 Φεβρ. 1848.

74. Π.Σ.Φ.Σ., 13 Ιουλ. 1848. Πβ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 137. Λίγο αργότερα ο Κ. Παπαρρηγόπουλος θα γίνει δεκτός ως υφηγητής στη

Σελ. 480
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/481.gif&w=600&h=915

διάθεσης του Παπαρρηγόπουλου να μπει στο Πανεπιστήμιο, δεν αποδεικνύει όμως ότι υπήρχε και συγκεκριμένο σχέδιο για την εκτόπιση του Μανούση.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στα γεγονότα. Η επίθεση κατά του Μανούση προκάλεσε απανωτές αντιδράσεις. Ο ίδιος σε μάθημά του αμέσως μετά τη δημοσίευση της επιστολής του Παΐσιου, μιλώντας μπροστά σε ένα πολυπληθές

ακροατήριο, απέκρουσε τις εναντίον του κατηγορίες, υπερασπιζόμενος την

ελευθερία της ακαδημαϊκής διδασκαλίας και δίνοντας συγχρόνως ένα μάθημα επιστημονικής δεοντολογίας75. «Είπομεν ρητώς από του βήματος τούτου...», υποστήριξε στην ομιλία του, «ότι το έργον ημών είναι έργον καθαρώς ιστορικόν, ότι θεολογίαν δογματικήν δεν διδάσκομεν, ότι επομένως δεν δυνάμεθα να έμβωμεν μήτε εις συζητήσεις και ανασκευάς, μήτε εις βεβαιώσεις και αποδείξεις θεολογικών και δογματικών ζητημάτων αλλ' ότι, οσάκις τύχη, αναφέρομεν διηγηματικώς τα τοιαύτα καθόσον μόνον συνέχονται με την πολιτικήν ιστορίαν, ως συνέχεται το αίτιον με το αποτέλεσμα». Απαντώντας κατόπιν στη συγκεκριμένη κατηγορία, ότι διάβασε κείμενα που περιείχαν άσεμνες εκφράσεις, σημειώνει ότι τα κείμενα αυτά δεν είναι παρά «ιστορικά μνημεία» και μαρτυρίες για τα ήθη μιας εποχής και αυτό το νόημα είχε η ανάγνωσή τους : να δείξει στο ακροατήριο πόσο λίγη ήταν «η περί το γράφειν ευσχημοσύνη (...) και μεταξύ των μελών της ανωτάτης τάξεως» την εποχή της Μεταρρύθμισης. Η παράθεση των μαρτυριών αυτών, συμπληρώνει, είναι αυτονόητο ότι δεν σημαίνει και την αποδοχή τους: «από της απλής ιστορικής μνείας έως της παραδοχής η απορρίψεως πράγματός τινος η απόστασις είναι απέραντος».

Άμεση ήταν και η αντίδραση της πλειονότητας των φοιτητών του Μανούση, οι οποίοι με προσφωνήσεις κατά τη διάρκεια μαθημάτων του και άλλες

εκδηλώσεις υπερασπίστηκαν τον δάσκαλο τους. Με επιστολές στον τύπο, 70

Νομική και το 1851 θα διοριστεί καθηγητής της Ιστορίας στη Φιλοσοφική, στη θέση του Κ. Σχινά. Ας σημειωθεί ότι οι σχέσεις του Μανούση με τον Παπαρρηγόπουλο δεν ήταν καλές : οι ιδεολογικές διαφορές τους, τις οποίες όξυνε και η φαναριώτικη καταγωγή και νοοτροπία του τελευταίου, τους τοποθετούσαν σε διαφορετικά στρατόπεδα. Μια σχετική μαρτυρία συναντάμε σ' Ινα γράμμα του Σκαρλάτου Βυζάντιου στον Α. Ρ. Ραγκαβή: «Και αμφιβάλλετε», του γράφει ο Βυζάντιος, «ότι οι περί τον Μανούσην είναι οι χειρότεροι Τελχίνες του Πανεπιστημείου μας ; Και ότι ουδέποτε θα διορθωθώσιν ; Ο Παπαρρηγόπουλος επί τέλους θα τους φιμώση, θα τους περιστείλη εις το να τρίζωσι μόνον τα 'δόντια από λύσσαν. περί τούτου 'δεν αμφιβάλλω: διότι έχει υπέρ εαυτού την

αλήθειαν...» (Παρίσι, 6/18 Απρ. 1850). Η επιστολή στο Αρχείο Ραγκαβή, Επιστημονική Δραστηριότης, φάκ. 27, ΚΕΙΝΕ Ακαδημίας Αθηνών.

75. Βλ. το κείμενο της ομιλίας του στην εφ. Αθηνά, αρ. 1474,1 Φεβρ. 1848.

Σελ. 481
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 462
    

    ριών του23. Με ανάλογες επιθέσεις και αποδοκιμασίες είχαν υποδεχθεί τον Fallmerayer και άλλοι λόγιοι και φοιτητές.

    Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το «Μουσείον» ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή φοιτητική λέσχη. Τόπος συνάντησης διανοουμένων, φοιτητών και μαθητών, πρόσφερε στους νέους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τις διαλέξεις και τις συζητήσεις που γίνονταν εκεί αλλά και να έχουν μια κάποια συμμετοχή σ' αυτές. Με τον τρόπο αυτό η λέσχη συνέχιζε το έργο του Πανεπιστημίου. Παράλληλα όμως είχε και άλλους σκοπούς : να συμβάλει στην κοινωνικοποίηση και την ηθικοποίηση των φοιτητών και να τους μυήσει στα σύγχρονα εθνικά ζητήματα.

    ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

    Η κινητικότητα των φοιτητών που σημειώσαμε παραπάνω δεν περιορίζεται στον εξωπανεπιστημιακό χώρο. Από την έναρξη κιόλας της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ομάδες φοιτητών αρχίζουν να θέτουν στη Σύγκλητο ή το υ

    πουργείο Παιδείας διάφορα αιτήματα, που συνοδεύονται συχνά από διαμαρτυρίες κατά συγκεκριμένων καθηγητών. Οι αφορμές είναι ποικίλες: η έλλειψη πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, ο «αμέθοδος» η ακατανόητος τρόπος παράδοσης ορισμένων καθηγητών, οι ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό που οξύνονται με τις συχνές απολύσεις καθηγητών. Μαζί με την επισήμανση των προβλημάτων, οι φοιτητές επιχειρούν να ασκήσουν και πιέσεις στο Πανεπιστήμιο και το αρμόδιο υπουργείο για την άμεση επίλυσή τους.

    Η πρώτη γνωστή φοιτητική διαμαρτυρία τοποθετείται στο 1839. Στις αρχές Μαΐου οι φοιτητές της Ιατρικής, που μόλις ξεπερνούσαν τους 20, ζήτησαν από τον καθηγητή της ανατομίας και φυσιολογίας Δημ. Μαυροκορδάτο να παραδίδει το μάθημα της φυσιολογίας «βραδύτερον» για να προλαβαίνουν να

    αντιγράφουν ή να φροντίσει να εκδώσει τις παραδόσεις του. Η αντίδραση του Μαυροκορδάτου στο αίτημα των φοιτητών ήταν αρνητική: «απεκρίθη ότι εις ουδέν των όσων επρότειναν δεν δύναται να συγκατατεθή, διότι ούτε το εξά-

    23. Η ομιλία του Δάρβαρη στο «Μουσείον» τυπώθηκε τον ίδιο χρόνο σε βιβλίο· πρόκειται για τη γνωστή μελέτη του Δοκίμιον περί σπουδής της ιστορίας, Αθήνα 1843. (Μια πρώτη παρουσίαση του βιβλίου έγινε στην εφ. Αθηνά, αρ. 915,9 Μαΐου 1842). Για τη θέση της μελέτης στην αντι-φαλλμεραϋερική φιλολογία της εποχής βλ. Γιώργος Βελουδής, Ο Jakob Philipp Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, Αθήνα, Ε.Μ.Ν.Ε. - Μνήμων, 1982, σ. 52-55" πβ. Γ. Λάιος, «Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (Α' 1814-1851)», Μνημοσύνη 5,1974-1975, σ. 293-295.