Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 157-176 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/157.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΧΡΟΝΟ 

ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΥ

Η σχέση ανάμεσα στην παραμυθική αφήγηση και στο χρόνο χαρακτηριστικά δηλώνεται στα λόγια του Τόλκιεν, που είπε πως τα παραμύθια «ανοίγουν την πόρτα σ' έναν Άλλο Χρόνο, και αν διαβούμε αυτή την πόρτα, έστω και για μια στιγμή, βρισκόμαστε έξω από τον δικό μας χρόνο, έξω ίσως από τον ίδιο τον Χρόνο»1,

Αυτή τη διαχρονικότητα-αχρονικότητα του παραμυθιού που κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα, τυπικά στο συμβατικό και ουσιαστικά στον «άλλο χρόνο», στο «απόλυτο αλλού», στο «επέκεινα», μπορούμε να τη συμπεράνουμε και από τα λόγια του Β. Γ, Προπ, ο οποίος στη μελέτη του για την Μορφολογία του Παραμυθιού, τονίζει το «διπλό χαρακτήρα που παρουσιάζει η παράσταση του Χρόνου, σε όλα τα μυθικά συστήματα: η διήγηση είναι, συγχρόνως, "μέσα στον χρόνο" (συνίσταται σε μια διαδοχή γεγονότων) και "έξω από τον χρόνο" (η αξία της σημασίας της είναι πάντοτε επίκαιρη)»2 και παρακάτω «μπορούμε εδώ να θυμίσουμε ότι στο παραμύθι κυριαρχεί μια αντίληψη του χρόνου, του χώρου και του αριθμού εντελώς διαφορετική από εκείνη με την οποία είμαστε συνηθισμένοι, και έχουμε την τάση να θεωρούμε απόλυτη»3.

Η παραμυθική αφήγηση συχνά αναφέρεται στην πάροδο του χρόνου και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά για την εξέλιξη της ιστορίας (εκατό χρόνια στην Κοιμωμένη Βασιλοπούλα, τα μεσάνυχτα στη Σταχτοπούτα). Ωστόσο οι ίδιοι οι παραμυθικοί ήρωες βιώνουν το χρόνο μέσα από ένα πρωταρχικό κοίταγμα, μια αυθεντική θεώρηση που τους κρατά σωματικά και συναισθηματικά ανέπαφους από την αντικειμενική ροή του χρόνου, τους οδηγεί σε σύγκρουση με τη δεδομένη πραγματικότητα και, πίσω από το φανταστικό και την

1. Τζ. Σ. Κούπερ, Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών, μτφρ. Θ. Μαλαμόπουλος, Αθήνα, εκδ. Θυμάρι, 1983, σ. 113.

2. Β. Γ. Προπ, Μορφολογία του Παραμυθιού, μτφρ. Α. Παρίση, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1987, σ. 234.

3. Ο.π.,σ.264.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/158.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ψευδαίσθηση, τους αποκαλύπτει μια εντελώς αυτόνομη πραγματικότητα και μια βαθιά, προσωπική αλήθεια. Εδώ βρίσκεται ο ανατρεπτικός χαρακτήρας του παραμυθιού που παραβιάζει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και αποκαθιστά τη φυσική νόρμα καταφεύγοντας σε μια αντισυμβατική χρήση της γλώσσας.

Ο μόνος ικανός βέβαια να απελευθερώσει, την πραγματικά ανατρεπτική δυναμική του παραμυθιού είναι ο αναγνώστης όταν αποφασίσει ν' αφεθεί στην απόλαυση της παραμυθικής αφήγησης που "καταστέλλει την αμεσότητα του πραγματικού", κατά την έκφραση του Herbert Marcuse, βασικού εκπροσώπου της φιλοσοφικής σχολής της Φρανκφούρτης, τον βάζει αντιμέτωπο με το όνειρο και την επιθυμία και φέρνει στην επιφάνεια τη σύγκρουση ανάμεσα στο υπάρχον και το δυνατόν να υπάρξει.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε ίσως να συσχετίσουμε το παραμύθι με τη γραφή του παραλόγου, σημειώνοντας ως κυρίαρχη διάκριση την τάση του παραμυθιού να εντάξει, όσο διαρκεί η κυρίως διήγηση, το υπερφυσικό γεγονός στη φυσική πραγματικότητα θεωρώντας, μέσα από μια πρωτογενή αφέλεια, τα δύο αξεδιάλυτα, σε μια άρρηκτη ενότητα και σε αντίθεση με τις διανοητικές προσπάθειες των συγγραφέων του παράλογου που διαφοροποιούν ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες και ανατρέπουν τη μια χάρη στην άλλη.

Άλλωστε, θα μπορούσαμε να πούμε, συμφωνώντας με τον Ρολάν Μπαρτ, πως "εκείνο που αποκαθιστά ο μύθος, είναι η φυσική εικόνα της πραγματικότητας"4.

Ο ίδιος, αναφερόμενος στην αναγκαιότητα και τα όρια της μυθολογίας, υποστηρίζει: "Με την έννοια αυτήν, η μυθολογία είναι μια αρμονία με τον κόσμο, όχι με τον κόσμο όπως είναι, αλλά με τον κόσμο όπως ο ίδιος θα ήθελε να γίνει (Ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί σχετικά έναν όρο αποτελεσματικά αμφισήμαντο: το "Einverständnis" που σημαίνει ταυτόχρονα την κατανόηση της πραγματικότητας και τη συνεργεία μ' αυτήν)"5.

Το παραμύθι επομένως συλλαμβάνει το χρόνο και την πραγματικότητα μ' έναν ιδιαίτερο, δικό του τρόπο, Η συμβατική έννοια του χρόνου δεν υφίσταται στην παραμυθική αφήγηση, το παραμύθι είναι ελεύθερο από το χρόνο αφού "στη θέση του χρόνου και του χώρου μπαίνει η ουσιαστικότητα"6, όπως παρατηρεί ο Ελβετός μελετητής της αισθητικής του παραμυθιού Max Lüthi.

Παρόμοια θεώρηση του χρόνου στο παραμύθι κάνει και ο Τζ. Σ. Κούπερ

4. Ρ. Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. K. Χατζηδήμου - L Ράλλη, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1979, σ. 244. δ.Ο.π.,σ. 262.

6. Max Lüthi, So Leben sie noch Leute: Betrachtungen zum Volksmärchen, Göttingen 1969, σ. 17, όπως το παραθέτει ο Μ. Μερακλής, "Η αισθητική του παραμυθιού", Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας 3 (1988) 20.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/159.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ο οποίος, στη σημαντική μελέτη του «Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών», τονίζει: «Ο Χρόνος υπάρχει μόνο στο συνειδητό κόσμο»7. Αντίθετα, στο παραμύθι ο χρόνος λειτουργεί παραισθησιακά, «Η παραισθησιακή φύση του χρόνου φαίνεται και από το γεγονός ότι ο χορός των ξωτικών μπορεί να διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο η και περισσότερο. Υπάρχει μια ιστορία όπου ο χορός κρατάει μεν έναν ολόκληρο αιώνα, αλλά οι χορευτές μένουν με την εντύπωση ότι κράτησε μόνο μερικές ώρες»8,

Έτσι, «Ο αρχέτυπος χαρακτήρας και η συμβολική μορφή τους κάνει τα παραμύθια κατανοητά σε άτομα διαφορετικών ηλικιών, εποχών και πολιτισμών και παρέχει τις γέφυρες και ένα μέσον αναγωγής από τον ένα βαθμό κατανόησης στον επόμενο, όχι μόνον ανάμεσα στους πολιτισμούς αλλά και ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα του ίδιου ανθρώπου, στη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά του, στις πνευματικές και συναισθηματικές του συγκρούσεις. Τα αρχέτυπα σύμβολα του γένους επιβάλλονται και μέσα από αυτά εκφράζονται οι ανάγκες του ανθρώπου»9, διαπιστώνει ο ίδιος' και αλλού: «Η γοητεία του παραμυθιού βρίσκεται στον τρόπο που εκείνο αποκαλύπτει την εσωτερική μας φύση, με τις άπειρες ηθικές, ψυχικές και πνευματικές της δυνατότητες. Είναι η αναζήτηση για το νόημα της ζωής»10.

Ωστόσο η νοηματοποίηση που προτείνει το παραμύθι ως αφηγηματικός λόγος θεωρείται σήμερα ότι παρεμποδίζει το πέρασμα στην πράξη, ότι καταργεί τη δράση κι ο σημερινός άνθρωπος είναι πρωτίστως ο άνθρωπος της δράσης, της διαδρομής μέσα στο χώρο. Αισθάνεται ενοχικός όταν ονειροπολεί, δεν έχει το διαθέσιμο χρόνο να αφεθεί στην απόλαυση της αφήγησης. «Ο χρόνος βρίσκεται σήμερα υπό διωγμό», διαπιστώνει ο Π, Μαρτινίδης σε Συνέδριο που έγινε με θέμα το παραμύθι στην Αλεξανδρούπολη το Νοέμβρη του 1994. «Είμαστε παιδιά του χώρου και όχι του χρόνου», συνεχίζει στο ίδιο Συνέδριο, «γι'αυτό το παραμύθι σήμερα δεν είναι αυτό που ήταν στο παρελθόν».

Βέβαια ο Καντ ορίζει το χρόνο ως τη «μορφή της εσωτερικής αίσθησης, δηλαδή της εποπτείας του εαυτού μας και της εσωτερικής μας κατάστασης. Διότι ο χρόνος δεν μπορεί να ορίζει τα εξωτερικά φαινόμενα»11 και τον διαφοροποιεί από το χώρο τον οποίο αποδίδει ως τη μορφή όλων των φαινομένων που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις.

Έτσι, θεωρεί ότι ο χρόνος υπερέχει έναντι του χώρου με το σκεπτικό ότι

7. Τζ. Σ. Κούπερ,ο.π.,σ.114.

8. Ο.π.,σ. 116.

9. Ο.π.,σ. 17.

10. Ο.π.,σ.21.

11. Δες K-VA33/B49, στο Γ. Τζαβάρας, Ο καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ, Αθηνα-Γιάννινα, εκδ. Δωδώνη, 1989, σ. 38.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/160.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ο χρόνος ριζώνει βαθύτερα μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη από όσο ο χώρος, Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζει το χρόνο αποκλειστικά στην υποκειμενική του διάσταση. Παράλληλα με την "εσωτερική" του υφή ο Καντ αποδέχεται και την "εξωτερική" αναγκαιότητα του χρόνου. Βέβαια, κατ' αυτόν, ως ουσιαστικό και αναπόσπαστο συστατικό της, ο χρόνος απελευθερώνει την ανθρώπινη ύπαρξη και αναδεικνύει την πορεία προς την εκπλήρωση της. Μέσα από μια τέτοια δυναμική ενατένιση, οι εσωτερικές μας διεργασίες αποκτούν τη βαρύτητα εξωτερικών πράξεων που οδηγούν στην προσωπική μας ολοκλήρωση,

O Ernst Cassirer αναφερόμενος σ' αυτή την προσωπική δυναμική που μπορεί να προκύπτει μέσα από μια φαινομενικά στατική όψη, διαβεβαιώνει: "Όλες μας οι παθητικές καταστάσεις μετατρέπονται τώρα σε δραστικές ενέργειες: οι μορφές που κοιτάζω δεν αποτελούν μόνο καταστάσεις μου αλλά και πράξεις μου"12.

Παρόλο λοιπόν που ο χρόνος καταξιώνεται μέσα από μια φιλοσοφική ουσιαστική θέαση του κόσμου, στη σύγχρονη κοινωνία η εξέλιξη του ανθρώπου διαγράφεται μέσα στο χώρο σαν μια διαρκής κατακτητική διάθεση στόχων που βρίσκονται έξω από τα όρια της ύπαρξης του και δε διαγράφεται μέσα στο χρόνο σα μια διαρκής αναζήτηση του "πρώτου του εαυτού", σα μια πραγματική εσωτερική διαδρομή.

Κι όμως, η αφηγηματική τέχνη του παραμυθιού μπορεί ν' αποτελέσει σήμερα προσπάθεια να δοθεί ρυθμός σε μια ζωή που διαρκώς απορρυθμίζεται, αντίσταση στην άλογη ταχύτητα και στην ασυνειδησία των σύγχρονων κοινωνιών. Μόνο αν αποδεχτούμε το χρόνο στην καθημερινότητα μας, θα μπορέσουμε ίσως να υπερβούμε κι αυτόν και τη συγκεκριμένη πραγματικότητα σε κάποιες σπάνιες στιγμές προσωπικής περισυλλογής. Αυτή η δυνατότητα περισυλλογής και ωρίμανσης προσφέρεται μέσα από την καταφυγή στη συμβολική γλώσσα του παραμυθιού. Γιατί ενώ "στη ζωή της ανθρωπότητας το "μυθικό" είναι ένα αρχαϊκό και πρωτόγονο στάδιο, στη ζωή του ατόμου είναι ένα όψιμο και ώριμο στάδιο"13, όπως διαβεβαιώνει ο Thomas Mann, προσεγγίζοντας μ' αυτό τον τρόπο την αντι-φρουδική θέση του Jung, σύμφωνα με την οποία οι μύθοι είναι "το πιο ώριμο προιον της νέας ανθρωπότητας"14.

Με βάση την αρχή της επιθυμίας, η παραμυθική αφήγηση δημιουργεί έναν άλλο κόσμο, μίαν άλλη πραγματικότητα, μακριά από φυσικούς η κοινωνικούς

12. Ernst Cassirer, Η παιδευτική αξία της τέχνης, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, εκδ. Έρασμος, 1994, σ. 37.

13. Thomas Mann, Δοκίμια πάνω σε Τρεις Δεκαετίες - Essays of Three Decades, Λονδίνο 1947, σ. 422. Την παραπομπή δανείζομαι από τη μελέτη Κ. Κ. Ruthven, ο Μύθος, μτφρ. Ι. Ράλλη - Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 1976, σ. 86.

14. G. G. Jung, Collected Works, V, σ. 24, στη μελέτη Κ. K. Ruthven, ο.π.

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/161.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

καταναγκασμούς και σύμφωνα με τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου λειτουργώντας μ' αυτό τον τρόπο ψυχοθεραπευτικά. Γιατί η παραμυθική αφήγηση αναγνωρίζει στη δοσμένη πραγματικότητα κάθε προοπτική και με μια τέτοια δυναμική θέαση του κόσμου κατασκευάζει έναν άλλο χρόνο στον οποίο η επιθυμία αποβαίνει πράξη, η πραγματικότητα παύει να είναι κοινή και μονοσήμαντη, αποδίδεται το βάθος των πραγμάτων, τα πάντα τοποθετούνται στην πρωταρχική τους διάσταση.

Δεν πρόκειται επομένως για τον ευθύγραμμο χρόνο, όπως βιώνεται ομοιόμορφα από όλους, αφού ο παραμυθικός χρόνος είναι ένας χρόνος που δημιουργεί μίαν άλλη πραγματικότητα, διορθώνει την παρούσα και αποκαθιστά την πρωταρχική τάξη. Ένας χρόνος ανακωχής με την παρούσα πραγματικότητα της αλλοτρίωσης, ο λυτρωτικός χρόνος της αποενοχοποίησης του ακροατή, χρόνος πρωτογενούς αφέλειας και αθωότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία "αντικειμενικοποίησης του υποκειμενικού κόσμου"15 κατά την έκφραση του Μ. Μερακλή.

Η παραμυθική αφήγηση υπερβαίνει λοιπόν τα στενά περιοριστικά όρια της πραγματικότητας και του χρόνου, προβάλλοντας την υποκειμενική πραγματικότητα, το βιωματικό χρόνο. Μόνο αν υπερβούμε την πραγματικότητα μπορούμε να συλλάβουμε τη βαθύτερη ουσία της, το "δυνάμει" που κλείνει μέσα της. "Μόνο καταργώντας την πραγματικότητα μπορεί η αφηρημένη σκέψη να τη συλλάβει, και κατάργηση, άρση της πραγματικότητας, σημαίνει τη μετατροπή της σε δυνατότητα. Όλα όσα λέγονται για την πραγματικότητα στη γλώσσα της αφαίρεσης και μέσα στη σφαίρα της αφηρημένης σκέψης, λέγονται μέσα στη σφαίρα της δυνατότητας"16, υποστηρίζει ο Kierkegaard. Έτσι, κατά τον υπαρξιστή φιλόσοφο, το παραμύθι είναι απλώς "μια υποθετική φράση που γράφεται στην οριστική"17. "Αυτή η δυνατότητα ακολουθεί σαν σκιά τον καθένα και αλλάζει το χαρακτήρα της ζωής του διότι κάθε νέα δυνατότητα που έχει η ύπαρξη, ακόμα και η λιγότερο πιθανή, μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη", διαβεβαιώνει ο Κούντερα στο τελευταίο έργο του "Η βραδύτητα"18.

Μέσα από τον παραμυθικό λόγο μας δίνεται ο χρόνος στον οποίο αναγνωρίζουμε στην επιθυμία μας το δικαίωμα να πραγματοποιηθεί, ανιχνεύουμε το

15. Μ. Μερακλής, "Η αισθητική του παραμυθιού", στο Έντεχνος λαϊκός λόγος, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1993, σ. 155.

16. Σ. Κίρκεγκααρντ, "Ύπαρξη και πραγματικότητα", μτφρ. Ν. - Χ. Μπανάκου-Καραγκούνη. Ευθύνη 166 (Οκτ. 1985) 544.

17. J. Mollehave, Η. C. Andersens Salt, σ. 34 στο Μ. Γεωργίου-Νίλσεν, Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Άντερσεν, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτης, 1994, σ. 169.

18. Μίλαν Κούντερα, Π βραδύτητα, μτφρ. Σεραφείμ Βαλέντζας, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1996, σ. 46-47.

11

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/162.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

"Είναι που-απαιτεί-να-ειπωθεί (un être-à-dire)"19 σύμφωνα με τη φαινομενολογική προσέγγιση του Paul Ricoeur, το θαύμα που μπορεί να κρύβεται μέσα στην καθημερινότητα. Γιατί, όπως παρατηρεί ο Ι. Θ. Κακριδής, ο ποιητής, ο λαός και τα παιδιά παίρνουν τον κόσμο σα θάμα και θέλουν να χαρούν τα πάντα ανυπότακτα. Τότε τίποτε δεν υποτάσσεται σε κάτι άλλο, αλλά τα πάντα προβάλλουν μπροστά μας παρατακτικά, ελεύθερα από υπόταξη και η κάθε στιγμή ξεδιπλώνει αυτόνομα τη δυναμική της.

Πρόκειται για τη "στιγμή του πάθους και της δράσης, τη στιγμή όταν το όρων πρόσωπο γνωρίζοντας, με ένα μη αντιπροσωπευτικό τρόπο, τι αυτός η αυτή μπορεί να κάνει, στην πραγματικότητα το κάνει"20, επισημαίνει ο Paul Ricoeur αναφερόμενος στον αφηγηματικό χρόνο και την "κατασκευή παρόντος" των αφηγήσεων. Αυτή είναι "η στιγμή, κατά την οποία, η πράξη που ήταν δυνατή γίνεται πιο υπαρκτή, κινούμενη προς την ολοκλήρωση της"21. Στο σημείο αυτό αρχίζει η προσωπική μας πορεία προς τον αρχέγονο χρόνο, το χρόνο της αθωότητας, της υπαρξιακής εμβάθυνσης, που αποβαίνει τελικά ο χρόνος της επικοινωνίας με τους άλλους, ο χρόνος κατά τον οποίο περνάμε απ' το "εγώ" στο "εμείς" και η ατομική ψυχή συνδέεται με την ψυχή του συνόλου.

Πρόκειται για τον κοινό, το "δημόσιο χρόνο", κατά τον Ricoeur, που υποστηρίζει: "Η τέχνη της αφήγησης δεν προφυλάσσει μόνο τη μέσα-στο-χρόνο ύπαρξη από την ισοπέδωση της από τον μετρημένο, ανώνυμο και μεταμορφωμένο σε πράγμα χρόνο, αλλά ότι προκαλεί επίσης την κίνηση από τον αντικειμενικό χρόνο προς τη γνήσια χρονικότητα"22· και αλλού: "Αυτός ο δημόσιος χρόνος, όπως διαπιστώσαμε, δεν είναι ο ανώνυμος χρόνος της συνήθους αναπαράστασης, αλλά ο χρόνος της αλληλεπίδρασης. Με τη σημασία αυτή ο αφηγηματικός χρόνος είναι εξαρχής χρόνος του είναι-με-τους-άλλους"23.

Στο ίδιο άλλωστε φιλοσοφικό ρεύμα της φαινομενολογικής σχολής σκέψης κινούμενος ο Γάλλος Maurice Merleau-Ponty διαπιστώνει πως "η ριζική συνείδηση της υποκειμενικότητας με κάνει να ανακαλύψω ξανά άλλες υποκειμενικότητες"24. Αυτή η ριζική συνείδηση της υποκειμενικότητας υποστασιοποιημένη στο παραμύθι, καταργεί το χρόνο στη στατική του αντίληψη (παρελθόν

19. Paul Ricoeur, Περί ερμηνείας, μτφρ. Στέφανου Ροζάνη, Αθήνα, εκδ. Έρασμος, 1988, σ. 29.

20. Paul Ricoeur, Π αφηγηματική λειτουργία, μτφρ. Β. Αθανασόπουλος, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1990, σ. 113-114.

21. Βλ. Claude Bremond, "La logique des possibles narratifs" (Η λογική των δυνατών αφηγήσεων), Communications 8 (1966) 60-76, στο P. Ricoeur, ο.π.

22. Paul Ricoeur, ο.π., σ. 133.

23. Ο.π., σ. 147-148.

24. Μ. Merleau-Ponty, "Το φάντασμα μιας καθαρής γλώσσας", μτφρ. Καλλίας, Εποπτεία 49 (1980) 599.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/163.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

παρόν-μέλλον) και μέσα απ' την αυθεντική ενατένιση ενοράται τον αρχέγονο χρόνο. Γιατί το παραμύθι έχει θεωρηθεί ως το "αρχέτυπο της ανθρώπινης αφηγηματικής τέχνης"25.

Αυτός ο αρχέγονος χρόνος, σύμφωνα με τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο Χάιντεγκερ, μπορεί να τοποθετηθεί στο μέλλον οπότε τα πάντα εξιδανικεύονται και ενοποιούνται χάρη στη δημιουργική δύναμη της φαντασίας που υπερβαίνει τις χρονικές συμβάσεις, "Ο χρόνος χρονίζεται πρωταρχικά με βάση το μέλλον"28, σύμφωνα με τη χαϊντεγκεριανή διαπίστωση. "Ο Χάιντεγκερ πιστεύει ότι αναδείχνοντας το συνθετικό έργο της υπερβασιακής φαντασίας ως αρχέγονο ενοποιητικό πλάσιμο (Ein-bilden) των τριών χρονικών διαστάσεων -παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος- έχει φτάσει στη ρίζα όπου θεμελιώνεται η ίδια η υπερβασιακή φαντασία: αυτή η ρίζα είναι ο αρχέγονος χρόνος ιδωμένος ως καθαρός αυτοεπηρεασμός"27, διαπιστώνει ο Γ, Τζαβάρας επιχειρώντας να προσεγγίσει ψυχαναλυτικά τον φιλόσοφο.

Αυτόν τον αρχέγονο χρόνο ως αποτέλεσμα φαντασιακής σύλληψης και αυτοεπηρεασμού, εκφράζει η παραμυθική αφήγηση καταργώντας τα σύνορα του χρόνου. Έτσι, το παραμύθι αρχίζει αρνούμενο να προσδιορίσει το χρόνο ("Μια φορά κι έναν καιρό..."),

Ο παραμυθικός λόγος, με τις "ολισθηρές του λέξεις", για να μεταχειριστούμε την επιτυχημένη έκφραση "slippery words"28 που χρησιμοποιεί ο Άγγλος θρησκειολόγος Rogerson περιγράφοντας το μύθο, διολισθαίνει λοιπόν στην άλλη πραγματικότητα, στον άλλο χρόνο. Πρόκειται για το χρόνο των αυθεντικών επικοινωνιακών σχέσεων, της νομιμοποίησης της επιθυμίας, χρόνο κάθαρσης και εξαγνισμού, αναγνώρισης της μοναδικότητας του άτομου.

Γιατί ο χρόνος της παραμυθικής αφήγησης είναι ο χρόνος που αποκαθιστά μια βιωματική σχέση με τα πράγματα, παρέχει στον άνθρωπο την ελευθερία να κινητοποιεί ολόκληρη την ύπαρξη του, να στοιχειοθετεί την ταυτότητα του, να βάζει τάξη στον κόσμο γύρω του. Είναι ο χρόνος που "δίνει όνομα στο Ακατανόμαστο"29 καθώς μέσα από τον παραμυθικό λόγο αναγνωρίζεται, το "δυνάμει" των πραγμάτων.

25. R. Retsch, Wesen und Formen der Erzählkunst, Halle 1942, σ. 53, στο E. Αυδίκος, Το λαϊκό παραμύθι - θεωρητικές προσεγγίσεις, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1994, σ. 29.

26. "Kant und Metaphysik", σ. 181, Sub σ. 326-331. στο Γ. Τζαβάρας, Ο καντιανός χρόνος..., ο.π., σ. 84.

27. Γ. Τζαβάρας, ο.π.

28. J. Rogerson, "Slippery Words: Myth", στο Sacred Narrative. Reading in the theory of Myth (εισαγωγή-επιμέλεια A. Dundes), Berkeley-Los Angeles-London 1984, σ. 62. Την παραπομπή δανείζομαι από το βιβλίο Ε. Αυδίκος, ο.π., σ. 110.

29. Η. Marcuse, "Η τέχνη, Μορφή της πραγματικότητας", μτφρ. Σ. Μπεκατώρος, Εποπτεία 76 (1983) 157.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/164.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Γιατί, όπως λέει ο Τζέιμς Τζόις (James Joyce) στο «Αγρύπνια του Φίνεγκαν», «καθώς όλα αυτά τα συμβάντα είναι εντελώς αδύνατα, πιθανόν να είναι σαν και εκείνα που ίσως έχουν συμβεί καθώς και κάποια άλλα που ίσως κάποτε γίνουν, τα οποία όμως ποτέ δεν έλαβαν σάρκα και οστά»,

Καταφεύγουμε επομένως στον παραμυθικό χρόνο προκειμένου να επιβάλει ο άνθρωπος το ουσιαστικό του πρόσωπο μέσα στο σύγχρονο πολιτισμό και να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/165.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΥ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ 

Το παραμύθι πολύ νωρίς άτυπα η μέσα από το σύστημα εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναισθηματικής αγωγής και παιδαγωγικής πρακτικής. Άλλοτε διατηρήθηκε στη λαϊκή του διατύπωση ως "απλή μορφή"1, όπως λειτούργησε πρωτογενώς στις αγροτικές κοινωνίες, και άλλοτε μεταπλάστηκε σε έντεχνες μορφές λόγου η άλλα συνθετότερα είδη. Οι παιδαγωγοί πάντως που ασχολήθηκαν μ' αυτό, ανεξάρτητα από τον τρόπο που πρότειναν για την προσέγγιση και την αξιοποίηση του, συμφώνησαν ότι είναι το είδος του λαϊκού λόγου που προσιδιάζει στην παιδική ηλικία.

Στην Ελλάδα πνευματικοί άνθρωποι και παιδαγωγοί αντιμετώπισαν το παραμύθι ως παιδαγωγικό μέσο, όπως και γενικότερα την παιδεία, μέσα από το πρίσμα των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που καθόριζαν τις εκπαιδευτικές συντεταγμένες και τον επιστημονικό τους προσανατολισμό.

Στα μέσα του 19ου και μέχρι τις αρχές του 20ού αι. κύριος στόχος της κρατικής παιδείας ήταν η διδασκαλία της γλώσσας μέσα από τη λειτουργία της κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας ως προπαρασκευαστικής της επόμενης2. Ήδη όμως στο τέλος του 19ου αι. πνευματικοί άνθρωποι διακρίνουν την ανάγκη της αναμόρφωσης και του εκσυγχρονισμού της ελληνικής παιδείας. Τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης και γενικά η πρόοδος των επιστημών αποτελούν το στόχο μιας νέας οπτικής της εκπαίδευσης, η οποία μπορεί να εκφραστεί μόνο μέσω ενός "νέου" γλωσσικού οργάνου απαλλαγμένου από το βάρος του κλασικισμού και της θεωρητικολογίας. Οι δημοτικιστές πράγματι γίνονται οι εκφραστές της νέας προοπτικής της παιδείας με τις συγκεκριμένες θέσεις τους για το περιεχόμενο και τους στόχους της εκπαίδευσης.

Θεμελιώδες αίτημα του Δημοτικισμού είναι η είσοδος της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο και η αναμόρφωση της παιδείας, ξεκινώντας από το Δημοτικό.

1. Ο όρος ανήκει στον André Jolies, γαλλ. μετάφραση του Α. Μ. Buguet, Formes Simples, Paris 1972.

2. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, επιμέλεια Αλ. Δημαρά, Αθήνα, Ερμής, 1987, σ. ιβ'.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/166.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Η αλλαγή έπρεπε να συνοδευτεί από νέα βιβλία με ιδιαίτερο βάρος στο αλφαβητάριο και τα αναγνωστικά του Δημοτικού3.

Το 1905 το περιοδικό "Νουμάς" προκηρύσσει διαγωνισμό για τη συγγραφή αλφαβηταρίου στη δημοτική4. Το βραβευμένο "Αρφαβητάρι", που προκύπτει, είναι γραμμένο στη δημοτική αλλά δεν ξεφεύγει πολύ από τα καθιερωμένα. Ωστόσο είναι το πρώτο που περιέχει αινίγματα και παροιμίες σε παραδοσιακό λόγο. Το επίσημο κράτος με νόμο του 1907 καθιερώνει τη μονοπώληση των διδακτικών βιβλίων από το κράτος και την έγκριση ενός μόνο βιβλίου κατά τάξη. Το 1910 εγκρίνεται το πρώτο κρατικό αλφαβητάριο, το οποίο δεν διαφέρει στη μέθοδο και το περιεχόμενο από τα παλαιότερα.

Το 1910 συστήνεται επίσης ο Εκπαιδευτικός Όμιλος 5 ως αποτέλεσμα της ώριμης απόφασης πνευματικών ανθρώπων για την πρακτική εφαρμογή επιστημονικών απόψεων γύρω από την εκπαίδευση με την ίδρυση ενός πρότυπου δημοτικού σχολείου στην Αθήνα. Στο ιδρυτικό του κείμενο διατυπώνονται οι γενικές αρχές του Ε.Ο, μεταξύ των οποίων "να δώση στον τόπο μας, μαζί με την καταλληλότερη για τα ελληνόπουλα παιδαγωγική μέθοδο, το πρότυπο αλφαβητάριο, τα πρότυπα διδακτικά βιβλία και τα μορφωτικά και βοηθητικά του δασκάλου βιβλία [..,] και στο τέλος [...] παιδιά μ' ανεπτυγμένο χαρακτήρα και νόηση με όρεξη και τη δύναμη να μάθουν γιατί θα κατέχουν και το όργανο κάθε προόδου, τη μητρική γλώσσα"6. Παράλληλα προγραμματίζεται έκδοση βιβλίων, εφημερίδας και περιοδικού στη δημοτική γλώσσα.

Στις απόψεις των δημοτικιστών ιδιαίτερη θέση κατέχει ο λαϊκός (παραδοσιακός) λόγος ως ανεκτίμητη και ανεξάντλητη πνευματική δεξαμενή, από όπου τροφοδοτείται η δημοτική γλώσσα7. Οι αρχές του 20ού αι. είναι η εποχή της αναγνώρισης και επίσημα της λαϊκής έκφρασης με τη δημιουργία έδρας της Λαογραφίας -ως νέας επιστήμης- στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τον Ν. Πολίτη το 1904. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργείται το Λαογραφικό Αρχείο (1908) και εκδίδεται το περιοδικό "Λαογραφία" (1909) στο οποίο, όπως και σε άλλα της εποχής, αποθησαυρίζονται δημιουργήματα του λαϊκού λόγου.

3. Ευαγγ. Κοκκίνη, Δημήτρης Γληνός, 1882-1943 - Τα αναγνωστικά τον Δημοτικού Σχολείου, 1910-1920, Αθήνα, Φιλιππότης, 1989, σ. 45.

4. Την κριτική επιτροπή του περιοδικού αποτελούν ο Ψυχάρης, ο Πάλλης και ο Παλαμάς.

5. Για τον Εκπαιδευτικό Όμιλο βλ. Μάρκου Τσιριμώκου, Ιστορία τον Εκπαιδευτικού Ομίλου, Αθήνα 1927. Από τα ιδρυτικά του μέλη ο Δελμούζος, ο οποίος με τον Δ. Γληνό και τον Μ. Τριανταφυλλίδη αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα που εισηγήθηκε εκπαιδευτικές αλλαγές.

6. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 1 (1911) 3κ.ε.

7. Δ. Γληνού, Έθνος και γλώσσα, Αθήνα, Αθηνά, 1976, σ. 20.

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/167.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Από τα είδη του λαϊκού λόγου το παραμύθι ιδιαιτέρως ήταν εκείνο που είχε επανειλημμένα απασχολήσει τους παιδαγωγούς ως μέσο διαπαιδαγώγησης της παιδικής ψυχής μέσα και έξω από το σχολείο. Στη Γερμανία κατ" αρχάς με τους αδελφούς Grimm ξεκινά η προσπάθεια συλλογής και καταγραφής λαϊκών παραμυθιών. Το έργο των Grimm πρόσφερε ένα σώμα παραμυθιών από το οποίο προέκυψαν μεταγενέστερες εκδόσεις προσαρμοσμένες για παιδιά. Στην Ελλάδα η πρώτη προσπάθεια καταγραφής λαϊκών παραμυθιών έγινε από τον Αυστριακό Georg von Hahn το 1864, που εξέδωσε στη Λιψία ελληνικά και αλβανικά παραμύθια. Ακολούθησαν οι συλλογές του Jean Pio (Κοπεγχάγη 1879), του Σακελλαρίου "Κυπριακά" (1891) κ.ά., καθώς και η δημοσίευση παραμυθιών σε περιοδικά της εποχής όπως το "Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος", τα "Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού" κ.ά. Παράλληλα με τη συλλογή άρχισε και η μελέτη των παραμυθιών ως μέσου για τη διαμόρφωση της παιδικής ψυχής.

Στη Γερμανία αξιόλογοι παιδαγωγοί όπως ο Ziller και ο Rein8 υποστηρίζουν με ζήλο την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού και την είσοδο του στο δημοτικό σχολείο. Ο Ziller συγκεκριμένα επέλεξε από τη συλλογή των αδελφών Grimm δώδεκα παραμύθια, τα οποία Θεώρησε κατάλληλα για τη συναισθηματική ωριμότητα και αντιληπτική ικανότητα των παιδιών και τα πρότεινε να διδάσκονται στο πρώτο έτος της εκπαίδευσης τους. Ο Rein στη συνέχεια βελτίωσε το corpus αυτό επιμένοντας στην ίδια άποψη της σχολικής διδασκαλίας9.

Στην Ελλάδα μαθητές και οπαδοί των Γερμανών υποστηρικτών των παραμυθιών, δημοτικιστές δάσκαλοι ακολουθούν το παράδειγμα τους. Το 1909 εκδίδεται στη Σμύρνη από τους Δ. Γεωργιακάκι και Δ. Παυλίδη το σχολικό βιβλίο "Παραμύθια ήτοι αναγνωστικόν βιβλίον διά το β' εξάμηνον του A' σχολικού έτους και το α' εξάμηνον του Β' σχολ. έτους", όπου περιλαμβάνονται ελληνικά και ξένα -μεταφρασμένα βεβαίως- παραμύθια, ως αποκλειστική γλωσσική ύλη. Το βιβλίο αυτό λειτουργεί πολύ καλά στο σχολείο. Ο Γεωργιακάκις σε άρθρο του υποστηρίζει ότι "ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το κάλλιστον όπερ έχομεν να παράσχωμεν εις παίδας του πρώτου Σχολικού είναι τα παραμύθια [διότι είναι ύλη] καθαρώς παιδική, [ανάλογη με την αντιληπτική δύναμη του παιδιού] εκ της πατρίδος του μαθητού" ειλημμένη, ως περιέχουσα ζώα, φυτά, αντικείμενα, ενεργείας και καταστάσεις τελείως τάς αυτάς η κατά το πλείστον όμοιας προς τας εν τη πατρίδι του μαθητού, ηθικώς μορφωτική,

8. W. Ziller, Jahrbuch des Vereins für wissenschaftliche Pädagogik, 1869 και Τ. Rein, Theorie und Praxis des Volkschulunterrichts, Das erste Schuljahr, Dresden 1885.

9. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Τα αναγνωστικά βιβλία των μικρών ελληνοπαίδων, Α-Β, Αθήνα 1897. Οι σ. 373-420 του Β' τ. αφιερώνονται στο παραμύθι.

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/168.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

διδακτική, κλασική και κατά την αρχήν των σταδίων του πολιτισμού εκλελεγμένη"10. Ο Δ. Γληνός στη βιβλιοκρισία του στο "Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου" για το ίδιο βιβλίο φαίνεται μάλλον επιφυλακτικός για το αν "τα παραμύθια είναι η πιο κατάλληλη, η μόνη ύλη που πρέπει να διαβάζουν τα παιδιά" και επισημαίνει ότι από τα δώδεκα περιλαμβανόμενα στο βιβλίο παραμύθια μόνο τα δύο είναι "καθαρώς ελληνικά". Ο ίδιος προτιμά τα "καθαρώς ελληνικά" και υπογραμμίζει ως σοβαρό μειονέκτημα της ελληνικής παιδείας την απουσία ενός έργου ανάλογου με τη συλλογή των Grimm απ' όπου θα μπορούσε ο Έλληνας συγγραφέας αναγνωστικού βιβλίου να επιλέξει. Ευελπιστεί στον N. Πολίτη για το έργο αυτό11.

Παρά τις κάποιες επιφυλάξεις που διακρίνονται στη βιβλιοκρισία του Γληνού, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος σε υπόμνημα που υποβάλλει προς το Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως σχετικά με τα αναγνωστικά προτείνει: "Στη διδασκαλία της αναγνώσεως, μάλιστα στα πρώτα χρόνια, κυριότερος σκοπός δεν είναι ν' αυξηθούν οι γνώσεις του παιδιού, παρά η πρόοδος του στην τέχνη της αναγνώσεως. Γι" αυτό το αναγνωστικό πρέπει πιο πολύ να υπηρετεί τη συγκέντρωση και την επανάληψη είτε στα φρονηματιστικά είτε στα πραγματικά μαθήματα, αφίνοντας έτσι καιρό στην κυρίως ανάγνωση και τη γλωσσική επεξεργασία του περιεχομένου, (c)ά μπορούσε λοιπόν να δοθεί η Όλη της αναγνώσεως στην A' τάξη το Β' εξάμηνο (και το A' εξάμηνο στην Β' τάξη) παραμύθια"12.

Τη γνώση του και το συγκεκριμένο ενδιαφέρον του για το παραμύθι εκδηλώνει και ο A. Δελμούζος όπως αποκαλύπτεται από την αλληλογραφία του με την Π. Δέλτα. Όταν εκείνη του ζητά πληροφορίες για τα παραμύθια, ο Δελμούζος της γράφει ότι έδωσε "υλικό έτοιμο για το β' μέρος του Αλφαβητάριου, το Αναγνωστικό, δημοτικά παραμύθια"13, υιοθετώντας τις απόψεις των Ziller και Rein,

Το ελληνικό κράτος από την άλλη μεριά αγνοεί εντελώς τη λα'ι'κή λογοτεχνία στα επίσημα κρατικά βιβλία. Μετά βίας συγκατανεύει στη χρήση της γνήσιας δημοτικής γλώσσας "μόνον εις τα ποιήματα και τας παροιμίας"14 στην προκήρυξη για το πρώτο κρατικό αλφαβητάριο του 1907,

Αμφιταλαντευόμενες ωστόσο είναι οι απόψεις του Χαρ, Παπαμάρκου, γενικού γραμματέα του ΥΠΕΠΘ και επιθεωρητή σχολείων στο τέλος του 19ου

10. Επετηρίς του Ελληνογερμανικού Λυκείου Σμύρνης, Β' (Σμύρνη 1907-8) 17-21.

11. [Δ. Γληνός], "Παιδαγωγική Φιλολογία", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 2 (1912) 142-146.

12. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, ο.π., 212.

13. Αλληλογραφία της Π. Σ. Δέλτα, 190β-1940, επιμέλεια Ξ. Λευκοπαρίδη, Αθήνα, Εστία, [1957], σ. 214. Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο [Δ. Γληνός], ο.π., 144.

14. Ευαγγ. Κοκκίνη, ο.π., σ. 53.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/169.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αι., ο οποίος εκφράζεται άλλοτε θετικά για τα παραμύθια και άλλοτε εξαπολύει έντονη κριτική. Στο Αναλυτικό Πρόγραμμα των μαθημάτων του πλήρους Δημοτικού σχολείου το 1890 προκειμένου περί της A' Δημοτικού, γράφει: "οι μαθηταί οφείλουσι να ονομάζωσιν ορθώς τα πράγματα, να παρατηρώσιν ακριβώς [..,], Ένθα δε παρέχεται αφορμή δέον να παρενείρωνται μικρά διηγήματα, μύθοι, παραμύθια, αινίγματα, στίχοι και άσμάτια"15. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1897, στο αναλυτικό έργο του "Τα αναγνωστικά βιβλία των μικρών ελληνοπαίδων" είναι απολύτως αρνητικός για την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού, πολύ περισσότερο δε της εισαγωγής του στο σχολείο, η οποία θα μετέβαλε το δάσκαλο "εις γραΐδιον υπόσαθρον παραμυθολόγον και το σπουδαίον και σοβαρόν έργον της διδασκαλίας εις έργον παιγνιώδες"16. Το μόνο που παραδέχεται ο Παπαμάρκου είναι η αφήγηση του παραμυθιού να γίνεται στο σπίτι το πολύ από τη μητέρα, γιαγιά η τροφό17.

Εκτός από τη σχολική χρήση, το παραμύθι χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα από τους δημοτικιστές και ως εξωσχολικό βιβλίο. Τα μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου αναγγέλουν το 1911 τη δημιουργία επιτροπής για την έκδοση "βιβλίων για τους ελληνόπαιδες"18. Με τη γενική εποπτεία του Μανόλη Τριανταφυλλίδη19 λειτουργεί η "Παιδική Βιβλιοθήκη", η οποία ολοκληρώνει την έκδοση εννέα βιβλίων για τα παιδιά. Σ' αυτά περιλαμβάνονται: "Τα κοράλλια" του Δανού Έβαλτ, σε μετάφραση Αλ. Δελμούζου το 1913, τα οποία χαρακτηρίζονται "παραμυθάκι", και τα "Παραμύθια" επίσης του Έβαλτ σε μετάφραση Δελμούζου το 1915. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο είναι φυσιογνωστικού περιεχομένου ιστορίες σύμφωνες με το πνεύμα των δημοτικιστών. Στην ίδια σειρά ανήκει επίσης της Π. Δέλτα το "Παραμύθια και άλλα" (1915) που περιλαμβάνει ιστορίες φρονηματιστικού χαρακτήρα και εκτός "Βιβλιοθήκης" το "Παραμύθι χωρίς όνομα" (1910), μια αλληγορική ιστορία για το ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας με εξωτερικά χαρακτηριστικά παραμυθιού.

Από όσα μέχρι τώρα εκτέθηκαν φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός παραμύθι δίνεται αδιακρίτως σε παιδικά αναγνώσματα με εύληπτο και παιδαγωγικό περιεχόμενο, χωρίς να πρόκειται υποχρεωτικά για λαϊκά παραμύθια.

Η Π. Δέλτα, που τα βιβλία της χαρακτηρίζονται επιτυχημένα την εποχή

15. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Αναλυτικόν πρόγραμμα των μαθημάτων του πλήρους Δημοτικού Σχολείου των Αρρένων κατά τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια, Αθήνα 1890, σ. 22.

16. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Τα αναγνωστικά..., ο.π.,τ. Ti', σ. 412.

17.Ο.π.,σ. 377.

18. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3 (1911) και Αλ. Δημαρά, "Βιβλία για τα ελληνόπουλα: η παιδική βιβλιοθήκη του Εκπαιδευτικού Ομίλου", συλλογικός τόμος "Μνημοσύνης θρέμματα" - Αφιέρωμα στη μνήμη του Α. Μωραΐτη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1993, σ. 295.

19.Ό.π.,σ. 292.

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/170.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αυτή, ενδιαφέρεται για "δημοτικά παραμύθια που μπορούν να διορθωθούν για παιδιά"20, και ζητεί τις υποδείξεις του Δελμούζου, που την παραπέμπει σε συλλογές λαϊκών παραμυθιών της εποχής21. Ωστόσο η Π. Δέλτα χαρακτηρίζει το υλικό των "Παραδόσεων" του Πολίτη "βρώμικο η αχρείο η κουτό"22, εξηγώντας ότι το υλικό αυτό δεν είναι κατάλληλο για παιδιά.

Ωστόσο, αν και κάποιοι δεν διέκριναν στο παραμύθι φρονηματιστικό περιεχόμενο και καταλληλότητα, άλλοι θεώρησαν το λαογραφικό υλικό, που ήταν συγκεκριμένο την εποχή αυτή, ως πηγή έμπνευσης για το παιδικό βιβλίο. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη στο άρθρο της "Τί διαβάζουν τα παιδιά μας" προτρέπει: "Οι πλούσιοι τόμοι της 'Λαογραφίας' του Ν. Πολίτη θα μας δώσουν χίλια θέματα για διηγήματα βγαλμένα από τη φυλή μας, από το πνεύμα το ελληνικό [,..]"23. Η συνηθέστερη περίπτωση πράγματι είναι ο δανεισμός στοιχείων από το λαϊκό παραμύθι η η ελεύθερη μετάπλαση τους σε παιδαγωγικές ιστορίες. Τέτοια είναι η περίπτωση του Δημοσθένη Ανδρεάδη, ο οποίος το 1914 εκδίδει "Τα παραμύθια της γριάς-Στάθαινας" στα οποία περιλαμβάνονται λαϊκές παραδόσεις και παραμύθια μεταπλασμένα24. Παρόμοια συμβαίνει και με το "Σαν παραμύθι" του A. Δελμούζου (1911), τα "Παιδικά παραμύθια" του Γ. Δροσίνη (3 εκδόσεις) κ,ά.

Το 1917 είναι μια χρονιά επιτυχίας για τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό. Η κυβέρνηση Βενιζέλου εγκρίνει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία περιορίζεται στη δημοτική εκπαίδευση. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώνεται η διδασκαλία της δημοτικής στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου και γράφονται τα νέα αναγνωστικά. Τα κορυφαία στελέχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου Γληνός, Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης τοποθετούνται σε επιτελικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας, Οι επιδιώξεις της νέας ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας διατυπώθηκαν στο πρακτικό της Επιτροπής που συγκροτήθηκε το 1918 για να προχωρήσει στη σύνταξη των αναγνωστικών βιβλίων του Δημοτικού, Τα αναγνωστικά βιβλία πρέπει να έχουν λογοτεχνική αξία, να αναφέρονται στην εθνική ζωή και το φυσικό κόσμο. "Η πραγμάτωσις του εθνικού

20. Αλληλογραφία..., ο.π., σ. 214.

21. Ο.π., σ. 215: "Τελειώτερη συλλογή είναι του Jean Pio· "..χουν βγη μόνο 100 αντίτυπα και θα τα βρήτε μόνο σε μεγάλη βιβλιοθήκη. Ίσως στο Μόναχο. 2) Hahn: Griechische und Albanesische Märchen 3) Νεοελληνικά ανάλεκτα Παρνασσού (τόμος Β' νομίζω) 4) Κυπριακά Σακελλαρίου 5) Ζωγράφειος αγών 6) Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τόμος Α' 7) Παραδόσεις Α' τόμος Ν. Πολίτη".

22. Ο.π.,σ. 214.

23. Γαλάτεια Καζαντζάκη, "Τι διαβάζουν τα παιδιά μας", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3 (1913) 229.

24. Ο Δημ. Ανδρεάδης είναι μέλος της επιτροπής των συγγραφέων του βιβλίου "Το Αλφαβητάρι", βλ. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, ο.π., σ. κη'-κθ'.

Σελ. 170
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/171.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

σκοπού [...] ιδιαιτέρως επιτυγχάνεται και εμμέσως με το να αντλήσωμεν το περιεχόμενον των βιβλίων κυρίως από την εθνικήν ζωήν, την Χώραν και την φύσιν της πατρίδος μας, από τα ήθη και τα έθιμα τα ελληνικά, και από τα παραμύθια, τους θρύλους, τις εθνικές παραδόσεις και αμέσως διά καθαρώς φρονηματιστικής και πατριωτικής διδασκαλίας στηριζομένης κυρίως επί της εθνικής ιστορίας"25. Στους ίδιους τόνους κινούνται και οι ομιλίες του Δελμούζου προς τους ανώτερους επόπτες και επιθεωρητές των δημοτικών σχολείων (1919)26.

Το 1919 εκδίδεται το νέο αναγνωστικό της A' Δημοτικού το γνωστό ως "το Αλφαβητάρι με τον ήλιο". Σ" αυτό, αν και απευθύνεται σε μικρά παιδιά, δεν υπάρχουν αυτούσια λαϊκά παραμύθια αλλά κάποια ιστορία μόνον στο ύφος του λαϊκού παραμυθιού. Αντιθέτως, σε άλλο αναγνωστικό της ίδιας εποχής (Δ' Δημοτικού) της Γαλάτειας Καζαντζάκη υπάρχει μετάπλαση λαϊκών παραδόσεων και παραμυθιών μαζί με άλλες παιδαγωγικού χαρακτήρα ιστορίες.

Παράλληλα, συνεχίζεται η έκδοση έντεχνων παραμυθιών και συλλογών λαϊκών παραμυθιών. Στις πρώτες ανήκουν "Οι γύροι της ανέμης" του Γ. Βλαχογιάννη (1923), οι "Παραδόσεις και παραμύθια" της Ιουλίας Δραγούμη (1929) -και οι δύο είναι μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου- η επανέκδοση των "Παραμυθιών" του Έβαλτ (1935) κ.ά. Από τις συλλογές λαϊκών παραμυθιών ξεχωρίζουν αυτές του R. Dawkins27, του Δ. Γρ. Καμπούρογλου (1912) και της A. Αθανασούλα (1929).

Το 1927 ο Εκπαιδευτικός Όμιλος διαλύεται αλλά τα μέλη του συνεχίζουν τη δημιουργική τους δράση σε δρόμους χωριστούς. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 αποκατέστησε τη συνέχεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του 1917 που είχε διακοπεί. Το πνεύμα που διέπει την Εκπαίδευση είναι το ίδιο με του 1917, ενώ τα βήματα της προόδου για ένα αστικό σχολείο γίνονται με αργούς ρυθμούς και παλινδρομήσεις. Οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημοτικό Σχολείο και τα αναγνωστικά είναι σε γενικές γραμμές οι ίδιες με τα ισχύοντα το 1917 και η χρήση του λαϊκού λόγου και του παραμυθιού ανάλογη.

25. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, ο.π., σ. 92-93 (Το πρακτικό της επιτροπής του 1918).

26. Αλ. Δελμούζος, Μελέτες και Πάρεργα, 2 τ., Αθήνα 1958: "Πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι λαογραφικοί θησαυροί του Πολίτη [·.·]" και να αξιοποιηθούν από τις δασκάλες του Πειραματικού σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σ. 163· και προς τους συνέδρους του συνεδρίου επιθεωρητών των δημοτικών σχολείων, Αθήνα 1919, "να νιώσουν οι δάσκαλοι την αξία της δημοτικής και ακόμα ότι με την άγνοια η την περιφρόνηση της το σχολείο δε χάνει μόνο τη γλώσσα του, αλλά και μορφωτικό υλικό πολυτιμότατο για το σκοπό του", από τα "Μαθήματα των ανωτέρων εποπτών", ο.π., σ. 177.

27. Ο R. Μ. Dawkins ασχολήθηκε πολύ νωρίς με το ελληνικό λαϊκό παραμύθι (βλ. "The Twelve Months: Α Folk tale from Pontos", Λαογραφία 7 (1923) 285-291) μέσα από τα αρχαιολογικά και γλωσσικά του ενδιαφέροντα. Βασικές συλλογές του: Forty-five stories from the Dodekanese, Cambridge 1950, Modern Greek Folktales, Oxford 1953, More Greek Folktales, Oxford 1953.

Σελ. 171
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/172.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Οι δημοτικιστές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, υποστήριξαν την παιδευτική αξία του παραμυθιού. Το χρησιμοποίησαν αυτούσιο, στη λαϊκή του έκφραση, ως μέσο συναισθηματικής διάπλασης αλλά και ως αναγνωστική άσκηση. Η εκτεταμένη μορφή του λαϊκού παραμυθιού αγνοήθηκε από το σχολικό βιβλίο, πιθανώς παραλείφθηκε και από την προφορική αφήγηση του δασκάλου, παρά τις παραινέσεις του Δελμούζου, Ίσως έφταιξε το γεγονός ότι έλειπε μια αυτοτελής πλούσια συλλογή λαϊκών παραμυθιών, που περίμεναν οι δάσκαλοι από τους λαογράφους. Ωστόσο το παραμύθι δάνεισε τη φόρμα και τη δομή του σε έντεχνες ιστορίες που χρησιμοποιήθηκαν για τη μετάδοση απλουστευμένων επιστημονικών γνώσεων στις μικρές ηλικίες. Και πάντως υποστηρίχθηκε από τους δημοτικιστές και στην έντεχνη του μορφή ως εξωσχολικό βιβλίο.

Σελ. 172
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/173.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΙΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ

Οι ιστορικές κατηγορίες "παιδί" και "διοίκηση" στην τυπική μορφή τους εμφανίζονται ασύγχρονες. Χωρίς να λείπουν περιπτώσεις που παιδιά διατέλεσαν επικεφαλής πολιτικών οργανισμών, κυρίως στο πλαίσιο του θεσμού της κληρονομικής διαδοχής1, η άσκηση εξουσίας, και μάλιστα αιρετής, σπανίως υπήρξε συμβατή προς την παιδική ηλικία. Ειδικότερα στη Βενετία, η επί αιώνες αναλλοίωτη δομή του βενετικού πολιτεύματος, με τα ισόβια η βραχυχρόνια, αλλά πάντοτε αιρετά και μή κληρονομητά αξιώματα, απέκλειε εκ των πραγμάτων τη διείσδυση στους διοικητικούς μηχανισμούς ατόμων έξω από αυστηρά προκαθορισμένα κατώτερα όρια ηλικίας2. Πρόκειται για πάγια αρχή, που απαρέγκλιτα εφαρμόσθηκε σε όλο το φάσμα της διοικητικής ιεραρχίας στη μητροπολιτική περιφέρεια και αυτούσια μεταφυτεύθηκε στο βενετικό αποικιακό κράτος στην Ανατολή,

Κάτω από τους ορούς αυτούς το θέμα "παιδί"3 και "διοίκηση"4 στο βενετοκρατούμενο

1. Βλ. Jacques Le Goff, "Ο βασιλιάς παιδί στη μοναρχική ιδεολογία της Μεσαιωνικής Δύσης" (Μετάφραση: Ν. Μαυροκορδόπουλος, Β. Πάτσιου, Ρ. Μπενβενίστε και Π. Πολέμη), Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984, τ. A', Αθήνα 1986, σ. 227-248.

2. Γιά το βενετικό πολιτικό σύστημα και ειδικότερα τη βενετική πολιτική θεωρία, καθώς και την επίδρασή τους στον ευρωπαϊκό χώρο, βλ., ενδεικτικά, Myron Gilmore, "Myth and reality in Venetian political theory", Renaissance Venice, edited by J. R. Hale, Λονδίνο 1973, σ. 431-444, και William Bouwsma, "Venice and the political education of Europe", στο ιδιο, σ. 445-466.

3. Γιά την παιδική ηλικία βλ. Φιλίπ Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, Αθήνα 1990 (μετάφραση με ορισμένες συντομεύσεις από τα γαλλικά της Γιούλης Αναστοπούλου του πρωτοτύπου: Philippe Ariès, L'enfant et la vie familiale sous I'Ancient Regime, Παρίσι 21973), Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ο.π. Ειδικότερα για τη θέση του παιδιού στο χώρο της ελληνοβενετικής Ανατολής βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Το παιδί στην κοινωνία της βενετοκρατούμενης Κρήτης", Κρητικά Χρονικά 27 (1987) 214-227.

4. Για το διοικητικό σύστημα στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές βλ. συνθετικά, Αγγελική Πανοπούλου, "Οι Βενετοί και η ελληνική πραγματικότητα. Διοικητική,

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/174.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ελληνικό χώρο ουσιαστικά περιορίζεται στο ζήτημα της προετοιμασίας ενός παιδιού για την ανάληψη διοικητικών ευθυνών και συνδέεται άρρηκτα με το βενετικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα, και μάλιστα με τα ιδιόμορφα στοιχεία της εφαρμογής του στις κτήσεις. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστήματος, σε σχέση με το ερευνητικό ζητούμενο, υπήρξε η σταδιακή απαγόρευση συμμετοχής του ατόμου στην άσκηση διοίκησης, αν προηγουμένως δεν παρεμβαλλόταν μια ενδιάμεση διαδικασία, αυτή της αναγνώρισης του ως μέλους των κατά περιοχές ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και, συνακολούθως, της εισαγωγής του στα τοπικά κοινοτικά όργανα, υπό την επωνυμία των συμβουλίων η κοινοτήτων. Επομένως, στους δυο κύριους ερευνητικούς άξονες, "παιδί" και "διοίκηση", προστίθεται ένας τρίτος, εκείνος των οργανωμένων συλλογικών σωμάτων, που τα μέλη τους, αυτά και μόνο, μπορούσαν να μετέχουν στα διοικητικά πράγματα. Στη συνέχεια και πριν από την τελική σύνθεση των τριών παραμέτρων, "παιδί", "συλλογικά σώματα", "διοίκηση", σε ένα κοινό σχήμα, θα επιχειρηθεί η συνοπτική παρουσίαση ορισμένων κύριων χαρακτηριστικών τους.

Καταρχάς, η κατηγορία του παιδιού ως μελλοντικού διαχειριστή της εξουσίας, οποιουδήποτε βαθμού, δεν κάλυπτε το σύνολο των μελών της κοινωνίας που διένυαν το στάδιο της παιδικής ηλικίας, αλλά περιοριζόταν περίπου στο ήμισυ τους, καθώς πρόσβαση στους διοικητικούς μηχανισμούς είχαν μόνο οι άρρενες. Επομένως, το παιδί θηλυκού φύλου στη συγκεκριμένη περίπτωση μένει έξω από το ερευνητικό ενδιαφέρον μας5. 'Από την άλλη πλευρά, τα χρονικά όρια της "παιδικής ηλικίας" και των ενδιάμεσων σταδίων ως και την "ενηλικιότητα", σε σχέση με διάφορα επίπεδα αναφοράς, υπήρξαν ασαφή και όχι ενιαία κατά τόπους και εποχές, Συμβατικά, στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο η "παιδική ηλικία" για τα άρρενα μέλη της κοινωνίας έληγε στα δεκατέσσερα χρόνια τους. Ωστόσο, τα αγόρια σε Ορισμένες περιοχές θεωρούνταν στρατεύσιμοι και υποχρεώνονταν να υπηρετούν στα σώματα των τοπικών πολιτοφυλακών από τα δώδεκα μόλις χρόνια, ενώ η καθεαυτή ενηλικιότητα τοποθετούνταν γενικά στο 18ο έτος6. Από την άλλη, θεσμοθετημένο κατώτερο

εκκλησιαστική, οικονομική οργάνωση - Η διοικητική οργάνωση του βενετοκρατούμενου ελληνικού χώρου", Όψεις της ιστορίας τον βενετοκρατούμενου ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιστημονική επιμέλεια Χρύσα A. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σ. 281-288. Στις σ. 306-313 επιλογή της σχετικής βιβλιογραφίας.

5. Για τη θέση της γυναίκας στον υπό εξέταση χώρο βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Η παρουσία της γυναίκας στις νοταριακές πράξεις της περιόδου της Βενετοκρατίας", Κρητολογία 16-19 (1983-1984) 62-79, και της ίδιας, "Η γυναίκα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη με βάση τις νοταριακές πηγές". Αρχαιολογία 21 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1986) 37-40.

6. Βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Το παιδί...", ο.π., 215-216, οπού και αναλυτικότερα στοιχεία για την περίοδο της "παιδικής ηλικίας" και της "νεότητας" των αγοριών. Ειδικά

Σελ. 174
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/175.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

όριο ηλικίας για τη συμμετοχή του ατόμου στα διοικητικά πράγματα και στην ευρύτερη πολιτική ζωή δεν υφίσταται. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό ενυπήρχε, καθώς ταυτιζόταν με εκείνο της εισαγωγής του στο συλλογικό σώμα, που τα μέλη του, κατ' αποκλειστικότητα, είχαν το νομικό δικαίωμα του διοικείν. Πρόκειται για τη θεσμική διαδικασία της επίσημης απονομής του οικογενειακού η μη τίτλου ευγένειας η αστικότητας, ανάλογα με την περιοχή, και τη συνακόλουθη ένταξη του νέου "τιτλούχου" στα τοπικά συμβούλια η στις τοπικές κοινότητες,

Τα συλλογικά σώματα των ευγενών η πολιτών στις βενετικές κτήσεις της Ανατολής, δημιουργημένα κατ' αναλογία με το Μείζον Συμβούλιο της Μητρόπολης, περιέλαβαν στους κόλπους τους λιγοστές οικογένειες των εγχώριων κοινωνιών, συντελώντας, έτσι, στη διαμόρφωση ενός κλειστού, ισόβιου και κληρονομικού κοινωνικού καθεστώτος, συχνά ανεξάρτητου από τη συγκυριακή οικονομική θέση τους. Συστατικό στοιχείο της λειτουργίας των σωμάτων αυτών αποτελούσε η δυνατότητα πρόσβασης των μελών τους στους διοικητικούς μηχανισμούς, τα "πολιτικά δικαιώματα", δηλαδή το δικαίωμα να απευθύνονται συλλογικά στις βενετικές Αρχές, να εκλέγουν τους αξιωματούχους της τοπικής διοίκησης και να εκλέγονται οι ίδιοι στα κυριότερα από τα τοπικά αξιώματα7.

Κατ' ακολουθία με το μητροπολιτικό και το κατά περιοχές κοινωνικό σχήμα, και η διοίκηση στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα: Στο ανώτερο, στο οποίο μετείχαν αποκλειστικά μέλη του βενετικού Μείζονος Συμβουλίου, και στο κατώτερο, που περιλάμβανε τη σειρά των έμμισθων και άμισθων αξιωμάτων, στην άσκηση των οποίων μετείχαν εγχώριοι, αποκλειστικά από το ολιγάριθμο προνομιούχο στοιχείο των ενταγμένων στα κατά τόπους συλλογικά σώματα, συμβούλια η κοινότητες8. Με το δεδομένο αυτό γίνεται φανερό ότι η κατηγορία "παιδί", στην προοπτική της μελλοντικής ανάληψης διοικητικών καθηκόντων, εμφανίζεται αριθμητικά εξαιρετικά περιορισμένη, 'Οριοθετείται μέσα στον κύκλο των αρρένων ανήλικων μελών των ευάριθμων οικογενειών, που ανήκαν στους θεσμοθετημένους συλλογικούς φορείς των βενετικών κτήσεων στην Ανατολή, σε ένα ταξικά διαχωρισμένο σχήμα.

για τις ηλικίες ένταξης στις πολιτοφυλακές βλ. Ιωάννης Δ. Ψαράς, Ο θεσμός της πολιτοφυλακής στις βενετικές κτήσεις του ελληνικού χώρου (16ος-18ος αι.), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 16, 33.

7. Συνοπτικά για το θεσμό των συμβουλίων και κοινοτήτων βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, "Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα. Ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση - Η κοινωνία", στο Όψεις..., ο.π., σ. 186-190. Στις σ. 208-214 επιλογή της σχετικής βιβλιογραφίας.

8. Βλ. Αγγελική Πανοπούλου, ό.π.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/176.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

πού υπερέβαινε και συνάμα συνένωνε τις, τυχόν, εθνικές και δογματικές διαφορές τους9.

Με βάση τα παραπάνω, η πορεία ενός παιδιού προς τη "διοίκηση" προϋπέθετε την πλήρωση των όρων συμμετοχής του στα τοπικά συλλογικά σώματα. Οι όροι αυτοί συνδέονταν όχι με προσωπικές πνευματικές η και σωματικές ικανότητες, αλλά με στοιχεία άνωθεν προσδιορισμένα και ανυπέρβλητα από το "άτομο": το κοινωνικό καθεστώς της οικογενείας του και τη "νομιμότητα" του γάμου από τον οποίο είχε προέλθει, με το συνακόλουθο αποκλεισμό από την τοπική κοινοτική οργάνωση των νόθων10. Η πιστοποίηση των παραπάνω γινόταν με βάση αποδεικτικά έγγραφα, που όφειλαν να έχουν συνταχθεί υπέρ των υποψηφίων κατά την παιδική ηλικία τους αλλά και πριν ακόμη από τη γέννηση τους, με τη μέριμνα των γονέων και κηδεμόνων τους. Μεταξύ αυτών, κύρια θέση κατείχαν οι καταγραφές τόσο των γάμων των ήδη μελών των συλλογικών σωμάτων όσο και των γεννήσεων και των βαπτίσεων των παιδιών τους σε ειδικά επίσημα βιβλία. Καθυστερήσεις η παραλείψεις στις καταγραφές μπορούσαν να αποβούν μοιραίες για τη μετέπειτα κοινωνική θέση του παιδιού, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από τη δυνατότητα μελλοντικής συμμετοχής του στα τοπικά διοικητικά πράγματα. Χαρακτηριστικά, ο Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου, ο πιθανολογούμενος ως ο ποιητής του "Έρωτόκριτου", από τη μεγάλη ευγενή βενετοκρητική οικογένεια των Κορνάρων, κινδύνευσε να μην ενταχθεί στην ευγένεια, καθώς γεννήθηκε στα 1553 στην Τραπεζόντα, χωριό της Σητείας, μακριά από το διοικητικό κέντρο του Χάνδακα, και ο θάνατος του πατέρα του, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση του, δεν επέτρεψε την καταγραφή της, σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις, Ένδεκα χρόνια αργότερα, στα 1564, ο μεγαλύτερος αδελφός του 'Ιωάννης Φραγκίσκος, μετά και τη δική του ενηλικίωση, μερίμνησε ώστε να κινηθεί η σχετική διαδικασία της "νομιμοποίησης" του Βιτσέντζου, που ολοκληρώθηκε μόλις στα 1566, με την παρέμβαση και του άλλου αδελφού του, του Ανδρέα, γνωστού λογίου και ιδρυτή της Ακαδημίας των Stravaganti στο Χάνδακα11,

Οι κανόνες των καταγραφών των γάμων και των γεννήσεων-βαπτίσεων συστηματοποιήθηκαν στα τέλη του 16ου αιώνα, στο πλαίσιο των προσπαθειών

9. Βλ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, "Ο ποιητής του " Ερωτοκρίτου''", Πεπραγμένα τον Δ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο 29.8-3.9Α976), τ. Β', Αθήνα 1981, σ. 331-338 (αναδημοσίευση στο: Ο ποιητής του "Ερωτοκρίτου" και αλλά βενετοκρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989, σ. 259-266).

10. Γιά τα νόθα παιδιά και τη Θέση τους στην κρητική κοινωνία βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Το παιδί...", ο.π , σ. 220-222. Βλ. ακόμη, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Εναγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 115-116.

11. Βλ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, ο.π.,σ. 342-343,356-372 και 270-271,284-300.

Σελ. 176
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 157
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΧΡΟΝΟ 

    ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΥ

    Η σχέση ανάμεσα στην παραμυθική αφήγηση και στο χρόνο χαρακτηριστικά δηλώνεται στα λόγια του Τόλκιεν, που είπε πως τα παραμύθια «ανοίγουν την πόρτα σ' έναν Άλλο Χρόνο, και αν διαβούμε αυτή την πόρτα, έστω και για μια στιγμή, βρισκόμαστε έξω από τον δικό μας χρόνο, έξω ίσως από τον ίδιο τον Χρόνο»1,

    Αυτή τη διαχρονικότητα-αχρονικότητα του παραμυθιού που κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα, τυπικά στο συμβατικό και ουσιαστικά στον «άλλο χρόνο», στο «απόλυτο αλλού», στο «επέκεινα», μπορούμε να τη συμπεράνουμε και από τα λόγια του Β. Γ, Προπ, ο οποίος στη μελέτη του για την Μορφολογία του Παραμυθιού, τονίζει το «διπλό χαρακτήρα που παρουσιάζει η παράσταση του Χρόνου, σε όλα τα μυθικά συστήματα: η διήγηση είναι, συγχρόνως, "μέσα στον χρόνο" (συνίσταται σε μια διαδοχή γεγονότων) και "έξω από τον χρόνο" (η αξία της σημασίας της είναι πάντοτε επίκαιρη)»2 και παρακάτω «μπορούμε εδώ να θυμίσουμε ότι στο παραμύθι κυριαρχεί μια αντίληψη του χρόνου, του χώρου και του αριθμού εντελώς διαφορετική από εκείνη με την οποία είμαστε συνηθισμένοι, και έχουμε την τάση να θεωρούμε απόλυτη»3.

    Η παραμυθική αφήγηση συχνά αναφέρεται στην πάροδο του χρόνου και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά για την εξέλιξη της ιστορίας (εκατό χρόνια στην Κοιμωμένη Βασιλοπούλα, τα μεσάνυχτα στη Σταχτοπούτα). Ωστόσο οι ίδιοι οι παραμυθικοί ήρωες βιώνουν το χρόνο μέσα από ένα πρωταρχικό κοίταγμα, μια αυθεντική θεώρηση που τους κρατά σωματικά και συναισθηματικά ανέπαφους από την αντικειμενική ροή του χρόνου, τους οδηγεί σε σύγκρουση με τη δεδομένη πραγματικότητα και, πίσω από το φανταστικό και την

    1. Τζ. Σ. Κούπερ, Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών, μτφρ. Θ. Μαλαμόπουλος, Αθήνα, εκδ. Θυμάρι, 1983, σ. 113.

    2. Β. Γ. Προπ, Μορφολογία του Παραμυθιού, μτφρ. Α. Παρίση, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1987, σ. 234.

    3. Ο.π.,σ.264.