Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 533-552 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/533.gif&w=600&h=915

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Ένα από τα βασικά αιτήματα της αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια του

αντιοθωνικού κινήματος ήταν η σύσταση εθνοφυλακής. Θεσμός «με επαναστατική προέλευση και λαϊκή συγκρότηση»230, η εθνοφυλακή συνδέθηκε με συγκεκριμένα πολιτικά και εθνικά αιτήματα. Με τον θεσμό αυτόν θα κατοχυρώνονταν οι συνταγματικοί θεσμοί και θα προστατεύονταν τα δικαιώματα του πολίτη από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, ενώ συγχρόνως θα έμπαιναν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αξιόμαχου στρατού που θα υπηρετούσε τα ελληνικά αλυτρωτικά σχέδια. Το αίτημα της εθνοφυλακής είχε μεγάλη απήχηση στη νεολαία, όπως δείχνουν η πυκνή αρθρογραφία του Μέλλοντος της Πατρίδος γύρω από το ζήτημα αυτό και τα διαβήματα προς την πολιτεία να θεσμοθετήσει την εκπαίδευση των φοιτητών στα όπλα231. Η στάση του Όθωνα στο θέμα της εθνοφυλακής ήταν από επιφυλακτική έως αρνητική. Κάτω από τις πιέσεις όμως της αντιπολίτευσης θα αναγκαστεί να υποχωρήσει. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1862 θα δημοσιευθεί ένας νόμος «Περί Εθνοφυλακής»232 , ο οποίος δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί.

Αμέσως μετά το κίνημα της 10ης Οκτωβρίου 1862 ένα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν η σύσταση εθνοφυλακής στην Αθήνα και τον Πειραιά, με σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και την υποστήριξη της επανάστασης233. Στην επιτροπή που επεξεργάστηκε τον κανονισμό έλαβε μέρος και ο καθηγητής Ν. Σαρίπολος, ο οποίος είχε σχέσεις με ηγετικά στελέχη του κινήματος, όπως ο Δ. Βούλγαρης. Όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, λίγο μετά την εκδήλωση του κινήματος «διωρίσθη πενταμελής Επιτροπή, ης καγώ απετέλεσα μέρος (...) και αμέσως μετέβην εις το Δημαρχείον ένθα συγκροτηθέντες επελήφθημεν του έργου και εν τέτταρσιν ημέραις προσωρινόν τινα συνετάξαμεν κανονισμόν, και πεντακισχιλίους ωπλίσαμεν πολίτας...»234 . Παράλληλα εξοπλίστηκαν και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου

230. Αντ. Λιάκος, ό.π., σ. 19. Πβ. Επ. Κυριακίδης, Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού, ό.π., τ. Β', σ. 106. Ας σημειωθεί ότι το 1861 εκδίδεται μια Ιστορία της Γαλλικής Εθνοφυλακής από της αρχής μέχρι της σήμερον, ερανισθείσα επιμελώς εκ διαφόρων συγγραμμάτων..., Λονδίνο 1861.

231. Χρ. Λάζος, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα, ό.π., σ. 103-110.

232. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 46, 3 Σεπτ. 1862, σ. 241-253 (νόμος ,ΨΜΛ', 27 Αυγ. 1862).

233. Το σχετικό ψήφισμα δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αρ. 2, 17 Οκτ. 1862, σ. 5.

234. Βλ. Αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα Νικολάου I. Σαριπόλου, Αθήνα 1889, σ. 61.

Σελ. 533
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/534.gif&w=600&h=915

στημίου γιοι να συνεισφέρουν στο έργο της εθνοφυλακής. Έτσι, «εξ ημέρας αφ' ης ανέτειλεν η 11 Οκτωβρίου, φοιτηταί οπλίται περί τους εξακοσίους ήρξαντο υπό την οδηγίαν των καθηγητών αυτών να εκτελώσι φρουρήσεις εν ημέρα, περιπολίας δ' εν νυκτί προς διατήρησιν της εν τη πρωτευούση τάξεως,

αφ' ης εξήρτητο η του όλου κράτους τάξις»235.

Η ανάθεση στους φοιτητές καθηκόντων εθνοφύλακα δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Η Προσωρινή Κυβέρνηση ακολούθησε μια παράδοση που αναγόταν στα κινήματα του 1848, κατά τη διάρκεια των οποίων είχαν συγκροτηθεί σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ένοπλα φοιτητικά σώματα για την υποστήριξη των επαναστάσεων236. Παράλληλα όμως ήταν και μια έμπρακτη αναγνώριση της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης στους φοιτητές, οι οποίοι με τη συμμετοχή τους στους πολιτικούς αγώνες πριν από το 1862 είχαν συμβάλει «μεγάλως», όπως σημειώνει και πάλι ο Σαρίπολος, «εις το κατόρθωμα της καταλύσεως του Όθωνος»237 .

Η συμμετοχή του Πανεπιστημίου στην εθνοφυλακή επισημοποιήθηκε με ψήφισμα που εξέδωσε η Προσωρινή Κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 1862238. Με το ψήφισμα αυτό αποφασίστηκε η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο της οπλασκίας και η οργάνωση των φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού σε φάλαγγα (τη «φάλαγγα του Πανεπιστημίου»), Το σώμα αυτό θα τελούσε υπό τον αρχηγό της εθνοφυλακής Αθηνών και Πειραιώς και θα είχε επικεφαλής έναν αξιωματικό του στρατού, διοριζόμενο από την κυβέρνηση μετά από πρόταση των υπουργών Στρατιωτικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως. Οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί θα εκλέγονταν «κατ' έτος υπό της φάλαγγος, οι μεν λοχαγοί εκ των Καθηγητών και Υφηγητών, οι δε λοιποί και εκ των φοιτητών». Η πανεπιστημιακή φάλαγγα δεν θα εκτελούσε κανονική υπηρεσία εθνοφυλακής· ήταν υποχρεωμένη όμως να συμμετέχει στις ασκήσεις και τις «παρατάξεις» της εθνοφυλακής Αθηνών και Πειραιώς. Όφειλε επίσης, όσο θα διαρκούσαν «αι παρούσαι έκτακτοι της πατρίδος περιστάσεις» και στον βαθμό που θα το απαιτούσαν οι ανάγκες, να εκτελεί νυχτερινές περιπολίες στην πόλη και άλλες υπηρεσίες ως σώμα εθνοφυλακής239.

235. Π. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1863, σ. 4.

236. Stephen d'Irsay, Histoire des Universités françaises et étrangères, τ. II, Παρίσι 1935, σ. 264,268.

237. Βλ. Αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα Νικολάου I. Σαριπόλου, ό.π.

238. [Επαμ. Δεληγιώργης], Τοις φοιτηταίς του Εθνικού Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 7-10. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 141-143.

239. Για την πανεπιστημιακή φάλαγγα βλ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 152-163' Χρή-

Σελ. 534
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/535.gif&w=600&h=915

Με έξοδα του Πανεπιστημίου και εισφορές ελλήνων ομογενών η φάλαγγα

εφοδιάστηκε με στρατιωτικό υλικό (όπλα, στολές, εθνόσημα) και κατασκευάστηκε στρατώνας240. Στο μεταξύ είχε αρχίσει και η εκγύμναση των φοιτητών από αξιωματικούς του στρατού. Τον πρώτο χρόνο (1862) η φάλαγγα αποτελέστηκε από πέντε λόχους και τον δεύτερο από έξι. Οι επικεφαλής των λόχων (λοχαγοί) ήταν αποκλειστικά καθηγητές του Πανεπιστημίου, ενώ οι υπολοχαγοί και ανθυπολοχαγοί καθηγητές, υφηγητές αλλά και φοιτητές, ιδιαίτερα το 1863241. Η συμμετοχή των φοιτητών στη φάλαγγα ήταν αρκετά μεγάλη. Τον πρώτο χρόνο (1862) εντάχθηκαν σ' αυτήν περισσότεροι από 600 φοιτητές σε σύνολο 905, ενώ τον δεύτερο 840 σε σύνολο 1080 (67% και 78%, αντίστοιχα). Ως προς τη συμμετοχή του διδακτικού προσωπικού, μεγαλύτερη ήταν αυτή των καθηγητών της Νομικής και γενικά εκείνων που είχαν στενότερες σχέσεις με το κίνημα του 1862 και την Προσωρινή Κυβέρνηση242 .

Η λειτουργία της πανεπιστημιακής φάλαγγας δεν ήταν απρόσκοπτη. Κύριο καθήκον της ήταν, όπως είπαμε, η αστυνόμευση της πρωτεύουσας : οι νυχτερινές περιπολίες, η φύλαξη δημόσιων καταστημάτων και γενικά η τήρηση της τάξης μαζί με τα άλλα σώματα εθνοφυλακής. Για ένα διάστημα μάλιστα

αποτέλεσε τμήμα της φρουράς της Εθνικής Συνέλευσης, που είχε αρχίσει τις

εργασίες της στα τέλη του 1862. Η φάλαγγα όμως δεν περιορίστηκε στα καθήκοντα αστυνόμευσης. Δημιουργημένη σε μια εποχή έκτακτων πολιτικών περιστάσεων, δεν έμεινε και ούτε μπορούσε να μείνει έξω από τις πολιτικές

αντιπαραθέσεις της εποχής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στο

Χρήστος Λάζος, Ιστορία της Πανεπιστημιακής η Φοιτητικής Φάλαγγας, Αθήνα, Χρυσή Τομή, 1980· του ίδιου, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1973, ό.π., σ. 139-157· Σπύρος Δ. Λουκάτος, «Η φοιτητική κοινότητα στο β' μισό του 19ου αιώνα. ιδεολογικοί προσανατολισμοί και οι σύμφυτες προς αυτούς δραστηριότητες, ενέργειες και γεγονότα», Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 300-302.

240. Π. Παπαρρηγόπουλος, Λόγος, 1863, σ. 6-7. Για τα σχετικά με τον ιματισμό και τον οπλισμό των μελών της εθνοφυλακής και της πανεπιστημιακής φάλαγγας βλ. Εφη

μερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 14,8 Δεκ. 1862, σ. 70-71.

241. Κατάλογος των αξιωματικών της φάλαγγας δημοσιεύεται στο Π. Παπαρρηγόπουλος, ό.π. , σ. 54 και Κ. Φρεαρίτης, Λόγος, 1864, σ. 75. Πβ. Προσωπικόν Αρχείον Νικολάου I. Σαρίπολου, επιμ. Μ. Δ. Στασινόπουλος, Αθήνα 1963, σ. 156-157.

242. Συνολικά συμμετείχαν στη φάλαγγα 13 καθηγητές (από τη Νομική ó I. Σούτσος, 6 Π. Καλλιγάς, ο Β. Οικονομίδης, ο Ν. Σαρίπολος, ο Κ. Φρεαρίτης και ο Εμμ. Κόκκινος, από την Ιατρική ο Κ. Βουσάκης, ο Δ. Ορφανίδης, ο Σπ. Μπαλάνος και ο Π. Κυριακός, από τη Φιλοσοφική ó I. Παπαδάκης, ο Β. Λάκων και ο Α. Γεννάδιος, και από τη Θεολογική ο Π. Ρομπότης) και 3 υφηγητές της Ιατρικής (Θ. Αρεταίος, Π. Ιωάννου και Γ. Καραμήτσας).

Σελ. 535
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/536.gif&w=600&h=915

εσωτερικό της έντονες τριβές, που σημάδεψαν την ιστορία της και την έφεραν συχνά σε αντίθεση με το Πανεπιστήμιο. Πρέπει να σημειώσουμε ότι το Πανεπιστήμιο στην αρχή τουλάχιστο τήρησε θετική στάση απέναντι στη φάλαγγα. Η παρατεταμένη όμως ενασχόληση των καθηγητών και των φοιτητών με καθήκοντα που τους απομάκρυναν από τις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις και το γεγονός ότι τα έξοδα συντήρησης της φάλαγγας επιβάρυναν το Πανεπιστήμιο συνετέλεσαν στο να δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα στις σχέσεις του Πανεπιστημίου με τη φάλαγγα. Το κλίμα αυτό ενίσχυε και η εμπλοκή των φοιτητών, μέσω της φάλαγγας, στα πολιτικά πράγματα, την οποία ευνοούσε αν όχι η ίδια η πολιτεία, πάντως αρκετά μέλη της Εθνικής Συνέλευσης με συμμετοχή στο αντιοθωνικό κίνημα, όπως ο Δημ. Βρατσάνος, ο Π. Κορωναίος, ο Αρ. Γλαράκης.

Έτσι όταν τον Ιανουάριο του 1863 τέθηκε το ζήτημα της εκπροσώπησης του Πανεπιστημίου στη Συνέλευση -αν, δηλαδή, αυτό έπρεπε να εκπροσωπείται από έναν η δύο πληρεξούσιους-, η παραπάνω ομάδα, επικαλούμενη τη συνεισφορά της «φοιτώσης νεολαίας» στον αγώνα κατά του Όθωνα, πρότεινε ο ένας από τους δύο αντιπροσώπους του Πανεπιστημίου να είναι φοιτητής. Μια θέση την οποία απέκρουσε ο Σαρίπολος ως δημαγωγική, με το επιχείρημα ότι οι φοιτητές δεν έχουν ακόμη την ωριμότητα για την άσκηση τέτοιων καθηκόντων. Χρησιμοποιώντας ένα λόγο άκρως πατερναλιστικό, ο Σαρίπολος θα κάνει έκκληση στη Συνέλευση να διαφυλάξει τη φοιτητική νεολαία «άμωμον» και «αγνήν», απορρίπτοντας την πρόταση. «Όχι, Κύριοι, εν ονόματι της Νεολαίας αυτής, ην αγαπώ και ηγάπησα, ζητώ να μη της δώσητε αυτό το δικαίωμα. Καθοδηγοί της Νεολαίας είναι οι καθηγηταί της, οίτινες τους διδάσκουσι τας ελευθερίας και την επιστήμην και οίτινες τους αντιπροσωπεύουσιν»243. Η στάση αυτή του Σαρίπολου θα προκαλέσει την έντονη αντίδραση των φοιτητών244.

Οι σχέσεις του Πανεπιστημίου με τη φάλαγγα θα οξυνθούν λίγο αργότερα με αφορμή το θέμα της εκλογής του στρατιωτικού διοικητή της. Σύμφωνα με το ψήφισμα του Δεκεμβρίου 1862, ο διοικητής της φάλαγγας διοριζόταν, όπως είδαμε, από την κυβέρνηση· φαίνεται όμως ότι συμμετείχε στη διαδικασία αυ-

243. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. Α', Αθήνα 1863, σ. 122. Τη διαφωνία του με τον Σαρίπολο εξέφρασε ο καθηγητής Δ. Κυριάκου, πληρεξούσιος των Σπετσών, υποστηρίζοντας ότι «δεν είναι παράλογον, μαθηταί, αποτελούντες την ευγενεστέραν μερίδα της νεότητος (...) να λογισθώσιν άξιοι του να λάβωσι μέρος εις μίαν εκλογήν» (στο ίδιο, σ. 123).

244. Βλ. Π.Σ., 28 Ιαν. 1863 και εφ. Ο Αστήρ της Ανατολής, αρ. 261,25 Ιαν. 1863.

Σελ. 536
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/537.gif&w=600&h=915

αυτή και το Πανεπιστήμιο. Η διαδικασία άλλαξε τον Μάρτιο του 1863. Με νέο ψήφισμα που εξέδωσε η Εθνική Συνέλευση, ο αρχηγός της φάλαγγας θα εκλεγόταν στο εξής από όλα τα μέλη της : τους αξιωματικους-καθηγητές και τους

εθνοφύλακες-φοιτητές245. Το ψήφισμα είχε προκαλέσει ο αντιπρόσωπος του Πανεπιστημίου στη Συνέλευση Ν. Σαρίπολος, όχι όμως με τη μορφή αυτή: η πρότασή του ήταν να παραχωρηθεί το δικαίωμα του εκλέγειν μόνο στους αξιωματικούς της φάλαγγας. Αλλά η Συνέλευση από δημοκρατική ευαισθησία και σε αναγνώριση, πάντα, της συμβολής των φοιτητών στην ανατροπή του Όθωνα αποφάσισε να παραχωρήσει το δικαίωμα του εκλέγειν και στους φοιτητές246. Την απόφαση αυτή δέχθηκε με δυσφορία η πρυτανεία, φοβούμενη ότι θα προκαλούσε σχίσματα και αντιπαραθέσεις μεταξύ των φοιτητών και ότι θα εισήγαγε στο Πανεπιστήμιο τα πολιτικά πάθη247 .

Με βάση το παραπάνω ψήφισμα, στις εκλογές που έγιναν τον Μάρτιο του 1863 για την ανάδειξη του διοικητή της φάλαγγας έλαβαν μέρος και οι φοιτητές που συμμετείχαν σ' αυτήν. Διοικητής εκλέχθηκε ο αξιωματικός Αλέξ. Πραΐδης. Η εκλογή του όμως αμφισβητήθηκε από μερίδα φοιτητών, οι οποίοι

έκαναν ενστάσεις για παρατυπίες και ζήτησαν την ακύρωση της εκλογής. Το

επεισόδιο αυτό έφερε την πρώτη κρίση στη φάλαγγα. Στο εξής αρκετοί φοιτητές, αλλά και καθηγητές, δεν δέχονται να συμμετέχουν στις στρατιωτικές

ασκήσεις της φάλαγγας και χαλαρώνει η πειθαρχία248.

Δεν ήταν όμως μόνο το θέμα της συμμετοχής των φοιτητών στις εκλογικές διαδικασίες που έβρισκε αντίθετο το Πανεπιστήμιο. Εξίσου σοβαρές αντιρρήσεις υπήρχαν και για τις εξουσίες του στρατιωτικού διοικητή της φάλαγγας. Κατά την άποψη της πρυτανείας, ο διοικητής έπρεπε να περιορίζεται στα καθαρώς στρατιωτικά του καθήκοντα -κάτι που δεν συνέβαινε πάντα- και να μην παρεμβαίνει σε ζητήματα που ανήκαν στη δικαιοδοσία του πρύτανη, παραβιάζοντας την αυτονομία του ιδρύματος. Έτσι, όταν τον Απρίλιο του 1863 ο διοικητής ζήτησε να ληφθούν μέτρα κατά των φοιτητών που δεν συμμετέχουν στις ασκήσεις (να τους αφαιρεθεί ο οπλισμός και να μην τους δίνονται

αποδείξεις ακροάσεως), η Σύγκλητος θα εκφράσει τη δυσαρέσκειά της, υποστηρίζοντας ότι σκοπός του Πανεπιστημίου είναι «ουχί να καταρτισθώσι περί τα στρατιωτικά οι φοιτηταί, αλλά να γίνωσιν ιεροφάνται και στρατιώται

245. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 144.

246. Βλ. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. Β', 3 Απρ. 1863, σ. 229.

247. Κ. Φρεαρίτης, ό.π., σ. 42-43.

248. Π.Σ., 18 και 23 Μαρτ. 1863, 2 και 16 Μαΐου 1863.

Σελ. 537
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/538.gif&w=600&h=915

των επιστημών»249. Αρκετούς μήνες αργότερα, στις αρχές του 1864, ο πρύτανης Κ. Φρεαρίτης θα ζητήσει από το υπουργείο Εσωτερικών να επαναπροσδιορίσει τις αρμοδιότητες του διοικητή της φάλαγγας με τρόπο που να μη θίγονται τα δικαιώματα του Πανεπιστημίου: η φάλαγγα πρέπει να βρίσκεται «υπό την άμεσον πολιτικήν διεύθυνσιν του φυσικού αυτής αρχηγού του εκάστοτε Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου, και της Συγκλήτου- του δε στρατιωτικού διοικητού έργον είναι απλώς η στρατιωτική των νέων εκπαίδευσις και η γύμνασις, κατά τας ημέρας και ώρας τας υπό της Πρυτανείας όριζομένας»250.

Ένα άλλο συναφές πρόβλημα αφορούσε το μέλλον της φάλαγγας : το αν, δηλαδή, θα συνέχιζε να λειτουργεί με κάποιο τρόπο και μετά την αποκατάσταση της έννομης τάξης. Αναφερόμενος στο ζήτημα αυτό, τον Οκτώβριο του 1863, ο

απερχόμενος πρύτανης Π. Παπαρρηγόπουλος τάσσεται υπέρ της κατάργησης της φάλαγγας, επισημαίνοντας τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε για τους καθηγητές και φοιτητές η παράταση της λειτουργίας της. Από την άλλη μεριά όμως κρίνει απαραίτητο να συνεχιστεί η στρατιωτική άσκηση των φοιτητών, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα γίνεται σε μέρες αργίας και ότι θα καθοριστούν με ακρίβεια τόσο τα καθήκοντα των φοιτητών και των καθηγητών που συμμετέχουν στη φάλαγγα όσο και οι σχέσεις του στρατιωτικού αρχηγού της με τις ακαδημαϊκές αρχές. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, ο θεσμός της φάλαγγας «θέλει αποβή ωφελιμώτατος ου μόνον εις την υγείαν και την ηθικήν μόρφωσιν των νέων εισάγων παρ' αυτοίς την σωτηριώδη έξιν του πειθαρχείν και μη πολυπραγμονείν περί αντικείμενα αλλότρια της ηλικίας αυτών, αλλά και εις την πληρεστέραν κατάρτισιν της κοινής ή μάλλον της κυρίας Εθνοφυλακής θέλει επενεργήσει, διαμορφών τους φοιτητάς εις τοσούτους εμπείρους προγυμναστάς και ηγήτορας των συμπολιτών αυτών, όταν αποφοιτήσαντες εισέλθωσιν εις τον πρακτικόν βίον και της κοινής Εθνοφυλακής τας τάξεις»251.

Η πρόταση αυτή του Παπαρρηγόπουλου όμως είναι αμφίβολο αν εξέφραζε την πλειονότητα των καθηγητών. Μολονότι θα συμφωνούσαν όλοι ότι οι φοιτητές έπρεπε να εθιστούν στην πειθαρχία και να μην πολυπραγμονούν, θα ήταν όμως μάλλον αντίθετοι με τη συνέχιση των στρατιωτικών ασκήσεων. Και γιατί

αποσπούσαν τους φοιτητές από τα μαθήματά τους, αλλά και γιατί μπορούσαν να έχουν και άλλα «αρνητικά» για την πανεπιστημιακή τάξη παρεπόμενα.

Στο μεταξύ όμως η ζωή της φάλαγγας πλησίαζε στο τέλος της. Μια κρίση

249. Π.Σ., 16 Μαΐου 1863.

250. Κ. Φρεαρίτης, ό.π., σ. 43.

251. Π. Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 9.

Σελ. 538
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/539.gif&w=600&h=915

που ξέσπασε στις τάξεις της τον Φεβρουάριο του 1864, στις εκλογές για την ανάδειξη νέου διοικητή, οδήγησε στη διάλυσή της. Στις εκλογές αυτές οι φοιτητές κατέβηκαν υποστηρίζοντας δύο υποψήφιους. Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας δημιουργήθηκαν σε ένα λόχο επεισόδια, τα οποία επεκτάθηκαν, με αποτέλεσμα τη ματαίωση των εκλογών. Τα επεισόδια μεταφέρθηκαν την επόμενη μέρα και στις αίθουσες του Πανεπιστημίου, όπου μια ομάδα φοιτητών αποδοκίμασε τον πρύτανη Κ. Φρεαρίτη, κατηγορώντας τον για επέμβαση στις διαδικασίες εκλογής του διοικητή της φάλαγγας. Ανάλογες κατηγορίες εκτοξεύθηκαν και εναντίον άλλων καθηγητών. Οι ταραχές επεκτάθηκαν και το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε τη διακοπή των μαθημάτων252. Συγχρόνως αποφασίστηκε να αναβληθεί επ' αόριστον η εκλογή νέου διοικητή της φάλαγγας. Η αναβολή αυτή σήμανε ουσιαστικά και το τέλος της. Στο

εξής οι φοιτητές έπαψαν να συμμετέχουν στη φάλαγγα και να ασκούνται στα όπλα, πράγμα που οδήγησε στην αυτοδιάλυσή της.

Αναφερόμενος στα παραπάνω γεγονότα ο πρύτανης Κ. Φρεαρίτης θα γράψει ότι η διάλυσή της ήταν αναπόφευκτη : από τη στιγμή που στο εσωτερικό της φάλαγγας άναψε «η ολεθρία δας των αγενών παθών της ημέρας» και δεν τη διοικούσε πλέον «το αιώνιον πνεύμα του Πανεπιστημίου, αλλά τα εφήμερα πάθη των φατριών, διά της επ' αυτής αμέσου επενεργείας αλλοτρίων στοιχείων»253, ήταν δύσκολο να επιβιώσει. Κατά βάθος όμως δεν ήταν ούτε τα πολιτικά πάθη ούτε οι παρεμβάσεις «αλλότριων» στοιχείων που οδήγησαν στη διάλυση της φάλαγγας. Ουσιαστικά η φάλαγγα διαλύθηκε διότι είχαν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους είχε συσταθεί. Ενάμιση χρόνο σχεδόν μετά το κίνημα του Οκτωβρίου το νέο καθεστώς είχε παγιωθεί, τα έκτακτα μέτρα είχαν χαλαρώσει και η εθνοφυλακή δεν χρειαζόταν πλέον την επικουρία των φοιτητών. Παράλληλα είχε μειωθεί και η προθυμία συμμετοχής των φοιτητών στη φάλαγγα.

Εκτός αυτού, είχε καταστεί πλέον κοινή πεποίθηση ότι οι φοιτητές έπρεπε να αφήσουν τα όπλα και τις στρατιωτικές ασκήσεις και να επιστρέψουν

252. Για τα σχετικά γεγονότα βλ. Π.Σ., 10,16, 22, 24 και 29 Φεβρ. 1864. Βλ. επίσης εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 330, 10 Φεβρ. 1864, αρ. 331, 11 Φεβρ. 1864, αρ. 337, 18 Φεβρ. 1864,αρ. 338,20 Φεβρ. 1864,αρ. 340,22 Φεβρ. 1864,αρ. 342,25 Φεβρ. 1864 και

αρ. 346, 3 Μαρτ. 1864· εφ. Ο Αστήρ της Ανατολής, αρ. 315, 14 Φεβρ. 1864 και αρ. 316, 21 Φεβρ. 1864· εφ. Αυγή, αρ. 1135/1136,6 Μαρτ. 1864 και αρ. 1139,11 Μαρτ. 1864. Πβ. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, τ. Δ', αρ. 83, 7 Μαρτ. 1864, σ. 660 (συνεδρία 17 Φεβρ.) και αρ. 85,10 Μαρτ. 1864, σ. 678 (συνεδρία 21 Φεβρ.).

253. Κ. Φρεαρίτης, ό.π., σ. 45.

Σελ. 539
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/540.gif&w=600&h=915

στα μαθήματά τους. Την επιστροφή των φοιτητών δεν την ήθελε τώρα μόνο το Πανεπιστήμιο, αλλά και η ίδια η κυβέρνηση που το 1862 είχε επιστρατεύσει τους φοιτητές, φοβούμενη ότι η φάλαγγα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη με τις αντιπαραθέσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στο εσωτερικό της. Ανάλογες απόψεις φαίνεται ότι επικρατούσαν και στην Εθνική Συνέλευση. Με αφορμή τα επεισόδια που δημιουργήθηκαν στις αρχαιρεσίες του Φεβρουαρίου 1864, ένας πληρεξούσιος θα ζητήσει να καταργηθεί το ψήφισμα του 1862 για τον σχηματισμό της φάλαγγας254. Πολύ περισσότερο βέβαια επιθυμούσαν τη διάλυση της φάλαγγας οι πανεπιστημιακές αρχές. Όπως θα υποστηριχθεί στη Σύγκλητο, οι γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσουν και όχι για να εθίζονται στη διαφθορά και την «καλπονοθεία»255. Κρίνεται απαραίτητο, λοιπόν, από όλους να λήξει το γρηγορότερο η υπόθεση της φάλαγγας : «Η κοινωνία οφείλει πολλά εις την φάλαγγα δι' όσα προσήνεγκεν επί επαναστάσεως· αλλ' ήδη, παρελθούσης της ανάγκης, πρέπει έκαστος να τραπή εις το έργον»256.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές η φάλαγγα δεν μπορούσε να παρατείνει περισσότερο τη ζωή της. Αυτό φάνηκε, εξάλλου, και από μια αποτυχημένη προσπάθεια για την αναβίωσή της που έγινε μερικούς μήνες αργότερα. Στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους 1864-1865 μια ομάδα φοιτητών ζήτησε από τη Σύγκλητο να γίνουν αρχαιρεσίες για την εκλογή των νέων βαθμοφόρων της φάλαγγας. Η αίτησή τους αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό. Τα μέλη της Συγκλήτου δεν μπορούσαν να την απορρίψουν, αφού δεν είχε καταργηθεί το ψήφισμα του 1862 με το οποίο είχε συσταθεί η φάλαγγα και ήταν ενδεχόμενο η απόρριψή της να ξεσήκωνε τους φοιτητές· από την άλλη μεριά όμως φοβούνταν ότι η αποδοχή της θα δημιουργούσε νέα προβλήματα. Στη συζήτηση στη Σύγκλητο εκφράζονται και πάλι ανησυχίες για «περισπασμούς και διαιρέσεις» που θα μπορούσε να προκαλέσει η επαναλειτουργία της φάλαγγας και ξαναμπαίνει το θέμα των σχέσεων του στρατιωτικού διοικητή της με τις πανεπιστημιακές αρχές257. Τελικά, η Σύγκλητος αποφάσισε να ικανοποιήσει το αίτημα των φοιτητών. Τον Δεκέμβριο του 1864 συγκροτήθηκε ένας λόχος από 121 ανδρες και ακολούθησαν εκλογές. Η σχετική προσπάθεια όμως δεν

254. Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως, ό.π., σ. 659 και 678.

255. Π.Σ., 10 Φεβρ. 1864.

256. εφ. Παλιγγενεσία, αρ. 337,18 Φεβρ. 1864. Πβ. αρ. 338, 20 Φεβρ. 1864 και αρ. 342,25 Φεβρ. 1864.

257. Π.Σ., 28 Οκτ. και 25 Νοεμ. 1864 και 5 Δεκ. 1864.

Σελ. 540
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/541.gif&w=600&h=915

ευοδώθηκε, αφού λίγοι καθηγητές δέχθηκαν να θέσουν υποψηφιότητα για αξιωματικοί258. Αλλά και οι φοιτητές φάνηκαν απρόθυμοι να εγγραφούν στους καταλόγους της φάλαγγας, με αποτέλεσμα να μη γίνει δυνατή η συγκρότηση δεύτερου λόχου259. Η σχετική απροθυμία δείχνει ότι η προσπάθεια για την ανασύσταση της φάλαγγας ήταν περιορισμένης σημασίας και δεν είχε την υποστήριξη παρά ενός μικρού τμήματος φοιτητών. Ένα χρόνο αργότερα το υπουργείο Στρατιωτικών θα ζητήσει από τη Σύγκλητο την επιστροφή των όπλων της φάλαγγας, «μη ασκουμένης πλέον»260.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η πανεπιστημιακή φάλαγγα, δημιούργημα έκτακτων περιστάσεων, αποτέλεσε την πρώτη μαζική οργάνωση της φοιτητικής νεολαίας. Ήταν η πρώτη φορά που οι φοιτητές, στο σύνολο τους σχεδόν, απομακρύνθηκαν λίγο η πολύ από τα καθαυτό πανεπιστημιακά τους καθήκοντα για να ενταχθούν μαζί με τους καθηγητές τους σε ένα πρωτόγνωρο στρατιωτικού τύπου σώμα. Από σύγχρονες και μεταγενέστερες πηγές φαίνεται ότι οι φοιτητές θεώρησαν τη δημιουργία της φάλαγγας σάν μια τιμητική χειρονομία της πολιτείας απέναντί τους σε αναγνώριση της πανθομολογούμενης συμβολής τους στην αλλαγή του 1862. Από την άλλη μεριά, η άσκηση στα όπλα και οι καθημερινές περιπολίες τους έδιναν την αίσθηση, τουλάχιστο στην αρχή της λειτουργίας της φάλαγγας, ότι υπηρετούσαν την επανάσταση, αλλά συγχρόνως και την πατρίδα, στη δύσκολη μεταβατική περίοδο που περνούσε. Η ιδιότητα του φοιτητή και του στρατιώτη αποτελού

σαν στη συνείδησή τους μια ενότητα, την οποία τόνιζε και ο ρομαντικός ποιητικός λόγος της εποχής : «Φοιτητής και στρατιώτης / Σαν το σύννεφο περνώ / Κ' είμαι δίκοπη νεότης,/ Αστραπή με κεραυνό...», έγραφε ο Γεώργιος Παράσχος σ ένα ποίημά του αφιερωμένο στον εθνοφύλακα261. Οι ίδιοι οι φοιτητές, εξάλλου, θα ένιωθαν ιδιαίτερα κολακευμένοι από τα εγκώμια που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες της εποχής για τις παρελάσεις τους στους δρόμους της πρωτεύουσας: «Όστις δεν κατώρθωσε να συγκινηθή από εξωτερικού

τινός θεάματος καθ' όλον αυτού τον βίον, όστις μέχρι της χθες έβλεπε με όμμα ψυχράς αδιαφορίας τον κόσμον τούτον και τα εν αυτώ, ας εξήρχετο χθες, ίνα ίδη τους ακαδημαϊκούς πολίτας κατ' ουλαμούς διηρημένους και μεθ' αγίου

ενθουσιασμού στρατιωτικώς πορευομένους, και ήθελεν αναντιρρήτως ανοίξει

258. Ό.π., 23 Δεκ. 1864.

259. Ό.π., 16 Ιαν. 1865.

260. Ό.π., 26 Φεβρ. 1866.

261. Χρυσαλλίς 2,1864, σ. 184.

Σελ. 541
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/542.gif&w=600&h=915

τας πηγάς των δακρύων του. Τετρακόσιοι περίπου φοιτηταί και διδάκτορες οπλοφόροι εξελθόντες του πανεπιστημείου εις στρατιωτικόν περίπατον προπορευομένων καθηγητών εκάστου ουλαμού παρίστων γοητευτικώτατον θέαμα. Οι θεώμενοι την λεγεώνα ταύτην ανεμιμνήσκοντο τον ιερόν λόχον του Σπαρτιάτου Λεωνίδα και τους ιερολοχίτας του 1821...»262.

Αν η παρέλαση των φαλαγγιτών προκαλούσε τη συγκίνηση του φιλοθεάμονος κοινού της πρωτεύουσας, στους ίδιους τους φοιτητές η συμμετοχή στη φάλαγγα πρόσφερε και κάτι ουσιαστικότερο: πολιτική διαπαιδαγώγηση και μια αίσθηση αυτοδυναμίας. Μέσα από τη φάλαγγα οι φοιτητές ήρθαν σε στενότερη επαφή με τα πολιτικά πράγματα, εξοικειώθηκαν με τις εκλογικές διαδικασίες και απέκτησαν, με την ισότιμη συμμετοχή τους στην εκλογή του διοικητή της φάλαγγας που τους παραχώρησε η Εθνική Συνέλευση, συνείδηση του πολιτικού βάρους και των δικαιωμάτων τους. Όλα αυτά θα επηρεάσουν τη συμπεριφορά τους και τις σχέσεις τους με το Πανεπιστήμιο. Στο εξής οι φοιτητές γίνονται πιο ανήσυχοι, ευέξαπτοι και απαιτητικοί, ενώ παράλληλα διεκδικούν ενεργότερο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και ιδιαίτερα σε ο , τι έχει σχέση με τα εθνικά ζητήματα.

262. εφ. Εθνοφύλαξ, αρ. 122,15 Οκτ. 1862. Πβ. εφ. Αιών, αρ. 2076,17 Οκτ. 1862.

Σελ. 542
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/543.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΕΞΑΡΣΗ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Συγκρίνοντας τη συμπεριφορά των φοιτητών πριν και μετά τις πολιτικές αλλαγές που σηματοδότησε η έξωση του Όθωνα, παρατηρούμε ορισμένες ενδιαφέρουσες μεταβολές. Οι φοιτητές, ακολουθώντας την καμπύλη των μετακινήσεων στο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο που συντελούνται μετά το 1864,

απομακρύνονται βαθμιαία από τον φιλελευθερισμό της προεπαναστατικής περιόδου- επηρεάζονται άμεσα από το στρατιωτικό πνεύμα της εποχής και στρέφονται προς τον εθνικισμό. Από την άλλη μεριά δεν λείπουν και την εποχή αυτή οι ταραχές στο Πανεπιστήμιο. Ομάδες φοιτητών στρέφονται εναντίον ορισμένων καθηγητών για ζητήματα που σχετίζονται με τη διδασκαλία τους στο Πανεπιστήμιο η με τις πολιτικές θέσεις και την ιδεολογία τους. Στη δεύτερη περίπτωση υποθάλπονται και πάλι από αντίπαλες μερίδες πανεπιστημιακών η επηρεάζονται από το τρέχον πολιτικό κλίμα. Σε κάθε περίπτωση οι κινητοποιήσεις είναι τώρα συχνότερες, έχουν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια και μεγαλύτερο πάθος.

Οι σημαντικότερες κινητοποιήσεις που σημειώνονται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στρέφονται εναντίον των καθηγητών Δημητρίου Βερναρδάκη και Ν. Σαρίπολου. Μαθητής και προστατευόμενος του Μανούση, ο Βερναρδάκης είχε διοριστεί το 1861 εκτακτος καθηγητής στην έδρα της γενικής ιστορίας, που κατείχε ως τον θάνατό του ο Μανούσης, και τον Σεπτέμβριο του 1865 είχε γίνει τακτικός. Με την έναρξη των παραδόσεών του, τον Οκτώβριο του 1865, φοιτητές προκαλούν ταραχές στα μαθήματά του. Αφορμή ήταν οι

επικρίσεις που είχε διατυπώσει ο Βερναρδάκης στην Ελληνική Γραμματική του (1865) κατά των προγενέστερων ελληνικών Γραμματικών και μάλιστα κατα της Γραμματικής του Γεωργίου Γενναδίου. Πρωταίτιοι των επεισοδίων θεωρήθηκαν από τη Σύγκλητο πέντε φοιτητές, όλοι της Νομικής. Απολογούμενοι τρεις απ' αυτούς είπαν πως αιτία των ταραχών ήταν το ότι ο Βερναρδάκης «δεν εσεβάσθη την μνήμην του Πανελληνίου διδασκάλου», του Γ. Γενναδίου,

Σελ. 543
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/544.gif&w=600&h=915

και έγραφε «κατά της Ελλάδος» στην εφημερίδα της Τεργέστης Κλειώ1. Η Σύγκλητος περιορίστηκε να επιτιμήσει τους ταραξίες. Οι ταραχές των φοιτητών θα συνεχιστούν και ο Βερναρδάκης, χολωμένος επειδή η Σύγκλητος δεν τιμώρησε τους υπεύθυνους, θα διακόψει τις παραδόσεις του τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 18652.

Οι ταραχές κατά του Βερναρδάκη θα επαναληφθούν δύο χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1867 και τον Φεβρουάριο του 1868, με αφορμή αυτή τη φορά την έκδοση του έργου του Εγχειρίδιον Γενικής Ιστορίας (1867). Ροπαλοφόροι, «διεσπαρμένοι εις την αίθουσαν της παραδόσεως», δημιουργούν και πάλι επεισόδια εναντίον του, αναγκάζοντάς τον να διακόψει τις παραδόσεις του. Ο Βερναρδάκης αντιδρά αυτή τη φορά εντονότερα, καταγγέλλοντας ότι οι ταραχές υποκινούνται «και ένδοθεν του Πανεπιστημίου», γεγονός που προκαλεί τη δυσαρέσκεια της Συγκλήτου. Στις ανακρίσεις που ακολουθούν οι φοιτητές υποστηρίζουν ότι κινήθηκαν κατά του Βερναρδάκη από αγανάκτηση,

επειδή τους βρίζει με βαριές εκφράσεις («κτήνη και τα παρόμοια») και καταφέρεται εναντίον τους σε άρθρα του στον τύπο. Τον Μάιο του 1868 το υπουργείο Παιδείας τιμωρεί τον Βερναρδάκη με στέρηση μέρους του μισθού του «ως αυτογνωμόνως καταλιπόντος την θέσιν του»3. Οι περιπέτειες αυτές θα τον

αναγκάσουν να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο τον Αύγουστο του 18694.

Η αποδοκιμασία του Βερναρδάκη από τους φοιτητές, και στην πρώτη και στη δεύτερη φάση των ταραχών, δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός. Αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης επίθεσης εναντίον του, που είχε ξεκινήσει το φθινόπωρο του 1865, την εποχή ακριβώς που εκδηλώνονται οι πρώτες φοιτητικές ταραχές εναντίον του. Η έκδοση της Γραμματικής του, ενός βιβλίου στο οποίο ο Βερναρδάκης αντιμετώπιζε με νεωτερικό πνεύμα τα γραμματικά φαινόμενα

1. Π.Σ.,22 Οκτ. 1865.

2. Π.Σ., 6 Νοεμ., 4 και 18 Δεκ. 1865. Αντιπαραθέσεις όπως η παραπάνω φαίνεται ότι δεν ήταν σπάνιες στο Πανεπιστήμιο. Καθηγητές καταφέρονται κατά της Συγκλήτου, επειδή δεν τιμωρεί όπως πρέπει φοιτητές που προκαλούν ταραχές στα μαθήματά τους, και οι καταγγελίες φτάνουν κάποτε στη δημοσιότητα, προκαλώντας την αντίδραση της Συγκλήτου. Έτσι, το 1872 ο Δ. Στρούμπος, στο ακροατήριο του οποίου είχαν γίνει ταραχές, θα κατηγορηθεί από τη Σύγκλητο ότι έβλαψε την υπόληψη του Πανεπιστημίου, επειδή δημοσίευσε στον τύπο αναφορά του προς την πρυτανεία όπου κατηγορεί τις πανεπιστημιακές αρχές για ολιγωρία. Βλ. Π.Σ., 25 Νοεμ. και 1 Δεκ. 1872.

3. Π.Σ., 21 Δεκ. 1867, 23 και 27 Φεβρ., 20 Μαρτ., 27 Μαΐου, 7 Ιουν. και 2 Ιουλ. 1868. Πβ. Γεώργιος Χριστοδούλου, Κωνσταντίνος Στ. Κόντος, 1834-1909, Α', Αθήνα 1979, σ. 75,78.

4. Επανήλθε το 1882 αλλά παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο.

Σελ. 544
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/545.gif&w=600&h=915

και καταδίκαζε τον σχολαστικισμό των παλαιότερων ελληνικών Γραμματικών και μάλιστα αυτής του Γενναδίου, την οποία θεωρούσε «ύλιστική»5, προκάλεσε τη δημοσίευση στην Κλειώ της Τεργέστης ενός επικριτικού άρθρου του Θεαγένη Λιβαδά6, στο οποίο ο Βερναρδάκης απάντησε από τις στήλες της τεργεστίνικης επίσης εφημερίδας Ημέρα1. Εντονότερες ήταν οι αντιδράσεις που προκάλεσε η έκδοση το 1867 της Γενικής Ιστορίας του8. Με σειρά άρθρων στον τύπο επώνυμοι και ανώνυμοι λόγιοι, με επικεφαλής τον γνωστό φιλόλογο Κωνσταντίνο Κόντο, έκτακτο καθηγητή της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο από τον Μάρτιο του 1868, εξαπολύουν μια οξύτατη επίθεση κατά της Ιστορίας του9. Ο Βερναρδάκης κατηγορείται ότι περιέπεσε σε σωρεία σφαλμάτων, ότι υποστηρίζει θρησκευτικά ανορθόδοξες και αιρετικές απόψεις, ότι χρησιμοποιεί εκφράσεις που σκανδαλίζουν το χριστιανικό πλήρωμα και ότι ορισμένες θέσεις του έχουν δεχθεί την επίδραση της υλιστικής φιλοσοφίας. Το βιβλίο «κατά μεν ορθότητα και επιστημονικήν αξίαν είναι πλήρες τερατωδών σφαλμάτων και παντοίων πλημμελειών της παχυτέρας αμαθείας και χυδαιοτέρας ψευδοπαιδείας, κατά δε ηθικήν ποιότητα ακένωτος πηγή παντός είδους δηλητηρίου διά τας απαλάς των νέων ψυχάς και διά πάντα απλούστερον πολίτην και ομογενή»: έτσι κλείνει την επίκριση του βιβλίου ο ανώνυμος συγγραφέας του φυλλαδίου Ο Λύχνος επί την Λυχνίαν, καλώντας τους ανα-

5. Δ. Ν. Βερναρδάκης, Ελληνική Γραμματική eis χρήσιν των Ελληνικών Σχολείων, Αθήνα 1865, σ. γ'-δ'.

6. εφ. Κλειώ, αρ. 226, 228, 233, 240, 241 και 242, Οκτ. 1865-Φεβρ. 1866.

7. «Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της επικρίσεως...», εφ. Ημέρα, αρ. 541-550,15/27 Ιαν. 1866-19/31 Μαρτ. 1866 (και αυτοτελώς, Τεργέστη 1866). Σχετικά με την έριδα αυτή βλ. Παν. Σ. Παρασκευαΐδης, «Η Γραμματική του Δ. Βερναρδάκη και ο θόρυβος γύρω απ αυτή», Λεσβιακά 11,1987, σ. 29-38 και Παντελής Αργύρης, «Πανεπιστημιακές

έριδες: η περίπτωση του Δ. Βερναρδάκη και του Κ. Κόντου», Πανεπιστήμια: ιδεολογία και παιδεία, τ. Β', Αθήνα 1989, σ. 545-547.

8. Εγχειρίδιον Γενικής Ιστορίας εις τόμους τρεις προς χρήσιν των Γυμνασίων και προς ιδιαιτέραν μελέτην, τ. Α', Αθήνα 1867.

9. Βλ. «Σύντομος επίκρισις της του Δ. Ν. Βερναρδάκη Γενικής Ιστορίας», εφ. Μέριμνα, αρ. 658-660, 666, 668, 672, 680 και 683, Δεκ. 1867-Μάρτ. 1868. Το άρθρο είναι

ανώνυμο, αλλά αποδίδεται στον Κόντο (Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 25). Βλ. επίσης το

ανώνυμο φυλλάδιο Ο Λύχνος επί την Λυχνίαν, [1868], όπου επικρίνεται η Γενική Ιστορία του Βερναρδάκη· το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφ. Κλειώ της Τεργέστης, αρ. 344-346, 19/31 Ιαν. 1868-2/14 Φεβρ. 1868, και αποδίδεται στον Γ. Βακαλόπουλο (Π. Αργύρης, ό.π., σ. 549). Στις εναντίον του επιθέσεις ο Βερναρδάκης απαντά με σειρά

άρθρων στην εφημερίδα Μέλλον (Δεκ. 1867-Μάρτ. 1868), που αναδημοσιεύονται στο βιβλίο του : Σύντομος απάντησις εις τας μωροσόφους επικρίσεις της Μερίμνης και του Λογίου Ερμού και εις τον λίβελλον ο Λύχνος επί την Λυχνίαν, Αθήνα 1868.

Σελ. 545
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/546.gif&w=600&h=915

αναγνώστες να το καταγγείλουν στην Ιερά Σύνοδο10. Οι κατήγοροι του Βερναρδάκη όμως, όπως συνηθίζεται σε αντιδικίες αυτού του τύπου, δεν περιορίζονται στην επίκριση του βιβλίου του. Εξαπολύουν συγχρόνως μια βίαιη προσωπική επίθεση εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον «τυχοδιώκτη», «ψεύτη», «αμαθή», υβριστή των «λογίων του έθνους», ανθρωπο «αισχράς διαγωγής» και

άλλα παρόμοια11. Με ανάλογο τρόπο απαντά βέβαια και ο Βερναρδάκης.

Αν και στην επίθεση αυτή εμπλέκονται διάφορα πρόσωπα, ο βασικός κατήγορος του Βερναρδάκη είναι ο Κόντος. Ουσιαστικά, δηλαδή, έχουμε να κάνουμε με μια αντιπαράθεση μεταξύ των δύο αυτών λογίων, γύρω από τους οποίους συσπειρώνονται διάφορα πρόσωπα. Η αντιπαράθεση εντοπίζεται κυρίως στο γλωσσικό ζήτημα. Κλασικός φιλόλογος, σπουδασμένος στην Ολλανδία, ο Κόντος είναι οπαδός και κήρυκας του αττικισμού και εκείνο που τον χαρακτηρίζει είναι η σχολαστικότητα με την οποία προσεγγίζει την ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Στο αντίθετο στρατόπεδο βρίσκεται ο Βερναρδάκης. Αν και οι επιλογές του χαρακτηρίζονται γενικά από αντιφάσεις και αμφιταλαντεύσεις, στα φιλολογικά και γλωσσικά ζητήματα οι απόψεις του μπορούν να χαρακτηριστούν προοδευτικές : ακολουθώντας τα διδάγματα των εκπροσώπων του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Βερναρδάκης πιστεύει στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας και αντιμάχεται τον αρχαϊσμό και τον φορμαλισμό12. Σε κάθε περίπτωση, ο Βερναρδάκης θεωρείται από τους συντηρητικούς αντιπάλους του συνεχιστής της παράδοσης του Θ. Μανούση και του Κ. Ασώπιου, μιας παράδοσης που τείνει να εκλείψει από το Πανεπιστήμιο13. Στην αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανδρών ενοφθαλμίζονται όμως και άλλα στοιχεία που οξύνουν τις μεταξύ τους σχέσεις : διαφορετικές πολιτικές και ι

δεολογικές επιλογές, προσωπικές αντιδικίες και συμφέροντα.

10. Ο Λύχνος επί την Λυχνίαν, ό.π., σ. 39.

11. Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 77 κ.ά.

12. Για τις θέσεις του Βερναρδάκη γενικά βλ. Δημήτρης Σπάθης, «Ο θεατρικός Βερναρδάκης. Κλασικός η ρομαντικός;», Λεσβιακά 11,1987, σ. 58-88" Παντελής Αργύρης, «Ο αντιδυτικός Δ. Βερναρδάκης και ο εισιτήριος πανεπιστημιακός του λόγος», στο ίδιο, σ. 130-145" του ίδιου, «Πανεπιστημιακές έριδες», ό.π.

13. Επικρίνοντας τη Γενική Ιστορία του Βερναρδάκη ο συγγραφέας του φυλλαδίου Ο Λύχνος επί την Λυχνίαν κάνει το παρακάτω σχόλιο για τον δάσκαλό του Μανούση: «Αφού τοιαύτας ωφελείας απήλαυσεν από τον μακαρίτην Μανούσην, εις ον δικαίως

αφιεροί το βιβλίον του, δεν εφιλοτιμείτο να ωφεληθή και εκ της μετριότητος αυτού ; Εκείνος, κυνηγών ένα λαγόν και όχι δύο, ως ούτος, διέταξε να καώσι μετά θάνατον τα οποία

εδίδασκεν επί τοσαύτα έτη εν τω Πανεπιστημίω μαθήματά του. Βλέπεις, Καθηγητά μου, πόσον εκείνος ήτο αληθής της επιστήμης θιασώτης και όχι ως συ κάπηλος;» (σ. 39).

Σελ. 546
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/547.gif&w=600&h=915

Ο Κόντος, επιστρέφοντας από την Ολλανδία το 1867, επιδιώκει να μπει

στο Πανεπιστήμιο. Για τον σκοπό αυτό προσεταιρίζεται μια ομάδα καθηγητών και λογίων, που με άρθρα τους στον τύπο εγκωμιάζουν την προσωπικότητά του και τον προβάλλουν ως τον λαμπρότερο έλληνα φιλόλογο, ανώτερο και από τον Κοραή14. Ο Βερναρδάκης αντιτίθεται στον διορισμό του, ασκώντας οξεία κριτική στις γλωσσικές και φιλολογικές απόψεις του. Η αντίθεση οξύνεται από το 1868 που ο Κόντος μπαίνει στο Πανεπιστήμιο. Με το κύρος του ακαδημαϊκού δασκάλου και την προσωπική γοητεία του συσπειρώνει γύρω του μια μεγάλη ομάδα φοιτητών που τον θαυμάζουν και υποστηρίζουν με πάθος τις θέσεις του15. Οι ίδιοι παρεμβαίνουν και στη διαμάχη του με τον Βερναρδάκη, δημιουργώντας επεισόδια στις παραδόσεις του, όπως αυτά που είδαμε παραπάνω.

Η εμπλοκή των φοιτητών καθοδηγείται και ενισχύεται από το περιβάλλον του Κόντου. Με άρθρα στον φιλικό τους τύπο οι περί τον Κόντο επαινούν και κολακεύουν τους φοιτητές που ξεσηκώθηκαν κατά του Βερναρδάκη: «Οι φοιτηταί ησθάνθησαν την φιλοτιμίαν αυτών προσβαλλομένην διά της παρουσίας τοιούτου καθηγητού», γράφει τον Φεβρουάριο του 1868, αμέσως μετά τις ταραχές κατά του Βερναρδάκη, η εφημερίδα Μέριμνα. «Πρώτον ένεκα της αμαθείας αυτού, διότι οι πλείστοι των φοιτητών έβλεπον τον Καθηγητήν αμαθέστερον εαυτών. Δεύτερον ένεκα των ηθικών προσόντων του Καθηγητού των», ο οποίος «εκίνησε καθ' εαυτού την αγανάκτησιν και περιφρόνησιν των καθηγητών και φοιτητών ένεκα και άλλων πολλών λόγων (...) και ένεκα των ύβρεων αυτού, των ραδιουργιών και συκοφαντιών καθ' απάντων των καθηγητών και

14. Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 24.

15. Η διδασκαλία του Κόντου «κατεκήλει και συνήρπαζε τας ψυχάς των ακροατών αυτού», γράφει πολύ αργότερα ο Γεώργιος Χατζιδάκις και θυμάται ότι τον Σεπτέμβριο του 1873, όταν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, τόσο «κατεθέλχθη» από το πρώτο μάθημα του Κόντου που παρακολούθησε, ώστε πριν βγει από την αίθουσα είχε αποφασίσει ποιά επιστήμη θα σπούδαζε (Γ. Ν. Χατζιδάκις, «Λόγος επιμνημόσυνος εις Κωσταντίνον Σ. Κόντον», Αθηνά 23, 1911, σ. 8). Διαφορετικές ήταν οι εντυπώσεις ενός

άλλου φοιτητή της Φιλοσοφικής, του Νικόλαου Γ. Πολίτη, από το εναρκτήριο μάθημα του Κόντου, τον Σεπτέμβριο του 1868. Σε γράμμα στον πατέρα του ο Πολίτης σχολιάζει με κριτική διάθεση τη στενά γραμματική θεώρηση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από τον Κόντο («Αξιους μελέτης κρίνει τους Αττικούς συγγραφείς μέχρι του Αριστοτέλους, εξαιρών και τούτων τους τραγικούς ποιητάς, ως ακυρολεξίας και καινοφανείς συνδέσεις λέξεων μεταχειριζομένους») και τον ισχυρισμό του ότι «πρέπει να καταστραφώσιν όλα τα μέχρι τούδε υπάρχοντα λεξικά και γραμματικαί και να συνταχθώσι νέαι υπό ανθρώπου δοκίμου οίος δηλ. αυτός» («Τα εικοσάχρονα του Ν. Γ. Πολίτη», Νέα Εστία 40,1946, σ. 777).

Σελ. 547
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/548.gif&w=600&h=915

λογίων του έθνους (...). Οι φοιτηταί, φύσει φιλότιμοι όντες, και ως Έλληνες και ως νέοι, προσεβλήθησαν ένεκα τούτων απάντων...»16. Από την άλλη μεριά, ο φιλικός προς τον Βερναρδάκη τύπος αποδοκιμάζει τις ταραχές και επιτίθεται με εξαιρετικά σκληρή γλώσσα κατά των φοιτητών17.

Δεν ξέρουμε πόσοι ήταν οι φοιτητές που ενεπλάκησαν στη διαμάχη μεταξύ Βερναρδάκη και Κόντου και ποιά ήταν η ταυτότητά τους. Από την έκταση των επεισοδίων και τη σχετική αρθρογραφία στον τύπο φαίνεται ότι ήταν μια

αρκετά δυναμική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν φοιτητές όχι μόνο της Φιλοσοφικής αλλά και άλλων σχολών. Εκείνο που είναι σαφές, πάντως, είναι ότι

επρόκειτο για μια ομάδα με σαφώς συντηρητικό προσανατολισμό. Βέβαια, η ομάδα αυτή δεν εκπροσωπούσε ιδεολογικά το σύνολο των φοιτητών. Το γεγονός όμως ότι δεν υπήρξε ανάλογη συσπείρωση και από την πλευρά του Βερναρδάκη, δείχνει ότι κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει στο φοιτητικό σώμα σε σύγκριση με το παρελθόν. Ο φιλελεύθερος προσανατολισμός της νεολαίας, όπως τον είδαμε να εκδηλώνεται στα Μανούσεια και στην εποχή του αντιδυναστικού αγώνα, είχε αρχίσει να υποχωρεί και ένα τμήμα των φοιτητών είχε αρχίσει να στρέφεται προς τον συντηρητισμό.

Η συντηρητικοποίηση αυτή δεν είναι άσχετη με την ύφεση του φιλελευθερισμού που παρατηρείται γενικά μετά την έξαρση του 1862. Οφείλεται όμως και στις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στο Πανεπιστήμιο σε επίπεδο διδακτικού προσωπικού. Η γενιά των διαφωτιστών έχει πλέον αποδυναμωθεί με τον θάνατο η την αποχώρηση από το Πανεπιστήμιο κορυφαίων στελεχών της : το 1858 πεθαίνει ο Θ. Μανούσης, το 1860 ο Π. Αργυρόπουλος, το 1861 ο Σπ. Πήλληκας, ενώ στη δεκαετία του 1860 αποχωρούν ο Διομήδης Κυριακού και ο Κ. Ασώπιος. Στα χρόνια που ακολουθούν μπαίνει στο Πανεπιστήμιο μια νέα γενιά συντηρητικών καθηγητών, μεταξύ των οποίων είναι και ο Κ. Κόντος. Θυμίζουμε επίσης ότι από το 1851 μία από τις έδρες της ιστορίας κατέχει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος δεσπόζει ως τα τέλη του αιώνα στο Πανεπιστήμιο με την ισχυρή προσωπικότητά του και το συγγραφικό και διδακτικό έργο του, που βρίσκεται στον αντίποδα του Διαφωτισμού. Οι αλλαγές αυτές είναι βέβαιο ότι επέδρασαν στην ιδεολογική διαμόρφωση της μετεπαναστατικής γενιάς των φοιτητών, συντελώντας στη βαθμιαία συντηρητικοποίησή τους.

Οι ταραχές κατά του Βερναρδάκη οδήγησαν, όπως είπαμε, στην παραίτησή του το 1869. Μερικά χρόνια αργότερα ο Βερναρδάκης στη γνωστή επι-

16. Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 76.

17. Στο ίδιο, σ. 78-79.

Σελ. 548
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/549.gif&w=600&h=915

επιστολιμαία βιβλιοκρισία του έργου του Νικ. Δραγούμη Ιστορικαί Αναμνήσεις (1874)18, θα βρει την ευκαιρία να εξαπολύσει μια οξύτατη επίθεση κατά του Πανεπιστημίου και των φοιτητών. Το Πανεπιστήμιο, γράφει, «από καθιδρύματος χρησίμου και εθνωφελούς κατήντησε και αυτό μία εκ των πέντε δέκα μεγάλων πληγών του πολιτικού ημών σώματος», ενώ οι φοιτητές, «μειράκια,

αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τας γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς (...) φυσιούνται και εξάπτονται και τυφούνται, και αντί να

εγκύπτωσιν εις την σπουδήν και μελέτην της επιστήμης, μεταβάλλουσι το

ανώτατον εκπαιδευτήριον εις κονίστραν άμουσον και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών»19. Αν και οι διαπιστώσεις αυτές του Βερναρδάκη γίνονται με αφορμή τις κινητοποιήσεις των φοιτητών στη δεκαετία του 1870, είναι φανερό όμως ότι πηγάζουν από τις προσωπικές του εμπειρίες στο Πανεπιστήμιο και εκφράζουν την πικρία του για τις επιθέσεις που είχε δεχθεί και που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει νωρίς από το Πανεπιστήμιο.

Σοβαρά επεισόδια σημειώνονται και εναντίον δύο άλλων καθηγητών : του Αναστασίου Χρηστομάνου και του Ν. Σαρίπολου. Τον Σεπτέμβριο του 1866, για λόγους που δεν γνωρίζουμε, η αίθουσα παραδόσεων του Χρηστομάνου, καθηγητή της χημείας, έγινε «πεδίο μάχης», με ύβρεις εναντίον του, συμπλοκές, ξυλοκοπήματα και πυροβολισμούς από έναν ένοπλο, όχι φοιτητή, ο οποίος συμμετείχε στα επεισόδια. Οι υπεύθυνοι παραπέμφθηκαν από τη Σύγκλητο στη δικαιοσύνη για να διωχθούν ποινικά, ενώ ένας αποβλήθηκε για ένα χρόνο από το Πανεπιστήμιο. Ο τελευταίος θα δηλώσει αργότερα μεταμέλεια και η Σύγκλητος θα μειώσει την ποινή του, παρά τις αντιρρήσεις του Σαρίπολου, ο οποίος θα επιμείνει στην αρχική απόφαση του σώματος: «η ποινή είναι καθαρμός της αταξίας, και πάσα παλινωδία είναι αναξία σπουδαίων ανδρών και θέλει ενθαρρύνει τους ατακτούντας»20.

Μεγαλύτερη έκταση και ένταση είχαν οι κινητοποιήσεις κατά του Σαρίπολου. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, από το 1863 ήδη ένα μέρος φοιτητών είχε

έρθει σε σύγκρουση με τον Σαρίπολο, λόγω της αρνητικής στάσης του στο θέμα της αντιπροσώπευσης των φοιτητών στην Εθνική Συνέλευση. Οι σχέσεις του Σαρίπολου με τους φοιτητές θα οξυνθούν στα αμέσως επόμενα χρόνια,

18. Δημ. Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων, Αθήνα, Γαλαξίας, 1962 (πρωτοδημοσιεύθηκε το 1875, βλ. εδώ, σ. 130, σημ. 91).

19. Στο ίδιο, σ. 120.

20. Π.Σ.,3 Οκτ.,6 Οκτ., 1 Νοεμ. 1866,5 Απρ. και 13 Μαΐου 1867.

Σελ. 549
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/550.gif&w=600&h=915

εξαιτίας της αυστηρότητας που φαίνεται ότι επιδείκνυε στην εφαρμογή των πανεπιστημιακών κανονισμών και μάλιστα στο θέμα της χορήγησης πιστοποιητικών ακροάσεως. Αυτό θα γίνει αφορμή να δημιουργηθούν τον Απρίλιο του 1866 μικροεπεισόδια στο μάθημά του, που συνεχίστηκαν στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου με διαπληκτισμούς και συγκρούσεις μεταξύ ομάδων φοιτητών. Συγχρόνως υποβλήθηκε στη Σύγκλητο και μια διαμαρτυρία κατά του Σαρίπολου, υπογεγραμμένη από 102 φοιτητές21.

Νέες ταραχές θα ξεσπάσουν εναντίον του τον Φεβρουάριο του 1867. Αφορμή ήταν μια απόφαση της Νομικής Σχολής, της οποίας ο Σαρίπολος ήταν κοσμήτορας, σχετικά με τη διαβάθμιση των διπλωμάτων. Σύμφωνα μ' αυτήν, αν ένας φοιτητής έπαιρνε στις διπλωματικές εξετάσεις βαθμό «μετρίως», στο δίπλωμά του θα αναγραφόταν αυτή η ένδειξη και όχι, όπως είχε καθιερωθεί, η ένδειξη «ευδοκίμως». Οι φοιτητές θεώρησαν «στίγμα» για τους διπλωματούχους την αναγραφή στο πτυχίο της ένδειξης «μετρίως» και αποδίδοντας την καινοτομία αυτή στον Σαρίπολο ξεσηκώθηκαν εναντίον του. Από τις ανακρίσεις όμως που

ακολούθησαν φάνηκε ότι δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος που προκάλεσε την εξέγερση των φοιτητών. Η βασική αιτία ήταν και πάλι η αυστηρότητά του. Κατά τις μαρτυρίες φοιτητών, ο Σαρίπολος απαιτούσε απ' αυτούς να παρακολουθούν τακτικά τα μαθήματά του, αλλιώς δεν τους έδινε αποδείξεις ακροάσεως, ήταν αυστηρός στις εξετάσεις, τους επέπληττε και τους προσέβαλλε συχνά.

Οι κατηγορίες αυτές, αν και διογκωμένες, δεν ήταν χωρίς περιεχόμενο· τις συμμερίζονταν μάλιστα και αρκετοί καθηγητές. Πραγματικά, ο Σαρίπολος διαπνεόταν από αυστηρές παιδαγωγικές αντιλήψεις και δεν έχανε την ευκαιρία να δηλώνει την αντίθεσή του προς το φιλελεύθερο κλίμα του Πανεπιστημίου και την ελαστική αντιμετώπιση των φοιτητών από την πλειονότητα των συναδέλφων του. Ο ίδιος επίσης δεν συμφωνούσε με το άνοιγμα του Πανεπιστημίου, μετά το 1862, σε ένα πλήθος μαθητών, οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, δεν είχαν την απαραίτητη παιδεία και το μοναδικό ενδιαφέρον τους ήταν η πρόκληση ταραχών. Όπως θα δηλώσει στη Σύγκλητο κατά τη διάρκεια των

εναντίον του επεισοδίων, οι ταραξίες «ανήκουσιν εις τους φοιτητάς του 1862, οίτινες ανίκανοι όντες Πανεπιστημιακής παιδεύσεως ενεγράφησαν μετά την οκτωβριανήν μεταπολίτευσιν βία λαβόντες το απολυτήριον»22. Οι θέσεις του αυτές ήταν επόμενο να οξύνουν περισσότερο τις σχέσεις του με τους φοιτητές23.

21. Π.Σ., 19, 20 και 27 Απρ. 1866.

22. Π.Σ.,3 Φεβρ. 1867.

23. Ακραίο δείγμα των κακών σχέσεων του Σαρίπολου με τους φοιτητές αποτελεί

Σελ. 550
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/551.gif&w=600&h=915

Οι ταραχές κατά του Σαρίπολου θα επαναληφθούν τον Μάρτιο του 1867. Θα διακοπούν και πάλι τα μαθήματα, η Σύγκλητος θα κάνει ανακρίσεις και θα ζητήσει από τους φοιτητές να κατονομάσουν τους πρωταίτιους. Εκείνοι

αρνούνται: «ουδείς των φοιτητών δύναται να γίνει προδότης». Ο Σαρίπολος

απειλεί τους φοιτητές ότι δεν θα αρχίσει τα μαθήματα και θα στερηθούν τις

αποδείξεις ακροάσεως, ενώ η Σύγκλητος τους καλεί να ζητήσουν εγγράφως από τον καθηγητή τους να σταματήσει την αποχή του και να αποδοκιμάσουν τις αταξίες. Τελικά οι φοιτητές συμμορφώνονται και ο Σαρίπολος ξαναρχίζει τα μαθήματά του24.

Παρόμοια επεισόδια, αλλά πιο βίαια, σημειώνονται και αργότερα. Τον Δεκέμβριο του 1872 φοιτητές της Νομικής αλλά και πρόσωπα εκτός του Πανεπιστημίου, φίλοι και συμπατριώτες ενός φοιτητή από τη Μεσσηνία ο οποίος είχε απορριφθεί στις διπλωματικές εξετάσεις, επιτέθηκαν την ώρα του μαθήματος κατά του Σαρίπολου, θεωρώντας τον υπεύθυνο για την αποτυχία του, παρότι τον είχαν απορρίψει όλοι οι καθηγητές της Νομικής. Ανέτρεψαν την έδρα και έβγαλαν τον Σαρίπολο έξω από την αίθουσα. Η Σύγκλητος απέβαλε τους πρωταίτιους από το Πανεπιστήμιο, προκαλώντας τη διαμαρτυρία 150 συμφοιτητών τους, οι οποίοι με αναφορά στη Σύγκλητο υποστηρίζουν ότι δεν είναι μόνο αυτοί ένοχοι και ζητούν την ακύρωση της ποινής25. Παράλληλα κι-

το παρακάτω επεισόδιο. Ένας φοιτητής, ο Π. Πατσιάδης, τελειόφοιτος της Νομικής, πήγε στο σπίτι του για να του ζητήσει απόδειξη ακροάσεως στο μάθημα του ποινικού δικαίου. Ο Σαρίπολος αρνήθηκε, επειδή ο φοιτητής δεν παρακολούθησε τις παραδόσεις του, και εκείνος του απάντησε: «θα με την δώσεις εκών άκων την απόδειξιν». Το επεισόδιο καταγγέλθηκε από τον Σαρίπολο στη Σύγκλητο, η οποία απέβαλε τον φοιτητή α

πό το Πανεπιστήμιο για ένα χρόνο (Π.Σ., 3, 7 και 20 Φεβρ. 1867). Η υπόθεση όμως δεν

έληξε εδώ. Ο φοιτητής τύπωσε αμέσως έναν οξύ λίβελλο κατά του Σαρίπολου, όπου διέψευδε τον ισχυρισμό του ότι τον έβρισε, και τελείωνε με μια «ηρωική» και δραματική συγχρόνως δήλωση : ότι θα δεχθεί «αγογγύστως» την τιμωρία που του επιβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο, ότι δεν θα καταδεχθεί ποτέ να κλίνει «γόνυ κολακευτικόν» στον Σαρίπολο και ότι ο τελευταίος θα πληρώσει ακριβά την αδικία που του έκανε. «Ελθέ λοιπόν φίλε ξιφήρης κατά τας εξετάσεις μου (εάν το επιτρέψη η συμπάθειά σας και εξετασθώ ποτέ) θα σοι προτείνω το στήθος και θα σοι δείξω ότι ουδόλως σε φοβούμαι. Θα έλθη ό

μως καιρός, κ. καθηγητά, να εκτιμήσης τους λόγους τους οποίους σοι απηύθυνα (...) θα

έλθη ημέρα και θα χύσης δάκρυ μαύρον, δάκρυ πικρόν βλέπων μακρόθεν το Πανεπιστήμιον...». Ο λίβελλος, χρονολογημένος στις 26 Φεβρουαρίου 1867, αναδημοσιεύεται από τον Μ. Δ. Στασινόπουλο, Προσωπικόν Αρχείον Νικολάου I. Σαριπόλου, ό.π., σ. 75-81.

24. Π.Σ.,4 Μαρτ. και 5 Απρ. 1867.

25. Π.Σ., 3,10 και 16 Δεκ. 1872, 12 Ιαν. 1873. Πρωταίτιοι θεωρήθηκαν έξι φοιτητές: τρεις Μεσσήνιοι, ένας από το Γύθειο και δύο από την επαρχία Ερμιονίδος. Στα

επεισόδια συμμετείχε και ένας υπάλληλος του Πρωτοδικείου.

Σελ. 551
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/552.gif&w=600&h=915

κινείται εναντίον των «ταραξιών» και η τακτική δικαιοσύνη, καταδικάζοντας τους ερήμην σε φυλάκιση26. Στο μεταξύ τα μαθήματα του Σαρίπολου είχαν διακοπεί. Στις αρχές Ιανουαρίου 1873 ο τελευταίος ζητάει να ξαναρχίσει τις παραδόσεις του, άλλα η Σύγκλητος αρνείται, επειδή τα πνεύματα ήταν ακόμη εξημμένα και υπήρχαν πληροφορίες ότι ο Σαρίπολος «εκέλευε τους εκ των φοιτητών φίλα αυτώ φρονούντας ν' αντιτάξωσι βίαν κατά της βίας»27. Τελικά τα μαθήματα θα ξαναρχίσουν περί τα τέλη Φεβρουαρίου28. Οι ταραχές όμως κατά του Σαρίπολου δεν θα σταματήσουν. Θα συνεχιστούν, όπως θα δούμε, με άλλες αίτιες και στα επόμενα χρόνια και θα οδηγήσουν στην απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο το 1875.

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΦΟΙΤΗΤΗΣ

Τα παραπάνω επεισόδια δείχνουν ότι από τη μεταπολίτευση και ύστερα οι φοιτητικές ταραχές προσλαμβάνουν ενδημικό χαρακτήρα και είναι πιο βίαιες

απ' ό,τι στο παρελθόν. Οι ταραχές όμως δεν είναι το μόνο πεδίο όπου δραστηριοποιούνται οι φοιτητές. Υπάρχουν και άλλα θέματα που τους απασχολούν, και ασφαλώς η πολιτική, που ελκύει πάντα το ενδιαφέρον μιας μεγάλης μερίδας φοιτητών. Δείγμα του ενδιαφέροντος αυτού αποτελεί η έκδοση το 1869 από ομάδα φοιτητών μιας πολιτικής εφημερίδας με τον τίτλο Φοιτητής.

Ο Φοιτητής κυκλοφόρησε στα τέλη Ιουνίου του 1869 και συνέχισε την έκδοσή του, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα φύλλα, ως τις αρχές Οκτωβρίου του ίδιου ετους29. Ήταν μια τετρασέλιδη εφημερίδα, που έβγαινε μια φορά την

εβδομάδα και κυκλοφορούσε με το σύστημα των συνδρομών. Διευθυντής της ήταν ο Ευάγγελος Β. Παναγιωτόπουλος, φοιτητής της Νομικής από τη Σπάρτη

26. Π.Σ., 9 Φεβρ. 1873. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τη δυσφορία του πρύτανη Κ. Παπαρρηγόπουλου. Ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε στην Εισαγγελία επειδή διώχθηκαν όχι μόνο οι εκτός Πανεπιστημίου «ταραξίες» αλλά και οι φοιτητές που είχαν ήδη τιμωρηθεί από τη Σύγκλητο. Με τη θέση αυτή διαφώνησε ο κοσμήτορας της Νομικής Π. Καλλιγάς, ο οποίος υποστήριξε ότι κατά τον Ποινικό Νόμο «αι πειθαρχικαί ποιναι δεν

απαλλάττουσι της ποινικής καταδιώξεως», παραπέμποντας σε ένα προηγούμενο παράδειγμα, όπου ένας φοιτητής είχε καταδικαστεί σε τριών μηνών φυλάκιση, παρότι είχε τιμωρηθεί από το Πανεπιστήμιο.

27. Π.Σ., 12 Ιαν. 1873.

28. Π.Σ.,23 Φεβρ. 1873.

29. Κυκλοφόρησαν 15 φύλλα. Το πρώτο βγήκε στις 28 Ιουνίου και το 15ο στις 4 Οκτωβρίου 1869. Στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη σώζονται και τα 15 φύλλα, ενώ στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος μόνο 6 (φ. 9,10,11,12,14,15). Πβ. Μάρθα Καρπόζηλου,

Σελ. 552
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 533
    

    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

    Ένα από τα βασικά αιτήματα της αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια του

    αντιοθωνικού κινήματος ήταν η σύσταση εθνοφυλακής. Θεσμός «με επαναστατική προέλευση και λαϊκή συγκρότηση»230, η εθνοφυλακή συνδέθηκε με συγκεκριμένα πολιτικά και εθνικά αιτήματα. Με τον θεσμό αυτόν θα κατοχυρώνονταν οι συνταγματικοί θεσμοί και θα προστατεύονταν τα δικαιώματα του πολίτη από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, ενώ συγχρόνως θα έμπαιναν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αξιόμαχου στρατού που θα υπηρετούσε τα ελληνικά αλυτρωτικά σχέδια. Το αίτημα της εθνοφυλακής είχε μεγάλη απήχηση στη νεολαία, όπως δείχνουν η πυκνή αρθρογραφία του Μέλλοντος της Πατρίδος γύρω από το ζήτημα αυτό και τα διαβήματα προς την πολιτεία να θεσμοθετήσει την εκπαίδευση των φοιτητών στα όπλα231. Η στάση του Όθωνα στο θέμα της εθνοφυλακής ήταν από επιφυλακτική έως αρνητική. Κάτω από τις πιέσεις όμως της αντιπολίτευσης θα αναγκαστεί να υποχωρήσει. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1862 θα δημοσιευθεί ένας νόμος «Περί Εθνοφυλακής»232 , ο οποίος δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί.

    Αμέσως μετά το κίνημα της 10ης Οκτωβρίου 1862 ένα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν η σύσταση εθνοφυλακής στην Αθήνα και τον Πειραιά, με σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και την υποστήριξη της επανάστασης233. Στην επιτροπή που επεξεργάστηκε τον κανονισμό έλαβε μέρος και ο καθηγητής Ν. Σαρίπολος, ο οποίος είχε σχέσεις με ηγετικά στελέχη του κινήματος, όπως ο Δ. Βούλγαρης. Όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, λίγο μετά την εκδήλωση του κινήματος «διωρίσθη πενταμελής Επιτροπή, ης καγώ απετέλεσα μέρος (...) και αμέσως μετέβην εις το Δημαρχείον ένθα συγκροτηθέντες επελήφθημεν του έργου και εν τέτταρσιν ημέραις προσωρινόν τινα συνετάξαμεν κανονισμόν, και πεντακισχιλίους ωπλίσαμεν πολίτας...»234 . Παράλληλα εξοπλίστηκαν και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου

    230. Αντ. Λιάκος, ό.π., σ. 19. Πβ. Επ. Κυριακίδης, Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού, ό.π., τ. Β', σ. 106. Ας σημειωθεί ότι το 1861 εκδίδεται μια Ιστορία της Γαλλικής Εθνοφυλακής από της αρχής μέχρι της σήμερον, ερανισθείσα επιμελώς εκ διαφόρων συγγραμμάτων..., Λονδίνο 1861.

    231. Χρ. Λάζος, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα, ό.π., σ. 103-110.

    232. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 46, 3 Σεπτ. 1862, σ. 241-253 (νόμος ,ΨΜΛ', 27 Αυγ. 1862).

    233. Το σχετικό ψήφισμα δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αρ. 2, 17 Οκτ. 1862, σ. 5.

    234. Βλ. Αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα Νικολάου I. Σαριπόλου, Αθήνα 1889, σ. 61.