Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 51-70 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/51.gif&w=600&h=915

Στην Έκθεσή του ο Ραγκαβής επισημαίνει ότι στην Ευρώπη υπάρχουν σχετικά με την εκπαίδευση δύο κυρίαρχες σχολές, των «ανθρωπιστών» (humanistes) και των «φιλανθρωπιστών» (philanthropistes). Οι πρώτοι μιλούν «στο όνομα της αρχαιότητας, την οποία θεωρούν ως αληθινή εστία σοφίας, ως

αστείρευτη πηγή από την οποία η νεολαία οφείλει να αντλεί αδιάκοπα», ενώ οι άλλοι «στο όνομα της κοινωνίας, στην οποία θέλουν να δώσουν ολοκληρωμένους πολίτες, προικισμένους με τις γνώσεις που είναι απαραίτητες για την κοινωνική ζωή»34. Η θέση του Ραγκαβή απέναντι στα δύο αυτά συστήματα είναι εκλεκτική. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα, γράφει, μπορεί να συμφιλιώσει τα δύο συστήματα, καθώς τα αρχαία ελληνικά, σε αντίθεση με τα λατινικά -που

έχουν κυρίαρχη θέση στην εκπαίδευση των άλλων ευρωπαϊκών χωρών-, δεν είναι για τους Έλληνες μια νεκρή γλώσσα, λόγω της στενής σχέσης της με τα νεοελληνικά. Οι έλληνες μαθητές, επομένως, δεν χρειάζονται πολύ κόπο για να

εξοικειωθούν με τη γλώσσα και τον πολιτισμό των προγόνων τους και μπορούν

έτσι να αφιερώσουν χρόνο για την απόκτηση των γνώσεων εκείνων τις οποίες θεωρούν απαραίτητες οι φιλανθρωπιστές. Η στάση αυτή του Ραγκαβή αντανακλάται, κατά κάποιο τρόπο, στο πρόγραμμα μαθημάτων που προτείνει στο σχέδιο του για τη μέση εκπαίδευση (αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία αλλά και εγκυκλοπαιδικά μαθήματα, φυσικομαθηματικά, μία ξένη γλώσσα κλπ.) και ιδιαίτερα στην πρόταση που διατυπώνει στην Έκθεσή του να ιδρυθεί «εμπορική σχολή» στη Σύρα η μια «έδρα εμπορικών επιστημών» στο Γυμνάσιο της πόλης35.

χρόνια πριν ο Ραγκαβής, απαντώντας σε δημοσίευμα εφημερίδας που παραγνώριζε τη συμβολή του στην ίδρυση του Πανεπιστημίου, έγραφε: «Κατά το 1834 λαβών εντολήν παρά του υπουργείου της Δ. Εκπαιδεύσεως, συνέταξα σχέδιον οργανισμού του Πανεπιστημίου , των Γυμνασίων και των Ελληνικών σχολείων. Μάρτυρες τούτου ό τε κ. I. Ρίζος, τότε υπουργός της εκπαιδεύσεως, όστις ενέκρινε και υπέγραψε το σχέδιον

εκείνο, και ο τότε σύμβουλος επί των Εκκλησιαστικών κ. Σκαρλάτος Βυζάντιος, όστις ην παρών εις την ανάγνωσιν και συζήτησιν του σχεδίου...» (εφ. Αιών, αρ. 854, 10 Μαρτ. 1848). Πβ. εφ. Καρτερία, αρ. 272,26 Φεβρ. 1848.

34. Έκθεση, σ. [1]. Η σχολή των «φιλανθρωπιστών» δημιουργήθηκε στη Γερμανία στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα κάτω από την επίδραση των παιδαγωγικών ιδεών του Διαφωτισμού. Οι θέσεις των δύο σχολών («ανθρωπιστών» και «φιλανθρωπιστών») ήταν γνωστές στους έλληνες λογίους από την προεπαναστατική περίοδο. Βλ. Κ. Μ. Κούμας, Σύνταγμα Φιλοσοφίας, τ. Δ', Βιέννη 1820, σ. 376-381· πβ. του ίδιου, «Περί παιδείας και σχολείων», Ερμής ο Λόγιος, 1819, σ. 737-738 και Κων. Οικονόμος, Γραμματικών ή εγκυκλίων παιδευμάτων βιβλία Δ', Βιέννη 1817, σ. ξγ'.

35. Έκθεση, σ. [10]. Η πρόταση αυτή του Ραγκαβή θα πραγματοποιηθεί το 1856 με την καθιέρωση της διδασκαλίας εμπορικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο της Σύρου (Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 134-136).

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/52.gif&w=600&h=915

Για το περιεχόμενο του σχεδίου Ραγκαβή ως προς το Πανεπιστήμιο θα μιλήσουμε παρακάτω. Εδώ θα περιοριστούμε σε λίγες μόνο παρατηρήσεις σχετικά με τις προτάσεις του για τη μέση εκπαίδευση. Κατ' αρχήν πρέπει να σημειώσουμε ότι το σχέδιο είναι εξαντλητικό. Ο συντάκτης του περιγράφει σχολαστικά κάθε πτυχή της λειτουργίας των σχολείων, από τα προσόντα των δασκάλων και των καθηγητών ως τα προγράμματα μαθημάτων και τις εξετάσεις των μαθητών. Ως προς την εσωτερική δομή του, εκείνο που χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως το σχέδιο είναι ο συγκεντρωτισμός. Όπως και στον νόμο για τα Δημοτικά σχολεία, προτείνεται και εδώ ένα πολύπλοκο σύστημα τοπικών

εφορειών με ενισχυμένα καθήκοντα, που εποπτεύουν τα Ελληνικά σχολεία και τα Γυμνάσια, ενώ κάτι ανάλογο ισχύει και για το Πανεπιστήμιο36. Βασική

αρχή του σχεδίου, όπως αναφέρεται τουλάχιστο στην Έκθεση, είναι η σχετική αυτονομία κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας. Από το Δημοτικό ως το Γυμνάσιο οι σπουδές θα πρέπει να συγκροτούν αυτοτελείς κύκλους, έτσι ώστε ο μαθητής που θα ολοκληρώνει τη φοίτηση του σε μια κατώτερη βαθμίδα να μπορεί όχι μόνο να συνεχίσει στην ανώτερη αλλά και να καταλάβει μια θέση στην κοινωνία ανάλογη με τις σπουδές του.

Το σχέδιο Ραγκαβή δεν έγινε δεκτό από την Αντιβασιλεία, με αποτέλεσμα να υπάρξουν καθυστερήσεις στη θεσμοθέτηση της μέσης εκπαίδευσης. Στο μεταξύ όμως τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης αυξάνονταν. Το 1835 λειτουργούσαν ήδη τρία Γυμνάσια, ένα στην Αθήνα, ένα στο Ναύπλιο και ένα στην Ερμούπολη. Μέσα στον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε ένα ακόμη Γυμνάσιο, στο Μεσολόγγι, το οποίο όμως άρχισε να λειτουργεί αρκετά αργότερα, και μια σειρά Ελληνικών σχολείων σε διάφορες πόλεις37. Έτσι στα τέλη του 1836 η χώρα είχε τρία Γυμνάσια και περί τα 24 Ελληνικά σχολεία, στα οποία φοιτούσαν 3.500 περίπου μαθητές38. Συγχρόνως, υπήρχαν και πιέσεις για την ίδρυση Πα-

36. Βλ. εδώ, α. 68-69.

37. Το Γυμνάσιο Μεσολογγίου ιδρύθηκε με Β.Δ. τον Αύγουστο του 1835 (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 5,31 Αυγ. 1835) άλλα δεν λειτούργησε και ανασυστήθηκε το 1846. Στα 1835-36 ιδρύονται περί τα 20 Ελληνικά σχολεία σε διάφορες περιοχές: Τρίπολη, Σπάρτη, Καλαμάτα, Πάτρα, Μεσολόγγι, Άμφισσα, Λαμία, Χαλκίδα, Ύδρα, Τήνος, Ανδρος, Νάξος, Θήρα, Σκύρος, Υπάτη, Πραστός, Πύργος, Δημητσάνα, Κύμη, Σελλασία (Κώστας Σοφιανός, Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, 1833-1900. Συναγωγή νόμων, διαταγμάτων, εγκυκλίων, καταστατικών, τ. Α', Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1988, σ. 18,21-24, αρ. 46,57,60,67, 70). Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα Ελληνικά σχολεία που λειτουργούσαν ήδη μαζί με τα Γυμνάσια της Αθήνας, του Ναυπλίου και της Σύρου.

38. Βλ. έκθεση του γάλλου πρέσβη στην Αθήνα Th. Lagrené (Correspondance Poli-

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/53.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημίου. Οι πραγματικότητες αυτές υποχρέωσαν τον Armansperg να επισπεύσει τις διαδικασίες για τη σύνταξη του θεσμικού πλαισίου της μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης. Αγνοώντας τα σχέδια του υπουργείου Παιδείας, εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 1836 δύο Κανονισμούς, έναν για τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και έναν για το Πανεπιστήμιο, οι οποίοι ακολουθούσαν γερμανικοί πρότυπα39.

Ο Κανονισμός της μέσης εκπαίδευσης, επισημοποιώντας κατά κάποιον τρόπο την υπάρχουσα κατάσταση, προβλέπει δύο ειδών σχολεία, Ελληνικά και Γυμνάσια. Η διάρκεια φοίτησης σ' αυτά ορίζεται σε τρία και τέσσερα χρόνια,

αντίστοιχα. Σε αντίθεση με τα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που ιδρύονται και συντηρούνται αποκλειστικά από τους δήμους, τα Ελληνικά και τα Γυμνάσια ιδρύονται από το κράτος και τα έξοδα λειτουργίας τους (συντήρηση και μισθοί διδακτικού προσωπικού) καταβάλλονται από το «Εκκλησιαστικόν Ταμείον»40. Μόνο εκείνα που δεν έχουν πλήρη αριθμό τάξεων θα συντηρούνται από τους δήμους, αλλά όταν αυτοί «αποκτήσωσι τ' αναγκαία μέσα» (άρθρο 117). Η διοικητική οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτικό πνεύμα. Με σειρά διατάξεων θεσπίζεται ένα σύστημα ελέγχου των σχολείων από την κεντρική εξουσία. «Διά να πληροφορήται η Κυβέρνησις περί της ακριβούς τηρήσεως του διδακτικού σχεδίου της διδασκαλίας και της πειθαρχίας εις τα Ελληνικά σχολεία, θέλουν γίνεσθαι κατ' έτος επισκέψεις αυτών καθ' όλους τους νομούς» (άρθρο 60). Το ίδιο ισχύει και για τα Γυμνάσια. Οι «επισκέψεις» των Ελληνικών σχολείων ανα-

Politique 22, f. 231-232, 20 Νοεμ. 1836" μικροταινία στο ΚΕΙΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών). Την ίδια εποχή φοιτούσαν, σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση, 8.375 μαθητές σε 76 Δημοτικά σχολεία και 3.200 σε διάφορα ιδιωτικά. Παραπλήσιοι είναι οι αριθμοί που δίνουν και άλλες πηγές. Α. I. Κλάδος, Εφετηρίς (Almanack) του βασιλείου της Ελλάδος διά το έτος 1837, Αθήνα 1837, σ. 157.

39. Ο Κανονισμός της μέσης εκπαίδευσης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αρ. 87,31 Δεκ. 1836, σ. 458-471. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 226-250. Για τη στενή σχέση του με τη βαυαρική εκπαιδευτική νομοθεσία βλ. St. Leonidas, Der bayerische Einflub auf das griechische Schulewesen, ό.π., σ. 64 κ.εξ. Πβ. Θανάσης Χρήστου, «Απόψεις σχετικά με την οργάνωση της εκπαίδευσης», ό.π., σ. 117.

40. Συστάθηκε τον Δεκέμβριο του 1834 (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 41,21 Δεκ./2 Ιαν. 1834, σ. 285-290), με σκοπό την ενίσχυση της Εκκλησίας και της εκπαίδευσης. Τα

έσοδα του «Εκκλησιαστικού Ταμείου» προέρχονταν κυρίως από την περιουσία μοναστηριών, η οποία εκποιήθηκε με απόφαση της Αντιβασιλείας το 1834 (βλ. John Α. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο, 1833-1843, τ. Α', Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985, σ. 216-217). Για την τύχη του Εκκλησιαστικού Ταμείου βλ. Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. ΣΤ', σ. 415 κ.εξ.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/54.gif&w=600&h=915

αναθέτονται στους γυμνασιάρχες των πλησιέστερων Γυμνασίων, ενώ των Γυμνασίων στους καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου (άρθρα 60-62,111). Η εποπτεία κάθε σχολείου ασκείται από μία τοπική εφορεία, η οποία υπόκειται στο υπουργείο Παιδείας και έχει καθήκον να φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία του (άρθρα 42-52,108).

Η εγγραφή των μαθητών τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γυμνάσια γίνεται μετά από εισαγωγικές εξετάσεις και με την καταβολή «δικαιώματος εγγραφής», που ορίζεται σε 3 δρχ. για τους μαθητές του Ελληνικού και σε 5 για τους μαθητές του Γυμνασίου· προβλέπεται επίσης και ένα μικρότερο ποσόν για το αποδεικτικό σπουδών (άρθρο 119). Το πρόγραμμα διδασκαλίας είναι «ομοιόμορφο» σε όλα τα σχολεία και η αντιμετώπιση των μαθητών αρκετά αυστηρή. Χαρακτηριστική είναι η διάταξη που προβλέπει ότι οι μαθητές που

επαναλαμβάνουν μια τάξη χωρίς να προαχθούν στην επόμενη αποβάλλονται από το σχολείο (άρθρα 27,89). Αυστηρές είναι επίσης και οι ποινές που επιβάλλονται στους «ατακτούντες» μαθητές.

Παρότι η μέση εκπαίδευση διακρίνεται σε δύο βαθμίδες (Ελληνικό σχολείο και Γυμνάσιο), η διάκριση αυτή είναι σχετική, καθώς το Ελληνικό σχολείο στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα προκαταρκτικό στάδιο για την είσοδο στο Γυμνάσιο. Η εξάρτηση του Ελληνικού σχολείου από το Γυμνάσιο δηλώνεται σαφώς στο άρθρο 2 του Κανονισμού : «πρώτιστος σκοπός των ελληνικών σχολείων είναι να προετοιμάζουν διά τα γυμνάσια, και κατ' αυτόν συμμορφούται το αντικείμενον, η έκτασις, και ο τρόπος της διδασκαλίας...». Βέβαια, στο ίδιο άρθρο προστίθεται ότι η εκπαίδευση στα Ελληνικά σχολεία «πρέπει να αποτελή και αυθύπαρκτόν τι όλον»: να προσφέρει, δηλαδή, συγχρόνως και μια αυτοτελή μόρφωση στους νέους εκείνους που δεν θέλουν να πάνε στο Γυμνάσιο, «αλλ' από των ελληνικών σχολείων αμέσως εις τον κοινωνικόν βίον, ή εις θέσιν, μη απαιτούσαν εκπαίδευσιν γυμνασίου και πανεπιστημίου». Από το πρόγραμμα μαθημάτων όμως φαίνεται ότι οι δυνατότητες πραγματοποίησης του δεύτερου αυτού σκοπού ήταν μάλλον περιορισμένες.

Τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό μαθήματα του Ελληνικού σχολείου είναι δέκα: ελληνικά, λατινικά, θρησκευτικά, ιστορία, γεωγραφία, αριθμητική, γεωμετρία, φυσική ιστορία, καλλιγραφία, γαλλικά. Τα ίδια περίπου μαθήματα, αλλά σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, διδάσκονται και στο Γυμνάσιο, σκοπός του οποίου είναι «να αναπτύσση ανηκόντως τας εις το Ελληνικόν σχολείον προκτηθείσας γνώσεις» (άρθρο 69). Το βασικό μάθημα και στους δύο κύκλους είναι τα ελληνικά. Στο Ελληνικό σχολείο διδάσκεται η τεχνολογία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (γραμματική, σύνταξη, ετυμολογικό, σύν-

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/55.gif&w=600&h=915

σύνθεση) και δευτερευόντως της νέας ελληνικής, ενώ στα Γυμνάσια το κύριο βάρος πέφτει στη μελέτη των αρχαίων κειμένων. Σημαντική θέση έχει επίσης στο πρόγραμμα, ιδιαίτερα του Γυμνασίου, και το μάθημα των λατινικών. Και τα δύο μαθήματα μαζί καλύπτουν στο Ελληνικό σχολείο το 50% των ωρών διδασκαλίας, ενώ στο Γυμνάσιο το 46%. Αντίθετα οι θετικές επιστήμες (μαθηματικά, φυσική, χημεία) αντιπροσωπεύονται με χαμηλά ποσοστά: 16% στο Ελληνικό και 22% στο Γυμνάσιο.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το Ελληνικό σχολείο δεν ήταν παρά ο προθάλαμος του Γυμνασίου. Αντίθετα από τις προγραμματικές διακηρύξεις του Κανονισμού, δεν είχε εσωτερική αυτοτέλεια και η εκπαίδευση που παρείχε στους μαθητές, κλασική κατά βάση, δεν άνοιγε προοπτικές για επαγγελματική απασχόληση. Η εκπαιδευτική αυτή φιλοσοφία βρισκόταν μακριά από τις προτάσεις του Thiersch, όπου το Ελληνικό σχολείο ήταν αυτονομημένο από το Γυμνάσιο και είχε σκοπό, μαζί με το Δημοτικό σχολείο με το οποίο

αποτελούσε μια ενότητα, να προσφέρει στους νέους μια αυτοτελή μόρφωση, γενική και επαγγελματική.

Με τον Κανονισμό του 1836, λοιπόν, δημιουργείται ανάμεσα στο Ελληνικό σχολείο και το Γυμνάσιο μια σχέση συγκοινωνούντων δοχείων, ενώ μια ανάλογη σχέση υπάρχει και μεταξύ Γυμνασίου και Πανεπιστημίου, αφού ένας από τους βασικούς σκοπούς του πρώτου ήταν «η προπαρασκευή των μαθητών όσοι μέλλουν να σπουδάσωσιν ανωτέρας επιστήμας εις το πανεπιστήμιον» (άρθρο 64). Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι η μονόδρομη αυτή κατεύθυνση , που καθιερώθηκε και στην πράξη, δεν οφείλεται μόνο στον Κανονισμό του 1836 αλλά και σε άλλες αίτιες, όπως η έλλειψη μεταγενέστερων διορθωτικών παρεμβάσεων και προσαρμογών που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις

αρχικές επιλογές41, καθώς και η απουσία σχεδόν μιας παράλληλης επαγγελματικού τύπου εκπαίδευσης.

41. Πβ. Αλέξης Δημαράς, «Εκπαίδευση 1830-1871. Η διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, επιμ. Β. Παναγιωτόπουλος, τ. Δ', Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σ. 194.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/56.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/57.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TOY THIERSCH

Το εκπαιδευτικό σύστημα που είχε αρχίσει να σχεδιάζει από το 1833 ήδη η Αντιβασιλεία περιελάμβανε, όπως είδαμε, και ένα Πανεπιστήμιο, το οποίο θα αποτελούσε την κορυφή της εκπαιδευτικής πυραμίδας. Μια συνοπτική εικόνα της μορφής που έπρεπε να έχει το ελληνικό Πανεπιστήμιο μας δίνει ο Thiersch στις γνωστές προτάσεις του για την οργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης, οι οποίες βασίζονται στο αντίστοιχο γερμανικό σύστημα. Πριν όμως αναφερθούμε σ' αυτές, ας δούμε σε γενικές γραμμές την οργάνωση και λειτουργία των γερμανικών Πανεπιστημίων την εποχή αυτή1.

Σταθμός στην ιστορία του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος στάθηκε η ίδρυση του Πανεπιστημίου του Βερολίνου το 18102. Οργανωμένο από τον φιλόσοφο και διπλωμάτη W. von Humboldt σε συνεργασία με εκπροσώπους του πνευματικού κόσμου της Γερμανίας -φιλοσόφων κυρίως (Fichte, Schleiermacher, Schelling κ.ά.) αλλά και φιλολόγων (F. Α. Wolf)-, το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ήταν ένα μοντέρνο εκπαιδευτικό ίδρυμα, που λειτούργησε ως

1. Από την πλούσια βιβλιογραφία για τα γερμανικά Πανεπιστήμια στον 19ο αιώνα σημειώνω ενδεικτικά μόνο: V. Cousin, De l'instruction publique dans quelques pays de l'Allemagne et particulièrement en Prusse, γ' εκδ., τ. A', Παρίσι 1840· J.-F. Minssen, Étude sur l'instruction secondaire et supérieure en Allemagne, Παρίσι 1866· Raphael Blanchard, Les Universités allemandes, Παρίσι 1883· Stephen d'Irsay, Histoire des Universités françaises et étrangères, τ. Β', Παρίσι 1935· Charles E. McClelland, State, Society, and University in Germany, 1700-1914, Cambridge, Cambridge University Press, 1980· Konrad H. Jarausch, Students, Society, and Politics in Imperial Germany. The Rise of Academic Illiberalism, Princeton, New Jersey, 1982. Πβ. [Θεόδωρος Μανούσης], Περί Πανεπιστημίων εν γένει και ιδιαιτέρως περί του Οθωνείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 1845, όπου περιέχονται γενικές πληροφορίες και κρίσεις για τα γερμανικά Πανεπιστήμια, με βασική πηγή το παραπάνω έργο του V. Cousin.

2. Alain Renaut, Οι επαναστάσεις του Πανεπιστημίου. Δοκίμιο για τη νεωτερικότητα της Παιδείας, μετάφραση-πρόλογος : Γ. Σταμέλος-Κ. Καρανάτσης, Αθήνα, Gutenberg, 2002, σ. 164 κ.εξ.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/58.gif&w=600&h=915

υπόδειγμα στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες, και σφράγισε με τις φιλοσοφικές και παιδαγωγικές αρχές του το γερμανικό πανεπιστημιακό σύστημα.

Τα γερμανικά Πανεπιστήμια είναι αυτοτελή εκπαιδευτικά ιδρύματα, που

επιχορηγούνται και εποπτεύονται από τις κατά τόπους κυβερνήσεις. Η εξάρτησή τους από το κράτος είναι χαλαρή, γεγονός που διασφαλίζει την εσωτερική αυτονομία τους, η οποία αποτελεί ένα από τα βασικά γνωρίσματα του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος. Η λειτουργία του Πανεπιστημίου διέπεται από την αντίληψη της ενότητας των επιστημών και γενικότερα της γνώσης, που απορρέει από τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία, η οποία και διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Κατά την

αντίληψη αυτή, οι επιμέρους γνώσεις δεν είναι παρά επιφαινόμενα ενός όλου: της μιας και καθολικής γνώσης, που βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή της στη φιλοσοφία. Από την άποψη αυτή, όπως τονίζει ο Schelling (1803), η σπουδή των επιστημών «δεν έχει αξία παρά μόνο όταν αγκαλιάζει το γενικό και το απόλυτο»· χωρίς τη γνώση του γενικού, η εκπαίδευση είναι «νεκρή, αδύναμη και περιορισμένη»3. Σε θεσμικό επίπεδο η αρχή της ενότητας των επιστημών

εκφράζεται στο ενιαίο Πανεπιστήμιο, που συγκεντρώνει κάτω από την ίδια στέγη όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Στα γενικά αυτά χαρακτηριστικά θα πρέπει να προσθέσουμε ακόμη τον προσανατολισμό των γερμανικών Πανεπιστημίων στην «καθαρή επιστήμη» που αρνείται τη χρησιμοθηρία, το ενδιαφέρον τους για την επιστημονική έρευνα και το φιλελεύθερο πνεύμα που διέπει τη διδασκαλία και την οργάνωση των σπουδών4.

Ως προς την εσωτερική τους οργάνωση, τα Πανεπιστήμια στη Γερμανία αποτελούνται κατά κανόνα από τέσσερις σχολές : τη Θεολογική, τη Νομική, την Ιατρική και τη Φιλοσοφική, στην οποία περιλαμβάνονται εκτός από την καθαυτό φιλολογία και οι φυσικομαθηματικές επιστήμες5. Η υπαγωγή των φυ-

3. Leçons sur la méthode à suivre dans les études universitaires, par F. W. ]. Schelling, professeur de philosophie à l'Université de Berlin, traduit de l'Allemand par P. Delorme, Αθήνα 1843, σ. 10. Πβ. A. Renaut, ό.π., σ. 168-169,174.

4. Βλ. St. d'Irsay, Histoire des Universités, ό.π., τ. Β', σ. 185 κ.εξ. και Α. Renaut, ό.π., σ. 171 κ.εξ.

5. Η διαίρεση της Φιλοσοφικής δεν είναι η ίδια σε όλα τα γερμανικά Πανεπιστήμια. Εκτός από τη φιλολογία και τα φυσικομαθηματικά, η σχολή αυτή περιλαμβάνει

ενίοτε και τις πολιτικές επιστήμες και άλλους σχετικούς κλάδους, μάλιστα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου οι πολιτικές επιστήμες συγκροτούν ιδιαίτερη σχολή. Βλ. πρόχειρα R. Blanchard, Les Universités allemandes, ό.π., σ. 85 και Elena Siupiur, «Étudiants de l'espace Roumain et Sud-Est Européen dans les universités allemandes au XIXe siècle», Revue Roumaine d'Histoire XXXVI, 3-4, 1997, a. 306.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/59.gif&w=600&h=915

φυσικομαθηματικών επιστημών στη Φιλοσοφική στηρίζεται στην αντίληψη ότι αυτές αποτελούν μέρος του ευρύτερου τομέα της φιλοσοφίας. Το ανώτερο διοικητικό όργανο του Πανεπιστημίου είναι η Σύγκλητος (Senat), στην οποία συμμετέχουν ο πρύτανης (Rektor), οι κοσμήτορες των σχολών (Dekan), ένας αριθμός τακτικών καθηγητών και άλλοι, ενδεχομένως, αξιωματούχοι. Τόσο ο πρύτανης όσο και οι κοσμήτορες εκλέγονται από τους καθηγητές και διορίζονται από την κυβέρνηση. Σύνδεσμος ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και το κράτος είναι ο κυβερνητικός επίτροπος. Το διδακτικό προσωπικό διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες : τους τακτικούς καθηγητές, τους έκτακτους και τους υφηγητές (Privatdozenten). Οι καθηγητές διορίζονται από την κυβέρνηση, με βάση όμως έναν κατάλογο υποψηφίων που υποβάλλει σ' αυτήν η Σύγκλητος. Οι υφηγητές είναι νέοι συνήθως διδάκτορες. Για να αποκτήσουν τον τίτλο του υφηγητή πρέπει να υποβάλουν στο Πανεπιστήμιο μια επιστημονική διατριβή πάνω στο αντικείμενο που πρόκειται να διδάξουν και να κάνουν ένα μάθημα μπροστά στους καθηγητές της αρμόδιας σχολής. Αν η δοκιμασία τους είναι

επιτυχής, το Πανεπιστήμιο ζητεί από την κυβέρνηση τον διορισμό τους.

Αυτό το μοντέλο υιοθετεί σε γενικές γραμμές και ο Thiersch στις προτάσεις του για το ελληνικό Πανεπιστήμιο6. Το υπό ίδρυση «πανεπιστήμιο της Ελλάδος» θα περιλαμβάνει το σύνολο των προβλεπόμενων στα γερμανικά Πανεπιστήμια σχολών και όλες μαζί «θα αποτελούν το διδακτικό σώμα, που θα διαθέτει τα αναγκαία προνόμια για την ανεξαρτησία του και για την ανάπτυξή του»7. Τα μέλη του διδακτικού προσωπικού διακρίνονται σε δύο κατηγορίες (καθηγητές τακτικοί και έκτακτοι και υφηγητές) και διορίζονται μετά από προτάσεις των αρμόδιων σχολών. Το Πανεπιστήμιο είναι αυτοδιοίκητο και επιτροπεύεται απλώς από το κράτος μέσω ενός ανώτερου υπαλλήλου, ο οποίος εκτιμά την αξία του διδακτικού προσωπικού και εξασφαλίζει στον καθένα «τη θέση, τη διάκριση και τα πλεονεκτήματα» που αξιώνουν οι γνώσεις του, τα αποτελέσματα της διδασκαλίας του, το έργο και ο χαρακτήρας του.

Τα γερμανικά πρότυπα ακολουθεί ο Thiersch και στην οργάνωση των σπουδών, που χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά φιλελεύθερο πνεύμα. Οι φοιτητές είναι απαλλαγμένοι από υποχρεώσεις και περιορισμούς, όπως εκείνοι που ισχύουν στις κατώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, και μπορούν να

6. Τιρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, ό.π., τ. Β', σ. 134 κ.εξ. Κατά τον Η. -Μ. Kirchner (Friedrich Thiersch, ό.π., σ. 88), ο Τιρς ακολουθεί στις προτάσεις του τον Κανονισμό του Πανεπιστημίου της Γοττίγγης.

7. Τιρς, ό.π., σ. 134.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/60.gif&w=600&h=915

παρακολουθούν τα μαθήματα της επιλογής τους, βοηθούμενοι από τους Οδηγούς σπουδών, οι οποίοι πληροφορούν τους φοιτητές για τις επιστήμες που διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο και για τη σχέση των διαφόρων επιστημονικών κλάδων μεταξύ τους. Οι ελευθερίες των φοιτητών εξαντλούνται όμως στο

ακαδημαϊκό επίπεδο. Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις. «Ενώ θα δίνεται στη νεολαία μια ελευθερία σύμφωνη με τη δημόσια τάξη», σημειώνει ο Thiersch, «η πειθαρχία μολαταύτα θα πρέπει να είναι αυστηρή και να γίνεται αισθητή από εκείνους που γίνονται ανάξιοι της ανωτάτης παιδείας και των λειτουργημάτων που καλούνται να ασκήσουν, είτε προκαλώντας αναταραχές, ή άλλα έκτροπα τέτοιου είδους»8.

Για να λειτουργήσει πλήρως το Πανεπιστήμιο θα χρειαστούν, κατά τους υπολογισμούς του Thiersch, 40 καθηγητές. Ο αριθμός αυτός όμως είναι δύσκολο να καλυφθεί από το υπάρχον επιστημονικό δυναμικό της χώρας. Για τον λόγο αυτό κρίνει απαραίτητο να διοριστούν σε ορισμένες έδρες καθηγητές από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα από τη Γερμανία. Το παράδειγμα της χειρουργικής σχολής του Καΐρου, υποστηρίζει ο Thiersch, είναι ενδεικτικό της ωφέλειας που θα έχει το νεαρό ελληνικό Πανεπιστήμιο από την πρόσκληση ξένων καθηγητών. Και στο ίδρυμα αυτό τοποθετήθηκαν από τον Μωχάμετ Άλυ ευρωπαίοι καθηγητές και η επιτυχία του ήταν τέτοια, «που σε λίγα χρόνια θα διευθύνεται από ντόπιους που θα έχουν εκπαιδεύσει αυτοί οι ξένοι»9.

Οι καθηγητές θα έχουν, κατά τον Thiersch, έναν τακτικό μισθό, παράλληλα όμως θα εισπράττουν και δίδακτρα από τους φοιτητές, όπως γίνεται και στη Γερμανία. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τα δίδακτρα αποτελούν βασικό θεσμό του γερμανικού πανεπιστημιακού συστήματος. Οι φοιτητές είναι υποχρεωμένοι, προκειμένου να παρακολουθήσουν το μάθημα ενός καθηγητή ή υφηγητή, να καταβάλλουν σ' αυτόν ένα χρηματικό ποσόν, το οποίο είναι ανάλογο με τη σπουδαιότητα του μαθήματος η την ιεραρχική θέση και τη φήμη του διδάσκοντος10. Λίγα είναι τα μαθήματα που προσφέρονται δωρεάν. Τα εισπραττόμενα δίδακτρα αποτελούν για τους καθηγητές ένα σημαντικό συμπλήρωμα του μισθού τους, ενώ για τους υφηγητές, που είναι άμισθοι, τη μοναδική αμοιβή για το διδακτικό έργο τους. Ο θεσμός των διδάκτρων θεωρείται στον 19ο αιώνα ως η κινητήρια δύναμη των γερμανικών Πανεπιστημίων από την άποψη ότι υποδαυλίζει, στο πλαίσιο ενός ακαδημαϊκού ανταγωνισμού

8. Στο ίδιο, σ. 136.

9. Στο ίδιο, σ. 138.

10. V. Cousin, De l'instruction publique, ό.π., σ. 101,106,169-171.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/61.gif&w=600&h=915

σμού, τον ζήλο και το ενδιαφέρον του διδακτικού προσωπικού, ενώ υποχρεώνει συγχρόνως και τους φοιτητές να είναι επιμελέστεροι. Την επιχειρηματολογία αυτή μεταφέρει και ο Thiersch στις προτάσεις του: «το έθιμο να πληρώνουν οι μαθητές δίδακτρα», υποστηρίζει, «πρέπει επίσης να εισαχθεί στην Ελλάδα, εφ' όσον έχει αναγνωρισθεί σαν ενθαρρυντικό για τους καθηγητές, στους οποίους διασφαλίζει ένα συμπλήρωμα εισοδήματος ανάλογο με την

επιτυχία τους και ωφέλιμο για τους μαθητές...» και έχει παρατηρηθεί «ότι ένα μάθημα που πληρώνεται, παρακολουθείται πιο κανονικά από ένα άλλο που δεν στοιχίζει τίποτα»11.

Οι προτάσεις του Thiersch συμπληρώνονται από ορισμένες συμβουλές και

επισημάνσεις. Κατ' αρχήν το Πανεπιστήμιο πρέπει να ιδρυθεί και να λειτουργήσει το συντομότερο δυνατόν, παράλληλα με τα σχολεία της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης. Οι ανάγκες του κράτος και η «πανθομολογούμενη» έφεση των Ελλήνων προς τις ανώτερες σπουδές δεν συγχωρούν καμιά καθυστέρηση. Υπάρχει, άλλωστε, υποστηρίζει ο Thiersch, ένα έτοιμο φοιτητικό ακροατήριο : νέοι που θέλουν να μορφωθούν για να ασχοληθούν κατόπιν με την πολιτική αλλά και «πιο ηλικιωμένοι που τίποτα καλύτερο δεν θάθελαν απ' το να

έχουν μια ευκαιρία να αποκτήσουν γνώσεις»12. Την ίδια επιθυμία έχουν και πολλοί άνθρωποι του Αγώνα: καπεταναίοι, που «έχοντας περάσει το μισό της ζωής τους στα στρατόπεδα και την αμάθεια, ένοιωθαν την ανάγκη να διαθέσουν το υπόλοιπο της ζωής τους για να μορφωθούν»13. Όσο για τα έξοδα λειτουργίας του Πανεπιστημίου, αυτά θα μπορούσαν να καλυφθούν κατά ένα μέρος από δωρεές και κληροδοτήματα πλουσίων ομογενών, οι οποίοι θα θεωρήσουν πατριωτικό χρέος τους να συνδράμουν ένα ίδρυμα «προορισμένο να ξαναφέρει την καλλιέργεια των επιστημών και των γραμμάτων στο ένδοξο έδαφος της πατρίδος τους»14.

Για τη στέγαση του Πανεπιστημίου ο Thiersch προτείνει να χρησιμοποιηθεί προσωρινά το Ορφανοτροφείο της Αίγινας. Κατόπιν όμως πρέπει να μεταφερθεί στην Αθήνα, ανεξάρτητα από το αν η πόλη αυτή οριστεί ή όχι πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Η επιλογή της Αθήνας, υποστηρίζει ο Thiersch, επιβάλλεται από λόγους ιστορικούς. Ένα ίδρυμα ανώτερης παιδείας, όπως το Πανεπιστήμιο, δεν μπορεί παρά να είναι εγκατεστημένο στην

11. Τιρς, ό.π., σ. 139

12. Στο ίδιο, σ. 137.

13. Στο ίδιο, σ. 138.

14. Στο ίδιο, σ. 137.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/62.gif&w=600&h=915

πόλη εκείνη που αποτελεί το σύμβολο του αρχαίου πολιτισμού. «Εδώ μονάχα μπορούν να ευδοκιμήσουν οι ανώτερες σπουδές, καθώς και η ποίηση και οι καλές τέχνες σε όλη τους τη δύναμη και να αναπτυχθούν με την ταχύτητα και την ορμή που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες και τη δόξα της Ελλάδας»15. Ως ιδανικότερος τόπος για την ίδρυση του Πανεπιστημίου θεωρείται αυτός του αρχαίου Λυκείου, «απέναντι από την Ακρόπολη» και «μπροστά σε όλα τα μνημεία των Αθηνών»16. Στην Αθήνα επίσης, και συγκεκριμένα στον χώρο της αρχαίας Ακαδημίας του Πλάτωνα, θα ιδρυθεί η σύγχρονη ελληνική Ακαδημία, αφιερωμένη στην επιστημονική έρευνα και την προαγωγή των καλών τεχνών. Ανάμεσα στα καθήκοντα της θα είναι η μελέτη της γεωγραφίας και εθνογραφίας, της γεωλογίας και φυσικής ιστορίας και των λειψάνων της αρχαιότητας.

Οι παραπάνω προτάσεις του Thiersch δείχνουν με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο πώς ένας γερμανός λόγιος με φιλελληνικά αισθήματα, γνώστης της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και διαποτισμένος από τα νεοκλασικιστικά δράματα της εποχής του, πίστευε ότι έπρεπε να οργανωθεί το Πανεπιστήμιο και το αναγκαίο συμπλήρωμά του. Ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη από ανώτερα εκπαιδευτικά και επιστημονικά ιδρύματα ήταν για τον Thiersch αύτονόητο: αυτό επέβαλλαν τα δυτικοευρωπαϊκά και μάλιστα τα γερμανικά πρότυπα, πάνω στα οποία έπρεπε να οικοδομηθεί το ελληνικό κράτος, αλλά και η αρχαία ελληνική κληρονομιά της χώρας. Από το δίπτυχο αυτό προέκυπτε και η ειδικότερη εκπαιδευτική και ιδεολογική λειτουργία του Πανεπιστημίου. Αποστολή του θα ήταν από τη μια μεριά η αναδιοργάνωση και ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους και από την άλλη η πνευματική αναγέννηση της χώρας και η επανασύνδεσή της με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σύμβολο του οποίου ήταν η κλασική Αθήνα. Το ρομαντικό αυτό όραμα, της επανασύνδεσης της Ελλάδας με το παρελθόν της, δεν ήταν βέβαια καινούριο. Εμφανιζόταν όμως τώρα δυναμικότερο και «πραγματοποιήσιμο», καθώς η Ελλάδα είχε αναδειχθεί πρόσφατα σε βασίλειο και αποτελούσε μέρος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Όλα αυτά, κατά τον Thiersch, εδειχναν να δικαιολογούν τις «πιο τολμηρές ελπίδες» για το μέλλον της17.

15. Στο ίδιο, σ. 140.

16. Στο ίδιο, σ. 141.

17. Στο ίδιο.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/63.gif&w=600&h=915

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΧΕΔΙΑ

Το δεύτερο γνωστό κείμενο με προτάσεις για την ίδρυση Πανεπιστημίου είναι αυτό που περιέχεται στο σχέδιο της επιτροπής του 183318, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Και αυτό, όπως και εκείνο του Thiersch, δεν έχει την αυστηρή μορφή ενός καταστατικού κειμένου. Ο συντάκτης η οι συντάκτες του

ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για τις γενικές αρχές που έπρεπε να διέπουν τη λειτουργία του Πανεπιστημίου και λιγότερο για την περιγραφή του θεσμικού του πλαισίου. Το όνομα που έδωσε η επιτροπή στο υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο είναι «Μουσείον»: ένα όνομα που είχε χρησιμοποιηθεί ήδη στην περίοδο της Τουρκοκρατίας για ορισμένα ανώτερα σχολεία και το οποίο παρέπεμπε κατευθείαν στην κλασική αρχαιότητα (Μουσείον: τόπος των μουσών)19. Εκτός από το Πανεπιστήμιο, προβλέπεται στο σχέδιο και η ίδρυση μιας «Πανελληνίου Ακαδημίας», με σκοπό την καλλιέργεια και την προαγωγή των επιστημών, της φιλολογίας και των «βιωφελών τεχνών και επιτηδευμάτων»20. Στα καθήκοντα της Ακαδημίας περιλαμβάνεται επίσης η επίβλεψη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, η σύνταξη λεξικού και γραμματικής της νεοελληνικής γλώσσας και η συγγραφή της ελληνικής ιστορίας από την αλωση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους ως την έλευση του βασιλιά Όθωνα. Ως το καταλληλότερο μέρος για την εγκατάσταση της Ακαδημίας ο συντάκτης του σχετικού κειμένου, που ήταν ο Αν. Πολυζωίδης, θεωρεί, όπως και ο Thiersch, τον χώρο της αρχαίας Ακαδημίας, «την οποίαν ένδοξον διά παντός κατέστησαν το

αληθώς ένδοξον όνομα και αι θείαι του θείου Πλάτωνος Διδασκαλίαι»21.

Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου για το Πανεπιστήμιο καταλαμβάνει ένα προοίμιο, συντάκτης του οποίου ήταν το μέλος της επιτροπής Johann Franz, πρώην υφηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και διερμηνέας την εποχή αυτή της Αντιβασιλείας22. Ακολουθώντας την ιδεαλιστική φιλοσοφική παράδοση, ο Franz θεωρεί ότι αποστολή του Πανεπιστημίου είναι η καλλιέργεια της καθαρής επιστήμης. «Επειδή δε εις το Μουσείον δεν διδάσκεται τόσον η

εμπειρία, όσον η καθ' αυτό πρωτότυπος επιστήμη, ήτις άρχει όλων των άλλων

18. Δ. Αντωνίου, Οι απαρχές, ό.π., σ. 110-117.

19. Αρχικά η επιτροπή είχε υιοθετήσει τον όρο «Πανδιδακτήριον», τον οποίο αντικατέστησε κατόπιν με το «Μουσείον» (Δ. Αντωνίου, ό.π., σ. 138,141). Η ίδια επιτροπή υιοθετεί για τις «υποδιαιρέσεις» του Μουσείου τον όρο «Σχολαί».

20. Στο ίδιο, σ. 122.

21. Στο ίδιο, σ. 120.

22. Στο ίδιο, σ. 57,139.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/64.gif&w=600&h=915

των μερικωτέρων επιστημών, φανερόν ότι οι διδάσκοντες πρέπει προ πάντων να καταγίνωνται εις την απόλυτον ιδέαν της επιστήμης, το δε ιστορικόν αυτής να θεωρώσιν ως πάρεργον, διότι μόνον εκ των ιδεών πορίζεταί τις πάντοτε φως εις εκάστην των επιστημών»23. Το Πανεπιστήμιο θα αποτελείται από έξι σχολές : τη Φιλοσοφική, η οποία περιορίζεται στη σπουδή της φιλοσοφίας, τη Θεολογική, την Ιστορική, που έχει ως αντικείμενο τη σπουδή της ιστορίας, της φιλολογίας, της αρχαιολογίας και της γλώσσας, τη Νομική, τη Φυσική και την Ιατρική. Για κάθε σχολή ορίζονται τα διδασκόμενα μαθήματα.

Η διάρκεια των σπουδών είναι τετραετής. Οι «ακροαταί» θα παίρνουν δίπλωμα από τη σχολή στην οποία φοίτησαν, αλλά «πάντες το του φιλοσόφου»,

αφού η φιλοσοφία «δι' όλων των λοιπών επιστημών διέρχεται ως δεσμός»24. Οι «διδάσκαλοι» του Πανεπιστημίου θα πληρώνονται από την κυβέρνηση, αλλά θα συνεισφέρουν και οι ακροατές, καταβάλλοντος δίδακτρα. Οι διδάσκαλοι οφείλουν να συμπεριφέρονται στους φοιτητές συντροφικά και να τους καλούν μια φορά τη βδομάδα τουλάχιστο να συνδιαλέγονται σε ζητήματα επιστημονικά. Οι συναθροίσεις θα γίνονται στην ύπαιθρο, «κατά τα ερείπια των αρχαίων Αθηνών»25. Ως προς τις εξετάσεις, τέλος, προβλέπεται ότι αυτές θα γίνονται όπως ακριβώς και στη Γερμανία -προφανώς στο τέλος των σπουδών- και ότι οι φοιτητές θα εξετάζονται από το σύνολο των καθηγητών.

Ένα τρίτο σχέδιο για το Πανεπιστήμιο είναι εκείνο που είχε συντάξει το 1834 ο Maurer. Το σχέδιο αυτό λανθάνει και οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται αποκλειστικά από τον ίδιο. Όπως αναφέρει στο έργο του Ο ελληνικός λαός, είχε έτοιμα το καλοκαίρι του 1834, μαζί με τα σχέδια των διαταγμάτων για τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης, και σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου και μιας Ακαδημίας των επιστημών26. Ο ίδιος αναφέρει επίσης ότι είχε προσκαλέσει να διδάξουν στο Πανεπιστήμιο τους γνωστότερους έλληνες λογίους του εσωτερικού

και του εξωτερικού, καθώς και δύο γερμανούς ιστορικούς: τον Fallmerayer και τον Zinkeisen. Οι προσπάθειες του Maurer δεν ολοκληρώθηκαν. Η ανάκλησή του στη Βαυαρία δεν του επέτρεψε να υποβάλει στην Αντιβασιλεία τα σχέδια των διαταγμάτων, τα οποία και πήρε μαζί του φεύγοντας από την Ελλάδα27.

23. Στο ίδιο, σ. 110.

24. Στο ίδιο, σ. 116.

25. Στο ίδιο.

26. Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 539. Πβ. Θανάσης Χρήστου, «Απόψεις σχετικά με την οργάνωση της εκπαίδευσης», ό.π., σ. 118.

27. Απ' όσο είναι γνωστό, τα σχέδια αυτά δεν σώζονται σήμερα στο αρχείο του στο Μόναχο. Η.-Μ. Kirchner, Friedrich Thiersch, ό.π., σ. 87.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/65.gif&w=600&h=915

Το έργο του Maurer θα συνεχίσει το υπουργείο Παιδείας. Τον Σεπτέμβριο του 1834 ο υπουργός Παιδείας I. Ρίζος Νερουλός υπέβαλε στην Αντιβασιλεία, όπως είπαμε παραπάνω, ένα σχέδιο Κανονισμού των «ανωτέρων σχολείων» μαζί με μια αναλυτική Έκθεση, κείμενα τα οποία είχε συντάξει ο Αλέξανδρος Ραγκαβής. Στο σχέδιο προβλέπεται, εκτός από τα Ελληνικά σχολεία και τα Γυμνάσια, η ίδρυση ενός «Πανδιδακτηρίου» (Πανεπιστημίου), ενώ εξαγγέλλεται απλώς η ίδρυση και μιας Ακαδημίας. Ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου είναι ένα εκτενές κείμενο, στο οποίο περιγράφεται με διεξοδικό τρόπο η ορ

γάνωση και λειτουργία του ιδρύματος. Ποια ήταν τα πρότυπα που χρησιμοποίησε ο Ραγκαβής δεν είναι γνωστό. Από την ανάγνωση του Κανονισμού, πάντως, φαίνεται ότι επιχείρησε ένα συγκερασμό των δύο τουλάχιστο κύριων πανεπιστημιακών συστημάτων της εποχής, του γερμανικού και του γαλλικού, με φανερή προτίμηση στο δεύτερο. Ο εκλεκτικισμός αυτός διαφοροποιεί το σχέδιο Ραγκαβή από τις προγενέστερες προτάσεις με τον μονομερή γερμανικό προσανατολισμό. Πριν αναφερθούμε όμως στις επιλογές του Ραγκαβή, θα σταθούμε λίγο στα γενικά χαρακτηριστικά του γαλλικού πανεπιστημιακού συστήματος.

Εκείνο που πρέπει να διευκρινίσουμε από την αρχή είναι ότι στη Γαλλία την εποχή αυτή ο όρος Πανεπιστήμιο (Université) δεν δηλώνει ένα σύνολο ανώτερων σχολών με κοινό θεσμικό πλαίσιο, όπως στη Γερμανία, αλλά το σύνολο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, από την κατώτερη ως την

ανώτατη βαθμίδα. Το Πανεπιστήμιο με τη μορφή αυτή δημιουργήθηκε το 1806 και οργανώθηκε το 180828. Δεκαπέντε χρόνια πριν (1793) είχαν καταργηθεί οι παλαιές σχολές (Facultés) της Θεολογίας, της Ιατρικής, των Τεχνών (des Arts) και της Νομικής για να δημιουργηθεί σταδιακά ένα δίκτυο

ανώτερων σχολών (Écoles) με επαγγελματικό προσανατολισμό (École Polytechnique, École Normale Supérieure, επαγγελματικές σχολές Νομικής, Φαρμακευτικής, Ιατρικής κ.ά.).

28. Για το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα βλ. F. Ponteil, Histoire de l'enseignement en France, ό.π.· Antoine Prost, Histoire de l'enseignement en France, 18001967, Παρίσι, Armand Colin, 1968· Louis-Henri Parias, Histoire générale de l'éducation en France, τ. III, Παρίσι, Nouvelle Librairie de France, 1981. Ειδικά για την ανώτερη

εκπαίδευση βλ. Louis Liard, L'enseignement supérieur en France, 1789-1893, τ. III, Παρίσι 1894 και Α. de Beauchamp, Recueil des lois et règlements sur l'enseignement supérieur, 1789-1847, τ. I, Παρίσι 1880. Βλ. επίσης St. d'Irsay, Histoire des Universités, ό.π.· Maurice Bayen, Histoire des Universités, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1973" Jacques Verger, Histoire des Universités en France, Παρίσι, Bibliothèque Historique Privat, 1986· A. Renaut, Οι επαναστάσεις του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 226 κ.εξ.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/66.gif&w=600&h=915

Με τη δημιουργία του Πανεπιστημίου εγκαθιδρύθηκε στη Γαλλία ένα αυστηρά ιεραρχημένο και συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ολόκληρη η χώρα διαιρέθηκε σε μεγάλες εκπαιδευτικές περιφέρειες, τις Ακαδημίες, στις οποίες εντάχθηκαν τα σχολεία της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης και οι

ανώτερες σχολές κάθε περιοχής. Η διοίκηση κάθε Ακαδημίας ανατέθηκε στον πρύτανη (recteur) και το ακαδημαϊκό συμβούλιο (Conseil académique), ενώ η

εποπτεία των ιδρυμάτων που υπάγονταν σ' αυτήν στους εφόρους (Inspecteurs). Επικεφαλής του Πανεπιστημίου και πρόεδρος ενός πολυμελούς πανεπιστημιακού συμβουλίου (Conseil de l'Université) ήταν ο Grand-Maître. Την

ανώτερη εποπτεία όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας είχε ο αυτοκράτορας, ο οποίος και διόριζε τον Grand-Maître και τα μέλη του πανεπιστημιακού συμβουλίου.

Στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου ιδρύθηκαν το 1808 πέντε σχολές : Θεολογική (καθολική και προτεσταντική), Νομική, Ιατρική, Σχολή των Επιστημών (Faculté des sciences) και «Φιλοσοφική» (Faculté des lettres). Όπως βλέπουμε, οι φυσικομαθηματικές επιστήμες δεν ανήκουν, όπως στη Γερμανία, στη Φιλοσοφική, αλλά αποτελούν ιδιαίτερη σχολή. Σε διοικητικό επίπεδο οι σχολές υπάγονται στις κατά τόπους Ακαδημίες και έχουν σχετική μόνο αυτονομία. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι λειτουργούν η μία ανεξάρτητα από την άλλη. Σε αντίθεση με τη Γερμανία όπου οι σχολές αποτελούν μέρος του ενιαίου Πανεπιστημίου, στη Γαλλία κάθε μία αποτελεί ένα όλον και αγνοεί την ύπαρξη των άλλων. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό τους, που τις διαφοροποιεί από τις γερμανικές πανεπιστημιακές σχολές, είναι ότι

έχουν πρακτικό χαρακτήρα, όπως δείχνει άλλωστε και η λειτουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός της γαλλικής

εκπαίδευσης F. Ponteil, «οι σχολές δεν είναι επιστημονικά κέντρα, αλλά ειδικά επαγγελματικά σχολεία, που προετοιμάζουν τους νέους για τα ιδιαίτερα επαγγέλματα για τα οποία προορίζονται. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι μόνο η χρησιμότητα, τα πρακτικά αποτελέσματα»29. Οι σπουδές είναι αυστηρά προγραμματισμένες και η πρόοδος των φοιτητών βρίσκεται κάτω από τον συνεχή έλεγχο των εξετάσεων.

Η οργανωτική δομή του γαλλικού πανεπιστημιακού συστήματος παρέμεινε αναλλοίωτη σχεδόν ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Από το 1830 όμως είχαν αρχίσει κάποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες προσανατολισμένες στο γερμανικό σύστημα. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αυτών ψηφίζεται το 1831 ο

29. F. Ponteil, ό.π., σ. 163-164.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/67.gif&w=600&h=915

γνωστός νόμος του F. Guizot για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ συγχρόνως αρχίζει και μια συζήτηση για την ανώτερη εκπαίδευση με κύριο θέμα την «απομόνωση» των σχολών. Διανοούμενοι και πολιτικοί, όπως ο V. Cousin και ο Guizot, υποστηρίζουν ότι η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των σχολών και η

έλλειψη οποιουδήποτε διοικητικού και επιστημονικού δεσμού ανάμεσά τους τις υποβαθμίζει σε απλά επαρχιακά σχολεία. Συγκρίνοντας ο Cousin τα γερμανικά Πανεπιστήμια με τις γαλλικές ανώτερες σχολές, σημειώνει χαρακτηριστικά: «το χειρότερο απ' όλα είναι ότι οι σχολές στη Γαλλία είναι χωρισμένες μεταξύ τους και διασκορπισμένες. Εδώ σχολές επιστημών, στις οποίες γίνονται παραδόσεις χημείας, φυσικής, φυσικής ιστορίας, χωρίς να υπάρχουν δίπλα τους και σχολές ιατρικής που θα μπορούσαν να επωφεληθούν απ' αυτές·

εκεί σχολές νομικής και θεολογίας, χωρίς μαθήματα ιστορίας της φιλοσοφίας και φιλολογίας. Αν θέλουμε πραγματικά να διαπλάσουμε βαρβάρους, να δώσουμε στο πνεύμα των σπουδαστών μονομερή και ψεύτικη ροπή (...) ομολογούμε ότι δεν γνωρίζουμε προσφορότερο μέσο γι' αυτό από τον διασκορπισμό και την απομόνωση των σχολών»30. Οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της ανώτερης εκπαίδευσης στη Γαλλία θα συζητηθούν για πολλά χρόνια αλλά δεν θα υλοποιηθούν παρά στα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε θεσμοθετείται η συνένωση των σχολών σε ενιαία Πανεπιστήμια (1896)31.

Ξαναγυρίζουμε στο σχέδιο Ραγκαβή του 1834. Από το κείμενο του σχεδίου και την Έκθεση που το συνοδεύει φαίνεται ότι ο Ραγκαβής ήταν αρκετά

ενημερωμένος για την οργάνωση της ανώτερης εκπαίδευσης στην Ευρώπη και ότι είχε ιδιαίτερη συμπάθεια προς το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Υιοθετώντας όμως και αυτός την κριτική κατά της απομόνωσης των ανώτερων σχολών στη Γαλλία, προτείνει στο σχέδιό του ένα ενιαίο Πανεπιστήμιο στο οποίο εντάσσονται, όπως στη Γερμανία, όλες οι σχολές. Από την άλλη μεριά απορρίπτει την ιδέα της υπαγωγής των μαθηματικών επιστημών στη Φιλοσοφική Σχολή και της Φυσικής στην Ιατρική, που ίσχυε σε ορισμένα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, με το επιχείρημα ότι τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη θεωρητική και αφηρημένη, ενώ η φυσική έχει ως αντικείμενο τη φύση και τους νόμους της· επομένως, αυτές δεν έχουν σχέση με τη φιλοσοφία και την ιατρική. Έτσι, στο σχέδιό του ο Ραγκαβής προβλέπει κοντά στις τέσσερις παραδοσιακές σχολές (Νομική, Ιατρική, Φιλοσοφική, Θεολογική) και μία πέμπτη

30. V. Cousin, De l'instruction publique, ό.π., σ. 176. Πβ. F. Ponteil, ό.π., σ. 162-163.

31. L. Liard, «La fondation des Universités françaises», Revue de Paris 4, 1902, σ. 523-556.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/68.gif&w=600&h=915

ξεχωριστή, τη Φυσικομαθηματική, κατά «το παράδειγμα του πανεπιστημίου της Γαλλίας»32. Τα μαθήματα που θα διδάσκονται σ' αυτήν καλύπτουν ένα ευρύτατο γνωστικό πεδίο: μαθηματικά, στατιστική, υδροστατική, μηχανική,

αστρονομία, θεωρητική και πειραματική φυσική, χημεία, όρυκτολογία, αγρονομική, «τεχνολογία, ήτοι εφαρμογή των φυσικών επιστημών εις τας τέχνας» κ.ά. (άρθρο 106).

Αναφερόμενος ο Ραγκαβής στα Απομνημονεύματα του στην ανεξαρτητοποίηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική, γράφει : «διαιρών την [σχολήν] των φυσικομαθηματικών επιστημών από της φιλοσοφικής (...) επεθύμουν εις εκείνας να δοθή ικανή ευρύτης προς αναγέννησιν και ανάπτυξιν της βιομηχανίας και των λοιπών αυτών εφαρμογών εν Ελλάδι»33. Αυτά βέβαια λέγονται πολλά χρόνια αργότερα, σε μια εποχή που αποτελούσε κοινό τόπο η ανάγκη εκβιομηχάνισης της χώρας και επικρατούσε η άποψη ότι το Πανεπιστήμιο αδιαφόρησε για τις θετικές επιστήμες και παρεμπόδισε με τον τρόπο αυτό την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Η σχετική πρότασή του, πάντως, δείχνει ότι είχε πάρει από νωρίς κάποιες αποστάσεις από τις κυρίαρχες, κλασικιστικές, επιλογές της εποχής του, όπως υποδηλώνει άλλωστε και η πρότασή του, στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, να ιδρυθεί εμπορική σχολή στην Ερμούπολη34 .

Ως προς τη διοικητική οργάνωση του Πανεπιστημίου και τις σχέσεις του με το κράτος, το σχέδιο Ραγκαβή χαρακτηρίζεται από ένα συγκεντρωτικό πνεύμα, που παραπέμπει στα γαλλικά πρότυπα. Όπως και στη Γαλλία, το Πανεπιστήμιο έχει περιορισμένη αυτονομία, καθώς είναι εξαρτημένο σε μεγάλο βαθμό από τον «Ανώτατον Σύλλογον», ο οποίος αντιστοιχεί στον γαλλικό θεσμό Conseil de l'Université35. Το όργανο αυτό αποτελείται από εννέα μέλη: τον ύπουργό Παιδείας ως πρόεδρο, τον επίτροπο της Ιεράς Συνόδου, δύο μέλη του Αρείου Πάγου και πέντε «πεπαιδευμένους και ευϋπολήπτους πολίτας» (άρθρα 157 κ.εξ.). Τα καθήκοντα του Ανωτάτου Συλλόγου είναι εκτε-

32. Έκθεση, σ. [8].

33. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Α', σ. 387.

34. Βλ. ιδώ, α. 51. Πβ. Ρ. [Ραγκαβής], «Περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 6, 1855-56, σ. 131.

35. Βλ. εδώ, σ. 66 και Έκθεση Ραγκαβή, σ. [15], όπου ο συντάκτης της αναφέρει ότι στη θεσμοθέτηση των εφορειών (éphories) για τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και το Πανεπιστήμιο έλαβε υπόψη του «les scholarchats en Bavière, et les conseils académiques et universitaires en France», θεσμούς οι οποίοι επιτρέπουν στην κυβέρνηση να έχει υπό τον πλήρη έλεγχό της την εκπαίδευση.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/69.gif&w=600&h=915

εκτεταμένα: «επαγρυπνεί ώστε να τηρούνται καθ' όλον το Κράτος αι περί της ανωτέρας εκπαιδεύσεως διατάξεις», διαχειρίζεται την περιουσία του Πανεπιστημίου, επιβάλλει ποινές στους φοιτητές, επιλύει τις τυχόν διαφορές μεταξύ του διδακτικού προσωπικού, παρευρίσκεται στις εξετάσεις των φοιτητών κλπ. Επίσης ο Σύλλογος συμμετέχει στην εκλογή των καθηγητών και του «διευθυντού» (του πρύτανη) του Πανεπιστημίου.

Την επίδραση των γαλλικών προτύπων διαπιστώνουμε και σε άλλα ειδικότερα θέματα. Στα γερμανικά Πανεπιστήμια οι καθηγητές διορίζονται, καθώς ξέρουμε, από την κυβέρνηση, μετά από προτάσεις των αρμόδιων σχολών. Το σχέδιο Ραγκαβή δεν δέχεται το σύστημα αυτό, αλλά υιοθετεί τον θεσμό του διαγωνισμού ανάμεσα στους υποψήφιους καθηγητές, που ίσχυε στη Γαλλία (άρθρα 111 κ.εξ.). Γαλλικά πρότυπα ακολουθεί το σχέδιο και στην οργάνωση των σπουδών. Για να εγγραφεί ένας μαθητής σε μια σχολή έπρεπε να παρακολουθήσει για ένα χρόνο τα μαθήματα της Φιλοσοφικής, ενώ αν ήθελε να εγγραφεί στην Ιατρική έπρεπε να φοιτήσει ένα χρόνο ακόμη στη Φυσικομαθηματική. Ανάλογα με τα έτη σπουδών τους, οι φοιτητές παίρνουν δίπλωμα «πρωτοβαθμίου» (bachelier), «λύτου» (licencié) και «προλύτου» (άρθρο 147), με βάση τα οποία μπορούν να διεκδικήσουν ανάλογες θέσεις στο δημόσιο. Στο θέμα όμως των ακαδημαϊκών ελευθεριών και των εξετάσεων ο Ραγκαβής ακολουθεί τα γερμανικά πρότυπα. «Εις τους μαθητάς δεν υποβάλλεται ουδεμία βία προς την σπουδήν. Δύναται δε έκαστος να εκλέξη οποιονδήποτε κλάδον και οποιονδήποτε μάθημα προαιρείται- κατά τούτο δε ουδέ

επιτρόπου ουδέ γονέως θέλησις ισχύει» (άρθρο 146). Συνέχεια και προέκταση της φιλελεύθερης αυτής αντίληψης είναι η καθιέρωση μιας και μοναδικής εξέτασης των φοιτητών στο τέλος των σπουδών τους. Δικαιολογώντας την απόφασή του αυτή ο Ραγκαβής υποστηρίζει ότι η πρακτική των πολλαπλών εξετάσεων είναι «ελάχιστα επωφελής», επειδή ενθαρρύνει την απομνημόνευση και όχι την επιστημονική γνώση προς την οποία πρέπει να αποβλέπει ένα πανεπιστημιακού επιπέδου ίδρυμα36.

Ένα τελευταίο θέμα που απασχόλησε τον Ραγκαβή ήταν η αμοιβή του διδακτικού προσωπικού, και ειδικότερα το αν οι καθηγητές έπρεπε να εισπράττουν δίδακτρα από τους ακροατές τους, η αν έπρεπε να παίρνουν ένα σταθερό μισθό από την κυβέρνηση37. Από τα δύο αυτά συστήματα ο Ραγκαβής προτιμά το δεύτερο, απορρίπτοντας το πρώτο, τον θεσμό δηλαδή των διδά-

36. Έκθεση, σ. [16-17].

37. Στο ίδιο, σ. [12-14],

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/70.gif&w=600&h=915

διδάκτρων, που γεννήθηκε, όπως γράφει, «σε εποχές και κάτω από περιστάσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με αυτές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας». Την απόρριψη των διδάκτρων στηρίζει στο ότι αυτά προκαλούν συχνά

έναν αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των καθηγητών στην προσπάθεια τους να προσελκύσουν περισσότερους ακροατές. «Βλέπουμε συχνά καθηγητές να προσπαθούν με αξιοκαταφρόνητες μεθόδους και με μια αξιοκατάκριτη επιείκεια προς τους φοιτητές να τους αποσπάσουν οι μεν από τους δε και να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην επίδειξη παρά στην πραγματική αξία της

εκπαίδευσης». Με βάση το σκεπτικό αυτό το σχέδιο Ραγκαβή δεν προβλέπει δίδακτρα. Οι φοιτητές υποχρεώνονται μόνο στην καταβολή ενός ποσού για το δίπλωμα, που κυμαίνεται μεταξύ 60 και 300 δραχμών, ανάλογα με το είδος του διπλώματος.

Το σχέδιο Ραγκαβή για το Πανεπιστήμιο, όπως και αυτό για τη μέση εκπαίδευση, που είχε υποβληθεί μαζί, δεν εγκρίθηκε από την Αντιβασιλεία. Στα Απομνημονεύματα, του ο Ραγκαβής σημειώνει ότι η Αντιβασιλεία «άπήντησε διά διατάγματος επαινούντος το υπουργείον διά την αξιόλογον αυτού εργασίαν, και υποσχομένου την ταχείαν αυτής επικύρωσιν»38. Επρόκειτο όμως για μια τυπική φιλοφρόνηση, αφού, όπως αναφέρει ο ίδιος στη συνέχεια, «εβδομάδες και μήνες παρήρχοντο και περί της εγκρίσεως αυτού [του οργανισμού] ουδείς εγίνετο λόγος», παρά τα επανειλημμένα διαβήματα του υπουργείου Παιδείας. Οι επιφυλάξεις της Αντιβασιλείας, και ιδιαίτερα του Armansperg -ο οποίος από τον Ιούνιο του 1835 κατείχε το αξίωμα του αρχιγραμματέα- οφείλονταν σε δύο κυρίως λόγους : πρώτον στο ότι θεωρούσε το σχέδιο

εξαιρετικά δαπανηρό, καθώς προέβλεπε ένα πολυάριθμο διδακτικό προσωπικό, και δεύτερον στο ότι η εκπαιδευτική φιλοσοφία του απομακρυνόταν

αρκετά από τα γερμανικά πρότυπα. Στους λόγους αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και το ότι η Αντιβασιλεία θα προτιμούσε ένα λιτό και ευσύνοπτο κείμενο που θα περιέγραφε τις βασικές μόνο λειτουργίες του Πανεπιστημίου και θα άφηνε περιθώρια για μεταγενέστερες συμπληρώσεις και προσαρμογές, και όχι έναν λεπτομερή και σχεδόν εξαντλητικό Κανονισμό, όπως ήταν αυτός του Ραγκαβή. Τις επιφυλάξεις της Αντιβασιλείας φαίνεται ότι ενίσχυαν και έλληνες λόγιοι του περιβάλλοντος της, οι οποίοι δεν είχαν καλές σχέσεις με τον Ραγκαβή και θεωρούσαν πρόωρη και άκαιρη τη δημιουργία Πανεπιστημίου.

38. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Α', σ. 387· πβ. εφ. Αιών, αρ. 854,10 Μαρτ. 1848. Βλ. επίσης Δ. Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο», ό.π., σ. 288-289.

Σελ. 70
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 51
    

    Στην Έκθεσή του ο Ραγκαβής επισημαίνει ότι στην Ευρώπη υπάρχουν σχετικά με την εκπαίδευση δύο κυρίαρχες σχολές, των «ανθρωπιστών» (humanistes) και των «φιλανθρωπιστών» (philanthropistes). Οι πρώτοι μιλούν «στο όνομα της αρχαιότητας, την οποία θεωρούν ως αληθινή εστία σοφίας, ως

    αστείρευτη πηγή από την οποία η νεολαία οφείλει να αντλεί αδιάκοπα», ενώ οι άλλοι «στο όνομα της κοινωνίας, στην οποία θέλουν να δώσουν ολοκληρωμένους πολίτες, προικισμένους με τις γνώσεις που είναι απαραίτητες για την κοινωνική ζωή»34. Η θέση του Ραγκαβή απέναντι στα δύο αυτά συστήματα είναι εκλεκτική. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα, γράφει, μπορεί να συμφιλιώσει τα δύο συστήματα, καθώς τα αρχαία ελληνικά, σε αντίθεση με τα λατινικά -που

    έχουν κυρίαρχη θέση στην εκπαίδευση των άλλων ευρωπαϊκών χωρών-, δεν είναι για τους Έλληνες μια νεκρή γλώσσα, λόγω της στενής σχέσης της με τα νεοελληνικά. Οι έλληνες μαθητές, επομένως, δεν χρειάζονται πολύ κόπο για να

    εξοικειωθούν με τη γλώσσα και τον πολιτισμό των προγόνων τους και μπορούν

    έτσι να αφιερώσουν χρόνο για την απόκτηση των γνώσεων εκείνων τις οποίες θεωρούν απαραίτητες οι φιλανθρωπιστές. Η στάση αυτή του Ραγκαβή αντανακλάται, κατά κάποιο τρόπο, στο πρόγραμμα μαθημάτων που προτείνει στο σχέδιο του για τη μέση εκπαίδευση (αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία αλλά και εγκυκλοπαιδικά μαθήματα, φυσικομαθηματικά, μία ξένη γλώσσα κλπ.) και ιδιαίτερα στην πρόταση που διατυπώνει στην Έκθεσή του να ιδρυθεί «εμπορική σχολή» στη Σύρα η μια «έδρα εμπορικών επιστημών» στο Γυμνάσιο της πόλης35.

    χρόνια πριν ο Ραγκαβής, απαντώντας σε δημοσίευμα εφημερίδας που παραγνώριζε τη συμβολή του στην ίδρυση του Πανεπιστημίου, έγραφε: «Κατά το 1834 λαβών εντολήν παρά του υπουργείου της Δ. Εκπαιδεύσεως, συνέταξα σχέδιον οργανισμού του Πανεπιστημίου , των Γυμνασίων και των Ελληνικών σχολείων. Μάρτυρες τούτου ό τε κ. I. Ρίζος, τότε υπουργός της εκπαιδεύσεως, όστις ενέκρινε και υπέγραψε το σχέδιον

    εκείνο, και ο τότε σύμβουλος επί των Εκκλησιαστικών κ. Σκαρλάτος Βυζάντιος, όστις ην παρών εις την ανάγνωσιν και συζήτησιν του σχεδίου...» (εφ. Αιών, αρ. 854, 10 Μαρτ. 1848). Πβ. εφ. Καρτερία, αρ. 272,26 Φεβρ. 1848.

    34. Έκθεση, σ. [1]. Η σχολή των «φιλανθρωπιστών» δημιουργήθηκε στη Γερμανία στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα κάτω από την επίδραση των παιδαγωγικών ιδεών του Διαφωτισμού. Οι θέσεις των δύο σχολών («ανθρωπιστών» και «φιλανθρωπιστών») ήταν γνωστές στους έλληνες λογίους από την προεπαναστατική περίοδο. Βλ. Κ. Μ. Κούμας, Σύνταγμα Φιλοσοφίας, τ. Δ', Βιέννη 1820, σ. 376-381· πβ. του ίδιου, «Περί παιδείας και σχολείων», Ερμής ο Λόγιος, 1819, σ. 737-738 και Κων. Οικονόμος, Γραμματικών ή εγκυκλίων παιδευμάτων βιβλία Δ', Βιέννη 1817, σ. ξγ'.

    35. Έκθεση, σ. [10]. Η πρόταση αυτή του Ραγκαβή θα πραγματοποιηθεί το 1856 με την καθιέρωση της διδασκαλίας εμπορικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο της Σύρου (Α. Δημαράς, Μεταρρύθμιση, τ. Α', σ. 134-136).