Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 265-284 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/265.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΟΙ ΝΕΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΣΤΙΣ ΚΩΜΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

EΛIZA-ANNA ΔΕΛΒΕΡΟΥΔΗ 

Ο ελεύθερος χρόνος αναδεικνύεται σε υπολογίσιμο στοιχείο της καθημερινής ζωής, σε αντιδιαστολή προς τον χρόνο της εργασίας, κατά την περίοδο μετά τον πόλεμο, σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα1, Την ίδια εποχή δημιουργείται το υλικό που θα μας απασχολήσει εδώ και που είναι οι κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1948 ως τις αρχές της δεκαετίας του '60. Αυτά τα έργα, στο σύνολο τους, μας δίνουν σαφή εικόνα για τη χρήση του ελεύθερου χρόνου, που εν πολλοίς ταυτίζεται με τον χρόνο διασκέδασης των κινηματογραφικών προσώπων, Ο ελεύθερος χρόνος και οι τρόποι διασκέδασης συναρτώνται με τις ομάδες που συγκροτούν αυτά τα πρόσωπα. Οπωσδήποτε, και ο ελεύθερος χρόνος και οι τρόποι διασκέδασης διαφοροποιούνται στη διάρκεια της εικοσαετίας, ανάλογα με την ηλικία, την κοινωνική τάξη και το φύλο των προσώπων. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας στους νέους, για να δούμε πως διασκεδάζουν, πως η διασκέδαση τους εξελίσσεται στο χρόνο, αν αυτή η εξέλιξη έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, που συνδέεται με τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας και της αξίας της νεότητας.

Δεν θα αναφερθώ σε θεωρητικά επιχειρήματα που αποδεικνύουν τη σχέση του κινηματογράφου με την κοινωνία της εποχής και θα θεωρήσω δεδομένο, ότι η εικόνα της διασκέδασης αντιπροσωπεύει τις δυνατότητες που παρέχονται στους νέους και τις συνήθειες που οι ίδιοι καλλιεργούν ως προς τη διασκέδαση τους2.

Στις κωμωδίες η έννοια του ελεύθερου χρόνου είναι στενά συνυφασμένη με τη διασκέδαση. Οι νέοι, στη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους, αναζητούν τρόπους και μέρη κατάλληλα η ειδικά για διασκέδαση. Τόποι διασκέδασης είναι

1. Αλεξάνδρα Κορωναίου, Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, Αθήνα, Νήσος, 1996, σ. 15,22.

2. Για τη σχέση κοινωνίας και κινηματογράφου βλ. Ιan C. Jarvie, Towards a Sociology of the Cinema, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 197O· Νίκος Κολοβός, Κοινωνιολογία του κινηματογράφου, Αθήνα, Αιγόκερως, 1988, όπου και βιβλιογραφία.

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/266.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

το ζαχαροπλαστείο, το μουσικό και το χορευτικό κέντρο, η ακρογιαλιά και το ταβερνάκι, ακόμα και κάποιο μεταφορικό μέσον, ιδίως το πλοίο, που μεταφέρει τους επιβάτες του σε τόπους διακοπών. Το μεγαλύτερο ποσοστό του ελεύθερου χρόνου διατίθεται στη διασκέδαση μετά μουσικής και στο χορό, σε εκδρομές με το αυτοκίνητο, σε περιπάτους σε εξοχικά μέρη και σε πάρκα, στο μπάνιο στη θάλασσα και στο παιχνίδι στην παραλία. Μικρότερο ποσοστό καταλαμβάνουν οι διακοπές, σπάνια εμφανίζεται η γυμναστική και ο αθλητισμός ("Γραφείο συνοικεσίων", 1956· "Ραντεβού με τον έρωτα", 1957), σχεδόν καθόλου το διάβασμα ("Τα τέσσερα σκαλοπάτια", 1951· "Μια νύχτα στον Παράδεισο", 1951· "Το αγοροκόριτσο", 1959)3.

Η μεγαλύτερη ποικιλία παρουσιάζεται στη νυκτερινή διασκέδαση και προσδιορίζεται από το είδος της μουσικής που προσφέρουν τα διάφορα κέντρα. Στις παλαιότερες ταινίες η μουσική που κυριαρχεί είναι η λατινοαμερικάνικη ("Εκατό χιλιάδες λίρες", 1948· "Η ωραία των Αθηνών", 1954), Πρόκειται για μόδα που κυριαρχεί τόσο στο θέατρο, όσο και στον ελληνικό κινηματογράφο, ως τα μέσα της δεκαετίας του '50. Δίπλα της υπάρχει η ελαφρά ελληνική μουσική, η τζαζ, το ροκ ("Π φτώχεια θέλει καλοπέραση", 1958· "Άνδρα θέλω με πυγμή", 1959). Η λαϊκή, που κάνει την εμφάνιση της στο "Έλα στο θείο", το 1950, εμφανίζεται στη συνέχεια σποραδικά, ιδιαίτερα με τη μορφή του αρχοντορεμπέτικου και καθιερώνεται στις αρχές της δεκαετίας του '60, Η δημοτική μουσική γενικώς σπανίζει, συνήθως όσοι γνωρίζουν δημοτικούς χορούς η ακούν μόνο αυτή τη μουσική είναι παρωχημένων και καθηλωμένων αντιλήψεων και οπωσδήποτε μεγάλοι σε ηλικία ("Ο Θείος της Βιολέττας", 1957).

Ορισμένα κέντρα, εκτός από μουσική και τραγούδι, προσφέρουν κάποιες ατραξιόν, συνήθως χορό από μία χορεύτρια, ένα χορευτικό ζευγάρι η μπαλέτο ("Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα", 1959' "Ο μπαμπάς μου κι εγώ", 1963). Λιγότερο συχνή είναι η παρουσία ταχυδακτυλουργών. Μετά την εμφάνιση των καλλιτεχνών πίστας, δηλαδή του προγράμματος του κέντρου, οι θαμώνες και ιδιαίτερα τα νεαρά ζευγάρια έχουν τη δυνατότητα να χορέψουν, πάντα χορούς της μόδας, γρήγορους η αργούς,

Η παραπάνω εικόνα ταιριάζει περισσότερο στα κέντρα που απευθύνονται σε εύπορους θαμώνες. Για όσους διαθέτουν λιγότερα χρήματα, η δεν αφίστανται της λαϊκής καταγωγής τους, υπάρχει η ταβέρνα, όπου ακούγεται λαϊκή μουσική, ενώ δεν λείπουν οι ερασιτέχνες, που πιάνουν μια κιθάρα και τραγουδούν ένα-δυο τραγούδια ("Τα τέσσερα σκαλοπάτια", "Ο θείος της Βιολέττας"). Τυχαίνει βέβαια, αντί της μοναδικής κιθάρας που βλέπει, ο θεατής, να ακούγεται

3. Οι αναφορές σε ταινίες είναι ενδεικτικές. Τα πλήρη στοιχεία των ταινιών στο Φιλμογραφία του ελληνικού κινηματογράφου, 1914-1984, επιμ. Στάθης Βαλούκος, Εταιρεία Ελλήνων σκηνοθετών, 1984.

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/267.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ολόκληρη ορχήστρα, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα ούτε για το κοινό, ούτε για τους συντελεστές της ταινίας, που προτιμούν να παραβιάσουν την αληθοφάνεια για να επιτύχουν πιο ευχάριστο αποτέλεσμα,

Το τραγούδι στο δρόμο είναι μια λαϊκή συνήθεια, που οι ανώτερες τάξεις θεωρούν αναξιοπρεπή. Μία μορφή τραγουδιού στο δρόμο προσφέρουν οι μεθυσμένοι νέοι, που επιστρέφουν από τη διασκέδαση καταστρατηγώντας τους κανόνες της ευπρέπειας και συνεχίζουν το γλέντι τους υπερβαίνοντας τον χώρο που έχει οριστεί γι' αυτό ("Τα τέσσερα σκαλοπάτια"), Η πιο καταξιωμένη μορφή του τραγουδιού στο δρόμο είναι η καντάδα, το τραγούδι που αφιερώνει ο ερωτευμένος άνδρας στην αγαπημένη του, τη νύχτα, με τη βοήθεια καλλίφωνων φίλων και ενός η δύο οργάνων, Η καντάδα προφταίνει να κάνει την εμφάνιση της ως καθιερωμένη ερωτική πρακτική στο "Διαγωγή μηδέν" (1949) και στο "Έλα στο θείο", πριν παρωδηθεί ως μνημείο άλλων εποχών ("Της κακομοίρας!", 1963). Οι πλούσιοι δεν τραγουδούν στο δρόμο, έχουν όμως τη συνήθεια να κάνουν κοσμικές συγκεντρώσεις στις βίλλες τους, στις οποίες καλούνται μέλη της τάξης τους, αδιακρίτως ηλικίας ("Εκατό χιλιάδες λίρες", "Το τρελλοκόριτσο", 1958),

Στα τέλη της δεκαετίας του '50 ερχόμαστε αντιμέτωποι με πολύ σημαντικές αλλαγές. Οι συγκεντρώσεις σε σπίτια επεκτείνονται στα μεσοαστικά και μικροαστικά διαμερίσματα, ενώ παράλληλα εστιάζονται στη νέα γενιά και λαμβάνουν την ειδική ονομασία "πάρτυ", με απαραίτητα συστατικά τη μουσική και τον χορό ("Αυτό το κάτι άλλο", 1963· "Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του", 1964), Εννοείται ότι το πιάνο, που εξασφάλιζε τη μουσική ψυχαγωγία στις συγκεντρώσεις των προηγούμενων γενεών, διαγράφεται, ως υπόλειμμα του παρελθόντος. Τώρα είναι η εποχή των πικάπ και των τζουκ-μποξ ("Ποια είναι η Μαργαρίτα", 1961). Η ζωντανή μουσική στα κέντρα αντικαθίσταται συχνά από αυτά τ" μηχανήματα, που επιτρέπουν στους θαμώνες να ακούσουν τα τραγούδια της αρεσκείας τους στην πρωτότυπη εκτέλεση τους.

Συμβαίνουν ταυτόχρονα δύο αλλαγές, το "άνοιγμα" της κατ' οίκον διασκέδασης σε μία ευρύτερη κοινωνική ομάδα, που έχει πλέον τα οικονομικά μέσα για να εγκατασταθεί σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα και να αγοράσει ένα πικάπ, και το "κλείσιμο" στην ηλικία των συμμετεχόντων, ο περιορισμός τους σε νέους της ίδιας ηλικίας. Εμπεδώνεται έτσι σταδιακά και αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο η ξεχωριστή ομάδα των νέων, σε ηλικία που δεν έχουν ακόμα μπει στα βάσανα της ζωής, δεν έχουν δημιουργήσει υποχρεώσεις και διεκδικούν το δικαίωμα μιας αυθύπαρκτης κίνησης και ζωής. Αναγνωρίζεται κατά κάποιον τρόπο μία περίοδος χάριτος, ανάμεσα στην ανύπαρκτη στις κωμωδίες παιδική ηλικία και στην ενηλικίωση, στην ένταξη στο κοινωνικό σώμα, που εξασφαλίζει η ανάληψη συγκεκριμένων οικογενειακών υποχρεώσεων. Όσον αφορά στη διασκέδαση, ο διαχωρισμός της ευδιάκριτης πλέον νεανικής ομάδας γίνεται με τον

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/268.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αποκλεισμό των πρεσβυτέρων από τις διασκεδάσεις. Παλαιότερα οι διάφορες ηλικίες διασκέδαζαν από κοινού, συνυπήρχαν την ώρα της διασκέδασης, ιδιαίτερα της νυκτερινής, σύχναζαν στα ίδια μέρη· Τώρα οι νέοι συγκεντρώνονται μεταξύ τους στα κλαμπ και στα πάρτυ, ακούν τη δική τους μουσική και χορεύουν τους δικούς τους μοντέρνους χορούς.

Η αλλαγή στα μουσικά γούστα, που παρακολουθεί την αντίστοιχη εξωκινηματογραφική επικαιρότητα, συντελεί κατά κύριο λόγο στον διαχωρισμό των ηλικιών. Στα τέλη της δεκαετίας του '50 οι νέοι αρχίζουν να έχουν τις δικές τους μουσικές προτιμήσεις και να απομακρύνονται, για έναν επιπλέον λόγο από τον κοινό κορμό διασκέδασης που κυριαρχούσε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ενώ στις πρώτες ταινίες, από το '48 και μετά, οι νέοι και οι μεγαλύτεροι ακούν και χορεύουν την ίδια μουσική, δέκα χρόνια αργότερα μόνο οι νεότεροι παρακολουθούν τον συνεχή εμπλουτισμό της μουσικής από νέους ρυθμούς και χορούς, όπως το τσα-τσα («Ψιτ! κορίτσια», 1959), το ροκ («Οι κληρονόμοι του Καραμπουμπούνα», 1959), το τουίστ, το σέικ στις αρχές της δεκαετίας του '60, το μπλουζ η το χάλι-γκάλι. Η διάκριση στα μουσικά ακούσματα εκφράζεται και με τη δημιουργία νεανικών, μοντέρνων συγκροτημάτων, που έχουν αποτυπωθεί χαρακτηριστικά στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Οι βραδινές δεξιώσεις των πλούσιων σπιτιών, στις οποίες συνυπήρχαν φίλοι γονιών και παιδιών και διασκέδαζαν από κοινού, δεν έχουν καμία σχέση με τα νεανικά πάρτυ, όπου οι γονείς και οι φίλοι τους είναι πλέον ανεπιθύμητοι. Ένα από τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σταδιακά στους νέους από τους κηδεμόνες τους, είναι η συμμετοχή τους σ' αυτές τις αποκλειστικά νεανικές διασκεδάσεις.

Το πάρτυ έχει ξεκάθαρα τον χαρακτήρα τόπου συνάντησης με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ερωτικής σχέσης, επομένως είναι ηθικά επικίνδυνο, κατά την αντίληψη των κηδεμόνων. Η παρουσία των ενηλίκων στα νεανικά πάρτυ συνδέεται οπωσδήποτε με κάποιου είδους έλεγχο, επομένως με την ανατροπή της διασκέδασης, Η απουσία της επίβλεψης τους αφήνει τους νέους μόνους με τις παρορμήσεις τους. Δεν ισχύει το ίδιο για τα νυκτερινά κέντρα, π.χ, τα νάιτ κλαμπ, όπου οι νέοι χορεύουν, επειδή εκεί λειτουργεί ο περιορισμός του δημόσιου χώρου και δεν είναι εύκολο να φτάσει κανείς σε ακρότητες.

Γενικότερα, ο ελεύθερος χρόνος συνδέεται κατεξοχήν με τις ερωτικές σχέσεις των νέων. Τα ζευγάρια γνωρίζονται, φλερτάρουν και συναντιούνται στη διάρκεια και σε δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου. Στα ραντεβού τους απεικονίζεται η ρομαντική πλευρά του έρωτα, με περιπάτους στα πάρκα της πόλης. Λιγότερο ρομαντικές και αθώες, τουλάχιστον από την πλευρά της κινηματογράφησης, είναι οι εκδρομές στη θάλασσα, το παιχνίδι η ο χορός στην παραλία με μαγιό, που επιτρέπει την ημίγυμνη εμφάνιση ωραίων σωμάτων και μάλιστα σε κίνηση. Τέτοιου τύπου σκηνές όσο προχωράμε στη δεκαετία του '50 επαναλαμβάνονται με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα και καταντούν στερεότυπες.

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/269.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ο κινηματογράφος εκμεταλλεύεται την περιέργεια του θεατή για το γυμνό και προσφέρει, μ' αυτόν τον ηδονοβλεπτικό τρόπο, μια διέξοδο στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του.

Το 1957 γίνεται για πρώτη φορά λόγος για διακοπές σε ελληνική κωμωδία ("Διακοπές στην Αίγινα") και τα επόμενα χρόνια η ιδέα του θέρετρου γοητεύει πολλούς σεναριογράφους, που διαλέγουν τους πλέον περιζήτητους, μ' άλλα λόγια κοσμικούς τόπους διακοπών, για να μεταφέρουν τους ήρωές τους και να στήσουν τις ιστορίες τους. Εκτός από τα κοντινά, Αίγινα και Πόρο, αλλά και Ύδρα και Σπέτσες ("Ταξίδι με τον έρωτα", 1959), που βολεύουν γιατί η μετακίνηση των συνεργείων στοιχίζει λιγότερο, υπάρχει η Κέρκυρα ("Ραντεβού στην Κέρκυρα", 1960), η Ρόδος ("Κρουαζιέρα στη Ρόδο", 1960- "Νύχτες στο Μιραμάρε", 1960· "Τρεις κούκλες κι εγώ", 1960' "Το Δόλωμα", 1964), η Αιδηψός ("Μια του κλέφτη", 1960), αλλά και η Βενετία ("Ραντεβού στη Βενετία", 1960), η Ρώμη ("Μοντέρνα Σταχτοπούτα", 1965) και το Παρίσι ("Δέκα μέρες στο Παρίσι", 1962).

Η μετάβαση στο θέρετρο έχει το πλεονέκτημα, ότι σημαντικό μέρος του φιλμικού χρόνου αναλώνεται με περιήγηση στα αξιοθέατα του κάθε νησιού, στις γραφικές γωνιές του, στις παραλίες του με τα ημίγυμνα κορίτσια, στα ωραία ξενοδοχεία του. Επιτρέπει το γύρισμα σε εξωτερικούς χώρους που παρουσιάζουν για τον θεατή περισσότερο ενδιαφέρον απ' ό,τι οι πολύβουοι αθηναϊκοί δρόμοι η οι εξοχές της Αττικής, που εναλλάσσονταν από ταινία σε ταινία και είχαν καταντήσει κοινότοπες. Λειτουργεί επίσης ως τουριστική διαφήμιση αυτών των περιοχών, κάτι που επιδιώκεται μέσω του κινηματογράφου στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες. Σε μια εποχή που πρωτοεισάγεται η έννοια των διακοπών, και τα οικογενειακά εισοδήματα είναι αφενός περιορισμένα και αφετέρου προορίζονται να καλύψουν βασικότερες ανάγκες απ' ό,τι ο τουρισμός, οι περισσότεροι θεατές δεν μπορούν να απολαύσουν από κοντά αυτά τα μέρη, τόσο του εσωτερικού, όσο και του εξωτερικού, και αρκούνται σε μία "επίσκεψη" μέσω του κινηματογράφου, που δεν παύει να είναι γοητευτική.

Οι διασκεδάσεις των νέων είναι κατά κανόνα ομαδικές. Υπάρχουν ωστόσο διαφοροποιήσεις στη χρήση του ελεύθερου χρόνου ανάλογα με το φυλο. Οι νέες εμφανίζονται να έχουν πλεόνασμα ελεύθερου χρόνου, το οποίο αφιερώνουν στην ατομική περιποίηση, στον επίμονο καλλωπισμό, στο κομμωτήριο και στην παρακολούθηση της μόδας. Μετά το γάμο το πλεόνασμα χρόνου αυξάνεται και η πλήξη που το συνοδεύει ανακουφίζεται με τη βοήθεια της τράπουλας. Για τους νέους, σύμβολο του ελεύθερου χρόνου αποτελεί το τάβλι και αγαπημένη μεταξύ τους ψυχαγωγία το κυριακάτικο ποδόσφαιρο ("Έλα στο θείο"· "Οι άσσοι του γηπέδου", 1956), Οι πλούσιοι προσφέρουν περισσότερη άνεση και ποικιλία, ως διαθέτοντες αυτοκίνητο, το σπάνιο ακόμα και περιζήτητο μέσον, που εξασφαλίζεται με οποιονδήποτε τρόπο. Οι μικρής οικονομικής επιφάνειας καταφεύγουν

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/270.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στο συνοικιακό σινεμά, η στο παγκάκι, με τον πασατέμπο («Η φτώχεια θέλει καλοπέραση»). Το παγκάκι και ο πασατέμπος είναι τα όρια που πρέπει να ξεπεράσει ο νέος, αυξάνοντας τα εισοδήματα του, ώστε να μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο στη μελλοντική του οικογένεια.

Στον κινηματογράφο η διασκέδαση των προσώπων έχει πολλαπλή χρησιμότητα: εξυπηρετεί τη δράση, επιμηκύνει τη διάρκεια της ταινίας κατά ορισμένα πολύτιμα λεπτά και, κυρίως, καλύπτει εξω-κινηματογραφικές επιθυμίες του θεατή, ως προς τη δική του ψυχαγωγία. Του επιτρέπει δηλαδή να ακολουθήσει τους πρωταγωνιστές σε νυκτερινά κέντρα, να δει τους αγαπημένους του τραγουδιστές, να ακούσει τα τραγούδια της μόδας, να παρακολουθήσει νούμερα πίστας, να βρεθεί σε γνωστές και ακριβές τουριστικές περιοχές, όπως η Κέρκυρα η η Ρόδος.

Παράλληλα, η διασκέδαση είναι ένα από τα κυριότερα στοιχεία που επαναπροσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά της νεότητας στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60. Οι νέοι και οι νέες εμφανίζονται πιο δυναμικοί, οι μεταξύ τους σχέσεις συσφίγγονται ενώ παράλληλα χαλαρώνουν οι σχέσεις με το οικογενειακό τους περιβάλλον, λειτουργούν ως ομάδα και διεκδικούν δικαιώματα. Το δικαίωμα στη διασκέδαση είναι βασική τους διεκδίκηση και ιδιαίτερα οι νέες αγωνίζονται με πείσμα να καταλύσουν τις πατροπαράδοτες απαγορεύσεις και να το κατακτήσουν. Η διασκέδαση είναι αυτή που αναδεικνύει τα βήματα προς την εμπέδωση της δυναμικής παρουσίας των νέων ως ανεξάρτητης, μη κηδεμονευόμενης κοινωνικής κατηγορίας, με ξεχωριστό τρόπο ζωής, στον οποίο τα δικαιώματα έχουν τον πρώτο λόγο, πριν έρθει η εποχή των υποχρεώσεων.

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/271.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός

Σάββατο 19 Απριλίου 1997

Πρωινή συνεδρία 

Πρόεδρος: ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/272.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/273.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ, ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (1870-1922) 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ

Εκείνος που θα θελήσει να συγγράψει την ιστορία του νεότερου και σύγχρονου αθλητισμού στην Ελλάδα θα προσκρούσει αναπόφευκτα σε δύο υπολογίσιμα φράγματα. Το πρώτο -κοινό, ωστόσο, για πολλούς τομείς της ιστορικής έρευνας- είναι η έλλειψη επαρκών τεκμηρίων, λόγω της αδιαφορίας, της κακής συντήρησης και της υποτίμησης της αξίας τους. Το δεύτερο, είναι η μέχρι σήμερα ιστοριογραφική παράδοση στον τομέα του αθλητισμού και των σπορ, η οποία διατηρεί στην Ελλάδα τα χαρακτηριστικά που είχε η παγκόσμια (δηλ. η δυτική) αντίστοιχη παράδοση ως τη δεκαετία του 1970, και που εξακολουθούν να διακρίνουν παγκοσμίως τον δημοσιογραφικό αθλητικό λόγο: καταγραφή των αθλητικών αναμετρήσεων και των ρεκόρ, ανεκδοτολογικές περιγραφές, επικό ύφος στην αφήγηση, προβολή του αθλητή-ήρωα.

Παράλληλα όμως, η ελληνική παραγωγή διακρίνεται από κάποια ιδιότυπα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη διαμόρφωση ενός γενικού κυρίαρχου σχήματος για την ελληνική εθνική ιστορία. Στο σχήμα αυτό κεντρικό ρόλο κατέχει η έννοια της συνέχειας. Μετά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και τη διοργάνωση τους στην Αθήνα το 1896, επιβάλλεται η άποψη για μια ιστορία του αθλητισμού "από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς"; η σωματική άσκηση ανακαλύπτεται ως ιδιάζον και σταθερό εθνικό χαρακτηριστικό σε όλες τις ιστορικές περιόδους, ακόμη και στις λιγότερο "αθλητικές", όπως το χριστιανικό Βυζάντιο. Η ανάγκη να θεμελιωθεί η εικόνα της αδιάσπαστης συνέχειας της σωματικής άσκησης από τη Μινωική Κρήτη ως σήμερα επιτρέπει τους αναχρονισμούς και τις αντιφάσεις έτσι ώστε εκδηλώσεις και πρακτικές

Η ανακοίνωση αυτή είχε γίνει πριν από την έκδοση του βιβλίου μου Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και Αθλητικά σωματεία 1870-1922 στη σειρά του ΙΑΕΝ (αρ. 32, Αθήνα 1997), με το οποίο υπάρχουν αναπόφευκτες επικαλύψεις. Στο παρόν άρθρο προσπάθησα να περιλάβω παραθέματα και στοιχεία που δεν περιελήφθησαν στο βιβλίο και να αναδείξω επίσης -μέσω της σύνθεσης- άλλα, που χάνονται διασκορπισμένα μέσα σε μια πολυσέλιδη μελέτη.

15

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/274.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

που ανήκουν σε διαφορετικές πολιτισμικές και κοινωνικές πραγματικότητες, όπως οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, η σχολική γυμναστική, τα σπορ και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες να παρουσιάζονται ως κρίκοι της ίδιας εξελικτικής αλυσίδας.

Σε αντίθεση με αυτή την κυρίαρχη ερμηνεία, βασική υπόθεση για την ανάλυση που θα ακολουθήσει είναι ότι η εμφάνιση και εξάπλωση των σπορ στο β' μισό του 19ου αιώνα αποτελεί φαινόμενο νεοτερικό που δεν θα πρέπει να ενταχθεί σε μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης. Στην Ελλάδα, όπως και στη Δ. Ευρώπη, η ανάδειξη της σωματικής άσκησης και αναμέτρησης σε ψυχαγωγική δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου συνδέεται με τις κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές που προκαλούν η άνοδος της αστικής τάξης και η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις. Εξαρτάται επίσης από μια σειρά αλλαγών ως προς την αντίληψη για το σώμα και τις κυρίαρχες αισθητικές αξίες.

Η ελληνική περίπτωση εναρμονίζεται, ως προς τα βασικά της χαρακτηριστικά, με το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο ανάπτυξης της σωματικής άσκησης και της ψυχαγωγίας μέσω των σπορ. Το χρονολόγιο της ανάπτυξης ωστόσο, τα είδη των αθλημάτων που καλλιεργούνται, η κοινωνική εμβέλεια των σπορ, η γεωγραφική κατανομή και η μαζικότητα της αθλητικής δραστηριότητας, η πυκνότητα και η απήχηση του αθλητικού θεάματος κ.ά. διαφοροποιούνται σε συνάρτηση με τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας και των κυρίαρχων νοοτροπιών. Ειδικότερα, μπορούμε να σημειώσουμε περιληπτικά τις ακόλουθες ιδιαιτερότητες:

1) την ιδιάζουσα βαρύτητα που είχε για την ελληνική πνευματική ζωή η κλασική Ελλάδα, έτσι ώστε η ανάπτυξη του αθλητισμού να συνδεθεί πολύ πιο στενά απ' ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την κλασική αθλητική παράδοση και ο αθλητισμός στίβου να αναδειχτεί, κατά την πρώτη αυτή περίοδο, σε «εθνικό» σπορ. Καθοριστικός ήταν άλλωστε προς την ίδια κατεύθυνση ο ρόλος της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων,

2) την επίδραση —και λόγω της βαυαροκρατίας— του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος και των γερμανικών Turnen (έτσι ονομάζεται το γερμανικό γυμναστικό κίνημα με εμπνευστή τον Jahn), που είχε ως αποτέλεσμα την εξαρχής σύνδεση της σωματικής άσκησης με την παιδαγωγική σκοπιμότητα και την εθνικιστική ιδεολογία,

3) το γεγονός ότι η σωματική άσκηση καλλιεργήθηκε κατεξοχήν μέσω της γυμναστικής και ότι τα πρόσωπα που υποστήριξαν την ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέονταν, ως τα τέλη του 19ου αιώνα, με την εκπαίδευση1,

1. Πέρα από την κρατική παρέμβαση, κυρίως μέσω του νόμου ,ΒΧΚΑ' το 1899, που υπήγαγε το σύνολο της αθλητικής δραστηριότητας στην ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας,

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/275.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

4) τους σχετικά αργούς ρυθμούς αστικοποίησης και τη συνακόλουθη ανάπτυξη λίγων αριθμητικά αστικών κέντρων, έτσι ώστε το σύνολο σχεδόν της αθλητικής κίνησης να εντοπίζεται στην περιοχή της πρωτεύουσας2,

5) τη διάδοση των σπορ στις ελληνικές κοινότητες που βρίσκονταν εκτός ελληνικού κράτους, κυρίως στη Σμύρνη και την Αίγυπτο, και τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τον ελλαδικό αθλητισμό3.

Η χρονολόγηση της εμφάνισης των σπορ στο ελληνικό κράτος δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια. Ο κυριότερος λόγος είναι γιατί μας είναι κυρίως γνωστή η οργανωμένη άσκηση, εκείνη που αποκτά θεσμική υπόσταση στο σωματείο η το γυμναστήριο. Είναι όμως προφανές ότι άτυπες μορφές άσκησης υπήρχαν και πριν και παράλληλα με την εμφάνιση των τυπικών της μορφών στο πλαίσιο μικρών ομάδων νεαρών ανδρών που πιθανώς συνδέονταν ήδη μεταξύ τους με οικογενειακές, φιλικές η επαγγελματικές σχέσεις. Κι αυτή πάντως η μορφή άσκησης διαφέρει από τα παραδοσιακά παιχνίδια η τις αναμετρήσεις σωματικής δεξιότητας και ρώμης στο πλαίσιο της, θρησκευτικής συνήθως, γιορτής. Η βασική διαφοροποίηση αφορά κυρίως στο βαθμό οργάνωσης, εξειδίκευσης και ανταγωνισμού που περιέχουν αντίστοιχα οι παραδοσιακές και οι σύγχρονες μορφές παιχνιδιού και άσκησης.

Τόσο στο ελληνικό κράτος όσο και στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα τεκμήρια υποδεικνύουν ότι η εμφάνιση των σύγχρονων σπορ θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στη δεκαετία του 1870, όταν εντοπίζονται οι πρώτες απόπειρες σωματειακής οργάνωσης του αθλητισμού. Τρεις σκοπευτικοί σύλλογοι, ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής, η Εταιρεία της επί σκοπόν βολής στην Αθήνα και ο Όμιλος Σκοπευτών στην Πάτρα, και τρεις γυμναστικοί

είναι χαρακτηριστικό ότι τα σημαντικότερα σωματεία γυμναστικής και κλασικού αθλητισμού -ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.- ιδρύονται και στελεχώνονται από επαγγελματίες γυμναστές, δηλ. καθηγητές της γυμναστικής.

2. Κατά την περίοδο 1870-1914, στην Αθήνα ιδρύεται το 23% των αθλητικών σωματείων και αν συμπεριλάβουμε και τον Πειραιά και το Φάληρο, το ποσοστό ανεβαίνει στο 31,5%. Βλ. Χρ. Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας..., ο.π., σ. 171, 175-6. Παράλληλα, στην Αθήνα εντοπίζονται τα μακροβιότερα και πλέον ακμαία αθλητικά σωματεία του ελληνικού κράτους, έτσι ώστε εκεί να συγκεντρώνεται το υψηλότερο ποσοστό ενεργών αθλητικών σωματείων.

3. Οι ελληνικοί αθλητικοί σύλλογοι εκτός ελληνικού κράτους ήταν εγγεγραμμένοι στον Σύνδεσμο Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων (Σ.Ε.Α.Γ.Σ.)-τρεις μάλιστα συγκαταλέγονταν μεταξύ των 28 ιδρυτικών του μελών- και μετείχαν στους πανελλήνιους αγώνες που γίνονταν στην Αθήνα. Παράλληλα, σύλλογοι από το ελληνικό κράτος μετείχαν στους αγώνες που διοργανώνονταν στη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τη Σάμο και την Κύπρο. Η μελέτη των εκτός κράτους αθλητικών σωματείων δεν περιλήφθηκε στην παρούσα εργασία για λόγους μεθοδολογικούς αλλά και όγκου του υλικού. Θα αποτελέσει πιθανώς αντικείμενο αυτόνομης εργασίας στο μέλλον.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/276.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ο "Μίλων" στην Αλεξάνδρεια, ο "Ερμής" στην Κωνσταντινούπολη και ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος στην Αθήνα, ιδρύονται μέσα σ' αυτήν ακριβώς τη δεκαετία. Με την ξιφασκία ασχολούνταν, εξάλλου, οι εταίροι της Αθηναϊκής Λέσχης, της πρώτης κλειστής λέσχης ανδρών κατά το αγγλικό πρότυπο που λειτούργησε στην πρωτεύουσα από το 1875.

Ήδη πριν από το 1870, πάντως, και την εμφάνιση της οργανωμένης άσκησης μέσω των συλλόγων, η ιππασία, η ξιφασκία και η σκοποβολή καταγράφονται, -αποσπασματικά οπωσδήποτε- μεταξύ των δραστηριοτήτων των ξένων κυρίως αξιωματούχων που βρίσκονταν στην πρωτεύουσα αλλά και Ελλήνων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1850, ο Edmond About περιέγραφε τους περιπάτους των Αθηναίων στα Πατήσια με άλογο που μπορούσαν να νοικιάσουν με 3 δρχ.:

"Ο κομψός κόσμος της Αθήνας έχει για κυριώτερη ψυχαγωγία του, χειμώνα-καλοκαίρ.., τον περίπατο στην οδό Πατησίων. Φθάνουν εκεί με τα πόδια, με αμάξι, και κυρίως με άλογο. Κάθε Έλληνας που βρίσκει, να δανεισθεί τριακόσιες δραχμές, βιάζεται να αγοράσει ένα άλογο. Κάθε Έλληνας που έχει στην τσέπη του τρεις δραχμές τις διαθέτει νοικιάζοντας ένα άλογο. [..,] Οι νεαροί υπάλληλοι που κερδίζουν περισσότερο από δυο χιλιάδες δραχμές το χρόνο, οι αστοί που τα οικονομάνε, οι αξιωματικοί του ιππικού και μερικές φορές τα μέλη του διπλωματικού σώματος, κάνουν τις όμορφες μέρες της οδού Πατησίων"4.

Την ίδια εποχή υπήρχαν ιδιωτικές σχολές οπλομαχίας και με δαπάνη του Νικολάου Νέγρη είχε ιδρυθεί γυμναστήριο ξιφασκίας και ιππασίας5, ενώ κυκλοφορούσαν και αντίστοιχα εγχειρίδια για την εκμάθηση της τέχνης της οπλομαχίας. Η οπλομαχία η οπλομαχητική περιλάμβανε την άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη, φαίνεται όμως ότι η ικανότητα στο χειρισμό του ξίφους είχε άλλη αίγλη, εφόσον η ξιφασκία αντιμετωπιζόταν ως "πνευματική άσκησις εκδηλουμένη διά κινήσεων"6. Στην "πνευματικότητα" του ξίφους αντιπαρετίθετο η "βαρβαρότητα" της σπάθης.

Θα ήταν μάλλον παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι αυτή η, περιορισμένη πάντως, δραστηριότητα παρέπεμπε στη συνειδητή αξιολόγηση της σωματικής

4. Εντ. Αμπού, Η Ελλάδα τον Όθωνος, μετάφρ. Α. Σπήλιου, πρόλογος - επιμέλεια - σχολιασμός Τάσου Βουρνά, Αθήνα, Τολίδη, [1972], σ. 267. Ο Καποδίστριας εξάλλου έγραφε από το Ναύπλιο το 1829: "Η υγεία μου ωφελήθη ολίγον εκ της καθημερινής ίππεύσεως. Αλλ' εδώ δεν είναι κάλπαι (δρομαία Ιππεύματα) ως εις τον ιππόδρομον της Γενεύης". Επιστολή (17 Μαΐου 1829) προς Εϋνάρδο στη Φλωρεντία, στο Μ. Γ. Σχινάς, Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια..., τ. Γ', Αθήνα 1842, σ. 73.

5. I. E. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα 193O, σ. 22-23.

6. Ν. Πύργος, Οπλομαχητική..., Αθήνα 1872, σ. ιβ'.

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/277.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

άσκησης. Η ικανότητα να σκοπεύει κάποιος με ακρίβεια, να χειρίζεται το ξίφος και τη σπάθη με επιδεξιότητα και να ιππεύει με άνεση εξυπηρετούσαν τη στρατιωτική προετοιμασία και γι' αυτό αποτελούσαν πρακτικές κατεξοχήν των αξιωματικών. Για παράδειγμα, το πρώτο Δ.Σ. του Κερκυραϊκού Συλλόγου Ριπής αποτελούνταν από τον Δ. Μ. Βότσαρη, αρχηγό του Στρατού της Επτανήσου ως πρόεδρο και μέλη αξιωματικούς του στρατού, ενώ ως βασικός του στόχος προβαλλόταν η "ανάπτυξις του στρατιωτικού εθνικού φρονήματος και [η] παρασκευή τελειοτέρας οργανώσεως των αμυντικών δυνάμεων του Έθνους"7. Ωστόσο, η οπλομαχητική δεν απευθυνόταν μόνο στους αξιωματικούς αλλά Θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας, μια πρακτική αρκετά διαδεδομένη, όπως φαίνεται, παρά τις απαγορεύσεις του νόμου, Και στις δύο περιπτώσεις, είναι προφανής η πρακτική ωφέλεια της σωματικής άσκησης, η οποία δεν αυτονομείται ακόμη ως δραστηριότητα ούτε νομιμοποιείται καθεαυτή,

Τα όσα εκτέθηκαν δε σημαίνουν ότι δεν παρατηρούμε, ως το 1870, αλλαγές στις αντιλήψεις σχετικά με την αξία της σωματικής άσκησης. Αντίθετα, διατυπώνεται τότε ένας λόγος ευνοϊκός για τη σωματική άσκηση που στηρίζεται σε ένα συνδυασμό παιδαγωγικών και ιατρικών επιχειρημάτων. Στόχος η εισαγωγή της γυμναστικής στην εκπαίδευση, για την οποία παρακολουθούμε αλλεπάλληλες αποτυχημένες προσπάθειες ως το 1880s. Ταυτόχρονα, η σωματική άσκηση αποκτά σταδιακά τη θέση της στο δημόσιο βίο με την κατασκευή και λειτουργία ιδιαίτερων, εξειδικευμένων χώρων, των γυμναστηρίων, και με τη διοργάνωση αγώνων, κυρίως των Ζάππειων Ολυμπιάδων. Παρά τη δυσπιστία, την καχυποψία η και την περιφρόνηση που αντιμετώπισαν οι πρώτες αυτές απόπειρες καθιέρωσης της σωματικής άσκησης -με τη μορφή της γερμανικής γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού- συνέβαλαν στην αποδοχή του αθλητικού θεάματος και δημιούργησαν μια στοιχειώδη παράδοση στην οποί" θα στηριχτεί εν μέρει και η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896.

Στα πρώτα αυτά χρόνια, ως τη δεκαετία του 1890 περίπου, η σωματική άσκηση νομιμοποιείται μέσω της παιδαγωγικής, ηθικής και εθνικής της ωφέλειας και δεν παραπέμπει ακόμη στην ψυχαγωγία και τη διασκέδαση. Η υπεροχή της γυμναστικής και η επικράτηση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος ευνοούσε αυτή την αντιμετώπιση της άσκησης ως μέσου αγωγής. Στις επόμενες δεκαετίες, η πανευρωπαϊκή γοητεία του βρετανικού προτύπου των

7. Καταστατικόν Κερκυραϊκού Συλλόγου Ριπής, Κέρκυρα 1869, άρθρο 3. Επίσης, η οργανωτική επιτροπή των ιπποδρομικών αγώνων που έγιναν στο πλαίσιο των πρώτων Ζάππειων Ολυμπιάδων το 1858 "απετελείτο καθ" ολοκληρίαν εκ στρατιωτικών". Ι. Ε. Χρυσάφης, ο.π., σ. 43.

8. Βλ. Χ. Κουλούρη, ο.π., σ. 49-54.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/278.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

σπορ θα επιβάλει και στην Ελλάδα τη σωματική άσκηση ως τρόπο ψυχαγωγίας και πηγή απόλαυσης. Χαρακτηριστικά, το Lawn Tennis Club περιγράφεται ως "αγγλικώτατον"9, όπως άλλωστε δηλώνει και η επιλογή της αγγλικής ονομασίας του. Από τη στιγμή όμως που η χρήση της σωματικής άσκησης για ψυχαγωγικούς λόγους εξαπλώνεται, η ψυχαγωγία θα αναζητήσει την ηθική της νομιμοποίηση στον ορθολογικό και ελεγχόμενο χαρακτήρα του συλλογικού παιχνιδιού η της ατομικής άσκησης. Θα διακριθεί μάλιστα με σαφήνεια από τις λαϊκές διασκεδάσει,? που θεωρούνταν ότι αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην απόλαυση, περικλείοντας επιπλέον υπερβολική βία10.

Στα αθλητικά σωματεία που θα ιδρυθούν μέσα στη δεκαετία του 1890, η ψυχαγωγία, η "τέρψις", αποτελεί πράγματι έναν από τους στόχους που αναφέρονται στα καταστατικά τους, αν και εμφανίζεται σπανιότερα όπως και η αλληλεγγύη και η φιλία μεταξύ των μελών11. Η ψυχαγωγική διάσταση του αθλητισμού είναι ωστόσο στην πραγματικότητα πολύ πιο σημαντική απ' ό,τι αφήνουν να διαφανεί τα καταστατικά των σωματείων η τα κείμενα -κανονιστικού συνήθως χαρακτήρα- που αναφέρονται στον αθλητισμό εκείνη την εποχή. Από τις επίσημες πηγές, σημαντική ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση μας προσφέρει η ειδολογική κατάταξη του Πρωτοδικείου Αθηνών για την περίοδο 1914-1922 που έχω μελετήσει: τα αθλητικά σωματεία κατατάσσονται κατά κανόνα στην κατηγορία των "ψυχαγωγικών" ενώ εμφανίζεται και ιδιαίτερη κατηγορία σωματείων "σωματικής αγωγής" χωρίς προφανή ουσιώδη διάκριση από τα προηγούμενα12.

9. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα των εν Αθήναις Β' Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων 1906, Αθήνα 19Ο7, σ. 149.

10. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ν. Elias, η ανάπτυξη των σπορ εντάσσεται στη γενικότερη "διαδικασία εκπολιτισμού" που χαρακτηρίζει την αγγλική -και τη δυτική εν γένει- κοινωνία και της οποίας βασικό χαρακτηριστικό είναι η μείωση της βίας και η εσωτερίκευση του αυτο-ελέγχου και της ευπρέπειας. Ν. Elias - Ε. Dunning, Quest for Excitement. Sport and Leisure in the Civilizing Process, Λονδίνο, Blackwell, 1986. Ως προς την ελληνική κοινωνία, εξάλλου, ο Μ. Μητσάκης στο "Θέρος" (1887) περιγράφει με ενάργεια την κοινωνική διαφοροποίηση με βάση τους τρόπους ψυχαγωγίας ανάμεσα στην ανώτερη, τη μεσαία και την κατώτερη τάξη στη σύγχρονη του Αθήνα: "Ειπέ μου πως διασκεδάζεις και θα σου είπω ποίος είσαι". Μ. Μητσάκης, Πεζογραφήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1988, σ. 68-83.

11. Συχνότερα, ως στόχοι των αθλητικών σωματείων αναφέρονται η στρατιωτική προετοιμασία και η σωματική και πνευματική ανάπτυξη των μελών. Αυτό συνδέεται αναμφίβολα με την αριθμητική υπεροχή των γυμναστικών σωματείων μέσα στο σύνολο των αθλητικών σωματείων που ιδρύονται εκείνη την εποχή και των οποίων έχουν εντοπιστεί τα καταστατικά.

12. Από τα Αρχεία του Πρωτοδικείου Αθηνών σώζεται μόνο το "Αλφαβητικόν Ευρετήριον Σωματείων αρχόμενον από του έτους 1914-1931 και από υπ' αριθ. 1 έως 3009" και επομένως για την περίοδο 1914-1922 γνωρίζουμε -εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πηγές-

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/279.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Εάν εντούτοις για κάποια αθλητικά σωματεία «γενικού» χαρακτήρα —εκείνα που καλλιεργούσαν κατεξοχήν τον κλασικό αθλητισμό αλλά διατηρούσαν και τμήματα για επιμέρους αθλήματα, όπως π.χ. ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.— είναι δυνατόν να συνυπήρχαν περισσότεροι στόχοι13, δεν ισχύει το ίδιο για τα «ειδικά» σωματεία— εκείνα που καλλιεργούσαν ένα συγκεκριμένο σπορ όπως οι σύλλογοι κωπηλασίας, ποδηλασίας, τέννις, ποδοσφαίρου και οι εκδρομικοί. Οι σύλλογοι αυτοί στόχευαν, εκπεφρασμένα η μη, στην ψυχαγωγία των μελών τους,

Τα «ειδικά» αθλητικά σωματεία ιδρύονται παράλληλα με τα «γενικά» γυμναστικά σωματεία μέσα στις δεκαετίες του 1880 και του 189014. Το πρώτο σωματείο κωπηλασίας, ο Όμιλος Ερετών Φαλήρου (αργότερα, Πειραιώς) ιδρύεται ήδη το 1885 ενώ το πρώτο σωματείο τέννις στην Ελλάδα, το Lawn Tennis Club Αθηνών, θα ιδρυθεί δέκα χρονιά αργότερα, το 1895. Από το 1891 λειτουργούν εξάλλου δέκα ποδηλατικοί σύλλογοι στα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, Ερμούπολη, Πάτρα). Οι εκδρομικοί και περιηγητικοί σύλλογοι θα εμφανιστούν στην καμπή του αιώνα ενώ λίγο αργότερα, στις αρχές του 20ου, αρχίζει η ακμή των ποδοσφαιρικών σωματείων.

Τα νεοτερικά σπορ —η κωπηλασία, το τέννις, το ποδήλατο, το ποδόσφαιρο— εξαπλώνονται λόγω μόδας. Η γοητεία της καινοτομίας και, της περιπέτειας προσελκύει τους νέους των εύπορων τάξεων που επιθυμούν να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται. Αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας έχουν τη δυνατότητα να ψυχαγωγηθούν μέσω των νέων σπορ, εφόσον δεν απαιτούνται ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τον αθλητισμό στίβου. Το στοιχείο αυτό προσφέρεται επιπλέον για τη νομιμοποίηση των νεοτερικών αθλητικών πρακτικών μέσω της ιατρικής επιχειρηματολογίας. Το τέννις και η ποδηλασία παρουσιάζονται λοιπόν ως ωφέλιμες ασκήσεις για εκείνους που η ηλικία η η σωματική κατασκευή δεν επιτρέπουν να γυμνασθούν στα γυμναστήρια των γυμναστικών συλλόγων. Παρ" όλα ταύτα, τα νεοτερικά σπορ

μόνο τον τίτλο των σωματείων. Ως προς τα αθλητικά σωματεία πάντως, η κατηγορία των σωματείων «σωματικής αγωγής» φαίνεται να περιλαμβάνει μάλλον τα γυμναστικά σωματεία αλλά τα κριτήρια της διάκρισης από τα, επίσης αθλητικά, ψυχαγωγικά σωματεία δεν προκύπτουν με σαφήνεια.

13. Τα σωματεία αυτά αφενός αναλάμβαναν ένα παιδευτικό έργο που στόχευε στη διάδοση της γυμναστικής και γενικότερα της σωματικής άσκησης και αφετέρου —μετά το 1896— επιδίωκαν την προετοιμασία αθλητών και την ανάδειξη πρωταθλητών.

14. Με τον όρο «γυμναστικά» χαρακτηρίζονται τα σωματεία που καλλιεργούσαν κυρίως τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό ενώ με τον όρο «αθλητικά», τα σωματεία που καλλιεργούσαν ένα ψυχαγωγικό σπορ (sportifs). Καταγραφή του συνόλου των σωματείων που έχω εντοπίσει, βλ. Χ. Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας..., ο.π., σ. 172-9,185-7.

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/280.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

δε φαίνεται να αναζητούν καμία ηθικού τύπου νομιμοποίηση για την εξάπλωση τους. Η νομιμότητα τους προέρχεται από την ίδια την ψυχαγωγική τους φύση και η γρήγορη διάδοση τους οφείλεται στην ενθουσιώδη αποδοχή του νέου συρμού: "Αθλητισμός for ever!" αναφωνεί στο πρώτο της τεύχος η "Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής"15,

Οι νέες αθλητικές πρακτικές εντάσσονται στο στυλ ζωής της ανερχόμενης αστικής τάξης συμπυκνώνοντας ταυτόχρονα το σύστημα των αστικών αξιών: συντροφικότητα, φιλία, αυτοέλεγχος και ατομική επίδοση. Τόσο η ίδια η αθλητική πρακτική όσο και η συναναστροφή στο εσωτερικό του αθλητικού σωματείου μετέχουν στο νέο κώδικα συμπεριφορών και κοινωνικής διάδρασης. Ως προς την αθλητική αναμέτρηση, η αρχή της υπεροχής του "αρίστου" όχι λόγω θέσης η κληρονομικού δικαιώματος αλλά μέσω του "δημοκρατικού" ανταγωνισμού αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της αστικής ηθικής. Αλλά και η οργάνωση του σωματείου σύμφωνα με τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, όπου όλα τα μέλη του σωματείου νοούνται ως ίσα και αλληλέγγυα, διοικούνται με βάση το αντιπροσωπευτικό σύστημα και υπερέχουν μόνο σύμφωνα με την αξία τους στο πλαίσιο του σωματείου, ανήκει στον ίδιο κώδικα αξιών.

Η ψυχαγωγία μέσω σπορ όπως το τέννις και το ποδήλατο αποτελούσε προνόμιο μιας ολιγάριθμης αστικής ελίτ. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται αφενός από τον περιορισμένο αριθμό των σωματείων αυτού του είδους και αφετέρου από την κοινωνική τους σύνθεση, στο μέτρο που μας είναι γνωστή. Το τέννις υπήρξε, για το ελληνικό κράτος τουλάχιστον, το μονοπώλιο του Lawn Tennis Club Αθηνών (που από το 1913 μετονομάζεται, σε Όμιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών). Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα θα ιδρυθούν άλλα δύο σωματεία τέννις, ο Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς (1909), ο Όμιλος Αντισφαιριστών Κηφισσίας (terminus ante quem, 1905) και ο Σύλλογος Αντισφαιριστών Κερκύρας (term. a.q. 1912). Μεγαλύτερη ήταν η διάδοση της ποδηλασίας, εφόσον το 1895 λειτουργούσαν ήδη δέκα ποδηλατικά σωματεία στην Αθήνα, τον Πειραιά, την Ερμούπολη και την Πάτρα. Για το σημαντικότερο απ' αυτά, τον Ποδηλατικό Σύλλογο Αθηνών, ο Π. Σ. Σαββίδης σημείωνε το 1901: "απαρτίζεται ήδη εκ 250 περίπου μελών της ανωτέρας παρ' ημίν τάξεως, έχει δε επί της οδού Σταδίου εντευκτήριον αμιλλώμενον με τα των καλλιτέρων ευρωπαϊκών συλλόγων, με τέλειον αναγνωστήριον, βιβλιοθήκην κτλ."16.

Ήδη όμως στις αρχές του 20ού αιώνα η ποδηλασία διερχόταν περίοδο κρίσης. Η ίδια αστική ελίτ που την είχε επιλέξει για την ψυχαγωγία της την εγκαταλείπει εξαιτίας της εκλαΐκευσης του ποδηλάτου με την πτώση του κόστους του. Οι νεαροί αστοί στρέφονται τώρα προς νέες δραστηριότητες, αρχικά

15. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής 1 (1898-9) 2.

16. Π. Σ. Σαββίδης, Αθλητικόν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 12.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/281.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

προς την περιήγηση, μέσω των εκδρομικών συλλόγων, και στη συνέχεια προς το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτω, μετά το 1900 δεν ιδρύεται ούτε ένας νέος ποδηλατικός σύλλογος ενώ αντίθετα πολλαπλασιάζονται σημαντικά οι εκδρομικοί, κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας. Η εξάπλωση του περιηγητισμού από την καμπή του αιώνα συνδέεται κατεξοχήν με την ανάπτυξη του φυσιολατρικού κινήματος ως αντίδρασης προς την πνιγηρή ζωή της πόλης καθώς και με τις αλλαγές που παρατηρούνται ως προς τις αναπαραστάσεις της υπαίθρου.

Η «συνήθεια της διασκέδασης», σύμφωνα με την έκφραση του Peter Bailey, η οποία είχε κατακτήσει τους νέους στη Βρετανία ήδη από τη δεκαετία του 186017, εξαπλώνεται γοργά και στο ελληνικό κράτος τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αι. Η πορεία αυτή είναι προφανής από τα είδη των αθλητικών σωματείων που ιδρύονται πριν και μετά το 1900. Κατά την περίοδο 18691899, από τους 91 συλλόγους των οποίων έχω εντοπίσει την ίδρυση, οι 54 είναι γυμναστικοί. Αντίθετα, κατά την επόμενη περίοδο, 1900-1922, οι γυμναστικοί σύλλογοι περιορίζονται στους 13 σε ένα σύνολο 65 που ιδρύονται στην περιοχή Αθήνας και Πειραιά. Από τους υπόλοιπους, εξάλλου, οι 17 είναι εκδρομικοί και οι 10 ποδοσφαιρικοί. Παρατηρείται συνεπώς μια σαφής αντιστροφή των αναλογιών που προέρχεται από την εμφανή παρακμή των γυμναστικών σωματείων,

Η υποχώρηση αυτή ερμηνεύεται εν μέρει από το γεγονός ότι τα περισσότερα γυμναστικά σωματεία της πρώτης περιόδου ιδρύθηκαν γύρω από τον χρονικό πόλο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα μέσα στο γενικό κλίμα ενθουσιασμού που επικράτησε. Τα 30 από τα 54 αθλητικά σωματεία έχουν ιδρυθεί στα χρόνια 1895-1896, Τότε άλλωστε η εφ, «Εστία» έγραψε και για τη νόσο «αθλητίτιδα». Νόσο όμως που, όπως φαίνεται, θεραπεύτηκε πολύ σύντομα, εφόσον τα περισσότερα από τα σωματεία που ιδρύθηκαν τότε «μόνον κατ' όνομα υφίσταντο»18 και διαλύθηκαν σχεδόν αμέσως μετά το 1896.

Ο δεύτερος, και δευτερεύων, λόγος για την υποχώρηση των γυμναστικών σωματείων είναι η πορεία προς την εξειδίκευση που χαρακτηρίζει γενικότερα τους συλλόγους και ειδικότερα τους αθλητικούς. Προηγούνται δηλ. τα γενικού χαρακτήρα σωματεία τα οποία περιλαμβάνουν στις δραστηριότητες τους και αθλητικό τμήμα, όπως π.χ. ο Πειραϊκός Σύνδεσμος που περιλάμβανε φιλολογικό, μουσικό και γυμναστικό τμήμα η ο Μουσικός Σύλλογος Ορφέας της Σμύρνης

17. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreation and the Contest for Control 1830-1885, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978, σ. 58-59.

18. [Ι. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική προπαίδευσις της νεότητος και η ενδεικνυομένη οργάνωσις αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15), σ. 28.

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/282.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

από τον οποίο προήλθε ο Πανιώνιος, και έπονται εκείνα που καλλιεργούν ένα μόνο σπορ, Ο τρίτος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικός λόγος είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνεχώς αυξανόμενη βαρύτητα της ψυχαγωγίας στη ζωή της μεσαίας τάξης,

Δεν θα πρέπει να υποτιμάται πάντως το στοιχείο της κοινής διασκέδασης που υπήρχε για τα μέλη και των γυμναστικών συλλόγων19. Είναι γεγονός ότι στα καταστατικά των εν λόγω σωματείων προβάλλονται ως βασικοί στόχοι αφενός η στρατιωτική προετοιμασία και το καθήκον προς την πατρίδα και αφετέρου η σωματική και πνευματική ανάπτυξη, στοιχείο που παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες του "καλός καγαθός". Ευνοείται, συνεπώς, τουλάχιστον στο επίπεδο των προθέσεων, η παιδαγωγική-διαμορφωτική διάσταση σε βάρος της ψυχαγωγικής. Αυτό διαπιστώνεται και από την ίδια τη δράση σωματείων όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός που δημιουργούν αθλητικούς θεσμούς οι οποίοι στοχεύουν στη διάδοση της γυμναστικής εκπαίδευσης: ο Πανελλήνιος ιδρύει σχολή γυμναστών και γυμναστριών (1891), όταν ακόμη απουσίαζε η κρατική μέριμνα, ενώ ο Εθνικός θεσμοθετεί παιδικούς και εφηβικούς αγώνες (από το 1898). Παιδικούς και εφηβικούς αγώνες, εξάλλου, οργανώνουν κατά καιρούς πολλοί σύλλογοι τόσο της πρωτεύουσας όσο και της επαρχίας20.

Θα ήταν ωστόσο λάθος να πάρουμε κατά γράμμα το λόγο που μονομερώς προβάλλει την ηθική ωφέλεια της σωματικής αγωγής, προσπαθώντας να της προσδώσει την απαραίτητη νομιμοποίηση. Η ώρα της άσκησης στο γυμναστήριο του συλλόγου και η συναναστροφή στα γραφεία η το εντευκτήριο του ήταν ώρα αναψυχής και κίνητρο των εγγραφόμενων μελών ήταν οπωσδήποτε η αναζήτηση συντροφικότητας, κοινωνικής επαφής, ψυχαγωγίας και αισθητικής ικανοποίησης21. Το αθλητικό σωματείο εκπροσωπεί προς τα τέλη του 19ου αι. ένα πρότυπο συλλογικής ζωής που συμπυκνώνει ουσιώδη χαρακτηριστικά της αστικής κουλτούρας: ελεύθερος χρόνος και αναψυχή, χαρά της ζωής, ισότητα, ανδρισμός.

Η ταύτιση του αθλητικού σωματείου με την ανδρική κοινωνικότητα σήμαινε προφανώς την απουσία γυναικών από τους χώρους άθλησης και από τους καταλόγους των μελών των αθλητικών συλλόγων. Αυτό ίσχυε κατά κανόνα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Έτσι, από τα σωματεία που ιδρύονται ως το 1899, τέσσερα μόνο αναφέρουν στο καταστατικό

19. R. Holt, Sport and Society in Modern France, Λονδίνο, Macmillan, 1981, σ. 51-52,58-59.

20. Καταγραφή ανά έτος των αγώνων που οργανώθηκαν στο ελληνικό κράτος από το 1898 ως το 1922 βλ. Χ. Κουλούρη, ο.π., σ. 133-140. Σχολικούς αγώνες οργάνωνε από το 1901 ως το 1922 και ο Πανιώνιος στη Σμύρνη.

21. V. L. Lidtke, The Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial Germany, Νέα Υόρκη, Oxford University Press, 1985, σ. 3.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/283.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

τους ότι μπορούν να εγγραφούν και γυναίκες ως μέλη. Από τα σωματεία της Αθήνας, ο Εθνικός και το Lawn Tennis Club είναι τα πρώτα σωματεία που εξέλεξαν, από το 1901, γυναίκες στο Δ.Σ, τους. Ωστόσο, η θέση των γυναικών στα δύο πρωτοπόρα σωματεία είναι τελείως διαφορετική. Στον μεν Εθνικό, η γύμναση των γυναικών υπηρετεί παιδαγωγικούς και πατριωτικούς στόχους και διαφοροποιείται από εκείνη των ανδρών ως προς τον τόπο (δεν γυμνάζονται ταυτόχρονα) και ως προς τον τρόπο (δεν γυμνάζονται με τις ίδιες ασκήσεις). Στον Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών, αντίθετα, η αθλητική πρακτική στοχεύει στην ψυχαγωγία των γυναικών άσκηση κοινή για τα δύο φύλα και ψυχαγωγία μεικτή, που περικλείει τη συναναστροφή και το παιχνίδι με τα άρρενα μέλη του σωματείου.

Πράγματι, η παρουσία των γυναικών στα γυμναστικά σωματεία, όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός, περιορίζεται στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες, εκείνες που αφορούν τη γύμναση των κοριτσιών και τη μόρφωση διδασκαλισσών της γυμναστικής, και επομένως η ενασχόληση τους με τη γυμναστική νοείται ως έργο που τοποθετείται πλάι στο κεκτημένο ήδη πεδίο δημόσιας δράσης τους, τη φιλανθρωπία. Στο πλαίσιο λοιπόν του γυμναστικού σωματείου η γυναίκα δε γυμνάζεται όπως τα άρρενα μέλη για να μετάσχει σε αγώνες η να ψυχαγωγηθεί αλλά για να εξυπηρετήσει τους στόχους της γυναικείας εκπαίδευσης, όπως ορίζονται στα τέλη του αιώνα: να διαμορφωθούν υγιείς και εύρωστες μητέρες για τα τέκνα της πατρίδας.

Οι ίδιες οι γυναίκες, εκείνες τουλάχιστον που ανήκαν στην αθηναϊκή αστική ελίτ, φαίνεται πως διεκδικούσαν πάντως το δικαίωμα στην ψυχαγωγία μέσω των σπορ, στο πλαίσιο των αθλητικών βεβαίως σωματείων. Το μόνο νεοτερικό σπορ22 όπου παρατηρείται σημαντική γυναικεία συμμετοχή με καθαρά ψυχαγωγικό περιεχόμενο είναι το τέννις23. Πέρα από την ίδια τη χαρά του παιχνιδιού, το τέννις έδινε τη δυνατότητα στις γυναίκες να συναναστραφούν με το άλλο φύλο σε ένα χώρο που ήταν στην ουσία στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, εξαιτίας αφενός της οικογενειοκρατικής δομής των σωματείων τέννις (στη συγκεκριμένη περίπτωση, του Lawn Tennis Club) και αφετέρου χάρη στη δυνατότητα να παίζεται ακόμη και στο σπίτι, στα ιδιωτικά γήπεδα των εύπορων σπιτιών,

Η Μεσολυμπιάδα που οργανώθηκε στην Αθήνα το 1906 επέβαλε τη δημόσια παρουσία της αθλούμενης γυναίκας αφενός με την ομάδα των Δανίδων

22. Σημαντική ήταν η γυναικεία συμμετοχή σε ένα παραδοσιακό σπορ, επίσης κοινωνικά περιχαρακωμένο, την ιππασία. Βλ. Χ. Κουλούρη, ο.π., σ. 353-5.

23. Χαρακτηριστικό είναι ότι και σε ένα γυμναστικό σωματείο, όπως ο Πανελλήνιος, οι περισσότερες εγγραφές γυναικών ως μελών γίνονται μετά τη δημιουργία γυναικείου τμήματος αντισφαίρισης (1904).

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/284.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γυμναστριών που έκαναν επίδειξη ασκήσεων σουηδικής γυμναστικής και αφετέρου με τους αγώνες αντισφαίρισης όπου η Ελλάδα ανέδειξε και γυναίκα ολυμπιονίκη. "Η εξέλιξις και ο πολιτισμός", έγραφε στο Λευκωμάτων Αγώνων του 1906 ο Π. Σ. Σαββίδης, "αντήλλαξαν το βαρύ δόρυ με κομψήν ρακέταν, και το ακόντιον με την ελαφράν σφαίραν του ελαστικού, και έδωκαν εις την νεωτέραν γυναίκα τα μέσα της διαπλάσεως του σώματος της αναλόγως προς τας συνθήκας και τάς απαιτήσεις της συγχρόνου εποχής, οι δε 'Ολυμπιακοί αγώνες, οι τελεσθέντες εις την χωράν, ήτις εγέννησε τον αρχαίον αθλητισμόν, δεν ελησμόνησαν την σύγχρονον γυναίκα, της κομψής παιδιάς της αντισφαιρίσεως ορισθείσης ως σταδίου επιδείξεως της γυναικείας επιδόσεως"24.

Οι γυναίκες μετείχαν στα σπορ και από τις κερκίδες, ως θεατές. Πράγματι, τα σπορ κατείχαν μια διπλή ψυχαγωγική λειτουργία - ως πρακτική και ως θέαμα. Παράλληλα με την εξάπλωση της αθλητικής δραστηριότητας, με τη μορφή τόσο της γυμναστικής όσο και των σπορ, ο αθλητισμός αναδείχτηκε σε δημόσιο θέαμα που απευθυνόταν σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο τμήμα των μεσαίων τάξεων - και στη συνέχεια και των εργατικών. Οι αντιδράσεις του πλήθους, οι ζητωκραυγές και οι αποδοκιμασίες, η ταύτιση με τους αγωνιζομένους, η συγκίνηση και η βία, όλα τα στοιχεία που, σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη αυτή τελετουργία του σταδίου η του γηπέδου, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας των σπορ.

Μαζική παρουσία θεατών σε αθλητικές εκδηλώσεις καταγράφεται στο ελληνικό κράτος ήδη από τις Ζάππειες Ολυμπιάδες, κυρίως στην πιο επιτυχημένη του 1870, όπου οι εφημερίδες της εποχής κατέγραψαν 25.000 θεατές, χωρίς βεβαίως εισιτήριο25. Με την ίδρυση των αθλητικών συλλόγων και με αποκορύφωμα τους Ολυμπιακούς του 1896 και τη Μεσολυμπιάδα του 1906, το αθλητικό θέαμα προσελκύει μεγάλο αριθμό θεατών επί πληρωμή. Το εισιτήριο δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβό για τα δεδομένα της εποχής -υπήρχαν άλλωστε πολλές κατηγορίες θέσεων- πρέπει ωστόσο να καταγραφεί το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πρωτεύουσας πλήρωνε για να παρακολουθήσει αθλητικούς αγώνες. Ο ενθουσιασμός της Ολυμπιάδας δεν είχε εντούτοις τη συνέχεια που ανέμεναν οι φίλαθλοι της εποχής. Όχι μόνο γιατί, όπως ήδη παρατηρήσαμε, οι περισσότεροι σύλλογοι διαλύθηκαν αμέσως μετά. Αλλά και γιατί η παρουσία των θεατών στους πανελλήνιους αγώνες, οι οποίοι θεσμοθετούνται με το νόμο Τ3ΧΚΑ' του 1899, αν και μαζικότερη από ό,τι σε όλους τους άλλους αγώνες που γίνονται κατά την ίδια περίοδο, ήταν σχετικά ισχνή. Ενδεικτικό της μειωμένης προσέλευσης είναι ενδεχομένως και το γεγονός ότι η Επιτροπή

24. π. Σ. Σαββιδης, Λεύκωμα..., ο.π., σ. 118-119.

25. Ι. Ε. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ο.π., σ. 83.

Σελ. 284
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 265
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    ΟΙ ΝΕΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ

    ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΣΤΙΣ ΚΩΜΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

    EΛIZA-ANNA ΔΕΛΒΕΡΟΥΔΗ 

    Ο ελεύθερος χρόνος αναδεικνύεται σε υπολογίσιμο στοιχείο της καθημερινής ζωής, σε αντιδιαστολή προς τον χρόνο της εργασίας, κατά την περίοδο μετά τον πόλεμο, σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα1, Την ίδια εποχή δημιουργείται το υλικό που θα μας απασχολήσει εδώ και που είναι οι κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1948 ως τις αρχές της δεκαετίας του '60. Αυτά τα έργα, στο σύνολο τους, μας δίνουν σαφή εικόνα για τη χρήση του ελεύθερου χρόνου, που εν πολλοίς ταυτίζεται με τον χρόνο διασκέδασης των κινηματογραφικών προσώπων, Ο ελεύθερος χρόνος και οι τρόποι διασκέδασης συναρτώνται με τις ομάδες που συγκροτούν αυτά τα πρόσωπα. Οπωσδήποτε, και ο ελεύθερος χρόνος και οι τρόποι διασκέδασης διαφοροποιούνται στη διάρκεια της εικοσαετίας, ανάλογα με την ηλικία, την κοινωνική τάξη και το φύλο των προσώπων. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας στους νέους, για να δούμε πως διασκεδάζουν, πως η διασκέδαση τους εξελίσσεται στο χρόνο, αν αυτή η εξέλιξη έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, που συνδέεται με τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας και της αξίας της νεότητας.

    Δεν θα αναφερθώ σε θεωρητικά επιχειρήματα που αποδεικνύουν τη σχέση του κινηματογράφου με την κοινωνία της εποχής και θα θεωρήσω δεδομένο, ότι η εικόνα της διασκέδασης αντιπροσωπεύει τις δυνατότητες που παρέχονται στους νέους και τις συνήθειες που οι ίδιοι καλλιεργούν ως προς τη διασκέδαση τους2.

    Στις κωμωδίες η έννοια του ελεύθερου χρόνου είναι στενά συνυφασμένη με τη διασκέδαση. Οι νέοι, στη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους, αναζητούν τρόπους και μέρη κατάλληλα η ειδικά για διασκέδαση. Τόποι διασκέδασης είναι

    1. Αλεξάνδρα Κορωναίου, Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, Αθήνα, Νήσος, 1996, σ. 15,22.

    2. Για τη σχέση κοινωνίας και κινηματογράφου βλ. Ιan C. Jarvie, Towards a Sociology of the Cinema, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 197O· Νίκος Κολοβός, Κοινωνιολογία του κινηματογράφου, Αθήνα, Αιγόκερως, 1988, όπου και βιβλιογραφία.