Συγγραφέας:Λάππας, Κώστας
 
Τίτλος:Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:39
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2004
 
Σελίδες:743
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:19ος αι.
 
Περίληψη:Στο βιβλίο αυτό διερευνώνται δύο κυρίως ζητήματα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 19ο αιώνα: πρώτον το θεσμικό του πλαίσιο και η οργάνωση των σπουδών και δεύτερον η συγκρότηση του φοιτητικού σώματος και η παρουσία των φοιτητών στην πανεπιστημιακή και εξωπανεπιστημιακή ζωή. Ειδικότερα εξετάζονται, μετά από μια σύντομη αναδρομή στην «προϊστορία» του Πανεπιστημίου, οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα στα χρόνια 1834-1837• τα αλλεπάλληλα σχέδια για την ίδρυση Πανεπιστημίου, ο πανεπιστημιακός Κανονισμός του 1837 με βάση τον οποίο λειτούργησε το ίδρυμα ως το 1911 και οι σχέσεις του με την αντίστοιχη γερμανική πανεπιστημιακή νομοθεσία• η θεσμική οργάνωση του Πανεπιστημίου, τα ιδεολογήματα γύρω από την αποστολή του, η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού, οι δυσλειτουργίες του θεσμικού πλαισίου του Πανεπιστημίου και οι αποτυχημένες προσπάθειες που γίνονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα για τη μεταρρύθμιση του ιδρυτικού Κανονισμού του. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αναφέρεται στους φοιτητές : στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών τους, τους Οδηγούς σπουδών, τις διπλωματικές εξετάσεις, τα εκπαιδευτικά τέλη και άλλα συναφή θέματα, με έμφαση στις θεωρητικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το όλο σύστημα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 48.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 88-107 από: 746
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/88.gif&w=600&h=915

αναφερόταν σε μεγάλο βαθμό σε πράξεις και συμπεριφορές άγνωστες στην

ελληνική νεολαία. Θα μπορούσε βέβαια να υποθέσει κανείς ότι η μεταφορά των σχετικών διατάξεων στον Κανονισμό του ελληνικού Πανεπιστημίου είχε προληπτικό χαρακτήρα: ότι απέβλεπε, δηλαδή, στο να εμποδίσει να αναπτυχθούν στην ελληνική φοιτητική νεολαία ιδέες και πρακτικές «επικίνδυνες» για τα πανεπιστημιακά και τα δημόσια πράγματα. Στην πραγματικότητα όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της βιασύνης και της προχειρότητας με την οποία συντάχθηκε ο Κανονισμός.

Η δημοσίευση του Κανονισμού χαιρετίστηκε από τον κυβερνητικό τύπο με

ενθουσιασμό και εκφράσεις ευγνωμοσύνης προς τον νεαρό βασιλιά, «ο οποίος ηυδόκησε να χορηγήση [στο έθνος] με τοσαύτην δαψίλειαν όλα τα μέσα τα δυνάμενα να θεραπεύσωσι την δίψαν του προς την παιδείαν»25. Στο μεταξύ δημοσιεύθηκε και ο κατάλογος των πρώτων καθηγητών του ιδρύματος26 και όλα ήταν έτοιμα για τα εγκαίνια, που θα γίνονταν στις 20 Απριλίου 1837. Τελικά όμως το Πανεπιστήμιο δεν λειτούργησε με τον Κανονισμό αυτό. Επιστρέφοντας από τη Γερμανία τον Φεβρουάριο του 1837 ο Όθων απομάκρυνε τον Armansperg από τη θέση του και διόρισε πρόεδρο του υπουργικού συμβουλίου τον Ιγνάτιο yon Rudhart. Την απόλυση του Armansperg ακολούθησε η ακύρωση του Κανονισμού. Τον Απρίλιο του 1837 δημοσιεύθηκε διάταγμα που περιείχε ένα νέο «Προσωρινό Κανονισμό» του Πανεπιστημίου27, με βάση τον οποίο αυτό λειτούργησε από τον Μάιο του 1837.

Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1837

Η ακύρωση του Κανονισμού του 1836 δεν ήταν βέβαια άσχετη με την αποπομπή του Armansperg. Κυρίως όμως οφείλεται στο ότι αρκετές διατάξεις του θεωρήθηκαν από το περιβάλλον του Όθωνα ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα και βλαπτικές για την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου. Αυτή ήταν

άλλωστε και η διαπίστωση του υπουργού Παιδείας και των συμβούλων του, οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να είναι ικανοποιημένοι από τον Κανονισμό. Πραγματικά, λίγο μετά την αποπομπή του Armansperg, ο υπουργός Παιδείας

25. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, 19/31 Ιαν. 1837.

26. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 3, 24 Ιαν. 1837, σ. 11-12.

27. Στο ίδιο, αρ. 16, 24 Απρ. 1837, σ. 64-69" στις σ. 62-64 το διάταγμα «Περί συστάσεως του πανεπιστημίου» με τα ονόματα των καθηγητών του ιδρύματος. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 28-70.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/89.gif&w=600&h=915

δείας I. Ρίζος είχε εκφράσει σε έγγραφο του προς τον Όθωνα (Μάρτιος 1837) σοβαρές αντιρρήσεις για το περιεχόμενο και το πνεύμα του Κανονισμού και είχε ζητήσει την τροποποίησή του με βάση τις γνωστές προτάσεις του υπουργείου28. «Κάθε νόμος», γράφει, «οφείλει όχι μόνο να είναι θεωρητικά καλός από λογική άποψη, αλλά επίσης να είναι κατάλληλος για τη χώρα για την οποία έχει γίνει- να ανταποκρίνεται στα ήθη και τις συνήθειές της και να έχει ως αντικείμενο τις ανάγκες του έθνους, του οποίου επιδιώκει την πνευματική ανάπτυξη...». Η παρατήρηση αυτή αναφέρεται κυρίως στις πειθαρχικές διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες, κατά τον I. Ρίζο, όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά μπορούν να αποβούν και επικίνδυνες για την ελληνική νεολαία : «η απαρίθμηση παραπτωμάτων άγνωστων σχεδόν στη χώρα», επισημαίνει, «όχι μόνο είναι επιπόλαιη αλλά και βλαβερή, καθώς διατυπώνει ιδέες που ένας συνετός νομοθέτης θα έπρεπε να ξερριζώσει η να κάνει να ξεχαστούν στην περίπτωση που αυτές υπάρχουν». Στο ίδιο

έγγραφο ο υπουργός Παιδείας, εκδηλώνοντας έμμεσα τη διαφωνία του για τον μονομερή προσανατολισμό του Κανονισμού στα γερμανικά πρότυπα και

εμμένοντας στο σχέδιο Ραγκαβή, θα προτείνει και πάλι, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία Φυσικομαθηματικής Σχολής, ανεξάρτητης από τη Φιλοσοφική, και τη θέσπιση του πανεπιστημιακού συμβουλίου (Conseil Universitaire).

Ο υπουργός Παιδείας δεν περιορίστηκε στην κριτική του Κανονισμού του 1836. Παράλληλα υπέβαλε στον Όθωνα ένα αναλυτικό σχέδιο Κανονισμού του Πανεπιστημίου, που θα αντικαθιστούσε αυτόν του 183629. Ο συντάκτης του σχεδίου ακολουθεί σε γενικές γραμμές το σχέδιο Ραγκαβή του 1834, λαμβάνει όμως υπόψη του και τον Κανονισμό του 1836, ενσωματώνοντας σ αυτόν ορισμένα άρθρα του και απορρίπτοντας όσα έκρινε ότι ήταν ξένα η ανοίκεια προς την ελληνική πραγματικότητα. Έτσι, λείπει από το σχέδιο η πληθώρα των απαγορευτικών διατάξεων για τους φοιτητές και αμβλύνεται γενικά η

28. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, αρ. πρωτ. 11467/639,7/19 Μαρτ. 1837.

29. Το πρόχειρο σχέδιο του Κανονισμού σώζεται στα ΓΑΚ, ΑΥΕΔΕ, θυρ. 1, φάκ. 10,

έγγρ. 10β, αρ. 26888, και φέρει τον τίτλο: «Διοργανισμός του Πανεπιστημίου». Τέσσερα φύλλα του σχεδίου αυτού είναι σπάραγμα από τον έντυπο Κανονισμό του 1836: πρόκειται για τα άρθρα 79-118, από τα οποία έχουν γίνει δεκτές ελάχιστες διατυπώσεις. Από το παραπάνω σχέδιο έγινε ένα αντίγραφο που φέρει πολλές διορθώσεις και διαγραφές, χρονολογημένο στις 14/26 Απρ. 1837 (ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 32, αρ. 20924). Από το τελευταίο προέκυψε ο Κανονισμός του Πανεπιστημίου που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 1837 με την υπογραφή του υπουργού Παιδείας Αναστ. Πολυζωίδη, ο οποίος διορίστηκε στη θέση του I. Ρίζου στις 12 Απριλίου 1837.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/90.gif&w=600&h=915

αστυνόμευση της φοιτητικής ζωής. Με τη λογική όμως της προσαρμογής στην

ελληνική πραγματικότητα δεν περνούν στο σχέδιο και ορισμένες φιλελεύθερες διατάξεις του Κανονισμού του 1836, για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω.

Για μια ακόμη φορά όμως το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας δεν ικανοποίησε τον Rudhart και τους συμβούλους του και κρίθηκε απαραίτητη η επεξεργασία του. Το έργο αυτό ανατέθηκε, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, στον γερμανό καθηγητή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στη Βόννη Christian August Brandis, ο οποίος είχε φτάσει στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1837 και είχε αναλάβει εκπαιδευτικές αρμοδιότητες30. Η επεξεργασία του σχεδίου του υπουργείου Παιδείας είχε δύο στόχους : από τη μια μεριά να προσαρμόσει το κείμενο στα γερμανικά πανεπιστημιακά πρότυπα31, αποφεύγοντας όμως τις υπερβολές του Κανονισμού του 1836, και από την άλλη να περιορίσει την έκτασή του. Μια εύγλωττη εικόνα των επεμβάσεων αυτών μας δίνει το ίδιο το σχέδιο του υπουργείου, πάνω στο οποίο έχει γίνει πλήθος διαγραφών, προσθηκών και τροποποιήσεων. Ο διορθωτής του σχεδίου διέγραψε κατ' αρχήν η τροποποίησε τα άρθρα εκείνα που παρέπεμπαν στο γαλλικό πανεπιστημιακό σύστημα. Έτσι, ο αριθμός των σχολών περιορίζεται σε τέσσερις (δεν προβλέπεται ανεξάρτητη Φυσικομαθηματική Σχολή) και καταργούνται θεσμοί όπως ο «Ανώτατος Σύλλογος» (Conseil Universitaire), ο διαγωνισμός για την εκλογή των καθηγητών, η διαβάθμιση των διπλωμάτων (πρωτοβάθμιος, λύτης, προλύτης) κ.ά. Συγχρόνως διαγράφονται και τα διδασκόμενα σε κάθε σχολή μαθήματα. Προφανώς, ο διορθωτής του σχεδίου έκρινε ότι ήταν πρόωρος, αν όχι και δεσμευτικός για το μέλλον, ο προσδιορισμός των μαθημάτων, όπως επίσης και των «κλάδων» κάθε σχολής. Όπως αναφέρεται στο τελικό, δημοσιευμένο κείμενο του Κανονισμού που προέκυψε από το σχέδιο32,

30. Για την άφιξη του Brandis στην Ελλάδα και τα καθήκοντά του βλ. Επιτομαί

εγγράφων του Βρεταννικού Υπουργείου των Εξωτερικών, ό.π., τ. Γ', σ. 581,595, 598,611, 636· πβ. εφ. Η Ελπίς, αρ. 34, 21 Φεβρ./4 Μαρτ. 1837 και Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, αρ. 70, 2/14 Μαρτ. 1837. Σχετικά με την επεξεργασία του πανεπιστημιακού Κανονισμού από τον Brandis βλ. Επιτομαί εγγράφων, ό.π., σ. 611, εφ. Αθηνά, αρ. 482,27 Οκτ. 1837 και εφ. Αιών, αρ. 87,6 Αυγ. 1839 και αρ. 222, 29 Δεκ. 1840.

31. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο Brandis στηρίχθηκε σε Κανονισμούς πρωσικών Πανεπιστημίων (Konstantina Zormbala, «Die Gründung der Athener Universität», ό.π., σ. 271) και μάλιστα της Γοττίγγης (Franz Dölger, «Idee, Gestalt und Aufgabe der griechischen Universitäten», Universität und Modern Welt. Ein internationales Symposium. Herausgegeben von Richard Schwarz, Βερολίνο 1962, σ. 409-410· περίληψη στο περ. Νέα Εστία 72,1962, σ. 1196-1197). Το ζήτημα αυτό όμως χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

32. Βλ. παραπάνω, σημ. 29.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/91.gif&w=600&h=915

«η δήλωσις των εις εκάστην σχολήν ανηκόντων κλάδων, απόκειται εις τους ορισμούς των οριστικών διατυπώσεων του πανεπιστημίου, αι οποίαι εκδοθήσονται παρ' Ημών επομένως...» (άρθρο 3).

Με την ίδια λογική, της παραπομπής στις «οριστικές διατυπώσεις» του Πανεπιστημίου, αντιμετωπίζεται στο τελικό κείμενο του Κανονισμού και ένα

άλλο ζήτημα, το αν είναι «καταλληλότερον ή όχι, αντί της φιλοσοφικής σχολής, να τεθώσι δύο αλλαι, ή να διαιρεθή αυτή εις τμήματα, όταν ο αριθμός των μελών της περισσεύση» (άρθρο 3). Προφανώς, η επισήμανση αυτή σχετίζεται με την πρόταση του σχεδίου Ραγκαβή για τη δημιουργία Φυσικομαθηματικής Σχολής ανεξάρτητης από τη Φιλοσοφική. Τα παραδείγματα αυτά αλλά και το όλο πνεύμα του Κανονισμού δείχνουν ότι η λογική που πρυτάνευσε ήταν ότι το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ένα συνοπτικό αλλά και ευλύγιστο θεσμικό πλαίσιο, που θα άφηνε ανοιχτό το πεδίο για μελλοντικές διευθετήσεις· το πνεύμα αυτό αποτυπώνεται άλλωστε και στην ονομασία του Κανονισμού («Προσωρινός Κανονισμός»),

Συγκρίνοντας γενικά τον Κανονισμό του 1836 με αυτόν του 1837, παρατηρούμε ότι είναι προσανατολισμένοι και οι δύο σε γερμανικά πρότυπα, με τη διαφορά ότι ο δεύτερος είναι πιο ελαστικός από τον πρώτο και δείχνει μια τάση προσαρμογής στις ελληνικές συνθήκες. Η τάση αυτή όμως δεν οφείλεται μόνο στη θέληση του νομοθέτη αλλά και στην υιοθέτηση σχετικών προτάσεων του σχεδίου του υπουργείου Παιδείας. Έτσι, ο Κανονισμός του 1837, αντιγράφοντας ακριβώς το σχέδιο του υπουργείου, δεν περιέχει τις αυστηρές διατάξεις σχετικά με τη συμπεριφορά και τις πειθαρχικές ποινές των φοιτητών, που υπήρχαν στον Κανονισμό του 1836 αλλά δεν περιελήφθησαν, όπως είπαμε, στο σχέδιο του υπουργείου.

Ας δούμε αναλυτικότερα το περιεχόμενο του Κανονισμού του 1837. Το Πανεπιστήμιο υπόκειται στην άμεση επιτήρηση του υπουργείου Παιδείας. Οι σχολές είναι τέσσερις: της θεολογίας, των νομικών επιστημών, της ιατρικής και «της φιλοσοφίας και της άλλης εγκυκλίου παιδείας». Επικεφαλής του ιδρύματος είναι ο «πρύτανις» και των σχολών οι «σχολάρχαι» (άρθρο 27). Οι πέντε αυτοί αξιωματούχοι, μαζί με τον πρώην πρύτανη και τρεις καθηγητές,

αποτελούν το «συμβούλιον του πανεπιστημίου» (άρθρο 33). Ο πρύτανης και οι σχολάρχες προβλέπεται ότι θα διοριστούν για πρώτη φορά από τον βασιλιά. Στο εξής όμως η εκλογή των σχολαρχών θα γίνεται απευθείας από τους καθηγητές των σχολών, ενώ η εκλογή του πρύτανη από το σύνολο των καθηγητών, οι οποίοι θα προτείνουν στον βασιλιά δύο υποψήφιους για το αξίωμα αυτό (άρθρο 27). Στα σημεία αυτά ο Κανονισμός του 1837 αναπαράγει, με μι-

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/92.gif&w=600&h=915

μικρές διαφορές, τα αντίστοιχα άρθρα του προηγούμενου Κανονισμού, όπως είχαν επαναδιατυπωθεί στο σχέδιο του υπουργείου Παιδείας. Εκείνο που λείπει από τον Κανονισμό του 1837 είναι ο θεσμός του κυβερνητικού επιτρόπου του Πανεπιστημίου, ο οποίος υπήρχε στον προηγούμενο Κανονισμό αλλά όχι στο σχέδιο του υπουργείου. Η κατάργηση του γερμανικού αυτού θεσμού,

αν δεν οφείλεται απλώς στην απουσία του από το σχέδιο του υπουργείου,

υποδηλώνει τη θέληση του νομοθέτη να διασφαλίσει το Πανεπιστήμιο από

εξωτερικές επεμβάσεις και να ενισχύσει την αυτονομία του. Το θέμα αυτό πάντως παραμένει ανοιχτό: «Περί του διορισμού ενός Βασιλικού επιτρόπου, η επιτροπής [υπαινίσσεται μάλλον τον θεσμό του «Ανωτάτου Συλλόγου»],

επιφυλαττόμεθα να αποφασίσωμεν», αναφέρεται στο άρθρο 32 του Κανονισμού.

Στο θέμα του διδακτικού προσωπικού ο Κανονισμός του 1837 επιστρέφει, κατά κάποιον τρόπο, στον Κανονισμό του 1836, αγνοώντας το σχέδιο του

υπουργείου Παιδείας. Οι καθηγητές διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: τους τακτικούς, τους επιτιμίους και τους εκτάκτους (άρθρο 9). Στην κατηγορία των

επιτιμίων καθηγητών, οι οποίοι δεν προβλέπονταν στον Κανονισμό του 1836,

εντάσσονται «άνδρες διαπρέποντες κατά τον νουν και παιδείαν, και έχοντες την ικανότητα και την προθυμίαν να συντελέσωσι κατά μέρος διά της συνεργείας των, συγκοινωνούντες ελευθέρως με το πανεπιστήμιον». Με τη ρύθμιση αυτή θα έλεγε κανείς ότι ο νομοθέτης επιδίωκε να ανοίξει το Πανεπιστήμιο σε προσωπικότητες της επιστήμης και των γραμμάτων, που θα είχαν μια ελεύθερη σχέση με το ίδρυμα. Ο κύριος σκοπός του θεσμού όμως, αν κρίνουμε από την εφαρμογή του, ήταν η πλήρωση ορισμένων τουλάχιστο εδρών με ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους. Οι τελευταίοι θα έπαιρναν ένα χαμηλό επιμίσθιο και με τον τρόπο αυτό θα περιορίζονταν οι δαπάνες του κράτους σε μισθούς. Ουσιαστικά, δηλαδή, με τον θεσμό των επιτιμίων επιστρέφουμε στις παλαιότερες κυβερνητικές θέσεις για τον διορισμό δημοσίων υπαλλήλων σε θέσεις καθηγητών. Εκτός από τους καθηγητές, ο Κανονισμός του 1837, όπως και ο προηγούμενος, προβλέπει και μια δεύτερη κατηγορία διδακτικού προσωπικού, τους «διδάκτορας των ιδιαιτέρων παραδόσεων της επαναλήψεως των μαθημάτων και των γλωσσών» (άρθρο 9). Η σχετική διατύπωση δεν είναι πολύ σαφής· περιλαμβάνονται πάντως εδώ οι «ιδιαίτεροι διδάσκαλοι» (βλ. άρθρο 10), που αντιστοιχούν στους υφηγητές των γερμανικών Πανεπιστημίων, και οι διδάσκαλοι ξένων γλωσσών33.

33. Διορίστηκε ένας μόνο τέτοιος διδάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Άφθονίδης (1782-

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/93.gif&w=600&h=915

Ως προς την επιλογή των καθηγητών, ο Κανονισμός προβλέπει, όπως και ο προηγούμενος, ότι μετά από πέντε χρόνια θα συμμετέχουν στην πλήρωση των κενών θέσεων και οι σχολές, παραπέμποντας στο μέλλον τον ακριβή τρόπο συμμετοχής τους στις σχετικές διαδικασίες (άρθρο 6). Τα ίδια περίπου πρόβλεπε και το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας, με τη διαφορά ότι σ' αυτό καθορίζονταν αναλυτικά και οι διαδικασίες επιλογής των καθηγητών. Όπως

έχουμε σημειώσει, η θέση του υπουργείου Παιδείας ήταν ότι η επιλογή των καθηγητών έπρεπε να γίνεται, όπως και στη Γαλλία, με το σύστημα του διαγωνισμού και όχι της επιλογής από κατάλογο υποψηφίων, όπως γινόταν στη Γερμανία. Ο υποψήφιος που θα εξασφάλιζε την έγκριση της πλειοψηφίας του

εκλεκτορικού σώματος θα καταλάμβανε την καθηγητική έδρα, ενώ οι «κατά σχετικήν εγκριθέντες πλειονοψηφίαν» θα έπαιρναν τον τίτλο των «μη ενεργεία καθηγητών» και θα είχαν κάποια πλεονεκτήματα στην περίπτωση που θα

έπαιρναν μέρος σε επόμενο διαγωνισμό- οι ίδιοι θα μπορούσαν επίσης, κατά τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, να αναπληρώνουν τους απόντες καθηγητές η να διορίζονται σε βοηθητικές έδρες. Η πρακτική αυτή του διαγωνισμού δεν πέρασε τελικά στον Κανονισμό του 1837.

Σχετικά με τους καθηγητές πάντα, υπάρχουν και ορισμένες άλλες αλλαγές που δείχνουν μια υποχώρηση από το φιλελεύθερο πνεύμα του Κανονισμού του 1836. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι δεν υπάρχουν στον νέο Κανονισμό τρία βασικά άρθρα, που αφορούσαν το πρώτο τη μονιμότητα των καθηγητών, το δεύτερο τη δυνατότητα διορισμού και ξένων επιστημόνων στο Πανεπιστήμιο και το τρίτο τα σχετικά με την «εντελή ελευθερίαν» που επικρατεί στις πανεπιστημιακές παραδόσεις. Το τελευταίο άρθρο υποκαθίσταται, κατά κάποιον τρόπο, από ένα άλλο σχετικό με την πανεπιστημιακή διδασκαλία, που προβλέπει απλώς ότι «ελεύθερον μένει εις έκαστον καθηγητήν να κανονίζη τα κατ' αυτήν [την διδασκαλίαν] ως προς το ίδιον μάθημα» (άρθρο 5). Για τις

ελλείψεις αυτές όμως δεν ευθύνεται μόνο ο συντάκτης του Κανονισμού του 1837. Το πρώτο από τα τρία άρθρα είχε διατηρηθεί στο σχέδιο του υπουργείου Παιδείας αλλά δεν περιλήφθηκε στον Κανονισμό, τα δύο άλλα όμως δεν είχαν ενσωματωθεί στο σχέδιο.

1868), τον Φεβρουάριο του 1846, με αντικείμενο τη διδασκαλία των ασιατικών γλωσσών (στην ίδια θέση είχε διοριστεί λίγο πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου ο Λουκάς Αργυρόπουλος, βλ. εδώ, σ. 143, σημ. 2). Ο Αφθονίδης δίδαξε τουρκική γλώσσα ως το 1850 και μετά από μια διακοπή, λόγω της τοποθέτησής του στην πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, ξαναδιορίστηκε το 1855. Βλ. ΓΑΚ, OA, ΥΕΠ, φάκ. 69, 70. Βιογραφικά του στην εφ. Αιών, αρ. 2317, 5 Φεβρ. 1868.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/94.gif&w=600&h=915

Σχετικά με τους φοιτητές, ο Κανονισμός του 1837 προβλέπει ότι για να

εγγραφεί ένας μαθητής στο Πανεπιστήμιο πρέπει να προσκομίσει απολυτήριο Γυμνασίου η, αν σπούδασε σε ιδιωτικό σχολείο η στο σπίτι του, «αποδεικτικόν εξετάσεως» από Γυμνάσιο (άρθρο 12). Προβλέπονται επίσης εκπαιδευτικά τέλη και δίδακτρα υπέρ του διδακτικού προσωπικού, τα οποία όμως χαρακτηρίζονται ως «μέτρια» (άρθρο 24), κάτι που δεν υπήρχε στον προηγούμενο Κανονισμό. Η σχετική διάταξη είναι αντιγραμμένη από το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας και απέβλεπε στο να περιορίσει το ύψος των διδάκτρων σε ένα επίπεδο ανεκτό για τις οικονομικές δυνατότητες των ελλήνων φοιτητών. Η διάρκεια των σπουδών καθορίζεται σε τρία χρόνια για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής και σε τέσσερα για τους φοιτητές των άλλων σχολών (άρθρο 17). Ως προς την οργάνωση των σπουδών, τέλος, ο Κανονισμός του 1837, όπως και ο προηγούμενος, παρέχει απόλυτη ελευθερία στους φοιτητές : είναι ελεύθεροι να διαλέξουν τον επιστημονικό κλάδο που επιθυμούν, καθώς και την τάξη με την οποία θα παρακολουθούν τα διάφορα μαθήματα, βοηθούμενοι σ' αυτό από τους οδηγούς σπουδών, που κάθε σχολή θα διανέμει στους νεοεγγραφόμενους (άρθρα 18,37). Ο μοναδικός έλεγχος των φοιτητών είναι οι εξετάσεις για την απόκτηση του πανεπιστημιακού διπλώματος, που γίνονται στο τέλος των σπουδών τους (άρθρο 20).

Ο Κανονισμός του 1837 έγινε δεκτός από τον τύπο της πρωτεύουσας με

εγκώμια αλλά και έντονες επικρίσεις34. Ο φιλοκυβερνητικός Ελληνικός Ταχυδρόμος δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του, τονίζοντας ότι σε σύγκριση με τον προηγούμενο ο νέος Κανονισμός είναι «ελεύθερος όλων εκείνων των ξενικών θεσμοθεσιών, απορροιών άλλων αιώνων, δι' ων το πανεπιστήμιον απετέλει κοινωνίαν εν τη κοινωνία και αρχήν εν τη αρχή» και διευθετεί με τον καλύτερο τρόπο τα πανεπιστημιακά ζητήματα35. Αντίθετα, ο αντιπολιτευόμενος τύπος ήταν ιδιαίτερα επικριτικός. Η κριτική του επικεντρώνεται στο γεγονός ό

τι η σύνταξή του δεν έγινε από το υπουργείο Παιδείας αλλά από βαυαρούς συμβούλους του Όθωνα. «Είμεθα πεπεισμένοι», γράφει η Αθηνά, «ότι το διάταγμα τούτο το περί του νέου προσωπικού του Πανδιδακτηρίου εχαλκεύθη εις το ανακτοβούλιον από τους πολυμαθείς και περιπύστους ανακτοβούλους κυρίους Ρουόχάρτον, Φράην και συντροφίαν, και εις την γερμανικήν μάλιστα

34. Για την κριτική του τύπου στον Κανονισμό του 1837, όπως και στον προηγούμενο, βλ. γενικά Μιχ. Στασινόπουλος, Τα πρώτα βήματα της ανωτάτης παιδείας μετά την

απελευθέρωσιν, Αθήνα 1971, σ. 28-29,61-62,65 κ.εξ., και εδώ, α. 144-145.

35. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, 4/16 Μαΐου 1837.

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/95.gif&w=600&h=915

γλώσσαν, διότι φαίνεται ότι είναι μετάφρασις»36. Η κριτική της εφημερίδας

επεκτείνεται και στην πολιτική συμπεριφορά των «ανακτοβούλων», υποστηρίζοντας ότι αντιμετωπίζουν τους Έλληνες ως «Βελδουΐνους», ενώ δεν εξαιρεί ούτε τον «φρόνιμον» Αναστάσιο Πολυζωίδη, ο οποίος είχε διοριστεί πρόσφατα υπουργός Παιδείας, στη θέση του I. Ρίζου, και είχε υπογράψει τα διατάγματα για το Πανεπιστήμιο.

Όπως βλέπουμε, η κριτική της Αθηνάς δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το Πανεπιστήμιο αλλά τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν στη σύνταξη του Κανονισμού του. Δεν έλειψε όμως από άλλες πλευρές και η αμφισβήτηση του ίδιου του θεσμού. Με άρθρο της η αντιπολιτευόμενη εφημερίδα Ελπίς, αφού χαρακτηρίσει τα ιδρυτικά διατάγματα ως δημιουργήματα «ανθρώπων αλλοεθνών (...) φαντασθέντων, ότι δύνανται να διοικήσωσιν έθνος ζωηρόν, αγχίνουν, μεγαλοφυές και εκ της λαμπροτέρας των επαναστάσεων εξελθόν», καταλήγει στη διαπίστωση ότι η ίδρυση του Πανεπιστημίου δεν είναι παρά μια «αγυρτική επίδειξις» (charlatanisme) των Βαυαρών, με την οποία προσπαθούν «να φενακίσωσι τους μωροπίστους ως προς τα πράγματα της Ανατολής Ευρωπαίους και να εμπαίξωσι και την διψώσαν επιστημονικήν εκπαίδευσιν νεολαίαν μας»37. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, η εφημερίδα επαναφέρει το ζήτημα των προτεραιοτήτων στην οργάνωση της εκπαίδευσης για να απορρίψει το Πανεπιστήμιο με τα γνωστά επιχειρήματα: ότι δεν υπάρχουν ακόμη καλά οργανωμένα Γυμνάσια και τεχνικά σχολεία, ότι λείπουν τα απαραίτητα βιβλία, ότι δεν υπάρχουν βιβλιοπωλεία, ότι ο τύπος βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο, και γενικά ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη για τη λειτουργία ενός τέτοιου ιδρύματος υποδομή. Αντί για Πανεπιστήμιο, υποστηρίζει, θα ήταν προτιμότερη η ίδρυση Γυμνασίων, που θα λειτουργούν υπό τη διεύθυνση των «εθνοδιδασκάλων» μας : του Οικονόμου, του Καίρη, του Δούκα, του Φαρμακίδη, του Γεννάδιου.

Οι θέσεις αυτές φαίνεται να απηχούν τις απόψεις ενός κύκλου παραδοσιακών λογίων, που αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό τους νεωτερισμούς της ελληνικής πολιτείας στην εκπαίδευση. Θεσμός του αστικού κράτους που ξεπερνούσε τα παλαιά εκπαιδευτικά σχήματα και με μια δυναμική που εμπεριείχε τον κίνδυνο της ανατροπής, το Πανεπιστήμιο δύσκολα συμβιβαζόταν με εκπαιδευτικές αντιλήψεις και νοοτροπίες ενός όχι πολύ μακρινού παρελθόντος, όπου κυριαρχούσε η εξιδανικευμένη μορφή του «διδασκάλου του γένους».

36. εφ. Αθηνά, αρ. 431, 28 Απρ. 1837.

37. εφ. Η Ελπίς, αρ. 51,6/18 Μαΐου 1837.

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/96.gif&w=600&h=915

Με τη δημοσίευση του Κανονισμού του 1837 ολοκληρώνεται μια σειρά προσπαθειών, συζητήσεων και αντιπαραθέσεων που είχαν αρχίσει πριν από τέσσερα χρόνια. Ο Κανονισμός αυτός, βασισμένος σε γερμανικά πρότυπα, θα

αποτελέσει το πλαίσιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου επί 75 χρόνια και θα σφραγίσει την ιστορία του. Η επιλογή των γερμανικών προτύπων δεν ήταν βέβαια τυχαία: η παρουσία των Βαυαρών στην Ελλάδα έπαιξε, όπως ήταν φυσικό, καθοριστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό. Ο προσανατολισμός όμως προς τη Γερμανία δεν ήταν μόνο επιλογή των Βαυαρών. Ήταν συγχρόνως και επιλογή ενός μεγάλου τμήματος ελλήνων διανοουμένων που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και την Αυστρία, πριν και κατά την Επανάσταση, και ήταν εξοικειωμένοι με το γερμανικό πανεπιστημιακό σύστημα : ένα φιλελεύθερο σύστημα που έδινε έμφαση στη θεωρητική κατάρτιση και μάλιστα στην κλασική παιδεία και που αναγνωριζόταν ως το πιο επιτυχημένο στην Ευρώπη. Οι διανοούμενοι αυτοί επιστρέφοντας στην Ελλάδα έγιναν οι θερμότεροι κήρυκες της γερμανικής πανεπιστημιακής φιλοσοφίας. Υπήρχε επομένως ένα κλίμα που ευνοούσε την υιοθέτηση γερμανικών προτύπων.

Η επιλογή αυτή δεν ήταν βέβαια η μόνη δυνατή. Το παράδειγμα του Ραγκαβή δείχνει ότι υπήρχαν και κάποιοι που προτιμούσαν ένα συνδυασμό των γερμανικών και γαλλικών προτύπων, και πάντως ένα Πανεπιστήμιο πιο συγκεντρωτικό και με πρακτικότερη κατεύθυνση, πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο θα

ανταποκρινόταν περισσότερο στις ελληνικές συνθήκες. Η πρόταση αυτή όμως υποθέτω ότι εκπροσωπούσε μια σχετικά μικρή μερίδα διανοουμένων και δεν είχε πολλές ελπίδες να επιβληθεί. Πέρα από το γερμανικό και το γαλλικό πανεπιστημιακό σύστημα υπήρχε βέβαια και το αγγλικό, το οποίο όμως δεν γνωρίζουμε να απασχόλησε καν τους ιθύνοντες, και γιατί ήταν έξω από τους ορίζοντες και τα ενδιαφέροντα της ελληνικής λογιοσύνης, αλλά και γιατί ίσως η αριστοκρατική δομή του δεν ανταποκρινόταν στις ελληνικές κοινωνικές συνθήκες. Όσο για τους ενδοιασμούς σχετικά με την πρόωρη ίδρυση Πανεπιστημίου, αυτοί είχαν μάλλον περιορισμένη απήχηση. Η πεποίθηση ότι το νεότευκτο ελληνικό κράτος χρειαζόταν από την αρχή ένα πλήρες εκπαιδευτικό σύστημα, ανάλογο με τα δυτικοευρωπαϊκά, και τα ιδεολογήματα που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται σχετικά με την αποστολή του Πανεπιστημίου σε

ένα εθνικό κράτος δεν άφηναν περιθώρια για καθυστερήσεις.

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/97.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/98.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/99.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A' ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Με τη δημοσίευση του Κανονισμού του Πανεπιστημίου τον Απρίλιο του 1837 και τον διορισμό του διδακτικού προσωπικού ολοκληρώθηκαν οι τυπικές διαδικασίες ίδρυσης του Πανεπιστημίου και δεν απέμενε παρά η έναρξη της λειτουργίας του. Στο μεταξύ το υπουργείο Παιδείας είχε φροντίσει για τη στέγασή του. Από τον Μάρτιο του 1837 είχε νοικιάσει, μετά από αναζητήσεις σε μια πόλη με λίγα μεγάλα και κατάλληλα οικήματα, το σπίτι του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, στους πρόποδες της Ακρόπολης, με ετήσιο μίσθωμα 5.500 δρχ. και με την υποχρέωση του ιδιοκτήτη να το διασκευάσει για τις ανάγκες της διδασκαλίας, κατασκευάζοντας τρεις αίθουσες παραδόσεως1. Μετά την

εξασφάλιση της στέγης οι πανεπιστημιακές αρχές εξέδωσαν στα τέλη Απριλίου το πρόγραμμα μαθημάτων κάθε σχολής και όλα ήταν έτοιμα για τα εγκαίνια του Πανεπιστημίου, που ορίστηκαν για τις 3 Μαΐου 1837.

Η τελετή των εγκαινίων οργανώθηκε με κάθε επισημότητα, όπως ταίριαζε σε ένα ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Στην τελετή είχαν κληθεί να παραστούν, σύμφωνα με το έντυπο πρόγραμμα που κυκλοφόρησε2, ο βασιλιάς με τους υπασπιστές του, οι μαθητές των σχολείων της πρωτεύουσας, οι οποίοι θα παρατάσσονταν «εκατέρωθεν της οδού κατά τας τάξεις των κρατούντες εις τας χείρας των κλάδους ελαίας», οι δημόσιες και εκκλησιαστικές αρχές, το δι-

1. Για το πρώτο, παλαιό Πανεπιστήμιο, βλ. Γιάννης Βλαχογιάννης, «Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Σκηνές ζωντανές από την ιστορία του», Νέα Εστία 22, 1937, σ. 18041805· Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, «Νεότερα στοιχεία για το παλιό Πανεπιστήμιο», Αρχαιολογία, τχ. 17, Σεπτ.-Νοέμ. 1985, σ. 51-55, όπου και η προγενέστερη βιβλιογραφίαπβ. της ίδιας, «Το σπίτι του Κλεάνθη στο Ριζόκαστρο», στον τόμο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1837-1987, Κατάλογος έκθεσης ενθυμημάτων, Αθήνα 1987, σ. 21-23. Για τη στέγαση του Πανεπιστημίου είχε προταθεί αρχικά ένα σπίτι στην οδό Πειραιώς (οίκημα Βλαχούτση)· η σχετική πρόταση όμως απορρίφθηκε επειδή το οίκημα θεωρήθηκε «ως απέχον πολύ της πόλεως» (Γ. Βλαχογιάννης, ό.π., σ. 1804).

2. Γ. Βλαχογιάννης, ό.π., σ. 1841 και Κατάλογος έκθεσης ενθυμημάτων, ό.π., σ. 35.

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/100.gif&w=600&h=915

διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου και οι πρώτοι «φοιτηταί των διαφόρων σχολών». Η τελετή θα άρχιζε με αγιασμό και θα ακολουθούσε η ορκωμοσία των καθηγητών. Κάπως έτσι φαίνεται ότι έγιναν τα πράγματα3. Το σημαντικότερο μέρος της τελετής, πάντως, κάλυψαν οι λόγοι που εκφώνησαν οι πέντε εκπρόσωποι του Πανεπιστημίου : ο πρύτανης Κωνσταντίνος Σχινάς και οι σχολάρχες Νεόφυτος Βάμβας της Φιλοσοφικής, Μισαήλ Αποστολίδης της Θεολογικής, Γεώργιος Ράλλης της Νομικής και Αναστάσιος Γεωργιάδης Λευκίας της Ιατρικής4.

Στους λόγους αυτούς πλεονάζει, βέβαια, ο πανηγυρικός τόνος. Οι ομιλητές χρησιμοποιούν όλους τους κοινούς τόπους της ρητορείας για να εξάρουν τη σημασία του Πανεπιστημίου για το παρόν και το μέλλον της χώρας και ιδιαίτερα τους στενούς δεσμούς του με την κλασική αρχαιότητα, πηγή και πρότυπο κάθε πνευματικής δημιουργίας. Το Πανεπιστήμιο είναι το «προσφιλές

ενδιαίτημα» των Μουσών5, η συνέχεια της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου του Αριστοτέλη, το μέσο για την επαναφορά στην Ελλάδα της παιδείας και του πολιτισμού που είχαν εκδιωχθεί επί αιώνες από την αρχαία κοιτίδα τους. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου αποδείκνυε ακριβώς την πνευματική συνέχεια του νέου με τον αρχαίο ελληνισμό. Οι αναφορές αυτές συνοδεύονται από τα απαραίτητα εγκώμια και κολακείες προς τον παριστάμενο νεαρό βασιλιά. Η εγκαθίδρυση του Πανεπιστημίου είναι, κατά τον Βάμβα, το «ενδοξότερον πάντων των εις τον πιστόν λαόν του δωρημάτων του Βασιλέως ημών»,

ενώ, κατά τον Σχινά, είναι ένα γεγονός σχεδόν Ισάξιο με το «πρώτον μέγα και λαμπρόν εις την παγκόσμιον ιστορίαν φαινόμενον»: τη σύσταση της ελληνικής μοναρχίας υπό τον Όθωνα6.

3. Βλ. περιγραφές της τελετής στον τύπο της εποχής: εφ. Αθηνά, αρ. 433, 5 Μαΐου 1837, Σωτήρ, 6 Μαΐου 1837/0 Ελληνικός Ταχυδρόμος, 8 Μαΐου 1837, περ. Ο θ (ατής, αρ. 13, 13 Μαΐου 1837. Πβ. Λουδοβίκος Ρός, Αναμνήσεις και ανακοινώσας από την Ελλάδα, μετάφρ. Α. Σπήλιος, Αθήνα, Τολίδης, 1976, σ. 125-126, όπου προβάλλονται με σατιρική διάθεση ορισμένα γραφικά στοιχεία της τελετής των εγκαινίων. Το πρωτόκολλο της Ορκωμοσίας των καθηγητών (πανομοιότυπο) δημοσιεύεται από τον Π. Καρολίδη στην επανέκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Κων. Παπαρρηγόπουλου (βλ. η' εκδ., τ. Ζ', Αθήνα, Νίκας, χ.χ., σ. 281).

4. Οι λόγοι δημοσιεύθηκαν μαζί, άλλα με ξεχωριστή σελιδαρίθμηση ο καθένας, στο φυλλάδιο: Λόγοι εκφωνηθέντες υπό του πρυτάνεως και των τεσσάρων σχολαρχών κατά την ημέραν της (γκαθιδρΰσ(ως του Πανεπιστημίου Όθωνος..., Αθήνα 1837. Ανατυπώθηκαν στο βιβλίο του Κ. Θ. Δημαρά, Εν Αθήναις τη 3 Μάιου 1837. Μελέτη ιστορική και φιλολογική, Αθήνα, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1987.

5. Λογίδριον... Αποστολίδου, σ. 2.

6. Λογίδριον... Βάμβα, σ. 4· Λογίδριον... Σχινά, α. 1 και 2. Οι κοινοτοπίες των ρητόρων

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/101.gif&w=600&h=915

Ανάμεσα σε όλα αυτά ανιχνεύει κανείς, πάντως, και ορισμένες ενδιαφέρουσες απόψεις για τους σκοπούς του Πανεπιστημίου και για άλλα γενικότερα ζητήματα της υπό διαμόρφωση νεοελληνικής ιδεολογίας7. Γίνεται λόγος για την ενότητα του ελληνικού έθνους την οποία εξασφάλισε για πρώτη φορά η μοναρχία, για τον «εκ της θείας προνοίας» υψηλό προορισμό της Ελλάδας, για τη «φιλομάθεια» ως συστατικό στοιχείο της ελληνικής φυλής, για την κατάπτωση του ελληνικού έθνους στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, για τους στενούς δεσμούς του κλήρου με την παιδεία. Οι απόψεις των ομιλητών στα θέματα αυτά δεν ταυτίζονται πάντα. Ως προς την Τουρκοκρατία, για παράδειγμα, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ήταν μια περίοδος πνευματικής και ηθικής παρακμής του ελληνισμού, εξαιτίας της πολύχρονης δουλείας του σε ένα «βάρβαρο» κατακτητή. Η θέση αύτη δεν ήταν βέβαια καινούρια· προβάλλεται ωστόσο εδώ με έμφαση για να φανεί περισσότερο η αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν : ένα παρελθόν όπου κυριαρχούσε η αμάθεια και ένα παρόν που προοιωνίζεται λαμπρό με την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Ένα μερίδιο της ευθύνης για την κατάπτωση του ελληνισμού αποδίδεται από τον Μισαήλ Αποστολίδη στην Εκκλησία και ειδικότερα στην αμάθεια του κλήρου. Ο τελευταίος, μολονότι αναγνωρίζει ότι ο κλήρος στάθηκε πάντοτε «φίλος της παιδείας», υποστηρίζει όμως ότι οι συνθήκες της δουλείας καταδίκασαν τους κληρικούς στην αμάθεια, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το κύριο καθήκον τους, τη «διδασκαλία του θείου λόγου», και να περιοριστούν «εις την ιεροτελεστίαν μόνον των μυστηρίων»: «εκ τούτου η ψυχρότης προς την οφειλομένην προς πάντας αγάπην και φιλαδελφίαν, εκ τούτου η ακοσμία των ηθών, η ετοιμότης εις την απάτην και αδικίαν...»8.

ρων δεν πέρασαν απαρατήρητες από τον τύπο της εποχής. Σχολιάζοντας η εφ. Αθηνά (αρ. 433, 5 Μαΐου 1837) τους λόγους των εκπροσώπων του Πανεπιστημίου, δεν παρέλειψε να επισημάνει και να ψέξει την αμετροέπεια, τις κολακείες και τα «έξοχα σχήματα και παραληρήματα» των αγορητών. «Καμμία από τας τοιαύτας πολιτικοθρησκευτικάς τελετάς», σημειώνει, «δεν εδείχθη ως προς τους πανηγυρικούς λόγους ατυχεστέρα της περί ης ο λόγος τελετής του πανεπιστημίου», όπου οι «σοφολογιώτατοι και εξοχώτατοι» πρυτάνεις και κοσμήτορες «εξήντλησαν όλους τους περί εγκωμίων κοινούς τόπους» και «επεσώρευσαν τόσα επίθετα, όσα ηδυνήθησαν να συνάξουν από όλους τους σοφολογιωτάτους του μεσαιώνος».

7. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, ό.π. και του ίδιου, «ιδεολογήματα στην αφετηρία του ελληνικού Πανεπιστημίου», Πανεπιστήμιο: ιδεολογία και Παιδίία, τ. Α', Αθήνα 1989, σ. 43-54.

8. Λογίδριον... Αποστολίδου, σ. 4-5. Οι απόψεις του Αποστολίδη, επηρεασμένες από μια προτεσταντική αντίληψη για τον ρόλο της Εκκλησίας, επικρίθηκαν από τους φιλορθόδοξους κύκλους. Έτσι, ο Αποστολίδης θα κατηγορηθεί από τον κύκλο του

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/102.gif&w=600&h=915

Η άποψη ότι η Τουρκοκρατία ήταν μια περίοδος γενικευμένης αμάθειας και βαρβαρότητας εμπλουτίζεται και με ένα επιπλέον στοιχείο, που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται την εποχή αύτη από τη ρητορεία τα ιδεολογικά προαπαιτούμενα του μύθου του «Κρυφού σχολειού». Όπως υποστηρίζει ο Αποστολίδης, «συναισθανόμενοι οι βάρβαροι ενδομύχως την αδικίαν της καταδυναστείας των, έβλεπον πάντοτε με βλέμμα ύποπτον πάν ό,τι συνετέλει εις την ανάπτυξιν των διανοητικών μας δυνάμεων, και η παραμικρά σκέψις και λαβή ήρκει εις αυτούς, ίνα και το έργον ανατρέψωσι, και τον επιχειρούντα εξοντώσωσι»9. Αντίθετα, ο Βάμβας, μολονότι δεν παραγνωρίζει τις αντιξοότητες της περιόδου της Τουρκοκρατίας, παρατηρεί ότι ούτε η δουλεία, ούτε «η παρακολουθούσα την δουλείαν πτωχεία, και περιφρόνησις, και αμάθεια, και προλήψεις, και δεισιδαιμονίαι» μπόρεσαν να σβήσουν από τον ελληνικό λαό την έμφυτη έφεσή του προς τα γράμματα10. Το αποδεικνύουν τα λαμπρά Γυμνάσια της Σμύρνης, των Κυδωνιών και της Χίου. Με την αναφορά αύτη ο Βάμβας, παλαιός δάσκαλος και σχολάρχης στη Χίο, δεν επιζητεί μόνο την αναγνώριση της συνεισφοράς των προεπαναστατικών Γυμνασίων και των δασκάλων τους, αλλά και την αποκατάσταση της συνέχειας της ελληνικής παιδείας, προϊόν της οποίας είναι και το νεότευκτο Πανεπιστήμιο.

ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις των αγορητών για τους σκοπούς και τον προορισμό του Πανεπιστημίου. Και οι τέσσερις σχολάρχες, ανάλογα με την ειδικότητά του ο καθένας, αφιερώνουν μεγάλο μέρος των ομιλιών τους στα ωφελήματα που προσδοκά η Ελλάδα από το Πανεπιστήμιο: ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών, ανύψωση του χαμηλού μορφωτικού και ηθικού επιπέδου του λαού και του κλήρου, διαμόρφωση ικανών δημοσίων υπαλλήλων και επιστημόνων. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης ότι οι λόγοι δύο τουλάχιστο αγορητών, του Βάμβα και του Ράλλη, διανθίζονται με αναφορές στις ατομικές ελευθερίες, τα πολιτικά δικαιώματα, την ισότητα των πολιτών, άλλα και την ευταξία, αγαθά τα οποία θα προσφέρει στην ελληνική κοινωνία το Πανεπιστήμιο και μάλιστα η Νομική Σχολή.

«Από το Πανεπιστήμιον τούτο», σημειώνει ο Βάμβας, «θέλουν εξέρχεσθαι

Κων. Οικονόμου, με αφορμή τις θέσεις του αυτές,για ασέβεια στις παραδόσεις της ορθόδοξης Εκκλησίας. Βλ. Κώστας Λάππας, «Αντιθέσεις γύρω από την ίδρυση και τους προσανατολισμούς του ελληνικού Πανεπιστημίου», Αφιέρωμα στον πανεπιστημιακό δάσκαλο Βασ. Βλ. Σφυρόερα από τους μαθητές του, Αθήνα 1992, σ. 242-243.

9. Λογίδριον... Αποστολίδου, σ. 3. Πβ. Άλκης Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό

ενός μύθου, Αθήνα, Εστία, 1997, σ. 28.

10. Λογίδριον... Βάμβα, σ. 7.

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/103.gif&w=600&h=915

νομικοί, πολιτικοί, ρήτορες, και δικαστικοί, φωτισμένοι εις τα υψηλά χρέη των, οποίους απαιτεί η ασφάλεια της ατομικής εκάστου ελευθερίας, της κοινής ησυχίας, της τιμής και της καταστάσεως των ευνομουμένων πολιτών»11. Προχωρώντας περισσότερο, ο Ράλλης απαριθμεί σε μια αποστροφή του προς τους νέους τα προσδοκώμενα οφέλη από τη Νομική Σχολή: «η σύστασις της νομικής σχολής σας επαγγέλλεται την εκμάθησιν των πολιτικών χρεών και των πολιτικών δικαιωμάτων Σας (...) την μεγάλην τέχνην του διοικείν τα έθνη, την τέχνην του να μη καταθλίβεται ο αδύναμος από τον δυνατόν, ο απλούς από τον πανούργον, την τέχνην του να συμπράττουν όλοι αδιαφόρως και δυνατοί και αδύνατοι, και πλούσιοι και πένητες εις την εξολόθρευσιν παντός αιτίου καταστρεπτικού της ευταξίας και των νόμων... ». Ο ίδιος θα υπογραμμίσει ότι με την ίδρυση του Πανεπιστημίου η παιδεία θα είναι προσιτή σε όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές τάξεις και όχι μόνο στους «ολίγους εκείνους προνομιούχους εις τους οποίους η τύχη ήθελεν επιβλέψει με βλέμματα εύμενείας»12. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ο λόγος του Ράλλη αποπνέει και ένα διαφορετικό ήθος. Είναι απαλλαγμένος από τα πολλά ρητορικά στολίδια των

άλλων και δεν ακολουθεί την εθιμοτυπία : απευθύνεται όχι στον βασιλιά αλλά στο φοιτητικό ακροατήριο, αρχίζοντας με την απλή προσφώνηση «Κύριοι»13.

Ένα άλλο θέμα που προβάλλεται στους λόγους των αγορητών είναι η ιδεολογική λειτουργία του Πανεπιστημίου και ειδικότερα τα σχετικά με την «αποστολή» του, η οποία, όπως είδαμε, είχε απασχολήσει ήδη τον Κων. Νέγρη. Η αποστολή του Πανεπιστημίου διατυπώνεται επιγραμματικά στον λόγο του πρύτανη Κων. Σχινά: «κείμενον μεταξύ της Εσπέρας και της Έω, είναι προωρισμένον να λαμβάνη αφ' ενός μέρους τα σπέρματα της σοφίας, και

αφού τα αναπτύξη εν εαυτώ ιδίαν τινα και γόνιμον ανάπτυξιν, να τα μεταδίδη εις την γείτονα Έω νεαρά και καρποφόρα»14. Με τα ίδια περίπου λόγια είχε περιγράψει μερικά χρόνια πρωτύτερα ο Maurer τον προορισμό της Ελλάδας. Άνθρωπος με πολιτικό αισθητήριο, ο Maurer εβλεπε το Πανεπιστήμιο ως όργανο και μέσο για την προώθηση των ελληνικών επιδιώξεων στον χώρο της Ανατολής. Προορισμός της Ελλάδας, έγραφε, είναι «να μεταλαμπαδεύσει μια μέρα το φως του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην Ασία και ακόμη πιο πέρα, και

11. Στο ίδιο, σ. 5.

12. Λογίδριον... Ράλλη, σ. 6.

13. Όπως παρατηρεί ο Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, ό.π., σ. 130-131, ο λόγος του Γ. Ράλλη δεν ήταν παρά το εναρκτήριο μάθημα του προς τους φοιτητές.

14. Λογίδριον... Σχινά, σ. 4.

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/104.gif&w=600&h=915

σε τούτο τη βοηθά η προνομιούχα γεωγραφική της θέση και η πνευματική οξυδέρκεια των κατοίκων της. Και όπως στάθηκε κάποτε η κοιτίδα του πολιτισμού για την Ευρώπη, η οποία της ανταποδίδει τώρα αύτη τη μόρφωση, πρέπει κι εκείνη -σύμφωνα με τους αιώνιους νόμους της ανταλλαγής- να επιστρέψει στην Ασία, στην Αίγυπτο και στις άλλες χώρες της Ανατολής εκείνο που ελαβε και αυτή από εκείνες πριν από χιλιάδες χρόνια»15.

Στη διατύπωση αυτή του Maurer -που αποτελεί, όπως έχει παρατηρηθεί, «όραμα και προεικόνισμα» της Μεγάλης Ιδέας του Κωλέττη16-δεν αναφέρεται ρητά το Πανεπιστήμιο. Ένας τέτοιος υψηλός «προορισμός» όμως δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μέσα από θεσμούς υψηλού κύρους και ιδεολογικής εμβέλειας, και ένας τέτοιος θεσμός θα μπορούσε να είναι το Πανεπιστήμιο. Αυτό ακριβώς δείχνει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο η υποκατάσταση στον λόγο του Σχινά της Ελλάδας από το Πανεπιστήμιο. Λειτουργώντας ως όργανο πνευματικής και εθνικής πολιτικής, το Πανεπιστήμιο θα γινόταν η γέφυρα ανάμεσα στη φωτισμένη Δύση και την Ανατολή, θα διέδιδε σ' αυτήν τα γράμματα και τον πολιτισμό και θα δημιουργούσε έτσι τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη πνευματική αλλά και πολιτική ηγεμονία της Ελλάδας στον χώρο της Ανατολής. Το παράδειγμα το είχε δώσει άλλωστε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος, κατά τον Αποστολίδη, «συνέλαβε την όντως μεγάλην και υψηλήν ιδέαν να εξελληνίση την Ασίαν, ό εστί να φωτίση την ανθρωπότητα!»17.

Είναι αυτονόητο ότι οι λόγοι των πανεπιστημιακών, ως ρητορικά κείμενα, υπακούουν στους κανόνες της ρητορικής και βέβαια στις ανάγκες της επικαιρότητας. Ο πανηγυρικός χαρακτήρας της εκδήλωσης επέβαλε υψηλούς τόνους και ασφαλώς μια αισιόδοξη ενατένιση του μέλλοντος του Πανεπιστημίου αλλά και του ελληνικού έθνους γενικότερα, οι τύχες του οποίου συνδέονταν με την ανάπτυξη της παιδείας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι η ίδρυση του Πανεπιστημίου έγινε σε μια εποχή έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων. Σε

15. Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός, ό.π., σ. 421.

16. Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, ό.π., σ. 22. Πβ. του ίδιου, «ιδεολογήματα στην αφετηρία του ελληνικού Πανεπιστημίου», ό.π., σ. 45.

17. Λογίδριον... Αποστολίδου, σ. 12. Ο Αποστολίδης ενώ αποδέχεται το «εκπολιτιστικό» έργο του Μ. Αλέξανδρου, αποδοκιμάζει όμως, ακολουθώντας την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του, την «κενοδοξία» του, «ήτις τον έσπρωξε να φέρη τον όλεθρον και την καταστροφήν τοσούτων ανθρώπων». Προετοιμάζεται, πάντως, εδώ η ανάδειξη του Αλέξανδρου σε σύμβολο ενότητας του ελληνισμού που θα γίνει αργότερα. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 1982, σ. 368-369.

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/105.gif&w=600&h=915

μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τις αναζητήσεις γύρω από την εθνική ταυτότητα των Νεοελλήνων και τις προοπτικές του νεοσύστατου βασιλείου και κατά την οποία αρχίζουν να διαμορφώνονται οι κεντρικοί άξονες της νεοελληνικής ιδεολογίας. Μέσα στο κλίμα αυτό πρέπει να δούμε τους λόγους στα

εγκαίνια του Πανεπιστημίου. Ωστόσο ο πανηγυρικός τόνος και η αισιοδοξία των ρητόρων φαίνεται ότι απηχούσαν και ένα γενικότερο αίσθημα ευφορίας, όπως έδειξε η θερμή υποδοχή που επιφύλαξε στο Πανεπιστήμιο η ελληνική κοινωνία και μάλιστα ο έξω ελληνισμός.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΣ

Πραγματικά, η ίδρυση του Πανεπιστημίου είχε ευρύτατη απήχηση. Τα ιδεολογήματα για την υψηλή εκπαιδευτική και εθνική αποστολή του βρήκαν ανταπόκριση σε μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού, και ιδιαίτερα στους πλούσιους ομογενείς, εκτρέφοντας ένα ισχυρό ρεύμα ευεργετισμού. Έτσι, σε όλον τον 19ο αιώνα το Πανεπιστήμιο γίνεται αποδέκτης αθρόων δωρεών και κληροδοτημάτων, που κάλυψαν βασικές ανάγκες του ιδρύματος και των φοιτητών και εξασφάλισαν σ αυτό σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι σχετικές προσφορές αρχίζουν πριν ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο. Το 1833 ήδη ο Δ. Γαλανός, οικοδιδάσκαλος στην Καλκούτα των Ινδιών, κληροδοτεί στην «πρώτην εν Αθήναις Ακαδημίαν» που θα ιδρυόταν τη μισή περιουσία του και τα χειρόγραφα των Ινδικών μεταφράσεων του18. Οι δωρεές πολλαπλασιάζονται από το 1837 και ύστερα, υποκινούμενες και από εκκλήσεις στο ευρύ κοινό για οικονομική βοήθεια, προκειμένου να

εξασφαλιστούν τα αναγκαία χρήματα για την οικοδόμηση του κτιρίου του Πανεπιστημίου.

Τον Ιανουάριο του 1839 συγκροτήθηκε επιτροπή για τη συγκέντρωση συνδρομών «προς ανέγερσιν ελληνικού Πανεπιστημίου», στην οποία συμμετείχαν ο Γ. Κουντουριώτης και ο Α. Ζαΐμης, μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας, ο Θ. Κολοκοτρώνης, ô ανακτοσύμβουλος Α. Χ. Βράνδης (Brandis), ο πρύτανης Γ. Ράλλης, ο τραπεζίτης Θ. Ράλλης, ο γυμνασιάρχης Γ. Γεννάδιος και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές Ν. Βάμβας και Κ. Σχινάς19. Η συμμετοχή στην επιτροπή «εγκριτοτάτων μελών» της αθηναϊκής κοινωνίας προσέδιδε ιδιαίτερη βαρύτητα

18. Βλ. Διαθήκαι και δωρεαί, Α', σ. 3.

19. Κλάδος, Εκπαιδευτικά, τ. Α', σ. 320-321· Δηλιγιάννης-Ζηνόπουλος, Νομοθεσία, τ. Ζ', σ. 185-186· Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 17,292 κ.εξ.

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/106.gif&w=600&h=915

τα στο έργο της. Η πρώτη πράξη της επιτροπής ήταν να απευθύνει μια έκκληση για βοήθεια στους Έλληνες και φιλέλληνες, τονίζοντας την εθνική σημασία του εγχειρήματος20. «Εις τον ελεύθερον και αυτόνομον Έλληνα», αναφέρεται, «μετά το στάδιον της εθνικής πάλης ανοίγεται ήδη το στάδιον της παιδείας και των επιστημών, το οποίον μόνον διατρέχων σήμερον δύναται τας ηθικάς ανάγκας του να ευχαριστήση, και τον με χειμάρρους αιμάτων εξαγορασθέντα εθνισμόν του να ενισχύση και να διατηρήση». Αυτή τη νέα προοπτική, της πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης του ελληνικού έθνους, υπηρετεί το νεότευκτο Πανεπιστήμιο. Αποτεινόμενη, λοιπόν, η επιτροπή «προς τους απανταχού της οικουμένης παρεπιδημούντας Έλληνας» και «τους παρ' άπασι τοις έθνεσι φιλέλληνας», ζητεί την οικονομική συνδρομή τους για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.

Η έκκληση της επιτροπής βρήκε θερμή ανταπόκριση. «Δήμοι, πόλεις, χωρία, άτομα εντός και εκτός της Ελλάδος αντιφιλοτιμούμενοι πάντες, έσπευδον εις τον περιφανή καταρτισμόν του πολυποθήτου τούτου καταστήματος», θυμάται ένας πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση του 184421. Πραγματικά, σε πολλές πόλεις του εσωτερικού και κυρίως του εξωτερικού συγκροτούνται

υποεπιτροπές που διενεργούν εράνους και ανοίγονται κατάλογοι συνδρομητων που κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι, οι οποίοι δημοσιεύονται στις εφημερίδες με τα ποσά που προσφέρει ο καθένας. Στο πλαίσιο της κινητοποίησης αυτής ο Κ. Σχινάς, περνώντας από τη Βιέννη το 1842, με την ευκαιρία ενός ταξιδιού του στη Γερμανία, συναντά τον Γεώργιο Σίνα και άλλα μέλη της οικογένειάς του και τους «ενθουσιάζει», όπως γράφει, για την υπόθεση του Πανεπιστημίου, ενώ συγχρόνως επισκέπτεται με συστάσεις του Σίνα και τον πρώην ηγεμόνα της Σερβίας Μίλος Οβρένοβιτς22.

Με τις συνδρομές που συγκεντρώθηκαν έγινε δυνατή η έναρξη της οικοδόμησης του Πανεπιστημίου, που είχε σχεδιαστεί από τον Δανό αρχιτέκτονα Ch. Hansen. Τον Ιούλιο του 1839 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος, ενώ το 1841 είχε προχωρήσει η οικοδόμηση της πρόσθιας πλευράς, πράγμα που επέτρεψε τη μετακόμιση του Πανεπιστημίου από την οικία Κλεάνθη στο νέο κτίριο τον Νο-

20. Βλ. την πρόσκληση στον Πανταζίδη, Χρονικόν, σ. 296-299.

21. Πρακτικά της εν Αθήναις της Τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, Αθήνα 1844, σ. 534.

22. Σ. Β. Κουγέας, «Το ενδιαφέρον του Όθωνος δια το Πανεπιστήμιον», Νέα Εστία 22, 1937, σ. 1797. Βλ. και Θανάσης Χρήστου, Κωνσταντίνος Δημητρίου Σχινάς (1801-1857). Η ζωή, το έργο, η εποχή του, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1998, σ. 179.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/59/gif/107.gif&w=600&h=915

έμβριο του ίδιου έτους. Προβλήματα οικονομικά θα διακόψουν τις εργασίες και θα χρειαστεί η σύναψη δανείου από την Εθνική Τράπεζα και η συνδρομή του Μίλος Οβρένοβιτς για να συνεχιστεί το έργο και να αποπερατωθεί το 1843 η πρόσθια πλευρά του Πανεπιστημίου. Στα επόμενα χρόνια θα οικοδομηθούν και οι άλλες πτέρυγες, με τη συνδρομή του κράτους και των ομογενών, και το όλο έργο θα αποπερατωθεί γύρω στο 1864, χάρη στη γενναία συνεισφορά του ομογενούς από την Πετρούπολη Δ. Μπερναρδάκη23.

Για τις εργασίες οικοδόμησης του Πανεπιστημίου δαπανήθηκαν ως το 1864 γύρω στις 800.000 δρχ.24. Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών προήλθε από συνδρομές του εξωτερικού. Συγκεκριμένα, οι συνδρομές από την Ελλάδα, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες του ελληνικού κράτους, του ίδιου του Πανεπιστημίου και του βασιλιά Όθωνα (71.000 δρχ., 35.000 και 41.000, αντίστοιχα), αντιπροσωπεύουν περίπου το 38%, ενώ οι συνδρομές από το εξωτερικό το 62% (Πίν. 1). Τη μεγαλύτερη συμμετοχή έχουν τα αστικά κέντρα του παροικιακού ελληνισμού: η Βιέννη και η Αλεξάνδρεια πρώτα, χάρη στις γενναίες συνδρομές των εκεί πλουσίων εμπόρων (Τύρκα, Χαραμή, Δούμα, Τοσίτζα, Στουρνάρη κ.ά.) και κατόπιν η Πέστη, το Λονδίνο, η Νίζνα, το Βουκουρέστι,η Βραΐλα, η Κωνσταντινούπολη, η Μασσαλία, το Γαλάτσι. Εκτός από τα κέντρα αυτά αντιπροσωπεύεται, με μικρότερες συνδρομές, και ένα πλήθος πόλεων και κωμοπόλεων, που εκτείνονται από την Κρήτη ως την Τραπεζούντα και την Ταυρίδα. Από τις συνδρομές των «φιλελλήνων», τέλος, ένα σημαντικό μέρος καλύπτει η δωρεά του πρώην ηγεμόνα της Σερβίας Μίλος Οβρένοβιτς (25.000 δρχ.).

Οι προσφορές στο Πανεπιστήμιο συνεχίστηκαν και μετά την ανέγερση του κτιρίου του. Σε όλον τον 19ο αιώνα το Πανεπιστήμιο δέχεται ένα πλήθος δωρεών, που προέρχονται και πάλι στην πλειονότητά τους από έλληνες ομογενείς

23. Για τις διάφορες φάσεις οικοδόμησης του Πανεπιστημίου βλ. Πανταζίδης, Χρονικόν, σ. 16-28, 67-72 και 168-174. Η αποπεράτωση του κτιρίου έγινε επί πρυτανείας Φρεαρίτη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι δεν ακολούθησε το αρχικό σχέδιο του Hansen. Για τη σχετική διένεξη βλ. Κ. Φρεαρίτης, Τα κατά την αποπεράτωσιν και ανακαίνισιν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1864, σ. 8 κ.εξ.· Λύσ. Καυταντζόγλου, Καλλιτεχνική εξέτασις των κατά την αποπεράτωσιν και ανακαίνισιν του Εθνικού Πανεπιστημίου έργων του πρώην πρυτάνεως Κ. Φρεαρίτου, Αθήνα 1865· [Κ. Φρεαρίτης], Η μετά την αποπεράτωσιν και ανακαίνισιν του Εθνικού Πανεπιστημίου καλλιτεχνική ονομασθείσα εξέτασις του αρχιτεκτονος Λ. Καφταντζόγλου, Αθήνα 1865' Αν. Θεοφιλάς, Βραχύς τις έλεγχος της του κ. Λ. Καφταντζόγλου καλλιτεχνικής εξετάσεως, Αθήνα 1865. Πβ. Δημήτρης Φιλιππίδης, Η ζωή και το έργο του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1811-1885), Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού-Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1995, σ. 264 κ.εξ.

24. Οι εργασίες συνεχίστηκαν και μετά το 1864, ανεβάζοντας υψηλότερα τη συνολική δαπάνη (Ε. Καστόρχης, Τα κατά την πρυτανείαν, 1873, σ. 73-74).

Σελ. 107
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 88
    

    αναφερόταν σε μεγάλο βαθμό σε πράξεις και συμπεριφορές άγνωστες στην

    ελληνική νεολαία. Θα μπορούσε βέβαια να υποθέσει κανείς ότι η μεταφορά των σχετικών διατάξεων στον Κανονισμό του ελληνικού Πανεπιστημίου είχε προληπτικό χαρακτήρα: ότι απέβλεπε, δηλαδή, στο να εμποδίσει να αναπτυχθούν στην ελληνική φοιτητική νεολαία ιδέες και πρακτικές «επικίνδυνες» για τα πανεπιστημιακά και τα δημόσια πράγματα. Στην πραγματικότητα όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της βιασύνης και της προχειρότητας με την οποία συντάχθηκε ο Κανονισμός.

    Η δημοσίευση του Κανονισμού χαιρετίστηκε από τον κυβερνητικό τύπο με

    ενθουσιασμό και εκφράσεις ευγνωμοσύνης προς τον νεαρό βασιλιά, «ο οποίος ηυδόκησε να χορηγήση [στο έθνος] με τοσαύτην δαψίλειαν όλα τα μέσα τα δυνάμενα να θεραπεύσωσι την δίψαν του προς την παιδείαν»25. Στο μεταξύ δημοσιεύθηκε και ο κατάλογος των πρώτων καθηγητών του ιδρύματος26 και όλα ήταν έτοιμα για τα εγκαίνια, που θα γίνονταν στις 20 Απριλίου 1837. Τελικά όμως το Πανεπιστήμιο δεν λειτούργησε με τον Κανονισμό αυτό. Επιστρέφοντας από τη Γερμανία τον Φεβρουάριο του 1837 ο Όθων απομάκρυνε τον Armansperg από τη θέση του και διόρισε πρόεδρο του υπουργικού συμβουλίου τον Ιγνάτιο yon Rudhart. Την απόλυση του Armansperg ακολούθησε η ακύρωση του Κανονισμού. Τον Απρίλιο του 1837 δημοσιεύθηκε διάταγμα που περιείχε ένα νέο «Προσωρινό Κανονισμό» του Πανεπιστημίου27, με βάση τον οποίο αυτό λειτούργησε από τον Μάιο του 1837.

    Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1837

    Η ακύρωση του Κανονισμού του 1836 δεν ήταν βέβαια άσχετη με την αποπομπή του Armansperg. Κυρίως όμως οφείλεται στο ότι αρκετές διατάξεις του θεωρήθηκαν από το περιβάλλον του Όθωνα ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα και βλαπτικές για την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου. Αυτή ήταν

    άλλωστε και η διαπίστωση του υπουργού Παιδείας και των συμβούλων του, οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να είναι ικανοποιημένοι από τον Κανονισμό. Πραγματικά, λίγο μετά την αποπομπή του Armansperg, ο υπουργός Παιδείας

    25. εφ. Ο Ελληνικός Ταχυδρόμος, 19/31 Ιαν. 1837.

    26. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 3, 24 Ιαν. 1837, σ. 11-12.

    27. Στο ίδιο, αρ. 16, 24 Απρ. 1837, σ. 64-69" στις σ. 62-64 το διάταγμα «Περί συστάσεως του πανεπιστημίου» με τα ονόματα των καθηγητών του ιδρύματος. Βαμπάς, Νόμοι, σ. 28-70.