Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 165-184 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/165.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΥ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ 

Το παραμύθι πολύ νωρίς άτυπα η μέσα από το σύστημα εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναισθηματικής αγωγής και παιδαγωγικής πρακτικής. Άλλοτε διατηρήθηκε στη λαϊκή του διατύπωση ως "απλή μορφή"1, όπως λειτούργησε πρωτογενώς στις αγροτικές κοινωνίες, και άλλοτε μεταπλάστηκε σε έντεχνες μορφές λόγου η άλλα συνθετότερα είδη. Οι παιδαγωγοί πάντως που ασχολήθηκαν μ' αυτό, ανεξάρτητα από τον τρόπο που πρότειναν για την προσέγγιση και την αξιοποίηση του, συμφώνησαν ότι είναι το είδος του λαϊκού λόγου που προσιδιάζει στην παιδική ηλικία.

Στην Ελλάδα πνευματικοί άνθρωποι και παιδαγωγοί αντιμετώπισαν το παραμύθι ως παιδαγωγικό μέσο, όπως και γενικότερα την παιδεία, μέσα από το πρίσμα των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που καθόριζαν τις εκπαιδευτικές συντεταγμένες και τον επιστημονικό τους προσανατολισμό.

Στα μέσα του 19ου και μέχρι τις αρχές του 20ού αι. κύριος στόχος της κρατικής παιδείας ήταν η διδασκαλία της γλώσσας μέσα από τη λειτουργία της κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας ως προπαρασκευαστικής της επόμενης2. Ήδη όμως στο τέλος του 19ου αι. πνευματικοί άνθρωποι διακρίνουν την ανάγκη της αναμόρφωσης και του εκσυγχρονισμού της ελληνικής παιδείας. Τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης και γενικά η πρόοδος των επιστημών αποτελούν το στόχο μιας νέας οπτικής της εκπαίδευσης, η οποία μπορεί να εκφραστεί μόνο μέσω ενός "νέου" γλωσσικού οργάνου απαλλαγμένου από το βάρος του κλασικισμού και της θεωρητικολογίας. Οι δημοτικιστές πράγματι γίνονται οι εκφραστές της νέας προοπτικής της παιδείας με τις συγκεκριμένες θέσεις τους για το περιεχόμενο και τους στόχους της εκπαίδευσης.

Θεμελιώδες αίτημα του Δημοτικισμού είναι η είσοδος της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο και η αναμόρφωση της παιδείας, ξεκινώντας από το Δημοτικό.

1. Ο όρος ανήκει στον André Jolies, γαλλ. μετάφραση του Α. Μ. Buguet, Formes Simples, Paris 1972.

2. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, επιμέλεια Αλ. Δημαρά, Αθήνα, Ερμής, 1987, σ. ιβ'.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/166.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Η αλλαγή έπρεπε να συνοδευτεί από νέα βιβλία με ιδιαίτερο βάρος στο αλφαβητάριο και τα αναγνωστικά του Δημοτικού3.

Το 1905 το περιοδικό "Νουμάς" προκηρύσσει διαγωνισμό για τη συγγραφή αλφαβηταρίου στη δημοτική4. Το βραβευμένο "Αρφαβητάρι", που προκύπτει, είναι γραμμένο στη δημοτική αλλά δεν ξεφεύγει πολύ από τα καθιερωμένα. Ωστόσο είναι το πρώτο που περιέχει αινίγματα και παροιμίες σε παραδοσιακό λόγο. Το επίσημο κράτος με νόμο του 1907 καθιερώνει τη μονοπώληση των διδακτικών βιβλίων από το κράτος και την έγκριση ενός μόνο βιβλίου κατά τάξη. Το 1910 εγκρίνεται το πρώτο κρατικό αλφαβητάριο, το οποίο δεν διαφέρει στη μέθοδο και το περιεχόμενο από τα παλαιότερα.

Το 1910 συστήνεται επίσης ο Εκπαιδευτικός Όμιλος 5 ως αποτέλεσμα της ώριμης απόφασης πνευματικών ανθρώπων για την πρακτική εφαρμογή επιστημονικών απόψεων γύρω από την εκπαίδευση με την ίδρυση ενός πρότυπου δημοτικού σχολείου στην Αθήνα. Στο ιδρυτικό του κείμενο διατυπώνονται οι γενικές αρχές του Ε.Ο, μεταξύ των οποίων "να δώση στον τόπο μας, μαζί με την καταλληλότερη για τα ελληνόπουλα παιδαγωγική μέθοδο, το πρότυπο αλφαβητάριο, τα πρότυπα διδακτικά βιβλία και τα μορφωτικά και βοηθητικά του δασκάλου βιβλία [..,] και στο τέλος [...] παιδιά μ' ανεπτυγμένο χαρακτήρα και νόηση με όρεξη και τη δύναμη να μάθουν γιατί θα κατέχουν και το όργανο κάθε προόδου, τη μητρική γλώσσα"6. Παράλληλα προγραμματίζεται έκδοση βιβλίων, εφημερίδας και περιοδικού στη δημοτική γλώσσα.

Στις απόψεις των δημοτικιστών ιδιαίτερη θέση κατέχει ο λαϊκός (παραδοσιακός) λόγος ως ανεκτίμητη και ανεξάντλητη πνευματική δεξαμενή, από όπου τροφοδοτείται η δημοτική γλώσσα7. Οι αρχές του 20ού αι. είναι η εποχή της αναγνώρισης και επίσημα της λαϊκής έκφρασης με τη δημιουργία έδρας της Λαογραφίας -ως νέας επιστήμης- στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τον Ν. Πολίτη το 1904. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργείται το Λαογραφικό Αρχείο (1908) και εκδίδεται το περιοδικό "Λαογραφία" (1909) στο οποίο, όπως και σε άλλα της εποχής, αποθησαυρίζονται δημιουργήματα του λαϊκού λόγου.

3. Ευαγγ. Κοκκίνη, Δημήτρης Γληνός, 1882-1943 - Τα αναγνωστικά τον Δημοτικού Σχολείου, 1910-1920, Αθήνα, Φιλιππότης, 1989, σ. 45.

4. Την κριτική επιτροπή του περιοδικού αποτελούν ο Ψυχάρης, ο Πάλλης και ο Παλαμάς.

5. Για τον Εκπαιδευτικό Όμιλο βλ. Μάρκου Τσιριμώκου, Ιστορία τον Εκπαιδευτικού Ομίλου, Αθήνα 1927. Από τα ιδρυτικά του μέλη ο Δελμούζος, ο οποίος με τον Δ. Γληνό και τον Μ. Τριανταφυλλίδη αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα που εισηγήθηκε εκπαιδευτικές αλλαγές.

6. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 1 (1911) 3κ.ε.

7. Δ. Γληνού, Έθνος και γλώσσα, Αθήνα, Αθηνά, 1976, σ. 20.

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/167.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Από τα είδη του λαϊκού λόγου το παραμύθι ιδιαιτέρως ήταν εκείνο που είχε επανειλημμένα απασχολήσει τους παιδαγωγούς ως μέσο διαπαιδαγώγησης της παιδικής ψυχής μέσα και έξω από το σχολείο. Στη Γερμανία κατ" αρχάς με τους αδελφούς Grimm ξεκινά η προσπάθεια συλλογής και καταγραφής λαϊκών παραμυθιών. Το έργο των Grimm πρόσφερε ένα σώμα παραμυθιών από το οποίο προέκυψαν μεταγενέστερες εκδόσεις προσαρμοσμένες για παιδιά. Στην Ελλάδα η πρώτη προσπάθεια καταγραφής λαϊκών παραμυθιών έγινε από τον Αυστριακό Georg von Hahn το 1864, που εξέδωσε στη Λιψία ελληνικά και αλβανικά παραμύθια. Ακολούθησαν οι συλλογές του Jean Pio (Κοπεγχάγη 1879), του Σακελλαρίου "Κυπριακά" (1891) κ.ά., καθώς και η δημοσίευση παραμυθιών σε περιοδικά της εποχής όπως το "Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος", τα "Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού" κ.ά. Παράλληλα με τη συλλογή άρχισε και η μελέτη των παραμυθιών ως μέσου για τη διαμόρφωση της παιδικής ψυχής.

Στη Γερμανία αξιόλογοι παιδαγωγοί όπως ο Ziller και ο Rein8 υποστηρίζουν με ζήλο την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού και την είσοδο του στο δημοτικό σχολείο. Ο Ziller συγκεκριμένα επέλεξε από τη συλλογή των αδελφών Grimm δώδεκα παραμύθια, τα οποία Θεώρησε κατάλληλα για τη συναισθηματική ωριμότητα και αντιληπτική ικανότητα των παιδιών και τα πρότεινε να διδάσκονται στο πρώτο έτος της εκπαίδευσης τους. Ο Rein στη συνέχεια βελτίωσε το corpus αυτό επιμένοντας στην ίδια άποψη της σχολικής διδασκαλίας9.

Στην Ελλάδα μαθητές και οπαδοί των Γερμανών υποστηρικτών των παραμυθιών, δημοτικιστές δάσκαλοι ακολουθούν το παράδειγμα τους. Το 1909 εκδίδεται στη Σμύρνη από τους Δ. Γεωργιακάκι και Δ. Παυλίδη το σχολικό βιβλίο "Παραμύθια ήτοι αναγνωστικόν βιβλίον διά το β' εξάμηνον του A' σχολικού έτους και το α' εξάμηνον του Β' σχολ. έτους", όπου περιλαμβάνονται ελληνικά και ξένα -μεταφρασμένα βεβαίως- παραμύθια, ως αποκλειστική γλωσσική ύλη. Το βιβλίο αυτό λειτουργεί πολύ καλά στο σχολείο. Ο Γεωργιακάκις σε άρθρο του υποστηρίζει ότι "ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το κάλλιστον όπερ έχομεν να παράσχωμεν εις παίδας του πρώτου Σχολικού είναι τα παραμύθια [διότι είναι ύλη] καθαρώς παιδική, [ανάλογη με την αντιληπτική δύναμη του παιδιού] εκ της πατρίδος του μαθητού" ειλημμένη, ως περιέχουσα ζώα, φυτά, αντικείμενα, ενεργείας και καταστάσεις τελείως τάς αυτάς η κατά το πλείστον όμοιας προς τας εν τη πατρίδι του μαθητού, ηθικώς μορφωτική,

8. W. Ziller, Jahrbuch des Vereins für wissenschaftliche Pädagogik, 1869 και Τ. Rein, Theorie und Praxis des Volkschulunterrichts, Das erste Schuljahr, Dresden 1885.

9. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Τα αναγνωστικά βιβλία των μικρών ελληνοπαίδων, Α-Β, Αθήνα 1897. Οι σ. 373-420 του Β' τ. αφιερώνονται στο παραμύθι.

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/168.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

διδακτική, κλασική και κατά την αρχήν των σταδίων του πολιτισμού εκλελεγμένη"10. Ο Δ. Γληνός στη βιβλιοκρισία του στο "Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου" για το ίδιο βιβλίο φαίνεται μάλλον επιφυλακτικός για το αν "τα παραμύθια είναι η πιο κατάλληλη, η μόνη ύλη που πρέπει να διαβάζουν τα παιδιά" και επισημαίνει ότι από τα δώδεκα περιλαμβανόμενα στο βιβλίο παραμύθια μόνο τα δύο είναι "καθαρώς ελληνικά". Ο ίδιος προτιμά τα "καθαρώς ελληνικά" και υπογραμμίζει ως σοβαρό μειονέκτημα της ελληνικής παιδείας την απουσία ενός έργου ανάλογου με τη συλλογή των Grimm απ' όπου θα μπορούσε ο Έλληνας συγγραφέας αναγνωστικού βιβλίου να επιλέξει. Ευελπιστεί στον N. Πολίτη για το έργο αυτό11.

Παρά τις κάποιες επιφυλάξεις που διακρίνονται στη βιβλιοκρισία του Γληνού, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος σε υπόμνημα που υποβάλλει προς το Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως σχετικά με τα αναγνωστικά προτείνει: "Στη διδασκαλία της αναγνώσεως, μάλιστα στα πρώτα χρόνια, κυριότερος σκοπός δεν είναι ν' αυξηθούν οι γνώσεις του παιδιού, παρά η πρόοδος του στην τέχνη της αναγνώσεως. Γι" αυτό το αναγνωστικό πρέπει πιο πολύ να υπηρετεί τη συγκέντρωση και την επανάληψη είτε στα φρονηματιστικά είτε στα πραγματικά μαθήματα, αφίνοντας έτσι καιρό στην κυρίως ανάγνωση και τη γλωσσική επεξεργασία του περιεχομένου, (c)ά μπορούσε λοιπόν να δοθεί η Όλη της αναγνώσεως στην A' τάξη το Β' εξάμηνο (και το A' εξάμηνο στην Β' τάξη) παραμύθια"12.

Τη γνώση του και το συγκεκριμένο ενδιαφέρον του για το παραμύθι εκδηλώνει και ο A. Δελμούζος όπως αποκαλύπτεται από την αλληλογραφία του με την Π. Δέλτα. Όταν εκείνη του ζητά πληροφορίες για τα παραμύθια, ο Δελμούζος της γράφει ότι έδωσε "υλικό έτοιμο για το β' μέρος του Αλφαβητάριου, το Αναγνωστικό, δημοτικά παραμύθια"13, υιοθετώντας τις απόψεις των Ziller και Rein,

Το ελληνικό κράτος από την άλλη μεριά αγνοεί εντελώς τη λα'ι'κή λογοτεχνία στα επίσημα κρατικά βιβλία. Μετά βίας συγκατανεύει στη χρήση της γνήσιας δημοτικής γλώσσας "μόνον εις τα ποιήματα και τας παροιμίας"14 στην προκήρυξη για το πρώτο κρατικό αλφαβητάριο του 1907,

Αμφιταλαντευόμενες ωστόσο είναι οι απόψεις του Χαρ, Παπαμάρκου, γενικού γραμματέα του ΥΠΕΠΘ και επιθεωρητή σχολείων στο τέλος του 19ου

10. Επετηρίς του Ελληνογερμανικού Λυκείου Σμύρνης, Β' (Σμύρνη 1907-8) 17-21.

11. [Δ. Γληνός], "Παιδαγωγική Φιλολογία", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 2 (1912) 142-146.

12. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, ο.π., 212.

13. Αλληλογραφία της Π. Σ. Δέλτα, 190β-1940, επιμέλεια Ξ. Λευκοπαρίδη, Αθήνα, Εστία, [1957], σ. 214. Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο [Δ. Γληνός], ο.π., 144.

14. Ευαγγ. Κοκκίνη, ο.π., σ. 53.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/169.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αι., ο οποίος εκφράζεται άλλοτε θετικά για τα παραμύθια και άλλοτε εξαπολύει έντονη κριτική. Στο Αναλυτικό Πρόγραμμα των μαθημάτων του πλήρους Δημοτικού σχολείου το 1890 προκειμένου περί της A' Δημοτικού, γράφει: "οι μαθηταί οφείλουσι να ονομάζωσιν ορθώς τα πράγματα, να παρατηρώσιν ακριβώς [..,], Ένθα δε παρέχεται αφορμή δέον να παρενείρωνται μικρά διηγήματα, μύθοι, παραμύθια, αινίγματα, στίχοι και άσμάτια"15. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1897, στο αναλυτικό έργο του "Τα αναγνωστικά βιβλία των μικρών ελληνοπαίδων" είναι απολύτως αρνητικός για την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού, πολύ περισσότερο δε της εισαγωγής του στο σχολείο, η οποία θα μετέβαλε το δάσκαλο "εις γραΐδιον υπόσαθρον παραμυθολόγον και το σπουδαίον και σοβαρόν έργον της διδασκαλίας εις έργον παιγνιώδες"16. Το μόνο που παραδέχεται ο Παπαμάρκου είναι η αφήγηση του παραμυθιού να γίνεται στο σπίτι το πολύ από τη μητέρα, γιαγιά η τροφό17.

Εκτός από τη σχολική χρήση, το παραμύθι χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα από τους δημοτικιστές και ως εξωσχολικό βιβλίο. Τα μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου αναγγέλουν το 1911 τη δημιουργία επιτροπής για την έκδοση "βιβλίων για τους ελληνόπαιδες"18. Με τη γενική εποπτεία του Μανόλη Τριανταφυλλίδη19 λειτουργεί η "Παιδική Βιβλιοθήκη", η οποία ολοκληρώνει την έκδοση εννέα βιβλίων για τα παιδιά. Σ' αυτά περιλαμβάνονται: "Τα κοράλλια" του Δανού Έβαλτ, σε μετάφραση Αλ. Δελμούζου το 1913, τα οποία χαρακτηρίζονται "παραμυθάκι", και τα "Παραμύθια" επίσης του Έβαλτ σε μετάφραση Δελμούζου το 1915. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο είναι φυσιογνωστικού περιεχομένου ιστορίες σύμφωνες με το πνεύμα των δημοτικιστών. Στην ίδια σειρά ανήκει επίσης της Π. Δέλτα το "Παραμύθια και άλλα" (1915) που περιλαμβάνει ιστορίες φρονηματιστικού χαρακτήρα και εκτός "Βιβλιοθήκης" το "Παραμύθι χωρίς όνομα" (1910), μια αλληγορική ιστορία για το ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας με εξωτερικά χαρακτηριστικά παραμυθιού.

Από όσα μέχρι τώρα εκτέθηκαν φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός παραμύθι δίνεται αδιακρίτως σε παιδικά αναγνώσματα με εύληπτο και παιδαγωγικό περιεχόμενο, χωρίς να πρόκειται υποχρεωτικά για λαϊκά παραμύθια.

Η Π. Δέλτα, που τα βιβλία της χαρακτηρίζονται επιτυχημένα την εποχή

15. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Αναλυτικόν πρόγραμμα των μαθημάτων του πλήρους Δημοτικού Σχολείου των Αρρένων κατά τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια, Αθήνα 1890, σ. 22.

16. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Τα αναγνωστικά..., ο.π.,τ. Ti', σ. 412.

17.Ο.π.,σ. 377.

18. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3 (1911) και Αλ. Δημαρά, "Βιβλία για τα ελληνόπουλα: η παιδική βιβλιοθήκη του Εκπαιδευτικού Ομίλου", συλλογικός τόμος "Μνημοσύνης θρέμματα" - Αφιέρωμα στη μνήμη του Α. Μωραΐτη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1993, σ. 295.

19.Ό.π.,σ. 292.

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/170.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αυτή, ενδιαφέρεται για "δημοτικά παραμύθια που μπορούν να διορθωθούν για παιδιά"20, και ζητεί τις υποδείξεις του Δελμούζου, που την παραπέμπει σε συλλογές λαϊκών παραμυθιών της εποχής21. Ωστόσο η Π. Δέλτα χαρακτηρίζει το υλικό των "Παραδόσεων" του Πολίτη "βρώμικο η αχρείο η κουτό"22, εξηγώντας ότι το υλικό αυτό δεν είναι κατάλληλο για παιδιά.

Ωστόσο, αν και κάποιοι δεν διέκριναν στο παραμύθι φρονηματιστικό περιεχόμενο και καταλληλότητα, άλλοι θεώρησαν το λαογραφικό υλικό, που ήταν συγκεκριμένο την εποχή αυτή, ως πηγή έμπνευσης για το παιδικό βιβλίο. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη στο άρθρο της "Τί διαβάζουν τα παιδιά μας" προτρέπει: "Οι πλούσιοι τόμοι της 'Λαογραφίας' του Ν. Πολίτη θα μας δώσουν χίλια θέματα για διηγήματα βγαλμένα από τη φυλή μας, από το πνεύμα το ελληνικό [,..]"23. Η συνηθέστερη περίπτωση πράγματι είναι ο δανεισμός στοιχείων από το λαϊκό παραμύθι η η ελεύθερη μετάπλαση τους σε παιδαγωγικές ιστορίες. Τέτοια είναι η περίπτωση του Δημοσθένη Ανδρεάδη, ο οποίος το 1914 εκδίδει "Τα παραμύθια της γριάς-Στάθαινας" στα οποία περιλαμβάνονται λαϊκές παραδόσεις και παραμύθια μεταπλασμένα24. Παρόμοια συμβαίνει και με το "Σαν παραμύθι" του A. Δελμούζου (1911), τα "Παιδικά παραμύθια" του Γ. Δροσίνη (3 εκδόσεις) κ,ά.

Το 1917 είναι μια χρονιά επιτυχίας για τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό. Η κυβέρνηση Βενιζέλου εγκρίνει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία περιορίζεται στη δημοτική εκπαίδευση. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώνεται η διδασκαλία της δημοτικής στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου και γράφονται τα νέα αναγνωστικά. Τα κορυφαία στελέχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου Γληνός, Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης τοποθετούνται σε επιτελικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας, Οι επιδιώξεις της νέας ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας διατυπώθηκαν στο πρακτικό της Επιτροπής που συγκροτήθηκε το 1918 για να προχωρήσει στη σύνταξη των αναγνωστικών βιβλίων του Δημοτικού, Τα αναγνωστικά βιβλία πρέπει να έχουν λογοτεχνική αξία, να αναφέρονται στην εθνική ζωή και το φυσικό κόσμο. "Η πραγμάτωσις του εθνικού

20. Αλληλογραφία..., ο.π., σ. 214.

21. Ο.π., σ. 215: "Τελειώτερη συλλογή είναι του Jean Pio· "..χουν βγη μόνο 100 αντίτυπα και θα τα βρήτε μόνο σε μεγάλη βιβλιοθήκη. Ίσως στο Μόναχο. 2) Hahn: Griechische und Albanesische Märchen 3) Νεοελληνικά ανάλεκτα Παρνασσού (τόμος Β' νομίζω) 4) Κυπριακά Σακελλαρίου 5) Ζωγράφειος αγών 6) Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τόμος Α' 7) Παραδόσεις Α' τόμος Ν. Πολίτη".

22. Ο.π.,σ. 214.

23. Γαλάτεια Καζαντζάκη, "Τι διαβάζουν τα παιδιά μας", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3 (1913) 229.

24. Ο Δημ. Ανδρεάδης είναι μέλος της επιτροπής των συγγραφέων του βιβλίου "Το Αλφαβητάρι", βλ. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, ο.π., σ. κη'-κθ'.

Σελ. 170
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/171.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

σκοπού [...] ιδιαιτέρως επιτυγχάνεται και εμμέσως με το να αντλήσωμεν το περιεχόμενον των βιβλίων κυρίως από την εθνικήν ζωήν, την Χώραν και την φύσιν της πατρίδος μας, από τα ήθη και τα έθιμα τα ελληνικά, και από τα παραμύθια, τους θρύλους, τις εθνικές παραδόσεις και αμέσως διά καθαρώς φρονηματιστικής και πατριωτικής διδασκαλίας στηριζομένης κυρίως επί της εθνικής ιστορίας"25. Στους ίδιους τόνους κινούνται και οι ομιλίες του Δελμούζου προς τους ανώτερους επόπτες και επιθεωρητές των δημοτικών σχολείων (1919)26.

Το 1919 εκδίδεται το νέο αναγνωστικό της A' Δημοτικού το γνωστό ως "το Αλφαβητάρι με τον ήλιο". Σ" αυτό, αν και απευθύνεται σε μικρά παιδιά, δεν υπάρχουν αυτούσια λαϊκά παραμύθια αλλά κάποια ιστορία μόνον στο ύφος του λαϊκού παραμυθιού. Αντιθέτως, σε άλλο αναγνωστικό της ίδιας εποχής (Δ' Δημοτικού) της Γαλάτειας Καζαντζάκη υπάρχει μετάπλαση λαϊκών παραδόσεων και παραμυθιών μαζί με άλλες παιδαγωγικού χαρακτήρα ιστορίες.

Παράλληλα, συνεχίζεται η έκδοση έντεχνων παραμυθιών και συλλογών λαϊκών παραμυθιών. Στις πρώτες ανήκουν "Οι γύροι της ανέμης" του Γ. Βλαχογιάννη (1923), οι "Παραδόσεις και παραμύθια" της Ιουλίας Δραγούμη (1929) -και οι δύο είναι μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου- η επανέκδοση των "Παραμυθιών" του Έβαλτ (1935) κ.ά. Από τις συλλογές λαϊκών παραμυθιών ξεχωρίζουν αυτές του R. Dawkins27, του Δ. Γρ. Καμπούρογλου (1912) και της A. Αθανασούλα (1929).

Το 1927 ο Εκπαιδευτικός Όμιλος διαλύεται αλλά τα μέλη του συνεχίζουν τη δημιουργική τους δράση σε δρόμους χωριστούς. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 αποκατέστησε τη συνέχεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του 1917 που είχε διακοπεί. Το πνεύμα που διέπει την Εκπαίδευση είναι το ίδιο με του 1917, ενώ τα βήματα της προόδου για ένα αστικό σχολείο γίνονται με αργούς ρυθμούς και παλινδρομήσεις. Οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημοτικό Σχολείο και τα αναγνωστικά είναι σε γενικές γραμμές οι ίδιες με τα ισχύοντα το 1917 και η χρήση του λαϊκού λόγου και του παραμυθιού ανάλογη.

25. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, ο.π., σ. 92-93 (Το πρακτικό της επιτροπής του 1918).

26. Αλ. Δελμούζος, Μελέτες και Πάρεργα, 2 τ., Αθήνα 1958: "Πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι λαογραφικοί θησαυροί του Πολίτη [·.·]" και να αξιοποιηθούν από τις δασκάλες του Πειραματικού σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σ. 163· και προς τους συνέδρους του συνεδρίου επιθεωρητών των δημοτικών σχολείων, Αθήνα 1919, "να νιώσουν οι δάσκαλοι την αξία της δημοτικής και ακόμα ότι με την άγνοια η την περιφρόνηση της το σχολείο δε χάνει μόνο τη γλώσσα του, αλλά και μορφωτικό υλικό πολυτιμότατο για το σκοπό του", από τα "Μαθήματα των ανωτέρων εποπτών", ο.π., σ. 177.

27. Ο R. Μ. Dawkins ασχολήθηκε πολύ νωρίς με το ελληνικό λαϊκό παραμύθι (βλ. "The Twelve Months: Α Folk tale from Pontos", Λαογραφία 7 (1923) 285-291) μέσα από τα αρχαιολογικά και γλωσσικά του ενδιαφέροντα. Βασικές συλλογές του: Forty-five stories from the Dodekanese, Cambridge 1950, Modern Greek Folktales, Oxford 1953, More Greek Folktales, Oxford 1953.

Σελ. 171
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/172.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Οι δημοτικιστές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, υποστήριξαν την παιδευτική αξία του παραμυθιού. Το χρησιμοποίησαν αυτούσιο, στη λαϊκή του έκφραση, ως μέσο συναισθηματικής διάπλασης αλλά και ως αναγνωστική άσκηση. Η εκτεταμένη μορφή του λαϊκού παραμυθιού αγνοήθηκε από το σχολικό βιβλίο, πιθανώς παραλείφθηκε και από την προφορική αφήγηση του δασκάλου, παρά τις παραινέσεις του Δελμούζου, Ίσως έφταιξε το γεγονός ότι έλειπε μια αυτοτελής πλούσια συλλογή λαϊκών παραμυθιών, που περίμεναν οι δάσκαλοι από τους λαογράφους. Ωστόσο το παραμύθι δάνεισε τη φόρμα και τη δομή του σε έντεχνες ιστορίες που χρησιμοποιήθηκαν για τη μετάδοση απλουστευμένων επιστημονικών γνώσεων στις μικρές ηλικίες. Και πάντως υποστηρίχθηκε από τους δημοτικιστές και στην έντεχνη του μορφή ως εξωσχολικό βιβλίο.

Σελ. 172
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/173.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΙΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ

Οι ιστορικές κατηγορίες "παιδί" και "διοίκηση" στην τυπική μορφή τους εμφανίζονται ασύγχρονες. Χωρίς να λείπουν περιπτώσεις που παιδιά διατέλεσαν επικεφαλής πολιτικών οργανισμών, κυρίως στο πλαίσιο του θεσμού της κληρονομικής διαδοχής1, η άσκηση εξουσίας, και μάλιστα αιρετής, σπανίως υπήρξε συμβατή προς την παιδική ηλικία. Ειδικότερα στη Βενετία, η επί αιώνες αναλλοίωτη δομή του βενετικού πολιτεύματος, με τα ισόβια η βραχυχρόνια, αλλά πάντοτε αιρετά και μή κληρονομητά αξιώματα, απέκλειε εκ των πραγμάτων τη διείσδυση στους διοικητικούς μηχανισμούς ατόμων έξω από αυστηρά προκαθορισμένα κατώτερα όρια ηλικίας2. Πρόκειται για πάγια αρχή, που απαρέγκλιτα εφαρμόσθηκε σε όλο το φάσμα της διοικητικής ιεραρχίας στη μητροπολιτική περιφέρεια και αυτούσια μεταφυτεύθηκε στο βενετικό αποικιακό κράτος στην Ανατολή,

Κάτω από τους ορούς αυτούς το θέμα "παιδί"3 και "διοίκηση"4 στο βενετοκρατούμενο

1. Βλ. Jacques Le Goff, "Ο βασιλιάς παιδί στη μοναρχική ιδεολογία της Μεσαιωνικής Δύσης" (Μετάφραση: Ν. Μαυροκορδόπουλος, Β. Πάτσιου, Ρ. Μπενβενίστε και Π. Πολέμη), Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984, τ. A', Αθήνα 1986, σ. 227-248.

2. Γιά το βενετικό πολιτικό σύστημα και ειδικότερα τη βενετική πολιτική θεωρία, καθώς και την επίδρασή τους στον ευρωπαϊκό χώρο, βλ., ενδεικτικά, Myron Gilmore, "Myth and reality in Venetian political theory", Renaissance Venice, edited by J. R. Hale, Λονδίνο 1973, σ. 431-444, και William Bouwsma, "Venice and the political education of Europe", στο ιδιο, σ. 445-466.

3. Γιά την παιδική ηλικία βλ. Φιλίπ Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, Αθήνα 1990 (μετάφραση με ορισμένες συντομεύσεις από τα γαλλικά της Γιούλης Αναστοπούλου του πρωτοτύπου: Philippe Ariès, L'enfant et la vie familiale sous I'Ancient Regime, Παρίσι 21973), Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ο.π. Ειδικότερα για τη θέση του παιδιού στο χώρο της ελληνοβενετικής Ανατολής βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Το παιδί στην κοινωνία της βενετοκρατούμενης Κρήτης", Κρητικά Χρονικά 27 (1987) 214-227.

4. Για το διοικητικό σύστημα στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές βλ. συνθετικά, Αγγελική Πανοπούλου, "Οι Βενετοί και η ελληνική πραγματικότητα. Διοικητική,

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/174.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ελληνικό χώρο ουσιαστικά περιορίζεται στο ζήτημα της προετοιμασίας ενός παιδιού για την ανάληψη διοικητικών ευθυνών και συνδέεται άρρηκτα με το βενετικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα, και μάλιστα με τα ιδιόμορφα στοιχεία της εφαρμογής του στις κτήσεις. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστήματος, σε σχέση με το ερευνητικό ζητούμενο, υπήρξε η σταδιακή απαγόρευση συμμετοχής του ατόμου στην άσκηση διοίκησης, αν προηγουμένως δεν παρεμβαλλόταν μια ενδιάμεση διαδικασία, αυτή της αναγνώρισης του ως μέλους των κατά περιοχές ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και, συνακολούθως, της εισαγωγής του στα τοπικά κοινοτικά όργανα, υπό την επωνυμία των συμβουλίων η κοινοτήτων. Επομένως, στους δυο κύριους ερευνητικούς άξονες, "παιδί" και "διοίκηση", προστίθεται ένας τρίτος, εκείνος των οργανωμένων συλλογικών σωμάτων, που τα μέλη τους, αυτά και μόνο, μπορούσαν να μετέχουν στα διοικητικά πράγματα. Στη συνέχεια και πριν από την τελική σύνθεση των τριών παραμέτρων, "παιδί", "συλλογικά σώματα", "διοίκηση", σε ένα κοινό σχήμα, θα επιχειρηθεί η συνοπτική παρουσίαση ορισμένων κύριων χαρακτηριστικών τους.

Καταρχάς, η κατηγορία του παιδιού ως μελλοντικού διαχειριστή της εξουσίας, οποιουδήποτε βαθμού, δεν κάλυπτε το σύνολο των μελών της κοινωνίας που διένυαν το στάδιο της παιδικής ηλικίας, αλλά περιοριζόταν περίπου στο ήμισυ τους, καθώς πρόσβαση στους διοικητικούς μηχανισμούς είχαν μόνο οι άρρενες. Επομένως, το παιδί θηλυκού φύλου στη συγκεκριμένη περίπτωση μένει έξω από το ερευνητικό ενδιαφέρον μας5. 'Από την άλλη πλευρά, τα χρονικά όρια της "παιδικής ηλικίας" και των ενδιάμεσων σταδίων ως και την "ενηλικιότητα", σε σχέση με διάφορα επίπεδα αναφοράς, υπήρξαν ασαφή και όχι ενιαία κατά τόπους και εποχές, Συμβατικά, στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο η "παιδική ηλικία" για τα άρρενα μέλη της κοινωνίας έληγε στα δεκατέσσερα χρόνια τους. Ωστόσο, τα αγόρια σε Ορισμένες περιοχές θεωρούνταν στρατεύσιμοι και υποχρεώνονταν να υπηρετούν στα σώματα των τοπικών πολιτοφυλακών από τα δώδεκα μόλις χρόνια, ενώ η καθεαυτή ενηλικιότητα τοποθετούνταν γενικά στο 18ο έτος6. Από την άλλη, θεσμοθετημένο κατώτερο

εκκλησιαστική, οικονομική οργάνωση - Η διοικητική οργάνωση του βενετοκρατούμενου ελληνικού χώρου", Όψεις της ιστορίας τον βενετοκρατούμενου ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιστημονική επιμέλεια Χρύσα A. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σ. 281-288. Στις σ. 306-313 επιλογή της σχετικής βιβλιογραφίας.

5. Για τη θέση της γυναίκας στον υπό εξέταση χώρο βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Η παρουσία της γυναίκας στις νοταριακές πράξεις της περιόδου της Βενετοκρατίας", Κρητολογία 16-19 (1983-1984) 62-79, και της ίδιας, "Η γυναίκα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη με βάση τις νοταριακές πηγές". Αρχαιολογία 21 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1986) 37-40.

6. Βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Το παιδί...", ο.π., 215-216, οπού και αναλυτικότερα στοιχεία για την περίοδο της "παιδικής ηλικίας" και της "νεότητας" των αγοριών. Ειδικά

Σελ. 174
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/175.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

όριο ηλικίας για τη συμμετοχή του ατόμου στα διοικητικά πράγματα και στην ευρύτερη πολιτική ζωή δεν υφίσταται. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό ενυπήρχε, καθώς ταυτιζόταν με εκείνο της εισαγωγής του στο συλλογικό σώμα, που τα μέλη του, κατ' αποκλειστικότητα, είχαν το νομικό δικαίωμα του διοικείν. Πρόκειται για τη θεσμική διαδικασία της επίσημης απονομής του οικογενειακού η μη τίτλου ευγένειας η αστικότητας, ανάλογα με την περιοχή, και τη συνακόλουθη ένταξη του νέου "τιτλούχου" στα τοπικά συμβούλια η στις τοπικές κοινότητες,

Τα συλλογικά σώματα των ευγενών η πολιτών στις βενετικές κτήσεις της Ανατολής, δημιουργημένα κατ' αναλογία με το Μείζον Συμβούλιο της Μητρόπολης, περιέλαβαν στους κόλπους τους λιγοστές οικογένειες των εγχώριων κοινωνιών, συντελώντας, έτσι, στη διαμόρφωση ενός κλειστού, ισόβιου και κληρονομικού κοινωνικού καθεστώτος, συχνά ανεξάρτητου από τη συγκυριακή οικονομική θέση τους. Συστατικό στοιχείο της λειτουργίας των σωμάτων αυτών αποτελούσε η δυνατότητα πρόσβασης των μελών τους στους διοικητικούς μηχανισμούς, τα "πολιτικά δικαιώματα", δηλαδή το δικαίωμα να απευθύνονται συλλογικά στις βενετικές Αρχές, να εκλέγουν τους αξιωματούχους της τοπικής διοίκησης και να εκλέγονται οι ίδιοι στα κυριότερα από τα τοπικά αξιώματα7.

Κατ' ακολουθία με το μητροπολιτικό και το κατά περιοχές κοινωνικό σχήμα, και η διοίκηση στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα: Στο ανώτερο, στο οποίο μετείχαν αποκλειστικά μέλη του βενετικού Μείζονος Συμβουλίου, και στο κατώτερο, που περιλάμβανε τη σειρά των έμμισθων και άμισθων αξιωμάτων, στην άσκηση των οποίων μετείχαν εγχώριοι, αποκλειστικά από το ολιγάριθμο προνομιούχο στοιχείο των ενταγμένων στα κατά τόπους συλλογικά σώματα, συμβούλια η κοινότητες8. Με το δεδομένο αυτό γίνεται φανερό ότι η κατηγορία "παιδί", στην προοπτική της μελλοντικής ανάληψης διοικητικών καθηκόντων, εμφανίζεται αριθμητικά εξαιρετικά περιορισμένη, 'Οριοθετείται μέσα στον κύκλο των αρρένων ανήλικων μελών των ευάριθμων οικογενειών, που ανήκαν στους θεσμοθετημένους συλλογικούς φορείς των βενετικών κτήσεων στην Ανατολή, σε ένα ταξικά διαχωρισμένο σχήμα.

για τις ηλικίες ένταξης στις πολιτοφυλακές βλ. Ιωάννης Δ. Ψαράς, Ο θεσμός της πολιτοφυλακής στις βενετικές κτήσεις του ελληνικού χώρου (16ος-18ος αι.), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 16, 33.

7. Συνοπτικά για το θεσμό των συμβουλίων και κοινοτήτων βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, "Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα. Ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση - Η κοινωνία", στο Όψεις..., ο.π., σ. 186-190. Στις σ. 208-214 επιλογή της σχετικής βιβλιογραφίας.

8. Βλ. Αγγελική Πανοπούλου, ό.π.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/176.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

πού υπερέβαινε και συνάμα συνένωνε τις, τυχόν, εθνικές και δογματικές διαφορές τους9.

Με βάση τα παραπάνω, η πορεία ενός παιδιού προς τη "διοίκηση" προϋπέθετε την πλήρωση των όρων συμμετοχής του στα τοπικά συλλογικά σώματα. Οι όροι αυτοί συνδέονταν όχι με προσωπικές πνευματικές η και σωματικές ικανότητες, αλλά με στοιχεία άνωθεν προσδιορισμένα και ανυπέρβλητα από το "άτομο": το κοινωνικό καθεστώς της οικογενείας του και τη "νομιμότητα" του γάμου από τον οποίο είχε προέλθει, με το συνακόλουθο αποκλεισμό από την τοπική κοινοτική οργάνωση των νόθων10. Η πιστοποίηση των παραπάνω γινόταν με βάση αποδεικτικά έγγραφα, που όφειλαν να έχουν συνταχθεί υπέρ των υποψηφίων κατά την παιδική ηλικία τους αλλά και πριν ακόμη από τη γέννηση τους, με τη μέριμνα των γονέων και κηδεμόνων τους. Μεταξύ αυτών, κύρια θέση κατείχαν οι καταγραφές τόσο των γάμων των ήδη μελών των συλλογικών σωμάτων όσο και των γεννήσεων και των βαπτίσεων των παιδιών τους σε ειδικά επίσημα βιβλία. Καθυστερήσεις η παραλείψεις στις καταγραφές μπορούσαν να αποβούν μοιραίες για τη μετέπειτα κοινωνική θέση του παιδιού, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από τη δυνατότητα μελλοντικής συμμετοχής του στα τοπικά διοικητικά πράγματα. Χαρακτηριστικά, ο Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου, ο πιθανολογούμενος ως ο ποιητής του "Έρωτόκριτου", από τη μεγάλη ευγενή βενετοκρητική οικογένεια των Κορνάρων, κινδύνευσε να μην ενταχθεί στην ευγένεια, καθώς γεννήθηκε στα 1553 στην Τραπεζόντα, χωριό της Σητείας, μακριά από το διοικητικό κέντρο του Χάνδακα, και ο θάνατος του πατέρα του, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση του, δεν επέτρεψε την καταγραφή της, σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις, Ένδεκα χρόνια αργότερα, στα 1564, ο μεγαλύτερος αδελφός του 'Ιωάννης Φραγκίσκος, μετά και τη δική του ενηλικίωση, μερίμνησε ώστε να κινηθεί η σχετική διαδικασία της "νομιμοποίησης" του Βιτσέντζου, που ολοκληρώθηκε μόλις στα 1566, με την παρέμβαση και του άλλου αδελφού του, του Ανδρέα, γνωστού λογίου και ιδρυτή της Ακαδημίας των Stravaganti στο Χάνδακα11,

Οι κανόνες των καταγραφών των γάμων και των γεννήσεων-βαπτίσεων συστηματοποιήθηκαν στα τέλη του 16ου αιώνα, στο πλαίσιο των προσπαθειών

9. Βλ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, "Ο ποιητής του " Ερωτοκρίτου''", Πεπραγμένα τον Δ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο 29.8-3.9Α976), τ. Β', Αθήνα 1981, σ. 331-338 (αναδημοσίευση στο: Ο ποιητής του "Ερωτοκρίτου" και αλλά βενετοκρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989, σ. 259-266).

10. Γιά τα νόθα παιδιά και τη Θέση τους στην κρητική κοινωνία βλ. Χρύσα A. Μαλτέζου, "Το παιδί...", ο.π , σ. 220-222. Βλ. ακόμη, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Εναγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 115-116.

11. Βλ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, ο.π.,σ. 342-343,356-372 και 270-271,284-300.

Σελ. 176
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/177.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

για πλέον ορθολογική οργάνωση των κοινοτικών θεσμών σε ολόκληρο σχεδόν το βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Χαρακτηριστικά, στα 1590 στην Κρήτη ορίσθηκε η αυστηρή κωδικοποίηση των παλαιότερων αποσπασματικών διατάξεων, Σύμφωνα με αυτήν, στο εξής οι πράξεις των γάμων των Βενετών ευγενών του νησιού και των γεννήσεων-βαπτίσεων των παιδιών τους θα έπρεπε να καταχωρίζονται κατά πόλεις σε βιβλία από περγαμηνή, που αποστέλλονταν από τη Βενετία και φυλάσσονταν στις τοπικές γραμματείες. Επιπλέον, οι πράξεις θα καταγράφονταν και σε ειδικά τετράδια, τα οποία μετά τη λήξη της θητείας τους οι ανώτατοι αξιωματούχοι των κτήσεων μετέφεραν στη Μητρόπολη και κατέθεταν στην αρμόδια υπηρεσία. Σύμφωνα με τις βενετικές διατάξεις, οι γάμοι δηλώνονταν υποχρεωτικά, ανάλογα με την περιοχή, σε διάστημα από 40 ως 55 ημέρες από την τέλεσή τους στις εκεί ανώτατες βενετικές Αρχές, με την παρουσία τεσσάρων μαρτύρων, που είχαν παρευρεθεί στο γεγονός, και η έγκυρη καταγραφή της πράξης στα βιβλία προϋπέθετε την προσυπογραφή της σε διάστημα ενός μήνα από Βενετούς αξιωματούχους, που ήταν παρόντες στη δήλωση. Ειδική διαδικασία ενώπιον Βενετών αξιωματούχων στην πόλη του Χάνδακα προβλεπόταν σε περίπτωση που η νύφη ήταν μή ευγενής, αλλά όχι και ταπεινής καταγωγής, ενώ, αν ανέκυπταν αμφισβητήσεις ως προς το κοινωνικό καθεστώς αυτής, η υπόθεση παραπεμπόταν στους Avogadori της Βενετίας. Αντιστοίχως και αφού είχε προηγηθεί η βάπτιση, μέσα στα ίδια χρονικά όρια και ενώπιον των ίδιων Βενετών αξιωματούχων και τεσσάρων μαρτύρων, δηλώνονταν και καταγράφονταν στα ορισμένα βιβλία οι γεννήσεις των παιδιών των Βενετών ευγενών της Κρήτης. Σε περίπτωση μη έγκαιρης δήλωσης, για την αναγνώριση του καθεστώτος του παιδιού προβλεπόταν, σε αποκλειστικές και πάλι προθεσμίες, η δυνατότητα προσφυγής σε Βενετούς αξιωματούχους των κτήσεων και σε δεύτερο βαθμό στους Avogadori της Βενετίας12, Η συστηματοποίηση των καταγραφών στα 1590, καθώς και η συλλογή των διατάξεων για την ευγένεια, που πραγματοποιήθηκε με δουκική εντολή στα 159613, συνέτειναν στη διασφάλιση της "καθαρότητας" της κοινωνικής κατηγορίας των Βενετών ευγενών. Κυρίως, όμως, κατοχύρωναν τα μελλοντικά δικαιώματα των

12. Τα στοιχεία για τα βιβλία γάμων και γεννήσεων-βαπτίσεων στην Κρήτη ε"χουν ληφθεί από τη μελέτη της Ασπασίας Παπαδάκη, "Οί Βενετοί ευγενείς της Κρήτης κατά το 16Ο αιώνα (εξασφάλιση τίτλων"), Πεπραγμένα τον ΣΤ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Β', Χανιά 1991, σ. 431-438.

13. Βλ. στο ίδιο, σ. 437. Η συλλογή των νόμων περί ευγένειας του 1596 παρουσιάσθηκε εκτενέστερα από την Ασπασία Παπαδάκη σε ανακοίνωση της στο Η' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο, Ηράκλειο, 9-14 Σεπτεμβρίου 1996, με τίτλο: "Συλλογή διατάξεων για τη βενετική ευγένεια στη βενετοκρατούμενη Κρήτη" (υπό εκτύπωση στα Πρακτικά του Συνεδρίου).

12

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/178.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γόνων τους στην ανώτερη βαθμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας και, παράλληλα, στην άσκηση της διοίκησης,

Την ίδια περίοδο το παράδειγμα της Κρήτης υιοθετήθηκε με παραλλαγές και από άλλες περιοχές της ελληνοβενετικής Ανατολής, Ενδεικτικά, στην Κέρκυρα, μεταξύ των κριτηρίων ένταξης στο Γενικό Συμβούλιο του νησιού, στα 1599 θεσπίσθηκε ο αποκλεισμός των νόθων, Προς απόδειξη της γέννησης των υποψήφιων μελών από νόμιμο γάμο, ορίσθηκε και στην περίπτωση αυτή η καταγραφή των γάμων των Κερκυραίων πολιτών και των βαπτίσεων των παιδιών τους σε ειδικά βιβλία που τηρούσαν ο πρωτοπαπάς και οι εφημέριοι των ενοριών, ενώ σε άλλο βιβλίο ο γραμματέας του Συμβουλίου όφειλε να καταγράφει τις γεννήσεις που συνέβαιναν στην αλλοδαπή14.

Σύμφωνα με το βενετικό σύστημα, τα άρρενα τέκνα των μελών των συλλογικών σωμάτων, συμβουλίων-κοινοτήτων, μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση εισαγωγής τους στους κόλπους τους, προσκομίζοντας τα προβλεπόμενα από το νόμο πιστοποιητικά, μετά την πλήρωση των κατά περιοχές θεσπισμένων κατώτερων ορίων ηλικίας, Τα όρια αυτά, όπως άλλωστε και τα ίδια τα κριτήρια εισαγωγής, δεν υπήρξαν ενιαία σε όλες τις βενετικές κτήσεις της Ανατολής και διαμορφώθηκαν σταδιακά, με βάση τις τοπικές πραγματικότητες. 'Ωστόσο, στη συνηθέστερη εκδοχή κυμαίνονταν μεταξύ των 20 και 25 ετών16. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σπάνια περίπτωση υπέρβασης των επίσημων κανόνων, λόγω ατομικών επιδόσεων, αλλά πάντοτε μέσα στον κύκλο της δεδομένης κοινωνικής οργάνωσης. Ενδεικτικά, τουλάχιστον από το 17ο αιώνα και πέρα, η παιδεία εμφανίζεται να ανάγεται σε κοινωνική και ηθική αξία, που ακολούθως αναγνωρίζεται και σε θεσμικό επίπεδο. Έτσι, στο Γενικό Συμβούλιο της Κέρκυρας παρεισάγονταν όλα τα παιδιά των "ευγενών", που είχαν συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας, και κατ' εξαίρεση και οι νεότεροι, κάτοχοι του πανεπιστημιακού τίτλου του διδάκτορα, με την αιτιολογία ότι "την έλλειψη της ηλικίας αναπλήρωνε το πλεονέκτημα της μάθησης"16.

Από την άλλη, πρέπει να επισημανθεί ότι λιγοστοί, έστω, κάτοικοι των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών αποκτούσαν το δικαίωμα συμμετοχής τους στα διοικητικά πράγματα σε μεγαλύτερη ηλικία, μέσω της κατάκτησης ενός τίτλου ευγένειας είτε με εξαγορά είτε κατ' απονομή, λόγω εξαιρετικών

14. Βλ. Ερμάννος Λούντζης, Η Ενετοκρατία στα Εφτάνησα (φωτομηχανική ανατύπωση του πρωτοτύπου με τίτλο: Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα 1856), Αθήνα 1969, σ. 116.

15. Ενδεικτικές είναι αντιστοίχως οι περιπτώσεις της Κέρκυρας (βλ. Ερμάννος Λούντζης, ο.π., σ. 12Ο) και της Κύπρου (βλ. Αικατερίνη Χ. Αριστείδου, Ανέκδοτα έγγραφα της Κυπριακής Ιστορίας από το Αρχείο της Βενετίας, τ. Α'(1474-15Ο8), Λευκωσία 1990, σ. 90).

16. Βλ. Ερμάννος Λούντζης, ο.π.,σ. 119-12Ο.

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/179.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

υπηρεσιών προς την Πολιτεία, η και με την εκλογή τους σε χηρεύουσες θέσεις στις τοπικές κοινότητες17.

Από το σημείο της ένταξης στα συλλογικά σώματα και πέρα, η γενική δυνατότητα της πρόσβασης στη διοίκηση προσέκρουε σε νέα σειρά ορίων ηλικίας, τα οποία εξειδικεύονταν κατά αξίωμα, Στις κοινωνίες της ελληνοβενετικής Ανατολής, που περιέβαλλαν την ωριμότητα ως προς την ηλικία με ιδιαίτερη εκτίμηση, η βαρύτητα κάθε διοικητικής θέσης διαμόρφωνε αναλόγως και το ύψος των κατωτέρων ηλικιών για την κατάληψη της18. Ακολούθως, τα αιρετά και, συνήθως, βραχυχρόνια τοπικά διοικητικά αξιώματα, πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά, δικαστικά, καθώς δεν απαιτούσαν ειδική επαγγελματική κατάρτιση, θεωρητικά μπορούσαν να ασκηθούν εναλλακτικά και διαδοχικά από όλα τα μέλη των τοπικών συμβουλίων-κοινοτήτων. Σύμφωνα, ωστόσο, με τελευταίες έρευνες, κατά τη διαδικασία των εκλογών σημαίνοντα ρόλο διαδραμάτιζε ένας άλλος σημαντικός "συλλογικός" παράγοντας, η αριθμητική και πολιτική δύναμη των οικογενειών-μελών του εκλογικού σώματος, που ευλόγως προωθούσαν όσους ανήκαν στους κόλπους τους, Έτσι, μέσα στα ήδη ασφυκτικά όρια της δεδομένης κλειστής κοινοτικής οργάνωσης αναφαίνεται ένα νέο δυναμικό, μη θεσμοθετημένο μόρφωμα, όπως η "οικογένεια", που και αυτό, με τη σειρά του, περιόριζε τις δυνατότητες δράσης και ανάδειξης του μεμονωμένου ατόμου στο διοικητικό πεδίο19.

Συμπερασματικά, στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές η προετοιμασία για την ένταξη ενός παιδιού στη διοίκηση αφορούσε ευάριθμο τμήμα του εκ "νομίμου γάμου" προερχόμενου άρρενος πληθυσμού από συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, και μάλιστα από τις ισχυρότερες οικογένειες. Το παιδί που πληρούσε λόγω καταγωγής τους όρους αυτούς ήταν προορισμένο αλλά και υποχρεωμένο να ασκήσει μελλοντικά διοίκηση, σε μια αργή πορεία αναμονών και αποκλεισμών. Μέσα στα περιορισμένα πλαίσια του ολοένα και πιο κλειστού, ολιγάνθρωπου αυτού κύκλου, δινόταν πλέον η δυνατότητα ανάδειξης στα διοικητικά πράγματα και της "προσωπικότητας", του άριστου μεταξύ των ίσων, με κριτήρια τα ιδιαίτερα, έμφυτα η καλλιεργημένα από την παιδική ηλικία του

17. Στο ίδιο, σ. 142-149.

18. Ενδεικτικά βλ. στο ίδιο, σ. 126-129,

19. Για τη σχέση κερκυραϊκών οικογενειών, μελών της τοπικής κοινότητας, με τη διοίκηση, και μάλιστα με ειδικές κατηγόριες αξιωμάτων, βλ. Νίκος Καραπιδάκης, "Η κερκυραϊκή ευγένεια των αρχών του ιζ' αιώνα", Τα Ιστορικά 2, τχ. 3 (1985) 115-122, και Τού ίδιου [= Nicolas Karapidakis], Cms fidelis. L'avènement et l'affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIème-XVIIème siècles), Frankfurt am Main 1992, σ. 223-259. Βλ., ακόμη, Αναστασία Παπαδια-Λάλα, "Το Συμβούλιο των Δεκαοκτώ στον Χάνδακα. Συμβολή στη διοικητική και κοινωνική ιστορία της βενετοκρατούμενης Κρήτης", στο "Άνθη Χαρίτων, Βενετία 1998, σ. 520.

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/180.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ατομικά χαρίσματα, τις δεξιότητες, τη μόρφωση, το ήθος, την οξύνοια. Για τα υπόλοιπα -και περισσότερα- μέλη της κοινωνίας η πρόσβαση στη διοίκηση ήταν απαγορευμένη και τα ανυπέρβλητα θεσμικά εμπόδια τα έστρεφαν προς άλλες κατευθύνσεις, προκαθορίζοντας το διαφορετικό ρόλο τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι από τα πρώτα κιόλας στάδια της ζωής τους.

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/181.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Οι ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ (ΧΙΟΣ 17ος-18ος αι.)

ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΡΛΑΣ

Η διαδικασία οργάνωσης της κοινωνίας με βάση τον ενιαίο γραμμικό χρόνο1 μας κληροδότησε την ανάγκη του προσδιορισμού της νεότητας σε σχέση με τη συσσώρευση ετήσιων κύκλων στην πλάτη μιας πληθυσμιακής ομάδας που δημογραφικά θα μπορούσε να αποτελεί μία η περισσότερες κοόρτει,ς2, Η καθολική εκπαίδευση, η γραφειοκρατική οργάνωση, η στρατιωτική θητεία ορίζουν για τους νέους τα πλαίσια αναγνώρισης μιας σειράς κοινών εμπειριών τα οποία δίνουν τη θέση τους σε πρότυπα κατανάλωσης, οργανωσιακά μοντέλα αστικών (προσκοπικών) η ριζοσπαστικών (κομμουνιστικών) ομάδων, μουσικά ρεύματα 3.

1. Norbert Elias, On Time. An Essay (1987), Oxford, Basil Blackwell, 1992. Β. Adam, Time and Social Theory, Cambridge, Polity Press, 1990. Ιωάννα Καυτατζόγλου, Ο κύκλος και η γραμμή. Όψεις τον κοινωνικού χρόνου, Αθήνα, Εξάντας, 1995.

2. Η ανακοίνωση οφείλει πολλά στο έργο του Michael Mitterauer και της Tamara Hareven, όπως επίσης στις εργασίες που έχουν δημοσιευθεί στη σειρά του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας, ιδιαίτερα τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984, Α-B, Αθήνα 1986. Για τους ορισμούς της νεότητας και τα χρονικά όριά της βλ. Michael Mitterauer, Sozialgeschichte der Jugend, Φρανκφούρτη/Μάιν, Suhrkamp, 1986, ιδιαίτερα τα κεφάλαια Ι και IL Για τη χρήση όρων όπως οι κοόρτεις βλ. Hareven Tamara, "Cycles, Courses and Cohorts: Reflections on Theoretical and Methodological Approaches to the Historical Study of the Family Development", Journal of Social History 12.1 (1978) 97-109 και Louis Henry, Population. Analysis and Models, Λονδίνο 1976. Για τη χρήση της κοόρτης ως κατηγορίας ανάλυσης για τη μελέτη ενός ελληνικού πληθυσμού στην πορεία του χρόνου βλ. Ματούλα Τομαρά Σιδέρη - Νίκος Σιδέρης, Συγκρότηση και διαδοχή των γενεών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Η δημογραφική τύχη της νεότητας, Αθήνα, ΙΑΕΝ αρ. 4,1986.

3. Για την εξέλιξη της νεότητας ως έννοιας και ως κοινωνικής ομάδας στην νεότερη Ευρώπη βλ. John Gillis, Youth and History. Tradition and Change in European Age Relations 1770-Present, London-New York, Academic Press, 1974. Για τη σύνδεση στη σύγχρονη εποχή της έννοιας της νεότητας με την έννοια της γενιάς βλ. Mitterauer, ο.π., σ. 247 κ.ε. Για έναν ορισμό της γενιάς βλ. Gert Dressel - Günter Müller, "Nachwort. Neun Lebensbilder-Eine Generation?", στο Gert Dressel - Günter Müller (εκδ.), Geboren 1916. Neun Lebensbilder - Eine Generation, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη, Boehlau Verlag, 1996 (σειρά Damit es nicht verlorengeht... 38), σ. 372 κ.ε. Ένα καλό παράδειγμα

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/182.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Πίσω από τις επιμέρους διαφορές μπορούμε να διακρίνουμε μια κοινή συνιστώσα. Η νεότητα δεν ορίζεται παρά μόνο συγκυριακά και επιφανειακά καθεαυτήν (an sich). Περισσότερο ορίζεται σε σχέση με μια ειδική θέση απέναντι στις άλλες ηλικιακές κατηγορίες που διατηρούν τα δικά τους βιολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά,

Η αναγνώριση κοινών χαρακτηριστικών σε ομάδες με κοντινή χρονολογία γέννησης μπορεί να παρατηρηθεί σε πολλές ιστορικές εποχές. Οι άνθρωποι επιχειρούν να κανονικοποιήσουν τα χρονικά όρια κάθε ηλικίας (στην αρχική σημασία του όρου = ηλικιακή φάση) και να αποδώσουν σε κάθε μια από αυτές ψυχικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που πρέπει να αναμένονται για κάθε μέλος της αντίστοιχης ομάδας. Σωματικά χαρακτηριστικά, όπως η τριχοφυία, η μυοσκελετική ανάπτυξη κ.ά., αποτελούν ενδείξεις για την κατάταξη σε ηλικιακές κλάσεις, προτού μια αυστηρή γραφειοκρατική καταγραφή να μπορέσει να οριοθετήσει τις ηλικιακές ομάδες με βάση την απόλυτη χρονολογική αρίθμηση4.

Στην υστεροβυζαντινή και την οθωμανική περίοδο για τους ελληνικούς πληθυσμούς μπορούμε να αποδώσουμε την έλλειψη γραφειοκρατικά οργανωμένων στοιχείων σε ατυχή σύμπτωση και όχι στην αδιαφορία των αντίστοιχων κοινωνιών για τον προσδιορισμό ηλικιακών ομάδων. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών και τοπικών υποομάδων είχε γνώση των στοιχείων που ανακαλύπτει η έρευνα σήμερα, Στην καμπή όμως από το 17ο στο 18ο αιώνα οι πληθυσμοί με μια γραπτή -ελληνική κυρίως- κουλτούρα διαθέτουν τη δυνατότητα μιας σχηματικής αναπαράστασης της ακολουθίας των ανθρωπίνων ηλικιών με σαφή χρονικά όρια, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την καταγραφή και τη γραφειοκρατική διαχείριση στοιχείων για δημοσιονομικούς και διοικητικούς σκοπούς.

Τα νομικά κείμενα της μεταβυζαντινής περιόδου παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί αποτυπώνουν και διαμορφώνουν συγχρόνως μια αντίληψη για

συνεξέτασης των ιδεών για μια ηλικιακή ομάδα και της ιστορικής της πορείας είναι το βιβλίο του Hugh Cunningham, Children and Childhood in Western Society since 1500, London & New York, Longman, 1995.

4. Ένα παράδειγμα ηλικιακής κλίμακας από την αρχαιότητα από τον J. Fr. Boissonade (εκδ.), "Περί των Ηλικιών του Ανθρώπου", στο Anecdota Graeca e codicibus Regiis, II, Hildesheim, Georg Olms Verlagsbuchhandlung, 1982, σ. 454-457. Για το Βυζάντιο βλ. Αντωνία Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία. Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.), Αθήνα, IAEN αρ. 30, 1997, όπου περιλαμβάνεται η προγενέστερη βιβλιογραφία. Η αποφασιστική τομή είναι η κανονική απογραφή του πληθυσμού με στατιστικές μεθόδους. Για το ξεκίνημα της Στατιστικής στην Ελλάδα βλ. Στατιστική της Ελλάδος. Πληθυσμός του έτους 1861, Προλεγόμενα - επιμέλεια ανατύπωσης Γιάννης Μπαφούνης, Αθήνα, ΕΜΝΕ, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1991, σ. 9-27, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

Σελ. 182
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/183.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

τα όρια και τα χαρακτηριστικά των ηλικιακών φάσεων. Ας στρέψουμε την προσοχή μας στις διάφορες εκδοχές της Εξαβίβλου, νομικής συναγωγής αρκετά διαδεδομένης κατά την Τουρκοκρατία και, σε ελληνικά συμπιλήματα που επεξηγούν το οθωμανικό [κληρονομικό] δίκαιο, όπως αυτό που δημοσίευσε ο Γκίνης5. Οι αναφορές στην παιδική και νεανική ηλικία αφορούν σε τρία ζητήματα κυρίως. Πρώτον στο ζήτημα της νομικής ευθύνης και της ικανότητας προς δικαιοπραξία, σημαντικό για μια κουλτούρα που διαφυλάττει κεντρική θέση στους νοταρίους και στην πράξη της καταγραφής των ιδιωτικών συμφωνιών6. Η συνηθισμένη διάκριση σε ανευθυνότητα, περιορισμένη και πλήρη ευθύνη και ικανότητα προς δικαιοπραξία αντιστοιχεί στις τρεις ηλικιακές φάσεις, ανήλικος, αφήλικος και ενήλικος που για τους άρρενες κλιμακώνονται από τα 6 η 7 στα 14 και τα 25 έτη7. Στα νοταριακά έγγραφα της περιόδου που μας ενδιαφέρει παραμένει αδιευκρίνιστο εάν η χειραφέτηση των νέων επικυρώνεται, από μια ειδική δικαιοπραξία. Μεταγενέστερα έγγραφα μαρτυρούν την ισχύ της πατρικής εξουσίας και ευθύνης αντί των υιών σε ποινικά ζητήματα8. Στην καμπή από το 17ο στο 18ο αιώνα συναντούμε τη μεταβίβαση των δημοσιονομικών υποχρεώσεων από πατέρα σε γιο σε ειδική συμφωνία με την κοινότητα9.

Δεύτερον οι αναφορές αφορούν στο ζήτημα των ηλικιών του γάμου, την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για μια νόμιμη σύζευξη η αρραβώνα. Είναι σημαντικό ότι η ηλικία του γάμου αναφέρεται για τους άρρενες και τα Θήλεα με

5. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Πρόχειρον νόμων η Εξάβιβλος, επιμέλεια Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, Αθήνα 1971, όπου ο επιμελητής παρουσιάζει τη διαδρομή του έργου ως τη σύγχρονη εποχή. Μια εναργή εικόνα των δικαιϊκών πηγών μας παρέχει ο Δημήτριος Γκίνης, Περίγραμμα ιστορίας τον μεταβυζαντινού δίκαιον, Αθήνα 1966. Βλ. και του ίδιου, "Ανέκδοτον εγχειρίδιον περί της αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής κατά το οθωμανικόν δίκαιον", Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπονδών 27 (1957) 272-291. Είναι δύσκολο να αποδώσουμε στην Εξάβιβλο μια καθολική ισχύ για τα χρόνια της "Τουρκοκρατίας" παραβλέποντας άλλες νομικές συναγωγές, όπως η Βακτηρία αρχιερέων η η Νομική συναγωγή του Δοσιθέου. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε βάσιμα την κυριαρχία που υπαινίσσονται οι απλουστευμένες εκδόσεις της Εξαβίβλου από τον 18ο αιώνα, όπως του Σπανού το 1744. Είναι προφανές ότι ασφαλέστερες μαρτυρίες αποτελούν για τις κατά τόπους παραλλαγές οι τοπικές συναγωγές εθίμων, όπου και όταν εμφανίζονται, οι διατάξεις της Εκκλησίας και οι ad hoc ρυθμίσεις σε ζητήματα που ανέκυπταν.

6. Για τα νοταριακά έγγραφα στον αιγαιακό χώρο και την σημαντικότητα τους ως πηγών για την κοινωνική ιστορία σημαντική συμβολή αποτελεί το άρθρο της Εύας Καλπουρτζή, "Στα μονοπάτια των πηγών: προτάσεις για την ανάγνωση του νοταριακού υλικού των Κυκλάδων", Εθνολογία 4 (1995) 5-29.

7. Βλ. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ο.π., σ. 69 κ.ε.

8. Στέφανος Καββάδας, Θυμιανούσικα έγγραφα, Χίος 1956, σ. 66-67.

9. Στις 29 Ιουλίου του 1701 ο Μιχάλης Μουνεζάκης μεταβιβάζει στο γιο του Στεφανή όλα τα τέλη που οφείλει να πληρώνει στην κοινότητα διατηρώντας την υποχρέωση της συμμετοχής σε "κανέναν αναπάντεχον βάρος από τον βασηληά", στον κώδικα 124, φ. 137r-v της Βιβλιοθήκης Χίου "Ο Κοραής" (στο εξής ΒιΧιΚο).

Σελ. 183
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/184.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

μια μικρή απόκλιση αφού για τις δεύτερες η δυνατότητα σύζευξης ξεκινά στα 12 ενώ για τους πρώτους στα 14 έτη10.

Τρίτο έρχεται το ζήτημα της διαδοχής και της διάθεσης, της διαδικασίας δηλαδή μεταβίβασης των αγαθών και των ευθυνών διαχείρισης τους από γενιά σε γενιά. Η ηλικιακή κατηγοριοποίηση ακολουθεί και. εδώ τις τομές που ήδη αναφέραμε, με μια κλιμάκωση από τη δυνατότητα αποδοχής και διάθεσης περιουσίας στο αναπότρεπτο της αποδοχής της πατρικής κληρονομιάς από τα 12 στα 25 έτη για τους άνδρες11. Είναι σημαντικό ότι οι ηλικιακές κατηγορίες αναγνωρίζονται με τομές που σχετίζονται με τους βασικούς σταθμούς για τη δημιουργία ενός αυτόνομου νοικοκυριού άρα και την καταγραφή του από τις Αρχές και την παρουσία του ατόμου στο δημόσιο χώρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ανάλογη ταξινόμηση των ηλικιακών ομάδων παρουσιάζεται στις καταστιχώσεις και τις απογραφές της οθωμανικής και της βενετικής διοίκησης. Στην Πελοπόννησο για παράδειγμα διακρίνουμε στις βενετικές απογραφές της περιόδου 1683-1715 μια τομή στα 16 χρόνια και τα 30 και για τα δύο φύλα12, ενώ, έναν αιώνα μετά, σε μια αντίστοιχη για την Πρέβεζα στα 1780 ως ενήλικες καταγράφονται οι άρρενες άνω των 14 ετών13. Γύρω στα 6 με 7 και στα 15 έτη τοποθετούνται οι τομές που απαντούν αντίστοιχα και στις οθωμανικές καταγραφές, όπου λόγω της δημοσιονομικής τους λειτουργίας η δημιουργία αυτόνομου νοικοκυριού αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη συμπερίληψη κάποιου στους καταλόγους14.

10. Για τη νόμιμη ηλικία σύζευξης στο Βυζάντιο βλ. Αντωνία Κιουσοπούλου, Ο θεσμός της οικογενείας στην Ήπειρο κατά τον 13ο αιώνα, Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1990, σ. 27 κ.ε. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα όρια με βάση το δίκαιο παραμένουν τα ίδια κατά την Τουρκοκρατία.

11. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ο.π., σ. 277 και 298.

12. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος18ος αιώνας, Αθηνά 1985, σ. 202-203 και Παράρτημα III, "Απογραφή Grimani (1700)", σ. 231 κ.ε.

13. Κώστας Κόμης, "Η διαδικασία δημογραφικής ανάπτυξης μιας μικρής πόλης: Επτανήσιοι και άλλοι έποικοι στην Πρέβεζα (18ος αι.)", στο Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Πρακτικά Δ' Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού (Λευκάδα, 8-12 Σεπτεμβρίου 1993). Από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας, 15ος-19ος αι., Αθήνα 1996, σ. 257-299, 265. Επίσης ένα παράδειγμα από τη Λευκάδα στον ίδιο τόμο, Σεβαστή Λάζαρη, "Δημογραφικές πληροφορίες για τη Λευκάδα (1760,1788, 1824)", σ. 211-255, στις σελίδες 230-234 με στοιχεία για την κατανομή κατά φύλο και ηλικία αλλά με μια λανθασμένη χρήση του όρου "γενιά".

14. Σχετικά με τις οθωμανικές πηγές βλ. Ceza David, "The age of unmarried male children in the Tahrir-Defters (Notes on the Coefficient)", Ada Orientalia Academiae Scientiarium Hungaricae 31/3 (1977) 347-357, Eugenie Elifoglu, "Ottoman defters containing ages of children: a new source for demographic research", Arehivum Ottomanicum 9(1984)321-328.

Σελ. 184
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 165
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΥ

    ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ 

    Το παραμύθι πολύ νωρίς άτυπα η μέσα από το σύστημα εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναισθηματικής αγωγής και παιδαγωγικής πρακτικής. Άλλοτε διατηρήθηκε στη λαϊκή του διατύπωση ως "απλή μορφή"1, όπως λειτούργησε πρωτογενώς στις αγροτικές κοινωνίες, και άλλοτε μεταπλάστηκε σε έντεχνες μορφές λόγου η άλλα συνθετότερα είδη. Οι παιδαγωγοί πάντως που ασχολήθηκαν μ' αυτό, ανεξάρτητα από τον τρόπο που πρότειναν για την προσέγγιση και την αξιοποίηση του, συμφώνησαν ότι είναι το είδος του λαϊκού λόγου που προσιδιάζει στην παιδική ηλικία.

    Στην Ελλάδα πνευματικοί άνθρωποι και παιδαγωγοί αντιμετώπισαν το παραμύθι ως παιδαγωγικό μέσο, όπως και γενικότερα την παιδεία, μέσα από το πρίσμα των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που καθόριζαν τις εκπαιδευτικές συντεταγμένες και τον επιστημονικό τους προσανατολισμό.

    Στα μέσα του 19ου και μέχρι τις αρχές του 20ού αι. κύριος στόχος της κρατικής παιδείας ήταν η διδασκαλία της γλώσσας μέσα από τη λειτουργία της κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας ως προπαρασκευαστικής της επόμενης2. Ήδη όμως στο τέλος του 19ου αι. πνευματικοί άνθρωποι διακρίνουν την ανάγκη της αναμόρφωσης και του εκσυγχρονισμού της ελληνικής παιδείας. Τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης και γενικά η πρόοδος των επιστημών αποτελούν το στόχο μιας νέας οπτικής της εκπαίδευσης, η οποία μπορεί να εκφραστεί μόνο μέσω ενός "νέου" γλωσσικού οργάνου απαλλαγμένου από το βάρος του κλασικισμού και της θεωρητικολογίας. Οι δημοτικιστές πράγματι γίνονται οι εκφραστές της νέας προοπτικής της παιδείας με τις συγκεκριμένες θέσεις τους για το περιεχόμενο και τους στόχους της εκπαίδευσης.

    Θεμελιώδες αίτημα του Δημοτικισμού είναι η είσοδος της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο και η αναμόρφωση της παιδείας, ξεκινώντας από το Δημοτικό.

    1. Ο όρος ανήκει στον André Jolies, γαλλ. μετάφραση του Α. Μ. Buguet, Formes Simples, Paris 1972.

    2. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, επιμέλεια Αλ. Δημαρά, Αθήνα, Ερμής, 1987, σ. ιβ'.