Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
 
Υπότιτλος:Ιστορική διάσταση και προοπτικές
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:19
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1989
 
Σελίδες:657
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ευρώπη
 
Χρονική κάλυψη:13ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Στους δύο τόμους του βιβλίου αυτού περιέχονται τα Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συμποσίου που διοργάνωσε το ΙΑΕΝ σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία.Ιστορική διάσταση και προοπτικές. Το Συμπόσιο έγινε στην Αθήνα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1987 και συνέπεσε με τον εορτασμό των 150 χρόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 22.49 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 377-396 από: 662
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/377.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

IVAN DJURIC

Υπερβολική φιλοδοξία θα μπορούσε να αποδώσει κανείς στον κάπως μακρό τίτλο της ανακοίνωσης αυτής, αν τον ερμήνευε διαφορετικά από μία ιδιότυπη διαγραφή άγραφης έρευνας. Ακριβέστερα, ειλικρινά θα επιθυμούσα να θεωρηθεί η συμβολή μου αυτή μόνο ως κίνητρο για εκείνο για το οποίο θα άξιζε, επίσης, τον κόπο να συλλογισθεί κανείς, τουλάχιστον από την οπτική γωνία του ιστορικού (που ασχολείται με την ιστορία στην πρακτική έρευνά της, στη διδασκαλία της και ειδικότερα ως βυζαντινολόγος και που αναρωτιέται κάποτε - κάποτε για το νόημα της τέχνης του) όταν γίνεται λόγος για την ιδεολογία και τον πολιτισμό.

Τη λέξη «πανεπιστήμιο» παρέλειψα σκόπιμα, μολονότι υπάρχει στην πρώτη σειρά της πρόσκλησης σ' αυτήν εδώ τη συνάθροισή μας, στην Αθήνα. Όχι γιατί τη θεωρώ ακατάλληλη αλλά γιατί είναι, κάνοντας «οικονομία» στις λέξεις, περιττή στην πλοκή εννοιών όπως «ιδεολογία» και «πολιτισμός», αφού συχνότατα είναι συνυφασμένη μ' αυτές ή συμπληρωματική. Έτσι τουλάχιστον είναι σ' όλες τις «δυτικές» (με την έννοια του Toynbee) σύγχρονες κοινωνίες. Εξ άλλου, αμφιβάλλοντας για λόγους αρχής για τις μεγάλες αρετές του σημερινού πανεπιστημίου ως αποφασιστικού και φερέγγυου εκπαιδευτικού και επιστημονικού κέντρου (αλλά χωρίς ν' αμφισβητώ σε καμία περίπτωση την εξαιρετική του σπουδαιότητα), οπωσδήποτε δεν είμαι από εκείνους που απλούστατα θα ήθελαν να το καταργήσουν. Θα προτιμούσα να περιμένω υπομονετικά να χαθεί το πανεπιστήμιο, μόνο του, από «φυσικό θάνατο» —για να επικαλεσθώ σχετικό διανοουμενίστικο αστείο απ' το Παρίσι πριν από 20 χρόνια. Όμως, ώσπου να συμβεί αυτό, το αντιμετωπίζω ως αναγκαία πραγματικότητα. Μια και ρέπω προς την ιστορική σκέψη αναζητώντας ιστορικές αναλογίες, στην κάθε σχετική θεώρηση εμπλέκω και ενθυμήσεις από το παρελθόν και την εξέλιξη αυτού του θεσμού.

Σελ. 377
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/378.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Εδώ, ανεξάρτητα από τις προσωπικές υποτιθέμενες μεσαιωνολογικές προτιμήσεις, μου φαίνεται ότι για την ενασχόληση με το περιεχόμενο του σημερινού πανεπιστημίου δεν ωφελούν άμεσα γνώσεις για τη μορφή και το χαρακτήρα της Σορβόννης ή του Πανεπιστημίου της Πάδουας στο μεσαίωνα, ή, αντίστοιχα, της Μεγάλης Σχολής (Πανδιδακτηρίου) της Κωνσταντινούπολης, για να μην αναφέρω άλλα. Μη αμφισβητώντας την ιδεολογική και πολιτισμική συνοχή που υπάρχει ανάμεσα σ' αυτά, εκεί όπου επέτρεψαν αυτό οι ιστορικές συνθήκες, το σημερινό πανεπιστήμιο στηρίζεται πρωταρχικά στις ιδέες της σύγχρονης εποχής ή ακριβέστερα στις ιδέες και τις κοινωνικές ανάγκες των κρατών του 19ου αιώνα, μιας εποχής δηλαδή που, λίγο - πολύ, την έχουμε περάσει. Εν τω μεταξύ, από βασική πηγή διαμόρφωσης ολιγάριθμης αλλά με σχετική αντικειμενικότητα συγκεντρωμένης "ελίτ", με σίγουρο και ούτως ειπείν με κρατική εγγύηση καθορισμένο μέλλον στην υπηρεσία των αρχών της κοινωνίας εκείνης της εποχής, το πανεπιστήμιο μεταβλήθηκε βαθμιαία σε πρότυπο δημοκρατικών ή και δημαγωγικών γλυκασμών που προσφέρει η πλειονότητα των κρατών της σύγχρονης Ευρώπης· καλύτερα θα ήταν να μην υπενθυμίσουμε με την ευκαιρία αυτή τις δυνατότητες που λιγότερο ή περισσότερο ανοικτές οι θύρες των πανεπιστημίων προσφέρουν σε πολλές κυβερνήσεις να επιδράσουν όσο είναι δυνατό στη δημογραφική έκρηξη, στην εθνική χειραφέτηση ή, για παράδειγμα στην Γιουγκοσλαβία, στην αναβολή του πλήγματος της μαζικής ανεργίας των νεότερων γενεών.

Φυσικά, όσα έχουν ειπωθεί δεν είναι τίποτε άλλο παρά συλλογή "κοινών τόπων" από τους οποίους αποτελείται κάθε παρουσίαση που φιλοδοξεί να είναι αμερόληπτη με κάθε μέσο. Όμως, μόλις ένα τέτοιο πανεπιστήμιο, επινόηση της σύγχρονης εποχής και της θέσης της σχετικά με τη δημοκρατία, πολυάριθμο από την άποψη των ομήρων του και συχνά στείρο αναφορικά με τις εργασίες και τις γνώσεις που απαιτεί απ' αυτούς, λίγο "προλεταριοποιημένο" θα έλεγαν οι πιστοί του Marcuse, μπορούσε ν' αντικαταστήσει την αρχαία αγορά, τον ιππόδρομο, το δρόμο και την εκκλησία ακόμη, εστία δηλαδή ευρύτερων κοινωνικών ζυμώσεων, ενθουσιασμών και διαδικασιών. Γι' αυτό, ούτε με την επανάσταση του '68 ούτε με την πρόσφατη παρισινή του '86, ανεξάρτητα από τι σκέφτεται κανείς γι' αυτές, ανάλογα με τα αντανακλαστικά της ιστορικής συνείδησης, δεν χρησιμοποιούνται εισαγωγικά, είτε πρόκειται (όπως στην πρώτη περίπτωση) για ιδιότυπο τέλος, ή αντίστοιχα (όπως στη δεύτερη) για αναγγελία νέας ιστορικής διήγησης.

Συνεπώς, το "μαζικό" πανεπιστήμιο, αναμφισβήτητα υποτιμώντας την αξία των γνώσεων που προσφέρει, δεν είναι πια ούτε πάνω ούτε έξω από το "σχολείο", δηλαδή εκείνη την αλυσίδα θεσμοθετημένων μορφωτικών και παιδαγωγικών υπηρεσιών για τις οποίες ενδιαφέρονται το κράτος, το έθνος,

Σελ. 378
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/379.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

η κοινωνία, ακριβέστερα εκείνοι που έχουν δυνατότητα εν ονόματι αυτών να διατυπώνουν και να επιβάλλουν κοινές ανάγκες. Παρενθετικά, με την πεποίθηση ότι η ετερογένεια των πηγών της μόρφωσης πρέπει κατά κανόνα να είναι γόνιμη, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε και το δεδομένο ότι, όσο είναι κάπου εμφανέστερη η τάση να διατηρήσει το σχολείο τη θέση του αποκλειστικού ή επίσημα δοκιμασμένου πληροφοριοδότη, τόσο είναι υπερτροφικότερος ο καταστρεπτικός ρόλος της δήθεν παιδαγωγικής επιστήμης στην υπηρεσία της προκαθορισμένης μαζικής μονολιθικής θεώρησης του κόσμου.

Όμως, χρησιμότερο είναι να γυρίσουμε στο πανεπιστήμιο που βρίσκεται στην απόληξη της αλυσίδας που αναφέραμε, διαφέροντας από το κλασικό σχολείο ακόμη μόνο (ή ακόμη και σήμερα) δυστυχώς με το όχι σπάνια επιβαλλόμενο καθήκον να ασχολείται παράλληλα και με την επιστήμη. Αυτή η επιστημονική αυθεντία (στην οποία πρέπει να προστεθεί και εκείνη η δημόσια αυθεντία πολλών εκπροσώπων του) φαίνεται σήμερα αποφασιστική για την παιδαγωγική αποστολή του. Γιατί, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι το σχολείο (εδώ περιλαμβάνεται και το πανεπιστήμιο) από πολύν καιρό πια δεν έχει το μονοπώλιο στη γένεση και εμπλουτισμό αυτού που λέγεται σύνολο γνώσεων που διαθέτει είτε το παιδί είτε κάποιο ώριμο άτομο. Ένα από τα λογικά συμπεράσματα που θα μπορούσε να προκύψει απ' όσα έχουν λεχθεί, θα ήταν, στο μέτρο που εξαρτάται απ' αυτούς τους ίδιους, οι καθηγητές να βγαίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο από το πανεπιστήμιο όχι στο δρόμο, αλλά παντού όπου υπάρχει η δυνατότητα για την επίδραση στην κοινωνική συνείδηση και την παιδεία —από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έως τη λεγόμενη «πολιτική» (κάθε ομοιότητα με τον Πλάτωνα είναι τυχαία: αυτός πίστευε στους φιλόσοφους και όχι σε επιστήμονες και καθηγητές), παρά το ότι κάτι τέτοιο, για πολλούς απ' αυτούς, θα ήταν η ανάξια ή απρόσιτη περιπέτεια. Για να τελειώσουμε παρόμοιες, αναγκαία απλουστευμένες σκέψεις για το σημερινό πανεπιστήμιο, νομίζω ότι είναι τελικά χρήσιμο να θυμηθούμε και ετυμολογικά τεχνάσματα. Μ' άλλα λόγια, όλα όσα έχουμε εκθέσει επιβεβαιώνουν σχεδόν οι διάφοροι όροι που, τη σύγχρονη εποχή, σημαίνουν αυτό το ίδρυμα. Ακούσια, και το νεοελληνικό «Πανεπιστήμιο» και τα παράγωγα από το «universitas» και, για παράδειγμα, το κροατικό «sveuciliste» (Πανδιδακτήριον) απεικονίζουν τις προσδοκίες, τις παρεξηγήσεις και τις πλάνες σχετικά με εκείνο που στο Βυζάντιο του 11ου αιώνα, αν και με πολύ αλλαγμένο περιεχόμενο, ονομαζόταν απλούστατα «Μεγάλη Σχολή» και ίσως (τουλάχιστον από την άποψη της ορολογίας) ήταν ακόμη πλησιέστερο προς το σύγχρονο πανεπιστήμιο.

Για να μην επιμείνω αποκλειστικά σε γενικές διαπιστώσεις, θα τολμούσα να μιλήσω και για κάποιες συγκεκριμένες και αχρησιμοποίητες δυνατότητες χρήσης (αλλά και κατάχρησης) της δικής μου πανεπιστημιακής

Σελ. 379
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/380.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

επιστήμης. Ως προς την καταγωγή και την παιδεία από τα Βαλκάνια, προς στιγμήν διαμένοντας σ' αυτήν την χερσόνησο, εννοείται αφ' εαυτού ότι είμαι και προδιατεθειμένος ν' ασχολούμαι μ' αυτά. Συγκεκριμένα, το πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου (απ' όπου προέρχομαι) είναι ένα από τα αρχαιότερα ιδρύματα για τα βαλκανικά δεδομένα. Τον πυρήνα του από την αρχή (ας πούμε από το 1863) αποτελούσε η Φιλοσοφική Σχολή, της οποίας, πάλι, ο άξονας και με το μεγαλύτερο κύρος τομέας της ήταν το μεγάλο ιστορικό τμήμα. Στη σειρά εδρών του Τμήματος προστέθηκε το 1906 και το Βυζαντινολογικό Σπουδαστήριο, το πρώτο κέντρο βυζαντινών σπουδών σ' αυτήν την γωνιά του κόσμου. Εδώ πρέπει, παρενθετικά, να προστεθεί ότι τόσο τα κριτήρια, όσο και η μεθοδολογία της ιστορικής σχολής του Βελιγραδίου αναπτύχθηκαν αρχικά, και μάλιστα κατά τον πληρέστερο τρόπο, ακριβώς στον τομέα των μεσαιωνικών ερευνών. Από τις ιδιότητες που είναι, όχι μόνο στα Βαλκάνια, σπάνιες, και που διέκριναν τους ιστορικούς που πλάσθηκαν στο Βελιγράδι, δύο μόνο φαίνονται εξαιρετικά επαινετές. Εννοώ, δηλαδή, την προσπέλαση στην έρευνα της εθνικής ιστορίας που απαιτούσε όσο το δυνατό περισσότερη ανάλυση σε διεθνή πλαίσια. Αυτό πρέπει να εξαρθεί, παρά τις γνωστές και ευνόητες κατά καιρούς λανθασμένες εκτιμήσεις των επιδράσεων μερικών ξένων παραγόντων στη σερβική ιστορία. Εξ άλλου, έτσι και φθάσαμε στην επίγνωση ότι είναι δύσκολη η ανακάλυψη του εθνικού παρελθόντος και παρόντος χωρίς τη διείσδυση στο για μακρό χρονικό διάστημα εγκαταλειμμένο «σκοτεινό βιλαέτι» του βυζαντινού κόσμου, της βυζαντινής πολιτισμικής κληρονομιάς. Από την άλλη πλευρά, μέχρις ενός σημείου και αναγκαία, υπήρξε άρνηση, ασυνήθιστα επίμονη για τα βαλκανικά δεδομένα, να υπηρετεί η ιστοριογραφία, πολιτικούς και ψευδοπατριωτικούς σκοπούς. Αυτός ο αντιρομαντισμός που, επίσης, δεν είναι σωστό να του δίνουμε υπερβολικές διαστάσεις, κάποτε-κάποτε σε συγκρούσεις με την κοινή γνώμη, γνώριζε και υπερβολές προς την άλλη κατεύθυνση, αλλά όμως, στην τελική έκβαση, αποδείχθηκε έντιμος και αξιοσέβαστος και διαφύλαξε την επιστήμη ακόμη και στις εποχές που απαιτούσαν αξιωματικά ιδεολογική ομοφωνία. Παρόμοιοι έπαινοι, βέβαια, δεν μειώνουν την από μεθοδολογική άποψη εμμονή στην παράδοση, τη φοβία από τη διεπιστημονική έρευνα ή τη θεώρηση του παρελθόντος στο σύνολό του (για να μη αναφερθεί και η υπερβολική παρουσία θετικιστικής προσπέλασης, ή, κάτι ακόμη χειρότερο, θετικιστικού μαρξισμού). Συνέπεια αυτών είναι η ανεπάρκεια γνώσεων και ενδιαφέροντος για να τεθούν νέα ζητήματα του παρελθόντος. Ίσως πρέπει ν' αναφερθεί ότι, παραδειγματικά, η ιστορική δημογραφία, επιστήμη για την οποία κυριολεκτικά βοά ο γιουγκοσλαβικός χώρος, στην πράξη ακόμη δεν έχει καταλάβει την ανάλογη θέση στη διαμόρφωση των ιστορικών του Βελιγραδίου, και οι λόγοι γι' αυτό μόνο μερικά μπορούν ν' αναζητηθούν στην ιδεολογία.

Σελ. 380
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/381.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Παρόμοια συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν και αν η σειρά των χρονολογιών και ονομάτων από τα οποία βρίθει κάθε σχολικό εγχειρίδιο είχε "σπιλωθεί" με τον ισχυρισμό, ότι, ας πούμε, η απόφαση της 4ης Συνόδου του Λατερανού του 1215 (πρόκειται για το παράδειγμα τόσο προσφιλές στους Michel Foucault και Jacques Le Goff) σύμφωνα με την οποία καθιερώθηκε για όλους τους καθολικούς η υποχρεωτική εξομολόγηση μια φορά το χρόνο, ως προς τις συνέπειές της στη συλλογική συμπεριφορά της ευρωπαϊκής Δύσης μπορεί νόμιμα να συγκριθεί με τις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις. Και τι θα γινόταν, μάλιστα, όταν, για την κατανόηση της ιδεολογίας της "Τρίτης Ρώμης" στην περιβολή του πολιτικού προγράμματος της Ρωσίας του Στάλιν, δινόταν η προτεραιότητα στον "Ιβάν τον Τρομερό" του Άιζενσταϊν, πηγή όχι για τον 16ο αλλά για τον 20ό αιώνα; Όμως, θα ήταν σκοπιμότερο να χαλιναγωγηθεί εδώ η φαντασία. Σε κάθε περίπτωση, βέβαιο είναι ότι, πίσω από την τολμηρότητα τέτοιων υποθέσεων, κρύβεται στην ουσία η αλλαγή που έγινε στην εποχή μας (όχι για πρώτη φορά στην ιστορία της ιστορίας), που απλά μπορεί να διατυπωθεί ως η υποχώρηση της θεωρητικής σκέψης σε σχέση με την ιστορική και που οδήγησε τους ιστορικούς να γίνουν είτε "προφήτες" είτε παρηγορητές. Για να μην επιμένουμε σε ιστορικές αποκαλυψιακές αναλογίες, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στη βάση του προβλήματος βρίσκεται η ανυπαρξία σύγχρονων θεωρητικών εξηγήσεων με τις οποίες σήμερα, καθώς τελειώνει ο 20ός αιώνας, θα ήταν εφικτή η κατανόηση της πραγματικότητας και η (λανθασμένη ή σωστή) πρόβλεψη του μέλλοντος. Γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, οι θεωρίες που εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ταπεινό εποικοδόμημα του τρόπου σκέψης του περασμένου αιώνα. Από τον αιώνα αυτόν προέρχεται και η θετική "θετικιστική" κληρονομιά στην ιστοριογραφία, καθώς και προσπέλαση στη λεγόμενη αντικειμενική, ουδέτερη και αιώνια, "ιστορική αλήθεια".

Δηλαδή, εάν ο Θεόδωρος Μετοχίτης, κωνσταντινουπολίτης διανοούμενος των αρχών του 14ου αιώνος, μπορούσε να νομίζει ότι η έρευνα του ανθρώπινου λογικού, ή του θεοκτίστου κόσμου, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τη χριστιανική πίστη, αρνούμενος συγχρόνως να αχολείται με το άκτιστον, ή με ό,τι δεν είναι καρπός του ανθρώπινου νου παρά της πίστης που θεμελιώνει τη μόνη και μοναδική αιώνια αλήθεια, τον ίδιο το Θεό, η σύγχρονη ιστοριογραφία, δυστυχώς, δεν μπορεί να αφήσει το δικαίωμα αυτό σε κάποιον αλάνθαστο κριτή. Όταν το προσπαθεί ή εξαναγκάζεται σ' αυτό, αναιρεί το το ίδιο της το νόημα. Την ιστορική μεθοδολογία σήμερα, μεταξύ των άλλων, επιβαρύνουν ιδιαίτερα οι παγίδες κρίσεων αξιών, μετά η επιμονή σε "νομοτέλειες" της κοινωνικής εξέλιξης και ο ιδιότυπος τρόμος στην αναζήτηση, με κάθε τρόπο, των επιμέρους αιτιών και αφορμών ορισμένων ιστορικών γεγονότων. Αυτά είναι "κοινοί τόποι" σε κάθε σχολικό εγχειρίδιο, και 

Σελ. 381
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/382.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

προέρχονται από την τυφλή εμπιστοσύνη στο φετίχ του θετικού δεδομένου. Τη λέξη «νόμος», τόσο προσφιλή στην εποχή του, απέφευγε και ο Καρλ Μαρξ, χρησιμοποιώντας τον όρο «νομοτέλεια», με τον οποίο επιθυμούσε να σχετικοποιήσει την αιτιοκρατία της θετικής σκέψης της εποχής του. Σήμερα, όμως, η σύγχρονη φυσική είναι περισσότερο διατεθειμένη να χρησιμοποιεί θεωρίες ή υποθέσεις παρά νόμους, μολονότι γι' αυτήν την αλλαγή η «θετική» θεωρητική επιστήμη, όπως πολύ σωστά θεωρείται η ιστορία, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα. Όμως, αν δεν είναι παράξενο το ότι ο άνθρωπος του 19ου αιώνος (και ο Μαρξ έζησε σ' αυτόν τον αιώνα) ήταν εντυπωσιασμένος με το «νόμο», σήμερα αυτό αποτελεί αναχρονισμό. Όσα έχουν ειπωθεί, καθώς και όσα παρέλειψα για να μη σας κουράσω, μπορούν να επιβεβαιωθούν με αναρίθμητα τετριμμένα επιχειρήματα: το εάν ο ιστορικός πει ότι στις 29 Μαΐου 1453 έγινε η «πτώση» ή η «κατάκτηση» (ή ακόμη και η «απελευθέρωση» ) της Κωνσταντινούπολης, εξαρτάται, όπως και ο ορισμός της «διεθνιστικής αποστολής» ως κατάκτησης ή «αδελφικής βοήθειας», ή της συνθηκολόγησης ως «καμπής», από την οπτική γωνία. Επίσης, σχετικά με την «αιτία» και την «αφορμή», οι ερμηνείες σύμφωνα με τις οποίες οι δυτικοευρωπαίοι ιππότες πήγαιναν στις σταυροφορίες αναζητώντας τη συνεχώς αναγκαία γη, λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης στην Ευρώπη, λόγω της θέλησης του Πάπα να συγκεντρώσει την εξουσία, για να σταματήσω εδώ, θα ήταν ανεπαρκείς αν δεν είχε πρωταρχικά τονισθεί ότι κίνητρο των σταυροφοριών ήταν πραγματική θρησκευτική έξαρση (από την άποψη των συγχρόνων τους, οι δικές μας οι ερμηνείες θα ήταν εντελώς ακατανόητες). Αυτά για την κριτική της αυτοαποκαλούμενης μαρξιστικής ιστοριογραφίας, στην οποία, καθώς και στην κριτική της επιφανειακά άτρωτης συνολικής μαρξιστικής θεωρίας, ρέπουν πριν απ' όλους οι ίδιοι οι μαρξιστές, εννοείται, εκείνοι απ' αυτούς που είναι πρόθυμοι να ομολογήσουν την ύπαρξη «μαζοχιστικών» στοιχείων. Κι αυτά, επίσης, για την ιστορική αλήθεια.

Τελικά, επειδή όλο το χρόνο γίνεται λόγος για σχετικότητες, ας λεχθεί και κάτι και για τις ωφέλιμες εκμεταλλεύσεις της ιστορίας, με την προειδοποίηση ότι και η δικαίωσή τους (για να μην πω «αλήθευσή» τους) εξαρτάται από το βαθμό της μετατόπισης των επιστημονικών γνώσεων, ακριβέστερα το είδος των ζητημάτων που θέτει στον εαυτό της κάθε επιμέρους εποχή γιατί της λείπουν ακριβώς ορισμένες απαντήσεις για αυτοερμηνεία. Γι' αυτόν το σκοπό, να και πάλι παράδειγμα από τα Βαλκάνια που θίγει τις λεγόμενες «εθνογενέσεις». Όπως ξέρουν πολλοί από τους παρόντες, το να είναι κανείς Γιουγκοσλάβος για την πλειονότητα των Γιουγκοσλάβων είναι ένδειξη υπερεθνικής συνείδησης, υπερεθνικού πατριωτισμού ή τουλάχιστον ιθαγένειας. Εδώ, και μόνο εδώ, η γιουγκοσλαβική φιλοπατρία παραλληλίζεται με την αίσθηση της υπερεθνικής σύνθεσης των Βυζαντινών που εκφράζεται με τον

Σελ. 382
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/383.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

όρο "Ρωμαίοι". Η σύγχρονη Γιουγκοσλαβία, προσπαθώντας πρωταρχικά στον ίδιο της τον εαυτό και στις νεότερες γενεές της να δικαιολογήσει με ιστορικά επιχειρήματα την αναγκαιότητα της γένεσης και ύπαρξής της (πράγμα που, εξάλλου, αποτελεί καθήκον της σχολικής χρήσης της ιστορίας σε κάθε εθνικό, κρατικό ή κοινωνικό πρόγραμμα μόρφωσης και εκπαίδευσης), με ευκολία απαρνείται ένα γεγονός που είναι προς όφελος αυτής της ίδιας, παρ' όλο που αυτό θα μπορούσε να την ωφελήσει περισσότερο από πολλά άλλα. Στην άγνοια αυτή ενυπάρχει και η μέχρι πρόσφατα ημιεπίσημη έλλειψη εμπιστοσύνης προς ό,τι συνδέει τους νότιους Σλάβους χωρίς να ανήκει στην ιστορία των νεότατων χρόνων, αλλά σε πολύ περισσότερο βαθμό και η ανεπαρκής ενημέρωση των ίδιων των ιστορικών για τα αποτελέσματα της έρευνας που δεν βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της στενής τους ειδικότητας. Φυσικά, εκούσια δεν επιμένω στο φαινόμενο ότι κάπου-κάπου στη Γιουγκοσλαβία -πρόκειται για ομοσπονδιακή χώρα με οκτώ επιμέρους εθνικά σχολικά προγράμματα και ποιος ξέρει πόσα παράλληλα ισχύοντα διαφορετικά εγχειρίδια για τις ίδιες εποχές- είναι για τους μαθητές εξαιρετικά δύσκολο να εξηγήσουν στους ίδιους τους τους εαυτούς την αναγκαιότητα της χώρας αυτής, τέτοιας που είναι, εφόσον στη διδασκαλία επίμονα τους εκφέρεται η αποδεικτική θέση για το έτος 1918, ως "αρνητική" χρονολογία (πρόκειται για το έτος της ίδρυσης της Γιουγκοσλαβίας).

Δηλαδή, το παράδειγμα που διάλεξα αφορά τη έλευση και εποίκηση των Σλάβων στη βαλκανική χερσόνησο. Αντίθετα με πολλές παραστάσεις για την έλευση αυτή, οι βυζαντινολόγοι σήμερα στην πλειονότητά τους πιστεύουν ότι, τουλάχιστον βάσει των ειδήσεων των ιστορικών πηγών, υπήρξαν δύο εποικήσεις των Σλάβων στη Βαλκανική. Κατά τη πρώτη, για τη οποία μπορεί να γίνει λόγος (όταν πρόκειται για μόνιμη εποίκηση) μόνο από τις αρχές του 7ου αιώνος, οι Σλάβοι διήλθαν τα βυζαντινά σύνορα κυρίως από τον κάτω ρου του Δούναβι, στις αριστερές όχθες του οποίου διέμεναν μέχρι τότε. Διασκορπίσθηκαν καθ' όλο το πλάτος του εσωτερικού της Χερσονήσου και έφθασαν προσωρινά ως τα νότια άκρα της και αντίστοιχα ως την βόρεια ενδοχώρα της Αδριατικής. Αν γίνεται λόγος για εθνογενέσεις (αναφέρω τον όρο αυτό πάντα με λίγο ειρωνική διάθεση), απόγονοι των Σλάβων αυτών πιθανότατα πρέπει να είναι οι κάτοικοι δύο τμημάτων της Γιουγκοσλαβίας, απομακρυσμένων το ένα από το άλλο και από πολιτισμική και από οικονομική άποψη, της Σλοβενίας και της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Αυτές οι δύο γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες, από τη θεώρηση της γεωγραφίας, ορίζουν και τα όρια της χώρας αυτής στα βορειοδυτικά και τα νότια. Ανεξάρτητα από το τι σκέπτονται οι Σλοβένοι και οι κάτοικοι της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας οι μεν για τους δε, από τις ιστορικές πηγές εξάγεται αυτό το συμπέρασμα, όπως, από την άλλη πλευρά, το "Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν" του Κωνσταντίνου Ζ' του 

Σελ. 383
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/384.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Πορφυρογέννητου (βασική πηγή για την εποίκηση και πρώιμη ιστορία των Σέρβων και των Κροατών) αδιαμφισβήτητα μας πληροφορεί πως δύο μεγάλα, γειτονικά, που συχνά συγκατοικούν ίδιες περιοχές, αντίπαλα νοτιοσλαβικά έθνη, οι Κροάτες και οι Σέρβοι, έφθασαν στα Βαλκάνια λίγες δεκαετίες μετά την πρώτη μετοίκηση των Σλάβων στη χερσόνησο. Έφθασαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Ηράκλειου, αλλά από περιοχή εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον κάτω Δούναβη, όπως αναφέρεται, ως διαμορφωμένα έθνη με τα εθνικά τους ονόματα (πρόκειται, να μη λησμονούμε, για στοιχείο για τον 7ο αιώνα αλλά από τον 10ο). Στο «Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν» λέγεται και ότι οι Κροάτες και οι Σέρβοι, που μοιάζουν μεταξύ τους, ήταν γείτονες και στην πρωταρχική τους κοιτίδα ακριβώς όπως και στα Βαλκάνια. Για να μην υπεισέλθω με την ευκαιρία αυτή στο πρόβλημα των μη σλαβικών στοιχείων στην εθνογένεση των Κροατών και των Σέρβων, πρέπει ν' αναζητηθεί η πατρίδα τους στο χώρο της σημερινής νότιας Πολωνίας, της δυτικής Τσεχοσλοβακίας και «στη γειτνίαση της Φρανγκίας, Βαυαρίας και Ουγγαρίας του 10ου αιώνα». Δηλαδή, για το Σλοβένο συγγενέστερος πρέπει να είναι ο μακρινός του κάτοικος της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας από τον Κροάτη (με τον οποίο τον συνδέουν ομοιότητες στις μεταγενέστερες ιστορικές τύχες), ενώ για το Σέρβο (ανεξάρτητα από τους άδοξους ανταγωνισμούς του πρόσφατου παρελθόντος, τις πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές) δεν θα υπήρχε πλησιέστερος Γιουγκοσλάβος από τον Κροάτη. Από τη σκοπιά της ιστορίας, ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της Γιουγκοσλαβίας μέσα στα σημερινά της σύνορα δεν θα μπορούσε να υπάρξει απ' αυτό. Υπενθυμίζω μόνο ότι μιλάω όχι για ερωτηματικά που, εξ ορισμού, προϋποθέτει κάθε επιστημονική έρευνα, αλλά για παιδαγωγικά χρήσιμες μικρές εκμεταλλεύσεις της ιστορίας.

Όμως, εκείνο που δεν είναι ούτε καν μικρή εκμετάλλευση της ιστορίας, θα ήταν να εστιάσω την προσοχή σας στον πολύ σκεπτικισμό που πρέπει να συνοδεύει την κάθε ενασχόληση με τις εθνογενέσεις. Ανήκω σ' εκείνους για τους οποίους, ως κριτήριο στη σύνδεση επιμέρους εθνικών ομάδων, σημαντικότερο είναι το εάν αυτές ανήκουν στην ίδια πολιτισμική σφαίρα από την ετερογένεια της καταγωγής. Γι' αυτό και ισχυρίζομαι ότι στη συλλογική νοοτροπία μεγάλου μέρους των Γιουγκοσλάβων είναι σήμερα, από άποψη πολιτισμική, οι κάτοικοι της Μεσογείου (με την ευρύτατη έννοιά της) παρά οι από γλωσσική σκοπιά συγγενείς της σλαβικής εθνογένεσης στην Τσεχοσλοβακία, Πολωνία και Ρωσία. Το μίσος και η αγάπη ως κατηγορίες δεν είναι σπουδαίες γι' αυτό το συμπέρασμα. Για μια τέτοια «πολιτισμική» εσωτερική επικοινωνία, όπως αποδεικνύουν οι ασχολούμενοι με την κοινωνική γλωσσολογία, ούτε και η συμβατική γλώσσα δεν έχει σπουδαία αξία. Όμως, για να μην μακραίνω με παραδείγματα από, ας πούμε, τις σχέσεις της Ιταλίας με την «πραγματική» δυτική Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο ή από εκείνο που

Σελ. 384
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/385.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

λεγόταν «lingua franca», τη θέση των κατοίκων της Μασσαλίας αναφορικά με την μητρόπολή τους και κάποιον πολίτη ενός Αλγερίου. Μάλιστα δεν έχω την πρόθεση να ανασύρω θεωρίες για την αρχαία βαλκανική ιδιαιτερότητα, που ενισχύεται από το γεωγραφικό ανάγλυφο της χερσονήσου. Απλούστατα, τα σύγχρονα έθνη και κράτη δημιουργήθηκαν την εποχή που περισσότερο πίστευε στο κριτήριο της εθνογένεσης παρά σ' εκείνο της πολιτισμικής συγγένειας. Είχε ηττηθεί ένας τρόπος σκέψης. Σ' αυτόν ανήκε κι ένας Ρήγας Βελεστινλής. Μου φαίνεται ότι δεν θα ήταν ανώφελο τώρα, όταν ασχολούμαστε με τις εκπαιδευτικές εκμεταλλεύσεις του παρελθόντος, να αφιερώσουμε περισσότερη προσοχή και σ' ένα τέτοιο πρότυπο. Θα συνέβαλλε αυτό στην κατανόηση ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς.

Σελ. 385
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/386.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 386
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/387.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΙΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΣΜΥΡΝΗΣ:

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ

Β. Γ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗ

Η Ελληνική Διοίκηση Μικράς Ασίας έζησε τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις εβδομάδες και τρεις ημέρες, διάστημα ελάχιστο για την εδραίωση διοικητικών θεσμών που μπορούσαν ίσως να αλλάξουν την όψη του Μικρασιατικού χώρου και να φέρουν την δημόσια και οικονομική ζωή του τόπου στον εικοστό αιώνα. Όμως, η επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης στην αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών της Μικράς Ασίας, οδήγησε στη λήψη μέτρων που σύντομα έδειξαν πόσο καρποφόρα θα μπορούσαν να είναι τα αποτελέσματα, εφόσον το επέτρεπαν οι διεθνείς συνθήκες. Πράγματι, μέσα από την καταστροφή και τον όλεθρο, η πλευρά της περιόδου 1919-1922 που ξεχωρίζει σαν εποικοδομητική και θετική, είναι εκείνη που αφορά το διοικητικό έργο της Υπάτης Αρμοστείας Σμύρνης. Τα προγράμματα που ολοκληρώθηκαν αφορούσαν ποικίλους τομείς της διοίκησης, ξεκινώντας από τον επαναπατρισμό και την επανεγκατάσταση των 250.000 περίπου προσφύγων της περιόδου 1914-1918, τη διοργάνωση συστήματος δημόσιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για όλες τις εθνότητες, την ίδρυση του πιο προοδευτικού Πανεπιστημίου στα Βαλκάνια, το σχεδιασμό και την ολοκλήρωση σημαντικών δημοσίων έργων και την επίβλεψη των μουσουλμανικών ιδρυμάτων με τέτοιο τρόπο ώστε να διπλασιαστούν τα βακουφικά έσοδα μέσα στην τριετία.

Το μεγαλύτερο μέρος των προγραμμάτων αυτών στόχευε κυρίως στο γεφύρωμα των διαφορών ανάμεσα σε εθνότητες που έμελλε να ζήσουν μαζί, κάτω από ένα φιλελεύθερο ελληνικό καθεστώς που, βέβαια, δεν θα μεροληπτούσε σε όφελος της ελληνικής ομογένειας. "Εκδήλωσις πλημμυρισάσης χαράς", μηνούσε ο Βενιζέλος στους Μικρασιάτες, με την ευκαιρία της ελληνικής απόβασης τον Μάιο του 1919, "ας συνοδευθή... με εκδήλωσιν αδελφικών αισθημάτων προς τους συνοίκους πληθυσμούς. Ας δοθή εις αυτούς να εννοήσωσι

Σελ. 387
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/388.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ότι δεν εορτάζομεν κατάλυσιν ενός ζυγού διά να υποκαταστήσωμεν εις αυτόν την ιδίαν ημών επικράτησιν επί βλάβη άλλων, αλλά ότι ελληνική ελευθερία φέρει προς όλους, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, ισότητα και δικαιοσύνην. Εμπνέοντες εις πάντας συνοίκους πληθυσμούς εμπιστοσύνην ταύτην δεν μένομεν μόνον πιστοί εις αυτήν εθνικήν μας υπόστασιν αλλά και εξυπηρετούμεν άριστα αυτά υπέρτερα εθνικά συμφέροντα", κατέληγε ο πρωθυπουργός.1

Η πρώτη έμπρακτη εκδήλωση της πολιτικής αυτής ήρθε με την επιλογή του Αριστείδη Στεργιάδη στο αξίωμα του Υπάτου Αρμοστή Σμύρνης από τον ίδιο τον Βενιζέλο, παρά τις δυσαρέσκειες που προκάλεσε στους κύκλους των Φιλελευθέρων ο αποκλεισμός στελεχών του κόμματος από την καίρια αυτή θέση. Ο Στεργιάδης, που είχε συμμετάσχει στο κίνημα του Θερίσου και είχε χάσει δύο αδελφούς στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης, ήταν ένθερμος οπαδός των θέσεων του Δραγούμη και του Σουλιώτη Νικολαΐδη σχετικά με την ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων. Γνωστός υποστηρικτής της προσπάθειας για τη δημιουργία ενός νέου ανατολικού πολιτισμού σαν απάντηση στις προσπάθειες της Δύσης για διείσδυση στην Εγγύς Ανατολή, δήλωνε ότι ο μόνος λόγος που δέχτηκε να αναλάβει το αξίωμα του Υπάτου Αρμοστή ήταν η επιθυμία του να συμμετάσχει στη δημιουργία αυτού του πολιτισμού, η γέννηση του οποίου θα αποτελούσε και την τελική δικαίωση της ελληνικής επέκτασης στη Μικρά Ασία.2

Παράλληλα, η ελληνική πολιτική ηγεσία, με επικεφαλής τον Βενιζέλο, έμοιαζε ανένδοτη στην άποψη ότι οι εγγενείς αντινομίες της Μικρασιατικής εκστρατείας υπαγόρευαν την προώθηση του δόγματος της ειρηνικής συνύπαρξης σαν μοναδικής ρεαλιστικής πολιτικής για τη διασφάλιση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Όπως έγραφε ο Υπουργός των Εξωτερικών Αλέξανδρος Διομήδης στον Αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, η Ελλάδα θα βρισκόταν σε συνεχή δοκιμασία και το μέγεθος του ρόλου που θα της ανέθεταν οι Σύμμαχοι στη Μικρά Ασία επρόκειτο να κριθεί από την αμεροληψία της ελληνικής διοίκησης και της δυναμικής από μέρους της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Αν η Ελλάδα συμπεριφερθεί στις μειονότητες σαν φορέας ενός ανώτερου πολιτισμού, κατέληγε ο Διομήδης, τότε

———————

1. Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ), A 5/VI, 1919 Φάκελλος Σμύρνης 4.000-6.000, τηλεγράφημα αριθμός (τηλ. αρ.) 4443/13.5.19, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών.

2. Τις θέσεις αυτές εξέφρασε ο Στεργιάδης σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του που δημοσιεύτηκε από τον Κ. Ουράνη στον Ελεύθερο Τύπο, 7.4.29. Για την ανάλυση της θεωρίας του "Ελληνοτουρκισμού" και της "Ενδιάμεσης Περιοχής", βλ. Δ. Κιτσίκης, Συγκριτική Ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα, Αθήνα 1978, σ. 45 κ.ε. και 217 κ.ε.

Σελ. 388
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/389.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

μόνο θα μπορεί να ελπίζει σε ευνοϊκή αντιμετώπιση των εδαφικών της διεκδικήσεων από τους Συμμάχους.3

Παρά τις έντονες επιφυλάξεις των σκεπτικιστών για το εφικτό της πολιτικής αυτής στα πλαίσια των συνεχών εχθροπραξιών, από τις πρώτες κιόλας μέρες της ελληνικής κατοχής συγκεκριμένα μέτρα όπως η θεσμοθέτηση της τουρκικής σαν επίσημης γλώσσας της διοίκησης, παράλληλα με την ελληνική, υπογράμμιζαν την απόφαση των Αθηνών για την εφαρμογή μιας πολιτικής που θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην επιδιωκόμενη ειρηνική συνύπαρξη των εθνοτήτων της περιοχής.4 Παράλληλα, η διατήρηση της υπάρχουσας τουρκικής διοικητικής μηχανής, που θα λειτουργούσε σε συνδυασμό με τις ελληνικές αρχές, θεωρούνταν από τον Βενιζέλο σαν το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας διεθνικής διοίκησης που θα αντικατόπτριζε την πληθυσμιακή σύνθεση της υπό την ελληνική διοίκηση ζώνης. Έτσι, από τις πρώτες κιόλας μέρες της ελληνικής παρουσίας στη Σμύρνη, τονιζόταν ότι η μικρασιατική νεολαία, ελληνική, τουρκική, εβραϊκή και αρμενική, θα καλούνταν να αναλάβει σημαντικό ρόλο στο διοικητικό έργο του νέου καθεστώτος. Παράλληλα, με πρόσκληση του Στεργιάδη, οι προεστοί της Εβραϊκής και της Αρμενικής κοινότητας ενημερώθηκαν για την πρόθεση του Αρμοστή να προσλάβει προσοντούχους Αρμένιους και Εβραίους που θα ενσωματώνονταν μαζί με τους ήδη υπηρετούντες Τούρκους δημοσίους υπαλλήλους στη διοίκηση της Μικράς Ασίας.5

Η διάθεση αυτή της ελληνικής ηγεσίας δεν άργησε να επεκταθεί και στα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας, με στόχο τόσο την καλλιέργεια και εκπαίδευση των κατοίκων των νέων χωρών και, συνεπώς, την προετοιμασία της επόμενης γενιάς των ανωτέρων διοικητικών και κρατικών λειτουργών, όσο και την υπέρβαση του ελληνοκεντρικού χαρακτήρα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία έμοιαζε να αγνοεί τον ανατολικό κόσμο που κατοικούσε τώρα μέσα στα σύνορα του ελληνικού βασιλείου και που επρόκειτο να συμμετάσχει εξίσου στην δημόσια ζωή και την ανάπτυξη της χώρας. Ακόμη, ήταν φανερό ότι η επιμόρφωση μεγάλου αριθμού ατόμων που θα γνώριζαν σε βάθος όλο το φάσμα των προβλημάτων και ιδιαιτεροτήτων της στενής αυτής γεωγραφικής περιοχής, αποτελούσε αναγκαιότητα πρωταρχικής σημασίας για τις συνθήκες της εποχής. Παράλληλα, έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στις ξένες μειονότητες

———————

3. Η επιστολή αυτή του Α. Διομήδη δημοσιεύεται σε μετάφραση στο έργο Ν. Petsalis, Greece at the Paris Peace Conference, 1919, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 210.

4. AΥE, A 5/VI Φάκελλος..., τηλ. αρ. 48881/22.5.19, Βενιζέλος προς Στεργιάδη Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, όλες οι ανακοινώσεις των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών θα εκδίδονταν υποχρεωτικά και στις δύο γλώσσες και ειδικό τμήμα της Αρμοστείας θα αναλάμβανε τις απαιτούμενες μεταφράσεις.

5. ΑΥΕ, Φάκελλος Έντυπα 1919-1920, τηλ. αρ. 2884/17.6.19, Στεργιάδης προς Βενιζέλο.

25

Σελ. 389
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/390.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

να εισδύσουν στο πνεύμα του ελληνικού πολιτισμού, γεγονός που θα συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ λαών διαφορετικών που όμως κατοικούσαν και οικοδομούσαν στο ίδιο έδαφος. Σίγουρα, κάθε προσπάθεια για την εδραίωση της αμοιβαίας αυτής κατανόησης δεν σχεδιαζόταν απλά σαν μια ουτοπιστική διεργασία, χωρίς συγκεκριμένους στόχους, αλλά σαν ουσιαστική και αναγκαία προϋπόθεση για την ειρήνευση της Ανατολίας.

Ένα από τα μέσα που κρίθηκαν απαραίτητα για την πραγμάτωση των στόχων αυτών ήταν και η ίδρυση Πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Η ίδρυση ενός δεύτερου ελληνικού πανεπιστημιακού ιδρύματος για την κάλυψη των αναγκών που είχαν δημιουργηθεί με την προσάρτηση νέων εδαφών μετά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους σχεδιαζόταν ήδη πριν από την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη αλλά, με την προβλεπόμενη επέκταση των ελληνικών συνόρων και πέραν του Αιγαίου, η άμεση εφαρμογή του σχεδίου ήταν πια επιτακτική. Η σημασία που απέδιδε στην πραγματοποίησή του ο Βενιζέλος έγινε προφανής το Σεπτέμβριο του 1919, όταν, παρά το φόρτο εργασίας του στα πλαίσια του Συνεδρίου της Ειρήνης, κάλεσε στο Παρίσι τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή για να τον συμβουλευτεί πάνω στο θέμα.6 Ο Καραθεοδωρή, Καθηγητής Μαθηματικών και μέλος της Πρωσσικής Ακαδημίας των Επιστημών και της Ακαδημίας του Βατικανού, ήταν ίσως ο περισσότερο ενδεδειγμένος για να ενημερώσει και να συμβουλεύσει τον Πρωθυπουργό μια και από χρόνια ήταν οπαδός της δημιουργίας ενός δευτέρου ανώτατου πνευματικού ιδρύματος εκτός εκείνου των Αθηνών. «Αρχαιολογία, Υγιεινή, Οικονομικά, γλώσσες, ενδιαφερόταν για τα πάντα», γράφει ο Toynbee για τον Καραθεοδωρή. «Μου θύμιζε», συνεχίζει, «αυτά που είχα διαβάσει για τον Ludwig Ross και τους άλλους γερμανούς σοφούς που πήγαν στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1830, με το τραίνο του βασιλιά Όθωνα. Στην πραγματικότητα, [όσο βρισκόταν στην Ελλάδα] ο Καραθεοδωρή ήταν ένας δυτικοευρωπαίος στο εξωτερικό. Δημιουργικός, ευρύνους, ανθρωπιστής και έξω απ' τα νερά του».7

Αποτέλεσμα των σχετικών συζητήσεων του Καραθεοδωρή με τον 

———————

6. Για την προσωπικότητα και το έργο του Κωνσταντίνου Στ. Καραθεοδωρή, βλ. βιογραφικό σημείωμα στο Σ. Βοβολίνης, Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν, τ. Ε', Αθήνα 1962. Ακόμη, άρθρο του Ν. Κρητικού στο περιοδικό Παιδεία και Ζωή, 1950. Για τη συμβολή του στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Σμύρνης βλ. Χρ. Σολομωνίδης, Η Παιδεία στη Σμύρνη, Αθήνα 1961.

7. A. Toynbee, The Western Question in Greece and Turkey, Λονδίνο 1922, σ 166. Ο Καθηγητής Δ. Χονδρός σημειώνει: «Είχαμε την τιμή να τον έχουμε συνάδελφο... Ήταν ο Καραθεοδωρή το αντίθετο ακριβώς του πούρου μαθηματικού. Ήταν άνθρωπος και τίποτε το ανθρώπινο δεν ήταν ξένο προς αυτόν. Από τέχνη... εκαταλάβαινεν όσον ολίγοι... Τα ελληνικά, νέα και αρχαία και τα λατινικά τα εγνώριζε εξίσου καλά όπως και τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και στην βιβλιογραφία ήταν άφθαστος». Δ. Χονδρός, «Από την Ζωή του Καραθεοδωρή», Αιών του Ατόμου, Φεβρ.-Μάρτ. 1950.

Σελ. 390
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/391.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Βενιζέλο, ήταν η σύνταξη και η υποβολή από τον πρώτο ενός λεπτομερούς υπομνήματος, στο οποίο το θέμα εξεταζόταν από όλες τις δυνατές πλευρές, πάντα με βάση το σκεπτικό ότι «το ελληνικόν έθνος πρέπει να επανεξετάσει την ίδια την υποδομή ολόκληρου του προβλήματος της εκπαίδευσης των τέκνων του».8 Σαν άμεσους στόχους, το υπόμνημα έθετε τόσο «την διανοητική προπαρασκευή των τάξεων εκείνων νέων ανθρώπων, οι οποίοι θα κληθούν να συντρέξουν εις την οικονομικήν ανάπτυξιν της χώρας, όπως οι γεωργοί, οι μηχανικοί και οι εμπορευόμενοι», όσο και τη διάδοση «μεταξύ των ελλήνων, της επιστημονικής γνώσης των σλαβικών και ανατολικών γλωσσών... [βασισμένης] στην ιστορία, τα ήθη, την θρησκεία και την νομοθεσία των εν λόγω λαών», καθώς και την παροχή ευκαιριών στις ξένες μειονότητες για μελέτη της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού. Έτσι, σαν πρώτες σχολές που έπρεπε να θεσμοθετηθούν και να λειτουργήσουν άμεσα, το υπόμνημα πρότεινε Σχολή Μηχανικών, Γεωργική Σχολή, Σχολή Εμπορικών Σπουδών και, τέλος, Σχολή Εθνολογίας της Ανατολικής Ευρώπης, που θα είχε σαν βάση ένα φροντιστήριο ανατολικών γλωσσών, ανοικτό στους φοιτητές όλων των Σχολών του Πανεπιστημίου. Απώτερος, βέβαια, στόχος του εγχειρήματος ήταν η δημιουργία ενός μεγάλου κέντρου πνευματικής δραστηριότητας που θα αποτελούσε τον πυρήνα για επιστημονικές έρευνες και μελέτες ευρύτατης εμβέλειας. Έτσι, οι Σχολές που προβλέπονταν να λειτουργήσουν αρχικά, θα προπαρασκεύαζαν το έδαφος για την ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών της επικράτειας, με την ίδρυση λ.χ. Ιατρικής Σχολής ή Σχολής του Μουσουλμανικού Δικαίου, ενώ θα λειτουργούσαν ήδη εργαστήρια Φυσικής, Χημείας κλπ. όπως και η Σχολή Ανατολικής Εθνολογίας.

Το υπόμνημα Καραθεοδωρή οραματιζόταν ένα τελείως νεωτεριστικό Πανεπιστήμιο που δεν θα αποτελούσε μίμηση ούτε των γερμανικών αλλά ούτε και των βρετανικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αλλά θα εξέφραζε και θα εξυπηρετούσε τοπικές ανάγκες και θα αποτελούσε τον αντίποδα του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που από τη φύση του ήταν στραμμένο προς την κλασική αρχαιότητα. «Τα προγράμματα διδασκαλίας», σημειωνόταν στο υπόμνημα, «δεν πρέπει να καταρτισθούν σαν απομίμηση του ενός ή του άλλου αντίστοιχου ιδρύματος του εξωτερικού, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τον άμεσο στόχο [που καλούνται να εκπληρώσουν]». Τη μετάδοση δηλαδή στερεών θεωρητικών γνώσεων σε όλους τους φοιτητές για να ακολουθήσει η ειδίκευση καθενός ξεχωριστά ανάλογα με την ατομική του κλίση και όχι «να διδάξουμε σε όλους λίγα από όλα», όπως τονιζόταν στη συνέχεια.

———————

8. ΑΥΕ, Φάκελλος Α: Πολιτικά Σχέδια περί διοικητικής Οργανώσεως Μικράς Ασίας, 1921, «Projet d'une nouvelle Université en Grèce présenté au Gouvernement Hellénique par G. Karatheodori», Παρίσι 20.10.19, από όπου και οι παρακάτω περικοπές.

Σελ. 391
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/392.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Τα έτη σπουδών κάθε κύκλου θα ποίκιλλαν ανάλογα με τον απονεμόμενο τίτλο σπουδών, ενώ προβλέπονταν και σειρές μαθημάτων διάρκειας λίγων εβδομάδων γύρω από πρακτικά θέματα Μηχανολογίας και Γεωπονικής. Ειδικές εισαγωγικές εξετάσεις για κάθε κύκλο σπουδών θα εγγυούνταν το επίπεδο των φοιτητών, ενώ για την εξέταση της προόδου στην πορεία των σπουδών προτεινόταν η υιοθέτηση ενός συστήματος μεταξύ του βρετανικού, που πολλαπλασίαζε τις γραπτές και προφορικές εξετάσεις, και του γερμανικού, που τις καταργούσε σχεδόν εντελώς. Η διδακτέα ύλη προβλεπόταν υποχρεωτική σε συγκεκριμένα για κάθε κλάδο μαθήματα, με δυνατότητα επιλογής ενός ή δύο ακόμη θεμάτων.

Η πρόταση Καραθεοδωρή πλαισιωνόταν από αναλυτικό κατάλογο μαθημάτων που θα έπρεπε να διδάσκονται κατά κύκλο σπουδών, με πρόνοια για τη διδασκαλία της τουρκικής, περσικής, αραμαϊκής, εβραϊκής και αραβικής γλώσσας, της ιστορίας, της ιστορίας της τέχνης και της αρχαιολογίας, όπως ακόμη και της συγκριτικής γλωσσολογίας και του μουσουλμανικού δικαίου. Στόχος της Σχολής Ανατολικής Εθνολογίας θα ήταν να δώσει στο σπουδαστή μια ζωντανή εικόνα του σλαβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, όχι μόνον από ιστορική αλλά και από σύγχρονη άποψη. Ακόμη, ο καθηγητής της έδρας, «εφόσον ήταν κυρίαρχος του θέματός του, με διαλέξεις και δημόσιες παραδόσεις εκτός των πλαισίων της πανεπιστημιακής διδασκαλίας, θα μπορούσε να ασκήσει επίδραση ωφέλιμη από κάθε άποψη, τόσο στο πλατύ κοινό, όσο και στις ξένες μειονότητες ιδιαίτερα». Η διαμόρφωση του σχεδίου αυτού στόχευε επίσης στην αποφυγή επανάληψης της διδασκαλίας των ίδιων αντικειμένων στο νέο Πανεπιστήμιο που με κανένα τρόπο δεν θα έπρεπε να αναδιπλασιάζει το Καποδιστριακό αλλά, αντίθετα, να το συμπληρώνει.

Σαν πλάνο δράσης προτεινόταν η σταδιακή εφαρμογή του σχεδίου ώστε να δοθεί στους οργανωτές ο κατάλληλος χρόνος για την εξεύρεση διδακτικού προσωπικού υψηλού επιπέδου. Έτσι, τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του, το Πανεπιστήμιο θα πρόσφερε τα απαραίτητα στοιχειώδη μαθήματα ενώ θα λειτουργούσαν και εργαστήρια Φυσικής, Χημείας, Μηχανουργίας, Ηλεκτροτεχνίας και Γεωπονίας, καθώς και αγροί προτύπων καλλιεργειών, φυτώρια και αγροκτήματα. Πρώτο όμως μέλημα των οργανωτών θα ήταν η ίδρυση μεγάλης δημόσιας βιβλιοθήκης που θα περιείχε εκδόσεις σχετικές με τα αντικείμενα διδασκαλίας, συλλογές επιστημονικών περιοδικών από όλο τον κόσμο, καθώς και πλήρη σειρά όλων των εντύπων που κυκλοφορούσαν στο μέτωπο με επιμέλεια των ίδιων των στρατιωτών.9

———————

9. Συγκινητική αλληλογραφία του Καραθεοδωρή με τους υπεύθυνους στρατιώτες εντύπων όπως Ο Συνάδελφος, Το Τσαρούχι κ.ά., από το αρχείο του Πανεπιστημίου, δημοσιεύεται στο Μέγα Ελληνικόν..., ό.π,, σ. 502.

Σελ. 392
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/393.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Με την υποβολή του υπομνήματός του, ο Καραθεοδωρή δεν καθόριζε τον τόπο ίδρυσης του Πανεπιστημίου αλλά πρότεινε τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη ή τη Χίο σαν τους πλέον κατάλληλους χώρους. Όμως, μετά την αποδοχή του υπομνήματος από τον Βενιζέλο και την ενεργοποίηση των Αθηνών για την πραγμάτωσή του, υιοθετήθηκε χωρίς συζήτηση η άποψη για την ίδρυση ενός πραγματικού Universitas litterarum στη Σμύρνη που θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στη βελτίωση των διακοινοτικών σχέσεων αλλά και θα προετοίμαζε τα ειδικευμένα στελέχη που ήταν αναγκαία για τη διοίκηση των νέων χωρών. Με βάση το υπόμνημα Καραθεοδωρή, εκδίδεται τον Ιούλιο του 1920 Διάταγμα Ιδρύσεως Πανεπιστημίου Σμύρνης το οποίο θεσμοθετεί τέσσερις κύριες σχολές: Φυσικών και Τεχνικών Επιστημών, Γεωπονική, Ανατολικών Γλωσσών και Εθνολογίας, και Δημοσίας Διοικήσεως.10 Έτσι, με το τέλος του ακαδημαϊκού έτους 1919-1920, ο Καραθεοδωρή αφήνει το Βερολίνο για να ασχοληθεί αποκλειστικά με την οργάνωση του νέου Πανεπιστημίου. Τον Αύγουστο του 1920 συνοδεύει τον Βενιζέλο στη μοναδική του επίσκεψη στο λιμάνι της Σμύρνης και συναντάται για πρώτη φορά με τον Ύπατο Αρμοστή, ο οποίος επρόκειτο να σταθεί ο θερμότερος υποστηρικτής της προσπάθειας για την πραγματοποίηση του σχεδίου, καθώς και πρόθυμος χορηγός των απαραίτητων χρηματικών ποσών.11 Δύο μήνες αργότερα, ο Καραθεοδωρή και ο στενοί συνεργάτες του είχαν ήδη εγκατασταθεί στη Σμύρνη. Από εκεί γράφει στον Καθηγητή Μπουγιούκα, στην Αυστρία:

"Επιτέλους πραγματοποιείται το προπολεμικόν σχέδιόν μου, του δευτέρου εν Ελλάδι Πανεπιστημίου. Ιδρύεται δε εν Σμύρνη. Θα ήτο μεγάλον ευεργέτημα και σημαντική βοήθεια εάν ηθέλατε και ηδύνασθε να έλθητε και να προσφέρητε την επιστήμην σας προς το έργον τούτο, το οποίον είναι προωρισμένον να διαχύση τα φώτα του πολιτισμού εις την Ασιατικήν Ελλάδα και εις τα μέρη της Θράκης και Μακεδονίας. Δεν γνωρίζω αν είσθε ενήμερος ότι η Σμύρνη και η ενδοχώρα αποτελεί σήμερον και διά την ερχομένην πενταετίαν ίδιον κράτος, το οποίον, προς το παρόν, διοικείται σχεδόν δικτατορικώς υπό του κ. Στεργιάδου υπάτου αρμοστού, όστις δεικνύει την μεγίστην προθυμίαν όπως μας βοηθήση εις τα σχέδιά μας με όλας του τας δυνάμεις. Δια τούτο, θα δυνηθήτε, εάν αποφασίσητε να έλθητε, να πραγματοποιήσητε εν μικρώ χρονικώ διαστήματι διοργάνωσιν, ήτις θα εχρειάζετο πολλά έτη διά να κατορθωθή εν Ελλάδι".12

———————

10. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Σειρά Α, ii, Νόμος 2251/14.7.20.

11. Σ. Βοβολίνης, Μέγα Ελληνικόν..., σ. 490.

12. Ολόκληρη η επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο του Πανεπιστημίου Σμύρνης, δημοσιεύεται στο Μέγα Ελληνικόν..., ό.π., σ. 492.

Σελ. 393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/394.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Στις 28 Οκτωβρίου 1920 δημοσιεύεται απόφαση του Αρμοστή για τον επίσημο διορισμό του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή στη θέση του οργανωτή του Πανεπιστημίου Σμύρνης και του τακτικού Καθηγητή των Μαθηματικών, με την προοπτική να καταλάβει σε εύθετο χρόνο και τη θέση του Πρυτάνεως όταν θα διαμορφώνονταν οι κατάλληλες συνθήκες.13 Παράλληλα, ιδρύεται Γραφείο Οργανώσεως Πανεπιστημίου Σμύρνης με γραμματέα τον μαθητή του Καραθεοδωρή και αργότερα Καθηγητή των Μαθηματικών στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο Νικόλαο Κρητικό, που τότε υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στη Μεραρχία Κυδωνιών.14 Το Γραφείο λειτουργούσε στη συνοικία της Αγίας Φωτεινής, υπαγόταν στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Αρμοστείας και αντικείμενό του ήταν η νομική τακτοποίηση των ζητημάτων των σχετικών με την ίδρυση του Πανεπιστημίου, η εκπόνηση κανονισμών, η φροντίδα για την αποπεράτωση και διαρρύθμιση των κτιρίων που είχαν παραχωρηθεί από την Αρμοστεία καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορούσε το Πανεπιστήμιο.15 Βέβαια, οι δυσχέρειες ήταν τεράστιες διότι μέσα στη συνεχιζόμενη Μικρασιατική εκστρατεία έπρεπε να κτιστούν κτίρια, να εγκατασταθούν εργαστήρια, να αγοραστούν και να μεταφερθούν βιβλία, όργανα κλπ. από την Ευρώπη και, τέλος, να επιλεγούν από την Ελλάδα και το εξωτερικό οι κατά το δυνατό ικανότεροι για τη στελέχωση των πανεπιστημιακών εδρών. Ο ενθουσιασμός όμως των οργανωτών καθώς και η αφθονία των υλικών μέσων οδήγησαν σύντομα σε αποτελέσματα.

Σε σχέση με το διδακτικό έργο του Πανεπιστημίου, το σχετικό χρονοδιάγραμμα πρόβλεπε την καταρχή στελέχωση ελάχιστου αριθμού τακτικών εδρών

———————

13. Εφημερίδα Αμάλθεια, 29.10.1920. Απόφαση αριθμός 119/12711/12720. Η μηνιαία αποζημίωση του Καραθεοδωρή οριζόταν σε 4000 δρχ. με πρόβλεψη για ημερήσιο επίδομα σε περίπτωση υπηρεσιακής του μετακίνησης στο εξωτερικό. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι την ίδια εποχή ο μηνιαίος μισθός του Γενικού Γραμματέα της Υπάτης Αρμοστείας ήταν 2000 δρχ.

14. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1919 ο Καραθεοδωρή είχε συμπαραστάτες στο έργο της διοργάνωσης του Πανεπιστημίου τους μετέπειτα πανεπιστημιακούς Ιωάννη Καλιτσουνάκη, Γεώργιο Ιωακείμογλου και Φρίξο Θεοδωρίδη. Για τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Πανεπιστημίου, τον Μάιο του 1921 είχε γίνει αποδεκτή η πρόταση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου Καλαφάτη για τον διορισμό του Ιωάννη Φιλιππίδη, διδάκτορα της Νομικής και πρώην Γενικού Γραμματέα της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής όπου είχε υπηρετήσει τριανταπέντε χρόνια.

15. Για το ζήτημα που δημιουργήθηκε μεταξύ εβραϊκής κοινότητος και Αρμοστείας σχετικά με την κυριότητα των κτιρίων αυτών βλ. Χρ. Σολομωνίδης, Η Παιδεία.... Η μελέτη διαρρύθμισης των ημιτελών κτιρίων που προορίζονταν από την τουρκική διοίκηση για δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη τεχνική σχολή, έγινε από τον Αθηναίο αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο (1879-1939) ύστερα από προσωπική σύσταση του Βενιζέλου. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922, η διαρρύθμιση αυτή, οι προσθήκες και τα νέα κτίσματα είχαν στοιχίσει 110.000 λίρες Τουρκίας, ενώ το σύνολο των μηνιαίων μισθών του ήδη υπηρετούντος προσωπικού έφθανε στις 15.647 δρχ.

Σελ. 394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/395.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

καθώς και την πρόσληψη ορισμένων εντεταλμένων καθηγητών για την διδασκαλία ειδικών αντικειμένων. Τακτικοί και εντεταλμένοι καθηγητές θα πλαισιώνονταν από επιμελητές και βοηθούς και θα είχαν απόλυτη ελευθερία διδαχής. Σύμφωνα με το ιδρυτικό διάταγμα, η γλώσσα διδασκαλίας θα ήταν αρχικά, η ελληνική, "ως και όπου δυνατόν η τουρκική, δεν αποκλείεται όμως εν ανάγκη η χρήσις και άλλων γλωσσών".16 Όλοι όσοι είχαν τα προσόντα που θα πρόβλεπε ο ειδικός κανονισμός θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί σαν φοιτητές, ανεξάρτητα από φύλο και εθνικότητα, οι δε απονεμόμενοι τίτλοι σπουδών θα ήταν, ανάλογα με τη διάρκεια φοίτησης, ενδεικτικά, πτυχία και διδακτορικά διπλώματα.

Σε ειδικό, τετράμηνο ταξίδι που έκανε στη Γερμανία, Αυστρία και Ελβετία, ο Καραθεοδωρή είχε επαφές με επιστήμονες που ήθελαν να προσληφθούν στο Πανεπιστήμιο καθώς και με ειδικούς προμηθευτικούς οίκους για τον εφοδιασμό των εργαστηρίων σε κατά το δυνατό συμφέρουσες τιμές. Ένα από τα κυριότερα μελήματα του ταξιδιού του ήταν ο εφοδιασμός της βιβλιοθήκης που τη θεωρούσε σπονδυλική στήλη του ιδρύματος. "Είμαι πεπεισμένος", έγραφε από τη Λειψία στον Στεργιάδη, "...ότι εντός ολίγων ετών θα έχωμεν εν Σμύρνη βιβλιοθήκην μικροτέραν μεν, αλλά πολύ πλέον χρήσιμον διά τους σκοπούς μας της των Αθηνών".17 Δύο μέρες αργότερα συμπλήρωνε: "Το ποσόν το οποίον χρειαζόμεθα διά τον καταρτισμόν της βιβλιοθήκης Σμύρνης είναι, σχετικώς μεγάλον... εάν ημείς δυνηθώμεν να διαθέσωμεν 20 έως 25.000 λίρας Αγγλίας, θα πλάσωμεν μίαν βιβλιοθήκην όπως δεν υπάρχει δευτέρα εν Ανατολή".18 Από τα πρώτα αποκτήματα της βιβλιοθήκης ήταν η συλλογή του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Σμύρνης που συμπληρώθηκε, μετά το ταξίδι του Καραθεοδωρή, από τριανταέξη ακόμη κιβώτια με σπάνια βιβλία, αγορασμένα κυρίως στη Γερμανία, με επιμέλεια του Καθηγητή των Ανατολικών Σπουδών Ιωάννη Καλιτσουνάκη, προς τον οποίο έγραφε με την επιστροφή του στη Σμύρνη το Νοέμβριο του 1921: "Ο κ. Αρμοστής είναι διατεθειμένος να διάθεση γενναίον ποσόν υπέρ της βιβλιοθήκης και ελπίζω ότι το έργον μας θα έχη πλήρη επιτυχίαν".19 Ακόμη, με τη βοήθεια του Γεωργίου Ιωακείμογλου, αγοράστηκαν τα όργανα και το ειδικό υλικό του μικροβιολογικού εργαστηρίου που έφτασε στη Σμύρνη συσκευασμένο σε 82 κιβώτια, όπως σημειώνει η εφημερίδα της πόλης Αμάλθεια.

———————

16. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Νόμος 2251...

17. Ολόκληρο το κείμενο της επιστολής, με ημερομηνία 12.7.1921, δημοσιεύεται στο Μέγα Ελληνικόν..., ό.π., σ. 497.

18. Η επιστολή δημοσιεύεται στο Μέγα Ελληνικόν..., ό.π., σ. 498.

19. Αναλυτική έκθεση του Καραθεοδωρή για την δημιουργία της συλλογής, το προσωπικό και τον κανονισμό λειτουργίας της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου, δημοσιεύεται στο Μέγα Ελληνικόν..., ό.π., σ. 500.

Σελ. 395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/396.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Έτσι, μέχρι την άνοιξη του 1922, είχαν ήδη ετοιμαστεί τα διάφορα εργαστήρια και ο πυρήνας της βιβλιοθήκης, είχαν υπογραφεί τα συμβόλαια των καθηγητών και το Σεπτέμβριο του 1922 επρόκειτο να λειτουργήσουν οι πρώτες σχολές. Ιδιαίτερα σημαντική επιτυχία ήταν η ταχύτατη οργάνωση του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου που τον Αύγουστο του 1922 λειτουργούσε ήδη ανεπίσημα. Το Εργαστήριο αποτελούσε μέρος του Ινστιτούτου Υγιεινής και είχε σκοπό τη δωρεάν διενέργεια βακτηριολογικών, υγιεινολογικών, ορολογικών και βιοχημικών εξετάσεων, την παρασκευή εμβολίων, ορών, αντιτοξινών, αντιγόνων κλπ. και τέλος τη συστηματική καταπολέμηση των λοιμωδών νόσων, της ελονοσίας, των τραχωμάτων και της φυματίωσης σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας της Υπάτης Αρμοστείας. Ακόμη, έτοιμος να τεθεί σε λειτουργία ήταν και ο Κεντρικός Σταθμός Φωτισμού, που είχε οργανωθεί στα πλαίσια του Εργαστηρίου Μηχανουργίας και σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Αρμοστείας.

Όμως, το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης, το όραμα αυτό του Βενιζέλου, του Καραθεοδωρή, του Στεργιάδη και τόσων άλλων, το νεωτεριστικότερο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα των Βαλκανίων, το ίδρυμα που θα έφερνε τη μια δίπλα στην άλλη τις πολιτιστικές παραδόσεις όλων των λαών της περιοχής με απώτερο, μεγάλο σκοπό την ειρηνική συνύπαρξη και αλληλοκατανόηση των γειτόνων λαών, δεν έμελλε να ανοίξει τις πόρτες του ούτε για μια μέρα. Με την κατάρρευση του μετώπου το Σεπτέμβριο του 1922, η μοναδική πλέον φροντίδα της ομάδας Καραθεοδωρή ήταν η συσκευασία των μηχανημάτων, των οργάνων, των βιβλίων και των αρχείων του Πανεπιστημίου που ολοκληρώθηκε με την αναχώρησή του από την Σμύρνη στις 8 Σεπτεμβρίου 1922. Εξήντα πέντε χρόνια μετά την Καταστροφή, το υλικό αυτό βρίσκεται διάσπαρτο σε διάφορες σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών, φάντασμα της μικρασιατικής ουτοπίας, με μόνο το υπερήφανο έμβλημα του Ιωνικού Πανεπιστημίου, "Φως εξ Ανατολών" να θυμίζει τα μεγάλα όνειρα που είχαν συνδεθεί με το θνησιγενές αυτό δεύτερο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της σύγχρονης Ελλάδας.

Σελ. 396
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 377
    19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

    ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

    IVAN DJURIC

    Υπερβολική φιλοδοξία θα μπορούσε να αποδώσει κανείς στον κάπως μακρό τίτλο της ανακοίνωσης αυτής, αν τον ερμήνευε διαφορετικά από μία ιδιότυπη διαγραφή άγραφης έρευνας. Ακριβέστερα, ειλικρινά θα επιθυμούσα να θεωρηθεί η συμβολή μου αυτή μόνο ως κίνητρο για εκείνο για το οποίο θα άξιζε, επίσης, τον κόπο να συλλογισθεί κανείς, τουλάχιστον από την οπτική γωνία του ιστορικού (που ασχολείται με την ιστορία στην πρακτική έρευνά της, στη διδασκαλία της και ειδικότερα ως βυζαντινολόγος και που αναρωτιέται κάποτε - κάποτε για το νόημα της τέχνης του) όταν γίνεται λόγος για την ιδεολογία και τον πολιτισμό.

    Τη λέξη «πανεπιστήμιο» παρέλειψα σκόπιμα, μολονότι υπάρχει στην πρώτη σειρά της πρόσκλησης σ' αυτήν εδώ τη συνάθροισή μας, στην Αθήνα. Όχι γιατί τη θεωρώ ακατάλληλη αλλά γιατί είναι, κάνοντας «οικονομία» στις λέξεις, περιττή στην πλοκή εννοιών όπως «ιδεολογία» και «πολιτισμός», αφού συχνότατα είναι συνυφασμένη μ' αυτές ή συμπληρωματική. Έτσι τουλάχιστον είναι σ' όλες τις «δυτικές» (με την έννοια του Toynbee) σύγχρονες κοινωνίες. Εξ άλλου, αμφιβάλλοντας για λόγους αρχής για τις μεγάλες αρετές του σημερινού πανεπιστημίου ως αποφασιστικού και φερέγγυου εκπαιδευτικού και επιστημονικού κέντρου (αλλά χωρίς ν' αμφισβητώ σε καμία περίπτωση την εξαιρετική του σπουδαιότητα), οπωσδήποτε δεν είμαι από εκείνους που απλούστατα θα ήθελαν να το καταργήσουν. Θα προτιμούσα να περιμένω υπομονετικά να χαθεί το πανεπιστήμιο, μόνο του, από «φυσικό θάνατο» —για να επικαλεσθώ σχετικό διανοουμενίστικο αστείο απ' το Παρίσι πριν από 20 χρόνια. Όμως, ώσπου να συμβεί αυτό, το αντιμετωπίζω ως αναγκαία πραγματικότητα. Μια και ρέπω προς την ιστορική σκέψη αναζητώντας ιστορικές αναλογίες, στην κάθε σχετική θεώρηση εμπλέκω και ενθυμήσεις από το παρελθόν και την εξέλιξη αυτού του θεσμού.