Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
 
Υπότιτλος:Ιστορική διάσταση και προοπτικές
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:19
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1989
 
Σελίδες:657
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ευρώπη
 
Χρονική κάλυψη:13ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Στους δύο τόμους του βιβλίου αυτού περιέχονται τα Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συμποσίου που διοργάνωσε το ΙΑΕΝ σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία.Ιστορική διάσταση και προοπτικές. Το Συμπόσιο έγινε στην Αθήνα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1987 και συνέπεσε με τον εορτασμό των 150 χρόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 22.49 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 507-526 από: 662
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/507.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Το παρελθόν που υποθηκεύει το μέλλον

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 1987

Απογευματινή συνεδρία

Πρόεδρος: ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΡΤΙΛΗΣ

Σελ. 507
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/508.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 508
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/509.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΩΣ "ΠΑΝΔΙΔΑΚΤΗΡΙΟΝ"

ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΤΣΟΣ

Η ανακοίνωση αυτή δεν αποσκοπεί στη μελέτη της οργάνωσης των σπουδών στις Φιλοσοφικές Σχολές της χώρας μας, τουλάχιστον -έστω- σε κρίσιμες περιόδους της ιστορίας τους. Η έμφαση δίδεται στον υπότιτλό της και για τούτο αρκείται να υπαινιχθεί μια πρόταση έρευνας και να διατυπώσει ορισμένες επιμέρους υποθέσεις που θα μπορούσαν να επαληθευτούν με τη συνδρομή των δεδομένων της κοινωνικής και πολιτικής ιστοριογραφίας. Οι πανεπιστημιακοί θεσμοί, μ' αυτήν την οπτική, απεγκλωβίζονται από την παραδεδομένη δικαιοδοσία μιας τυπικά "αυτοτελούς" εκπαιδευτικής ιστορίας, επιτρέποντας έτσι να διαφανεί ο επιστημολογικός και ευρύτερα κοσμοθεωρητικός ιστός που διατρέχει τις προτάσεις για την ανασύνταξή τους. Μια ερεθιστική αφορμή γι' αυτή τη διερεύνηση προσφέρει το πρόγραμμα του "Λαϊκού Κόμματος" που προβλέπει και τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων μ' ένα ορισμένο πλέγμα επιστημολογικών και ιδεολογικών παραμέτρων, τις οποίες επεξεργάζονται ή υπονοούν με τη συνολική θεωρητική και πολιτική τους δραστηριότητα οι "Κοινωνιολόγοι". Primus inter pares, αρχικά και ιδίως στα εκπαιδευτικά προβλήματα, εμφανίζεται ο Αλ. Δελμούζος που, παρά την κάπως όψιμη, μετά από τη δεκαετή εμπειρία του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δημοσιοποίηση των ενδιαφερόντων του για τα πανεπιστημιακά πράγματα, συμβάλλει από τότε στη θεμελίωση του αιτήματος για την αναμόρφωσή τους.

Το 1910, μετά από μια διετή παρουσία στην ελληνική πολιτική σκηνή και εν όψει των εκλογών του ίδιους έτους, δημοσιεύεται το πρόγραμμα του "Λαϊκού Κόμματος", αυτοτελώς και από τις στήλες του Νουμά στη δημοτική, όπως τη χρησιμοποιούσε ο διευθυντής του, και με τη σημείωση ότι η 

Σελ. 509
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/510.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Διοικητική Επιτροπή της "Κοινωνιολογικής Εταιρείας" αποτελείται από "νέους φωτισμένους επιστήμονες που πασκίζουν να ξετινάξουν τις λογής πρόληψες που απ' όλες τις μεριές πνίγουν τη σημερινή μας κοινωνία και δεν της αφήνουν λεύτερη την ανάσα". Στο πρόγραμμα αυτό προτείνεται, ανάμεσα στ' άλλα, η καθιέρωση του συστήματος της "με αναλογία εκλογής", η δυνατότητα δημοψηφίσματος, η παροχή δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, η αναβάθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η αναμόρφωση της φορολογίας, η ίδρυση επιμελητηρίων, η ενίσχυση "βιοτεχνικών" και γεωργικών συνεταιρισμών, η νομική προστασία των εργαζομένων, η επίλυση του αγροτικού ζητήματος, η κατάργηση της ποινής του θανάτου, η κρατικοποίηση των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και η καλλιέργεια "αληθινής φιλίας" με τα βαλκανικά κράτη, χωρίς να αποκλείεται αργότερα το "άνθισμα μιας Συμπολιτείας". Ιδιαίτερη μνεία, στο τέταρτο μέρος, γίνεται για την αναγκαιότητα θέσπισης μέτρων με τα οποία η εκπαίδευση θα απαγκιστρωθεί από το "σκολαστικισμό", πνέοντας μια "καινούρια αύρα γιομάτη υγεία στη διανοητική κατάντια του λαού μας": αύξηση του αριθμού των εξαταξίων δημοτικών σχολείων, στα οποία εξασφαλίζεται η υποχρεωτική εκπαίδευση, εφαρμόζεται η "συντροφική" εκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών και βασίζεται η διδασκαλία τους στην "αλήθεια", με την υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας στη μετάδοση γνώσεων "θετικών και πραχτικών" που προκύπτουν από την ανάπτυξη της επιστήμης και ανταποκρίνονται, στις ανάγκες της "λαϊκής τάξης"· ίδρυση, αν είναι δυνατόν σε κάθε "δήμο", επαγγελματικών, "βιοτεχνικών" και γεωργικών σχολείων για τη βελτίωση της βιομηχανίας και της γεωργίας· αύξηση του χρόνου της Μέσης Εκπαίδευσης στην οποία θα αρθεί η άνιση μεταχείριση των "θετικών επιστημών" και θα διορίζεται "ειδικός δάσκαλος για κάθε μάθημα"· μεταρρύθμιση του "οργανισμού" του Πανεπιστημίου, ώστε να επιλέγονται οι "πιο κατάλληλοι" καθηγητές, οι σπουδές να "ειδικεύονται" και να ενθαρρύνεται η καλλιέργεια των "νέων επιστημών". Ακόμη προβλέπεται το δικαίωμα της Συγκλήτου, όπως και της τοπικής αυτοδιοίκησης ή των επαγγελματικών σωματείων, να προτείνουν στη Βουλή νόμους, τους οποίους θα επεξεργάζεται επιτροπή "ειδικών και μελετημένων" (1910: 222-224, 236-237).

Από τη συνοπτική παρουσίαση των εκπαιδευτικών μέτρων που υπόσχεται να λάβει το "Λαϊκόν Κόμμα" συγκρατούμε, ως προς το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ, τα ακόλουθα σημεία:

α) Απαιτείται η συστηματική ειδίκευση τόσο στο πεδίο που επιμερίζεται η επιστημονική γνώση όσο και στην επαγγελματική κατάρτιση των πτυχιούχων των "καθηγητικών" Σχολών. Τούτο συνεπάγεται την αυτοδύναμη ανάπτυξη των επιμέρους επιστημών, με το φυσιολογικό και χωρίς τραυματικές εμπειρίες απογαλακτισμό από την κοινή τροφό, τη φιλοσοφία, που εξακολουθεί να προσφέρει το όνομά της για την εγγύηση της ενότητας των 

Σελ. 510
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/511.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

θεωρητικών τους θεμελίων. Αυτό άλλωστε υποδηλώνεται στον προγραμματικό στόχο της "Κοινωνιολογικής Εταιρείας", όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, και στην ποιότητα των αναλύσεων που φιλοξένησε το βραχύβιο περιοδικό της. Από την άλλη πλευρά, η επαρκής επαγγελματική κατάρτιση ενισχύει το σύνδεσμο της Ανώτατης με τη Μέση Εκπαίδευση που με τη σειρά της απασχολεί "ειδικά" κάθε φορά καθηγητή για τη διδασκαλία των μαθημάτων, στα οποία εγκαταλείπεται η παραγκώνιση των θετικών επιστημών και ο αρχαιολατρικός προσανατολισμός τους. Η επαγγελματική αυτή προετοιμασία συναρτάται με τη διαδικασία ανασύνθεσης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, τουλάχιστον στο σώμα των εκπαιδευτικών, με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας. Τούτο προκύπτει επίσης από το δεύτερο άρθρο του προγράμματος του "Λαϊκού Κόμματος" που προσβλέπει στην ειδίκευση των δημοσίων υπαλλήλων, με την επιμόρφωσή τους στο εξωτερικό και την πρόσκληση "ξένων οργανωτών" για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών. Ο Δελμούζος στη μονογραφία του για τη Φιλοσοφική Σχολή, που προϋποθέτει τις μεσοπολεμικές συζητήσεις για τη μεταρρύθμισή της και ένα μέρος της είχε δημοσιευθεί ήδη το 1938, επιμένει στην ειδίκευση των σπουδών της, επαγγελματικών ή όχι, μνημονεύοντας τον ιδρυτικό νόμο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που προέβλεπε η Φιλοσοφική του Σχολή να χορηγεί ένδεκα πτυχία, μολονότι τώρα αποδοκιμάζεται το "θάμπωμα μπροστά στον τεχνικό πολιτισμό" και ο "νεοελληνικός πολιτισμός" εμφανίζεται να αναζητά στην κλασική αρχαιότητα τη "μοναδική εθνική μορφωτική πηγή" του (1944: 36, 76, 15, 17). Η παλαιότερη διαπίστωση ότι στην εκπαίδευση ο "φυσικός κόσμος υποτάζεται αλύπητα στον ιστορικοφιλολογικό" (1916:188) είχε από χρόνια αποσιωπηθεί.

β) Η αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών δεν έχει στενά εργασιακά όρια, αλλά συνάπτεται με την κοινωνική αποστολή του "Δημοτικισμού", όπως την εννοούν οι "Κοινωνιολόγοι" που στρέφουν γενικότερα τη διανοητική εργασία προς την απόπειρα ανάπλασης των δομών της κοινωνίας. Στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας, από κύκλους της ελληνικής νεολαίας που σπουδάζει ή μετεκπαιδεύεται κυρίως στη Γερμανία, όπου η σοσιαλδημοκρατία κέρδισε τη μεγαλύτερη εμβέλεια των ιδεών της, μορφοποιείται -με αλλεπάλληλα και κάποτε αντιτιθέμενα οργανωτικά σχήματα- η θεμελιωμένη στις κοινωνικές επιστήμες συλλογική κοινωνική κριτική. Το έναυσμα απλώς δίνει το Κοινωνικόν μας ζήτημα του Σκληρού, ο οποίος σε συσχετισμό με την υπόθεση Dreyfus καλείται να αναλάβει "επικεφαλής" του σοσιαλιστικού αγώνα (Γιαννιός 1908: 2), και η "Κοινωνιολογική Εταιρία" θα συσταθεί για να υποβοηθήσει τις φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και οικονομικές μελέτες από τη μια και να εργασθεί για να καταστούν "κοινά τα μέσα της παραγωγής" και συνάμα να ρυθμισθεί η "διανομή του πλούτου αναλόγως των αναγκών εκάστου"

Σελ. 511
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/512.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

(1908:3) από την άλλη. Εύγλωττος έτσι είναι ο δίσημος, τελικά, όρος "Κοινωνιολόγοι" που εκτός από την καλλιέργεια της κοινωνιολογικής έρευνας δηλώνει και την "κοινωνιστική" θεωρία και πράξη. Τα προβλήματα της εθνικής ολοκλήρωσης, της λαϊκής γλώσσας και της εκπαίδευσης, της αγροτικής και της εργατικής νομοθεσίας, υπήρξαν βέβαια τα καθοριστικά σημεία σύγκλισης με το βενιζελισμό και της μετατροπής της κοινωνικής τους κριτικής σε πολιτική ένταξη. Το ίδιο άλλωστε συνέβη, με κάποια διαφορά χρόνου και με καταλυτικό γεγονός τη συμμετοχή της χώρας στον (πρώτο) παγκόσμιο πόλεμο, και στις υπόλοιπες "κοινωνιστικές" ομάδες που συναποτέλεσαν τους κυριότερους "οργανικούς διανοούμενους" του καθεστώτος, όταν η αναδιάρθρωση των θεσμών ήταν αίτιο και αποτέλεσμα της ενεργού τους παρουσίας. Ενδεικτική, σ' αυτό το σημείο, είναι η μετάπτωση των προσεγγίσεων του "δημοτικισμού" που από κίνημα κοινωνικής αναμόρφωσης, όπως δεν είχε βάσιμες αντιρρήσεις να τον κατανοεί και ο Δελμούζος (1907: 34), αντιμετωπίζεται ως συνώνυμο του "αληθινού συγχρονισμού" που επιβάλλεται να χαρακτηρίζει το νεοελληνικό πολιτισμό με την τόνωση των "γόνιμων στοιχείων" του και την ταυτόχρονη "ζωντανή αφομοίωση των ξένων" (1926: 29). Σ' αυτή τη συνάφεια "ανεδαφικός" δεν εμφανίζεται μόνο ο "αρχαϊσμός", αλλά και ο κομμουνισμός ως "καθαρευουσιανισμός" της πολιτικής ζωής (1925: 9/10· πρβλ. 1916: 193).

γ) Η πρόθεση για την αναδιάρθρωση των πανεπιστημιακών Σχολών προϋποθέτει ορισμένο σχήμα για την ταξινομία των επιστημών και μια συγκεκριμένη αξιολόγηση της δυναμικής τους, όπως παρατηρείται με την πρόταξη των κοινωνιολογικών ενδιαφερόντων των ιδρυτικών μελών του "Λαϊκού Κόμματος" και την αναβάθμιση των θετικών επιστημών στο σχολικό πρόγραμμα που εισηγούνται. Η θεωρία των επιστημών συνδέεται ωστόσο με κάποια κατεύθυνση φιλοσοφίας της ιστορίας και ειδικότερα, κατά τη διαδεδομένη αντίληψη της εποχής, με ορισμένη τάση φιλοσοφίας του πολιτισμού. Εδώ ιδιαίτερα γόνιμο υπήρξε το γερμανικής καταγωγής ζεύγος "Kultur"-"Zivilisation", όπως το χρησιμοποίησαν μετά την αφομοίωσή τους από το βενιζελισμό αρκετοί από την αρχική ομάδα των "Κοινωνιολόγων". Ο Γ. Χαριτάκης, για παράδειγμα, αντλεί από τις θεωρήσεις του Alfred Weber, με ρητή την πρόθεση να εξουδετερωθούν οι θέσεις του μαρξισμού από τις αναζητήσεις του νεοκαντιανισμού, ευελπιστώντας ότι ο "συγχρονισμός" του ελληνισμού προς τον ευρωπαϊκό "πολιτισμό" ("Zivilisation") είναι εφικτός, αρκεί να μην ανασταλεί η "εξέλιξις της εθνικής καλλιεργείας". Οι επιμέρους εκφάνσεις του "τεχνικού πολιτισμού" -λογική, ψυχολογία, φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, τεχνική και μέθοδος εργασίας- δεν γνωρίζουν πατρίδα, ενώ αντίστροφα στον "πνευματικό πολιτισμό" ισχύει η αρχή ότι ανάλογα με την ιδιοσυστασία του κάθε λαός διαμορφώνει τη δική του "Καλλιέργεια" ή "Kultur" (1921: 21-39). Η διάκριση αυτή υπήρξε αναγκαίος συμβιβασμός, εύθραυστος ωστόσο

Σελ. 512
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/513.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

και από τις δύο πλευρές που αγωνίζονταν να νομιμοποιήσουν την αυθυπαρξία τους. Ο Δελμούζος, όπως είδαμε παραπάνω, επιδίωξε ο "συγχρονισμός" του "νεοελληνικού πολιτισμού" να συμπεριλάβει, στο όνομα του "θετικισμού", τις εξελιγμένες μορφές των τεχνολογικών μέσων, μια και θα ήταν κωμικό να επαναπαύεται η χώρα στον "αραμπά ή το ησιόδειο άροτρο" (1926: 28, 29). Το θεώρημα της "νεοελληνικής πραγματικότητας", στο οποίο προσφεύγει μαζί με πλειάδα συγγενών διανοητών της ίδιας περιόδου, αντιστοιχεί σε μια θεωρία πολιτισμού που αναγορεύει την "ελληνικότητα" σε καίριο σημείο αντιδιαστολής προς τα "διεθνικό ταξισμό" και για τούτο επιστρατεύει την "εθνική μόρφωση", που φαίνεται να εξασφαλίζει ο δημοτικισμός, για την επίτευξη του "καθολικού ανθρωπισμού" (1926: 158, 153, 167).

δ) Η προσπάθεια εξισορρόπησης των επιπτώσεων της "εισαγόμενης" Τεχνικής με τις "άφθαρτες αξίες" του ελληνικού πολιτισμού δεν συσκότιζε το γεγονός ότι μετά τη μικρασιατική καταστροφή επιταχύνθηκε η εκβιομηχάνιση της χώρας, με τον υπερδιπλασιασμό της παραγωγής και λόγω του περιορισμού των εισαγωγών και του υψηλού κρατικού προστατευτισμού. Από θέσεις περισσότερο αμυντικές στοιχειοθετείται ένας αντιστραμμένος τεχνοκρατισμός που εκπροσωπούν οι "ειδικοί" της πνευματικής ζωής, για την οποία λέγεται ότι εξακολουθεί να σεμνύνεται το τρισχιλιετές έθνος. Η θεωρητική ωστόσο συνηγορία αυτής της επίκρισης του "τεχνικού πολιτισμού" όχι σπάνια ήταν εξίσου δανεική, όπως πιστοποιείται από την επίκληση συναφών δυτικοευρωπαϊκών αναλύσεων που χρησιμοποίησε σε διάλεξή του στον "Εκπαιδευτικό Όμιλο" ο Δελμούζος για να δείξει την "αποξένωση του ανθρώπου από τη ζωή με τη μεγάλη εξειδίκευση". Ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, μιλώντας από το ίδιο βήμα για τον πανεπιστημιακό θεσμό, αντιπαρατηρούσε ότι η αμφιβολία για την αξία της επιστήμης και η επισήμανση των κινδύνων της εξειδίκευσης μπορούν να "κολακεύσουν την εγχώρια αεροβατική διάθεση και να ξαναφέρουν από το παράθυρο τη νεοελληνική μεγαλοφυΐα και το νεοελληνικό υπερανθρωπισμό, που προσπαθήσαμε να διώξουμε από την πόρτα" (1923/ 1924: 203). Παρεκβατικά σημειώνω ότι ο Θεοδωρίδης, που πρωταγωνίστησε στη θνησιγενή ανασύσταση του "Εκπαιδευτικού Ομίλου", χαρακτήριζε στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου τη Φιλοσοφική Σχολή "Πανδιδακτήριο", προτείνοντας, μαζί με τον Ιμβριώτη, το χωρισμό σε ειδικότητες από τον πρώτο χρόνο των σπουδών που θα αποβλέπουν στην επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση των πτυχιούχων της (Ελεύθερα Γράμματα 1947: 78). Ο Δελμούζος, πάντως, που ήδη είχε δημοσιοποιήσει τις απόψεις του για το μέλλον της Σχολής, διαπίστωνε ότι η ειδίκευση έθραυσε γενικώς την "ενότητα του πνεύματος", ένα παραπάνω που στην Ελλάδα η πανεπιστημιακή διδασκαλία πάσχει από "υπερβολική στενότητα" και συνάμα από αφιλοσόφητο εμπειρισμό (1944:64).

Σελ. 513
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/514.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ε) Στην πλευρά των θιασωτών του αντιστραμμένου τεχνοκρατισμού, που ελέω "Πνεύματος" αυτοκαθορίζονται ως "ειδικοί" στη χειραγώγηση των φυγόκεντρων ροπών του κοινωνικού οργανισμού (ήδη ο Δελμούζος έβλεπε τη "νεοελληνική κοινωνία" να εκτρέπεται σε "άμορφο χάος"' 1926: 32), συνωθούνται κυρίως καθηγητές πανεπιστημιακών "θεωρητικών" σχολών (Θεολογική, Φιλοσοφική, Νομική). Στην τυπική εκδοχή των "τεχνοκρατών", δηλαδή των ειδικών για την επιτάχυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης και την "ορθολογική" διαχείριση της καρποφορίας της, ανήκουν καθηγητές του Πολυτεχνείου και της ΑΣΟΕΕ με ισχνή, τις περισσότερες φορές, κοινωνιολογική μόρφωση και με την ελπίδα ότι μπορούν να θέσουν σε τιμητική αποστρατεία την ταξική πάλη. Στην περίοδο της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της χώρας, μετά τη μικρασιατική καταστροφή και παρά τους κλυδωνισμούς που προκάλεσε η διεθνής οικονομική κρίση, οι τεχνικοί ιδιοποιήθηκαν σημαντικό μέρος της υπεραξίας που αποκτούσε ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός. Τούτο ακριβώς οδηγούσε τους εισηγητές του αντιστραμμένου τεχνοκρατισμού από το πεδίο των προνομίων και των "υλικών" απολαυών στην αυτάρκεια του "Πνεύματος", άσχετα αν η ευζωία του είχε χρεωθεί σε ξένες φάτνες και σε αλλοδαπά σπουδαστήρια. Η ολοκλήρωση των κεφαλαιοκρατικών δομών της ελληνικής οικονομίας και η σύστοιχη αναδιάταξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας επέφερε την ανάδειξη του στρώματος των διανοουμένων και συνάμα την εσωτερική τους διαφοροποίηση, με συμπληρωματικούς ρόλους τη διεκπεραίωση της προόδου των παραγωγικών δυνάμεων και την προβολή των αναντικατάστατων "αξιών" του ελληνικού έθνους. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι η γκραμσιανού τύπου αντιθετικότητα "παραδοσιακών" και "οργανικών" διανοουμένων, που ήδη είχαν σχηματισθεί στην εποχή της ανόδου των Φιλελευθέρων στην πολιτική εξουσία, αίρεται με την ένταξή τους στον ίδιο στίβο. Το ενιαίο ιδεολογικό εκκρεμές του μεσοπολέμου περιλάμβανε τους "ειδικούς" στη γονιμοποίηση τόσο της "Τεχνικής" όσο και του "Πνεύματος".

Με αφετηρία το πρόγραμμα του "Λαϊκού Κόμματος" και με άξονα την πορεία των θεωρητικών αντιλήψεων του Δελμούζου, που καλύπτουν στην περίπτωση αυτή περίπου τρεις δεκαετίες, στοιχειοθετήθηκαν ορισμένες πτυχές της ερευνητικής υπόθεσης ότι οι προτάσεις για την ανασύνταξη των σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής απορρέουν από επιστημολογικά και ιδεολογικά θεωρήματα που με τη σειρά τους διαθλούν συγκεκριμένες κοινωνικές απαιτήσεις. Από την αυτόνομη εμφάνιση των "Κοινωνιολόγων" ως τις τελευταίες φάσεις της ένταξής τους στο Βενιζελισμό του μεσοπολέμου επιχειρήθηκε η εξακρίβωση των θεμελίων του αιτήματος για την ειδίκευση των σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής που λειτουργούσε ως "Πανδιδακτήριο" και το καθηγητικό

Σελ. 514
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/515.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

της προσωπικό προωθούσε, συχνά, το συμβιβασμό των εκπροσώπων του "αντιστραμμένου τεχνοκρατισμού" με τους ειδικούς στην επιτάχυνση της προόδου των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Σ' αυτή τη ρευστή συνύπαρξη ο Δελμούζος μετατοπίζει αισθητά τις απόψεις του. Τουλάχιστον ως προς το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ είναι μάλλον άστοχη η διαπίστωση ότι υπήρξε "ανέκαθεν ιδεαλιστής και εθνολάτρης ουμανιστής" (Παπανούτσος 1978: 35).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βάρναλης, Κ., "Νεοελληνική πραγματικότητα και μαγεία", Αναγέννηση, τ. 1, τχ. 7, Μάρτ. 1927, σ. 388-398.

Γιαννιός, Ν., "Ο Νουμάς σ' ένα χρόνο", Ο Νουμάς, τ. ΣΤ΄, 13-1-1908, σ. 1-2.

Δανιηλίδης, Δ., "Οι Νεοέλληνες", Κοινότης, τ. Β', αρ. 33, 26-8-1923, σ. 7-8.

Δελμούζος, Αλ., Σαν παραμύθι, Αθήνα 1912.

―, "Δημοτικισμός και ελληνική παιδεία", Επιθεώρηαις Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, τ. 1, 1916, σ. 188-197.

―, "Οι κλασικοί σε μετάφραση", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, τ. 6, 1916, σ. 121-182.

―, "Προς την εκπαιδευτική αναγέννηση", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, τ. 7, 1917/ 1919, σ. 1-20.

―, Μαράσλειο και ζωή, Αθήνα 1925.

―, Δημοτικισμός και παιδεία, Αθήνα 1926.

―, "Λαχανιασμένη φευγάλα ή ο ελληνικός αρχοντοχωριατισμός" [1927], στο: Μελέτες και πάρεργα, τ. Β', Αθήνα 1958, σ. 227-295.

―, "Ο σκοπός και η σημασία της Φιλοσοφικής Σχολής", Νέα Πολιτική, τ. 2, 1938, σ. 580-598.

―, "Ο Δημοτικισμός και η επίδρασή του στην ελληνική παιδεία", Νέα Εστία, τ. ΚΣΤ΄, 1939, σ. 1463-1471.

―, Το πρόβλημα της Φιλοσοφικής Σχολής, Αθήνα 1944.

Εκπαιδευτικός Όμιλος, Καταστατικό, Αθήνα 1915.

"Ελεύθερα Γράμματα", "Ειδήσεις", Ελεύθερα Γράμματα, τ. 3, 1947, σ. 78.

Θεοδωρίδης, Χ., "Πανεπιστήμιο", Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, τ. 11, 1923/1924, σ. 184-203.

Κ(αραβίδας), Κ., "Αι συγκεντρώσεις του Εκπαιδευτικού Ομίλου", Κοινότης, τ. Β', αρ. 19, 20-5-1923, σ. 15-16.

"Κοινωνιολογική Εταιρία", ["Ιδρυτικό κείμενο", 1908], στο: Αλ. Παπαναστασίου, Μελέτες, Λόγοι, Άρθρα, επιμ. Ξ. Λευκοπαρίδη, Αθήνα 1957.

"Λαϊκόν Κόμμα", "Το πρόγραμμα", Ο Νουμάς, τ. Η', 1910, σ. 222-224, 236-237.

Ντέλος [=Δελμούζος], Αλ., "Στους δημοτικιστάς", Ο Νουμάς, τ. Ε', 19-8-1907, σ. 1-4.

Παπανούτσος, Ε. Π., Α.Π. Δελμοϋζος, Αθήνα 1978.

Χαριτάκης, Γ., "Αι περί εξελίξεως των κοινωνιών, του πολιτισμού και της καλλιεργείας (Kultur) ιδέαι του Alfred Weber και ο νεοελληνικός πολιτισμός", Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστήμων, τ. 1, 1921, σ. 21-39.

Σελ. 515
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/516.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 516
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/517.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΗΜΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ:

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

ΚΩΣΤΑΣ Β. ΚΡΙΜΠΑΣ

Τον περασμένο αιώνα το Πανεπιστήμιο Αθηνών υπήρξε μια από τις κύριες εστίες διαμόρφωσης ιδεολογίας και ένας από τους κύριους αγωγούς διάδοσής της, καθώς και γνώσης γενικότερα, τόσο στον Ελλαδικό χώρο όσο και στην καθ' ημάς Ανατολή. Ένα όμως Πανεπιστήμιο άξιο του ονόματός του πρέπει να αποτελεί κάτι παραπάνω, να είναι δηλαδή παραγωγός σημαντικής νέας γνώσης, νέας γνώσης αποδεκτής όχι μόνο από την εγχώρια αλλά και κυρίως από την διεθνή επιστημονική κοινότητα. Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι τόπος όπου επιτελείται έρευνα. Μόνο χάρη στην ερευνητική δραστηριότητα μπορεί να διατηρηθεί η ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης. Μόνον έτσι μπορούν να είναι ενήμεροι οι δάσκαλοί του και να παρέχουν διαρκώς εκσυγχρονισμένη γνώση. Γιατί χωρίς έρευνα παρατηρείται συνήθως η διαρκής επιστημονική υποβάθμιση του εκπαιδευτικού προσωπικού. Η διατήρηση ανεκτού επιστημονικού επιπέδου επιτυγχάνεται (τότε) μόνο με συνεχείς ενέσεις, δηλαδή με αφίξεις νεοεκπαιδευθέντων στο εξωτερικό, στα κέντρα παραγωγής της νέας γνώσης, στην εκάστοτε μητρόπολη.

Ποια λοιπόν υπήρξε η συμβολή τόσο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όσο και των άλλων ΑΕΙ της χώρας μας, από το 1837 ως σήμερα, στην παραγωγή νέας σημαντικής γνώσης; Και κυρίως στους τομείς, οι οποίοι στις μέρες μας θεωρούνται η αιχμή του δόρατος, εννοώ την φιλοσοφία, τα μαθηματικά, τις θετικές και τις εφαρμοσμένες επιστήμες (μηχανική, ιατρική, γεωπονία, κ.λπ.); Δεν έχει ακόμα γίνει μια τεκμηριωμένη μελέτη του θέματος, από τις αποσπασματικές όμως πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας διαγράφεται μια αποθαρρυντική εικόνα από μια τέτοια αποτίμηση.

Σκοπός μας δεν είναι βέβαια η κατάκριση ή η καταδίκη πολιτικών, ατόμων ή ομάδων, αλλά η περιγραφή καταστάσεων και η ερμηνεία τους με 

33

Σελ. 517
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/518.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

γενικούς μηχανισμούς /διαδικασίες ή και με ειδικά συμβεβηκότα. Μέχρι τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου τα ΑΕΙ μας τροφοδοτήθηκαν επιστημονικά, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από τα προηγμένα κράτη της Δ. Ευρώπης, γερμανικής ή γαλλικής γλώσσας. Αυτή η γερμανογαλλική περίοδος διαδέχτηκε μίαν άλλη προγενέστερη, κατά την οποία κυριαρχούσε η ιταλική επίδραση. Κατά την γερμανογαλλική περίοδο η παραγωγή νέας γνώσης υπήρξε γενικά πενιχρή, πάντοτε σχεδόν συναρτημένη προς τα κέντρα προέλευσης των ιθαγενών επιστημόνων στο εξωτερικό. Δεν εδημιουργήθηκε σημαντική τοπική παράδοση (παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις), δεν άνθισαν σχολές αλλά άτομα (αν και όταν άνθισαν), δεν υπήρξε γονιμοποιός συγχώνευση των εν μέρει διαφορετικών επιστημονικών παραδόσεων από τις οποίες προήρχοντο οι Έλληνες επιστήμονες. Και όταν ακόμη φάνηκαν σημάδια δημιουργίας ντόπιας παράδοσης, αυτή η παράδοση δεν απόκτησε βαθειές ρίζες, ήταν επιφανειακή: τούτο αποδείχτηκε από την ευκολία με την οποία το νέο αμερικανοαγγλικό κύμα την επικάλυψε χωρίς να συγχωνευθεί με αυτή ή να επηρεαστεί από αυτήν. Τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου ήσαν η απλή μεταφορά γνώσεων από το εξωτερικό και η σχετική στεγανότητα μεταξύ τοπικών ομάδων διαφορετικής επιστημονικής προέλευσης. Το κέντρο έμπνευσης, η εστία από την οποίαν εκπορεύονταν η γνώση, ήσαν οι χώρες της Δ. Ευρώπης. Κάθε καθηγητής, έστω και τρίτης τάξεως επαρχιακού Πανεπιστημίου μικρής γερμανικής ή γαλλικής πόλης, εμυθοποιείτο, αναφερόταν ως αυθεντία, λάμβανε τον φωτοστέφανο ημιθέου και την αρμόζουσα γι' αυτόν θέση στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού.

Στα χρόνια αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε ιδιαίτερα έντονη η χρονική υστέρηση των Ελλήνων Καθηγητών με την αναγκαστική αποκοπή τους από τα κέντρα της Δ. Ευρώπης και με την μετάθεση του μητροπολιτικού κέντρου στις αγγλοσαξονικές χώρες, στις οποίες συντελέστηκε μια επιστημονική επανάσταση σ' αυτήν τη χρονική περίοδο. Μεταπολεμικά μια νέα γενιά επιστημόνων μορφώθηκε, η γενιά του 1960-1970, η οποία σε μεγάλο βαθμό εκπαιδεύτηκε στις Η.Π.Α. και στην Αγγλία. Αυτή η γενιά, προερχόμενη από διαφορετική παράδοση, με δυσφορία αντιμετώπισε την ένταξή της σε δομές κεντροευρωπαϊκές, που σύμφωνα με τις αντιλήψεις της δεν ευνοούσαν την έρευνα, αλλά και με την μονοκρατορία της Καθηγητικής έδρας δεν της επέτρεπαν να διαδραματίσει αμέσως ηγεμονικό ρόλο. Ένα νέο ερευνητικό κέντρο εκτός των πανεπιστημιακών τειχών, ο Δημόκριτος, έγινε ο τόπος συνάθροισης αυτών των νέων ερευνητών και οι αγώνες για τη θέσπιση του Τμήματος σε αντικατάσταση της Πανεπιστημιακής έδρας το σημείο αναφοράς τους.

Η αλλαγή στη σύνθεση του καθηγητικού σώματος συντελέστηκε στα χρόνια της δικτατορίας. Πολύ αργότερα -μετά μια δεκαετία- θεσμοθετήθηκε

Σελ. 518
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/519.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

το Τμήμα αλλά σε μορφή τελείως αλλοιωμένη από αυτή την οποία είχαν συλλάβει οι επιστήμονες της γενιάς του 1960-1970. Στο μεταξύ ο Δημόκριτος χρηματοδοτήθηκε πλούσια και η προσπάθεια που καταβλήθηκε για την δημιουργία ερευνητικού κλίματος ήταν σημαντική. Παρ' όλα τα θετικά αποτελέσματα, τα οποία αναμφισβήτητα υπήρξαν, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήσαν κατά πολύ κατώτερα των προσδοκωμένων. Η αποτυχία φανερώνεται κυρίως στην διαφαινόμενη αδυναμία δημιουργίας ντόπιας επιστημονικής παράδοσης και στην διαρκώς μεγαλύτερη εξάρτηση από τις νέες μητροπόλεις παραγωγής καινούριας γνώσης. Πώς αντιμετωπίσθηκε αυτή η αποτυχία; Με την ίδια τακτική με την οποία είχε αντιμετωπισθεί προηγουμένως η ανεπάρκεια του Πανεπιστημίου Αθηνών: "Αν ένα Ίδρυμα δεν πάει και τόσο καλά ίδρυσε ένα νέο το οποίο θα αρχίσει τη ζωή του χωρίς τις επιβαρύνσεις του παλαιού". Το πρόβλημα δηλαδή αντιμετωπίστηκε και πάλι επιδερμικά. Για να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια των Εργαστηρίων του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεσσαλονίκης και άλλων, είχε ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο Πατρών, ο Δημόκριτος και το Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών, σήμερα Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Για να ξεπεραστεί η νέα ανεπάρκεια το Κράτος επιδόθηκε στην ίδρυση νέων κέντρων, του Πανεπιστημίου Κρήτης και του ΕΚΕΚ. Όλα αυτά συνδυάστηκαν κατά καιρούς με την προσπάθεια προσέλευσης Ελλήνων επιστημόνων της αλλοδαπής (είτε από την εποχή της δικτατορίας, είτε και μετέπειτα). Αλλά οι επιβαρύνσεις των παλαιοτέρων Ιδρυμάτων, που καθίστανται ακόμα περισσότερο έντονες με την αποδοχή από την πολιτεία αναξιοκρατικών συνδικαλιστικών αιτημάτων, οφείλονται στην παλαίωση και υποβάθμιση του επιστημονικού προσωπικού, καθώς και σε ατυχείς επιλογές ατόμων. Τα νέα Ιδρύματα έφεραν από γεννησιμιού τους αυτές τις αδυναμίες που γίνονται φανερές δύο περίπου δεκαετίες μετά την ίδρυσή τους, ενώ οι συνδικαλιστικές πιέσεις παρέμεναν παντού οι ίδιες, δεδομένου ότι όλα λειτουργούσαν στην ίδια κοινωνία. Θα ακολουθούσαν τα Ιδρύματα αυτά (ή θα ακολουθήσουν τα νεότερα), δηλαδή μετά είκοσιν έτη, τον κανόνα του Κ. Θ. Δημαρά, της επιστροφής στον μέσο όρο.

Οι ερευνητές, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ακολούθησαν δύο στρατηγικές ως προς την επιστημονική έρευνα, δηλαδή τους τρόπους διατήρησης των ερευνητικών δραστηριοτήτων. Η πρώτη γενιά, του 1960-1970, την οποία αποτελούσαν πλήθος ανομοιογενείς ως προς τους κλάδους ερευνητές, δεν συγκρότησε ομάδες επιστημόνων με το ίδιο επιστημονικό status. Δεν συγκροτήθηκαν ομάδες με ίσους ή ισότιμους ερευνητές, αλλά συνήθως καθένας τους περιστοιχίστηκε από νεώτερους ερευνητές, τους οποίους διαμόρφωσε λίγο-πολύ ο ίδιος. Οι πιο επιτυχημένοι εξακολούθησαν να έχουν διαρκή και συχνό αγωγό επικοινωνίας με την ομάδα ή την σχολή της μητρόπολης από όπου προήλθαν. Αποτέλεσαν, κατά κάποιο τρόπο, επιστημονικά ερευνητικά 

Σελ. 519
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/520.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

υποκαταστήματα του κεντρικού καταστήματος εδρεύοντος στη μητρόπολη. Δημοσίευσαν τις ερευνητικές τους εργασίες σε διεθνή περιοδικά της μητρόπολης, κτήμα πλέον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και γνωστές στους ειδικούς, οι οποίοι κατά πλειονότητα, αν όχι και ολότητα, δεν ήταν ντόπιοι. Αλλά με αυτόν τον τρόπο άσκησαν μικρότερη επίδραση ώστε να συγκροτηθεί και να δημιουργηθεί ντόπια παράδοση και η συμβολή τους σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη δημιουργία νέας γνώσης στα πλαίσια της σχολής της μητρόπολης στην οποία ανήκαν. Κατά κάποιο τρόπο συνέχιζαν την τακτική των παλαιοτέρων γενεών της γερμανογαλλικής προέλευσης, με δύο όμως σημαντικές διαφορές: υπάρχει τώρα διαρκής επικοινωνία με το μητροπολιτικό κέντρο και συνεχής παραγωγή νέας γνώσης σε συνάρτηση προς το κέντρο αυτό. Αλλά παρά τη συνεχή επικοινωνία, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας μέσα στον ίδιο κλάδο και το περιορισμένο μέγεθος της επιστημονικής κοινότητας συνετέλεσαν ώστε να εμφανισθούν τάσεις «ενδογαμίας», κάποια επαναληπτικότητα στην έρευνα και τέλος ερευνητική στασιμότητα.

Η δεύτερη στρατηγική είναι της γενιάς του 1970-1985. Εφαρμόστηκε στις μέρες μας και ιδιαίτερα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Έχει κάποιες μακρινές ομοιότητες προς ό,τι συνέβη στο Ισραήλ, πώς δηλαδή ένα μικρό σε μέγεθος κράτος διατήρησε Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, όλα κέντρα αριστείας (centers of excellence). Το Ισραήλ βασίστηκε βέβαια στην ύπαρξη μεγάλης εβραϊκής επιστημονικής κοινότητας στο εξωτερικό, πολλά από τα μέλη της οποίας κατέχουν θέσεις-κλειδιά στο επιστημονικό κατεστημένο της μητρόπολης. Ένα διαρκώς ανοικτό κανάλι επικοινωνίας ενώνει τους ντόπιους με τους ομογενείς της διασποράς, ένα κανάλι τόσο πλατύ, ώστε οι ντόπιοι αντιμετωπίζονται ως οργανικά και ισότιμα μέλη της επιστημονικής κοινότητας της μητρόπολης.

Η ελληνική επιστημονική διασπορά ούτε τόσο πολυπληθής ήταν και είναι, ούτε τόσο σημαντική. Μόνο μετά την δεκαετία του '70 άρχισαν να πληθαίνουν οι λίγοι και δακτυλοδεικτούμενοι Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής που κατείχαν σημαντικές θέσεις στο επιστημονικό κατεστημένο της μητρόπολης (όπως πριν από το '70 ο παθολόγος Κοτζιάς, ο κυτταρολόγος Παπανικολάου, ο μυκητολόγος Αλεξόπουλος και ο μηχανικός Γυφτόπουλος). Ορισμένοι λοιπόν από τους Έλληνες επιστήμονες της διασποράς που είχαν οργανικές και μόνιμες θέσεις στα Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα της μητρόπολης επανήλθαν στη χώρα μας, σε πανεπιστημιακές θέσεις, μόνον μερικώς, ενώ διατήρησαν ταυτόχρονα τις προηγούμενες θέσεις τους. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο Ισραηλινό και το Ελληνικό παράδειγμα. Ο περιορισμένος αριθμός των Ελλήνων επιστημόνων με θέσεις στο κατεστημένο του εξωτερικού δεν επέτρεψε διαφορετικά πρόσωπα να παίζουν ρόλο του επιστήμονος της διασποράς και το ρόλο ιθαγενούς επιστήμονα. Αυτό, βέβαια, είχε θετικές και αρνητικές

Σελ. 520
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/521.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

επιπτώσεις. Η μερική επάνοδος, η διατήρηση δηλαδή της θέσης του εξωτερικού, εξασφάλισε αμεσώτερη πρόσβαση στην επιστημονική κοινότητα της μητρόπολης, καθώς επίσης και μια λογιστική υποστήριξη των εγχώριων προσπαθειών. Αλλά, και κυρίως, διατήρησε το γόητρο με το οποίο περιβάλλοντο και το οποίο απαλείφεται αργά αλλά σταθερά μετά την οριστική αποχώρηση του επιστήμονα από την μητρόπολη. Η στρατηγική αυτή αποδείχτηκε τελεσφόρα στην περίπτωση κλάδων με ιδιαίτερα ταχεία τεχνική ή άλλη πρόοδο (άλλωστε η εξέλιξη διαρκώς επιταχύνεται στους περισσότερους, αν όχι σε όλους τους κλάδους). Είναι βέβαιο ότι η μερική επάνοδος αποτελεί λύση ανάγκης και όχι άριστη, όπως το Ισραηλινό υπόδειγμα. Δημιουργεί προβλήματα και τριβές. Είναι όντως δύσκολη η σύγχρονη ποδηγέτηση δύο ερευνητικών ομάδων που τόσο πολύ αφίστανται τοπογραφικά. Οι δυσχέρειες επαυξάνονται στη χώρα της ημιπεριφέρειας: η έλλειψη υποδομής και η γενικότερη κατάσταση καθιστούν απαραίτητη την διαρκή παρουσία του οδηγού-ερευνητή και την διαρκή απασχόλησή του για να ολοκληρωθεί ακόμα και το μικρότερο έργο. Αυτές είναι οι γενικές αντικειμενικές δυσχέρειες στις οποίες πρέπει να προστεθούν και ειδικές, όπως δηλαδή η έλλειψη θεσμικής κατοχύρωσης μιας τέτοιας διθεσίας και η ζηλοφθονία συναδέλφων του εσωτερικού. Τα αρνητικά σημεία της δεύτερης στρατηγικής συμπληρώνονται με την απαράδεκτη τακτική ορισμένων, οι οποίοι απλώς επωφελούνται της διθεσίας χωρίς να προσφέρουν σημαντική βοήθεια. Έτσι μέχρι στιγμής δεν προοιωνίζεται η επίλυση του προβλήματος της έρευνας στην χώρα μας, χώρα της ημιπεριφέρειας.

Τι λοιπόν συμβαίνει με τα κράτη της ημιπεριφέρειας, γιατί φαίνεται τόσο δύσκολο να δημιουργηθεί ντόπια παράδοση, γιατί άραγε υπάρχει δυσχέρεια να διατηρηθεί σε υψηλό επίπεδο η επιστημονική στάθμη και μάλιστα χωρίς προσφυγή στις περιοδικές ή και συνεχείς ανανεώσεις με αφίξεις από την μητρόπολη; Μπορεί κανείς να επικαλεσθεί διάφορες κατηγορίες παραγόντων για να εξηγήσει αυτή την κατάσταση:

α) Παράγοντες που αναφέρονται στην κατάσταση των πραγμάτων του κράτους της ημιπεριφέρειας και οι οποίοι οφείλονται μερικά σε β) παράγοντες που αφορούν την ιστορική διάσταση, και γ) στον παρεμποδιστικό παράγοντα που ασκεί η εκάστοτε μητρόπολη.

Αυτοί οι παράγοντες δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους και ο διαχωρισμός τους είναι σχηματικός και συμβατικός. Οι επιπτώσεις της δράσης τους οφείλονται πολλές φορές σε αλληλεπιδράσεις. Οι ιστορικοί παράγοντες σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσαν την τωρινή κατάσταση των πραγμάτων, αφετέρου, όπως θα δούμε παρακάτω, στην ελληνική περίπτωση ειδικότερα, επαυξάνουν την παρεμποδιστική δράση που ασκεί η μητρόπολη.

Διαφέρουν οι συνθήκες της μητρόπολης από εκείνες που χαρακτηρίζουν

Σελ. 521
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/522.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

την ημιπεριφέρεια. Αυτές οι τελευταίες ασκούν παρεμποδιστική επίδραση στην ανάπτυξη της έρευνας. Οι βιομηχανίες, που θα χρηματοδοτούσαν ορισμένες ερευνητικές δραστηριότητες για ίδια συμφέροντα (είτε προσδοκώντας οικονομικά οφέλη ή απλώς γόητρο και μια καλή δημόσια εικόνα), στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρονται για την στήριξη της έρευνας: είναι ευκαιριακές βιομηχανίες και οικονομικά αδύναμες. Τούτο συνδυάζεται με μια αλλοπρόσαλλη κρατική πολιτική χρηματοδότησης, με συχνές αλλαγές κατεύθυνσης ή και ποσότητας διατιθέμενων χρημάτων. Προσωπικές παρεμβάσεις ισχυρών ατόμων μπορούν να ανοίξουν κρουνούς χρηματοδότησης ή να στρέψουν τα λίγα κρατικά χρήματα που διατίθενται προς διαφορετική κατεύθυνση. Αυτά συνδυαζόμενα με την εγγενή τοπική φιλαρχία και φιλοπρωτία, καθώς και την αδυναμία συνεργασίας, εικονογραφούν την έλλειψη συνέχειας και την εξάρτηση πολλών προσπαθειών από ελάχιστα ή ένα μόνο άτομο, με το οποίο θεσμοί, ιδρύματα, ή προσπάθειες αρχίζουν την ύπαρξή τους και την τελειώνουν.

Ανυπαρξία λοιπόν συνέχειας, ανυπαρξία σε μεγάλο βαθμό ορθολογικού και αξιοκρατικού διαμοιρασμού των χρηματικών πόρων. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί μια ανεπαρκής κρατική μηχανή, η οποία επιπλέον δρα ανασταλτικά, δημιουργώντας δυσκολίες εκεί που εξ αντικειμένου δεν έπρεπε να υπάρχουν. Ένα μικρό βήμα αντιμετώπισης των δυσχερειών έγινε με την υπαγωγή ορισμένων κρατικών ερευνητικών κέντρων στον ιδιωτικό τομέα, την «ιδιωτικοποίησή» τους, την λειτουργία τους ως Ν.Π.Ι.Δ. Άλλο μικρό βήμα είναι η δημιουργία ειδικών λογαριασμών, τόσο στα ΑΕΙ, όσο και στα ΕΚ: Στους ειδικούς λογαριασμούς δεν ακολουθείται το δημόσιο λογιστικό. Η «ιδιωτικοποίηση» είχε αρχίσει από το Β.Ι.Ε. (τώρα Ε.Ι.Ε.), σημερινό παράδειγμα είναι το Ε.ΚΕ.Κ. του Πανεπιστημίου Κρήτης (σήμερα Ι.Τ.Ε.).

Μια ιδιαίτερα δυσμενής συνθήκη είναι η έλλειψη επαρκούς μεγέθους, επαρκούς πλήθους ερευνητών, συχνά πολύ πιο κάτω από την κρίσιμη μάζα. Μπορεί να παράγονται πολλοί «επιστήμονες» αλλά είναι κοινό μυστικό πως κινητήρια δύναμη για την μαζική αυτή παραγωγή είναι κατ' αποκλειστικότητα η επιθυμία της κοινωνικής ανόδου διαμέσου ενός μη χειρωνακτικού επαγγέλματος. Οι «επιστήμονες» αυτοί δεν έχουν έμφυτο ενδιαφέρον για την έρευνα, συνήθως ούτε καν για τον ίδιο τον επιστημονικό κλάδο που υποτίθεται ότι θεραπεύουν, αρκούνται στην απόκτηση των τυπικών μόνο προσόντων.

Κακός κρατικός μηχανισμός, ασθενής οικονομία, έλλειψη παράδοσης, ανεπάρκεια πραγματικών επιστημόνων και ερευνητών: μία άλλη έκφρασή τους είναι η δήλωση ότι στην Ελλάδα η αστική τάξη ήταν ισχνότατη. Από την τάξη αυτή κυρίως προέρχονται οι φορείς της πνευματικής παράδοσης, οι ερευνητές και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείονται άτομα άλλης προέλευσης. Οι εκτός αστικής προέλευσης νεοεισερχόμενοι, με τα πολλαπλά rite de passage και τον συγχρωτισμό τους με τους

Σελ. 522
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/523.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ήδη κατέχοντες, αστικοποιούνται, γίνονται μέλη αυτής της αστικής τάξης, εφόσον βέβαια είναι ολιγάριθμοι. Γιατί το Πανεπιστήμιο είναι προϊόν της αστικής τάξης. Μια μαζική εισβολή καταλύει την προϋπάρχουσα παράδοση με τις αξίες της και δημιουργεί ένα κενό. Στη χειρότερη περίπτωση βαίνουμε στην αποδιοργάνωση, στην καλλίτερη αναζητιούνται, εφευρίσκονται ή δημιουργούνται νέες αξίες. Μια εύκολη βέβαια λύση, δεδομένης και της έλλειψης δημιουργικής φαντασίας, είναι η άμεση, χωρίς μεταποίηση μεταφορά ξένων προτύπων και ξένων αξιών. Η μεταφορά αυτή, η οποία μαζί με την μεταφορά γνώσεων, έγινε στη χώρα μας τα τελευταία 150 χρόνια, ασφαλώς και προγενέστερα, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό και τις αξίες της ιθαγενούς αστικής τάξης. Έγινε όμως με πολύ πιο σταδιακό τρόπο από ό,τι σε περιόδους απότομων μεταβολών, πολύ πιο διακριτικά.

Όντως η αστική τάξη στην Ελλάδα, την οποία πολλοί λοιδωρούν και μέμφονται, ενώ ενδόμυχα προσβλέπουν να ενταχθούν σ' αυτήν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ήταν στη χώρα μας ολιγοπληθής και ανίσχυρη. Μετά το 1870 και ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εξακολούθησε μια ελεγχόμενη και ανοδική πορεία της, αύξηση του μεγέθους της με την σταδιακή απορρόφηση και ένταξη αγροτικού πληθυσμού. Η έλευση πολλών προσφύγων από τα αστικά κέντρα της Ιωνίας το 1922 έπαιξε μάλλον ενισχυτικό ρόλο. Μετά όμως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και κυρίως μετά τον εμφύλιο, πραγματοποιήθηκε μια τόσο μαζική είσοδος αγροτικού πληθυσμού, ώστε διελύθησαν οι προϋπάρχουσες δομές. Δημιουργήθηκε μια νέα τάξη η οποία ενώ άφηνε τις παραδοσιακές αγροτικές της αξίες δεν είχε αποκτήσει τις νέες, τις αστικές. Στον πανεπιστημιακό χώρο το κενό αναπλήρωσαν σε μεγάλο βαθμό αξίες οι οποίες μεταφέρθηκαν κατευθείαν, χωρίς μεταποίηση, από την αλλοδαπή, από τα κέντρα μαθητείας όσων, μεταπτυχιακά κυρίως, εκπαιδεύτηκαν εκεί. Τούτο πραγματοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα, ενώ προηγουμένως συνέβαινε σε πολύ πιο περιορισμένη. Αυτή η μεταφορά υπό περισσότερο ελεγχόμενες συνθήκες και οι προϋπάρχουσες δομές είχαν επιτρέψει πριν από το 1940 την δημιουργία ιχνών τοπικής παράδοσης. Η επιστημονική χρεωκοπία των δυτικοευρωπαϊκών μητροπολιτικών κέντρων και η αντικατάστασή τους με υπερπόντια ανέτρεψε μετά το 1950 αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων.

Οι δημογραφικές μεταβολές στην Ελλάδα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις μελλοντικές εξελίξεις. Πλήθος μεταγενέστερων φαινομένων μπορεί να ερμηνευθεί ικανοποιητικά με την αναζήτηση της αιτίας τους σ' αυτήν την δημογραφική μεταβολή, όπως είναι ο γιγαντισμός της κρατικής μηχανής και η συνακόλουθη υποβάθμιση και αναποτελεσματικότητά της, ειδικότερα ο γιγαντισμός και ραγδαία υποβάθμιση των A.E.I. Όντως από το 1940 ως το 1981 η ευρύτερη περιοχή των Αθηνών αυξήθηκε από 1.185 χιλιάδες κατοίκους σε 3.027 χιλιάδες. Σ' αυτή την

Σελ. 523
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/524.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

χρονική περίοδο πέραν της αναμενόμενης κανονικής αύξησης του πληθυσμού υπολογίζεται ότι εισέρευσαν στην Αθήνα 1.300 χιλιάδες νέοι κάτοικοι (ή με άλλο υπολογισμό 1.460 χιλιάδες) προερχόμενοι κυρίως από αγροτικές ή ημιαστικές περιοχές.1 Παρόμοια αύξηση παρατηρήθηκε στη Θεσσαλονίκη στην οποία η εισροή κατοίκων για το ίδιο διάστημα χρόνου υπολογίζεται σε 300 χιλ. περίπου. Το ίδιο φαινόμενο συνέβη και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα (όπως είναι η Πάτρα, το Ηράκλειο, η Λάρισα, η Καστοριά). Ο αγροτικός πληθυσμός που αποτελούσε το 52,4% του συνολικού πληθυσμού το 1940 μειώθηκε το 1981 στο 30,3%, ενώ πιθανολογείται ότι σήμερα είναι πραγματικά πολύ πιο κάτω από αυτό, γύρω στο 20%, αποτελούμενος όμως κυρίως από άτομα που πέρασαν τη παραγωγική τους ηλικία. Η περαιτέρω μείωσή του δεν θα αντιστοιχεί κατ' ανάγκην σε εσωτερική ή εξωτερική μετακίνηση αλλά σε μη αναπληρούμενη φυσιολογική φθορά. Για να ολοκληρωθεί σχηματικά η εικόνα πρέπει να προστεθεί ότι ο ρυθμός "αστικοποίησης" ήταν σχετικά μικρός στις δεκαετίες του '40 και '50, υπερδιπλασιάζεται κατά τη δεκαετία του '60 για να ξαναπέσει τη δεκαετία του '70 στο ύψος περίπου εκείνου της δεκαετίας του '40. Αυτήν την εικόνα δίνουν οι πληθυσμιακές μεταβολές της ευρύτερης περιοχής Αθηνών, ενώ μία περίπου αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και εκείνες της Θεσσαλονίκης.

Τα κοινωνικά/οικονομικά επακόλουθα μιας τέτοιας δημογραφικής αλλαγής ήσαν και πολλαπλά και σημαντικά. Ο "αστικοποιούμενος" πληθυσμός αναζήτησε θέσεις εργασίας τις οποίες δεν μπόρεσε να προσφέρει μια μη αναπτυγμένη βιομηχανία. Στην αναζήτηση εργασίας και μιας καλλίτερης τύχης, ο εργαζόμενος, συνήθως, προσέφευγε σε δύο εναλλακτικές λύσεις: στη μετανάστευση και στην ένταξή του στην κρατική μηχανή. Στο ίδιο χρονικό διάστημα (1946 ως 1981) υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν οριστικά 1.300 χιλιάδες Έλληνες. Η χρήση πολιτικών φραγμών, όπως τα μετεμφυλιακά πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, απαγόρευσαν σε ένα σημαντικό τμήμα του

———————

1. Ο υπολογισμός των 1.460 χιλιάδων προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του πληθυσμού της μείζονος περιοχής Αθηνών του 1981 και εκείνου τον οποίο θα παρουσίαζε αυτή η περιοχή εάν ο πληθυσμός της το 1940 αυξανόταν με το ίδιο ποσοστό με το οποίο αυξήθηκε ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας στην ίδια χρονική περίοδο, 1940-1981. Η εκτίμηση των 1.300 χιλιάδων έγινε με τη χρήση και των ενδιάμεσων απογραφών (1951, 1961 και 1971). Σ' αυτήν την περίπτωση ακολουθείται ο ίδιος τρόπος υπολογισμού, αλλά πάντοτε μεταξύ δύο διαδοχικών απογραφών και τελικά αθροίζονται οι διαφορές. Μια άλλη εκτίμηση, κατώτερη, θα προέκυπτε αν είχαμε απογραφές κάθε πενταετία ή κάθε έτος. Όλα τα πρωτογενή δεδομένα στα οποία βασίζονται τα στοιχεία των υπολογισμών είναι τα δημοσιευμένα στις επίσημες εθνικές στατιστικές. Κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60 εκτιμάται ότι 1,4 εκ. πληθυσμού σε σύνολο 9 εκ. εγκατάλειψε την ύπαιθρο. Βλ. Ν. Μουζέλης, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημιπεριφέρεια: Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική, Αθήνα, Θεμέλιο, 1987, στη σελίδα 240.

Σελ. 524
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/525.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

πληθυσμού την ένταξή του στην κρατική μηχανή και το έστρεψαν στην ιδιωτική οικονομία (συχνά σε παραοικονομικές δραστηριότητες). Αλλά ένα εξ ίσου σημαντικό τμήμα του επεδίωξε και κατόρθωσε να "εξασφαλισθεί" οικονομικά, εντασσόμενο στις κρατικές υπηρεσίες. Στην αρχή το απολυτήριο του Γυμνασίου, πολύ γρήγορα όμως το πτυχίο μιας Ανώτατης Σχολής αποτέλεσαν το εισιτήριο της εισόδου, το sine qua non προσόν για την υπαλληλοποίηση. Γι' αυτό ασκήθηκε ισχυρή πίεση να αυξηθεί ο αριθμός των φοιτητών στα A.E.I. Όντως ο αριθμός αυτός από το 1960 ως το 1980 τριπλασιάστηκε (από 30 χιλ. εγεγραμμένους φοιτητές το 1960 περάσαμε στους 90 χιλ.). Στις πιέσεις αυτές αύξησης αριθμού εισακτέων φοιτητών (αλλά και "φοιτητικών διευκολύνσεων" συχνά εξεταστικών) ενέδωσαν κατά καιρούς όλες οι κυβερνήσεις ώστε αδιατάρακτα να νέμονται την εξουσία. Καθώς και στη συναφή πίεση, τον διορισμό δηλαδή στην κρατική μηχανή. Επακόλουθο της αυξημένης εισροής φοιτητών στα A.E.I, υπήρξε και ο γιγαντισμός τους. Η αναγκαία αύξηση του αριθμού του εκπαιδευτικού προσωπικού, των χώρων και της οικονομικής χορηγίας στα A.E.I, ούτε συμβάδισε χρονικά με την φοιτητική εισροή (παρατηρήθηκε μια σημαντική χρονική υστέρηση), ούτε υπήρξαν επαρκείς όταν έγιναν ή δόθηκαν. Είναι γεγονός ότι ιδρύθηκαν νέα A.E.I, και ότι αυξήθηκε ο αριθμός των διδασκόντων. Αυτό το τελευταίο όμως έγινε αρχικά μόνο για τις κατώτερες βαθμίδες για δύο λόγους: οι φεουδαλικοί μηχανισμοί διανομής της εξουσίας εντός των A.E.I, ήσαν ακόμη ισχυροί και δεν υπήρχαν συχνά επιστήμονες αυξημένων προσόντων για να καταλάβουν ανώτερες θέσεις. Αυτό βέβαια οδήγησε στη δημιουργία μιας τάξης διδασκόντων κατωτέρων βαθμίδων και που είχαν συχνά και κατώτερα προσόντα. Η συνδικαλιστική τους δραστηριότητα εστιάστηκε λοιπόν σε διεκδικητικούς αγώνες στους οποίους τα αξιολογικά κριτήρια αποτελούσαν (όταν ανεφέροντο) μόνο ρητορικές εκφράσεις χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Γιγαντισμός ιδρυμάτων, πτώση ποιότητας, έλλειψη αξιοκρατίας, διεκδικητικές ενασχολήσεις από μέρους φοιτητών και τμήματος του διδακτικού προσωπικού αποτελούν πραγματικότητες που έντονα υπενθυμίζουν φαινόμενα και συμπεριφορές παρατηρούμενες σε χώρες μη αναπτυγμένες και που ίσως δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν. Αλλά την Ελληνική κοινωνία και κυρίως το πρόσφατα "αστικοποιημένο" τμήμα της πολύ λίγο απασχολεί και ενδιαφέρει η ποιότητα των σπουδών: το ζητούμενο είναι το τυπικό προσόν του πτυχίου, με το οποίο πληρούται, μερικά τουλάχιστον, το rite de passage για την πρόσληψη στην κρατική μηχανή.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι όλοι οι σύγχρονοι συγγραφείς (Κ. Τσουκαλάς, Κ. Σοφούλης, Α. Γιαννίτσης, Θ. Παπαχρίστου, Γρ. Σηφάκης και πολλοί άλλοι)2 που έχουν μελετήσει και περιγράψει μεγάλο μέρος του 

———————

2. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των 

Σελ. 525
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/526.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

μηχανισμού που προαναφέρθηκε, έχουν συγχρόνως αποφύγει επιμελώς να συνδέσουν τα φαινόμενα που παρατηρούνται με το γενεσιουργό τους αίτιο, την μαζική μεταπολεμική ατελή "αστικοποίηση" και ιδίως εκείνη της δεκαετίας του '70. Αυτός ο αγροτικός πληθυσμός απότομα έπαψε να είναι αγροτικός και δεν κατάφερε να γίνει τελείως αστικός, μπόρεσε όμως να μην προλεταριοποιηθεί αλλά να προσβλέπει προς την μικροαστικοποίηση. Υψηλό στέλεχος της Κτηματικής Τράπεζας επαίρετο στις αρχές του '70 σε κυβερνητικό στέλεχος ότι επετελέσθη από την Τράπεζα αυτή "εθνικόν έργον" αφού με τα δάνειά της απέκτησαν ιδιόκτητη στέγη (στις παρυφές των Αθηνών) οι εσωτερικοί αυτοί μετανάστες "και έτσι έγιναν νοικοκυραίοι". Άγομαι να πιστέψω ότι η παράλειψη αναφοράς της γενεσιουργού αιτίας οφείλεται σε ιδεολογικούς λόγους. Όντως δεν περιποιεί ιδιαίτερη τιμή να ανήκει ή να προέρχεται κάποιος από μια μη πλήρως αστικοποιημένη τάξη ούτε ένα τέτοιο φαινόμενο ή τάξη συνιστά ηρωικό στοχείο ή επιτρέπει εξιδανικευτική κατασκευή. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται να εισπράττεται από τους σημερινούς διανοούμενους αριστερούς αστούς.

Μαζί με την αδυναμία της ιθαγενούς αστικής τάξης συνδυάζεται και η ιδιάζουσα απομόνωση της ερευνητικής κοινότητας λόγω της νεοελληνικής γλώσσας, μιας γλώσσας που μιλιέται από λίγους και πάντως όχι από την διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα. Η γλώσσα αυτή αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο, δεν διευκολύνει την ενσωμάτωση των Ελλήνων ερευνητών στην διεθνή κοινότητα. Από παλιά, βέβαια, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές, με την εκπαίδευση ή μετεκπαίδευσή τους στην αλλοδαπή (πριν από το 1940 ελάχιστοι εστερούντο κάποιας μάλλον μακροχρόνιας τέτοιας εκπαίδευσης) ήσαν κάτοχοι μιας, δύο ή και περισσοτέρων ξένων γλωσσών που αποτελούσαν τα όργανα της γλωσσικής επικοινωνίας στον διεθνή επιστημονικό χώρο. Τα γερμανικά και γαλλικά του περασμένου αιώνα, των αρχών του δικού μας και του μεσοπολέμου αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας σε κάποιο σημαντικό βαθμό από τα αγγλικά. Τα προβλήματα όμως παραμένουν τόσο στη διατύπωση νέων επιστημονικών όρων, τυπικών εκφράσεων, τρόπων σκέψεως που αποδίδονται με γλωσσικές ιδιομορφίες, από τη γλώσσα της μητρόπολης στα νεοελληνικά, όσο και στην άνεση της έκφρασης και γραφής στη γλώσσα της μητρόπολης από πρόσωπα των

———————

Εκπαιδευτικών Μηχανισμών στην Ελλάδα 1830-1922, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977· του ίδιου, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος. Η συγκρότηση του Δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1981· του ίδιου, Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στην μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1986· Κ. Σοφούλης, Το Βήμα, 30.11.1986 και 22.3.1987, σ. 42· Τ. (=Α.) Γιαννίτσης, Τα Νέα, 1.8.1986· Θ. Παπαχρίστου, Τα Νέα, 3.12.1987, σ. 4 και 4.12.1987, σ. 4· Γρ. Σηφάκης, Οικονομικός Ταχυδρόμος, 46: 30-41 (12.11.1987), 47: 42-47 (19.11.1987), 48: 27-32 (26.11.1987).

Σελ. 526
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 507
    19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

    Το παρελθόν που υποθηκεύει το μέλλον

    Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 1987

    Απογευματινή συνεδρία

    Πρόεδρος: ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΡΤΙΛΗΣ