Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 287-306 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/287.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1833-1862)

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΑΤΕΛΟΥΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

ΜΗΝΑΣ A. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 

Η μελέτη, αναφορικά με την εξέλιξη του σχολικού αθλητισμού κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου, που επιχειρείται στη συνέχεια, αποτελεί περισσότερο μια οριοθέτηση ενός ερευνητικού πεδίου, παρά μια εξαντλητική και από γνωστική άποψη σχετικά τελειωμένη διαπραγμάτευση.

Διατρέχοντας τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία παρατηρεί κανείς ότι τόσο στην ιστορική έρευνα με αντικείμενο την εκπαίδευση, όσο και στις μεμονωμένες μελέτες που εντάσσονται στο χώρο της ιστορίας του αθλητισμού υπάρχει ένα εμφανές κενό πληροφόρησης για την περίοδο που εξετάζεται. Στο χάσμα αυτό πληροφόρησης προστίθεται με μερικές εξαιρέσεις και η απουσία επιστημονικής προσέγγισης στην ελληνική ιστοριογραφία του αθλητισμού, που προσδίδει στο μεγαλύτερο μέρος των εργασιών και άρθρων για τον αθλητισμό τον 19ο αι. ένα στενά δημοσιογραφικό προφίλ. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παραπάνω, αφηγηματικού και ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, αναφορών συνίσταται στο γεγονός, ότι επιχειρούν να τεκμηριώσουν την αθλητική εξέλιξη σαν αυτοδύναμη και ανεξάρτητη διαδικασία, μονωμένη από κάθε είδους κοινωνικοπολιτικές αξίες και θεωρήσεις. Όμως η αθλητική διαδικασία, και στην περίπτωση μας ο σχολικός αθλητισμός, εμπίπτει σε ένα πεδίο διαπλεκομένων κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών πολυπρισματικών διαδράσεων, που προκαθορίζουν τη δομική διαμόρφωση του, καθώς και τη λειτουργικότητα του και τους στόχους του. Η παραπάνω επισήμανση θα πρέπει να θεωρείται όχι μόνο ως βασική αρχή και θεώρηση για την κατανόηση και επιστημολογική μελέτη της σχολικής αθλητικής εξέλιξης, αλλά και ως αναλυτική προϋπόθεση για την επιστημονική σκέψη που θέλει να προσδιορίσει τις αιτιώδεις σχέσεις και το ρόλο που διαδραματίζουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή των θεσμικών πρακτικών.

Ως εκ τούτου ο εισηγητής θα προσπαθήσει στη συνέχεια να αναλύσει τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιδιώξεων και προκριμάτων όπως και των υιοθετούμενων εκπαιδευτικών πρακτικών για την οργάνωση του σχολικού αθλητισμού, να εξετάσει την επίδραση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος στην

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/288.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

εν γένει αθλητική εξελικτική πορεία και, τέλος, να οριοθετήσει τον βαθμό πραγματοποίησης των κρατικών επιταγών. Ακολούθως θεωρείται σκόπιμο να τονιστεί, ότι η ανάλυση σχηματοποιείται ως πλαίσιο αναφοράς στο οποίο εγγράφονται και αποκωδικοποιούνται οι μηχανισμοί συγκρότησης της σχολικής αθλητικής δομής σε αντιστοιχία με τη μεταβαλλόμενη ιστορική συγκυρία,

Η δημιουργία του ελληνικού κρατικού σχηματισμού υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (1821-1829) και της δυναμικής επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, οι οποίες, μετά τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, ανέθεσαν με συνοπτικές διαδικασίες τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους στον πρίγκιπα Όθωνα (1832), δευτερότοκο υιό του γνωστού φιλέλληνα μονάρχη της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Ι. Ωστόσο τις βασιλικές εξουσίες ορίστηκε να ασκήσει, μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα, η λεγόμενη Αντιβασιλεία, αποτελούμενη από τον κόμη Joseph von Armansberg, τον καθηγητή Ludwig von Maurer και τον υποστράτηγο Karl Wilhelm von Heideck. Η συγκρότηση του νεοπαγούς κράτους σύμφωνα με μοναρχικά, δυτικού προσανατολισμού πρότυπα και ειδικότερα η οργάνωση ενός συγκεντρωτικού διοικητικού ιστού, η δημιουργία δομών και όρων για την οικονομική ανάπτυξη καθώς επίσης και η επεξεργασία θεσμικού εκπαιδευτικού πλαισίου αναδείχθηκαν σαν οι κατευθυντήριοι πολιτικοί άξονες της Αντιβασιλείας.

Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στα 1833 και 1837 υλοποιούνται μέσω νομοθετικών διαδικασιών οι εκπαιδευτικές προθέσεις των κυβερνώντων. Ενώ λοιπόν ο νόμος της 6/18 Φεβρ. 1834 "Περί δημοτικών σχολείων" καθόριζε το καθεστώς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διαμορφώθηκε το πλαίσιο οργάνωσης της μέσης εκπαίδευσης με το διάταγμα της 31 Δεκ. 1836/12 Ιαν. 1837 "Περί κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων". Είναι γεγονός ότι η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος αποτέλεσε αντιγραφή της αντίστοιχης των γερμανόφωνων κρατιδίων, άμεσα αναφορικά με τη μέση και έμμεσα σχετικά με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωστή δήλωση του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, ανωτάτου υπαλλήλου στο Υπουργείο Παιδείας, ο οποίος χαρακτήριζε τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις "ως απλήν και κατεσπευσμένην αντιγραφήν των βαυαρικών κανονισμών, μετ' ελαχίστων μεταρρυθμίσεων ίνα φανώσιν ως νέον νομοθέτημα δήθεν".

Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα, αναλύοντας τις παραγράφους και τα άρθρα της εκπαιδευτικής νομοθεσίας (1833-1837) που σχετίζονται με την οργάνωση και διεξαγωγή του μαθήματος της Γυμναστικής, ανακύπτει σε επίπεδο ορολογίας μια σαφής προσέγγιση της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, αφού χρησιμοποιούνται όροι όπως "σωματικαί γυμνασίαι" (σωμασκίαι) (Νόμος 6-18 Φεβρ. 1834, Περί δημοτικών σχολείων, άρθρο 2), "σωμασκία" (Νομοσχέδιο, Περί του οργανισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων και πανεπιστημίου, Ναύπλιο

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/289.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

1834), "γυμναστική" και "γυμναστικαί ασκήσεις" (Β, Διάταγμα 31 Δεκ. 1836 - 12 Ιαν. 1837 Περί κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων, παράγραφοι 11 και 69) για τον προσδιορισμό των περιεχομένων της κινητικής δραστηριότητας. Αυτή η μονόπλευρη σύλληψη ήταν το αποτέλεσμα της κλασικιστικής ευρωπαϊκής τάσης, που μεταλαμπαδεύτηκε στην Ελλάδα μετά την άφιξη των Βαυαρών με τις ευλογίες της πλειοψηφίας Ελλήνων λογίων και φιλολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να "αποκαθάρουν" τη γλώσσα -για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Νίκου Σβορώνου- διαπλάσσοντάς την πάνω στην αρχαία ελληνική, με βασικό σκοπό την αναβίωση της τελευταίας. Αναφορικά όμως με το γενικό οργανωτικό πλαίσιο παρουσιάζονται αντιστοιχίες με το γερμανικό γυμναστικό σύστημα (Turnen), που διέδωσε στην Βαυαρία ο Hans Ferdinand Massmann, μαθητής και συνεργάτης του επονομαζόμενου πατέρα της γερμανικής γυμναστικής κίνησης Ludwig Jahn, ο οποίος -θα μπορούσαμε να πούμε παρενθετικά στο σημείο αυτό- στις αρχές του 19ου αι. σχηματοποίησε σειρές κινητικών δραστηριοτήτων σε στερεά όργανα σε ένα ενιαίο σύστημα, με σκοπό την σωματική ενδυνάμωση του μέσου Πρώσσου πολίτη για να αποτινάξει τον γαλλικό ζυγό,

Συγκεκριμένα αναδύονται ταυτόχρονες θεωρήσεις σχετικά με το χρονικό διάστημα διεξαγωγής του μαθήματος, απόρροια της γερμανικής πραγματικότητας όπως αυτή εκφράζεται στις απόψεις του Jahn και του Eiselen μέσω της μονογραφίας τους "Deutsche Turnkunst" (Βερολίνο 1816). Από την άλλη πλευρά έκδηλη είναι η επιδίωξη του νομοθέτη να καταστήσει τη σωματική αγωγή, κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προαιρετικό αντικείμενο διδασκαλίας, εκπαραθυρώνοντάς τη ουσιαστικά από το αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα. Εύγλωττη η κρατική πρόθεση στο Β. Διάταγμα για την οργάνωση των γυμνασίων όπου "γυμναστικαί ασκήσεις θέλουν γίνεσθαι το θέρος κατά τας τελευταίας ώρας μετά την μεσημβρίαν όταν υπάρχουν διακοπαί μαθημάτων".

Οι προσπάθειες της κρατικής μηχανής, για την εισαγωγή της βαυαρικής σχολικής δομής, με τη σωματική αγωγή να εναρμονίζεται στις επιταγές ενός μονολιθικού και μονόπλευρου γυμναστικού συστήματος, εστιάστηκαν, ιδιαίτερα στην αρχή της οθωνικής περιόδου, στην δημιουργία γυμναστηρίων και τον εξοπλισμό τους με κατάλληλα όργανα εξάσκησης, τα οποία αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο για την μεθοδολογική ανάπτυξη της προαναφερόμενης φόρμας άσκησης. Η ίδρυση και ο εξοπλισμός, με ειδικά όργανα εξάσκησης του γερμανικού συστήματος, χώρων γύμνασης στο Ναύπλιο το 1834 για τις ανάγκες των σπουδαστών του Βασιλικού Διδασκαλείου και αργότερα στην Αθήνα, καθώς επίσης η μετά από πρωτοβουλία των τοπικών Δήμων σύσταση γυμναστηρίων στην Αίγινα και στην Σύρο καταδεικνύει τις κρατικές επιδιώξεις, οι οποίες και στον τομέα αυτό εκφράζονται χωρίς καν να συνεκτιμηθεί η ελληνική πραγματικότητα, όπως αναφέρει και ο Αλέξης Δημαράς γενικεύοντας την κριτική του απέναντι

19

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/290.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στην εκπαιδευτική πολιτική του οθωνικού κράτους.

Αποφασιστικά συνέβαλαν στην απόπειρα διάδοσης του παραπάνω συστήματος Βαυαροί και Έλληνες γυμναστές, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν στο Μόναχο κάτω από τις οδηγίες του Η. F, Massmann και εργάστηκαν στα σχολικά γυμναστήρια και στις ιδιωτικές σχολές που λειτούργησαν κυρίως στην Αθήνα. Για την εκπλήρωση της παραπάνω αποστολής στρατολογήθηκαν, θα λέγαμε, οι Ludwig Kork και Karl Ottendorf για τα γυμναστήρια του Ναυπλίου και των Αθηνών αντίστοιχα. Σημαντική διδακτική και συγγραφική δραστηριότητα ανέπτυξε ο καθηγητής της Γεωγραφίας, Ιστορίας και Σωματικής Αγωγής Γεώργιος Παγών, ιδιαίτερα σχετικά με την θεωρητική και μεθοδολογική εκλαΐκευση της γερμανικής γυμναστικής. Η πραγματεία του "Περίληψις της Γυμναστικής", που εκδόθηκε το 1837 στην Αθήνα, θα αποτελέσει την πρώτη εξειδικευμένη γυμναστική μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας και η χρήση της στο Βασ, Διδασκαλείο Αθηνών θα διατηρηθεί μέχρι τα μέσα του 19ου αι. Ωστόσο το έργο αυτό αποτελεί πιστή αντιγραφή σχετικών εγχειριδίων του γερμανόφωνου χώρου, όπως αποδεικνύεται από τις μελέτες του γερμανού φιλολόγου και θεωρητικού της Σωματικής Αγωγής Karl Wassmannsdorff ήδη από το 1885. Ο μετέπειτα καθηγητής της γυμναστικής του Βασ. Διδασκαλείου Γεώργιος Παγών επιχείρησε να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα συνονθύλευμα της αρχαίας ελληνικής γυμναστικής παράδοσης με τη μετάφραση κεφαλαίων από το βιβλίο του διάσημου φιλανθρωπιστή J. Ch. F, Guts-Muths "Gymnastik für die Jugend", υιοθετώντας την αρχαϊστική τάση που καλλιεργούσε η εντόπια διανόηση της εποχής, και του αυταρχικού γερμανικού συστήματος με την μεθοδολογική αποδοχή βασικών του κανόνων,

Η αθλητική δραστηριότητα στον εξωσχολικό χώρο που αποτελεί την εποχή εκείνη αναπόσπαστο μέρος του ελεύθερου χρόνου εκφράζεται με βάση την κοινωνική προέλευση των συμμετεχόντων σ' αυτήν, Στους κόλπους της άρχουσας τάξης επικρατούν αθλητικές δραστηριότητες, όπως η ιππασία, η ξιφασκία, η οπλομαχία και η κολύμβηση, που ήταν διαδεδομένες και στον αντίστοιχο κοινωνικό ευρωπαϊκό χώρο- Χαρακτηριστικό της διάδοσης των παραπάνω αγωνισμάτων ήταν η συγκρότηση ιδιωτικών σχολών, που λειτούργησαν υπό την διεύθυνση Βαυαρών οπλοδιδασκάλων, απόστρατων στρατιωτικών και διαφόρων Ιταλών και Πολωνών προσφύγων, και αποτέλεσαν φορέα εκπαίδευσης της συγκεκριμένης κοινωνικής ελίτ. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός λαός, κυρίως στην επαρχία, ασχολείται στον ελεύθερο χρόνο του με παραδοσιακές αθλητικές μορφές -δηλ, τον χορό, το λιθάρι, το τρέξιμο, το άλμα κ.τ.λ.- οι οποίες διεξάγονταν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Η παραπάνω αναντιστοιχία μεταξύ σχολικής και εξωσχολικής αθλητικής δραστηριότητας, με δεδομένη μάλιστα την εγκατάλειψη της λαϊκής παράδοσης από το ελληνικό βασίλειο, οδήγησε στην απομόνωση της γερμανικής γυμναστικής

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/291.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στα σχολικά γυμναστήρια που είχαν ιδρυθεί σε ορισμένες πόλεις. Ενισχυτικά στη διαδικασία αυτή λειτούργησε και η υποκριτική σχεδόν τάση της άρχουσας τάξης, η οποία περιφρονώντας την αναψυχή σε θεωρητικό επίπεδο, επέτρεπε τη φυγή απ' την πραγματικότητα μέσω αθλητικών δραστηριοτήτων σε όσα από τα μέλη της μονοπωλούσαν την κοινωνική καταγωγή και θέση. Την διαδικασία όμως διάδοσης του συγκεκριμένου συστήματος γύμνασης παρεμπόδιζε αναμφίβολα και ο θεωρητικός, νεοκλασικιστικός χαρακτήρας σπουδών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η μονόπλευρη εκτίμηση ότι η θεμελίωση του ιδανικού μιας πλησίστιας επιστροφής στην αρχαία παράδοση διεκπεραιώνεται μόνο με την υπερφόρτωση του αναλυτικού προγράμματος με θεωρητικής κατευθύνσεως και περιεχομένου διδακτικά αντικείμενα οδήγησε στην συρρίκνωση των ωρών διδασκαλίας των μαθημάτων πρακτικής φύσεως και σχεδόν στην αποπομπή της Γυμναστικής από τα προγράμματα. Την εξέλιξη αυτή δεν μπόρεσαν να την εμποδίσουν και οι παρεμβάσεις ιατρών αλλά και του Όθωνα, που διακήρυτταν την θετική συμβολή της Γυμναστικής "εις την διατήρησιν καλής υγείας και ισόμετρον ανάπτυξιν απάντων των μελών του σώματος", όπως τονίζει το 1848 ο βασιλέας σε επιστολή του προς τον υπουργό Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Από τις παραπάνω αιτιάσεις γίνεται σαφές ότι το οθωνικό κράτος παρέμεινε δέσμιο της κοντόφθαλμης και συγκεντρωτικής του πολιτικής, ανήμπορο να αρθρώσει ανανεωτικό λόγο και να θεμελιώσει εκπαιδευτικές πρακτικές.

Το εύρος της προγονολατρίας αναδύεται και στις προσπάθειες διεξαγωγής αισθητικών εκδηλώσεων, όπου η λάμψη και η γοητεία που ασκούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της ένδοξης ελληνικής αρχαιότητας στους υπέρμαχους του νεοελληνικού ρομαντισμού ήταν, θα λέγαμε, καταλυτική. Τα Ολύμπια, τα οποία έλαβαν χώρα στην Αθήνα σχεδόν στη δύση της οθωνικής περιόδου με την οικονομική αρωγή του Ευαγγέλη Ζάππα, αποτελούν ίσως χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοσμοθεωρίας των κυβερνώντων και των απόψεων τους για την αθλητική διαδικασία. Οι αθλητικοί αγώνες, παρά τις προθέσεις του χρηματοδότη τους, λαμβάνουν χώρα το 1859 στα πλαίσια έκθεσης βιομηχανικών προϊόντων, διαφαίνεται μέσω του αγωνιστικού προγράμματος απόπειρα σύνδεσης του αρχαιοελληνικού παρελθόντος με την πραγματικότητα της εποχής και τέλος η έλλειψη οργάνωσης εκτροχιάζει την αθλητική διαδικασία σε θλιβερά στεγανά, σε σημείο μάλιστα που η καυστική κριτική των χρονογράφων της εποχής να εκτοξεύσει δριμείς χαρακτηρισμούς προς την οργανωτική επιτροπή.

Αν θεωρήσουμε ότι τα χαρακτηριστικά μεταφύτευσης ενός γυμναστικού συστήματος είναι η νομοθετική κάλυψη, η θεωρητική και μεθοδολογική προσαρμογή, και η προσέγγιση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απόπειρα αυτή στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου ήταν ατελής. Η αναπόφευκτη

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/292.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αδυναμία κατανόησης του «ξενόφερτου» και μακράν από την λαϊκή παράδοση τεκμηριωμένου γερμανικού γυμναστικού συστήματος, το οποίο προτάθηκε από τους υπευθύνους του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, χρησιμοποιώντας ανάλογα με την περίπτωση σε θεωρητικό επίπεδο ως πόλο αναφοράς την αρχαιότητα οδήγησε, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα και σαφώς την ανεπαρκή οργάνωση, σε εκπαιδευτικό επίπεδο, στο να παραμείνει το μάθημα της Γυμναστικής ουσιαστικά εκτός αναλυτικού προγράμματος και η διεξαγωγή του να επαφίεται κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου στην καλή θέληση του εκάστοτε εκπαιδευτικού.

Η γερμανική γυμναστική θεμελιωμένη στους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του Πρώσσου πατριώτη Jahn, απομονωμένη όχι μόνο από τις πλατιές λαϊκές μάζες, αλλά και από τις αθλητικές δραστηριότητες της άρχουσας τάξης, θα αποτελέσει απλώς τον θεωρητικό προπομπό για την μετέπειτα εισαγωγή της στρατιωτικής γυμναστικής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/293.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

ΕΛΕΝΗ ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ 

Χωρίς υπότιτλο, ο γενικός αυτός τίτλος χρειάζεται ορισμένες διευκρινίσεις. Από το ευρύτερο πεδίο της φυσικής αγωγής, θα μας απασχολήσει η γυμναστική, και, ακριβέστερα, οι ιδεολογικές εκείνες διεργασίες, οι οποίες επέτρεψαν την ανάδειξη της σε ιδιαίτερο αντικείμενο παιδαγωγικού ενδιαφέροντος και συγχρόνως σε δημόσιο εγχείρημα που αφορά την πολιτεία· διεργασίες, οι οποίες κατά συνέπεια συντελούν στη σταδιακή ενσωμάτωση του μαθήματος της σωματικής αγωγής στους κόλπους του εκπαιδευτικού συστήματος, και για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται σε μια πρώτη μακρά φάση με τα σχετικά νομοθετήματα του 1899, τα οποία εισάγουν επίσημα τη σωματική άσκηση στο Δημοτικό και επιχειρούν, για όλες τις βαθμίδες και μέσω πολλαπλών πρακτικών γύμνασης, να ρυθμίσουν σχολαστικά τη σχολική σωματική αγωγή και των δύο φύλων, αλλά και τον εξωσχολικό αθλητισμό. Αφήνοντας εκτός πεδίου ανάλυσης τα νομοθετήματα αυτά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διαμορφώθηκαν, θα παρακολουθήσουμε ιδεολογικές διεργασίες που προηγήθηκαν των νομοθετημάτων, ξεκινώντας από τις πρώτες ενδείξεις άρθρωσης λόγων (discours) περί σωματικής αγωγής των δύο φύλων, στα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου κράτους.

Θα επιχειρήσουμε λοιπόν μια "περιπλάνηση", σε πολύ αδρές γραμμές, σε λόγους που άπτονται της γυμναστικής και εκφέρονται δημόσια κυρίως από λογίους και παιδαγωγούς. Καθώς μας ενδιαφέρει λιγότερο η ίδια η τεχνογνωσία, δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα στο λόγο των πλέον "ειδικών", γιατρών και γυμναστών, παρά μόνο στο βαθμό που ο λόγος αυτός μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε ευρύτερες "ιδεολογικές χρήσεις" της γυμναστικής. Με επιλεγμένες αναφορές στη νομοθεσία για τη σωματική αγωγή και αφήνοντας προς το παρόν στην άκρη την εκπαιδευτική πράξη, θα επιχειρήσουμε ν' ανασυνθέσουμε όψεις, σημεία, στιγμές της πορείας συγκρότησης του ενδιαφέροντος για τη σωματική αγωγή στην εκπαίδευση. Μέσα όμως από την επισήμανση μετατοπίσεων η επαναξιολογήσεων που αναδεικνύουν οι λόγοι περί γυμναστικής, θα προκύψει, εν είδει υπόθεσης, μια πρώτη απόπειρα περιοδολόγησης. Μια ακόμα υπόθεση

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/294.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

εργασίας διαπερνά το κείμενο: οι λόγοι περί γυμναστικής συνιστούν προνομιακό πεδίο για τη διερεύνηση μεταβαλλόμενων στερεοτύπων της εθνικιστικής ιδεολογίας, αλλά και για τη μελέτη της ιδεολογικής κατασκευής της έμφυλης διαφοράς και των επιθυμητών ταυτοτήτων του φύλου.

Ο χρόνος που αναδεικνύεται από την περιπλάνηση αυτή στους λόγους περί γυμναστικής είναι η τείνει να είναι χρόνος της νεοτερικότητας, τουλάχιστον ορισμένων της όψεων. Είναι ο χρόνος του έθνους, της εκμάθησης του ρόλου του πολίτη η του πολίτη-στρατιώτη, των πειθαρχικών μηχανισμών διάπλασης σωμάτων-πνευμάτων' συνολικότερα, χρόνος των αξιακών προταγμάτων που εισάγει η «βιο-πολιτική» ως ανάπτυξη πολλαπλών τεχνολογιών «εξουσίας πάνω στη ζωή», πάνω στο εξατομικευμένο ανθρώπινο «σώμα-μηχανή», την αύξηση των ικανοτήτων του, την αιχμαλώτιση της δύναμης του αλλά και την αποτελεσματική του ένταξη στα οικονομικά συστήματα ελέγχου· και πάνω στο συλλογικό σώμα, το «σώμα-είδος», εξειδικευμένο ως προς τις βιολογικές του λειτουργίες, πρόβλημα οικονομικό και πολιτικό από τη σκοπιά της διαχείρισης του πληθυσμού και της ρύθμισης των ιδιαίτερων και ποικίλων μεταβλητών του1. Χρόνος όμως που στη συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται ασυνεχής, καθώς είναι ασυνεχείς και εξαιρετικά αποσπασματικοί οι ελληνικοί λόγοι περί γυμναστικής που επιχειρούμε να συνθέσουμε σε ένα πρώτο σχήμα' χρόνος επίσης βραχύς, υπό την έννοια ότι οι λόγοι και οι πρακτικές προσδιορίζονται συχνά από την πολιτική συγκυρία' ταυτόχρονα όμως και με διάρκεια, καθώς βασικά θέματα επιμένουν, επαναπροσδιορίζονται η επαναξιολογούνται' τέλος, χρόνος που μοιάζει συχνά μονοδιάστατος αν όχι ευθύγραμμος, εντύπωση, που αν δεν οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι η έρευνά μας βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, πάντως συνδέεται αναμφίβολα και με το γεγονός ότι η εμφάνιση πολλαπλών λόγων και πρακτικών, συνεπώς και ενός «débat» γύρω από τη σωματική αγωγή, χαρακτηρίζει κυρίως τον φθίνοντα 19ο αιώνα και συνεπώς αρχίζει εκεί που τερματίζει η περίοδος που επιλέξαμε γι' αυτή την ανακοίνωση.

Από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια εμφανίζονται, σποραδικά, κείμενα περί φυσικής αγωγής με την ευρύτερη έννοια του όρου, τα οποία αναπαράγουν την δυτική παράδοση του λόγου της οικογενειακής-ατομικής υγιεινής, η οποία επιχειρούσε κυρίως να εισάγει επιστημονικές μεθόδους και νεοτερικά πρότυπα συμπεριφοράς στο ζήτημα της φυσικής φροντίδας της βρεφικής και πρώιμης παιδικής ηλικίας, καταγγέλλοντας παραδοσιακές πρακτικές και ανορθολογικές προλήψεις. Επιχειρώντας να εισάγουν αυτόν τον λόγο στο ελληνικό κοινό, τα σχετικά ελληνικά κείμενα, γραμμένα κυρίως από γιατρούς, μπορεί να αναφέρονται και στη γυμναστική, ενώ μια υγιεινιστική αντίληψη της σωματικής άσκησης

1. Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1: Η δίψα της γνώσης, μετ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1978, σ. 36-38 και 165-178.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/295.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

με στόχο τη διατήρηση και επαύξηση της υγείας απαντά, επίσης σποραδικά, στον παιδαγωγικό λόγο, συναρθρωμένη με παραγγέλματα υγιεινής2.

Την πιο συγκροτημένη ωστόσο απόπειρα εξοικείωσης της ελληνικής κοινής γνώμης και των δασκάλων με τη νεοτερική γυμναστική συνιστά το εγχειρίδιο του παιδαγωγού Γεωργίου Θ, Παγώντα (ΙΙερίληψις της γυμναστικής, Αθήνα 1837), το οποίο —όπως άλλωστε φαίνεται από τους συγγραφείς από τους οποίους «συνερανίσθη» το κείμενο του ο Παγών, κατά ρητή του δήλωση—, επιχειρεί να συνδυάσει δύο διαφορετικές τάσεις: η μία είναι η καθαρά παιδαγωγική και εξατομικευμένη προσέγγιση της φυσικής αγωγής των Φιλανθρωπιστών, όπως εκφράζεται από τον Guts-MuthS' η άλλη, όπως εκφράζεται επίσης στη Γερμανία (Πρωσία) από τον Jahn, δηλώνει μια στροφή, στις αρχές κυρίως του αιώνα, προς ένα ενιαίο-καθολικό πρότυπο σωματικής αγωγής, πληρέστερα συμβατό προς το νέο ιδεώδες της ενιαίας εθνικής κοινότητας, με τάση υπέρβασης της κατάστασης των ιδιαιτεροτήτων στη ζωή των ανθρώπων, ιδιαιτερότητες που επιπλέον σηματοδοτούσαν την ιεραρχημένη κοινωνία και τις ανισότητες των Παλαιών Καθεστώτων3. Μέσα στο πλαίσιο του υγιεινιστικού "οράματος"

2. Σχετικά με τη συγκρότηση, στην ηπειρωτική κυρίως Ευρώπη και γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, του νεότερου επιστημονικού πεδίου της φυσικής αγωγής (και οικογενειακής υγιεινής), που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κυρίως στο βρεφικό και παιδικό σώμα και αναλαμβάνει να διαφωτίσει τις μητέρες στην ορθολογική του διάπλαση, βλ. André Rauch, Le souci du corps. Histoire de l'hygiène en éducation physique, Παρίσι, P.U.F., 1983, σ. 13-55. Πρβλ. Jacques Ulmann, De la gymnastique aux sports modernes. Histoire des doctrines de l'éducation physique, Παρίσι, Vrm, 31977, σ. 149-172 (ιδιαίτερα ως προς τις φιλοσοφικές ιδέες των γιατρών και παιδαγωγών, εμπνευστών της νεοτερικής φυσικής αγωγής). Σε ό,τι αφορά την ελληνική περίπτωση, κάποια πρώτα δείγματα παραγωγής λόγου από την πλευρά των γιατρών για τη φυσική φροντίδα και σωματική αγωγή της πρώιμης παιδικής ηλικίας μπορούν ίσως να αναχθούν και στην προεπαναστατική περίοδο (βλ. ενδεικτικά, [Π. Ηπίτης], «Φυσική ανατροφή των παίδων», Ερμής ο Λόγιος 16 (15.8.1816) 279-291). Από τη δεκαετία του 1830, εμφανίζονται στο χώρο του ελληνικού εντύπου και αυτοτελή σχετικά δημοσιεύματα προς χρήση των μητέρων η των γονέων. Πρωιμότερο ίσως δείγμα γραφής ειδικά «περί γυμναστικής» συνιστά το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο του γιατρού Γρηγορίου Καλλιρρόη, Παραγγελία« περί υγείας και μακροβιότητας, Βενετία 1829, σ. 245-247.

3. Είναι γνωστή η σημασία που είχε η φυσική αγωγή στο ευρύτερο σύστημα αγωγής στα σχολεία των Φιλανθρωπιστών, ενώ ο John Christopher Guts-Muths (1759-1839) θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που διαμόρφωσε το πιο ολοκληρωμένο σύστημα φυσικής αγωγής για μαθητές: βλ. σχετικά, Ulmann, ο.π., σ. 214-226 και J. G. Dixon, «Prussia, Politics and Physical Education», στο: P. C. Mcintosh, J. G. Dixon, A. D. Munrow, R. F. Willets, Landmarks in the History of Physical Education, Λονδίνο, Routledge & Kegan Paul, 1980, σ. 115-118. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η «προσωποποιημένη» γυμναστική, η οποία απευθυνόταν σ' ένα μικρό αριθμό μαθητών υψηλής κοινωνικής καταγωγής, ήταν προσαρμοσμένη στην ιδιαίτερη ατομική «κράση», αποσκοπούσε σε μια εξατομικευμένη ανάπτυξη και διατηρούσε στοιχεία «αυθορμητισμού",

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/296.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

της φυσικής αγωγής, κοινό χαρακτηριστικό και των δύο τάσεων, η γυμναστική προβάλλει ως μείζον δημόσιο εγχείρημα: πρωταρχικός της στόχος ορίζεται η υγεία, η μακροβιότητα, η βελτίωση του ανθρωπίνου γένους, πηγές "ιδιωτικού" και "δημοσίου", βλέπε εθνικού, πλούτου4. Μια εκτενέστερη

δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια πολύ διαφορετική αντίληψη και πρακτική της γυμναστικής: παρά την ποικιλία των συστημάτων φυσικής αγωγής, οι νέες "διδασκαλίες" γυμναστικής βασίζονται πλέον στην αρχή της συλλογικής εκγύμνασης και μιας αυξανόμενης τυποποίησης, αφού μεγάλες ομάδες, ετερογενούς (η χαμηλής) κοινωνικής καταγωγής, εκτελούν τις ίδιες σωματικές ασκήσεις (στο γυμναστήριο, στο στρατό η σε φιλανθρωπικά ιδρύματα)· οι "διδασκαλίες" αυτές εμφανίζονται εξάλλου αυστηρότερα κανονικοποιημένες, διά μέσου της πληθώρας εκείνης των εγχειριδίων του 19ου αιώνα, που προσδιορίζουν λεπτομερώς και σχολαστικά το είδος και τη διαδοχή των ασκήσεων. Η νέα αυτή "τυποποιημένη" γυμναστική (με βάση την οποία αναπροσαρμόζεται άλλωστε και η σχολική γυμναστική, στο πλαίσιο των μαζικών εθνικών συστημάτων εκπαίδευσης), στηρίζεται σε προτάγματα περισσότερο "πειθαρχικά" η "στρατιωτικά" και ενεργοποιείται από τις νέες δυνάμεις που βρίσκονται στην εξουσία, στις σχέσεις τους προς τις κυριαρχούμενες τάξεις: Jacques Defrance, "Esquisse d'une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)", Actes de la Recherche en Sciences Sociales 6 (Δεκέμβριος 1976) 28-29. Πρόκειται βέβαια για μια σύνθετη διαδικασία μετεξέλιξης (πρβλ. Rauch, ο.π., σ. 57 κ.ε.), σύμφωνα με την οποία κάθε "σύστημα" φυσικής αγωγής αντλεί τη νομιμότητα του ευαγγελιζόμενο ένα "καθολικό" και ιδεώδες πρότυπο σωματικής αγωγής και διεκδικώντας ακριβώς την ικανότητα ν' αναπτύξει ισότιμα όλα τα άτομα. Εξάλλου, το "καθολικό" αυτό πρότυπο φυσικής αγωγής τίθεται στην υπηρεσία της εθνικής κοινότητας: οφείλει ν' αποτυπώνει τα ιδιαίτερα "βιολογικά" και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινότητας αυτής, ενοποιώντας (και εξουδετερώνοντας) τις διαφορετικότητες της (σωματικής) αγωγής που η πανσπερμία του κοινού έχει αναπτύξει σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Πρώτη "αυθεντική" έκφραση αυτής της αντίληψης στάθηκε το γυμναστικό κίνημα του Turnen στην κατακερματισμένη και γαλλοκρατούμενη Γερμανία, τουλάχιστον όπως το εμπνεύστηκε ο ιδρυτής και "θεωρητικός" του κινήματος J. Fr. L. Chr. Jahn (1778-1825). Στο ιδεώδες της "γυμναστικής κοινότητας" του Jahn, η οποία ωστόσο συνιστά μια αμιγώς ανδρική κοινωνικότητα, η γυμναστική δεν είναι πλέον μόνο προϋπόθεση της υγείας και μιας "ηθικής υγιεινής" όπως ήταν στον GutS-MuthS, αλλά γίνεται το αναγκαίο όργανο μιας ηθικής πράξης, της οποίας το πρώτο βήμα θα είναι να εξασφαλίσει την ύπαρξη και την ανεξαρτησία της εθνικής κοινότητας· η γυμναστική -ατομική στον Ρουσσώ, κατά μικρές ομάδες στον Guts-Muths- για πρώτη φορά στην ιστορία της παίρνει, με την πρακτική του Turnen, καθαρά συλλογικό χαρακτήρα, ενώ η επαγγελλόμενη δια-ταξική "συνεκτικότητα" τείνει, στο συμβολικό πεδίο, να προσδώσει στη γυμναστική κοινότητα "τις διαστάσεις σχεδόν ενός έθνους": Ulniann, ο.π., σ. 290- πρβλ. George L. Mosse, The Nationalization of the Masses. Political Symbolism and Mass Movements in Germany from the Napoleonic Wars through the third Reich, Νέα Υόρκη, Howard Fertig, 1975, σ. 130-131.

4. Οι εναρκτήριοι αυτοί στόχοι του εγχειριδίου (Γ. Θ. Παγών, Περίληψις της γυμναστικής. Αθήνα 1837, σ. β') παρουσιάζονται διά στόματος του Φ. Αμορός, φημισμένου εκπροσώπου της "γαλλικής σχολής" φυσικής αγωγής, η οποία εισάγει στη Γαλλία πρακτικές του Turnplatz, την "κουλτούρα" του γυμναστηρίου και την προνομιακή σύνδεση της γυμναστικής με την στρατιωτική προετοιμασία. Ωστόσο, η "γαλλική σχολή", διατηρώντας και

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/297.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αναφορά στο εγχειρίδιο αυτό μας δίνει την ευκαιρία να εντοπίσουμε βασικές θεωρητικές αρχές της φυσικής αγωγής, αλλά και κύρια ιδεολογικά στερεότυπα των λόγων περί γυμναστικής στην Ελλάδα του 19ου αι., παρά τις μεταγενέστερες επανατοποθετήσεις,

Πρώτο βασικό στερεότυπο: αντιπαραθέτοντας τον "φυσικόν άνθρωπον" στον "πεπολιτευμένον πολίτην", ο οποίος διάγει καθιστική ζωή καλλιεργώντας αποκλειστικά τις διανοητικές του δυνάμεις, το εγχειρίδιο νομιμοποιεί την κεντρική αρχή: η σωματική αγωγή προβάλλει ως βασική διαδικασία για την αποκατάσταση "τής απολεσθείσης ισοσταθμίας της ανθρωπινής εκμορφώσεως", σύμφωνα με τα λόγια του Jahn5. Η διαδικασία αυτή ωστόσο δεν στοχεύει να αποδώσει στην ανθρωπότητα κανένα χαμένο παράδεισο του "φυσικού ανθρώπου"· στοχεύει κυρίως στην ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση της σωματικής ενέργειας και συνακόλουθα στην "ορθή" διευθέτηση των φυσικών ορμών,

Ο παραπάνω στόχος αφορά κατά προτεραιότητα στα παιδιά και τους νέους, κατηγορία που θεωρείται ότι βρίσκεται πλησιέστερα προς την κατάσταση του "φυσικού ανθρώπου". Αν και το λεξιλόγιο φιλτράρεται επιμελώς από τους κανόνες της ευπρέπειας, δεν παύει να είναι αποκαλυπτικό: διά της γυμναστικής "θέλομεν προφύλαξη την νεολαίαν από πολλάς μυστικάς νεανικάς αμαρτίας"6. Εμμέσως πλην σαφώς, πολλές ανάλογες εκφράσεις του εγχειριδίου απηχούν έναν καθιερωμένο προ πολλού στη Δύση λόγο της φυσικής αγωγής: εκείνον που επικεντρώνεται στην επικινδυνότητα της νεανικής σεξουαλικότητας -ιδιαίτερα των αγοριών- και πιο συγκεκριμένα της πρακτικής του αυνανισμού, προτείνοντας ποικίλες και περίτεχνες τεχνικές πρόληψης και θεραπείας της "νόσου": ανάμεσα τους, η κοπιώδης σωματική άσκηση, σε αντίθεση προς κατασταλτικά μέσα της ίδιας της πράξης, προβάλλεται ως το ισχυρότερο φάρμακο, επειδή επηρεάζει άμεσα την επιθυμία7. Σε τούτο το ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσεται η υιοθετούμενη από το εγχειρίδιο μέθοδος έλλογης πειθάρχησης στους κανόνες εργασίας που συνυπολογίζει ταυτόχρονα τον δυναμισμό της νεανικής φύσης, και θεωρείται προτιμότερη από κάθε μορφής καταστολή. Θετικά αντιληπτό,

επαναπροσδιορίζοντας την καθαρά παιδαγωγική προσέγγιση της γυμναστικής, χαρακτηρίζεται από έντονη εκλεκτική ροπή (Ulmann, ο.π., σ. 291-302), κάτι που διακρίνει και το εγχείρημα του Παγώντα, όπως άλλωστε και τη μετεξέλιξη της γυμναστικής στην Πρωσία, μετά τη δίωξη του κινήματος του Turnen.

5. Γ. Θ. Παγών, ο.π., σ. 3-6 και 18.

6. Στο ίδιο, σ. 23.

7. Για το λόγο και τις πρακτικές ελέγχου της παιδικής και νεανικής σεξουαλικότητας, πρακτικές που αναπτύσσονται πιο ολοκληρωμένα στο πλαίσιο του κολλεγίου, βλ. ιδιαίτερα Rauch, ο.π,, σ. 83-87· ειδικότερα για τη νεοτερική, "πειθαρχική", παιδαγωγική αντίληψη που συνιστά η μετάβαση από την καταστολή της ίδιας της πράξης στην καταστολή της επιθυμίας διά της σωματικής αγωγής, βλ. στο ίδιο, σ. 88-96.

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/298.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

το "ζωηρόν" και "ευφρόσυνον" αυτής της φύσης δεν πρέπει να κατασταλεί, αλλά να εξοικονομηθεί και να διευθυνθεί προς "ηθική" κατεύθυνση8, Σε πολλά ελληνικά κείμενα του 19ου αιώνα, η γυμναστική προβάλλει στερεότυπα όχι μόνο ως αντίδοτο στην πρώιμη σεξουαλικότητα αλλά, κυρίως, ως υποκατάστατο μιας μη επαρκώς ελέγξιμης (ανδρικής) νεανικής κοινωνικότητας.

Είναι προφανής η υπαγωγή της γυμναστικής στο πρόταγμα της ηθικής διαπαιδαγώγησης, του μετασχηματισμού δηλαδή της νεότητας σε πειθαρχημένα σώματα-πνεύματα μιας συντεταγμένης πολιτείας. Μολονότι η υγεία και η σωματική δύναμη και επιδεξιότητα αναγνωρίζονται ως τα κύρια αποτελέσματα της σωματικής αγωγής, η γύμναση του σώματος σε καμιά περίπτωση δεν προβάλλει ως αυτοσκοπός· αντίθετα μάλιστα: η φυσική αγωγή -δεύτερη βασική αρχή- προβάλλει ως ένα σύστημα τεχνικών με τα ηθικοποιητικά τους ισοδύναμα, το οποίο ως απώτερο στόχο έχει να επιτύχει "την εντελεστάτην χρησιμότητα του σώματος ως υπηρέτου του πνεύματος"9. Η αρχή αυτή δεν υπονομεύει την αυτονομία της φυσικής αγωγής, αλλά ουσιαστικά υπογραμμίζει την σημασία της ως καθολικής παιδαγωγικής διαδικασίας, σύμφωνα εξάλλου με τους εμπνευστές της νεοτερικής γυμναστικής, Η γυμναστική, επιδρώντας άμεσα στη φύση, στο σώμα, ενεργεί τελικά επί των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου' τον καθιστά "αισθαντικότερον" η "νοημονέστερον", αλλά κυρίως εμπνέει θάρρος, γενναιοψυχία, καταφρόνηση των κινδύνων και των κόπων, καρτερικότητα και υπομονή. Οι δεξιότητες του σώματος επενδύονται με κοινωνικές αρετές που στο μεν ατομικό επίπεδο εξασφαλίζουν ικανότητα να ανταπεξέρχεται κανείς στις δυσκολίες της ζωής ως ανεξάρτητο ον, στο δε συλλογικό να είναι χρήσιμος στην κοινωνία, και βεβαίως στην πατρίδα10.

Η αναφορά στους αρχαίους και στο ιδεώδες της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και πνεύματος εξαίρει την φυσική αγωγή ως συνολική παιδαγωγική διαδικασία. Η αναφορά αυτή νομιμοποιεί συγχρόνως την επίκληση της ελευθερίας, συστατικό στοιχείο της γυμναστικής ιδέας (μαζί με την αφοσίωση στο ιδεώδες της πατρίδιχς), προπάντων όπως η ιδέα αυτή γίνεται λόγος και πράξη στο πλαίσιο του γερμανικού εθνικισμού. Μεταφράζοντας στο σημείο αυτό τον Jahn, το εγχειρίδιο επισημαίνει ότι αν η γυμναστική πρέπει "πάντοτε να εκτελήται

8. Παγών,ο.π.,σ.28.

9. Στο ίδιο, σ. 4.

10. Στο ίδιο, σ. α', 18, 35-36. Στο εγχειρίδιο του Παγώντα είναι ιδιαίτερα εμφανής η τάση να εξαρθεί η σημασία της σωματικής άσκησης κυρίως για τη σκληραγώγηση του σώματος και τη συνακόλουθη μόρφωση χαρακτήρα (σήμα κατατεθέν της γερμανικής παράδοσης της φυσικής αγωγής), αλλά και για να προετοιμάσει ανθρώπους ικανούς να ανταπεξέλθουν σε όλα τα καθήκοντα και τα "ρίσκα" που επιβάλλει η κοινωνική ζωή, να προσαρμόζονται σε όλα της τα ενδεχόμενα: στην "ωφελιμιστική" αυτή διάσταση της γυμναστικής επιμένει ιδιαίτερα ο γαλλικός κανονιστικός λόγος: βλ. Ulmann, ο.π., σ. 293-294.

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/299.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

κατά τον καιρόν και κατά τον χαρακτήρα του έθνους, κατά το κλίμα και τον τόπον", "μάλιστα δε ευδοκιμεί μόνον εις τα αυτόνομα έθνη, και ανήκει μόνον διά ελευθέρους άνδρα ς"11.

Στο συμβολικό πεδίο, λοιπόν, η γυμναστική επίδοση ενός έθνους δηλώνει με όρους αξιωματικούς την ικανότητα προς ελευθερία, βλέπε την υπεροχή του έθνους. Μέσα από τη μετατόπιση αυτή από το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του έθνους (και μάλιστα του ελεύθερου έθνους), η ομαδική σωμασκία συνδέεται πλέον προνομιακά με την ικανότητα, σωματική και ψυχική, υπεράσπισης της πατρίδας' αλλά και με την πολιτική αγωγή, ως διαδικασία πειθάρχησης στο νόμο, κοινό για όλους12. Τους στόχους αυτούς ενσαρκώνει το πρότυπο του Turnen· της ξεχωριστής και υποδειγματικής αυτής "κοινότητος των γυμναστικών", κοινότητας ανδρικής, που δεν ταυτίζεται με τη σχολική τάξη αλλά με τον σαφώς διακεκριμένο, και συγχρόνως προσιτό στην κοινή θέα, χώρο του υπαίθριου γυμναστηρίου (Turnplatz), με τους εσωτερικούς του κώδικες και πειθαρχίες, με τους επικεφαλής "γυμναστήν και παιδοτρίβην", άνδρες χωρίς ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση αλλά έμπειρους, ζωντανά παραδείγματα φιλοπατρίας και ευπείθειας στους νόμους13. Το πρότυπο αυτό υιοθετεί λοιπόν, διά στόματος Jahn, το εγχειρίδιο, διανθίζοντας το με στοιχεία του προγονικού τύπου γυμνασίου και της παλαίστρας.

Αναφερόμενος πιο άμεσα στη σωμασκία των μαθητών, ο Παγών περιορίζεται στο να επαναλάβει τις απροσδιόριστες παροτρύνσεις14 οι οποίες εκφράζονται χαρακτηριστικά και στα εκπαιδευτικά νομοθετήματα του 1834 και 1836: αυτά προβλέπουν αόριστα "τας σωμασκίας" στο Δημοτικό (χωρίς σαφή διευκρίνιση αν αφορούν και στα δύο φύλα) και στα δευτεροβάθμια σχολεία τις ώρες

11. Παγών,ο.π., σ. 19 (η υπογράμμιση δική μου).

12. Αν και, σε σχέση προς μεταγενέστερα κείμενα, αυτή η τελευταία διάσταση μοιάζει μάλλον υποβαθμισμένη στο εγχειρίδιο του Παγώντα, υποδηλώνεται όμως σαφώς μέσα από την περιγραφή του προτύπου της γυμναστικής κοινότητας· το σχετικό τμήμα, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, "είναι μεταφρασμένον έκ της βίβλου του Γιάν, και εφηρμοσμένον προς διδασκαλίαν του Ελληνικού ημών γένους"; στο ίδιο, σ. 19-26.

13. Στο ίδιο, σ. 20-22. Για τη γυμναστική φιλοσοφία του Jahn, βλ. Ulniann, ο.π., σ. 277-290' για τις πρακτικές του Turnen γενικότερα, το ιδεολογικό-πολιτικό στίγμα του γυμναστικού κινήματος στη Γερμανία και την αυξανόμενη συντηρητικοποίησή του μετά το 1848, για τη μαζικότητα του και την καθοριστική του συμβολή στην κατασκευή και διατήρηση των εθνικών συμβόλων και τελετουργιών, βλ. ιδιαίτερα J. G. Dixon, "Prussia, Politics and Physical Education", ο.π., σ. 118-131 και Mosse, ο.π., σ. 125-136.

14. Τα αγόρια του δημοτικού θα πρέπει "καθημερινώς η τουλάχιστον μίαν ώραν να την αφιερώνωσιν εις την σωμασκίαν αντί των ανωφελών παιγνιδίων", ενώ οι μεγαλύτεροι μαθητές θα πρέπει να ασκούνται τις μέρες των διακοπών η της ανάπαυσης σε δημόσια γυμναστήρια· ο Παγών αναφέρει μάλιστα ως παράδειγμα προς μίμηση το νεοσύστατο και μοναδικό τότε γυμναστήριο του Ναυπλίου του οποίου προΐστατο ο ίδιος: Παγών, ο.π., σ. 26-27.

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/300.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

της ανάπαυσης η την περίοδο των θερινών διακοπών16. Το μόνο κανονιστικό πρότυπο που το εγχειρίδιο προσφέρει στους δασκάλους είναι εκείνο της γυμναστικής κοινότητας και του γυμναστή που τη διευθύνει, πρότυπο που φαίνεται να εμπνέει για καιρό τους αποσπασματικούς λόγους περί σωματικής αγωγής στην ελληνική εκπαίδευση.

Παρά τις θεωρητικές προθέσεις του εγχειριδίου να προωθήσει τη γυμναστική ιδέα στους κόλπους του σχολείου, η προβολή του προτύπου του Turnen την αποσυνδέει από την καθαυτό εκπαιδευτική διαδικασία. Συγχρόνως, καθίσταται εμφανέστερη η ουσιαστική μετατόπιση του κέντρου βάρους από το θεωρητικά "ουδέτερο" σώμα του ανθρώπου -σύμφωνα με τις οικουμενικές ανθρωπιστικές-παιδαγωγικές επαγγελίες του ευρύτερου λόγου της φυσικής αγωγής- προς το ανδρικό σώμα. Πράγματι, ανεξάρτητα από το ότι το εγχειρίδιο επισημαίνει θεωρητικά την ανάγκη της σωματικής αγωγής του γυναικείου φύλου, η μετατόπιση αυτή ενεργοποιείται πολλαπλά. Αναδεικνύεται καταρχήν από τη σύνδεση της γυμναστικής ιδέας με την ικανότητα προετοιμασίας, διαφύλαξης η υπεράσπισης της ελευθερίας της πατρίδας. Εξάλλου, η περιθωριακή αναφορά του εγχειριδίου στη γυμναστική των κοριτσιών νομιμοποιείται και από το ότι δεν μοιάζει να θεωρεί δεδομένη τη σχολική τους ένταξη16.

Ωστόσο, η έμφυλη διάσταση του λόγου περί γυμναστικής δεν απορρέει ούτε μόνο από τις παραπάνω διαπιστώσεις ούτε μόνο από τη στερεότυπη βασική αρχή, ότι η γυμναστική πρέπει να διαφοροποιείται κατά φύλο. Η ίδια η σωματική άσκηση και τα ηθικοποιητικά της ισοδύναμα συγκροτούνται με όρους έμφυλους: η ενασχόληση με τη γυμναστική προσδιορίζεται ως στοιχείο "ανδρικότητος" και στοχεύει στη διαμόρφωση "σοφής και ανδρικής ψυχής"· οι αρετές που επενδύουν το γυμνασμένο σώμα, η "αφοβία και η γενναιοψυχία", συνιστούν "χαρακτηριστικά ανδρικού χαρακτήρος", σε αντίθεση προς τον "γυναικώδη" χαρακτήρα που παραπέμπει, στη δειλία' αντίστροφα, το μη γυμνασμένο σώμα περιβάλλεται με τις αρνητικές συνδηλώσεις του "εκθηλυσμού", βλέπε εκφυλισμού17. Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσαν να ανιχνευθούν σε πολλά κείμενα, ιδιαίτερα μάλιστα στην καμπή του αιώνα και στις αρχές του 20ού, όταν αποκτά ξεχωριστή εμβέλεια το αθλητικό ιδεώδες, επιβάλλεται το αισθητικό πρότυπο του γυμνασμένου ανδρικού σώματος και συγκροτείται, η νέα ανδρική κοινωνικότητα

15. Για τις σχετικές αναφορές των νομοθετημάτων του 1834 και 1836, βλ. αντίστοιχα: Πέτρος Ι. Κλάδος, Εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά ήτοι νόμοι, διατάγματα, εγκύκλιοι, οδηγίαι κλπ. αποβλέποντα εις την Εκκλησίαν και την δημοσίαν εκπαίδευσιν, Αθήνα I860, σ. 529 και Δαυίδ Αντωνίου, Τα προγράμματα της μέσης εκπαίδευσης (1833-1929), τ. 1, ΙΑΕΝ, Αθήνα 1987, σ. 88 και 103 (τεκμήριο 4).

16. Βλ. τη μοναδική αναφορά του εγχειριδίου στην ανάγκη γύμνασης των κοριτσιών: Παγών, ο.π., σ. 26.

17. Βλ. χαρακτηριστικά αποσπάσματα: στο ίδιο, σ. 8, 35-36.

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/301.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

των σπορ, Ο λόγος περί γυμναστικής -του οποίου απλώς ένα πρώιμο τυπικό δείγμα είναι και ο Παγών-, και στην ελληνική περίπτωση όπως και γενικότερα, κατ' εξοχήν επικεντρώνεται στην κατασκευή της ανδρικής ταυτότητας, σε αντιπαράθεση προς το "θηλυκό", αναπαράγοντας ταυτόχρονα στο συμβολικό πεδίο τους κοινούς τόπους υπεροχής του "ανδρικού" και υποβάθμισης του "θηλυκού".

Αναδεικνύοντας αναμφίβολα τη σωματική αγωγή ως δημόσιο εγχείρημα, το ευρύτερο δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο της "γυμναστικής κοινότητας" στις παρυφές του σχολείου εγγράφει την αναγκαιότητα της συλλογικής εκγύμνασης στο πεδίο μιας σχέσης που συνδέει απευθείας το άτομο με την κοινωνία των πολιτών, απηχώντας ενδεχομένως το πνεύμα μιας επίλεκτης ανδρικής κοινότητας. Από την άλλη μεριά, γύρω στα μέσα του αιώνα, οι γιατροί, ως ιδιαίτερη συγκροτημένη "εστία" λόγου, ανανεώνουν το λόγο γύρω από τη νεοτερική γυμναστική, προβάλλοντας κυρίως την ιατρική-υγιεινή της διάσταση (και εκφράζοντας την προτίμηση τους προς τη σουηδική γυμναστική). Ο λόγος αυτός, αναδεικνύοντας την υγεία τόσο ως ατομική όσο και ως δημόσια υπόθεση, προϋποθέτει την αποδοχή μιας καθολικής ανάγκης σωματικής άσκησης, που αφορά δηλαδή όλους, ανεξαρτήτως φύλου η ηλικίας (μολονότι η έμφαση δίνεται στην παιδική ηλικία) και ανεξαρτήτως θεσμικού πλαισίου όπου αυτή υλοποιείται (εφόσον επισημαίνει πολλαπλότητα θεσμών: σχολείο, στρατός, δημόσια γυμναστήρια, ιδιωτική-ατομική εκγύμναση)18.

Κανένα ωστόσο από τα παραπάνω πρότυπα δεν φαίνεται να συλλαμβάνει επαρκώς την αποκλειστικότητα της σχέσης εκπαιδευτικός μηχανισμός και κανονικοποιημένη συλλογική εκγύμναση -συνεπώς και την τελευταία ως αναπόσπαστο στοιχείο του μηχανισμού αυτού-, αναγνωρίζοντας συνακόλουθα το κράτος ως κύριο υπεύθυνο για την αγωγή αυτή. Η ευθύνη αυτή θα προβληθεί με σαφήνεια όταν, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου δημόσιου διαλόγου που διεξάγεται το 1855-56 για την εκπαίδευση, διατυπώνεται -αν και περιθωριακά- το αίτημα να γενικευθεί η σωματική αγωγή σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Το αίτημα βασίζεται και εδώ σε δύο κομβικές έννοιες που έχουν ήδη τεθεί: την "αγωγήν των ελευθέρων" και το πατριωτικό αίσθημα. Ωστόσο, λεπτές αλλά ευδιάκριτες μετατοπίσεις και αντιστίξεις επαναπροσδιορίζουν το αιτούμενο: περισσότερο από έκφραση της θεμελιώδους αρχής της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και πνεύματος, περισσότερο κι από εγχείρημα που συνδέεται με την υγεία, η σωματική αγωγή προβάλλεται ως ουσιώδες στοιχείο της εθνικής και πολιτικής αγωγής· περισσότερο από την ατομική ωφέλεια, η σωματική αγωγή υπηρετεί

18. Βλ. λόγου χάριν, την αρθρογραφία του περιοδικού Ιατρική Μέλισσα (1855-1859) που εξέδιδε στην Αθήνα ο Αναστάσιος Γούδας.

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/302.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

"το συμφέρον της πολιτείας"' και αντίθετα με την υγιεινή η ιατρική γυμναστική, "φροντίζουσαν εν γένει περί της ευεξίας του σώματος του ανθρώπου", η γυμναστική "υπό έποψιν πολιτικήν και καθαρώς πατριωτικήν" επενεργεί επί του "σώματος του πολίτου"19, Συνεπώς η ανάπτυξη της σωματικής αγωγής δεν μπορεί να επαφίεται κατά προτεραιότητα στις ατομικές συνειδήσεις (η στο άθροισμα των ατομικών συνειδήσεων, δηλ. στην κοινωνία των πολιτών), αλλά πρέπει να αποτελεί υπόθεση της πολιτείας και άρα του εκπαιδευτικού ιδεολογικού μηχανισμού.

Αυτή η επιχειρηματολογία προβάλλεται για να στηρίξει επί της αρχής την αναγκαιότητα θεσμικής κατοχύρωσης και γενίκευσης της γυμναστικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η αρχή της γενίκευσης υπονομεύεται από την ίδια τη φύση των επιχειρημάτων που επιστρατεύονται: στην πολιτική αυτή σύλληψη της γυμναστικής, αναπαράγεται υπόρρητα η προνομιακή σχέση της τελευταίας με την ανδρική εκπαίδευση, δηλαδή τη μόρφωση των μελλόντων πολιτών, ενώ ελάχιστα απασχολεί, αν απασχολεί, η προσαρμογή της σωματικής άσκησης στην ιδιαιτερότητα της παιδικής ηλικίας.

Η νέα ευαισθητοποίηση στο ζήτημα της σωματικής αγωγής προβάλλει στο φόντο λόγων που θέτουν ζητήματα συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Η μια όψη των λόγων αυτών προβάλλει στερεότυπα την αλληλένδετη συμβολική σχέση σωμασκίας-ελευθερίας, και αντίστροφα "μαλθακής διαίτης"-δουλικής κατάστασης η "παρακμής" των εθνών20, Η διπλή αυτή συμβολική σχέση νομιμοποιείται με την ενεργοποίηση του αρχαιοελληνικού προτύπου, δηλαδή διά της προβολής σε ένα αναγνωρισμένο "εθνικό" παρελθόν: οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες της πόλης-κράτους, διά της κοινής πρακτικής της σωμασκίας, διαφοροποιούνταν από τους "εις βαρβαρικήν δυναστείαν υποτεταγμένους" ασιατικούς λαούς, επιρρεπείς προς την "αδράνειαν" και την ακινησία21. Είναι όμως εμφανής και η αντίστροφη πορεία: η προβολή του προγονικού προτύπου της φυσικής

19. Ο Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, στη βιβλιοκρισία του για το βιβλίο του Δ. Σ. Στρούμπου. Το μέλλον, ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως, Αθήνα 1854, επικρίνει τον τελευταίο επειδή δεν έθιξε καθόλου το ζήτημα της σωματικής αγωγής και αναπτύσσει χαρακτηριστικά τις παραπάνω απόψεις; Πανδώρα 5 (1854-1855) 526-527.

20. "[...] Και η αρχαία και η νεωτέρα ιστορία μας διδάσκει, ότι η έλλειψις της σωμασκίας και η μαλθακή δίαιτα παραλύουν και εκνευρίζουν και τάς σωματικάς και τάς ψυχικάς δυνάμεις των πολιτών· και ότι άνανδρον και εκνευρισμένον έθνος είναι ανεπίδεκτον γενναίων φρονημάτων και έλιευθέρων αισθημάτων, άνικανον επομένως ν' αποκτήση, η να διατηρήση και να υπερασπισθή τας αποκτηθείσας ελευθερίας του, και ότι τοιαύτα έθνη ογλίγωρα η αργά παρακμάζουν και καταστρέφονται": Λέων Μελάς, Γεροστάθης, Αθήνα 21860, σ. 63.

21. Βλ. ενδεικτικά: Ηροκλής Βασιάδης, "Περί γυμναστικής των Αρχαίων Ελλήνων", Ιατρική Μέλισσα 6(1858-1859)291,297.

Σελ. 302
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/303.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αγωγής στο παρόν· η υποβολή του, δηλαδή, στις ανάγκες συγκρότησης στοιχείων της εθνικής ταυτότητας στη βάση της διαφοροποίησης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προς την Ανατολή, η οποία περιβάλλεται με τις αρνητικές αυτές νοητικές παραστάσεις της μαλθακότητας η της αδράνειας, αντίπαλες προς την κίνηση, δηλ. την πρόοδο.

Η άλλη όψη του λόγου στον οποίο εγγράφεται η ευαισθητοποίηση απέναντι στη σωματική αγωγή των μελλόντων πολιτών επιμένει -σύμφωνα άλλωστε με τα νέα αιτούμενα- στην "ιδίαν εθνικήν αγωγήν", την οποία οφείλει να υπηρετεί το εκπαιδευτικό σύστημα: σαφώς διακριτή από την "γενικώς ανθρωπίνην", η εθνική αγωγή, χωρίς να συγχέεται προς τον "εθνικόν εγωισμόν", οφείλει να προαγάγει το εθνικό αίσθημα σε αντιπαράθεση προς τον επικινδυνότερο "κοσμοπολιτισμόν" και να έχει στόχο της τη μόρφωση "κοινού εθνικού χαρακτήρος", Η επίκληση του "γνήσιου" ελληνικού χαρακτήρα, της ελληνικής "καθαρότητος", σε αντιπαράθεση όχι πλέον μόνο προς την Ανατολή αλλά και προς τη Δύση, επικαλείται ταυτόχρονα την ορθόδοξη διάσταση της εθνικής ταυτότητας και το αρχαιοελληνικό προγονικό πολιτισμικό πρότυπο, προωθώντας όμως μια ιδέα αυτάρκειας του προτύπου αυτού έναντι του δυτικού πολιτισμού22. Στο ιδεολογικό αυτό πλαίσιο, η αναγκαιότητα ευαισθητοποίησης των Νεοελλήνων προς την σωμασκία δεν νομιμοποιείται ως μεταφορά ενός δυτικού θεσμού, αλλά, αντίθετα, ως συναίσθηση καλλιεργείας ενός "προγονικού καρπού". Έτσι, ο επιθυμητός "ελληνισμός των ηθών και των τρόπων" που ενεργοποιείται για να υπερασπίσει την εισαγωγή της παραταύτα δυτικοευρωπαϊκής γυμναστικής μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με έναν λόγο που διαβλέπει απειλή του "εθνικού χαρακτήρος" ακριβώς από την υιοθέτηση δυτικών προτύπων23. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο λόγος περί γυμναστικής λειτουργεί στο ιδεολογικό πλαίσιο κατασκευής της εθνικής ταυτότητας, σε αντιπαράθεση τόσο προς τον "ανατολικό" δεσποτισμό και σκοταδισμό όσο και προς τους "φράγγικους" συρμούς που απειλούν τα πατροπαράδοτα ελληνικά ήθη.

22. Στο ερώτημα από που θα πρέπει να αντλήσουν οι Έλληνες τας "πρώτας αυτών πολιτικάς και κοινωνικάς άρχάς", από την Ανατολή η από τη Δύση, στο ερώτημα "τί εστιν δηλονότι η Ελλάς, Ανατολή η Δύσις;", ο Φρεαρίτης απαντά χαρακτηριστικά στους "αγαθούς" που υποστηρίζουν τη μια η την άλλη θέση: "[...] η Ελλάς ουδ' ανατολή ουδέ δυσις εστίν, αλλ' εστί καθαρά καθαρωτάτη Ελλάς, και τον πολιτισμόν αυτής οφείλει εξ αυτής της Ελλάδος λαμβάνειν"' παραδεχόμενοι "οθνείον πολιτισμόν" και "χαίνοντες προς τα ελάχιστα των αλλοτρίων" οι Έλληνες παρίστανται "εκφυλισμένοι" στα μάτια των Ευρωπαίων και δεν δικαιούνται καθόλου ν' αγανακτούν "κατά του μισθωτού Φαλμεραΐρου": Φρεαρίτης, [Βιβλιοκρισία στον Δ. Σ. Στρούμπο], ο.π., σ. 529-530.

23. Βλ. χαρακτηριστικά τον πρυτανικό λόγο του Γεωργίου Μακκά, καθηγητή της ειδικής νοσολογίας: "Περί γυμναστικής του σώματος, ως μέρους της κατά τους αρχαίους τελείας παιδείας", Ιατρική Μέλισσα 3 (1855) 49-72.

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/304.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ως κύριο αιτούμενο της σωματικής αγωγής προβάλλει πλέον η μόρφωση φρονήματος· αιτούμενο που στην ελληνική περίπτωση δεν θα αναζητηθεί ακόμα στην αγωνιστική ούτε τόσο στην ενόργανη γυμναστική, αλλά στην πλέον πειθαρχημένη ομαδική εκγύμναση των στρατιωτικών ασκήσεων. Πεδίο πολιτικής διαπαιδαγώγησης και ταυτόχρονα μηχανισμός σφυρηλάτησης του εθνικού αισθήματος, η αλληλένδετη σχέση της γυμναστικής με τις στρατιωτικές ασκήσεις αναδεικνύεται ευρύτερα στο πλαίσιο των δυτικοευρωπαϊκών εθνικισμών του αιώνα. Στην ελληνική περίπτωση, η αρχή της "αγωγής των ελευθέρων" σε στενή συνάρτηση προς τον αλυτρωτισμό γρήγορα θεμελιώνουν ιδεολογικά μια προνομιακή και διαρκή σχέση ανάμεσα στο συγκεκριμένο αυτό είδος σωματικής άσκησης και στους στόχους με τους οποίους επενδύεται κατά προτεραιότητα η σωματική αγωγή: όπως θα υποδειχθεί χαρακτηριστικά (1856), η γυμναστική έπρεπε να εισαχθεί στη μέση ανδρική εκπαίδευση με την ειδική μορφή των στρατιωτικών ασκήσεων, καθώς "εις τας ελευθέρας πολιτείας πας πολίτης είναι φύσει στρατιώτης"24.

Κάθε άλλο παρά ελληνική ιδιοτυπία, οι λόγοι περί γυμναστικής αναδεικνύουν αυτή την άρση της διάκρισης μεταξύ πολίτη και στρατιώτη. Στους κόλπους μεταβαλλόμενων (και διαφορετικών εξάλλου) ευρωπαϊκών εθνικισμών κατά τον 19ο αιώνα, οι αμφίσημες δυναμικές της ταύτισης αυτής συνιστούν σημαντικό ζήτημα για την προσέγγιση του πλέγματος λόγων και πρακτικών που αξιοδοτούν τη σωματική αγωγή, σε δεδομένες συγκυρίες. Προκειμένου για την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1850 και στις αρχές του '60, περιόδου ώσμωσης του αλυτρωτισμού με ένα αντιδυναστικό-αντιαπολυταρχικό ρεύμα, περιόδου όπου επιπλέον εκκρεμεί ο ορισμός του πολίτη, θα μπορούσε να ευσταθεί το ερώτημα: η παραπάνω ταύτιση που αναδεικνύει ο λόγος περί γυμναστικής υπονοεί ένα σαφώς αυταρχικό πολιτικό πρότυπο η μήπως προσεγγίζει περισσότερο σε ένα έντονα βολονταριστικό αστικο-δημοκρατικό ιδεώδες του πολίτηπατριώτη, πάντοτε σε ετοιμότητα να υπερασπιστεί την πατρίδα και τις συνταγματικές αρχές; Στη συγκεκριμένη συγκυρία επανεμφάνισης του φιλελευθερισμού, μπορούμε ενδεχομένως να υποθέσουμε την ενεργοποίηση μιας περισσότερο "πολιτικής" εκδοχής του εθνικισμού -σε αντιπαράθεση προς το δεσποτισμό-, και τη συνακόλουθη διεκδίκηση της διπλής ιδιότητας του πολίτη-πατριώτη: αυτή τη διπλή ιδιότητα δεν εξέφραζε άλλωστε ως βασικό έρεισμα του φιλελευθερισμού η Εθνοφυλακή (και το ιδιαίτερο, αυτόνομο, τμήμα της, η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα), η οποία ως εξοπλισμός του έθνους Θεωρούνταν εγγύηση των δικαιωμάτων του λαού απέναντι στις αυθαιρεσίες της μοναρχίας25;

24. Αντώνιος Φατσέας, Σκέψεις επί της δημοσίας και ιδιωτικής εκπαιδεύσεως των νέων Ελλήνων [μέρος 2ο], Αθήνα 1856, σ. 44.

25. Αντώνης Λιάκος, "Οι φιλελεύθεροι στην επανάσταση του 1862. Ο πολιτικός σύλλογος

Σελ. 304
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/305.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Το ότι η συγκυρία της Επανάστασης του 1862 τερματίζει την ως τότε αδράνεια της πολιτείας στο αίτημα θεσμοποίησης της σωματικής αγωγής είναι ίσως ενδεικτικό της παραπάνω ιδεολογικο-πολιτικής δυναμικής. Με το ψήφισμα του Δεκεμβρίου 1862 "Περί εισαγωγής εν μεν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω της οπλασκίας εν δε τοις κατωτέροις εκπαιδευτηρίοις της γυμναστικής", η προσωρινή κυβέρνηση Βούλγαρη αναγκαζόταν να θεσμοποιήσει την Πανεπιστημιακή Φάλαγγα - ανοίγοντας ενδεχομένως το δρόμο για τον έλεγχο της· το ίδιο ψήφισμα αποτελούσε συγχρόνως τον πρώτο σταθμό στη διαδικασία θεσμοποίησης της γυμναστικής, στην προκειμένη περίπτωση στα δευτεροβάθμια σχολεία αγοριών26.

Ωστόσο, την παρέμβαση της επίσημης πολιτείας, η οποία εγκαινιάζεται, το 1862 και συνεχίζεται με κάμποσα νομοθετήματα περί σωματικής αγωγής την περίοδο 1871-77, συνοδεύει η μετεξέλιξη προς ένα σαφώς αυταρχικό πρότυπο: διαπιστώνουμε τη μονομερή ενεργοποίηση της αρχής της στρατιωτικοποίησης των ομαδικών ασκήσεων, όπου πλέον η ιδιότητα του πολίτη μοιάζει να απορροφάται από εκείνη του στρατιώτη. Στα σχετικά νομοθετήματα του 1871 δεν γίνεται πλέον λόγος για γυμναστική, αλλά μόνο για στρατιωτικές ασκήσεις, οι οποίες και αφορούν αποκλειστικά στη μέση ανδρική εκπαίδευση· παλαιότερη πράξη που ανέθετε στο διευθυντή και δάσκαλο του Δημόσιου Γυμναστηρίου της Αθήνας τη σωματική αγωγή των μαθητών αδρανοποιείται και η διδασκαλία των στρατιωτικών ασκήσεων ανατίθεται σε στελέχη του στρατού η του σώματος πυροσβεστών, ενώ το 1876 εισάγεται και η οπλασκία, με τον περίφημο "Στρατιωτικόν Κανονισμόν των Γυμνασίων"27. Το μνημείο αυτό αυταρχικής αγωγής υπερβαίνει τη διδασκαλία των στρατιωτικών ασκήσεων: σε βάρος της υπαρχούσας σχολικής οργάνωσης και ιεραρχίας εγκαθιδρύει ουσιαστικά ένα παράλληλο και αυτόνομο δίκτυο ιεραρχίας, επιτήρησης και πειθαρχίας της σχολικής ζωής συνολικά, με βάση καθαρά στρατιωτικά πρότυπα, μετατρέποντας κάθε σχολική μονάδα, με τους μαθητές και τους καθηγητές της, σε ένα σχεδόν παραστρατιωτικό σώμα. Εισάγει επιπλέον την αρχή της εξωσχολικής

"Ρήγας Φερραίος'", Μνήμων 8 (1980-1982) 19. Όπως επισημαίνει ο Α. Λιάκος η συγκρότηση της Εθνοφυλακής από τους επαναστατημένους πολίτες "αποτελούσε θεσμό με επαναστατική προέλευση και λαϊκή συγκρότηση, με καθήκον την περιφρούρηση της επανάστασης και την τήρηση της δημόσιας τάξης". Εξάλλου, η Εθνοφυλακή όπως και η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα ήταν δημοκρατικά οργανωμένες και οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί εκλέγονταν από τους ίδιους τους πολίτες.

26. Αντωνίου, ο.π., τ. 1, σ. 163-164 (τεκμ.18).

27. Τα παραπάνω νομοθετήματα βλ. στο ίδιο, τ. 1, σ. 188-189, 192-198 και 206-221 (τεκμ. 26, 29-31 και 37-38). Σημειωτέον ότι το 1877 διακόπηκαν οι στρατιωτικές ασκήσεις με μοναδική αιτία την αδυναμία του στρατού ν' αποσπά στελέχη του στην εκπαίδευση : στο ίδιο, 222 (τεκμ. 38).

20

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/306.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

επιτήρησης των μαθητών, ιδέα οικεία σε μια -έστω μικρή- μερίδα παιδαγωγών. Μολονότι ο "Στρατιωτικός Κανονισμός" δεν εφαρμόστηκε, το πνεύμα του εναρμονίζεται πλήρως με μια καθαρά σωφρονιστική αντίληψη περί αγωγής: λόγου χάριν, με προτάσεις που διατυπώνονται από παλαιότερα περί δημόσιας επιτήρησης των μαθητών διά του θεσμού των "παιδονόμων" η περί ιδρύσεως κρατικών σχολείων-οικοτροφείων, όπου ο εγκλεισμός των μαθητών θα υπηρετούσε αποτελεσματικότερα -κατά το "σπαρτιατικόν πρότυπον"- την ομοιομορφία της αγωγής, εξασφαλίζοντας πλήρως τον έλεγχο της πολιτείας, αλλά και την απρόσκοπτη πειθαρχική εξουσία των δασκάλων28. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντιλήψεις αυτές αξιοδοτούν την "σωμασκίαν" κυρίως ως εγχείρημα ελέγχου της νεανικής κοινωνικότητας, περιστολής και συγχρόνως κανονικοποίησης της απείθαρχης (αρσενικής) νεανικής φύσης, η οποία αναπαριστάται ως ασυμβίβαστη προς την έννοια της τάξης29,

Η ανάδειξη της σωματικής άσκησης σε κατεξοχήν παιδαγωγικό ενδιαφέρον και αντικείμενο συνδέεται αναμφίβολα με την ιδιαίτερη αξιολόγηση της παιδικής ηλικίας, μάλιστα δε της πρώιμης. Αν και είχε παλαιότερες βάσεις, όπως είδαμε, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πρώτη φροντίδα και αγωγή της προσχολικής ηλικίας στους κόλπους της οικογενείας και από τη "μητέρα-παιδαγωγό" μοιάζει να έχει πλέον συγκροτηθεί το 1860-70, στο πεδίο βεβαίως του λόγου των ειδικών, γιατρών και παιδαγωγών. Εξάλλου, το ίδιο γενικό κλίμα που αξιολογεί τον ιδιαίτερο ηθικοποιητικό ρόλο της οικογενείας επαναξιολογεί και το ρόλο του εκπαιδευτικού μηχανισμού για τη διάπλαση της παιδικής ηλικίας30.

28. Σε ό,τι αφορά την πολιτική δυναμική των απόψεων αυτών, είναι εύγλωττη η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται: λίγα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1862 και την κατοχύρωση της καθολικής ανδρικής ψήφου, ο εκπαιδευτικός Β. Φαρσής, προκειμένου να στηρίξει την πρόταση του για τον θεσμό των παιδονόμων γράφει ότι αν ο μαθητής "αφηνιάζων και πεφυσημένος διάγει εν τω σχολείω", τούτο οφείλεται στο ότι επαινέθηκε επίσημα η συμμετοχή των νέων στον αντιοθωνικό αγωνα· και καταλήγει: "Κακή μοίρα, η παρερμηνευθείσα έν ημίν ελευθερία εισδύει ακόλαστος και εις την μικροπολιτείαν των μαθητών· και όμως απλούστατος συλλογισμός αρκεί να πείση πάντα ότι την μαθητιώσαν νεότητα οφείλομεν να περιορίζωμεν εις πολίτευμα έστω και δυσανάλογον προς το πολίτευμα της ημετέρας χώρας, πολίτευμα εις αυστηράν τους νέους ύποβάλλον επιτήρησιν και ποινάς αναπόφευκτους". Βασίλειος Φαρσής, Η δημοσία παίδευσις και το διδασκαλικόν εν Ελλάδι, Πάτρα 1868, σ. 55 (η υπογράμμιση δική μου).

29. Βλ. ενδεικτικά: Γ. Θ. Παγών, Τρεις εκθέσεις δοθείσαι το 1862 Ιουλίου 31 εις το της Εκπαιδεύσεως υπουργείον, Αθήνα 1863, σ. 54 και Γεώργιος Μανούσος, Παιδαγωγική διαιτητική και παιδαγωγία, ήτοι οικιακός και σχολικός οδηγός προς παιδαγώγησιν αμφοτέρων των φύλων, Αθήνα 1884, σ. 192.

30. Βλ. σχετικά: Eleni Fournaraki, "Institutrice, Femme et Mère": Idées sur l'Education des femmes grecques en Grèce du XlXme siècle, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Université Paris Vu, Παρίσι 1992, σ. 200-231.

Σελ. 306
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 287
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1833-1862)

    ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΑΤΕΛΟΥΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

    ΜΗΝΑΣ A. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 

    Η μελέτη, αναφορικά με την εξέλιξη του σχολικού αθλητισμού κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου, που επιχειρείται στη συνέχεια, αποτελεί περισσότερο μια οριοθέτηση ενός ερευνητικού πεδίου, παρά μια εξαντλητική και από γνωστική άποψη σχετικά τελειωμένη διαπραγμάτευση.

    Διατρέχοντας τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία παρατηρεί κανείς ότι τόσο στην ιστορική έρευνα με αντικείμενο την εκπαίδευση, όσο και στις μεμονωμένες μελέτες που εντάσσονται στο χώρο της ιστορίας του αθλητισμού υπάρχει ένα εμφανές κενό πληροφόρησης για την περίοδο που εξετάζεται. Στο χάσμα αυτό πληροφόρησης προστίθεται με μερικές εξαιρέσεις και η απουσία επιστημονικής προσέγγισης στην ελληνική ιστοριογραφία του αθλητισμού, που προσδίδει στο μεγαλύτερο μέρος των εργασιών και άρθρων για τον αθλητισμό τον 19ο αι. ένα στενά δημοσιογραφικό προφίλ. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παραπάνω, αφηγηματικού και ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, αναφορών συνίσταται στο γεγονός, ότι επιχειρούν να τεκμηριώσουν την αθλητική εξέλιξη σαν αυτοδύναμη και ανεξάρτητη διαδικασία, μονωμένη από κάθε είδους κοινωνικοπολιτικές αξίες και θεωρήσεις. Όμως η αθλητική διαδικασία, και στην περίπτωση μας ο σχολικός αθλητισμός, εμπίπτει σε ένα πεδίο διαπλεκομένων κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών πολυπρισματικών διαδράσεων, που προκαθορίζουν τη δομική διαμόρφωση του, καθώς και τη λειτουργικότητα του και τους στόχους του. Η παραπάνω επισήμανση θα πρέπει να θεωρείται όχι μόνο ως βασική αρχή και θεώρηση για την κατανόηση και επιστημολογική μελέτη της σχολικής αθλητικής εξέλιξης, αλλά και ως αναλυτική προϋπόθεση για την επιστημονική σκέψη που θέλει να προσδιορίσει τις αιτιώδεις σχέσεις και το ρόλο που διαδραματίζουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή των θεσμικών πρακτικών.

    Ως εκ τούτου ο εισηγητής θα προσπαθήσει στη συνέχεια να αναλύσει τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιδιώξεων και προκριμάτων όπως και των υιοθετούμενων εκπαιδευτικών πρακτικών για την οργάνωση του σχολικού αθλητισμού, να εξετάσει την επίδραση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος στην