Error(s) found: '2'

+ Unable to change databases. Unknown database 'iaennew'.
+ Unable to perform the query SELECT * FROM keywords_description WHERE (language_id = ''). No database selected.
TEXT_VISIBLE_PAGES 73-92 TEXT_OF 746
TEXT_PREVIOUS_20
TEXT_CURRENT_PAGE
TEXT_NEXT_20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/73.gif&w=600&h=915

ιδρύονταν τρεις σχολές : Θεολογική, Νομική και Φιλοσοφική (στην οποία υπάγονταν και οι φυσικομαθηματικές επιστήμες). Κάθε μία θα αποτελούσε «σύλλογον ανεξάρτητον, υποκείμενον εις την εφορείαν της επί των Εκκλησιαστικών κ.τ.λ. Γραμματείας της Επικρατείας» και θα είχε επικεφαλής έναν «πρόεδρο»,

εκλεγόμενο από τους καθηγητές της. Οι καθηγητές έπρεπε να είναι εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι και να διαμένουν στην Αθήνα. Στο σχέδιο αναγράφονται

επίσης τα μαθήματα που θα διδάσκονται σε κάθε σχολή, καθώς και τα ονόματα των καθηγητών, που είναι δύο για τη Θεολογική, έντεκα για τη Νομική και

έξι για τη Φιλοσοφική45. Οι διδασκόμενοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες : τους κανονικούς σπουδαστές και τους ακροατές. Οι σπουδαστές εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο με απολυτήριο Γυμνασίου η με ένα «αποδεικτικόν των γνώσεών των», το οποίο παίρνουν μετά από εξετάσεις σε ένα από τα Γυμνάσια της χώρας. Ως προς την οργάνωση των σπουδών, αναφέρεται ότι οι σπουδαστές «δεν

υποχρεούνται εις την σπουδήν των επιστημών κατά ρητήν τάξιν, αλλά μένει εις την ελευθέραν εκάστου εκλογήν να ακούη καθ' οιανδήποτε προαιρείται ακολουθίαν των παραδόσεων των καθηγητών». Για τη διευκόλυνσή τους όμως οφείλει κάθε σχολή να συντάξει ένα σύντομο οδηγό σπουδών. Το σχέδιο ορίζει, τέλος, ότι οι σπουδαστές καταβάλλουν 10-20 δρχ. δίδακτρα τον χρόνο για κάθε μάθημα και ότι υποβάλλονται σε απολυτήριες μόνο εξετάσεις.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι η επιτροπή ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του διατάγματος του 1835, προτείνοντας ένα σχέδιο Κανονισμού που περιέγραφε συνοπτικά τον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολών. Εμφανής είναι ο προσανατολισμός του σχεδίου προς τα γερμανικά πρότυπα. Αν και οι σχολές είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη, το θεσμικό τους πλαίσιο όμως παραπέμπει κατευθείαν στα γερμανικά Πανεπιστήμια. Η επιλογή αυτή μπορεί να οφείλεται σε συγκεκριμένες προφορικές υποδείξεις της αρχιγραμματείας, ασφαλώς εξέφραζε όμως και την ίδια την επιτροπή, καθώς τα περισσότερα μέλη της είχαν γερμανική παιδεία και ήταν εύλογο να προτιμούν το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Το σχέδιο της επιτροπής δεν άρεσε, όπως ήταν φυσικό, στο υπουργείο Παιδείας, καθώς ήταν αντίθετο με το πνεύμα του σχεδίου Ραγκαβή. Τα σημεία που προκάλεσαν τις περισσότερες αντιρρήσεις του υπουργείου ήταν: η

45. Θεολογική : Θ. Φαρμακίδης, Μ. Αποστολίδης. Νομική : Χ. Κλωνάρης, Α. Πάικος, Δ. Σούτζος, Α. Πολυζωίδης, Γ. Ράλλης, Γοδεφρ. Φέδερ, Π. Σούτζος, Δ. Ραζής, Περ. Αργυρόπουλος, Κ. Προβελέγγιος, Ν. Δόσιος. Φιλοσοφική: Θ. Μανούσης, Λ. Ρος, Γ. Γεννάδιος, Ε. Ουλερίχος, I. Ψαράς, I. Νικολαΐδης Λεβαδεύς. Όπως βλέπουμε, στον κατάλογο περιλαμβάνονται και τα έξι μέλη της επιτροπής.

TEXT_PAGE_SHORT73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/74.gif&w=600&h=915

υπαγωγή των φυσικομαθηματικών επιστημών στη Φιλοσοφική, η παράλειψη από τον κατάλογο των μαθημάτων των σχολών «αντικειμένων μεγάλης σπουδαιότητας», η σχεδόν πλήρης έλλειψη ελέγχου του Πανεπιστημίου από το κράτος και η παραχώρηση στους καθηγητές του δικαιώματος να εκλέγουν οι ίδιοι τους κοσμήτορες (Doyens) των σχολών και τον πρύτανη (Recteur), η

απουσία από το σχέδιο του θεσμού του πανεπιστημιακού συμβουλίου (Conseil Universitaire), και τέλος η ανάθεση της διδασκαλίας αποκλειστικά σε καθηγητές που είχαν δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα46. Το υπουργείο Παιδείας, μολονότι αναγνώριζε τις οικονομικές αδυναμίες του κράτους, θεωρούσε ωστόσο ότι το τελευταίο αυτό μέτρο ήταν περιοριστικό, γι' αυτό πρότεινε στην Αντιβασιλεία να μπορούν να διορίζονται καθηγητές και πρόσωπα εκτός του δημοσιοϋπαλληλικού χώρου, ικανά να ανταποκριθούν στις διδακτικές ανάγκες του Πανεπιστημίου. Ανάμεσα στα προτεινόμενα πρόσωπα ήταν παλαιοί λόγιοι, όπως ο Ν. Βάμβας, ο Κ. Κούμας, ο Κ. Οικονόμος, αλλά και νέοι διανοούμενοι, όπως ο Ιω. Σούτσος, ο Γ. Μαυροκορδάτος, ο Κων. Νέγρης, ο Δ. Στρούμπος47.

Το σχέδιο της επιτροπής δεν είχε καλύτερη τύχη από εκείνη του σχεδίου Ραγκαβή. Η αρχιγραμματεία, λαμβάνοντας πιθανώς υπόψη και την κριτική του υπουργείου Παιδείας, δεν προχώρησε στην υλοποίησή του. Από τις τρεις σχολές που πρόβλεπε το διάταγμα του 1835 και το σχέδιο της επιτροπής,

αποφασίστηκε η ίδρυση μόνο ενός «Φιλολογικού σχολείου», με διευθυντή τον καθηγητή της Ιονίου Ακαδημίας Κων. Ασώπιο48. Και η απόφαση αυτή όμως

46. Βλ. τις παρατηρήσεις του υπουργείου Παιδείας σε έγγραφο με αρ. πρωτ. 2044/1023,7/19 Οκτ. 1835 (ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 6, έγγρ. 37· σχέδιο στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32).

47. Δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι τρία από τα προτεινόμενα πρόσωπα (Σούτσος, Μαυροκορδάτος και Νέγρης) ήταν γόνοι φαναριωτικών οικογενειών, όπως και οι επιτελείς του υπουργείου Παιδείας (I. Ρίζος Νερουλός και Ραγκαβής), και είχαν σπουδάσει στη Γαλλία. Διαφορετικές ήταν οι επιλογές της Επιτροπής του 1835. Συγκροτημένη κατά βάση από γερμανοτραφείς λογίους δεν φαίνεται να συμπαθούσε ιδιαιτέρως τους γαλλοτραφείς Φαναριώτες. Αρκετά στοιχεία για τους προτεινόμενους καθηγητές του υπό ίδρυση Πανεπιστημίου βλ. στο άρθρο του Δαυίδ Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο», ό.π., σ. 279 κ.εξ.

48. Βλ. το σχέδιο διατάγματος, αρ. πρωτ. 4079, 27 Σεπτ./9 Οκτ. 1835, στα ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 2, έγγρ. 5. Τρεις μέρες αργότερα ο υπουργός Παιδείας I. Ριζος Νερουλός και ο Κων. Ασώπιος συνυπέγραψαν υποσχετικό έγγραφο με το οποίο καθορίζονταν οι αποδοχές του Ασώπιου (6.000 δρχ. τον χρόνο) και η υποχρέωσή του «να μεταβή εις Ελλάδα διά να κάμη εναρξιν των χρεών του αμέσως μετά την αποπεράτωσιν του διδακτικού έτους εις Κέρκυραν, λήγοντος περί τα τέλη Ιουνίου 1836, και εί δυνατόν, και πρότερον» (έγγρ. με αρ. πρωτ. 2144,30 Σεπτ./12 Οκτ. 1835, ΓΑΚ, ό.π., έγγρ. 6).

TEXT_PAGE_SHORT74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/75.gif&w=600&h=915

δεν υλοποιήθηκε, καθώς ο Ασώπιος αρνήθηκε τελικά να έρθει στην Ελλάδα49. Η μόνη σχολή που δημιουργήθηκε την εποχή αυτή ήταν το λεγόμενο Ιατροχειρουργικό Σχολείο, το οποίο είχε ιδρυθεί, όπως είδαμε, τον Μάιο του 1835 και άρχισε να λειτουργεί στα τέλη του ίδιου χρόνου υπό την εποπτεία του Ιατροσυνεδρίου50.

49. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ασώπιος είχε κληθεί να κατεβεί στην Ελλάδα. Στα τέλη του 1833 είχε διοριστεί διευθυντής του Γυμνασίου και του Ελληνικού σχολείου του Ναυπλίου, με πρωτοβουλία φίλων του. Οι υποχρεώσεις του όμως στην Ιόνιο Ακαδημία και την κυβέρνηση των Ιονίων νήσων εμπόδισαν την κάθοδο του στην Ελλάδα (βλ. Φ. Γλύτσης, Χρ. Λούκος, Ελένη Μπελιά (επιμ.), Επιτομαί εγγράφων του βρεταννικού υπουργείου των Εξωτερικών, τ. Β', Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 9, Ακαδημία Αθηνών/ΚΕΙΝΕ, Αθήνα 1979, σ. 285-287 και Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 527-528· πβ. Αικ. Κουμαριανού, «Θ. Φαρμακίδης-Κ. Ασώπιος, Αλληλογραφία 18191832», Πρακτικά τον Δ' Πανιονίου Συνεδρίου: Κερκυραϊκά Χρονικά 23, 1980, σ. 168). Το ίδιο ατελέσφορη ήταν και η πρόσκλησή του στο υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο. Το 1835 επισκέπτεται την Αθήνα και συνυπογράφει το υποσχετικό που μνημονεύσαμε παραπάνω. Η επαφή του όμως με την ελληνική πραγματικότητα ήταν μάλλον απογοητευτική. «Αι παρά των εφημερίδων διασκορπισθείσαι φήμαι διά την ολίγην ασφάλειαν του τόπου μας», θα γράψει τον Ιούλιο του 1836 η εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος (αρ. 13,3/15 Ιουλ. 1836), τον έκαναν να αρνηθεί να έρθει στην Ελλάδα. Στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύεται και επιστολή του Ασώπιου προς το υπουργείο Παιδείας, στην οποία γράφει για τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας πού εμπνέει η κατάσταση της χώρας και καταλήγει λέγοντας ότι οι αιτίες αυτές «με φέρουσιν εις την δυσάρεστον ταύτην ανάγκην του να μήν ημπορώ να αποφασίσω να έλθω εις την Ελλάδα». Πβ. εφ. Η Αναγεννηθείσα Ελλάς, αρ. 9, 8/20 Ιουλ. 1836, όπου ο Ασώπιος επικρίνεται για την απόφασή του αυτή, και αρ. 19, 12/24 Αυγ. 1836, όπου απαντητική επιστολή του Ασώπιου από την Κέρκυρα. Βλ. για όλα αυτά και Στέφ. Μπέτης, Φιλητάς και Ασώπιος, οι διδάσκαλοι του γένους, Ιωάννινα 1991, σ. 181 κ.εξ.

50. Για το σχολείο αυτό βλ. Γερ. Η. Πεντόγαλος, Σχολεία ιατρικής παιδείας στην Ελλάδα. 1. Ιατροχειρουργικόν Σχολείον (1835-1837). 2. Χειρουργική Σχολή (1838-1840), Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1991, σ. 19-43.

TEXT_PAGE_SHORT75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/76.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

TEXT_PAGE_SHORT76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/77.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Οι διαδικασίες γύρω από την ίδρυση του Πανεπιστημίου και οι σχετικές καθυστερήσεις δημιούργησαν ένα κλίμα αδημονίας στη μικρή αθηναϊκή κοινωνία και κυρίως σε μια μερίδα διανοουμένων. Νέοι στην ηλικία, οι διανοούμενοι αυτοί είχαν σπουδάσει σε δυτικοευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και είχαν έρθει πρόσφατα στην Ελλάδα με τη φιλοδοξία να συμμετάσχουν στα δημόσια πράγματα. Κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η πίστη στην παιδεία και την επιστήμη και μια αισιόδοξη, ρομαντική ενατένιση του μέλλοντος του νεοσύστατου κράτους. Φορείς μοντέρνων αντιλήψεων και συνηθειών, θα έρθουν συχνά σε

αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και κυρίως με τη βαυαρική εξουσία, που θα τους κατηγορήσει για «υπέρμετρη αλαζονεία και εξωφρενικές απαιτήσεις», αλλά και για «επαναστατικές» αντιλήψεις. «Σύνθημά τους», θα γράψει το 1835 ο Maurer, «ήταν οι αχαλίνωτες ελευθερίες, έτσι που πουθενά αλλού στον κόσμο δεν έχουν μέχρι σήμερα εφαρμοσθεί, και πολύ λιγώτερο ταιριάζουν σ' ένα τόπο που τώρα πρωτοβγαίνει απ' τη σκλαβιά. Σήκωναν παντού κεφάλι, γεμάτοι έπαρση, σαν να ήταν τάχα αυ

τοί μονάχα οι πραγματικοί κήρυκες της ελευθερίας»1.

Για τους διανοούμενους αυτούς η δημόσια εκπαίδευση και ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο διάνοιγε ευοίωνες επαγγελματικές προοπτικές, καθώς μπορούσαν να ελπίζουν σε μια θέση καθηγητή ανάλογη προς την ειδικότητά τους. Ήταν

επόμενο, λοιπόν, να ενδιαφέρονται για το Πανεπιστήμιο και να περιμένουν με

ανυπομονησία την ίδρυσή του. Καθώς όμως οι σχετικές διαδικασίες καθυστερούσαν, ορισμένοι απ' αυτούς άρχισαν να διδάσκουν δωρεάν σε σχολεία της πρωτεύουσας πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα, υποδεικνύοντας έτσι έμμεσα στην πολιτεία ότι υπήρχε το απαραίτητο για τη λειτουργία του Πανεπιστημίου επιστημονικό προσωπικό και ότι έπρεπε να επισπευσθεί η ίδρυσή του.

1. Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 419.

TEXT_PAGE_SHORT77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/78.gif&w=600&h=915

Τον Ιούνιο του 1836 ο φαναριώτης νομικός Περικλής Αργυρόπουλος, σπουδασμένος στο Παρίσι, άρχισε να διδάσκει στο Γυμνάσιο της Αθήνας αστικό δίκαιο2. Τα μαθήματά του φαίνεται ότι παρακολουθούσε πυκνό ακροατήριο,

αποτελούμενο από νέους μαθητές αλλά και πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας. Ο τύπος της εποχής δεν θα παραλείψει να επαινέσει τα «πατριωτικά αισθήματα» του Αργυρόπουλου αλλά και τις δυσκολίες που συναντά στην προσπάθεια του «να ενδύση με φράσεις Ελληνικάς αντικείμενα ακόμη ασυνείθιστα εις την γλώσσαν μας»3. Το παράδειγμα του Αργυρόπουλου θα ακολουθήσει ο Λέων Μελάς, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1836 αρχισε να διδάσκει στο ίδιο Γυμνάσιο ποινικό δίκαιο4. Εκτός από τους δύο αυτούς, αναφέρεται ότι δίδαξαν νομικά μαθήματα ο Σπυρίδων Πήλληκας και ο Γεώργιος Μαυροκορδάτος : ο πρώτος στο Γυμνάσιο της Αθήνας και ο δεύτερος στο σπίτι του, όπου συγκέντρωνε «ευμαθείς νέους, εκ των δικαστικών μάλιστα υπαλλήλων, [και] εξήγει αυτοίς τον Γαλλικόν νόμον»5. Και οι τέσσερις θα διοριστούν αργότερα καθηγητές στο Πανεπιστήμιο6.

Η διδασκαλία νομικών μαθημάτων δείχνει, βέβαια, ότι οι περισσότεροι από τους διδάσκοντες είχαν κάνει νομικές σπουδές. Παράλληλα όμως υποδη-

2. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 6, 9/21 Ιουν. 1836 και αρ. 19, 24 Ιουλ./5 Αυγ. 1836· εφ. Αθηνά, αρ. 358, 5 Αυγ. 1836' Α. I. Κλάδος, Εφετηρίς, ό.π., σ. 154.

3. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, ό.π.

4. Στο ίδιο, αρ. 14, 7/19 Ιουλ. 1836 και Κλάδος, Εφετηρίς, ό.π.

5. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Β', σ. 31. Ο ίδιος αναφέρει εδώ ότι με αφορμή τα μαθήματα του Πήλληκα και του Μαυροκορδάτου ζήτησε και από άλλους λογίους (τον Προβελέγγιο, τον Δόσιο, τον Δομνάδο, τον Περ. Αργυρόπουλο) να κάνουν μαθήματα, ενώ συγχρόνως συνέταξε και Β. Διάταγμα, με το οποίο το υπουργείο Παιδείας ανέθετε σε έντεκα ανώτερους δημόσιους λειτουργούς να διδάξουν δημόσια επιστημονικά μαθήματα· η πρότασή του αυτή όμως, συνεχίζει, δεν εγκρίθηκε από τον Armansperg.

6. Εκτός από την Αθήνα, νομικά μαθήματα διδάσκονταν την ίδια εποχή στο Ναύπλιο και την Ερμούπολη. Στο Ναύπλιο δίδαξαν, πριν αλλά και λίγο μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου, οι Νικόλαος Μανιάκης, Εδ. Μάσσων, Λέων Μελάς, Κων. Τριανταφύλλης και Κων. Αξελός, ενώ στην Ερμούπολη ο Π. Πλατύς και ο Δημ. Σταυρινός. Βλ. Παν. I. Ζέπος, Η νεώτερα ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου, Αθήνα 1954, σ. 11-12 και του ίδιου, «Απαρχαί νομικής παιδείας εις το μετεπαναστατικόν Ναύπλιον», Πελοποννησιακά 16, 1985-86, σ. 8 κ.εξ.· βλ. επίσης εφ. Αθηνά, αρ. 496, 22 Δεκ. 1837 και Π.Σ.Ν.Σ., 14 Δεκ. 1837. Οι παραδόσεις του Π. Πλατύ γίνονταν στη λέσχη «Μουσείον» της Ερμούπολης (εφ. Αθηνά, αρ. 212,16 Ιαν. 1835, αρ. 218,6 Φεβρ. 1835 και αρ. 221, 16 Φεβρ. 1835 κ.εξ.), που είχε ιδρυθεί το 1833. Στην ίδια λέσχη δίδαξε και ο Νεόφ. Βάμβας φιλοσοφία και γενική ιστορία το 1834-1835 (Χιακόν Αρχείον, επιμ. Ιω. Βλαχογιάννη, τ. Ε', Αθήνα 1910, σ. 107· εφ. Αθηνά, αρ. 212,16 Ιαν. 1835, αρ. 218, 6 Φεβρ. 1835 και αρ. 224, 27 Φεβρ. 1835).

TEXT_PAGE_SHORT78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/79.gif&w=600&h=915

υποδηλώνει και το ενδιαφέρον του ακροατηρίου για τα νομικά μαθήματα, κάτι που δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Τα νομικά, τόσο ως θεωρία όσο και ως πρακτική, ήταν μια καινούρια και κατ' εξοχήν «χρήσιμη» επιστήμη σ' ένα κράτος που βρισκόταν στη φάση της θεσμικής του αναδιοργάνωσης και ήταν εύλογο να προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του κοινού. Εκτός από τα νομικά, υπήρξε και μια πρόταση για τη διδασκαλία μαθηματικών. Τον Ιούλιο του 1836 ο Κων. Νέγρης, γόνος της ομώνυμης φαναριώτικης οικογένειας, που είχε σπουδάσει στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού, ζήτησε από το υπουργείο Παιδείας την άδεια να διδάξει μαθηματικά, όχι όμως δωρεάν, όπως οι

άλλοι, αλλά με αμοιβή7. Η αίτησή του είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, καθώς μάς αποκαλύπτει κάτι από τη νοοτροπία ενός φαναριώτη διανοούμενου. Αναφερόμενος κατ' αρχήν στις σπουδές του στο Παρίσι, γράφει ότι «ο υποφαινόμενος (...) εδόθη με όλον τον ενδεχόμενον ζήλον εις την σπουδήν εκείνης της

επιστήμης την οποίαν εθεώρησεν ως την αναγκαιοτέραν εις πάσαν νεοσύστατον κοινωνίαν, ως την πρώτην βάσιν παντός είδους βιομηχανίας και ως το μόνον μέσον τελειοποιήσεως και των ατόμων μερικώς και της κοινωνίας γενικώς»: η επιστήμη αυτή είναι τα φυσικομαθηματικά. Συνεχίζοντας, αναφέρεται στις άριστες επιδόσεις του στην Πολυτεχνική Σχολή και στα μαθήματα που προτίθεται να διδάξει στην Ελλάδα, και επιλέγει με αρκετή δόση αυτοπεποίθησης αν όχι υπεροψίας : «ο υποφαινόμενος φρονεί λοιπόν ότι αι ειδικαί του γνώσεις είναι τόσον μοναδικαί εις την Ελλάδα και τόσον αναγκαίαι ώστε αν δεν ευρίσκετο ενταύθα έπρεπε να προσκληθή επισήμως διά να συντελέση εις την θετικήν εκπαίδευσιν του έθνους». Η πρόταση του Νέγρη δεν έγινε δεκτή από την κυβέρνηση, παρά τις ευνοϊκές συστάσεις του φαναριώτη υπουργού Παιδείας I. Ρίζου.

Τα ελεύθερα πανεπιστημιακά μαθήματα ήταν, ασφαλώς, ένας μοχλός πίεσης προς τους Βαυαρούς για τη δημιουργία Πανεπιστημίου, που ενίσχυε τις θέσεις του υπουργείου Παιδείας. Δεν αρκούσαν όμως αυτά. Παράλληλα έπρεπε να αναδειχθεί η αναγκαιότητα του Πανεπιστημίου και να δοθεί μια απάντηση σ' εκείνους που θεωρούσαν ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα για τη σύσταση ενός τέτοιου ιδρύματος, καθώς η κατώτερη και μέση εκπαίδευση βρίσκονταν σε χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης και δεν υπήρχαν οι απαραίτητες προ

ϋποθέσεις (φοιτητές, διδακτικό προσωπικό, υλικοτεχνική υποδομή κλπ.) για τη λειτουργία Πανεπιστημίου. Φορείς των αντιλήψεων αυτών ήταν παραδοσιακοί

7. Η αίτησή του βρίσκεται στα ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, με χρον. 21 Ιουλ. 1836.

TEXT_PAGE_SHORT79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/80.gif&w=600&h=915

σιακοί κυρίως λόγιοι που θεωρούσαν ότι το Πανεπιστήμιο έπρεπε να είναι το

επιστέγασμα ενός καλά θεμελιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος.

Τα επιχειρήματα αυτά θα αντικρούσει ο Κων. Νέγρης με δύο άρθρα του στη φιλελεύθερη εφημερίδα Αθηνά. Ένα έθνος, γράφει, θεωρείται «πεπαιδευμένον» όταν έχει «αριθμόν τινα ανθρώπων ανάλογον με τον αριθμόν των μελών του (ένα προς χιλίους παραδείγματος χάριν) κατά το μάλλον και ήττον

εξόχων εις διαφόρους τέχνας και επιστήμας, όταν έχη ακόμη άλλον τινα αριθμόν αναγκαίως μικρότερον από τον πρώτον εχόντων σοφίαν ειδικήν, ικανών δηλαδή να κάμωσι νέας ανακαλύψεις και να εκτείνωσι τα όρια της τέχνης η της επιστήμης εις της οποίας την καλλιέργειαν αφιέρωσαν την ζωήν των»8. Για τη διαμόρφωση της πνευματικής και επιστημονικής αυτής ελίτ είναι απαραίτητο το Πανεπιστήμιο, το οποίο μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τον βαθμό ανάπτυξης της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια, για τον φαναριώτη λόγιο δεν υπήρχαν εκπαιδευτικές προτεραιότητες. Πανεπιστήμιο μπορούσε να λειτουργήσει σε μια χώρα ακόμη και αν η παιδεία δεν είχε εξαπλωθεί στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Βέβαια, ο Νέγρης δεν ήταν αντίθετος με τη διάδοση της κατώτερης εκπαίδευσης, θεωρούσε όμως ότι

εκείνο που χαρακτήριζε μια πολιτισμένη χώρα ήταν ο βαθμός ανάπτυξης της

ανώτερης εκπαίδευσης. Ως παράδειγμα φέρνει τη Γαλλία, όπου ενώ «οι πλειότεροι των Γάλλων μήτε να γράψουν ηξεύρουν μήτε να αναγνώσουν», ωστόσο «ευρίσκεται επί κεφαλής της Ευρώπης κατά την γενικήν εκπαίδευσιν και πολιτισμόν του έθνους»9.

Στις θέσεις αυτές του Νέγρη είναι ευδιάκριτη μια ταξική αντίληψη της εκπαίδευσης, την οποία και αναλύει στην αρθρογραφία του, υποστηρίζοντας ότι κάθε κοινωνία έχει «τους αμαθείς της, τους εξόχους και τους ειδικούς της

άνδρας» και ότι «υψηλοτέρα παιδεία ισομερώς εξαπλωμένη, όχι μόνον είναι

αδύνατος και χιμαιρική ως αντιβαίνουσα εις την φύσιν του ανθρώπου, αλλά και επιβλαβής εις την κοινωνίαν»10. Αυτό που μάς ενδιαφέρει όμως περισσότερο εδώ είναι η άποψή του για το Πανεπιστήμιο και ειδικά για τις λειτουργίες που αυτό καλείται να επιτελέσει στην ελληνική κοινωνία. Όπως σημειώσαμε ήδη, ως πρώτιστο σκοπό του Πανεπιστημίου θεωρεί ο Νέγρης τη διαμόρφωση της πνευματικής και επιστημονικής ελίτ, πράγμα που αφορά βέβαια και την Ελλάδα. Συγχρόνως το Πανεπιστήμιο μπορεί «να διαχύση τα φώτα

8. εφ. Αθηνά, αρ. 342,6 Ιουν. 1836.

9. Στο ίδιο.

10. Στο ίδιο, αρ. 349, 4 Ιουλ. 1836.

TEXT_PAGE_SHORT80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/81.gif&w=600&h=915

και τας επιστήμας εις όλον το έθνος, να ανακαλέση εις την Ελλάδα τας από την αμάθειαν διωχθείσας τέχνας, να εμψύχωση την βιομηχανίαν, ήτις πάσχει μάλλον από έλλειψιν ιδεών παρά από έλλειψιν χρημάτων», να περιορίσει τις

αρνητικές συνέπειες που έχει για τις ελληνικές εθνικές και θρησκευτικές αξίες η φοίτηση των νέων σε ξένα Πανεπιστήμια, αλλά και κάτι ακόμη: να συμβάλει στη σύζευξη του ελεύθερου και του αλύτρωτου ελληνισμού. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Νέγρης, «άμα διασαλπισθή ότι εσυστήθη πανεπιστήμιον εις τας Αθήνας θέλετε ιδεί πανταχόθεν από όλας τας πόλεις της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και από αυτήν την Βλαχίαν και Μολδαβίαν πλήθος νέων συρρεόντων ενταύθα διά να ακούσωσι τα μαθήματα, οι οποίοι επανερχόμενοι εις τα ίδια και επιδεικνύοντες εις τους συγγενείς των τας γνώσεις τας οποίας

απέκτησαν εις την ελευθέραν Ελλάδα θέλουν βεβαίως διεγείρει εις τας καρδίας αυτών αισθήματα τείνοντα εις το να διατηρήσωσι την ηθικήν ολομέλειαν του Ελληνικού έθνους, αν όχι την πολιτικήν την οποίαν περιστάσεις βίαιοι κατεσπάραξαν»11. Στην τελευταία αυτή θέση διαγράφεται καθαρά ένα από τα βασικά στοιχεία της πανεπιστημιακής ιδεολογίας, που θα πρυτανεύσει στα

επόμενα χρόνια.

Κατά τον Νέγρη, λοιπόν, το Πανεπιστήμιο έχει σκοπό να παίξει σημαντικότατο ρόλο σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και εθνικής ζωής της χώρας. Γι' αυτό πρέπει να λειτουργήσει το συντομότερο, ανεξάρτητα από τον βαθμό ανάπτυξης των άλλων εκπαιδευτικών βαθμίδων. Ο ίδιος αποκρούει επίσης την

άποψη ότι το κράτος δεν έχει χρηματικούς πόρους και ότι δεν υπάρχουν νέοι ικανοί να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακά μαθήματα.

Οι απόψεις του Νέγρη δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σε ανώνυμο άρθρο, που δημοσιεύθηκε στην κυβερνητική εφημερίδα Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος μετά τη δημοσίευση του πρώτου άρθρου του, οι απόψεις του χαρακτηρίζονται αριστοκρατικές γιατί αποβλέπουν στη μόρφωση των ολίγων, αλλά και ως μη ρεαλιστικές, αφού η κατώτερη εκπαίδευση ήταν ακόμη ανοργάνωτη, δεν υπήρχαν άξιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και έλειπε η υλικοτεχνική εκείνη

υποδομή που ήταν απαραίτητη για τη διδασκαλία των φυσικομαθηματικών

επιστημών12. Η κριτική αυτή δεν ήταν ωστόσο ικανή να αποθαρρύνει τους νεαρούς διανοούμενους, που πίστευαν ότι οι συνθήκες ήταν ήδη ώριμες για την ίδρυση Πανεπιστημίου και ότι εκείνο που έλειπε ήταν μόνο η πολιτική βούληση

11. Στο ίδιο, αρ. 342,6 Ιουν. 1836.

12. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 9, 19 Ιουν./1 Ιουλ. 1836. Ανάλογες απόψεις διατυπώνονται και στην εφ. Η Αναγεννηθείσα Ελλάς, αρ. 4,20 Ιουν./2 Ιουλ. 1836.

TEXT_PAGE_SHORT81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/82.gif&w=600&h=915

ληση. Ανάλογες απόψεις επικρατούσαν βέβαια και στο υπουργείο Παιδείας, καθώς και σε ένα μέρος του τύπου με αντιβαυαρική πολιτική τοποθέτηση, που πίεζε την κυβέρνηση να επισπεύσει τις διαδικασίες ίδρυσης Πανεπιστημίου. «Σχέδια καθ' ημέραν», γράφει τον Νοέμβριο του 1836 η εφημερίδα Αθηνά, «σχέδια διορίζονται από τον αγαπώντα την παιδείαν του έθνους Γραμματέα μας επιτροπαί να κάμουν σχέδια έγιναν περί Ακαδημιών, σχέδια περί ειδικών σχολών κτλ. Πριν του Οκτωβρίου μας υπέσχετο ότι τουλάχιστον αι ειδικαί σχολαί ήθελον συσταθή, αλλ' ο μην ούτος παρήλθε, καθώς παρήλθον και

άλλοι και ούτε Ακαδημίας ούτε ειδικάς σχολάς βλέπομεν»13.

Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1836

Το κλίμα αυτό, σε συνδυασμό με τις πολιτικές συγκυρίες, φαίνεται ότι συνετέλεσε στην επίσπευση της ίδρυσης του Πανεπιστημίου. Έτσι, στα τέλη του 1836 αποφασίστηκε να δημοσιευθεί και να τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιο Ραγκαβή του 1834 για το Πανεπιστήμιο, καθώς και για τη μέση εκπαίδευση, αλλά με αρκετούς περιορισμούς. Όπως αναφέρεται σε σχέδιο διατάγματος, θα λειτουργήσουν προσωρινά τέσσερις σχολές : η Θεολογική, η Μαθηματικοφυσική, η Ιατρική και η Νομική· «περί συστάσεως της φιλολογικής και φιλοσοφικής σχολής θέλει γίνει μεταγενεστέρα σκέψις, και περιμένονται προτάσεις από την Γραμματείαν»14. Όσο για τις θέσεις του καθηγητικού προσωπικού, αποφασίζεται ότι προς το παρόν αυτές θα καλυφθούν κυρίως από ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους (μέλη του Ιατροσυνεδρίου, δικαστικούς υπαλλήλους κ.ά.). Τελικά όμως τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. Όπως σημειώνει ο Ραγκαβής, ο αρχικαγκελάριος Armansperg εστειλε στο υπουργείο Παιδείας «δύω πολύφυλλα διατάγματα γερμανιστί γεγραμμένα», που περιείχαν τους Κανονισμούς του Πανεπιστημίου και των σχολείων μέσης εκπαίδευσης, με τη διαταγή να μεταφραστούν στα ελληνικά15. Οι Κανονισμοί αυτοί συντάχθηκαν

εσπευσμένα και απείχαν πολύ από τις γνωστές προτάσεις Ραγκαβή. Παρά τις

13. εφ. Αθηνά, αρ. 384,4 Νοεμ. 1836.

14. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, σχέδιο διατάγματος με αρ. 18882, χωρίς χρονολογία. Από εσωτερικά τεκμήρια προκύπτει ότι συντάχθηκε μετά τις 13/25 Νοεμ. 1836. Η πρώτη από τις τέσσερις σχολές που αναφέρονται στο διάταγμα, η Θεολογική, είχε συσταθεί λίγο πριν με «διευθυντή» τον αρχιμανδρίτη Μισαήλ Αποστολίδη. Βλ. το σχετικό διάταγμα στα ΓΑΚ, ό.π., αρ. πρωτ. 16955,13/25 Νοεμ. 1836· πβ. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 55,8/20 Δεκ. 1836.

15. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, ό.π., τ. Β', σ. 31.

TEXT_PAGE_SHORT82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/83.gif&w=600&h=915

αρνητικές αντιδράσεις του υπουργείου Παιδείας, τελικά οι Κανονισμοί μεταφράστηκαν στα ελληνικά και δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 31ης Δεκεμβρίου 183616.

Η απόφαση αυτή του Armansperg φαίνεται ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό

αποτέλεσμα πολιτικών συγκυριών. Τον Μάιο του 1836 ο βασιλιάς Όθων είχε

αναχωρήσει για τη Βαυαρία, αναθέτοντας στον Armansperg εκτεταμένες πολιτικές αρμοδιότητες. Στο διάστημα αυτό οι σχέσεις του αρχικαγκελάριου με την αντιπολίτευση έφτασαν σε μεγάλη οξύτητα λόγω της αυταρχικής πολιτικής του και η θέση του φαινόταν προς το τέλος του 1836 αβέβαιη. Στο μεταξύ είχε αναγγελθεί η άφιξη του Όθωνα και ο Armansperg εσπευσε, κατά τη μαρτυρία του Ραγκαβή, κάνοντας μια επίδειξη έκτακτου οργανωτικού πνεύματος, «να πέμψη εις πάντα τα υπουργεία οία δήποτε δήθεν οργανιστικά διατάγματα»17. Ανάμεσα στα διατάγματα αυτά ήταν και εκείνα που αφορούσαν το Πανεπιστήμιο και τη μέση εκπαίδευση.

Η σύνταξη του πανεπιστημιακού Κανονισμού του 1836 αποδίδεται στον βαυαρό αξιωματούχο Maximilian Frey, μέλος του ανακτοβουλίου και στενό συνεργάτη του Armansperg18. Από το περιεχόμενο του Κανονισμού φαίνεται ότι ο Frey βασίστηκε σε γερμανικά πανεπιστημιακά πρότυπα, αλλά δεν είναι γνωστό ποιά ακριβώς ήταν αυτά19. Ένα μέρος του Κανονισμού, πάντως, αυτό που αναφέρεται στους φοιτητές (άρθρα 58-116), δείχνει να αντιγράφει βαυαρικά πρότυπα της εποχής, και συγκεκριμένα το «Καταστατικό για τους φοιτητές των ανώτερων σχολών του βασιλείου της Βαυαρίας» (1827)20. Ως προς τη σχέση του με τα προηγούμενα ελληνικά σχέδια για το Πανεπιστήμιο, ο Κα

ί 6. Διάταγμα «Περί συστάσεως πανεπιστημίου» (Κανονισμός του Πανεπιστημίου), Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 86, 31 Δεκ. 1836, σ. 446-457. Παρίσης, Συλλογή, τ. Α', σ. 19-39. Για τον Κανονισμό της μέσης εκπαίδευσης βλ. παραπάνω, σ. 53, σημ. 39.

17. Ραγκαβής, ό.π., σ. 32· πβ. Φ. Γλύτσης,Χρ. Λοθκος, Ελένη Μπελιά (επιμ.), Επιτομαί εγγράφων του Βρεταννικού Υπουργείου των Εξωτερικών, τ. Γ', 1836-1837, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας 9, Ακαδημία Αθηνών/ΚΕΙΝΕ, Αθήνα 1987, σ. 228.

18. Βλ. Λουδοβίκος Ρος, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), μετάφρ. Α. Σπήλιος, Αθήνα, Τολίδης, 1976, σ. 120-121' [Θ. Μανούσης], Περί Πανεπιστημίων εν γενεί, ό.π., σ. 27' εφ. Καρτερία, αρ. 272, 26 Φεβρ. 1848. Πβ. Βολφ Ζάιντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα. Η γένεση του νεοελληνικού κράτους και το καθεστώς του Όθωνα,

επιμ. Κ. Δ. Δεμερτζής, Αθήνα, Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1984, σ. 221 και Η.-Μ. Kirchner, Friedrich Thiersch, ό.π., σ. 89.

19. Στο ζήτημα αυτό αναφέρεται γενικά ο Η.-Μ. Kirchner, ό.π., σ. 87 κ.εξ.

20. Δημοσιεύεται στο G. Döllinger, Sammlung der im Gebiete der inneren Staats-Verwaltung des Königreichs Bayern bestehenden Verordnungen, aus den amtlichen Quellen geschöpft und systematisch geordnet, IX, Μόναχο 1838, σ. 254-270 («Satzungen für die Studierenden

TEXT_PAGE_SHORT83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/84.gif&w=600&h=915

Κανονισμός του 1836 απέχει πολύ, όπως είπαμε, από το σχέδιο Ραγκαβή. Παρουσιάζει όμως κάποιες ομοιότητες με το σχέδιο της Επιτροπής του 1835, που είχε στηριχθεί επίσης σε γερμανικά πρότυπα.

Ας δούμε τα κυριότερα χαρακτηριστικά του. Το Πανεπιστήμιο, αποκαλούμενο «Πανεπιστήμιον του Όθωνος», κατά τη γερμανική συνήθεια να δίνονται στα Πανεπιστήμια ονόματα ηγεμόνων, αποτελείται από τέσσερις σχολές : τη Σχολή των γενικών επιστημών (στην οποία περιλαμβάνονται οι φιλολογικές και φυσικομαθηματικές επιστήμες, αλλά και η γεωγραφία, η «καταστατική», η ιστορία κ.ά.), της θεολογίας, της ιατρικής και των νομικών και πολιτικών επιστημών. Οι καθηγητές κάθε σχολής απαρτίζουν «επιστημονικόν

ανεξάρτητον σύλλογον λογίων, ιδιαίτερον όμως από το σώμα του Πανεπιστημίου και μένοντα εις διηνεκή και οργανικόν μετ' αυτού σύνδεσμον» (άρθρο 3). Το Πανεπιστήμιο είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο· επιχορηγείται α

πό το Εκκλησιαστικό Ταμείο και υπόκειται στην επιτήρηση του υπουργείου Παιδείας, μέσω ενός κυβερνητικού επιτρόπου, ο οποίος συμμετέχει στις πανεπιστημιακές συνελεύσεις και έχει καθήκον «να επιβλέπη εις την ακριβή φυλακήν των διδομένων εις το Πανεπιστήμιον ορισμών» και «ν' αναφέρη τα δεοντα εις την προϊσταμένην αυτού αρχήν» (άρθρο 14). Εκτός από τα κύρια εκπαιδευτικά του καθήκοντα, το Πανεπιστήμιο θα αναπληρώνει και την «ακαδημία των επιστημών», που πρόκειται να ιδρυθεί στο μέλλον, ενώ συγχρόνως θα απαρτίζει και «συμβούλων εκπαιδευτικόν», το οποίο θα υποβάλλει «τας ιδέας του και τα εκ της πείρας αυτού εξαγόμενα» στο υπουργείο Παιδείας (άρθρο 6).

Η διεύθυνση και «αστυνομία» του Πανεπιστημίου ανατίθεται στον πρύτανη (Recteur), ενώ κάθε σχολής στον «σημάντορα» (doyen). Ο πρύτανης και οι σημάντορες των τεσσάρων σχολών αποτελούν το «συμβούλιον του πανεπι-

an den Hochschulen des Königreichs Bayern», 26 Νοεμβρίου 1827). Τη στενή σχέση των δύο κειμένων επισημαίνει η Konstantina Zormbala, «Die Gründung der Athener Universität 1837 durch die Bayern-nach Welchem "Deutschen" Modell?», Proceedings of the Symposium of the XVIIIth International Congress of History of Science at HamburgMunich, 1-9 August 1989: «Einsamkeit und Freiheit», neu Besichtigt. Universitatsreformen und Disziplinenbildung in Preussen als modelt fur Wissenschaftspolitik im Europades 19. Jahrhunderts, Στουτγάρδη 1991, σ. 271. Πραγματικά, από τη σύγκριση των δυο κειμένων γίνεται φανερό ότι τα άρθρα 58-116 του ελληνικού πανεπιστημιακού Κανονισμού του 1836, που αναφέρονται στις προϋποθέσεις εγγραφής των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, την πανεπιστημιακή διδασκαλία, τις οικονομικές υποχρεώσεις των φοιτητών, τΙς σχέσεις τους με τις πανεπιστημιακές αρχές, καθώς και τις «ακαδημιακές» ποινές, αντιγράφουν σχεδόν ακριβώς τα άρθρα 1-71 του παραπάνω βαυαρικού Καταστατικού.

TEXT_PAGE_SHORT84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/85.gif&w=600&h=915

πανεπιστημίου», το οποίο ασκεί τη διοίκηση του ιδρύματος (άρθρα 10-11). Οι αρχές αυτές θα διοριστούν για πρώτη φορά από τον βασιλιά- στο εξής όμως θα εκλέγονται κάθε χρόνο από τους καθηγητές (άρθρο 10). Κάτι ανάλογο προβλέπεται και για το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, το οποίο αποτελείται από τους καθηγητές (τακτικούς και έκτακτους), τους «διδάκτορες» και τους «διδασκάλους». Οι σχολές έχουν το δικαίωμα πέντε χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του Πανεπιστημίου να υποβάλλουν προτάσεις για τον διορισμό νέων καθηγητών (άρθρο 41). Η θέση των καθηγητών στο Πανεπιστήμιο είναι σχεδόν μόνιμη, αφού μετά από πέντε χρόνια επιτυχούς διδασκαλίας μόνο με δικαστική απόφαση μπορεί να χάσουν τη θέση τους (άρθρο 36). Ο Κανονισμός προβλέπει, τέλος, ότι και «ξένοι επίσημοι λόγιοι δύνανται να λάβουν θέσιν καθηγητού εις το πανεπιστήμιον», μετά από βασιλική έγκριση (άρθρο 43).

Για την εγγραφή των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο είναι απαραίτητο το

απολυτήριο Γυμνασίου (άρθρο 60). Για να μπορούν να παρακολουθήσουν ένα μάθημα πρέπει προηγουμένως να καταβάλουν στον διδάσκοντα ένα χρηματικό ποσόν ως δίδακτρα- απαλλαγή από τα δίδακτρα δικαιούνται μόνο οι «παντελώς» φτωχοί φοιτητές (άρθρα 49, 79, 80). Η διάρκεια των σπουδών καθορίζεται σε πέντε χρόνια, από τα οποία τα δύο αφιερώνονται στις γενικές

επιστήμες και τα τρία στις ειδικές (άρθρο 68). Στις πανεπιστημιακές παραδόσεις επικρατεί «εντελής ελευθερία, αλλ' οι καθηγηταί και διδάσκαλοι χρεωστούν να μη παρεκτρέπονται από τα υπό του νόμου υπαγορευόμενα», ενώ από την άλλη μεριά οι φοιτητές μπορούν να κανονίζουν οι ίδιοι την τάξη «καθ' ην θέλουσι προσκτάσθαι τας γνώσεις, τας οποίας επιθυμούσι να αποκτήσωσι ως αναγκαίας κατά την εξέτασιν προς επίτευξιν δημοσίου υπουργήματος» (άρθρα 52, 70).

ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που αναφέρονται στα παραπτώματα και τις ποινές των φοιτητών. Ενώ ο Κανονισμός αντιμετωπίζει γενικά με φιλελεύθερο πνεύμα το θέμα των σπουδών, από την άλλη μεριά είναι εξαιρετικά αυστηρός σε ό,τι αφορά το ήθος και τη συμπεριφορά των φοιτητών μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο. Κατ' αρχήν ο υποψήφιος φοιτητής πρέπει να έχει «άμεμπτον ήθος» και να δώσει έγγραφη υπόσχεση ότι «δεν θέλει εισέλθει εις κάμμίαν μυστικήν εταιρείαν, οποιονδήποτε σκοπόν έχη, και ότι αν έτυχεν ήδη τοιαύτης μέλος, παραιτείται αυτής από τούδε» (άρθρα 59,62). Δεν αρκούν όμως τα πιστοποιητικά και οι προκαταρκτικές δηλώσεις. Ο φοιτητής πρέπει να είναι σε όλη τη διάρκεια των σπουδών του κόσμιος και νομοταγής, να σέβεται τους δασκάλους του και τις αρχές του Πανεπιστημίου και κυρίως να αποφεύγει πράξεις και συμπεριφορές που αντίκεινται στην

TEXT_PAGE_SHORT85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/86.gif&w=600&h=915

ακαδημαϊκή του ιδιότητα και διαταράσσουν την πανεπιστημιακή και δημόσια τάξη. Ο κατάλογος των σχετικών «απαγορεύσεων» είναι εξαιρετικά εκτενής (άρθρα 101-116). Απαγορεύεται στους φοιτητές να καταστρέφουν τις ανακοινώσεις του Πανεπιστημίου, να τοιχοκολλούν έγγραφα χωρίς άδεια, να κάνουν μουσικές εκδηλώσεις και συλλαλητήρια, να παίζουν στο θέατρο, να απομακρύνονται χωρίς άδεια από την πόλη όπου βρίσκεται το Πανεπιστήμιο, να κάνουν ιδιαίτερες συνελεύσεις, να συγκεντρώνουν υπογραφές και να συγκροτούν «εταιρείες»: οι μόνες ανεκτές εταιρείες είναι εκείνες που έχουν σκοπό την απλή συναναστροφή και αλληλοβοήθεια, αλλά και αυτές χρειάζονται την

έγκριση των πανεπιστημιακών αρχών. Απαγορεύεται ακόμη στους φοιτητές να επισκέπτονται τους φυλακισμένους συμφοιτητές τους, να «προπέμπωσι τους παραιτηθέντας η αποβλήτους» από το Πανεπιστήμιο, να οπλοφορούν και να παίρνουν μέρος σε μονομαχίες. Το θέμα της μονομαχίας απασχολεί ιδιαίτερα τον Κανονισμό. Οκτώ άρθρα αναφέρονται στις ποινές που επιβάλλονται στους φοιτητές που χρησιμοποιούν το μέσο αυτό για να επιλύσουν τις διαφορές τους, και με την ευκαιρία αυτή περιγράφονται αναλυτικά οι διαδικασίες της μονομαχίας.

Οι ποινές που προβλέπει ο Κανονισμός για τους παραβάτες κλιμακώνονται, ανάλογα με τη σοβαρότητα του παραπτώματος, από την «πατρική προτροπή» και τη μυστική η δημόσια επίπληξη ως τη φυλάκιση και την αποβολή από το Πανεπιστήμιο (άρθρα 87 κ.εξ.). Στην τελευταία περίπτωση ο φοιτητής «στηλιτεύεται επί μελανής σανίδος» και η ποινή του γνωστοποιείται «εις τους γονείς, επιτρόπους και τα ξένα πανεπιστήμια μεθ' όσων το της Ελλάδος έχει σχέσεις».

Είναι φανερό ότι όλες αυτές οι απαγορεύσεις και οι ποινές -που αξίζει να σημειώσουμε ότι καλύπτουν το ένα τέταρτο των άρθρων του Κανονισμούελάχιστη σχέση είχαν με την ελληνική πραγματικότητα μέσα στην οποία θα λειτουργούσε το Πανεπιστήμιο. Ο νομοθέτης μεταφέρει εδώ κατά λέξη ή με

ελαφρές τροποποιήσεις τις αντίστοιχες διατάξεις του βαυαρικού Καταστατικού για τους φοιτητές (1827), το οποίο μνημονεύσαμε παραπάνω. Ανάλογες διατάξεις υπάρχουν στους Κανονισμούς και άλλων γερμανικών Πανεπιστημίων. Το θεσμικό αυτό πλαίσιο απηχεί τις προσπάθειες καταστολής του φιλελεύθερου κινήματος στα γερμανικά Πανεπιστήμια μετά το 1819.

Όπως είναι γνωστό, από τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα τα γερμανικά Πανεπιστήμια παίζουν σημαντικό ρόλο στην εθνική και πολιτική ζωή της χώρας. Το 1815 ιδρύεται στο Πανεπιστήμιο της Ιένας η φοιτητική ένωση Burschenschaft, που εξαπλώνεται γρήγορα σε ολόκληρη τη Γερμανία. Η ε-

TEXT_PAGE_SHORT86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/87.gif&w=600&h=915

νωση αυτή αποτέλεσε τον χώρο συγκέντρωσης «όλων των πατριωτικών στοιχείων, που ενδιαφέρονταν για τη μεταρρύθμιση του Κράτους και της κοινωνίας και ιδιαίτερα για την ενότητα της Γερμανίας»21. Πραγματικά, η γερμανική

εθνική ιδέα, συγκεχυμένη με ένα αίσθημα θρησκευτικότητας και με στοιχεία φιλελευθερισμού, συσπειρώνει και κινητοποιεί την εποχή αυτή τους φοιτητές όλων των γερμανικών Πανεπιστημίων. Μια μεγάλη πατριωτική εκδήλωση που οργανώνεται το 1817 στο Wartbourg από την Burschenschaft, στην οποία συμμετείχαν και πολλοί καθηγητές, και κυρίως η δολοφονία το 1819 στην Ιένα από τον φοιτητή Sand, μέλος της Burschenschaft, του ποιητή Kotzebue22, θα προκαλέσουν την έντονη αντίδραση των γερμανών ηγεμόνων και ιδιαίτερα του καγκελάριου της Αυστρίας Metternich, ο οποίος θεωρούσε τα Πανεπιστήμια εστίες

επαναστατικών ιδεών που απειλούσαν την κατεστημένη πολιτική τάξη. Μέσα στο κλίμα αυτό συνέρχονται τον Αύγουστο του 1819 στο Karlsbad, με πρωτοβουλία του Metternich, οι ηγέτες της Αυστρίας και των γερμανικών κρατών και παίρνουν αυστηρά μέτρα κατά των Πανεπιστημίων. Η ελευθερία της διδασκαλίας περιορίζεται, οι μυστικές εταιρείες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Burschenschaft, απαγορεύονται, τα Πανεπιστήμια μπαίνουν κάτω από την επιτήρηση ενός κυβερνητικού επιτρόπου23. Τα μέτρα αυτά αναδιαμόρφωσαν το θεσμικό πλαίσιο των γερμανικών Πανεπιστημίων24.

Αν για τα γερμανικά Πανεπιστήμια η κατασταλτική νομοθεσία είχε μια βάση, για το υπό ίδρυση ελληνικό Πανεπιστήμιο ήταν χωρίς νόημα, καθώς

21. St. d'Irsay, Histoire des Universités, ό.π., τ. Β', σ. 222.

22. Ο Kotzebue θεωρούνταν όργανο της Ρωσίας και συγγραφέας η εμπνευστής του γνωστού αντιδραστικού φυλλαδίου του Αλέξ. Στούρτζα κατά των γερμανικών Πανεπιστημίων (βλ. εδώ, σ. 38). Saint-René Taillandier, «Les Allemands en Russie et les Russes en Allemagne», Revue des Deux Mondes 7, 1854, σ. 679. Πβ. La Grande Encyclopédie, τ. 21, Παρίσι χ.χ., σ. 616.

23. Βλ. St. d'Irsay, ό.π., σ. 221 κ.εξ. και Félix Ponteil, L'éveil des nationalités et le mouvement libéral (1815-1848), Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1968, a. 111-112, 134-136 κ.ά.

24. Συγκρίνοντας κανείς τα καταστατικά κείμενα του Πανεπιστημίου του Μονάχου των ετών 1814 και 1827, διαπιστώνει ότι οι πειθαρχικές διατάξεις που αφορούν τους φοιτητές είναι πολύ πιο αυστηρές στο καταστατικό του 1827. Βλ. συγκριτικά J. Mederer-M. Permaneder, Annales almae literarum Universitatis Ingolstadii olim conditae inde autem primo huius seculi initio Landishutum posteaque Landishuto Monachium, μέρος V, Μόναχο 1859, σ. 623-627 και G. Döllinger, Sammlung, ό.π., σ. 254-270. Ανάλογες συντηρητικές τάσεις διαπιστώνονται και στη γαλλική πανεπιστημιακή νομοθεσία. Βλ. Α. de Beauchamp, Recueil des lois, ό.π., τ. I, σ. 524· πβ. St. d'Irsay, Histoire des Universités, ό.π., τ. II, σ. 231-233.

TEXT_PAGE_SHORT87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/88.gif&w=600&h=915

αναφερόταν σε μεγάλο βαθμό σε πράξεις και συμπεριφορές άγνωστες στην

ελληνική νεολαία. Θα μπορούσε βέβαια να υποθέσει κανείς ότι η μεταφορά των σχετικών διατάξεων στον Κανονισμό του ελληνικού Πανεπιστημίου είχε προληπτικό χαρακτήρα: ότι απέβλεπε, δηλαδή, στο να εμποδίσει να αναπτυχθούν στην ελληνική φοιτητική νεολαία ιδέες και πρακτικές «επικίνδυνες» για τα πανεπιστημιακά και τα δημόσια πράγματα. Στην πραγματικότητα όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της βιασύνης και της προχειρότητας με την οποία συντάχθηκε ο Κανονισμός.

Η δημοσίευση του Κανονισμού χαιρετίστηκε από τον κυβερνητικό τύπο με

ενθουσιασμό και εκφράσεις ευγνωμοσύνης προς τον νεαρό βασιλιά, «ο οποίος ηυδόκησε να χορηγήση [στο έθνος] με τοσαύτην δαψίλειαν όλα τα μέσα τα δυνάμενα να θεραπεύσωσι την δίψαν του προς την παιδείαν»25. Στο μεταξύ δημοσιεύθηκε και ο κατάλογος των πρώτων καθηγητών του ιδρύματος26 και όλα ήταν έτοιμα για τα εγκαίνια, που θα γίνονταν στις 20 Απριλίου 1837. Τελικά όμως το Πανεπιστήμιο δεν λειτούργησε με τον Κανονισμό αυτό. Επιστρέφοντας από τη Γερμανία τον Φεβρουάριο του 1837 ο Όθων απομάκρυνε τον Armansperg από τη θέση του και διόρισε πρόεδρο του υπουργικού συμβουλίου τον Ιγνάτιο yon Rudhart. Την απόλυση του Armansperg ακολούθησε η ακύρωση του Κανονισμού. Τον Απρίλιο του 1837 δημοσιεύθηκε διάταγμα που περιείχε ένα νέο «Προσωρινό Κανονισμό» του Πανεπιστημίου27, με βάση τον οποίο αυτό λειτούργησε από τον Μάιο του 1837.

Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1837

Η ακύρωση του Κανονισμού του 1836 δεν ήταν βέβαια άσχετη με την αποπομπή του Armansperg. Κυρίως όμως οφείλεται στο ότι αρκετές διατάξεις του θεωρήθηκαν από το περιβάλλον του Όθωνα ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα και βλαπτικές για την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου. Αυτή ήταν

άλλωστε και η διαπίστωση του υπουργού Παιδείας και των συμβούλων του, οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να είναι ικανοποιημένοι από τον Κανονισμό. Πραγματικά, λίγο μετά την αποπομπή του Armansperg, ο υπουργός Παιδείας

25. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, 19/31 Ιαν. 1837.

26. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 3, 24 Ιαν. 1837, σ. 11-12.

27. Στο ίδιο, αρ. 16, 24 Απρ. 1837, σ. 64-69" στις σ. 62-64 το διάταγμα «Περί συστάσεως του πανεπιστημίου» με τα ονόματα των καθηγητών του ιδρύματος. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 28-70.

TEXT_PAGE_SHORT88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/89.gif&w=600&h=915

δείας I. Ρίζος είχε εκφράσει σε έγγραφο του προς τον Όθωνα (Μάρτιος 1837) σοβαρές αντιρρήσεις για το περιεχόμενο και το πνεύμα του Κανονισμού και είχε ζητήσει την τροποποίησή του με βάση τις γνωστές προτάσεις του υπουργείου28. «Κάθε νόμος», γράφει, «οφείλει όχι μόνο να είναι θεωρητικά καλός από λογική άποψη, αλλά επίσης να είναι κατάλληλος για τη χώρα για την οποία έχει γίνει- να ανταποκρίνεται στα ήθη και τις συνήθειές της και να έχει ως αντικείμενο τις ανάγκες του έθνους, του οποίου επιδιώκει την πνευματική ανάπτυξη...». Η παρατήρηση αυτή αναφέρεται κυρίως στις πειθαρχικές διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες, κατά τον I. Ρίζο, όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά μπορούν να αποβούν και επικίνδυνες για την ελληνική νεολαία : «η απαρίθμηση παραπτωμάτων άγνωστων σχεδόν στη χώρα», επισημαίνει, «όχι μόνο είναι επιπόλαιη αλλά και βλαβερή, καθώς διατυπώνει ιδέες που ένας συνετός νομοθέτης θα έπρεπε να ξερριζώσει η να κάνει να ξεχαστούν στην περίπτωση που αυτές υπάρχουν». Στο ίδιο

έγγραφο ο υπουργός Παιδείας, εκδηλώνοντας έμμεσα τη διαφωνία του για τον μονομερή προσανατολισμό του Κανονισμού στα γερμανικά πρότυπα και

εμμένοντας στο σχέδιο Ραγκαβή, θα προτείνει και πάλι, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία Φυσικομαθηματικής Σχολής, ανεξάρτητης από τη Φιλοσοφική, και τη θέσπιση του πανεπιστημιακού συμβουλίου (Conseil Universitaire).

Ο υπουργός Παιδείας δεν περιορίστηκε στην κριτική του Κανονισμού του 1836. Παράλληλα υπέβαλε στον Όθωνα ένα αναλυτικό σχέδιο Κανονισμού του Πανεπιστημίου, που θα αντικαθιστούσε αυτόν του 183629. Ο συντάκτης του σχεδίου ακολουθεί σε γενικές γραμμές το σχέδιο Ραγκαβή του 1834, λαμβάνει όμως υπόψη του και τον Κανονισμό του 1836, ενσωματώνοντας σ αυτόν ορισμένα άρθρα του και απορρίπτοντας όσα έκρινε ότι ήταν ξένα η ανοίκεια προς την ελληνική πραγματικότητα. Έτσι, λείπει από το σχέδιο η πληθώρα των απαγορευτικών διατάξεων για τους φοιτητές και αμβλύνεται γενικά η

28. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, αρ. πρωτ. 11467/639,7/19 Μαρτ. 1837.

29. Το πρόχειρο σχέδιο του Κανονισμού σώζεται στα ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 10,

έγγρ. 10β, αρ. 26888, και φέρει τον τίτλο: «Διοργανισμός του Πανεπιστημίου». Τέσσερα φύλλα του σχεδίου αυτού είναι σπάραγμα από τον έντυπο Κανονισμό του 1836: πρόκειται για τα άρθρα 79-118, από τα οποία έχουν γίνει δεκτές ελάχιστες διατυπώσεις. Από το παραπάνω σχέδιο έγινε ένα αντίγραφο που φέρει πολλές διορθώσεις και διαγραφές, χρονολογημένο στις 14/26 Απρ. 1837 (ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, αρ. 20924). Από το τελευταίο προέκυψε ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 1837 με την υπογραφή του υπουργού Παιδείας Αναστ. Πολυζωίδη, ο οποίος διορίστηκε στη θέση του I. Ρίζου στις 12 Απριλίου 1837.

TEXT_PAGE_SHORT89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/90.gif&w=600&h=915

αστυνόμευση της φοιτητικής ζωής. Με τη λογική όμως της προσαρμογής στην

ελληνική πραγματικότητα δεν περνούν στο σχέδιο και ορισμένες φιλελεύθερες διατάξεις του Κανονισμού του 1836, για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω.

Για μια ακόμη φορά όμως το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας δεν ικανοποίησε τον Rudhart και τους συμβούλους του και κρίθηκε απαραίτητη η επεξεργασία του. Το έργο αυτό ανατέθηκε, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, στον γερμανό καθηγητή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στη Βόννη Christian August Brandis, ο οποίος είχε φτάσει στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1837 και είχε αναλάβει εκπαιδευτικές αρμοδιότητες30. Η επεξεργασία του σχεδίου του υπουργείου Παιδείας είχε δύο στόχους : από τη μια μεριά να προσαρμόσει το κείμενο στα γερμανικά πανεπιστημιακά πρότυπα31, αποφεύγοντας όμως τις υπερβολές του Κανονισμού του 1836, και από την άλλη να περιορίσει την έκτασή του. Μια εύγλωττη εικόνα των επεμβάσεων αυτών μας δίνει το ίδιο το σχέδιο του υπουργείου, πάνω στο οποίο έχει γίνει πλήθος διαγραφών, προσθηκών και τροποποιήσεων. Ο διορθωτής του σχεδίου διέγραψε κατ' αρχήν η τροποποίησε τα άρθρα εκείνα που παρέπεμπαν στο γαλλικό πανεπιστημιακό σύστημα. Έτσι, ο αριθμός των σχολών περιορίζεται σε τέσσερις (δεν προβλέπεται ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή) και καταργούνται θεσμοί όπως ο «Ανώτατος Σύλλογος» (Conseil Universitaire), ο διαγωνισμός για την εκλογή των καθηγητών, η διαβάθμιση των διπλωμάτων (πρωτοβάθμιος, λύτης, προλύτης) κ.ά. Συγχρόνως διαγράφονται και τα διδασκόμενα σε κάθε σχολή μαθήματα. Προφανώς, ο διορθωτής του σχεδίου έκρινε ότι ήταν πρόωρος, αν όχι και δεσμευτικός για το μέλλον, ο προσδιορισμός των μαθημάτων, όπως επίσης και των «κλάδων» κάθε σχολής. Όπως αναφέρεται στο τελικό, δημοσιευμένο κείμενο του Κανονισμού που προέκυψε από το σχέδιο32,

30. Για την άφιξη του Brandis στην Ελλάδα και τα καθήκοντά του βλ. Επιτομαί

εγγράφων του Βρεταννικού Υπουργείου των Εξωτερικών, ό.π., τ. Γ', σ. 581,595, 598,611, 636· πβ. εφ. Η Ελπίς, αρ. 34, 21 Φεβρ./4 Μαρτ. 1837 και Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 70, 2/14 Μαρτ. 1837. Σχετικά με την επεξεργασία του πανεπιστημιακού Κανονισμού από τον Brandis βλ. Επιτομαί εγγράφων, ό.π., σ. 611, εφ. Αθηνά, αρ. 482,27 Οκτ. 1837 και εφ. Αιών, αρ. 87,6 Αυγ. 1839 και αρ. 222, 29 Δεκ. 1840.

31. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο Brandis στηρίχθηκε σε Κανονισμούς πρωσικών Πανεπιστημίων (Konstantina Zormbala, «Die Gründung der Athener Universität», ό.π., σ. 271) και μάλιστα της Γοττίγγης (Franz Dölger, «Idee, Gestalt und Aufgabe der griechischen Universitäten», Universität und Modern Welt. Ein internationales Symposium. Herausgegeben von Richard Schwarz, Βερολίνο 1962, σ. 409-410· περίληψη στο περ. Νέα Εστία 72,1962, σ. 1196-1197). Το ζήτημα αυτό όμως χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

32. Βλ. παραπάνω, σημ. 29.

TEXT_PAGE_SHORT90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/91.gif&w=600&h=915

«η δήλωσις των εις εκάστην σχολήν ανηκόντων κλάδων, απόκειται εις τους ορισμούς των οριστικών διατυπώσεων του πανεπιστημίου, αι οποίαι εκδοθήσονται παρ' Ημών επομένως...» (άρθρο 3).

Με την ίδια λογική, της παραπομπής στις «οριστικές διατυπώσεις» του Πανεπιστημίου, αντιμετωπίζεται στο τελικό κείμενο του Κανονισμού και ένα

άλλο ζήτημα, το αν είναι «καταλληλότερον ή όχι, αντί της φιλοσοφικής σχολής, να τεθώσι δύο αλλαι, ή να διαιρεθή αυτή εις τμήματα, όταν ο αριθμός των μελών της περισσεύση» (άρθρο 3). Προφανώς, η επισήμανση αυτή σχετίζεται με την πρόταση του σχεδίου Ραγκαβή για τη δημιουργία Φυσικομαθηματικής Σχολής ανεξάρτητης από τη Φιλοσοφική. Τα παραδείγματα αυτά αλλά και το όλο πνεύμα του Κανονισμού δείχνουν ότι η λογική που πρυτάνευσε ήταν ότι το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ένα συνοπτικό αλλά και ευλύγιστο θεσμικό πλαίσιο, που θα άφηνε ανοιχτό το πεδίο για μελλοντικές διευθετήσεις· το πνεύμα αυτό αποτυπώνεται άλλωστε και στην ονομασία του Κανονισμού («Προσωρινός Κανονισμός»),

Συγκρίνοντας γενικά τον Κανονισμό του 1836 με αυτόν του 1837, παρατηρούμε ότι είναι προσανατολισμένοι και οι δύο σε γερμανικά πρότυπα, με τη διαφορά ότι ο δεύτερος είναι πιο ελαστικός από τον πρώτο και δείχνει μια τάση προσαρμογής στις ελληνικές συνθήκες. Η τάση αυτή όμως δεν οφείλεται μόνο στη θέληση του νομοθέτη αλλά και στην υιοθέτηση σχετικών προτάσεων του σχεδίου του υπουργείου Παιδείας. Έτσι, ο Κανονισμός του 1837, αντιγράφοντας ακριβώς το σχέδιο του υπουργείου, δεν περιέχει τις αυστηρές διατάξεις σχετικά με τη συμπεριφορά και τις πειθαρχικές ποινές των φοιτητών, που υπήρχαν στον Κανονισμό του 1836 αλλά δεν περιελήφθησαν, όπως είπαμε, στο σχέδιο του υπουργείου.

Ας δούμε αναλυτικότερα το περιεχόμενο του Κανονισμού του 1837. Το Πανεπιστήμιο υπόκειται στην άμεση επιτήρηση του υπουργείου Παιδείας. Οι σχολές είναι τέσσερις: της θεολογίας, των νομικών επιστημών, της ιατρικής και «της φιλοσοφίας και της άλλης εγκυκλίου παιδείας». Επικεφαλής του ιδρύματος είναι ο «πρύτανις» και των σχολών οι «σχολάρχαι» (άρθρο 27). Οι πέντε αυτοί αξιωματούχοι, μαζί με τον πρώην πρύτανη και τρεις καθηγητές,

αποτελούν το «συμβούλιον του πανεπιστημίου» (άρθρο 33). Ο πρύτανης και οι σχολάρχες προβλέπεται ότι θα διοριστούν για πρώτη φορά από τον βασιλιά. Στο εξής όμως η εκλογή των σχολαρχών θα γίνεται απευθείας από τους καθηγητές των σχολών, ενώ η εκλογή του πρύτανη από το σύνολο των καθηγητών, οι οποίοι θα προτείνουν στον βασιλιά δύο υποψήφιους για το αξίωμα αυτό (άρθρο 27). Στα σημεία αυτά ο Κανονισμός του 1837 αναπαράγει, με μι-

TEXT_PAGE_SHORT91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/92.gif&w=600&h=915

μικρές διαφορές, τα αντίστοιχα άρθρα του προηγούμενου Κανονισμού, όπως είχαν επαναδιατυπωθεί στο σχέδιο του υπουργείου Παιδείας. Εκείνο που λείπει από τον Κανονισμό του 1837 είναι ο θεσμός του κυβερνητικού επιτρόπου του Πανεπιστημίου, ο οποίος υπήρχε στον προηγούμενο Κανονισμό αλλά όχι στο σχέδιο του υπουργείου. Η κατάργηση του γερμανικού αυτού θεσμού,

αν δεν οφείλεται απλώς στην απουσία του από το σχέδιο του υπουργείου,

υποδηλώνει τη θέληση του νομοθέτη να διασφαλίσει το Πανεπιστήμιο από

εξωτερικές επεμβάσεις και να ενισχύσει την αυτονομία του. Το θέμα αυτό πάντως παραμένει ανοιχτό: «Περί του διορισμού ενός Βασιλικού επιτρόπου, η επιτροπής [υπαινίσσεται μάλλον τον θεσμό του «Ανωτάτου Συλλόγου»],

επιφυλαττόμεθα να αποφασίσωμεν», αναφέρεται στο άρθρο 32 του Κανονισμού.

Στο θέμα του διδακτικού προσωπικού ο Κανονισμός του 1837 επιστρέφει, κατά κάποιον τρόπο, στον Κανονισμό του 1836, αγνοώντας το σχέδιο του

υπουργείου Παιδείας. Οι καθηγητές διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: τους τακτικούς, τους επιτιμίους και τους εκτάκτους (άρθρο 9). Στην κατηγορία των

επιτιμίων καθηγητών, οι οποίοι δεν προβλέπονταν στον Κανονισμό του 1836,

εντάσσονται «άνδρες διαπρέποντες κατά τον νουν και παιδείαν, και έχοντες την ικανότητα και την προθυμίαν να συντελέσωσι κατά μέρος διά της συνεργείας των, συγκοινωνούντες ελευθέρως με το πανεπιστήμιον». Με τη ρύθμιση αυτή θα έλεγε κανείς ότι ο νομοθέτης επιδίωκε να ανοίξει το Πανεπιστήμιο σε προσωπικότητες της επιστήμης και των γραμμάτων, που θα είχαν μια ελεύθερη σχέση με το ίδρυμα. Ο κύριος σκοπός του θεσμού όμως, αν κρίνουμε από την εφαρμογή του, ήταν η πλήρωση ορισμένων τουλάχιστο εδρών με ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους. Οι τελευταίοι θα έπαιρναν ένα χαμηλό επιμίσθιο και με τον τρόπο αυτό θα περιορίζονταν οι δαπάνες του κράτους σε μισθούς. Ουσιαστικά, δηλαδή, με τον θεσμό των επιτιμίων επιστρέφουμε στις παλαιότερες κυβερνητικές θέσεις για τον διορισμό δημοσίων υπαλλήλων σε θέσεις καθηγητών. Εκτός από τους καθηγητές, ο Κανονισμός του 1837, όπως και ο προηγούμενος, προβλέπει και μια δεύτερη κατηγορία διδακτικού προσωπικού, τους «διδάκτορας των ιδιαιτέρων παραδόσεων της επαναλήψεως των μαθημάτων και των γλωσσών» (άρθρο 9). Η σχετική διατύπωση δεν είναι πολύ σαφής· περιλαμβάνονται πάντως εδώ οι «ιδιαίτεροι διδάσκαλοι» (βλ. άρθρο 10), που αντιστοιχούν στους υφηγητές των γερμανικών Πανεπιστημίων, και οι διδάσκαλοι ξένων γλωσσών33.

33. Διορίστηκε ένας μόνο τέτοιος διδάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Άφθονίδης (1782-

TEXT_PAGE_SHORT92
    TEXT_SEARCH_FORM
    TEXT_SEARCH_IN_BOOK
    TEXT_SEARCH_RESULTS
      TEXT_BOOK_LIST
        

        ιδρύονταν τρεις σχολές : Θεολογική, Νομική και Φιλοσοφική (στην οποία υπάγονταν και οι φυσικομαθηματικές επιστήμες). Κάθε μία θα αποτελούσε «σύλλογον ανεξάρτητον, υποκείμενον εις την εφορείαν της επί των Εκκλησιαστικών κ.τ.λ. Γραμματείας της Επικρατείας» και θα είχε επικεφαλής έναν «πρόεδρο»,

        εκλεγόμενο από τους καθηγητές της. Οι καθηγητές έπρεπε να είναι εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι και να διαμένουν στην Αθήνα. Στο σχέδιο αναγράφονται

        επίσης τα μαθήματα που θα διδάσκονται σε κάθε σχολή, καθώς και τα ονόματα των καθηγητών, που είναι δύο για τη Θεολογική, έντεκα για τη Νομική και

        έξι για τη Φιλοσοφική45. Οι διδασκόμενοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες : τους κανονικούς σπουδαστές και τους ακροατές. Οι σπουδαστές εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο με απολυτήριο Γυμνασίου η με ένα «αποδεικτικόν των γνώσεών των», το οποίο παίρνουν μετά από εξετάσεις σε ένα από τα Γυμνάσια της χώρας. Ως προς την οργάνωση των σπουδών, αναφέρεται ότι οι σπουδαστές «δεν

        υποχρεούνται εις την σπουδήν των επιστημών κατά ρητήν τάξιν, αλλά μένει εις την ελευθέραν εκάστου εκλογήν να ακούη καθ' οιανδήποτε προαιρείται ακολουθίαν των παραδόσεων των καθηγητών». Για τη διευκόλυνσή τους όμως οφείλει κάθε σχολή να συντάξει ένα σύντομο οδηγό σπουδών. Το σχέδιο ορίζει, τέλος, ότι οι σπουδαστές καταβάλλουν 10-20 δρχ. δίδακτρα τον χρόνο για κάθε μάθημα και ότι υποβάλλονται σε απολυτήριες μόνο εξετάσεις.

        Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι η επιτροπή ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του διατάγματος του 1835, προτείνοντας ένα σχέδιο Κανονισμού που περιέγραφε συνοπτικά τον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολών. Εμφανής είναι ο προσανατολισμός του σχεδίου προς τα γερμανικά πρότυπα. Αν και οι σχολές είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη, το θεσμικό τους πλαίσιο όμως παραπέμπει κατευθείαν στα γερμανικά Πανεπιστήμια. Η επιλογή αυτή μπορεί να οφείλεται σε συγκεκριμένες προφορικές υποδείξεις της αρχιγραμματείας, ασφαλώς εξέφραζε όμως και την ίδια την επιτροπή, καθώς τα περισσότερα μέλη της είχαν γερμανική παιδεία και ήταν εύλογο να προτιμούν το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα.

        Το σχέδιο της επιτροπής δεν άρεσε, όπως ήταν φυσικό, στο υπουργείο Παιδείας, καθώς ήταν αντίθετο με το πνεύμα του σχεδίου Ραγκαβή. Τα σημεία που προκάλεσαν τις περισσότερες αντιρρήσεις του υπουργείου ήταν: η

        45. Θεολογική : Θ. Φαρμακίδης, Μ. Αποστολίδης. Νομική : Χ. Κλωνάρης, Α. Πάικος, Δ. Σούτζος, Α. Πολυζωίδης, Γ. Ράλλης, Γοδεφρ. Φέδερ, Π. Σούτζος, Δ. Ραζής, Περ. Αργυρόπουλος, Κ. Προβελέγγιος, Ν. Δόσιος. Φιλοσοφική: Θ. Μανούσης, Λ. Ρος, Γ. Γεννάδιος, Ε. Ουλερίχος, I. Ψαράς, I. Νικολαΐδης Λεβαδεύς. Όπως βλέπουμε, στον κατάλογο περιλαμβάνονται και τα έξι μέλη της επιτροπής.