Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 63-82 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/63.gif&w=600&h=915

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΧΕΔΙΑ

Το δεύτερο γνωστό κείμενο με προτάσεις για την ίδρυση Πανεπιστημίου είναι αυτό που περιέχεται στο σχέδιο της επιτροπής του 183318, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Και αυτό, όπως και εκείνο του Thiersch, δεν έχει την αυστηρή μορφή ενός καταστατικού κειμένου. Ο συντάκτης η οι συντάκτες του

ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για τις γενικές αρχές που έπρεπε να διέπουν τη λειτουργία του Πανεπιστημίου και λιγότερο για την περιγραφή του θεσμικού του πλαισίου. Το όνομα που έδωσε η επιτροπή στο υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο είναι «Μουσείον»: ένα όνομα που είχε χρησιμοποιηθεί ήδη στην περίοδο της Τουρκοκρατίας για ορισμένα ανώτερα σχολεία και το οποίο παρέπεμπε κατευθείαν στην κλασική αρχαιότητα (Μουσείον: τόπος των μουσών)19. Εκτός από το Πανεπιστήμιο, προβλέπεται στο σχέδιο και η ίδρυση μιας «Πανελληνίου Ακαδημίας», με σκοπό την καλλιέργεια και την προαγωγή των επιστημών, της φιλολογίας και των «βιωφελών τεχνών και επιτηδευμάτων»20. Στα καθήκοντα της Ακαδημίας περιλαμβάνεται επίσης η επίβλεψη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, η σύνταξη λεξικού και γραμματικής της νεοελληνικής γλώσσας και η συγγραφή της ελληνικής ιστορίας από την αλωση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους ως την έλευση του βασιλιά Όθωνα. Ως το καταλληλότερο μέρος για την εγκατάσταση της Ακαδημίας ο συντάκτης του σχετικού κειμένου, που ήταν ο Αν. Πολυζωίδης, θεωρεί, όπως και ο Thiersch, τον χώρο της αρχαίας Ακαδημίας, «την οποίαν ένδοξον διά παντός κατέστησαν το

αληθώς ένδοξον όνομα και αι θείαι του θείου Πλάτωνος Διδασκαλίαι»21.

Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου για το Πανεπιστήμιο καταλαμβάνει ένα προοίμιο, συντάκτης του οποίου ήταν το μέλος της επιτροπής Johann Franz, πρώην υφηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και διερμηνέας την εποχή αυτή της Αντιβασιλείας22. Ακολουθώντας την ιδεαλιστική φιλοσοφική παράδοση, ο Franz θεωρεί ότι αποστολή του Πανεπιστημίου είναι η καλλιέργεια της καθαρής επιστήμης. «Επειδή δε εις το Μουσείον δεν διδάσκεται τόσον η

εμπειρία, όσον η καθ' αυτό πρωτότυπος επιστήμη, ήτις άρχει όλων των άλλων

18. Δ. Αντωνίου, Οι απαρχές, ό.π., σ. 110-117.

19. Αρχικά η επιτροπή είχε υιοθετήσει τον όρο «Πανδιδακτήριον», τον οποίο αντικατέστησε κατόπιν με το «Μουσείον» (Δ. Αντωνίου, ό.π., σ. 138,141). Η ίδια επιτροπή υιοθετεί για τις «υποδιαιρέσεις» του Μουσείου τον όρο «Σχολαί».

20. Στο ίδιο, σ. 122.

21. Στο ίδιο, σ. 120.

22. Στο ίδιο, σ. 57,139.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/64.gif&w=600&h=915

των μερικωτέρων επιστημών, φανερόν ότι οι διδάσκοντες πρέπει προ πάντων να καταγίνωνται εις την απόλυτον ιδέαν της επιστήμης, το δε ιστορικόν αυτής να θεωρώσιν ως πάρεργον, διότι μόνον εκ των ιδεών πορίζεταί τις πάντοτε φως εις εκάστην των επιστημών»23. Το Πανεπιστήμιο θα αποτελείται από έξι σχολές : τη Φιλοσοφική, η οποία περιορίζεται στη σπουδή της φιλοσοφίας, τη Θεολογική, την Ιστορική, που έχει ως αντικείμενο τη σπουδή της ιστορίας, της φιλολογίας, της αρχαιολογίας και της γλώσσας, τη Νομική, τη Φυσική και την Ιατρική. Για κάθε σχολή ορίζονται τα διδασκόμενα μαθήματα.

Η διάρκεια των σπουδών είναι τετραετής. Οι «ακροαταί» θα παίρνουν δίπλωμα από τη σχολή στην οποία φοίτησαν, αλλά «πάντες το του φιλοσόφου»,

αφού η φιλοσοφία «δι' όλων των λοιπών επιστημών διέρχεται ως δεσμός»24. Οι «διδάσκαλοι» του Πανεπιστημίου θα πληρώνονται από την κυβέρνηση, αλλά θα συνεισφέρουν και οι ακροατές, καταβάλλοντος δίδακτρα. Οι διδάσκαλοι οφείλουν να συμπεριφέρονται στους φοιτητές συντροφικά και να τους καλούν μια φορά τη βδομάδα τουλάχιστο να συνδιαλέγονται σε ζητήματα επιστημονικά. Οι συναθροίσεις θα γίνονται στην ύπαιθρο, «κατά τα ερείπια των αρχαίων Αθηνών»25. Ως προς τις εξετάσεις, τέλος, προβλέπεται ότι αυτές θα γίνονται όπως ακριβώς και στη Γερμανία -προφανώς στο τέλος των σπουδών- και ότι οι φοιτητές θα εξετάζονται από το σύνολο των καθηγητών.

Ένα τρίτο σχέδιο για το Πανεπιστήμιο είναι εκείνο που είχε συντάξει το 1834 ο Maurer. Το σχέδιο αυτό λανθάνει και οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται αποκλειστικά από τον ίδιο. Όπως αναφέρει στο έργο του Ο ελληνικός λαός, είχε έτοιμα το καλοκαίρι του 1834, μαζί με τα σχέδια των διαταγμάτων για τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης, και σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου και μιας Ακαδημίας των επιστημών26. Ο ίδιος αναφέρει επίσης ότι είχε προσκαλέσει να διδάξουν στο Πανεπιστήμιο τους γνωστότερους έλληνες λογίους του εσωτερικού

και του εξωτερικού, καθώς και δύο γερμανούς ιστορικούς: τον Fallmerayer και τον Zinkeisen. Οι προσπάθειες του Maurer δεν ολοκληρώθηκαν. Η ανάκλησή του στη Βαυαρία δεν του επέτρεψε να υποβάλει στην Αντιβασιλεία τα σχέδια των διαταγμάτων, τα οποία και πήρε μαζί του φεύγοντας από την Ελλάδα27.

23. Στο ίδιο, σ. 110.

24. Στο ίδιο, σ. 116.

25. Στο ίδιο.

26. Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 539. Πβ. Θανάσης Χρήστου, «Απόψεις σχετικά με την οργάνωση της εκπαίδευσης», ό.π., σ. 118.

27. Απ' όσο είναι γνωστό, τα σχέδια αυτά δεν σώζονται σήμερα στο αρχείο του στο Μόναχο. Η.-Μ. Kirchner, Friedrich Thiersch, ό.π., σ. 87.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/65.gif&w=600&h=915

Το έργο του Maurer θα συνεχίσει το υπουργείο Παιδείας. Τον Σεπτέμβριο του 1834 ο υπουργός Παιδείας I. Ρίζος Νερουλός υπέβαλε στην Αντιβασιλεία, όπως είπαμε παραπάνω, ένα σχέδιο Κανονισμού των «ανωτέρων σχολείων» μαζί με μια αναλυτική Έκθεση, κείμενα τα οποία είχε συντάξει ο Αλέξανδρος Ραγκαβής. Στο σχέδιο προβλέπεται, εκτός από τα Ελληνικά σχολεία και τα Γυμνάσια, η ίδρυση ενός «Πανδιδακτηρίου» (Πανεπιστημίου), ενώ εξαγγέλλεται απλώς η ίδρυση και μιας Ακαδημίας. Ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου είναι ένα εκτενές κείμενο, στο οποίο περιγράφεται με διεξοδικό τρόπο η ορ

γάνωση και λειτουργία του ιδρύματος. Ποια ήταν τα πρότυπα που χρησιμοποίησε ο Ραγκαβής δεν είναι γνωστό. Από την ανάγνωση του Κανονισμού, πάντως, φαίνεται ότι επιχείρησε ένα συγκερασμό των δύο τουλάχιστο κύριων πανεπιστημιακών συστημάτων της εποχής, του γερμανικού και του γαλλικού, με φανερή προτίμηση στο δεύτερο. Ο εκλεκτικισμός αυτός διαφοροποιεί το σχέδιο Ραγκαβή από τις προγενέστερες προτάσεις με τον μονομερή γερμανικό προσανατολισμό. Πριν αναφερθούμε όμως στις επιλογές του Ραγκαβή, θα σταθούμε λίγο στα γενικά χαρακτηριστικά του γαλλικού πανεπιστημιακού συστήματος.

Εκείνο που πρέπει να διευκρινίσουμε από την αρχή είναι ότι στη Γαλλία την εποχή αυτή ο όρος Πανεπιστήμιο (Université) δεν δηλώνει ένα σύνολο ανώτερων σχολών με κοινό θεσμικό πλαίσιο, όπως στη Γερμανία, αλλά το σύνολο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, από την κατώτερη ως την

ανώτατη βαθμίδα. Το Πανεπιστήμιο με τη μορφή αυτή δημιουργήθηκε το 1806 και οργανώθηκε το 180828. Δεκαπέντε χρόνια πριν (1793) είχαν καταργηθεί οι παλαιές σχολές (Facultés) της Θεολογίας, της Ιατρικής, των Τεχνών (des Arts) και της Νομικής για να δημιουργηθεί σταδιακά ένα δίκτυο

ανώτερων σχολών (Écoles) με επαγγελματικό προσανατολισμό (École Polytechnique, École Normale Supérieure, επαγγελματικές σχολές Νομικής, Φαρμακευτικής, Ιατρικής κ.ά.).

28. Για το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα βλ. F. Ponteil, Histoire de l'enseignement en France, ό.π.· Antoine Prost, Histoire de l'enseignement en France, 18001967, Παρίσι, Armand Colin, 1968· Louis-Henri Parias, Histoire générale de l'éducation en France, τ. III, Παρίσι, Nouvelle Librairie de France, 1981. Ειδικά για την ανώτερη

εκπαίδευση βλ. Louis Liard, L'enseignement supérieur en France, 1789-1893, τ. III, Παρίσι 1894 και Α. de Beauchamp, Recueil des lois et règlements sur l'enseignement supérieur, 1789-1847, τ. I, Παρίσι 1880. Βλ. επίσης St. d'Irsay, Histoire des Universités, ό.π.· Maurice Bayen, Histoire des Universités, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1973" Jacques Verger, Histoire des Universités en France, Παρίσι, Bibliothèque Historique Privat, 1986· A. Renaut, Οι επαναστάσεις του Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 226 κ.εξ.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/66.gif&w=600&h=915

Με τη δημιουργία του Πανεπιστημίου εγκαθιδρύθηκε στη Γαλλία ένα αυστηρά ιεραρχημένο και συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ολόκληρη η χώρα διαιρέθηκε σε μεγάλες εκπαιδευτικές περιφέρειες, τις Ακαδημίες, στις οποίες εντάχθηκαν τα σχολεία της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης και οι

ανώτερες σχολές κάθε περιοχής. Η διοίκηση κάθε Ακαδημίας ανατέθηκε στον πρύτανη (recteur) και το ακαδημαϊκό συμβούλιο (Conseil académique), ενώ η

εποπτεία των ιδρυμάτων που υπάγονταν σ' αυτήν στους εφόρους (Inspecteurs). Επικεφαλής του Πανεπιστημίου και πρόεδρος ενός πολυμελούς πανεπιστημιακού συμβουλίου (Conseil de l'Université) ήταν ο Grand-Maître. Την

ανώτερη εποπτεία όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας είχε ο αυτοκράτορας, ο οποίος και διόριζε τον Grand-Maître και τα μέλη του πανεπιστημιακού συμβουλίου.

Στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου ιδρύθηκαν το 1808 πέντε σχολές : Θεολογική (καθολική και προτεσταντική), Νομική, Ιατρική, Σχολή των Επιστημών (Faculté des sciences) και «Φιλοσοφική» (Faculté des lettres). Όπως βλέπουμε, οι φυσικομαθηματικές επιστήμες δεν ανήκουν, όπως στη Γερμανία, στη Φιλοσοφική, αλλά αποτελούν ιδιαίτερη σχολή. Σε διοικητικό επίπεδο οι σχολές υπάγονται στις κατά τόπους Ακαδημίες και έχουν σχετική μόνο αυτονομία. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι λειτουργούν η μία ανεξάρτητα από την άλλη. Σε αντίθεση με τη Γερμανία όπου οι σχολές αποτελούν μέρος του ενιαίου Πανεπιστημίου, στη Γαλλία κάθε μία αποτελεί ένα όλον και αγνοεί την ύπαρξη των άλλων. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό τους, που τις διαφοροποιεί από τις γερμανικές πανεπιστημιακές σχολές, είναι ότι

έχουν πρακτικό χαρακτήρα, όπως δείχνει άλλωστε και η λειτουργία ανεξάρτητης Φυσικομαθηματικής Σχολής. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός της γαλλικής

εκπαίδευσης F. Ponteil, «οι σχολές δεν είναι επιστημονικά κέντρα, αλλά ειδικά επαγγελματικά σχολεία, που προετοιμάζουν τους νέους για τα ιδιαίτερα επαγγέλματα για τα οποία προορίζονται. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι μόνο η χρησιμότητα, τα πρακτικά αποτελέσματα»29. Οι σπουδές είναι αυστηρά προγραμματισμένες και η πρόοδος των φοιτητών βρίσκεται κάτω από τον συνεχή έλεγχο των εξετάσεων.

Η οργανωτική δομή του γαλλικού πανεπιστημιακού συστήματος παρέμεινε αναλλοίωτη σχεδόν ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Από το 1830 όμως είχαν αρχίσει κάποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες προσανατολισμένες στο γερμανικό σύστημα. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αυτών ψηφίζεται το 1831 ο

29. F. Ponteil, ό.π., σ. 163-164.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/67.gif&w=600&h=915

γνωστός νόμος του F. Guizot για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ συγχρόνως αρχίζει και μια συζήτηση για την ανώτερη εκπαίδευση με κύριο θέμα την «απομόνωση» των σχολών. Διανοούμενοι και πολιτικοί, όπως ο V. Cousin και ο Guizot, υποστηρίζουν ότι η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των σχολών και η

έλλειψη οποιουδήποτε διοικητικού και επιστημονικού δεσμού ανάμεσά τους τις υποβαθμίζει σε απλά επαρχιακά σχολεία. Συγκρίνοντας ο Cousin τα γερμανικά Πανεπιστήμια με τις γαλλικές ανώτερες σχολές, σημειώνει χαρακτηριστικά: «το χειρότερο απ' όλα είναι ότι οι σχολές στη Γαλλία είναι χωρισμένες μεταξύ τους και διασκορπισμένες. Εδώ σχολές επιστημών, στις οποίες γίνονται παραδόσεις χημείας, φυσικής, φυσικής ιστορίας, χωρίς να υπάρχουν δίπλα τους και σχολές ιατρικής που θα μπορούσαν να επωφεληθούν απ' αυτές·

εκεί σχολές νομικής και θεολογίας, χωρίς μαθήματα ιστορίας της φιλοσοφίας και φιλολογίας. Αν θέλουμε πραγματικά να διαπλάσουμε βαρβάρους, να δώσουμε στο πνεύμα των σπουδαστών μονομερή και ψεύτικη ροπή (...) ομολογούμε ότι δεν γνωρίζουμε προσφορότερο μέσο γι' αυτό από τον διασκορπισμό και την απομόνωση των σχολών»30. Οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της ανώτερης εκπαίδευσης στη Γαλλία θα συζητηθούν για πολλά χρόνια αλλά δεν θα υλοποιηθούν παρά στα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε θεσμοθετείται η συνένωση των σχολών σε ενιαία Πανεπιστήμια (1896)31.

Ξαναγυρίζουμε στο σχέδιο Ραγκαβή του 1834. Από το κείμενο του σχεδίου και την Έκθεση που το συνοδεύει φαίνεται ότι ο Ραγκαβής ήταν αρκετά

ενημερωμένος για την οργάνωση της ανώτερης εκπαίδευσης στην Ευρώπη και ότι είχε ιδιαίτερη συμπάθεια προς το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Υιοθετώντας όμως και αυτός την κριτική κατά της απομόνωσης των ανώτερων σχολών στη Γαλλία, προτείνει στο σχέδιό του ένα ενιαίο Πανεπιστήμιο στο οποίο εντάσσονται, όπως στη Γερμανία, όλες οι σχολές. Από την άλλη μεριά απορρίπτει την ιδέα της υπαγωγής των μαθηματικών επιστημών στη Φιλοσοφική Σχολή και της Φυσικής στην Ιατρική, που ίσχυε σε ορισμένα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, με το επιχείρημα ότι τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη θεωρητική και αφηρημένη, ενώ η φυσική έχει ως αντικείμενο τη φύση και τους νόμους της· επομένως, αυτές δεν έχουν σχέση με τη φιλοσοφία και την ιατρική. Έτσι, στο σχέδιό του ο Ραγκαβής προβλέπει κοντά στις τέσσερις παραδοσιακές σχολές (Νομική, Ιατρική, Φιλοσοφική, Θεολογική) και μία πέμπτη

30. V. Cousin, De l'instruction publique, ό.π., σ. 176. Πβ. F. Ponteil, ό.π., σ. 162-163.

31. L. Liard, «La fondation des Universités françaises», Revue de Paris 4, 1902, σ. 523-556.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/68.gif&w=600&h=915

ξεχωριστή, τη Φυσικομαθηματική, κατά «το παράδειγμα του πανεπιστημίου της Γαλλίας»32. Τα μαθήματα που θα διδάσκονται σ' αυτήν καλύπτουν ένα ευρύτατο γνωστικό πεδίο: μαθηματικά, στατιστική, υδροστατική, μηχανική,

αστρονομία, θεωρητική και πειραματική φυσική, χημεία, όρυκτολογία, αγρονομική, «τεχνολογία, ήτοι εφαρμογή των φυσικών επιστημών εις τας τέχνας» κ.ά. (άρθρο 106).

Αναφερόμενος ο Ραγκαβής στα Απομνημονεύματα του στην ανεξαρτητοποίηση των φυσικομαθηματικών επιστημών από τη Φιλοσοφική, γράφει : «διαιρών την [σχολήν] των φυσικομαθηματικών επιστημών από της φιλοσοφικής (...) επεθύμουν εις εκείνας να δοθή ικανή ευρύτης προς αναγέννησιν και ανάπτυξιν της βιομηχανίας και των λοιπών αυτών εφαρμογών εν Ελλάδι»33. Αυτά βέβαια λέγονται πολλά χρόνια αργότερα, σε μια εποχή που αποτελούσε κοινό τόπο η ανάγκη εκβιομηχάνισης της χώρας και επικρατούσε η άποψη ότι το Πανεπιστήμιο αδιαφόρησε για τις θετικές επιστήμες και παρεμπόδισε με τον τρόπο αυτό την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Η σχετική πρότασή του, πάντως, δείχνει ότι είχε πάρει από νωρίς κάποιες αποστάσεις από τις κυρίαρχες, κλασικιστικές, επιλογές της εποχής του, όπως υποδηλώνει άλλωστε και η πρότασή του, στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, να ιδρυθεί εμπορική σχολή στην Ερμούπολη34 .

Ως προς τη διοικητική οργάνωση του Πανεπιστημίου και τις σχέσεις του με το κράτος, το σχέδιο Ραγκαβή χαρακτηρίζεται από ένα συγκεντρωτικό πνεύμα, που παραπέμπει στα γαλλικά πρότυπα. Όπως και στη Γαλλία, το Πανεπιστήμιο έχει περιορισμένη αυτονομία, καθώς είναι εξαρτημένο σε μεγάλο βαθμό από τον «Ανώτατον Σύλλογον», ο οποίος αντιστοιχεί στον γαλλικό θεσμό Conseil de l'Université35. Το όργανο αυτό αποτελείται από εννέα μέλη: τον ύπουργό Παιδείας ως πρόεδρο, τον επίτροπο της Ιεράς Συνόδου, δύο μέλη του Αρείου Πάγου και πέντε «πεπαιδευμένους και ευϋπολήπτους πολίτας» (άρθρα 157 κ.εξ.). Τα καθήκοντα του Ανωτάτου Συλλόγου είναι εκτε-

32. Έκθεση, σ. [8].

33. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Α', σ. 387.

34. Βλ. ιδώ, α. 51. Πβ. Ρ. [Ραγκαβής], «Περί εκπαιδεύσεως», Πανδώρα 6, 1855-56, σ. 131.

35. Βλ. εδώ, σ. 66 και Έκθεση Ραγκαβή, σ. [15], όπου ο συντάκτης της αναφέρει ότι στη θεσμοθέτηση των εφορειών (éphories) για τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και το Πανεπιστήμιο έλαβε υπόψη του «les scholarchats en Bavière, et les conseils académiques et universitaires en France», θεσμούς οι οποίοι επιτρέπουν στην κυβέρνηση να έχει υπό τον πλήρη έλεγχό της την εκπαίδευση.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/69.gif&w=600&h=915

εκτεταμένα: «επαγρυπνεί ώστε να τηρούνται καθ' όλον το Κράτος αι περί της ανωτέρας εκπαιδεύσεως διατάξεις», διαχειρίζεται την περιουσία του Πανεπιστημίου, επιβάλλει ποινές στους φοιτητές, επιλύει τις τυχόν διαφορές μεταξύ του διδακτικού προσωπικού, παρευρίσκεται στις εξετάσεις των φοιτητών κλπ. Επίσης ο Σύλλογος συμμετέχει στην εκλογή των καθηγητών και του «διευθυντού» (του πρύτανη) του Πανεπιστημίου.

Την επίδραση των γαλλικών προτύπων διαπιστώνουμε και σε άλλα ειδικότερα θέματα. Στα γερμανικά Πανεπιστήμια οι καθηγητές διορίζονται, καθώς ξέρουμε, από την κυβέρνηση, μετά από προτάσεις των αρμόδιων σχολών. Το σχέδιο Ραγκαβή δεν δέχεται το σύστημα αυτό, αλλά υιοθετεί τον θεσμό του διαγωνισμού ανάμεσα στους υποψήφιους καθηγητές, που ίσχυε στη Γαλλία (άρθρα 111 κ.εξ.). Γαλλικά πρότυπα ακολουθεί το σχέδιο και στην οργάνωση των σπουδών. Για να εγγραφεί ένας μαθητής σε μια σχολή έπρεπε να παρακολουθήσει για ένα χρόνο τα μαθήματα της Φιλοσοφικής, ενώ αν ήθελε να εγγραφεί στην Ιατρική έπρεπε να φοιτήσει ένα χρόνο ακόμη στη Φυσικομαθηματική. Ανάλογα με τα έτη σπουδών τους, οι φοιτητές παίρνουν δίπλωμα «πρωτοβαθμίου» (bachelier), «λύτου» (licencié) και «προλύτου» (άρθρο 147), με βάση τα οποία μπορούν να διεκδικήσουν ανάλογες θέσεις στο δημόσιο. Στο θέμα όμως των ακαδημαϊκών ελευθεριών και των εξετάσεων ο Ραγκαβής ακολουθεί τα γερμανικά πρότυπα. «Εις τους μαθητάς δεν υποβάλλεται ουδεμία βία προς την σπουδήν. Δύναται δε έκαστος να εκλέξη οποιονδήποτε κλάδον και οποιονδήποτε μάθημα προαιρείται- κατά τούτο δε ουδέ

επιτρόπου ουδέ γονέως θέλησις ισχύει» (άρθρο 146). Συνέχεια και προέκταση της φιλελεύθερης αυτής αντίληψης είναι η καθιέρωση μιας και μοναδικής εξέτασης των φοιτητών στο τέλος των σπουδών τους. Δικαιολογώντας την απόφασή του αυτή ο Ραγκαβής υποστηρίζει ότι η πρακτική των πολλαπλών εξετάσεων είναι «ελάχιστα επωφελής», επειδή ενθαρρύνει την απομνημόνευση και όχι την επιστημονική γνώση προς την οποία πρέπει να αποβλέπει ένα πανεπιστημιακού επιπέδου ίδρυμα36.

Ένα τελευταίο θέμα που απασχόλησε τον Ραγκαβή ήταν η αμοιβή του διδακτικού προσωπικού, και ειδικότερα το αν οι καθηγητές έπρεπε να εισπράττουν δίδακτρα από τους ακροατές τους, η αν έπρεπε να παίρνουν ένα σταθερό μισθό από την κυβέρνηση37. Από τα δύο αυτά συστήματα ο Ραγκαβής προτιμά το δεύτερο, απορρίπτοντας το πρώτο, τον θεσμό δηλαδή των διδά-

36. Έκθεση, σ. [16-17].

37. Στο ίδιο, σ. [12-14],

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/70.gif&w=600&h=915

διδάκτρων, που γεννήθηκε, όπως γράφει, «σε εποχές και κάτω από περιστάσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με αυτές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας». Την απόρριψη των διδάκτρων στηρίζει στο ότι αυτά προκαλούν συχνά

έναν αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των καθηγητών στην προσπάθεια τους να προσελκύσουν περισσότερους ακροατές. «Βλέπουμε συχνά καθηγητές να προσπαθούν με αξιοκαταφρόνητες μεθόδους και με μια αξιοκατάκριτη επιείκεια προς τους φοιτητές να τους αποσπάσουν οι μεν από τους δε και να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην επίδειξη παρά στην πραγματική αξία της

εκπαίδευσης». Με βάση το σκεπτικό αυτό το σχέδιο Ραγκαβή δεν προβλέπει δίδακτρα. Οι φοιτητές υποχρεώνονται μόνο στην καταβολή ενός ποσού για το δίπλωμα, που κυμαίνεται μεταξύ 60 και 300 δραχμών, ανάλογα με το είδος του διπλώματος.

Το σχέδιο Ραγκαβή για το Πανεπιστήμιο, όπως και αυτό για τη μέση εκπαίδευση, που είχε υποβληθεί μαζί, δεν εγκρίθηκε από την Αντιβασιλεία. Στα Απομνημονεύματα, του ο Ραγκαβής σημειώνει ότι η Αντιβασιλεία «άπήντησε διά διατάγματος επαινούντος το υπουργείον διά την αξιόλογον αυτού εργασίαν, και υποσχομένου την ταχείαν αυτής επικύρωσιν»38. Επρόκειτο όμως για μια τυπική φιλοφρόνηση, αφού, όπως αναφέρει ο ίδιος στη συνέχεια, «εβδομάδες και μήνες παρήρχοντο και περί της εγκρίσεως αυτού [του οργανισμού] ουδείς εγίνετο λόγος», παρά τα επανειλημμένα διαβήματα του υπουργείου Παιδείας. Οι επιφυλάξεις της Αντιβασιλείας, και ιδιαίτερα του Armansperg -ο οποίος από τον Ιούνιο του 1835 κατείχε το αξίωμα του αρχιγραμματέα- οφείλονταν σε δύο κυρίως λόγους : πρώτον στο ότι θεωρούσε το σχέδιο

εξαιρετικά δαπανηρό, καθώς προέβλεπε ένα πολυάριθμο διδακτικό προσωπικό, και δεύτερον στο ότι η εκπαιδευτική φιλοσοφία του απομακρυνόταν

αρκετά από τα γερμανικά πρότυπα. Στους λόγους αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και το ότι η Αντιβασιλεία θα προτιμούσε ένα λιτό και ευσύνοπτο κείμενο που θα περιέγραφε τις βασικές μόνο λειτουργίες του Πανεπιστημίου και θα άφηνε περιθώρια για μεταγενέστερες συμπληρώσεις και προσαρμογές, και όχι έναν λεπτομερή και σχεδόν εξαντλητικό Κανονισμό, όπως ήταν αυτός του Ραγκαβή. Τις επιφυλάξεις της Αντιβασιλείας φαίνεται ότι ενίσχυαν και έλληνες λόγιοι του περιβάλλοντος της, οι οποίοι δεν είχαν καλές σχέσεις με τον Ραγκαβή και θεωρούσαν πρόωρη και άκαιρη τη δημιουργία Πανεπιστημίου.

38. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Α', σ. 387· πβ. εφ. Αιών, αρ. 854,10 Μαρτ. 1848. Βλ. επίσης Δ. Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο», ό.π., σ. 288-289.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/71.gif&w=600&h=915

Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν και ο κατόπιν πανεπιστημιακός Θεόδωρος Μανούσης, προσκείμενος στον Armansperg, ο οποίος, κατά τον Ραγκαβή τουλάχιστο, «γελοίαν έλεγε την πρότασιν συστάσεως Πανεπιστημίου, ότε ουδέ δημοτικά σχολεία είχομεν αρτίως κατηρτισμένα»39.

Ο υπουργός Παιδείας όμως και οι σύμβουλοι του δεν συμμερίζονταν τις

ενστάσεις αυτές. Πίστευαν ότι το Πανεπιστήμιο έπρεπε να ιδρυθεί το συντομότερο δυνατό, καθώς υπήρχαν ήδη αρκετοί νέοι που είχαν αποφοιτήσει από τα Γυμνάσια και επιθυμούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Συμμεριζόμενοι ωστόσο τις ενστάσεις των Βαυαρών για το κόστος εφαρμογής του σχεδίου, πρότειναν ορισμένες λύσεις για τη μείωση των δαπανών. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1835, το υπουργείο Παιδείας πρότεινε να διοριστούν στο Πανεπιστήμιο ως έκτακτοι καθηγητές δημόσιοι υπάλληλοι με ένα επιμίσθιο και να προηγηθεί η ίδρυση της Νομικής Σχολής, που δεν απαιτούσε μεγάλες δαπάνες40 .

Στο μεταξύ όμως η Αντιβασιλεία είχε καταλήξει σε διαφορετικές αποφάσεις. Αντί για Πανεπιστήμιο θεώρησε προτιμότερη τη σύσταση μεμονωμένων σχολών, που θα κάλυπταν βασικές επαγγελματικές ανάγκες. Έτσι, τον Μάιο του 1835 ιδρύθηκε στην Αθήνα ένα ιατρικό σχολείο «διά την χειρουργίαν, φαρμακοποΐαν και μαιευτικήν», στο οποίο θα σπούδαζαν δωρεάν εμπειρικοί γιατροί, καθώς και όσοι ήθελαν να ασκήσουν στο μέλλον το ιατρικό επάγγελμα. Δύο μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1835, ο Armansperg εστειλε στο

υπουργείο Παιδείας σχέδιο διατάγματος με το οποίο ιδρύονταν τρία ακόμη «ειδικά» σχολεία: ένα για τη θεολογία, ένα για τη νομική και τις πολιτικές

επιστήμες και ένα τρίτο για τη φιλοσοφία και τη φιλολογία41. Το σκεπτικό της ίδρυσης των σχολείων αυτών διατυπώνεται συνοπτικά στην αρχή του διατάγματος : «Διά να χορηγήσωμεν εις την σπουδάζουσαν νεολαίαν της Ελλάδος τα μέσα του να μορφωθή υπό τους οφθαλμούς μας διά τας πολιτικάς θέσεις και διά την ιερατικήν υπηρεσίαν απεφασίσαμεν να συστήσωμεν εις την πρωτεύουσαν του Κράτους διά τας αναγκαίας προς επίτευξιν αυτού του σκοπού επιστήμας, εκτός του ιατρικού σχολείου, άλλα τρία ειδικά σχολεία ή παι-

39. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Β', σ. 31.

40. Έγγραφο του υπουργείου Παιδείας προς τον Armansperg, αρ. πρωτ. 877/353, 8/20 Ιουλ. 1835, ΓΑΚ, Ο Α, ΥΕΠ, φάκ. 32. Βλ. και σχέδιο στα ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 2,έγγρ.2.

41. ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 2, έγγρ. 3, αρ. πρωτ. 2364, 22 Ιουλ./3 Αυγ. 1835. Βλ. και σχέδιο στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/72.gif&w=600&h=915

παιδευτήρια, τα οποία εν καιρώ θέλομεν βελτιώσει και τελειοποιήσει και δια της ενώσεως αυτών θέλομεν σχηματίσει εν πανεπιστήμιον». Στο ίδιο διάταγμα αναφέρεται ότι στις διδασκαλικές θέσεις θα διορίζονταν δημόσιοι υπάλληλοι με επιμίσθιο 100 δρχ. τον μήνα. Οι μαθητές και οι ακροατές θα πλήρωναν δίδακτρα στους καθηγητές (10-20 δρχ. το εξάμηνο για κάθε μάθημα) και στο τέλος κάθε εξαμήνου θα έπαιρναν «Αποδεικτικά περί της προόδου και της

επιμελείας των».

Ταυτόχρονα, με άλλο διάταγμα αποφασίστηκε να συσταθεί εξαμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τον Θ. Μανούση, τον Αναστάσιο Πολυζωίδη, τον Παναγιώτη Σούτσο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Γεώργιο Γεννάδιο και τον Ερρίκο Ούλριχ (Ulrichs), με σκοπό να γνωμοδοτήσει για τον τρόπο οργάνωσης των παραπάνω ειδικών σχολείων42. Κατά τον Ραγκαβή, η πρόταση για τη σύσταση της επιτροπής έγινε από τον ίδιο, επειδή καθυστερούσε η επικύρωση του δικού του σχεδίου: «ματαίας βλέπων πάσας τας προσπαθείας ας κατεβάλλομεν προς κύρωσιν αυτού, απεφάσισα να καταφύγω εις μέτρον δι' ου εθυσίαζα ην είχον δικαίαν φιλοτιμίαν του να ίδω εγκρινόμενον το ίδιον εμαυτού έργον (...), παρέστησα εις τον υπουργόν κ. Ρίζον, ότι αν προτείνη την σύστασιν επιτροπής προς σύνταξιν νέου οργανισμού, ελπίς υπήρχεν ίσως να δώση τούτο νέαν ώσιν εις την υπόθεσιν, και η Αντιβασιλεία, ενδίδουσα εις της επιτροπής την βαρύτητα, να παραδεχθή το υπ' αυτής συνταχθησόμενον σχέδιον»43. Ο ίδιος γράφει

επίσης ότι πρότεινε και τα μέλη της επιτροπής. Ίσως όμως τα πράγματα να μην

έγιναν ακριβώς έτσι, αν κρίνουμε τουλάχιστο από το γεγονός ότι τα μέλη της

επιτροπής, με εξαίρεση τον Π. Σούτσο, ήταν γερμανοτραφείς λόγιοι και ότι ορισμένοι απ' αυτούς, όπως ο Μανούσης και ο Φαρμακίδης, είχαν στενές σχέσεις με τον Armansperg και συμμερίζονταν τις επιφυλάξεις του για την ίδρυση πλήρους Πανεπιστημίου, όπως πρότεινε το σχέδιο Ραγκαβή.

Τον Σεπτέμβριο του 1835 η επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη της τις οδηγίες του διατάγματος, υπέβαλε στο υπουργείο Παιδείας ένα σχέδιο Κανονισμού των ειδικών σχολών, μαζί με σειρά «Παρατηρήσεων»44. Σύμφωνα με το σχέδιο,

42. ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 6, έγγρ. 23, αρ. πρωτ. 2363, 22 Ιουλ./3 Αυγ. 1835. Εκτός από τη σύνταξη του Κανονισμού των ειδικών σχολών, η επιτροπή επιφορτιζόταν και με άλλα καθήκοντα, όπως η κατάρτιση του θεσμικού πλαισίου της μέσης εκπαίδευσης κ.ά.

43. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Β', σ. 19-20. Πβ. εφ. Αιών, αρ. 854, 10 Μαρτ. 1848.

44. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32. Και τα δύο κείμενα είναι αχρονολόγητα. Η χρονολογία υποβολής τους προκύπτει από το συνοδευτικό έγγραφο της επιτροπής προς το

υπουργείο Παιδείας, 24 Σεπτ. 1835 (ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 6, έγγρ. 35).

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/73.gif&w=600&h=915

ιδρύονταν τρεις σχολές : Θεολογική, Νομική και Φιλοσοφική (στην οποία υπάγονταν και οι φυσικομαθηματικές επιστήμες). Κάθε μία θα αποτελούσε «σύλλογον ανεξάρτητον, υποκείμενον εις την εφορείαν της επί των Εκκλησιαστικών κ.τ.λ. Γραμματείας της Επικρατείας» και θα είχε επικεφαλής έναν «πρόεδρο»,

εκλεγόμενο από τους καθηγητές της. Οι καθηγητές έπρεπε να είναι εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι και να διαμένουν στην Αθήνα. Στο σχέδιο αναγράφονται

επίσης τα μαθήματα που θα διδάσκονται σε κάθε σχολή, καθώς και τα ονόματα των καθηγητών, που είναι δύο για τη Θεολογική, έντεκα για τη Νομική και

έξι για τη Φιλοσοφική45. Οι διδασκόμενοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες : τους κανονικούς σπουδαστές και τους ακροατές. Οι σπουδαστές εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο με απολυτήριο Γυμνασίου η με ένα «αποδεικτικόν των γνώσεών των», το οποίο παίρνουν μετά από εξετάσεις σε ένα από τα Γυμνάσια της χώρας. Ως προς την οργάνωση των σπουδών, αναφέρεται ότι οι σπουδαστές «δεν

υποχρεούνται εις την σπουδήν των επιστημών κατά ρητήν τάξιν, αλλά μένει εις την ελευθέραν εκάστου εκλογήν να ακούη καθ' οιανδήποτε προαιρείται ακολουθίαν των παραδόσεων των καθηγητών». Για τη διευκόλυνσή τους όμως οφείλει κάθε σχολή να συντάξει ένα σύντομο οδηγό σπουδών. Το σχέδιο ορίζει, τέλος, ότι οι σπουδαστές καταβάλλουν 10-20 δρχ. δίδακτρα τον χρόνο για κάθε μάθημα και ότι υποβάλλονται σε απολυτήριες μόνο εξετάσεις.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι η επιτροπή ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του διατάγματος του 1835, προτείνοντας ένα σχέδιο Κανονισμού που περιέγραφε συνοπτικά τον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολών. Εμφανής είναι ο προσανατολισμός του σχεδίου προς τα γερμανικά πρότυπα. Αν και οι σχολές είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη, το θεσμικό τους πλαίσιο όμως παραπέμπει κατευθείαν στα γερμανικά Πανεπιστήμια. Η επιλογή αυτή μπορεί να οφείλεται σε συγκεκριμένες προφορικές υποδείξεις της αρχιγραμματείας, ασφαλώς εξέφραζε όμως και την ίδια την επιτροπή, καθώς τα περισσότερα μέλη της είχαν γερμανική παιδεία και ήταν εύλογο να προτιμούν το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Το σχέδιο της επιτροπής δεν άρεσε, όπως ήταν φυσικό, στο υπουργείο Παιδείας, καθώς ήταν αντίθετο με το πνεύμα του σχεδίου Ραγκαβή. Τα σημεία που προκάλεσαν τις περισσότερες αντιρρήσεις του υπουργείου ήταν: η

45. Θεολογική : Θ. Φαρμακίδης, Μ. Αποστολίδης. Νομική : Χ. Κλωνάρης, Α. Πάικος, Δ. Σούτζος, Α. Πολυζωίδης, Γ. Ράλλης, Γοδεφρ. Φέδερ, Π. Σούτζος, Δ. Ραζής, Περ. Αργυρόπουλος, Κ. Προβελέγγιος, Ν. Δόσιος. Φιλοσοφική: Θ. Μανούσης, Λ. Ρος, Γ. Γεννάδιος, Ε. Ουλερίχος, I. Ψαράς, I. Νικολαΐδης Λεβαδεύς. Όπως βλέπουμε, στον κατάλογο περιλαμβάνονται και τα έξι μέλη της επιτροπής.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/74.gif&w=600&h=915

υπαγωγή των φυσικομαθηματικών επιστημών στη Φιλοσοφική, η παράλειψη από τον κατάλογο των μαθημάτων των σχολών «αντικειμένων μεγάλης σπουδαιότητας», η σχεδόν πλήρης έλλειψη ελέγχου του Πανεπιστημίου από το κράτος και η παραχώρηση στους καθηγητές του δικαιώματος να εκλέγουν οι ίδιοι τους κοσμήτορες (Doyens) των σχολών και τον πρύτανη (Recteur), η

απουσία από το σχέδιο του θεσμού του πανεπιστημιακού συμβουλίου (Conseil Universitaire), και τέλος η ανάθεση της διδασκαλίας αποκλειστικά σε καθηγητές που είχαν δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα46. Το υπουργείο Παιδείας, μολονότι αναγνώριζε τις οικονομικές αδυναμίες του κράτους, θεωρούσε ωστόσο ότι το τελευταίο αυτό μέτρο ήταν περιοριστικό, γι' αυτό πρότεινε στην Αντιβασιλεία να μπορούν να διορίζονται καθηγητές και πρόσωπα εκτός του δημοσιοϋπαλληλικού χώρου, ικανά να ανταποκριθούν στις διδακτικές ανάγκες του Πανεπιστημίου. Ανάμεσα στα προτεινόμενα πρόσωπα ήταν παλαιοί λόγιοι, όπως ο Ν. Βάμβας, ο Κ. Κούμας, ο Κ. Οικονόμος, αλλά και νέοι διανοούμενοι, όπως ο Ιω. Σούτσος, ο Γ. Μαυροκορδάτος, ο Κων. Νέγρης, ο Δ. Στρούμπος47.

Το σχέδιο της επιτροπής δεν είχε καλύτερη τύχη από εκείνη του σχεδίου Ραγκαβή. Η αρχιγραμματεία, λαμβάνοντας πιθανώς υπόψη και την κριτική του υπουργείου Παιδείας, δεν προχώρησε στην υλοποίησή του. Από τις τρεις σχολές που πρόβλεπε το διάταγμα του 1835 και το σχέδιο της επιτροπής,

αποφασίστηκε η ίδρυση μόνο ενός «Φιλολογικού σχολείου», με διευθυντή τον καθηγητή της Ιονίου Ακαδημίας Κων. Ασώπιο48. Και η απόφαση αυτή όμως

46. Βλ. τις παρατηρήσεις του υπουργείου Παιδείας σε έγγραφο με αρ. πρωτ. 2044/1023,7/19 Οκτ. 1835 (ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 6, έγγρ. 37· σχέδιο στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32).

47. Δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι τρία από τα προτεινόμενα πρόσωπα (Σούτσος, Μαυροκορδάτος και Νέγρης) ήταν γόνοι φαναριωτικών οικογενειών, όπως και οι επιτελείς του υπουργείου Παιδείας (I. Ρίζος Νερουλός και Ραγκαβής), και είχαν σπουδάσει στη Γαλλία. Διαφορετικές ήταν οι επιλογές της Επιτροπής του 1835. Συγκροτημένη κατά βάση από γερμανοτραφείς λογίους δεν φαίνεται να συμπαθούσε ιδιαιτέρως τους γαλλοτραφείς Φαναριώτες. Αρκετά στοιχεία για τους προτεινόμενους καθηγητές του υπό ίδρυση Πανεπιστημίου βλ. στο άρθρο του Δαυίδ Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο», ό.π., σ. 279 κ.εξ.

48. Βλ. το σχέδιο διατάγματος, αρ. πρωτ. 4079, 27 Σεπτ./9 Οκτ. 1835, στα ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 2, έγγρ. 5. Τρεις μέρες αργότερα ο υπουργός Παιδείας I. Ριζος Νερουλός και ο Κων. Ασώπιος συνυπέγραψαν υποσχετικό έγγραφο με το οποίο καθορίζονταν οι αποδοχές του Ασώπιου (6.000 δρχ. τον χρόνο) και η υποχρέωσή του «να μεταβή εις Ελλάδα διά να κάμη εναρξιν των χρεών του αμέσως μετά την αποπεράτωσιν του διδακτικού έτους εις Κέρκυραν, λήγοντος περί τα τέλη Ιουνίου 1836, και εί δυνατόν, και πρότερον» (έγγρ. με αρ. πρωτ. 2144,30 Σεπτ./12 Οκτ. 1835, ΓΑΚ, ό.π., έγγρ. 6).

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/75.gif&w=600&h=915

δεν υλοποιήθηκε, καθώς ο Ασώπιος αρνήθηκε τελικά να έρθει στην Ελλάδα49. Η μόνη σχολή που δημιουργήθηκε την εποχή αυτή ήταν το λεγόμενο Ιατροχειρουργικό Σχολείο, το οποίο είχε ιδρυθεί, όπως είδαμε, τον Μάιο του 1835 και άρχισε να λειτουργεί στα τέλη του ίδιου χρόνου υπό την εποπτεία του Ιατροσυνεδρίου50.

49. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ασώπιος είχε κληθεί να κατεβεί στην Ελλάδα. Στα τέλη του 1833 είχε διοριστεί διευθυντής του Γυμνασίου και του Ελληνικού σχολείου του Ναυπλίου, με πρωτοβουλία φίλων του. Οι υποχρεώσεις του όμως στην Ιόνιο Ακαδημία και την κυβέρνηση των Ιονίων νήσων εμπόδισαν την κάθοδο του στην Ελλάδα (βλ. Φ. Γλύτσης, Χρ. Λούκος, Ελένη Μπελιά (επιμ.), Επιτομαί εγγράφων του βρεταννικού υπουργείου των Εξωτερικών, τ. Β', Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 9, Ακαδημία Αθηνών/ΚΕΙΝΕ, Αθήνα 1979, σ. 285-287 και Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 527-528· πβ. Αικ. Κουμαριανού, «Θ. Φαρμακίδης-Κ. Ασώπιος, Αλληλογραφία 18191832», Πρακτικά τον Δ' Πανιονίου Συνεδρίου: Κερκυραϊκά Χρονικά 23, 1980, σ. 168). Το ίδιο ατελέσφορη ήταν και η πρόσκλησή του στο υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο. Το 1835 επισκέπτεται την Αθήνα και συνυπογράφει το υποσχετικό που μνημονεύσαμε παραπάνω. Η επαφή του όμως με την ελληνική πραγματικότητα ήταν μάλλον απογοητευτική. «Αι παρά των εφημερίδων διασκορπισθείσαι φήμαι διά την ολίγην ασφάλειαν του τόπου μας», θα γράψει τον Ιούλιο του 1836 η εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος (αρ. 13,3/15 Ιουλ. 1836), τον έκαναν να αρνηθεί να έρθει στην Ελλάδα. Στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύεται και επιστολή του Ασώπιου προς το υπουργείο Παιδείας, στην οποία γράφει για τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας πού εμπνέει η κατάσταση της χώρας και καταλήγει λέγοντας ότι οι αιτίες αυτές «με φέρουσιν εις την δυσάρεστον ταύτην ανάγκην του να μήν ημπορώ να αποφασίσω να έλθω εις την Ελλάδα». Πβ. εφ. Η Αναγεννηθείσα Ελλάς, αρ. 9, 8/20 Ιουλ. 1836, όπου ο Ασώπιος επικρίνεται για την απόφασή του αυτή, και αρ. 19, 12/24 Αυγ. 1836, όπου απαντητική επιστολή του Ασώπιου από την Κέρκυρα. Βλ. για όλα αυτά και Στέφ. Μπέτης, Φιλητάς και Ασώπιος, οι διδάσκαλοι του γένους, Ιωάννινα 1991, σ. 181 κ.εξ.

50. Για το σχολείο αυτό βλ. Γερ. Η. Πεντόγαλος, Σχολεία ιατρικής παιδείας στην Ελλάδα. 1. Ιατροχειρουργικόν Σχολείον (1835-1837). 2. Χειρουργική Σχολή (1838-1840), Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1991, σ. 19-43.

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/76.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/77.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Οι διαδικασίες γύρω από την ίδρυση του Πανεπιστημίου και οι σχετικές καθυστερήσεις δημιούργησαν ένα κλίμα αδημονίας στη μικρή αθηναϊκή κοινωνία και κυρίως σε μια μερίδα διανοουμένων. Νέοι στην ηλικία, οι διανοούμενοι αυτοί είχαν σπουδάσει σε δυτικοευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και είχαν έρθει πρόσφατα στην Ελλάδα με τη φιλοδοξία να συμμετάσχουν στα δημόσια πράγματα. Κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η πίστη στην παιδεία και την επιστήμη και μια αισιόδοξη, ρομαντική ενατένιση του μέλλοντος του νεοσύστατου κράτους. Φορείς μοντέρνων αντιλήψεων και συνηθειών, θα έρθουν συχνά σε

αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και κυρίως με τη βαυαρική εξουσία, που θα τους κατηγορήσει για «υπέρμετρη αλαζονεία και εξωφρενικές απαιτήσεις», αλλά και για «επαναστατικές» αντιλήψεις. «Σύνθημά τους», θα γράψει το 1835 ο Maurer, «ήταν οι αχαλίνωτες ελευθερίες, έτσι που πουθενά αλλού στον κόσμο δεν έχουν μέχρι σήμερα εφαρμοσθεί, και πολύ λιγώτερο ταιριάζουν σ' ένα τόπο που τώρα πρωτοβγαίνει απ' τη σκλαβιά. Σήκωναν παντού κεφάλι, γεμάτοι έπαρση, σαν να ήταν τάχα αυ

τοί μονάχα οι πραγματικοί κήρυκες της ελευθερίας»1.

Για τους διανοούμενους αυτούς η δημόσια εκπαίδευση και ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο διάνοιγε ευοίωνες επαγγελματικές προοπτικές, καθώς μπορούσαν να ελπίζουν σε μια θέση καθηγητή ανάλογη προς την ειδικότητά τους. Ήταν

επόμενο, λοιπόν, να ενδιαφέρονται για το Πανεπιστήμιο και να περιμένουν με

ανυπομονησία την ίδρυσή του. Καθώς όμως οι σχετικές διαδικασίες καθυστερούσαν, ορισμένοι απ' αυτούς άρχισαν να διδάσκουν δωρεάν σε σχολεία της πρωτεύουσας πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα, υποδεικνύοντας έτσι έμμεσα στην πολιτεία ότι υπήρχε το απαραίτητο για τη λειτουργία του Πανεπιστημίου επιστημονικό προσωπικό και ότι έπρεπε να επισπευσθεί η ίδρυσή του.

1. Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 419.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/78.gif&w=600&h=915

Τον Ιούνιο του 1836 ο φαναριώτης νομικός Περικλής Αργυρόπουλος, σπουδασμένος στο Παρίσι, άρχισε να διδάσκει στο Γυμνάσιο της Αθήνας αστικό δίκαιο2. Τα μαθήματά του φαίνεται ότι παρακολουθούσε πυκνό ακροατήριο,

αποτελούμενο από νέους μαθητές αλλά και πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας. Ο τύπος της εποχής δεν θα παραλείψει να επαινέσει τα «πατριωτικά αισθήματα» του Αργυρόπουλου αλλά και τις δυσκολίες που συναντά στην προσπάθεια του «να ενδύση με φράσεις Ελληνικάς αντικείμενα ακόμη ασυνείθιστα εις την γλώσσαν μας»3. Το παράδειγμα του Αργυρόπουλου θα ακολουθήσει ο Λέων Μελάς, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1836 αρχισε να διδάσκει στο ίδιο Γυμνάσιο ποινικό δίκαιο4. Εκτός από τους δύο αυτούς, αναφέρεται ότι δίδαξαν νομικά μαθήματα ο Σπυρίδων Πήλληκας και ο Γεώργιος Μαυροκορδάτος : ο πρώτος στο Γυμνάσιο της Αθήνας και ο δεύτερος στο σπίτι του, όπου συγκέντρωνε «ευμαθείς νέους, εκ των δικαστικών μάλιστα υπαλλήλων, [και] εξήγει αυτοίς τον Γαλλικόν νόμον»5. Και οι τέσσερις θα διοριστούν αργότερα καθηγητές στο Πανεπιστήμιο6.

Η διδασκαλία νομικών μαθημάτων δείχνει, βέβαια, ότι οι περισσότεροι από τους διδάσκοντες είχαν κάνει νομικές σπουδές. Παράλληλα όμως υποδη-

2. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 6, 9/21 Ιουν. 1836 και αρ. 19, 24 Ιουλ./5 Αυγ. 1836· εφ. Αθηνά, αρ. 358, 5 Αυγ. 1836' Α. I. Κλάδος, Εφετηρίς, ό.π., σ. 154.

3. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, ό.π.

4. Στο ίδιο, αρ. 14, 7/19 Ιουλ. 1836 και Κλάδος, Εφετηρίς, ό.π.

5. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Β', σ. 31. Ο ίδιος αναφέρει εδώ ότι με αφορμή τα μαθήματα του Πήλληκα και του Μαυροκορδάτου ζήτησε και από άλλους λογίους (τον Προβελέγγιο, τον Δόσιο, τον Δομνάδο, τον Περ. Αργυρόπουλο) να κάνουν μαθήματα, ενώ συγχρόνως συνέταξε και Β. Διάταγμα, με το οποίο το υπουργείο Παιδείας ανέθετε σε έντεκα ανώτερους δημόσιους λειτουργούς να διδάξουν δημόσια επιστημονικά μαθήματα· η πρότασή του αυτή όμως, συνεχίζει, δεν εγκρίθηκε από τον Armansperg.

6. Εκτός από την Αθήνα, νομικά μαθήματα διδάσκονταν την ίδια εποχή στο Ναύπλιο και την Ερμούπολη. Στο Ναύπλιο δίδαξαν, πριν αλλά και λίγο μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου, οι Νικόλαος Μανιάκης, Εδ. Μάσσων, Λέων Μελάς, Κων. Τριανταφύλλης και Κων. Αξελός, ενώ στην Ερμούπολη ο Π. Πλατύς και ο Δημ. Σταυρινός. Βλ. Παν. I. Ζέπος, Η νεώτερα ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου, Αθήνα 1954, σ. 11-12 και του ίδιου, «Απαρχαί νομικής παιδείας εις το μετεπαναστατικόν Ναύπλιον», Πελοποννησιακά 16, 1985-86, σ. 8 κ.εξ.· βλ. επίσης εφ. Αθηνά, αρ. 496, 22 Δεκ. 1837 και Π.Σ.Ν.Σ., 14 Δεκ. 1837. Οι παραδόσεις του Π. Πλατύ γίνονταν στη λέσχη «Μουσείον» της Ερμούπολης (εφ. Αθηνά, αρ. 212,16 Ιαν. 1835, αρ. 218,6 Φεβρ. 1835 και αρ. 221, 16 Φεβρ. 1835 κ.εξ.), που είχε ιδρυθεί το 1833. Στην ίδια λέσχη δίδαξε και ο Νεόφ. Βάμβας φιλοσοφία και γενική ιστορία το 1834-1835 (Χιακόν Αρχείον, επιμ. Ιω. Βλαχογιάννη, τ. Ε', Αθήνα 1910, σ. 107· εφ. Αθηνά, αρ. 212,16 Ιαν. 1835, αρ. 218, 6 Φεβρ. 1835 και αρ. 224, 27 Φεβρ. 1835).

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/79.gif&w=600&h=915

υποδηλώνει και το ενδιαφέρον του ακροατηρίου για τα νομικά μαθήματα, κάτι που δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Τα νομικά, τόσο ως θεωρία όσο και ως πρακτική, ήταν μια καινούρια και κατ' εξοχήν «χρήσιμη» επιστήμη σ' ένα κράτος που βρισκόταν στη φάση της θεσμικής του αναδιοργάνωσης και ήταν εύλογο να προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του κοινού. Εκτός από τα νομικά, υπήρξε και μια πρόταση για τη διδασκαλία μαθηματικών. Τον Ιούλιο του 1836 ο Κων. Νέγρης, γόνος της ομώνυμης φαναριώτικης οικογένειας, που είχε σπουδάσει στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού, ζήτησε από το υπουργείο Παιδείας την άδεια να διδάξει μαθηματικά, όχι όμως δωρεάν, όπως οι

άλλοι, αλλά με αμοιβή7. Η αίτησή του είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, καθώς μάς αποκαλύπτει κάτι από τη νοοτροπία ενός φαναριώτη διανοούμενου. Αναφερόμενος κατ' αρχήν στις σπουδές του στο Παρίσι, γράφει ότι «ο υποφαινόμενος (...) εδόθη με όλον τον ενδεχόμενον ζήλον εις την σπουδήν εκείνης της

επιστήμης την οποίαν εθεώρησεν ως την αναγκαιοτέραν εις πάσαν νεοσύστατον κοινωνίαν, ως την πρώτην βάσιν παντός είδους βιομηχανίας και ως το μόνον μέσον τελειοποιήσεως και των ατόμων μερικώς και της κοινωνίας γενικώς»: η επιστήμη αυτή είναι τα φυσικομαθηματικά. Συνεχίζοντας, αναφέρεται στις άριστες επιδόσεις του στην Πολυτεχνική Σχολή και στα μαθήματα που προτίθεται να διδάξει στην Ελλάδα, και επιλέγει με αρκετή δόση αυτοπεποίθησης αν όχι υπεροψίας : «ο υποφαινόμενος φρονεί λοιπόν ότι αι ειδικαί του γνώσεις είναι τόσον μοναδικαί εις την Ελλάδα και τόσον αναγκαίαι ώστε αν δεν ευρίσκετο ενταύθα έπρεπε να προσκληθή επισήμως διά να συντελέση εις την θετικήν εκπαίδευσιν του έθνους». Η πρόταση του Νέγρη δεν έγινε δεκτή από την κυβέρνηση, παρά τις ευνοϊκές συστάσεις του φαναριώτη υπουργού Παιδείας I. Ρίζου.

Τα ελεύθερα πανεπιστημιακά μαθήματα ήταν, ασφαλώς, ένας μοχλός πίεσης προς τους Βαυαρούς για τη δημιουργία Πανεπιστημίου, που ενίσχυε τις θέσεις του υπουργείου Παιδείας. Δεν αρκούσαν όμως αυτά. Παράλληλα έπρεπε να αναδειχθεί η αναγκαιότητα του Πανεπιστημίου και να δοθεί μια απάντηση σ' εκείνους που θεωρούσαν ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα για τη σύσταση ενός τέτοιου ιδρύματος, καθώς η κατώτερη και μέση εκπαίδευση βρίσκονταν σε χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης και δεν υπήρχαν οι απαραίτητες προ

ϋποθέσεις (φοιτητές, διδακτικό προσωπικό, υλικοτεχνική υποδομή κλπ.) για τη λειτουργία Πανεπιστημίου. Φορείς των αντιλήψεων αυτών ήταν παραδοσιακοί

7. Η αίτησή του βρίσκεται στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, με χρον. 21 Ιουλ. 1836.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/80.gif&w=600&h=915

σιακοί κυρίως λόγιοι που θεωρούσαν ότι το Πανεπιστήμιο έπρεπε να είναι το

επιστέγασμα ενός καλά θεμελιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος.

Τα επιχειρήματα αυτά θα αντικρούσει ο Κων. Νέγρης με δύο άρθρα του στη φιλελεύθερη εφημερίδα Αθηνά. Ένα έθνος, γράφει, θεωρείται «πεπαιδευμένον» όταν έχει «αριθμόν τινα ανθρώπων ανάλογον με τον αριθμόν των μελών του (ένα προς χιλίους παραδείγματος χάριν) κατά το μάλλον και ήττον

εξόχων εις διαφόρους τέχνας και επιστήμας, όταν έχη ακόμη άλλον τινα αριθμόν αναγκαίως μικρότερον από τον πρώτον εχόντων σοφίαν ειδικήν, ικανών δηλαδή να κάμωσι νέας ανακαλύψεις και να εκτείνωσι τα όρια της τέχνης η της επιστήμης εις της οποίας την καλλιέργειαν αφιέρωσαν την ζωήν των»8. Για τη διαμόρφωση της πνευματικής και επιστημονικής αυτής ελίτ είναι απαραίτητο το Πανεπιστήμιο, το οποίο μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τον βαθμό ανάπτυξης της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια, για τον φαναριώτη λόγιο δεν υπήρχαν εκπαιδευτικές προτεραιότητες. Πανεπιστήμιο μπορούσε να λειτουργήσει σε μια χώρα ακόμη και αν η παιδεία δεν είχε εξαπλωθεί στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Βέβαια, ο Νέγρης δεν ήταν αντίθετος με τη διάδοση της κατώτερης εκπαίδευσης, θεωρούσε όμως ότι

εκείνο που χαρακτήριζε μια πολιτισμένη χώρα ήταν ο βαθμός ανάπτυξης της

ανώτερης εκπαίδευσης. Ως παράδειγμα φέρνει τη Γαλλία, όπου ενώ «οι πλειότεροι των Γάλλων μήτε να γράψουν ηξεύρουν μήτε να αναγνώσουν», ωστόσο «ευρίσκεται επί κεφαλής της Ευρώπης κατά την γενικήν εκπαίδευσιν και πολιτισμόν του έθνους»9.

Στις θέσεις αυτές του Νέγρη είναι ευδιάκριτη μια ταξική αντίληψη της εκπαίδευσης, την οποία και αναλύει στην αρθρογραφία του, υποστηρίζοντας ότι κάθε κοινωνία έχει «τους αμαθείς της, τους εξόχους και τους ειδικούς της

άνδρας» και ότι «υψηλοτέρα παιδεία ισομερώς εξαπλωμένη, όχι μόνον είναι

αδύνατος και χιμαιρική ως αντιβαίνουσα εις την φύσιν του ανθρώπου, αλλά και επιβλαβής εις την κοινωνίαν»10. Αυτό που μάς ενδιαφέρει όμως περισσότερο εδώ είναι η άποψή του για το Πανεπιστήμιο και ειδικά για τις λειτουργίες που αυτό καλείται να επιτελέσει στην ελληνική κοινωνία. Όπως σημειώσαμε ήδη, ως πρώτιστο σκοπό του Πανεπιστημίου θεωρεί ο Νέγρης τη διαμόρφωση της πνευματικής και επιστημονικής ελίτ, πράγμα που αφορά βέβαια και την Ελλάδα. Συγχρόνως το Πανεπιστήμιο μπορεί «να διαχύση τα φώτα

8. εφ. Αθηνά, αρ. 342,6 Ιουν. 1836.

9. Στο ίδιο.

10. Στο ίδιο, αρ. 349, 4 Ιουλ. 1836.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/81.gif&w=600&h=915

και τας επιστήμας εις όλον το έθνος, να ανακαλέση εις την Ελλάδα τας από την αμάθειαν διωχθείσας τέχνας, να εμψύχωση την βιομηχανίαν, ήτις πάσχει μάλλον από έλλειψιν ιδεών παρά από έλλειψιν χρημάτων», να περιορίσει τις

αρνητικές συνέπειες που έχει για τις ελληνικές εθνικές και θρησκευτικές αξίες η φοίτηση των νέων σε ξένα Πανεπιστήμια, αλλά και κάτι ακόμη: να συμβάλει στη σύζευξη του ελεύθερου και του αλύτρωτου ελληνισμού. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Νέγρης, «άμα διασαλπισθή ότι εσυστήθη πανεπιστήμιον εις τας Αθήνας θέλετε ιδεί πανταχόθεν από όλας τας πόλεις της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και από αυτήν την Βλαχίαν και Μολδαβίαν πλήθος νέων συρρεόντων ενταύθα διά να ακούσωσι τα μαθήματα, οι οποίοι επανερχόμενοι εις τα ίδια και επιδεικνύοντες εις τους συγγενείς των τας γνώσεις τας οποίας

απέκτησαν εις την ελευθέραν Ελλάδα θέλουν βεβαίως διεγείρει εις τας καρδίας αυτών αισθήματα τείνοντα εις το να διατηρήσωσι την ηθικήν ολομέλειαν του Ελληνικού έθνους, αν όχι την πολιτικήν την οποίαν περιστάσεις βίαιοι κατεσπάραξαν»11. Στην τελευταία αυτή θέση διαγράφεται καθαρά ένα από τα βασικά στοιχεία της πανεπιστημιακής ιδεολογίας, που θα πρυτανεύσει στα

επόμενα χρόνια.

Κατά τον Νέγρη, λοιπόν, το Πανεπιστήμιο έχει σκοπό να παίξει σημαντικότατο ρόλο σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και εθνικής ζωής της χώρας. Γι' αυτό πρέπει να λειτουργήσει το συντομότερο, ανεξάρτητα από τον βαθμό ανάπτυξης των άλλων εκπαιδευτικών βαθμίδων. Ο ίδιος αποκρούει επίσης την

άποψη ότι το κράτος δεν έχει χρηματικούς πόρους και ότι δεν υπάρχουν νέοι ικανοί να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακά μαθήματα.

Οι απόψεις του Νέγρη δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σε ανώνυμο άρθρο, που δημοσιεύθηκε στην κυβερνητική εφημερίδα Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος μετά τη δημοσίευση του πρώτου άρθρου του, οι απόψεις του χαρακτηρίζονται αριστοκρατικές γιατί αποβλέπουν στη μόρφωση των ολίγων, αλλά και ως μη ρεαλιστικές, αφού η κατώτερη εκπαίδευση ήταν ακόμη ανοργάνωτη, δεν υπήρχαν άξιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και έλειπε η υλικοτεχνική εκείνη

υποδομή που ήταν απαραίτητη για τη διδασκαλία των φυσικομαθηματικών

επιστημών12. Η κριτική αυτή δεν ήταν ωστόσο ικανή να αποθαρρύνει τους νεαρούς διανοούμενους, που πίστευαν ότι οι συνθήκες ήταν ήδη ώριμες για την ίδρυση Πανεπιστημίου και ότι εκείνο που έλειπε ήταν μόνο η πολιτική βούληση

11. Στο ίδιο, αρ. 342,6 Ιουν. 1836.

12. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 9, 19 Ιουν./1 Ιουλ. 1836. Ανάλογες απόψεις διατυπώνονται και στην εφ. Η Αναγεννηθείσα Ελλάς, αρ. 4,20 Ιουν./2 Ιουλ. 1836.

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/82.gif&w=600&h=915

ληση. Ανάλογες απόψεις επικρατούσαν βέβαια και στο υπουργείο Παιδείας, καθώς και σε ένα μέρος του τύπου με αντιβαυαρική πολιτική τοποθέτηση, που πίεζε την κυβέρνηση να επισπεύσει τις διαδικασίες ίδρυσης Πανεπιστημίου. «Σχέδια καθ' ημέραν», γράφει τον Νοέμβριο του 1836 η εφημερίδα Αθηνά, «σχέδια διορίζονται από τον αγαπώντα την παιδείαν του έθνους Γραμματέα μας επιτροπαί να κάμουν σχέδια έγιναν περί Ακαδημιών, σχέδια περί ειδικών σχολών κτλ. Πριν του Οκτωβρίου μας υπέσχετο ότι τουλάχιστον αι ειδικαί σχολαί ήθελον συσταθή, αλλ' ο μην ούτος παρήλθε, καθώς παρήλθον και

άλλοι και ούτε Ακαδημίας ούτε ειδικάς σχολάς βλέπομεν»13.

Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1836

Το κλίμα αυτό, σε συνδυασμό με τις πολιτικές συγκυρίες, φαίνεται ότι συνετέλεσε στην επίσπευση της ίδρυσης του Πανεπιστημίου. Έτσι, στα τέλη του 1836 αποφασίστηκε να δημοσιευθεί και να τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιο Ραγκαβή του 1834 για το Πανεπιστήμιο, καθώς και για τη μέση εκπαίδευση, αλλά με αρκετούς περιορισμούς. Όπως αναφέρεται σε σχέδιο διατάγματος, θα λειτουργήσουν προσωρινά τέσσερις σχολές : η Θεολογική, η Μαθηματικοφυσική, η Ιατρική και η Νομική· «περί συστάσεως της φιλολογικής και φιλοσοφικής σχολής θέλει γίνει μεταγενεστέρα σκέψις, και περιμένονται προτάσεις από την Γραμματείαν»14. Όσο για τις θέσεις του καθηγητικού προσωπικού, αποφασίζεται ότι προς το παρόν αυτές θα καλυφθούν κυρίως από ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους (μέλη του Ιατροσυνεδρίου, δικαστικούς υπαλλήλους κ.ά.). Τελικά όμως τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. Όπως σημειώνει ο Ραγκαβής, ο αρχικαγκελάριος Armansperg εστειλε στο υπουργείο Παιδείας «δύω πολύφυλλα διατάγματα γερμανιστί γεγραμμένα», που περιείχαν τους Κανονισμούς του Πανεπιστημίου και των σχολείων μέσης εκπαίδευσης, με τη διαταγή να μεταφραστούν στα ελληνικά15. Οι Κανονισμοί αυτοί συντάχθηκαν

εσπευσμένα και απείχαν πολύ από τις γνωστές προτάσεις Ραγκαβή. Παρά τις

13. εφ. Αθηνά, αρ. 384,4 Νοεμ. 1836.

14. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, σχέδιο διατάγματος με αρ. 18882, χωρίς χρονολογία. Από εσωτερικά τεκμήρια προκύπτει ότι συντάχθηκε μετά τις 13/25 Νοεμ. 1836. Η πρώτη από τις τέσσερις σχολές που αναφέρονται στο διάταγμα, η Θεολογική, είχε συσταθεί λίγο πριν με «διευθυντή» τον αρχιμανδρίτη Μισαήλ Αποστολίδη. Βλ. το σχετικό διάταγμα στα ΓΑΚ, ό.π., αρ. πρωτ. 16955,13/25 Νοεμ. 1836· πβ. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 55,8/20 Δεκ. 1836.

15. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Β', σ. 31.

Σελ. 82
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 63
    

    ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΧΕΔΙΑ

    Το δεύτερο γνωστό κείμενο με προτάσεις για την ίδρυση Πανεπιστημίου είναι αυτό που περιέχεται στο σχέδιο της επιτροπής του 183318, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Και αυτό, όπως και εκείνο του Thiersch, δεν έχει την αυστηρή μορφή ενός καταστατικού κειμένου. Ο συντάκτης η οι συντάκτες του

    ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για τις γενικές αρχές που έπρεπε να διέπουν τη λειτουργία του Πανεπιστημίου και λιγότερο για την περιγραφή του θεσμικού του πλαισίου. Το όνομα που έδωσε η επιτροπή στο υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο είναι «Μουσείον»: ένα όνομα που είχε χρησιμοποιηθεί ήδη στην περίοδο της Τουρκοκρατίας για ορισμένα ανώτερα σχολεία και το οποίο παρέπεμπε κατευθείαν στην κλασική αρχαιότητα (Μουσείον: τόπος των μουσών)19. Εκτός από το Πανεπιστήμιο, προβλέπεται στο σχέδιο και η ίδρυση μιας «Πανελληνίου Ακαδημίας», με σκοπό την καλλιέργεια και την προαγωγή των επιστημών, της φιλολογίας και των «βιωφελών τεχνών και επιτηδευμάτων»20. Στα καθήκοντα της Ακαδημίας περιλαμβάνεται επίσης η επίβλεψη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, η σύνταξη λεξικού και γραμματικής της νεοελληνικής γλώσσας και η συγγραφή της ελληνικής ιστορίας από την αλωση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους ως την έλευση του βασιλιά Όθωνα. Ως το καταλληλότερο μέρος για την εγκατάσταση της Ακαδημίας ο συντάκτης του σχετικού κειμένου, που ήταν ο Αν. Πολυζωίδης, θεωρεί, όπως και ο Thiersch, τον χώρο της αρχαίας Ακαδημίας, «την οποίαν ένδοξον διά παντός κατέστησαν το

    αληθώς ένδοξον όνομα και αι θείαι του θείου Πλάτωνος Διδασκαλίαι»21.

    Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου για το Πανεπιστήμιο καταλαμβάνει ένα προοίμιο, συντάκτης του οποίου ήταν το μέλος της επιτροπής Johann Franz, πρώην υφηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και διερμηνέας την εποχή αυτή της Αντιβασιλείας22. Ακολουθώντας την ιδεαλιστική φιλοσοφική παράδοση, ο Franz θεωρεί ότι αποστολή του Πανεπιστημίου είναι η καλλιέργεια της καθαρής επιστήμης. «Επειδή δε εις το Μουσείον δεν διδάσκεται τόσον η

    εμπειρία, όσον η καθ' αυτό πρωτότυπος επιστήμη, ήτις άρχει όλων των άλλων

    18. Δ. Αντωνίου, Οι απαρχές, ό.π., σ. 110-117.

    19. Αρχικά η επιτροπή είχε υιοθετήσει τον όρο «Πανδιδακτήριον», τον οποίο αντικατέστησε κατόπιν με το «Μουσείον» (Δ. Αντωνίου, ό.π., σ. 138,141). Η ίδια επιτροπή υιοθετεί για τις «υποδιαιρέσεις» του Μουσείου τον όρο «Σχολαί».

    20. Στο ίδιο, σ. 122.

    21. Στο ίδιο, σ. 120.

    22. Στο ίδιο, σ. 57,139.