Συγγραφέας:Καλαφάτη, Ελένη
 
Τίτλος:Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)
 
Υπότιτλος:Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:8
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:288
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1821-1929
 
Περίληψη:Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξη του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζεται αφενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις. Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη του ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 58.29 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 145-164 από: 372
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/145.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

'Αν ληφθούν υπόψη η στάση της κεντρικής διοίκησης και των τοπικών αρχών η κατάσταση των σχολείων όπως περιγράφεται από τους δασκάλους, αλλά και το πεδίο στο οποίο εκτείνονται,, οι (αιτήσεις τους' και επίσης, τα 296 κτίρια τα οποία σύμφωνα με τη στατιστική του 1911 κατασκευάστηκαν , διαρρυθμίστηκαν η, απλά τέθηκαν στη διάθεση του σχολείου από τις κοινότητες -δηλαδή τους κατοίκους των αγροτικών οικισμών- - Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι κατά τη διάρκεια των 50 χρόνων που ακολουθούν τη δημοσίευση του νόμου που θεμελίωσε το πρωτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα, το ζήτημα του σχολικού κτιρίου, και η καινοτομία του επίσης, έγκειται στην εξειδίκευση ενός τόπου και την απομόνωσή του στα πλαίσια μιας κοινότητας. Η πρόοδος του σχολικού δικτύου, η διείσδυση του σχολείου σε ολόκληρη τη χώρα, η επιρροή του στον πληθυσμό και η αύξηση των σχολικών μεγεθών σχετίζονται επίσης μ' αυτήν την εξειδίκευση.

Γύρω στο 1880 μια άλλη διάσταση του ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων έρχεται σε πρώτο πλάνο: η ποιότητα τους. Αυτό που απαιτείται πλέον δεν είναι μόνο ένα "μόνιμο"1 σχολικό κτίριο αλλά ένα σχολικό κτίριο "κατάλληλο". Η παιδαγωγική λειτουργία του υλικού πλαισίου του σχολείου υπογραμμίζεται: "[...] εν τω σχολείω, πολλάς ώρας διατριβών ο παις, κατ' ολίγον δύναται να λάβη ακριβή έννοιαν της καθαριότητος, της τάξεως, της φιλοκαλίας· μεγάλη δε είνε η μορφωτική δύναμις, ην ασκούσιν επί του ήθους των παίδων τα καθ" ημέραν προσπίπτοντα εις την αίσθησιν των αντικείμενα"2. Τον τονισμό αυτόν της παιδαγωγικής δύναμης του υλικού περιβάλλοντος του σχολείου, θα πρέπει να τον δούμε σε σχέση με μια γενικότερη κίνηση που εκδηλώνεται

1. "Μόνιμο" η "προσωρινό" είναι μια από τις ερωτήσεις τις σχετικές με το κτίριο που περιέχουν τα φύλλα των τριμηνιαίων ελέγχων. Οι άλλες αφορούν τον Ιδρυτή, την κατάσταση,, τη χωρητικότητα και την κατάσταση του υλικού.

2. Εγκύκλιος του Υπουργείου της Δημοσίας 'Εκπαιδεύσεως αρ. 7694/20 Σεπτεμβρίου 1879, "Περί βελτιώσεως των δημοτικών σχολείων", μονόφυλλο, Δ.Α.Ν., φάκ. 0.30/ 1879.

10

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/146.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

την εποχή αυτή υπέρ ενός αναπροσανατολισμού της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με σύνθημα "για ένα παιδαγωγικό σχολείο".

1. ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ (1870-1895)

Γύρω στη δεκαετία του 1870 ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση και διατυπώνονται έντονες κριτικές για την κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης. Η κίνηση αυτή, που οι πρώτες εκδηλώσεις της σημειώνονται γύρω στο 185Ο1, εγγράφεται στα πλαίσια γενικότερων μεταβολών της νεοελληνικής κοινωνίας. Προς το τελευταίο τρίτο του 19ου αι. "κάποιο ρήγμα διανοίχτηκε στις παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές"2. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 διαπιστώνεται μια ανάπτυξη του αστικού χώρου (βλ. Πίν. ΧΠ), ενώ ένας αγροτικός πληθυσμός περισσότερο πυκνός και με κανονικότερη κατανομή μπορεί να εκμεταλλευτεί καλύτερα τους φυσικούς πόρους της χώρας3. Στην ίδια εποχή τοποθετούνται οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα 4. Στο πολιτικό επίπεδο, το δεύτερο μισό του 19ου αι. χαρακτηρίζεται από ένα μεταρρυθμιστικό αστικοφιλελεύθερο κίνημα5, που εκτείνεται επίσης στο πολιτιστικό και ιδεολογικό επίπεδο. Η περίοδος αύτη χαρακτηρίζεται από τη "διεκδίκηση του αστικού ορθολογισμού, της αιτιοκρατικής σκέψης, διεκδίκηση της δίκαιης και απροσωπόληπτης πολιτικής εξουσίας, της σωστής λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος, διεκδίκηση της οικονομικής ανάπτυξης και γενικά της προόδου"6.

Στο πλαίσιο αυτό η εκπαίδευση του λαού κατέχει μια εξαιρετικά σημαντική θέση τόσο στον επίσημο λόγο όσο και στο λόγο των φιλελεύθερων διανοουμένων. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος: "Η Ελλάς σήμερον, ως παν έθνος επιθυμούν την αληθή αυτού πρόοδον, οφείλει ν' απόκτηση προ πάντων τέλεια δημοτικά σχολεία, ένθα οι παίδες των πολλών ν' ανατρέφωνται θρησκευτικώς και ηθικώς, να αναπτύσσωνται πνευματικώς και σωματικώς, και να διδάσκωνται ως οίον τε πρακτικώτερον όλας τας

1. Βλ. Σ. Παπαδημητρίου, Ιστορία του δημοτικού μας σχολείου, ό.π., σ. 81-87

2. Χρ. Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Ιστορικό Αρχείο/Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 347.

3. στο ίδιο, σ. 129-130

4. στο ίδιο, σ. 117.

5. Βλ. Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 1976, σ. 94-97· Κ Τσουκαλάς, Κοινωνική ανάπτυξη και Κράτος. Η συγκρότηση του δημόσιον χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα 1981, σ. 302 κ έ.

6. A. Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι Αθήνα 1977, σ. 17-19.

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/147.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

εις πάντα άνθρωπον αναγκαίας γνώσεις"1.

Αυτό το "τέλειο" δημοτικό σχολείο, είναι ένα σχολείο με τονισμένο τον ηθικοπλαστικό του χαρακτήρα. Η πεποίθηση ότι η ηθική κατάσταση της οικογενείας και του κλήρου δεν τους επιτρέπει να αναλάβουν την αγωγή των παιδιών εμφανίζεται αρκετά διαδεδομένη2. Το καθήκον αυτό ανήκει στο σχολείο: "Επτάωρος διατριβή του παιδός εν τω σχολείω μακράν των γονέων του καθίστησιν αυτόν ως μηχανήν τελειοποιουμένην εφ' όσον ο διδάσκαλος είναι δόκιμος και ήθικός"3.

Στό σχολείο επίσης ανήκει η αγωγή του πολίτη. Δέν πρόκειται για μια νέα θέση, αλλά για μια θέση που παίρνει νέα διάσταση μετά τη θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας και τις νέες συνθήκες κοινοβουλευτικής ζωής στην Ελλάδα4. Η εκπαίδευση του λαού θεωρείται βασικός όρος για τη σωστή λειτουργία ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος: "Η εκπαίδευσις του λαού συμβαδίζει πάντοτε μετά της ελευθερίας' ο θέλων να έχη ελεύθερον πολίτευμα, δικαιώματα καθολικής ψηφοφορίας, του συνέρχεσθαι, του νομοθετείν, του διοικείν δι' αντιπροσώπων του, πρέπει να έχη και εκπαίδευσιν καθολικήν και τελείαν"5.

Οι "αναγκαίες γνώσεις" αποκτούν επίσης μια νέα διάσταση μέσα στο λόγο της εποχής. Πρέπει να παρασχεθούν, στα παιδιά που θα ασκήσουν ένα επάγγελμα μετά τις πρωτοβάθμιες σπουδές τους, όλες οι γνώσεις που απαιτούνται από την ανάπτυξη των επαγγελμάτων. Η μηχανική διδασκαλία της ανάγνωσης, της γραφής και της αριθμητικής δεν θεωρείται αρκετή σε μια εποχή όπου "η εφαρμογή των πορισμάτων των φυσικών επιστημών εν τη γεωργία, τη βιομηχανία και τω εμπορίω και ο εν αυτοίς παγκόσμιος ανταγωνισμός [...] καθιστά δυστυχείς τους λαούς, τους μη δυναμένους να συμβαδίσωσιν εν τη ευρεία ταύτη οδώ του νεωτέρου πολιτισμού δι' έλλειψιν ηθικών και πνευματικών εφοδίων"6.

Ι Περί κατωτέρας και μέσης παιδείας εν Ελλάδι η Ο επί του θέματος τούτου διαγωνισμός. Έκθεσις της Αγωνοδίκου Επιτροπείας αναγνωσθείσα εν τω προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων Συλλόγω, Αθήνα 1872, σ. 38.

2. Βλ Μ Βρατσάνος, Το δημοτικοί' σχολείον εν Ελλάδι και ο διδάσκαλος αυτού, Αθήνα Ι 874, σ 3· Εγκύκλιος του Υπουργείου της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, αριθμός 7694/20 Σεπτ 1879 (μονόφυλλο, Δ A Ν., φάκ. 0.30/1879) Εγκύκλιος άρ 8207/9 Οκτ 1878 (μονόφυλλο, Δ ΑΝ., φάκ 0 30/1878) κλπ

3. Μ Βρατσάνος, Το δημοτικόν σχολείον.. , ο π , σ. 13

4 Βλ Ν Καζάζης, Δημοτική εκπαίδευσις και καθολική ψηφοφορία, Αθήνα 1879, σ 44-47.

5 M Βρατσάνος, Το δημοτικόν σχολείον, ο π , σ 9

6 Εγκύκλιος του Υπουργείου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, αρ. 7876/4 Σεπτ. 1880, στο Γ Βενθύλος, Θεσμολόγιον.. , ο.π., τ. A', σ. 193 Βλ επίσης Π Σ. Φωτιάδης, "Περί της πρώτης και μέσης εκπαιδεύσεως εν Ελλάδι", Παρνασσός, Γ' (1879), σ 213-214 Την ίδια

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/148.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

Το σχολείο θεωρείται, λοιπόν, παράγοντας που μπορεί να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η συμβολή του όμως δεν περιορίζεται στην τεχνική και επαγγελματική προετοιμασία των παιδιών του λαού εν όψει του παραγωγικού τους ρόλου1, αλλά το σχολείο εξυπηρετεί και έμμεσα στους οικονομικούς στόχους μέσω των αξιών που οφείλει να μεταδώσει στα παιδιά: σεβασμός της εξουσίας, όποιο πρόσωπο-οικογένεια, εργοδότης, νόμος, κυβέρνηση- και αν παίρνει. Η γενικευμένη πρωτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί την εγγύηση της τάξης και της κοινωνικής ειρήνης που "ενθαρρύνουν την εργασίαν και το κεφάλαιον", Έτσι θα ορίσει ο Δ. Πετρίδης, παιδαγωγός, βουλευτής και μέλλων υπουργός Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, τη "στενωτάτην σχέσιν" του σχολείου "προς την ανάπτυξιν του δημοσίου πλούτου και του πλούτου του Κράτους"2. Τα δημοτικά σχολεία πρέπει λοιπόν να είναι "προ πάντων παιδαγωγικά, είτα δε και ως οίον τε πραγματικά"3.

Παράλληλα με τη διατύπωση αυτών των θέσεων για το πως πρέπει να είναι το σχολείο, διανοούμενοι και κυβέρνηση ομόφωνα διαπιστώνουν την απογοητευτική κατάσταση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ήδη το 1868 ο υπουργός Παιδείας έγραφε στην έκθεσή του προς το βασιλιά: "Η δημοτική εκπαίδευσις φαίνεται θάλλουσα και επιδεικτική αριθμητικώς, αλλ' ενδεής πολύ εις την προσδοκωμένην καρποφορίαν"4, Το 1869 ο Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, που ιδρύθηκε την ίδια χρονιά5, προκηρύσσει

 

χρονιά (1879), κατά τη διάρκεια των εργασιών του "Πρώτου Συνεδρίου των Ελληνικών Συλλόγων", ο I.Π. Χαλικιόπουλος υπέβαλε υπόμνημα "περί μεταρρυθμίσεως του εκπαιδευτικού ημών συστήματος επί το πρακτικόν", το οποίο όμως φαίνεται ότι προκάλεσε τις αντιδράσεις των συνέδρων (βλ. σχετικά Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η εποχή του - η ζωή του - το έργο του, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986, σ. 353-354,479).

1. 'Εξάλλου η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν ανταποκρίθηκε ποτέ πραγματικά και άμεσα στις απαιτήσεις της οικονομικής ανάπτυξης Η τεχνική εκπαίδευση που πρόβλεπαν τα διάφορα θεσμικά μέτρα που υιοθετήθηκαν από το 1834 ως τα 1929 έμεινε πάντοτε στα χαρτιά Ακόμη και αργότερα στον 20ό αι. τα σχολικά βιβλία υμνούν την ειρήνη των αγρών και τα παραδοσιακά επαγγέλματα (βλ. A. Φραγκουδάκη, Τα αναγνωστικά βιβλία του δημοτικοί σχολείου. Ιδεολογικός πειθαναγκασμός και παιδαγωγική βία, Αθήνα 1979, σ. 66-67).

2. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος IA', σύνοδος Γ', συνεδρίασις της 17 Δεκεμβρίου 1888.

3. Περί κατωτέρας και μέσης παιδείας..., ό.π., σ 75.

4. (A. Μαυρομιχάλης), Έκθεσις... από του 1866 άχρι Δεκεμβρίου 1868, ο.π , σ. 8

5. Βλ. για τους στόχους και τη δραστηριότητα του συλλόγου Ο εν Αθήναις Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων.-Η δράσις του Συλλόγου κατά την εκατονταετίαν 1869-1969, Αθηνά 1970- A. Μανσόλας, Στατιστική έκθεσις..., o π., σ 31-33- γι τον πολιτικό του ρόλο στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας βλ. Κ.Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα, 21985, σ. 400' του ίδιου, Κ. Παπαρρηγόπουλος..., ο.π , σ. 241-24, 343,351-353, 478-479.

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/149.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

διαγωνισμό για τη σύνταξη μελέτης σχετικά με τις ελλείψεις της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, τα αίτια και τα κατάλληλα βελτιωτικά μέσα. Στην παρουσίαση των πέντε συμμετοχών, που γίνεται από την επιτροπή του διαγωνισμού1, η κατάσταση περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα:

- το εκπαιδευτικό σύστημα χωλαίνει γιατί η πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι απογοητευτική·

- οι ουσιαστικότερες διατάξεις του "εξαιρέτου" νόμου του 1834 δεν εφαρμόστηκαν παρά μόνο σπάνια και επιφανειακά'

- πριν ακόμα οργανωθεί και διαδοθεί η πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τα δευτεροβάθμια σχολεία πολλαπλασιάστηκαν χωρίς όμως να ανταποκρίνονται σε μια πραγματική ανάγκη. Ο αριθμός των δημοτικών σχολείων αυξήθηκε, αλλά διαπιστώνεται μια σημαντική υποβάθμιση των συνθηκών διδασκαλίας σ' 6,τι αφορά τις ικανότητες των δασκάλων, τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, ακόμα και το κτίριο. Ο αριθμός των παιδιών που φοιτούν μειώνεται αναλογικά·

- τα παιδιά που τελειώνουν το δημοτικό σχολείο γνωρίζοντας μόνο ανάγνωση αναζητούν στα ελληνικά σχολεία τις γνώσεις που τους λείπουν. Όμως τα σχολεία αυτά προετοιμάζουν για το γυμνάσιο, όχι για τη ζωή'

- η διδασκαλία είναι άγονη και σχολαστική'

- οι περισσότεροι δήμοι παραμελούν τις υποχρεώσεις τους για την εκπαίδευση. Υπερφορτώνουν τον προϋπολογισμό τους με άλλες δαπάνες πραγματικές η υποθετικές για να δικαιολογήσουν αυτήν την αμέλεια, και μόνο κάτω από την πίεση της κεντρικής διοίκησης δέχονται να μισθοδοτούν έναν δάσκαλο·

- από την άλλη μεριά, η κεντρική διοίκηση δρα κάτω από το βάρος διαφόρων πολιτικών πιέσεων, οι αποφάσεις της δεν έχουν συνέπεια και δείχνουν ολοκληρωτική άγνοια των τοπικών συνθηκών και αναγκών, ενώ η επιθεώρηση και ο έλεγχος λείπουν, παρά τις διατάξεις του νόμου,

Στις επόμενες δεκαετίες οι κριτικές αυτές θα γίνουν κοινός τόπος. Τίς συναντάμε στα επίσημα κείμενα, στις συζητήσεις του κοινοβουλίου, σε διάφορες μελέτες, κυρίως δασκάλων και καθηγητών, στις εκδόσεις -περιοδικά.

Ι Περί κατωτέρας και μέσης παιδείας..., ό. π. Η επιτροπή δεν βράβευσε καμία μελέτη αλλά έκρινε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ικανοποιητικά. Σαν συμπέρασμα στη σχετική έκθεση ο εισηγητής Δ. Μαυροκορδάτος, που μερικούς μήνες αργότερα διορίστηκε υπουργός Παιδείας, διατύπωσε, ξεκινώντας από τις διάφορες παρατηρήσεις και θεωρήσεις των συγγραφέων, ένα σύνολο θέσεων που υιοθετήθηκαν από το συμβούλιο του συλλόγου και απετέλεσαν το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα [βλ. Σ Παπαδημητρίου, Ιστορία..., ο.π., σ. 89· A. Δημαράς, Η μεταρρύθμιση..., ο π , τόμ. A', σ. 212· Θ Γ. Παπακωνσταντίνου, "Κρίσεις και προτάσεις για τη μέση εκπαίδευση Από ένα Διαγωνισμό με θέμα την εκπαιδευτική κατάσταση στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα". Παρουσία, Β'(1984), σ. 17-39].

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/150.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

πρακτικά συνεδρίων και συνεδριάσεων κλπ.- των διαφόρων εκπαιδευτικών συλλόγων που πολλαπλασιάζονται εντυπωσιακά μεταξύ 1870 και 1880, και οι οποίοι συνεισφέρουν σημαντικά τόσο στη διαμόρφωση της ζήτησης όσο και στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων1.

Χωρίς να επιμείνουμε στις αποχρώσεις των διαφόρων θέσεων, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τους άξονες της συζήτησης για τα αίτια της υποβάθμισης του πρωτοβάθμιου εκπαιδευτικού συστήματος και της μη ανταπόκρισης του στις νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, καθώς και για τα προτεινόμενα μέτρα ως εξής 2:

α. Η χρηματοδότηση: Ο προϋπολογισμός της δημόσιας εκπαίδευσης δεν είναι αρκετός. Πρέπει να αυξηθούν αφ' ενός οι δημοτικοί φόροι και κατά συνέπεια οι σχετικές δαπάνες και αφ' ετέρου η συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μειώνοντας εν ανάγκη άλλες δαπάνες του προϋπολογισμού.

β. Η γενίκευση της φοίτησης: Όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση. Εξάλλου οι φόβοι για έλλειψη εργατικών χεριών που θα προκαλούσε η υπερεκπαίδευση δεν δικαιολογούνται3. Το Κράτος πρέπει λοιπόν να εφαρμόσει τις διατάξεις τις σχετικές με την υποχρεωτική φοίτηση, να καταδείξει "τοίς εν κώμαις και χωρίοις μάλιστα γονεύσιν, ότι το σχολείον δεν είναι τόπος διατριβής των τέκνων των, όταν σχολάζωσι των κατ' οίκον η κατ' αγρούς εργασιών αυτών αλλά τόπος εν ω παρασκευάζεται ο παις εις λογικόν βίον και διά της αποκτήσεως κοινοφελών γνώσεων και διά μορφώσεως της καρδίας και

1 Βλ Κ θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ο - , σ 400-402 Σ Παπαδημητρίου, Ιστορία..., ο π , σ 92-95.

2 Για την παρουσίαση αυτή βασιστήκαμε εκτός από τα έργα και τα επίσημα κείμενα που έχουν ήδη αναφερθεί, στα ακόλουθα κείμενα;

-Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής

Περίοδος H', Σύνοδος Α'-Β', Παράρτημα σ υλστ' και έξ

Περίοδος Γ, Σύνοδος Α', Παράρτημα σ 707 (συνεδρίαση της 8 Ιουλ. 1885)

Περίοδος IA', Σύνοδος Γ', σ 398-399, 411-418,653-654,1059-1063,1077-Ι084. Περίοδος ΙΔ', Σύνοδος Α', σ 499-544, 862-869, 875-892, 902-922.

- Πλάτων, (περιοδικό του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου), τόμ Α', σ 91' τόμ Β', σ 241-256 και 3Ο0-306 τόμ. Γ', σ 25.

- Ι Γ Θεοδωρόπουλος, Οι τελευταίοι λόγοι του αοιδίμου Πορφυροπούλου περί Δημοτικής Εκπαιδεύσεως εν ταις Συνελεύσεσι του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου, Αθήνα 1878.

- Α Βλάσης, Σκέψεις περί βελτιώσεως της εν Ελλάδι δημοτικής εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1880

- (Γ. Μιλήσης), Νομοσχέδιον περί δημοτικής και γυμνασιακής παιδεύσεως, Αθήνα 1877

3 Είναι ο Μ Βρατσάνος (Το δημοτικόν σχολείον..., ο π , σ. 10), που αναφέρει αυτούς τους φόβους για να τους ανασκευάσει Θεωρούμε όμως ότι πρόκειται για αναφορά σε προβληματισμούς και αντιρρήσεις που εκφράστηκαν σε άλλες χώρες, περισσότερο, παρά ως διαδεδομένη άποψη στην Ελλάδα

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/151.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

του χαρακτήρος αυτού"1; Αλλά για να γίνει δυνατή η γενικευμένη εκπαίδευση πρέπει επίσης να καταργηθούν τα δίδακτρα και κυρίως να πολλαπλασιαστούν τα σχολεία.

γ. Η εκπαίδευση και η θέση των δασκάλων: Οι δάσκαλοι δεν έχουν ούτε τις αναγκαίες γνώσεις ούτε συνείδηση της σπουδαιότητας του λειτουργήματος τους. Μετά την κατάργηση του Διδασκαλείου το 18642, οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει δάσκαλος αν πετύχει στις εξετάσεις που οργανώνονται από ειδική επιτροπή. Πρέπει να επαναλειτουργήσει το Διδασκαλείο και να εισαχθεί1 σ' αυτό η διδασκαλία της παιδαγωγικής, γιατί το δημοτικό σχολείο "δεν είναι παιδαγωγικόν, τουτέστιν εργάζεται εις ανάπτυξιν του νοητικού ουχί δε και εις ανάπτυξιν του θυμικού"3,,

δ. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας: Πρέπει να διευρυνθεί η ύλη, αλλά σε βάση περισσότερο πραγματιστική. Στα αστικά κέντρα πρέπει να οργανωθούν πλήρη δημοτικά σχολεία, ισοδύναμα με τα ελληνικά. Πρότυπο για την οργάνωση τους προτείνονται τα γερμανικά Burgerschulen. Γενικά απορρίπτεται ο προσδιορισμός της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης από τις ανάγκες, των δευτεροβάθμιων σπουδών.

ε. Η μέθοδος διδασκαλίας: Η υποβάθμιση των δημοτικών σχολείων αποδίδεται επίσης στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, "πάντη μηχανικήν και της του πνεύματος αναπτύξεως κωλυτικήν"4·. Το Διδασκαλείον, που επαναλειτουργεί το 1878, οργανώνεται αποκλειστικά στη βάση της συνδιδακτικής μεθόδου. Η εισαγωγή της νέας μεθόδου συνοδεύεται από έναν "επιστημονικό" λόγο, που προέρχεται κυρίως από την "επί των διδακτικών επιτροπείαν" του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου της όποιας τα μέλη είναι κυρίως παιδαγωγοί με σπουδές στη Γερμανία. Τα κύρια επιχειρήματα υπέρ της συνδιδακτικής είναι αφ' ενός η άμεση επιρροή που ο δάσκαλος ασκεί στα παιδιά και η αδιάλειπτη επιτήρηση, και αφ' ετέρου η αποτελεσματικότητα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στις χώρες που έχουν ήδη εγκαταλείψει την αλληλοδιδακτική μέθοδο, όπως η Γαλλία και η 'Αγγλία, η σ' εκείνες που δεν την υιοθέτησαν ποτέ, όπως η Πρωσσία.

στ. Τέλος, όλοι εμμένουν στην αρχή της ομοιόμορφης παιδαγωγικής οργάνωσης των σχολείων της χώρας και στην αναγκαιότητα κεντρικού ελέγχου

1. (Α. Μαυρομιχάλης), Έκθεσις... από του 1866 άχρι Δεκεμβρίου 1868, ο.π., σ. 8.

2. Το Διδασκαλείο δεν έκλεισε με νόμο άλλα με την αφαίρεση της σχετικής πιστώσεως από τον κρατικό προϋπολογισμό. Βλ. Α. Δημαράς, Η μεταρρύθμιση..., ό.π., τεκμ. αρ. 50- 50ε, σ. 177-189

3. Περί μέσης και κατωτέρας παιδείας..., ο.π-, σ. 73.

4 Διάταγμα της 3 Σεπτεμβρίου 1880 "Περί μεθόδου διδασκαλίας εν τοις δημοτικοίς σχολείοις", στο Γ. Βενθύλος, Θεσμολόγιον..., ο.π., τ. Α', σ. 107-109.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/152.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

ως τα μόνα μέσα "όπως επιτευχθή παρ' έθνει τινί η πνευματική και ηθική ενότης"1,

Στην κοινωνική ζήτηση για ένα σχολείο καλύτερα οργανωμένο, γενικευμένο και περισσότερο αποτελεσματικό, θα απαντήσει μια έντονη διοικητική και νομοθετική δραστηριότητα. Απαριθμούμε τα βασικά σημεία:

- 1878: επαναλειτουργία του Διδασκαλείου2.

- 1880: εισαγωγή της συνδιδακτικής μεθόδου στην οργάνωση της διδασκαλίας3.

- 1881: δημοσίευση του έργου του Δ. Πετρίδη, Στοιχειώδεις πρακτικαί οδηγίαι περί διδασκαλίας μαθημάτων εν τοις δημοτικοίς σχολείοις, που αποτελεί εγχειρίδιο για την εφαρμογή των θεσμικών μέτρων των σχετικών με τη διδακτέα ύλη και τη μέθοδο διδασκαλίας. Οι οδηγίες αυτές, επικυρωμένες από το υπουργείο καθίστανται υποχρεωτικές 4.

- 1885: κατάργηση των διδάκτρων 5.

- 1887: μονιμοποίηση των δασκάλων 6.

- 1888: ίδρυση του Ταμείου Δημοτικής Εκπαιδεύσεως7. Πρόκειται γι4 ειδικό ταμείο που τροφοδοτείται κατά μέγα μέρος από κρατικές επιχορηγήσεις και δημοτικές συνεισφορές. Μοναδικό του αντικείμενο είναι η χρηματοδότηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, Το υπουργείο ασκεί άμεσα τη διαχείριση και οι πληρωμές γίνονται με εντάλματα που εκδίδει διοικούσα επιτροπή με μέλη τρεις ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους, Η συνεισφορά του κάθε δήμου καθορίζεται στη βάση των προϋπολογιζομένων εσόδων του από το Υπουργείο Παιδείας,

- 1892: δημοσίευση του Νόμου ΒΠΕ' της 12 Αυγούστου 1892 "Περί του διοργανισμού των σχολείων της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως"8. Ο νόμος αυτός καταργεί το Ταμείο Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, του οποίου οι πόροι εισάγονται στο Δημόσιο Ταμείο ως τακτικά έσοδα του κράτους, Τα εν γένει έξοδα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναγράφονται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών. Η συνεισφορά των δήμων καθορίζεται

1. Περί κατωτέρας και μέσης παιδείας..., ο.π., σ. 18.

2. Νόμος ΧΘ' της 11 Ιανουαρίου 1878, στο Γ. Βενθύλος, Θεσμολόγιον..., ο.π., τ. Α', σ. 35-40.

3. Διάταγμα της 3 Σεπτεμβρίου 1880 "Περί μεθόδου διδασκαλίας εν τοις δημοτικοίς σχολείοις", στο Γ. Βενθύλος, Θεσμολόγιον..., ο.π., τ. Α', σ. 107-109.

4. Υπουργική απόφαση της 28 Φεβρουαρίου 1881, στο Γ. Βενθύλος, Θεσμολόγιον..., ο.π., τόμ. Α', σ. 195-196. Για το κείμενο των 'Οδηγιών... βλ. στο ίδιο, τόμ. Β', σ. 123 κ.έ.

5. Νόμος ΑΣΞΓ' της 26 Ιουλίου 1885, στο ίδιο, τ. Β', σ. 26-27.

6. Νόμος ΑΦΝΗ' της 28 Μαΐου 1887, στο ίδιο, τ. Γ', σ. 1-5.

7. Νόμος ΑΧΜΑ' της 9 Ιανουαρίου 1888, στο ίδιο, σ. 24-32.

8. στο ίδιο. σ. 43-48.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/153.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

από το υπουργείο στη βάση των αναγκών τους σε σχολεία και δασκάλους, οΐ οποίες υπολογίζονται σε σχέση με τον πληθυσμό του δήμου. Η υποχρεωτική φοίτηση γίνεται τετραετής.

- Τέλος, όλη αυτή η δραστηριότητα καταλήγει στο Νόμο ΒΤΜΘ' της 27 Σεπτεμβρίου 18951, που θα διαδεχθεί ως οργανικός νόμος της δημοτικής εκπαίδευσης εκείνον του 1834.

Ο νόμος του 1895 προβλέπει δύο τύπους δημοτικών σχολείων: τα "πλήρη" και τα "κοινά" στα οποία η ίδια ύλη διδάσκεται περισσότερο η λιγότερο εκτενώς (αρθρ. 1, 2). Οι όροι για τη χρηματοδότηση και τη συγκρότηση του σχολικού χάρτη είναι ίδιοι με αυτούς που υπήρχαν πριν από το 1888. Η μόνη καινοτομία που θεσμοθετεί ο νόμος σε θέματα διοίκησης είναι η δημιουργία της θέσης του νομαρχιακού επιθεωρητή, υπαλλήλου του Υπουργείου Παιδείας. Περιστοιχισμένος από μια τοπική επιτροπή, είναι επιφορτισμένος με την επιτήρηση όλων των σχολείων της περιφέρειας του. Μ' αυτόν τον τρόπο εγκαθίσταται ένας μηχανισμός κεντρικού ελέγχου των δημοτικών σχολείων. Σε ό,τι αφορά την παιδαγωγική οργάνωση, οι διατάξεις της περιόδου 1878-1884 παραμένουν σε ισχύ,

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, και κυρίως ο νόμος του 1895, δεν συνιστούν αλλαγή προσανατολισμού η στόχων αλλά μάλλον έναν εξορθολογισμό της οργάνωσης για να επιτευχθούν οι στόχοι που τέθηκαν το 1834 2. Όμως δεν πρόκειται ούτε για οπισθοχώρηση, ούτε για στασιμότητα: Ο νόμος του 1834 προδιαγράφει ένα κράτος, μια οικονομία, μια κοινωνία, στη δημιουργία των οποίων και ο ίδιος θα συνεισφέρει. Αυτό που πραγματοποιείται σ' αυτά τα δέκα χρόνια είναι στην ουσία η ολοκλήρωση του θεσμού της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ο νόμος του 1895 αποτελεί τομή: το ζήτημα του σχολικού κτιρίου.

1. ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ: ΝΕΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

α. Το συνδιδακτικό σχολείο: οι προδιαγραφές του  1881

Η επιβολή της συνδιδακτικής μεθόδου στην παιδαγωγική οργάνωση των σχολείων το 1880 θα δημιουργήσει ένα νέο πρότυπο σχολικού χώρου. Ο 'Οδηγός δεν αποτελεί πλέον επίσημο κανονισμό, Το κείμενο που θα τον αντικαταστήσει είναι και αυτό έργο παιδαγωγού. Πρόκειται για τον Σπ, Μωραΐτη, θερμό

1. Βλ. Η. Πετρούλιας, Η νεωτέρα παρ' ημίν σχολική νομοθεσία, Αθήνα 1898, σ. 3-47.

2. Βλ. A. Δημαράς, Η μεταρρύθμιση..., ο.π., σ. κα'-κβ'· του 'ίδιου, "Η εκπαίδευση", 'Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμ. ΙΔ', σ. 490.

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/154.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

οπαδό της συνδιδακτικής με σπουδές στην Πρωσσία. Και αυτός, όπως και o Κοκκώνης, θα διατελέσει διευθυντής του Διδασκαλείου. To έργο του Διδασκαλική η Σύντομοι Οδηγίαι περί της χρήσεως της νέας μεθόδου διδασκαλίας, που εκδίδεται το 1880, θα αποτελέσει τον επίσημο κανονισμό για την οργάνωση των εγκαταστάσεων του σχολείου -χώρος και εξοπλισμός-, βάσει της εγκυκλίου αρ. 2017/28 Φεβρ. 1881 και θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι το 1894.

Με εξαίρεση τον Οδηγό, το βιβλίο του Μωραΐτη είναι το πρώτο σύγγραμμα με αντικείμενο τη διδακτική που αφιερώνει τόσες σελίδες στο κτίριο: "Η οικοδομή και ο καταρτισμός του διδακτηρίου πρέπει να θεωρήται ως το ήμισυ της όλης επιχειρήσεως της συστάσεως σχολείου τινός. Διό απαιτείται μεγάλη επιμέλεια και πρόνοια όπως το οικοδόμημα ανεγερθή σύμφωνον προς τα αξιώματα της παιδαγωγικής και επαρκή ου μόνον εις τας παρούσας ανάγκας, αλλά και εις τας εν τω μέλλοντι"1.

Η δομή του βιβλίου θυμίζει αρκετά εκείνη του Οδηγού. Στο πρώτο κεφάλαιο, "περί του διδακτηρίου", θίγεται καταρχήν το ζήτημα της χωροθέτησης του σχολείου και στη συνέχεια περιγράφεται η διαρρύθμιση της αίθουσας διδασκαλίας και η διάταξη της όλης κάτοψης. Κατόπιν προχωρεί στην αναλυτική περιγραφή του εξοπλισμού, ενώ στα επόμενα κεφάλαια, "περί της εν τώ σχολείω τάξεως" και "περί του διδασκαλικού χαρακτήρος", αναλύεται η σχέση ανάμεσα στον προδιαγραφόμενο χώρο και τη χρήση του.

Στις προδιαγραφές που αναφέρονται στη χωροθέτηση του σχολείου ξαναβρίσκουμε τη θεματολογία του 'Οδηγού και τους διάφορους προβληματισμούς που παρουσιάσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Το σχολείο πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού, ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο η απόσταση που έχουν να διατρέξουν οι μαθητές. Συγχρόνως όμως είναι απαραίτητο να περιβάλλεται από ελεύθερο κοινόχρηστο χώρο και να είναι μακριά από μέρη θορυβώδη και ανθυγιεινά. Ο ήίνιασμός και η έλλειψη υγρασίας αναφέρονται επίσης ως κριτήρια. Το διδακτήριο πρέπει να έχει αυλή τουλάχιστον διπλάσια από την επιφάνεια του κυρίως οικοδομήματος (βλ. εικ. 43α). Ο Μωραΐτης προτιμά το σχήμα της να είναι επίμηκες παρά τετράγωνο. Για την επιλογή αυτή δεν δίνεται καμία αιτιολόγηση, όπως άλλωστε συμβαίνει και με άλλες διατάξεις που ακολουθούν.

Το αξιωματικό ύφος αποτελεί ένα άλλο κοινό σημείο της Διδασκαλικής με τον Οδηγό, κυρίως στην πρώτη έκδοση του. Πράγματι το κείμενο του Μωραΐτη και ο χώρος που προδιαγράφει παρουσιάζουν απόλυτα τα γνωρίσματα κανονισμού.

Στην περίπτωση που το γήπεδο του σχολείου βρίσκεται σε πολυσύχναστο

Ι Σπ Μωραΐτης, Διδασκαλική , Αθήνα 1880, σ 9

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/155.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

δρόμο, τότε το κτίριο κατασκευάζεται στο βάθος της αυλής, η οποία μετατρέπεται έτσι σε φίλτρο για τους θορύβους και προστατεύει τη διεξαγωγή της διδασκαλίας από κάθε παρενόχληση. Σε όλες τις περιπτώσεις η αυλή πρέπει να περιβάλλεται "υπό περιβόλου ικανώς υψηλού και δυσυπερβλήτου"1 και να τοποθετείται ως προς το κτίριο με τρόπο "ώστε να επιβλέπηται εκ των παραθύρων αυτού"2.

Η πρόβλεψη στην αυλή ενός στεγασμένου χώρου προορισμένου για τη γυμναστική αποτελεί καινοφανές στοιχείο (βλ. εικ. 43α). Πράγματι, αν και οι σωματικές ασκήσεις προβλέπονταν από το νόμο του 1834, ωστόσο στην πράξη δεν εντάχθηκαν στο πρόγραμμα των δημοτικών σχολείων τουλάχιστον μέχρι το 1871. Τότε, και κάτω από την επιρροή της πρωσσικής νίκης, εισάγεται η φυσική αγωγή στα σχολεία αλλά με στρατιωτική μορφή. Η γυμναστική θα αποτελέσει ουσιαστικά μάθημα στο δημοτικό σχολείο μόνο μετά το 18933.

Κατ' αρχήν λοιπόν, το διδακτήριο ορίζεται σαν ένας χώρος κλειστός και καθαρά διακριτός από τον ιστό της πόλης, αν ·και τοποθετημένος στο κέντρο της. Στη συνέχεια ο συγγραφέας περνά στη λεπτομερή περιγραφή των διαστάσεων και της διαρρύθμισης της αίθουσας διδασκαλίας, που αποτελεί την έλάχιστη επαναλαμβανόμενη μονάδα στη συγκρότηση του "συνδιδακτικού" σχολικού χώρου. Πράγματι, η αίθουσα διδασκαλίας δεν ταυτίζεται με ολόκληρο το σχολικό κτίριο, όπως στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, αλλά γίνεται ένας πυρήνας που μπορεί να επαναληφθεί τόσες φορές όσες το απαιτεί ο συνολικός αριθμός των μαθητών του σχολείου, δεδομένου ότι "είς διδάσκαλος δεν δύναται να διδάσκη λυσιτελώς υπέρ τους 80 μαθητάς"4. Το σχολικό κτίριο γίνεται έτσι ένα συνάθροισμα ανεξάρτητων μονάδων-αιθουσών.

Η χωρητικότητα ;τής αίθουσας ορίζεται για τα χωριά και τις κωμοπόλεις σε 80-90 μαθητές, ενώ για τις πόλεις σε 60-70. Η επιφάνεια της υπολογίζεται στη βάση ενός ποσοστού χώρου ανά μαθητή που ο Μωραΐτης ορίζει 0,75-1,02 μ.2 για τα χωριά και 1,0-1,25 μ.2 για τις πόλεις. Κάθε αίθουσα λοιπόν πρέπει να έχει επιφάνεια 60-90 μ.2 στα χωριά και 50-70 μ.2 στις πόλεις. Δεδομένου ότι η αναλογία μαθητές / δάσκαλος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα της διδασκαλίας θα μπορούσαμε ν.ά θεωρήσουμε ότι αυτήν τη διαφοροποίηση στα πρότυπα μεγέθη εισάγει μια διάκριση μεταξύ πόλης-υπαίθρου και μια πριμοδότηση της πόλης, που για πρώτη φορά εμφανίζονται έτσι καθαρά σε επίσημο κείμενο. Αλλά θα διστάζαμε να επιμείνουμε περισσότερο

1. στο ίδιο, σ 2

2. στο ίδιο.

3. Βλ. για ένα σύντομο ιστορικό Κ Κασβίκης, "Σωματική αγωγή, διδακτική του μαθήματος". Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 5, σ. 299-303.

4. Σπ Μωραΐτης, Διδασκαλική..., ο.π., σ 2

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/156.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

σ' αυτό το σημείο, γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν συνιστά χαρακτηριστικό της συνολικής κρατικής πολιτικής στο ζήτημα των σχολικών κτιρίων.

Μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση σε σχέση με τον Οδηγό αποτελεί το γεγονός ότι η χωρητικότητα της αίθουσας εκτιμάται κατευθείαν στη βάση της επιφάνειας της και όχι στη βάση των διαστάσεων της, όπως συνέβαινε για το αλληλοδιδακτικό σχολείο1. Και αυτό παρόλο που στη συνέχεια του κεφαλαίου ο Μωραΐτης προσδιορίζει ακριβώς τις διαστάσεις της κατά τους δύο άξονες. Η αιτία αυτής της διαφοροποίησης δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στην απλοποίηση της εσωτερικής διαρρύθμισης της αίθουσας μετά την κατάργηση του σύνθετου μηχανισμού της αλληλοδιδακτικής, που αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο ευελιξίας στην εφαρμογή των σχετικών προδιαγραφών. Αντίθετα μπορούμε να συσχετίσουμε αυτό το νέο στοιχείο με μια απαίτηση πρακτικής φύσης που προκύπτει από τα ίδια τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου σχολικού χώρου: Αφού το σχολικό κτίριο αποτελεί πλέον συνάθροισμα αιθουσών, η επιφάνεια ανά μαθητή και κατά συνέπεια η επιφάνεια της κάθε αίθουσας είναι τα μεγέθη που επιτρέπουν στους υπεύθυνους ·τής κατασκευής να υπολογίσουν- τις ανάγκες σε χώρο των νέων σχολικών ·εγκαταστάσεων και να προχωρήσουν, στην επιλογή του γηπέδου στη βάση αυτών των αναγκών.

* Η υιοθέτηση του μεγέθους επιφάνεια/μαθητή ως καθοριστικής παραμέτρου της σχολικής αρχιτεκτονικής αποτελεί επίσης ένδειξη μιας νέας αντιμετώπισης του χώρου και των αρχών αξιολόγησης του, μιας αντιμετώπισης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "στατιστική". Πράγματι μέσω αυτού του μεγέθους οι πραγματοποιήσεις γίνονται μετρήσιμες και συγκρίσιμες, και το "ποσοτικό" γίνεται δείκτης του "ποιοτικού": Η σύγκριση των αντίστοιχων τιμών αρχίζει να χρησιμοποιείται για την εγκαθίδρυση μιας κλίμακας "επιτυχίας" της εκπαιδευτικής πολιτικής των διαφόρων κρατών 2.

Στις επόμενες παραγράφους, ο Σπ. Μωραΐτης καθορίζει τις διαστάσεις και την εσωτερική διαρρύθμιση της αίθουσας, ξεκινώντας από τον τύπο των θρανίων3. Προβλέπονται τέσσερεις διαφορετικές διευθετήσεις, που αντιστοιχούν σε τρεις διαφορετικούς τύπους θρανίων. Οι δύο πρώτες αφορούν αγροτικά σχολεία και παρουσιάζονται ως εξής:

1. Στην αναθεωρημένη έκδοση του Οδηγού του 1842 ο Κοκκώνης προσθέτει στο τέλος του υποκεφαλαίου "περί των διαστάσεων του διδακτηρίου" μια παράγραφο όπου αναφέρεται στον υπολογισμό της χωρητικότητας με βάση το μέγεθος επιφάνεια /  μαθητή όπως αυτός εφαρμόζεταιι στην Αγγλία και στη Γαλλία.

2. Βλέπε για παράδειγμα τις στατιστικές που παρουσιάζονται στο Γ. Βλάμος, Η υγιεινή του σχολείου, Αθήνα 1904, σ. 109.

3. Σπ. Μωραΐτης, Διδασκαλική..., ο.π., σ. 3.

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/157.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

- Για μια αίθουσα μεγίστης επιφανείας 75 μ,2, το πλάτος ορίζεται 6,257,0 μ., ώστε να είναι δυνατόν να τοποθετηθούν δύο στίχοι θρανία τεσσάρων θέσεων και να δημιουργηθούν δύο διάδρομοι κατά μήκος των μακριών πλευρών της αίθουσας και ένας στη μέση (εικ. 43α).

- Για μια αίθουσα μεγίστης επιφανείας 90 μ.2, το πλάτος ορίζεται 7,7-8,0 μ,, ενώ τοποθετούνται δύο στήλες θρανία των έξι θέσεων μπροστά για τους νεαρότερους μαθητές και δύο στήλες θρανία των τεσσάρων θέσεων για τους μεγαλύτερους πίσω, αφήνοντας πάντα τρεις διαδρόμους.

Για τα αστικά σχολεία και για μια αίθουσα με χωρητικότητα 45 μαθητές προβλέπονται δύο διαφορετικές διατάξεις: μπορεί είτε να της δοθεί σχήμα μακρόστενο (5,0-5,5 μ, Χ 8-9 μ.) και να τοποθετηθεί μια σειρά θρανία των τεσσάρων θέσεων με τέσσερεις διαδρόμους περιμετρικά και μικρά περάσματα ανάμεσα στα θρανία, είτε να υιοθετηθεί ένα σχήμα τετράγωνο (6,5-7,0 μ. Χ 6,5-7,0 μ.), με δύο στήλες θρανία των τριών θέσεων και τρεις διαδρόμους.

Κατόπιν ο συγγραφέας ορίζει τις διαστάσεις των διαφόρων διαδρόμων και των περασμάτων που αφήνονται μεταξύ των θρανίων "ίνα εξέρχονται οι μαθηταί και ίνα πλησιάζη αυτούς ο διδάσκαλος"1. Για το διάδρομο που βρίσκεται κατά μήκος του τοίχου στον οποίο έχουν ανοιχτεί τα παράθυρα, ένα πλάτος 0,40 έως 0,50 εκ, θεωρείται αρκετό. Για εκείνον της απέναντι πλευράς προτείνονται 0,75 μ. και για το διάδρομο μεταξύ των δύο στηλών θρανίων ελάχιστο 0,90 μ, Τα μικρά περάσματα που αφήνονται μεταξύ δύο θρανίων όταν αυτά είναι τοποθετημένα σε μια στήλη δεν πρέπει να ξεπερνούν τα 0,18-0,20 μ, Η απόσταση μεταξύ του βάθρου και του πρώτου θρανίου πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,60 μ., ενώ εκείνη μεταξύ του τελευταίου θρανίου και του τοίχου του βάθους περίπου 0,50 μ.2,

Το ύψος της αίθουσας κυμαίνεται μεταξύ 4 και 5 μέτρων και πρέπει να είναι ανάλογο με τις δύο άλλες διαστάσεις ώστε να εξασφαλίζεται ο αναγκαίος για κάθε μαθητή όγκος αέρα3. Η αίθουσα πρέπει να έχει δύο πόρτες. Η μία ανοίγεται στον τοίχο όπου βρίσκονται τα παράθυρα και κοντά στο βάθρο, έτσι ώστε να επιτρέπει., την είσοδο στον ελεύθερο χώρο μεταξύ του πρώτου θρανίου και της έδρας, και προορίζεται για το δάσκαλο και τους επισκέπτες, Η άλλη ανοίγεται είτε στον τοίχο του βάθους, είτε σε έναν από τους πλευρικούς τοίχους και προορίζεται για τους μαθητές (βλ. εικ, 43α, δ), Αν υπάρχει ανάγκη να καταργηθεί η μία από τις δύο πόρτες, καταργείται η δεύτερη 4.

Ο Μωραΐτης προτιμά το μονόπλευρο φωτισμό της αίθουσας. Τα παράθυρα

1. στο ίδιο, ο·. 3.

2. στο ίδιο, σ. 3-4.

3. στο ίδιο, σ. 4.

4. στο ίδιο, σ. 5.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/158.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

ανοίγονται λοιπόν στο μακρύ τοίχο που βρίσκεται προς τα αριστερά των μαθητών, υπακούοντας στη γενικά αποδεκτή νόρμα της γραφής, Συνιστάται ο προσανατολισμός της πλευράς αυτής της αίθουσας προς το νότο, προσανατολισμός που παρέχει έναν ικανοποιητικό ηλιασμό κατά τη διάρκεια του πρωινού χωρίς όμως να δημιουργεί πρόβλημα τους ζεστούς μήνες. 'Αν υπάρχει ανάγκη η αν κρίνεται απαραίτητη και άλλη πηγή φωτός, μπορούν να ανοιχτούν παράθυρα στον τοίχο απέναντι από το βάθρο, αλλά σε καμιά περίπτωση σ' αυτόν που βρίσκεται πίσω του, διότι "τοιούτον φως είναι ολέθριον εις τους οφθαλμούς"1. Για να ενισχυθεί ακόμα η φωτεινότητα, η οροφή της αίθουσας πρέπει να είναι οριζόντια, επίπεδη και σε χρώμα λευκό η υπόλευκο 2. 

Το ύψος των παραθύρων, ζήτημα σημαντικό για το αλληλοδιδακτικό σχολείο, συγκεντρώνει και σ' αυτήν την περίπτωση την προσοχή. Απασχολεί πάντα ο έλεγχος της οπτικής επικοινωνίας με τον εξωτερικό χώρο: "Το κάτω μέρος των υαλινών παραθύρων εις ύψος 1,50 μ. τουλάχιστον από του δαπέδου της αιθούσης ένδοθεν, και 1,80 μ. τουλάχιστον από του έξωθεν της αιθούσης εδάφους, έστω πεφραγμένον, η διά κεχρωματισμένης και αδιαφανούς υάλου', η διά παραπετάσματος"3. Για το παιδί, λοιπόν, η οπτική επικοινωνία είναι απαγορευμένη και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το ίδιο και για τον ενήλικο που βρίσκεται στο εξωτερικό της αίθουσας. Αντίθετα, ο ενήλικος που βρίσκεται στο εσωτερικό της αίθουσας, δηλαδή ο δάσκαλος, μπορεί να ελέγχει τον εξωτερικό χώρο (αυλή, αποχωρητήρια κλπ.).

Αυτές οι διατάξεις αποτελούν το ουσιαστικό μέρος των προδιαγραφών που αφορούν τη διαρρύθμιση της αίθουσας διδασκαλίας, Όπως είδαμε, το θρανίο αποτελεί τη βασική μονάδα γύρω από την όποια διατάσσονται τα υπόλοιπα στοιχεία. Από το τμήμα του βιβλίου που αναφέρεται στον εξοπλισμό της αίθουσας, 11 σελίδες σύνολο, οι 6 είναι αφιερωμένες στο θρανίο 4,

Ό,τι έχει σχέση με το σχήμα και την κατασκευή των θρανίων καθορίζεται με μια πολυτέλεια λεπτομερειών που ξεπερνά κατά πολύ- εκείνη των αντίστοιχων προδιαγραφών του Οδηγού, Οι ακριβείς διαστάσεις όλων των τμημάτων του Θρανίου -δηλαδή αναλόγιο, κάθισμα, "υποπόδιο", "βιβλιοδόχος σανίς" και "ανακλισμός" (βλ. εικ, 44)- καθώς και οι μεταξύ τους αποστάσεις

1. στο ίδιο, σ. 5.

2. στο ίδιο, σ. 4.

3. στο ίδιο, σ. 6.

4. Στο ίδιο, σ. 14-19. Τα άλλα αντικείμενα των οποίων αναφέρονται οι προδιαγραφές είναι η έδρα του δασκάλου, με διαστάσεις πολύ μικρότερες από αυτές που προέβλεπε ο 'Οδηγός, ο μαυροπίνακας, τοποθετημένος στο κέντρο του τοίχου πίσω από την έδρα, το αναγνωστήριο για τη διδασκαλία της πρώτης τάξης και το αριθμητήριο για τη διδασκαλία της αριθμητικής στην πρώτη και τη δευτέρα τάξη (βλ. εικ. 44).

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/159.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

προσδιορίζονται αναλογικά με το ανάστημα των παιδιών ηλικίας 8 έως 10 ετών, ενώ δίνονται οδηγίες για την προσαρμογή τους στις άλλες ηλικίες, 'Αν και τα ανθρωπομετρικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ο Μωραΐτης βασίζονται σε μετρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλα κράτη1, και κατά συνέπεια δεν είναι προσαρμοσμένα στο σώμα του έλληνα μαθητή πόύ θα χρειαστεί να προσαρμοστεί αυτός στο θρανίο, ωστόσο μαρτυρούν την επιρροή που αρχίζει να ασκεί η υγιεινή πάνω στην οργάνωση της σχολικής ζωής' υγιεινιστικές και ιατρικές θεωρήσεις που αφορούν τόσο την προστασία της υγείας όσο και τον έλεγχο του σώματος του παιδιού.

Μπορούμε πράγματι να καταλάβουμε καλύτερα τη σημασία που αποδίδεται στο θρανίο εάν αναφερθούμε στις "τεχνικές" που προτείνει ο Μωραΐτης για την εγχάραξη στο παιδί των εννοιών της τάξης και της πειθαρχίας. Στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, αυτή η εγχάραξη περνούσε μέσα από την οργανωμένη κίνηση των παιδιών κάτω από τα προστάγματα των πρώτο σχολών, και του δασκάλου. Τώρα, στο μηχανισμό της συνδιδακτικής μεθόδου, η τάξη και η πειθαρχία ταυτίζονται με τον έλεγχο του σώματος του παιδιού σε κατάσταση απόλύτης ακινησίας: "Καθήμενοι [οι μαθητές] πρέπει να κρατώσι τον κορμόν των ευθύν και όρθιον, ακόμη και όταν γράφωσι, τους δε πόδας να έχωσι παρ' αλλήλους επί του υποποδίου, ουδέποτε επ' αλλήλους, ουδέ να κινώσιν αυτούς· τας δε χείρας, αν δεν πρέπη να κρατώσι βιβλίον η γραφίδα, η να σημάνωσί τι δι' αυτών, πρέπει να έχωσι αείποτε συμπεπλεγμένας έμπροσθεν των επί του γραφείου' να βλέπωσι δε προς τον διδάσκαλον ατενώς"2.

Στόν έλεγχο της στάσης του σώματος προστίθεται ο έλεγχος του βλέμματος, Αν και η σιωπή του δασκάλου δεν αποτελεί κανόνα, όπως στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, αφού τώρα αυτός διδάσκει και επιπλέον χωρίς τη βοήθεια πινάκων, σημείων και σφυριγμάτων, το βλέμμα παίζει ένα ρόλο εξίσου σημαντικό στις τεχνικές αποκατάστασης της τάξης: "Θα ήτο αντιπαιδαγωγικόν, αν ήθελεν ο διδάσκαλος εκάστοτε διά μακρών υπομνήσεων και νουθετήσεων να αποκαθιστά την ειρημένην τάξιν. Ως επί το πλείστον αρκεί επίσχεσις και προσήλωσις αυστηρού βλέμματος επί τους μήπω ελθόντας ε'ις τάξιν, ίνα φέρη πάντας εις ταύτην [,..] Ενταύθα έχει ευκαιρίαν ο διδάσκαλος να επίδειξη την παιδαγωγικήν δύναμιν του οφθαλμού του"3. Συγκέντρωση λοιπόν των βλεμμάτων

1. Οι πρώτες μετρήσεις αυτού του τύπου έγιναν στην Ελλάδα γύρω στα 1895 από τον επιθεωρητή των δημοτικών σχολείων του νομού Αττικής Θ. Μιχαλόπουλο και το μηχανικό του δήμου Πειραιώς E. Παπακωνσταντίνου και αφορούσαν ένα δείγμα 133Ο μαθητών και των δύο φύλων (βλ. E. Λαμπαδάριος, Σχολική υγιεινή, Αθήνα 1928, σ. 23-24).

2. Σπ. Μωραΐτης, Διδασκαλική..., ο.π., σ. 30. Στη διάταξη που θέλει τα χέρια των μαθητών ορατά ανά πάσα στιγμή αναγνωρίζουμε την ίδια έμμονη ιδέα του αυνανισμού από τον όποιο πρέπει να προστατευτούν τα παιδιά, την οποία επισημάναμε ήδη και στον Οδηγό.

3. στο ίδιο, σ. 30-31.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/160.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

των μαθητών κάτω από την κυριαρχία του βλέμματος του δασκάλου, μόνου κάτοχου της εξουσίας μέσα στην τάξη.

Η συγκεκριμένη εφαρμογή της συνδιδακτικής μεθόδου που προτείνουν ο Μωραΐτης και ο Πετρίδης και υιοθετεί το υπουργείο, προβλέπει το χωρισμό των μαθητών σε τέσσερεις τάξεις με ομοιογένεια επιπέδου στην κάθε μία από αυτές, που αντιστοιχούν λίγο η πολύ σε τέσσερεις τάξεις ηλικιών1. Άν υπάρχουν τέσσερεις αίθουσες και τέσσερεις δάσκαλοι, δηλαδή το σχολείο είναι "κανονικό", τότε ο κάθε δάσκαλος βρίσκεται θεωρητικά μπροστά σ' ένα σύνολο μαθητών ομοιογενές από την άποψη των γνώσεων και της ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή ο δάσκαλος αποφασίζει για την κατανομή των μαθητών μέσα στην αίθουσα με βάση τα κριτήρια που προτείνει ο Μωραΐτης και τα οποία είναι "Η ηλικία, η σωματική και ψυχική κατάστασις, και το εύάγωγον η δυσάγωγον των παίδων"2. Έτσι για παράδειγμα, οι νεότεροι καθώς και οι μύωπες και οι βαρύκοοι πρέπει να τοποθετηθούν κοντά στο βάθρο, οι ασθενικοί πρέπει.να τοποθετηθούν  μακριά από την πόρτα κλπ. Όμοια πρέπει να τοποθετούνται κοντά στην έδρα "οι εις την αταξίαν επιρρεπείς και διά τούτο μάλλον δεόμενοι της επιβλέψεως του .διδασκάλου. Αυτοί όμως ούτοι, όταν η αταξία αυτών είναι αδιόρθωτος και ολίγον τους μέλη αν βλέπωνται υπό του διδασκάλου, συμφέρει να καθίζωσιν όπισθεν των άλλων, ίνα μη ενοχλώσι τους άλλους ατακτούντες η βλάπτωσι διά του κακού παραδείγματος"3.

Στη συνδιδακτική μέθοδο ο χώρος της αίθουσας είναι λοιπόν πολύ περισσότερο ομοιογενής απ' ότι στην αλληλοδιδακτική, και η κατανομή των μαθητών έχει πολύ μεγαλύτερη σταθερότητα. Οι διάφορες θέσεις χάνουν τη συμβολική τους αξία, αφού δεν μπορούν πια να χρησιμοποιηθούν ως σημεία ανταμοιβής η τιμωρίας. Μόνο το βάθρο του δασκάλου ξεχωρίζει και επιβάλλεται ακόμα περισσότερο, αφού τώρα γύρω από αυτό διεξάγεται η διδασκαλία, οι ασκήσεις, οι εξετάσεις.

Στο λειτουργικό λοιπόν επίπεδο, η διαρρύθμιση της αίθουσας διδασκαλίας απλοποιείται σημαντικά. Αντίθετα αυτό που γίνεται πολύ περισσότερο σύνθετο είναι η συνολική οργάνωση του σχολικού κτιρίου. Ο Μωραΐτης παραθέτει στο τέλος του βιβλίου του τέσσερα σχέδια - τύπους σχολείων με μία, δύο, τρεις η τέσσερεις τάξεις (βλ. εΐκ. 43). Οι αίθουσες σημειώνονται με το γράμμα A, χωρίς διαφοροποίηση και χωρίς ο συγγραφέας να εγκαθιστά κάποια αντιστοιχία ανάμεσα σε αίθουσες διδασκαλίας και σχολικές τάξεις. Σημειώνει μόνο ότι η μεγάλη μακρόστενη αίθουσα, που υπάρχει στο σχολείο με τρεις αίθουσες·, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις περιπτώσεις που απαιτούν τη συγκέντρωση

1. Βλ. Χ. Λέφας, Ιστορία..., 8.π., σ. 91· Σπ. Μωραΐτης Διδασκαλική..., 8.π., σ. 9.

2. στο ίδιο, σ. 27.

3. στο ίδιο.

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/161.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

περισσότερων τάξεων σ' ένα χώρο - κοινά μαθήματα, κοινή προσευχή, τελετές κλπ,1. Σ' όλους τους τύπους σχολείου προβλέπεται ένα ιδιαίτερο δωμάτιο που θα φιλοξενήσει το γραφείο του δασκάλου, για το σχολείο με μια αίθουσα, η του διευθυντή για τα σχολεία με δύο, τρεις η τέσσερεις αίθουσες, Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις προστίθεται ένα είδος -προθαλάμου, που χρησιμεύει για την παραμονή του επιστάτη, ιματιοθήκη κλπ.

Η συνθετική αρχή είναι απλή. Μέ την προϋπόθεση ότι το γήπεδο είναι ελεύθερο απ' όλες τις πλευρές, οι αίθουσες και τα γραφεία σχηματίζουν ένα τετράγωνο η παραλληλόγραμμο που έχει άξονα συμμετρίας το διάδρομο. Ο Μωραΐτης προβλέπει επίσης την πιθανότητα τα γήπεδα να είναι μικρά και να μην είναι δυνατόν να διαταχθούν οι τέσσερεις τάξεις στο ισόγειο. Σ' αυτήν την' περίπτωση, η διάταξη του σχεδίου Β επαναλαμβάνεται στον- όροφο, ενώ μια σκάλα, με δύο σκέλη και πλατύσκαλο καταλαμβάνει' το χώρο Β απέναντι από την είσοδο του κτιρίου, Για το γραφείο υιοθετείται μια λύση  όμοια με εκείνη των σχεδίων γ και δ'2, Σε όλες τις περιπτώσεις, λοιπόν, το γραφείο τοποθετείται έτσι ώστε ο διευθυντής η o επιστάτης να μπορούν να ελέγχουν την 'είσοδο· του σχολείου, την αυλή, το διάδρομο και τις εισόδους των αιθουσών. :

Η ανάπτυξη του σχολικού κτιρίου σε δύό ορόφους είναι· μία αρχιτεκτονική λύση που συναντιέται σπάνια στην προηγούμενη περίοδο. Δεν μπορούσε βέβαια να εφαρμοστεί στην περίπτωση ενός σχολείου οργανωμένου αποκλειστικά σύμφωνα με την αλληλοδακτική μέθοδο, αφού η αίθουσα καταλαμβάνει όλο το χώρο. Αλλά γενικά αποφεύγεται να τοποθετείται αυτή η αίθουσα σε όροφο. Στο υλικό που μπορέσαμε να δούμε δεν συναντήσαμε παρά μόνο δύο περιπτώσεις όπου προβλέπεται παρόμοια διάταξη. Στη μία περίπτωση, ένα σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε για ένα σχολείο θηλέων στο Ναύπλιο το 1847, η επιλογή αυτή επιβάλλεται κατά κάποιο τρόπο από τη μεγάλη κλίση του εδάφους, όπως ήδη αναφέραμε. Στη δεύτερη περίπτωση, μία μελέτη για αλληλοδιδακτικό σχολείο στην Ερμούπολη στα 1869, το πρόγραμμα προβλέπει την κατασκευή δύο αιθουσών διδασκαλίας, μία για τα κορίτσια και μία για τα αγόρια, και είναι οι περιορισμένες διαστάσεις του γηπέδου που επιβάλλουν την τοποθέτηση της μιας απ' αυτές σε όροφο (εικ. 38) 3.

Στα δημοτικά σχολεία οπού εφαρμόζεται ο χωρισμός σε δύο τμήματα - αλληλοδιδακτικό και συνδιδακτικό - και όπου η αύξηση του αριθμού των

1. στο ίδιο, σ. 7-8.

2. στο ίδιο, σ. 8.

3. Το σχολείο αυτό, που βρίσκεται στη συνοικία Νεάπολη, κατασκευάστηκε το 18701871 σε γήπεδο που δωρήθηκε στο δήμο γι' αυτόν τον σκοπό (Ι.Α.Δ.Ε., Πρακτικά συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου, κατάστιχο αρ. 7, συνεδρίασις 14 Σεπτ. 1866 και κατάστιχο αρ. 8, συνεδρίασις 5 Νοεμ. 1870 και 26 Ιουνίου 1872, επίσης φάκ. Τ 61.1β και Τ70.4, όπου έγγραφα σχετικά με την αποπεράτωση του σχολείου).

11

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/162.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

μαθητών απαιτεί την επέκταση του σχολείου, προτιμάται, όπως ήδη αναφέραμε, η κατασκευή ενός δωματίου συνεχόμενου με την αλληλοδιδακτική αίθουσα παρά η προσθήκη ορόφου. Τα κριτήρια που αναφέρονται είναι είτε κατασκευαστικά -οι τοίχοι του υπάρχοντος κτιρίου δεν μπορούν συνήθως να σηκώσουν το βάρος της νέας κατασκευής-, είτε έχουν σχέση με τη λειτουργία του σχολείου -καλύτερη επιτήρηση όλου του σχολείου από το δάσκαλο / διευθυντή1.

Και για το Μωραΐτη η διάταξη σε δύο ορόφους δεν αποτελεί την καλύτερη εκδοχή. Το γεγονός όμως ότι προβλέπεται σ' ένα κείμενο με χαρακτήρα κανονισμού, όπως είναι η Διδασκαλική, δείχνει από τη μια μεριά αύξηση, του, μαθητικοί) δυναμικού και από την άλλη τη σημασία που τουλάχιστον ο Μωραΐτης αποδίδει στο αστικό σχολικό πρότυπο. 'Εξάλλου το "κανονικό" συνδιδακτικό σχολείο προϋποθέτει για να λειτουργήσει ένα σχολικό πληθυσμό τουλάχιστον 280 μαθητών. 

Αυτός ο αστικός χαρακτήρας που προσδίδει στο σχολείο ο Μωραΐτης, διαφαίνεται, και στην αρχιτεκτονική των σχεδίων-τύπων που παρουσιάζει:· αρχιτεκτονική που θέλει να είναι επίσημη και που βασίζεται στη συμμετρία και στην επανάληψη. Η είσοδος του κτιρίου τοποθετείται στο μέσον της κύριας όψης και τα παράθυρα ανοίγονται, συμμετρικά και με σταθερό ρυθμό επανάληψης, ακόμη και στις πλευρές που οι κανόνες της οπτικής υγιεινής το απαγορεύουν. Αυτά τα τελευταία παράθυρα κατασκευάζονται μεν για να μην καταστραφεί η κανονικότητα των όψεων, αλλά διατηρούνται συνεχώς κλειστά (βλ, εικ. 43 β, γ, δ).

Πρόκειται πράγματι για μια αρχιτεκτονική λύση που αφ' ενός, αντίθετα απ' ότι συνέβαινε με το αλληλοδιδακτικό σχολείο, διαφοροποιείται από τους τύπους των παραδοσιακών κτιρίων, και αφ' ετέρου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "μινιμαλιστική" από την άποψη της προστιθέμενης σχεδιαστικής αξίας, και συγχρόνως ορθολογική: ορθολογισμός που αναφέρεται στη διοικητική διαχείριση του δημόσιου έργου που είναι το διδακτήριο.

Στο υλικό που συγκεντρώσαμε δεν περιλαμβάνονται σχολεία κατασκευασμένα σύμφωνα με τα σχέδια-τύπους της Διδασκαλικής. Εν τούτοις, το σχέδιο του σχολείου των θηλέων στο Ναύπλιο (1877, βλ. εικ. 40), καθώς και εκείνο του σχολείου των αρρένων στην Πρόνοια (1878, βλ. εικ. 41), παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες μ' αυτούς τους τύπους. Οι ομοιότητες αυτές μπορεί

1. Για το Θέμα αυτό βλ. ενδεικτικά:

Ι.Α.Δ.Ε., σειρά ΙΕκπ., φάκ. lα/ ιστ, ο Νομάρχης στο Δήμαρχο, 5 Αύγ. 1839, φάκ. Ια/ιγ, ο Νομάρχης στο Δήμαρχο, 26 Αύγ. 1844, φάκ. Ια/Η), ο Νομάρχης στο Δήμαρχο, 18 Μαρτίου 1846· σειρά Τδημ. έργα, φάκ. 48.3, 6 δάσκαλος στο Δήμαρχο, 30 Σεπτ. 1872.

Δ.Α.Ν. φάκ. Ρ36, 37/1842, Έκθεση του διδασκάλου, 26 Ιουνίου 1842.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/163.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

να πηγάζουν τόσο από την ύπαρξη κοινών προτύπων αναφοράς όσο και από μια κοινή σχεδιαστική αντίληψη και μεθοδολογία.

β. Καταλληλότητα και Υγιεινή

"Πρέπει [...] ταύτα να λαμβάνωνται υπ' όψιν υπό της αρχιτεκτονικής, πώς, μετά της καλής απόψεως, το κτίριον να είνε στερεόν και αρμόδιον τω σκοπώ δι' ον επλάσθη. Διά το τελευταίον όμως τούτο, η υγιεινή μεγάλην έχει τη αρχιτεκτονική σχέσιν· διότι η αρμοδιότης αύτη αφορώσα εις την δημοτικήν και ατομικήν ανάγκην, αφορά συγχρόνως και εις την διατήρησιν της υγείας των όντων εκείνων διά το οιονδήποτε κτίριον οικοδομείται", γράφει ο Γ. Βάφας, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών1,

Είδαμε ότι από την αρχή η αντιμετώπιση του σχολικού χώρου από τους παιδαγωγούς περιέχει αρκετά υγιεινιστικά στοιχεία. Από το 1880 όμως και μετά μια πληθώρα αρχιτεκτονικών και κατασκευαστικών κανόνων βασισμένων στις ιατρικές επιστημονικές θεωρίες κάνει την εμφάνιση της τόσο στα έργα των παιδαγωγών όσο και σ' εκείνα των γιατρών. Αυτή η πλήρης προδιαγραφή όλων των παραμέτρων του σχολικού κτιρίου στη βάση των παρατηρήσεων του κλάδου της υγιεινής φαίνεται να συνδέεται με την προοπτική της γενικευμένης πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Όταν ο στόχος είναι η απομόνωση του παιδιού για ολοένα και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέσα σε ένα εξειδικευμένο χώρο, πρέπει να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ώστε αυτό να μην βάζει σε κίνδυνο την υγεία του. Άλλωστε αυτή η προβληματική τροφοδοτείται από αντίστοιχες θεωρήσεις που την ίδια εποχή κοινοποιούνται ευρύτατα στις δυτικές χώρες, 'Αναφέρουμε ενδεικτικά τη Διεθνή Έκθεση 'Υγιεινής των Βρυξελλών το 1876, στα πλαίσια της οποίας .παρουσιάστηκε πρότυπος σχολικός εξοπλισμός, ενώ σχολικά κτίρια και εξοπλισμός παρουσιάζονται και στις διεθνείς εκθέσεις του 1867, 1878 και 1889 στο Παρίσι 2. To 1882 δημιουργήθηκε στη Γαλλία η Επιτροπή Σχολικής 'Υγιεινής με αποστολή να μελετήσει τα ζητήματα του σχολικού εξοπλισμού και του υλικού, και των μεθόδων διδασκαλίας στη σχέση τους με την υγιεινή και η όποια δύο χρόνια αργότερα εξέδωσε τα αποτελέσματα των εργασιών της με τη μορφή υπομνήματος 140 σελίδων που αποτέλεσε για μια εικοσαετία περίπου πραγματικό κώδικα σχολικής υγιεινής3. Στη Γερμανία ήδη το 1866 γίνονται εκτεταμένες μελέτες σχετικά με τις βλάβες που υφίσταται η όραση των παιδιών λόγω του ανθυγιεινού φωτισμού

1. Γ. Βάφας, Αι Αθήναι από ιατρικήν εποψιν. Μέρος Α'. Η πόλις, Αθήνα 1878, σ.

149.

2. Β. Toulier, "L'architecture scolaire...", ο.π., σ. 5, 6, 23. Στην έκθεση του 1889 η γαλλική Διεύθυνση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης παρουσίασε το μοντέλλο μιας αίθουσας σχεδιασμένης καθαρά από την άποψη των υγιεινολογικών προδιαγραφών (στό ίδιο, QP. 7),

3. στο ίδιο, σ. 5.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/164.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

των αιθουσών, των ακατάλληλων θρανίων κλπ. Στην ίδια χώρα το 1887 θεμελιώνεται ο θεσμός του σχολικού γιατρού1. Το 1884 στην Αγγλία δημοσιεύονται μια σειρά εκθέσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της φοίτησης στην πνευματική, ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών που σηματοδοτούν το αυξανόμενο ενδιαφέρον των γιατρών γι' αυτό το θέμα2.

Τούς προβληματισμούς αυτούς τους συναντήσαμε και στο έργο του Μωραΐτη. Είδαμε ότι προβλέπει την κατασκευή θρανίων των οποίων οι διαστάσεις προσαρμόζονται στο ανάστημα των παιδιών -έστω και άλλης χώρας. Αλλά και γενικότερα, οι αρχιτεκτονικές διατάξεις και οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες που πηγάζουν από τις υγιεινιστικές θεωρίες κατέχουν στο βιβλίο του θέση πολύ πιο σημαντική από ότι αντίστοιχα στον Οδηγό, τρόπος κατασκευής και μόνωσης του πατώματος, τόσο του ισογείου όσο και του ορόφου3, καθορισμός της επιφάνειας των παραθύρων αναλογικά με την επιφάνεια της αίθουσας4, ειδικές προδιαγραφές για πετάσματα και παραθυρόφυλλα 5, ειδική αναφορά στην απομάκρυνση των νερών της βροχής 6 κλπ.

Το 1887 η επιθεώρηση Παιδαγωγικόν Σχολείον, που διευθύνεται από τον Μ. Βρατσάνο, δημοσιεύει σε συνέχειες μια μελέτη με τίτλο "Περί του δημοτικού σχολείου" 7, Σύμφωνα με τη συνήθεια, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στο σχολικό κτίριο. Η θεματολογία που αναπτύσσεται είναι στο μεγαλύτερο μέρος όμοια με ό,τι συναντήσαμε μέχρι τώρα. Αλλά η ίδια η ανάπτυξη διαφοροποιείται, σημαντικά. Κατ' αρχήν δεν πρόκειται για προδιαγραφές, αλλά περισσότερο για μια έκθεση αναλυτική και αιτιολογημένη της μεθόδου που πρέπει να ακολουθείται κατά την κατασκευή ενός διδακτηρίου, Τα διάφορα θέματα, που μέχρι τώρα τα είδαμε να θίγονται σε μικρές παραγράφους στα πλαίσια ευρύτερων ενοτήτων, τώρα αυτονομούνται και αναπτύσσονται σε ολόκληρα κεφάλαια. Ορίζοντας έτσι νέα πεδία θεωρητικής δράσης που θα μετατραπούν και σε σχετικά αυτόνομους τομείς διοικητικής παρέμβασης.

Έτσι το κεφάλαιο Δ' είναι αφιερωμένο στο δημοτικό σχολείο ως "τόπον διδασκαλίας", και ειδικότερα στη θέση του σχολείου 8. Ζητήματα όπως η απόσταση του σχολείου από τον τόπο κατοικίας, η προστασία του από θορύβους

1. Εμμ. Ν. Λαμπαδάριος, Σχολική υγιεινή, 2, Αθήνα 1928, σ 14.

2. R A Löwe, "The Medical Profession and School Design in England, 1902- 1914", Poedagogica Historica, 13(1973), σ 425.

3. Σπ. Μωραΐτης, Διδασκαλική.. , ο π , σ 4-5

4. στο ίδιο, σ 6

5. στο ίδιο, σ. 6-7

6. στο ίδιο, σ. 7.

7 ΙΙαιδαγωγικόν σχολείον, έτος Τ', τεύχος Ι', ΙΑ', Οκτ-Νοέμ. 1887

8. στο ίδιο, σ 472-475

Σελ. 164
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 145
    8. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

    ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

    'Αν ληφθούν υπόψη η στάση της κεντρικής διοίκησης και των τοπικών αρχών η κατάσταση των σχολείων όπως περιγράφεται από τους δασκάλους, αλλά και το πεδίο στο οποίο εκτείνονται,, οι (αιτήσεις τους' και επίσης, τα 296 κτίρια τα οποία σύμφωνα με τη στατιστική του 1911 κατασκευάστηκαν , διαρρυθμίστηκαν η, απλά τέθηκαν στη διάθεση του σχολείου από τις κοινότητες -δηλαδή τους κατοίκους των αγροτικών οικισμών- - Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι κατά τη διάρκεια των 50 χρόνων που ακολουθούν τη δημοσίευση του νόμου που θεμελίωσε το πρωτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα, το ζήτημα του σχολικού κτιρίου, και η καινοτομία του επίσης, έγκειται στην εξειδίκευση ενός τόπου και την απομόνωσή του στα πλαίσια μιας κοινότητας. Η πρόοδος του σχολικού δικτύου, η διείσδυση του σχολείου σε ολόκληρη τη χώρα, η επιρροή του στον πληθυσμό και η αύξηση των σχολικών μεγεθών σχετίζονται επίσης μ' αυτήν την εξειδίκευση.

    Γύρω στο 1880 μια άλλη διάσταση του ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων έρχεται σε πρώτο πλάνο: η ποιότητα τους. Αυτό που απαιτείται πλέον δεν είναι μόνο ένα "μόνιμο"1 σχολικό κτίριο αλλά ένα σχολικό κτίριο "κατάλληλο". Η παιδαγωγική λειτουργία του υλικού πλαισίου του σχολείου υπογραμμίζεται: "[...] εν τω σχολείω, πολλάς ώρας διατριβών ο παις, κατ' ολίγον δύναται να λάβη ακριβή έννοιαν της καθαριότητος, της τάξεως, της φιλοκαλίας· μεγάλη δε είνε η μορφωτική δύναμις, ην ασκούσιν επί του ήθους των παίδων τα καθ" ημέραν προσπίπτοντα εις την αίσθησιν των αντικείμενα"2. Τον τονισμό αυτόν της παιδαγωγικής δύναμης του υλικού περιβάλλοντος του σχολείου, θα πρέπει να τον δούμε σε σχέση με μια γενικότερη κίνηση που εκδηλώνεται

    1. "Μόνιμο" η "προσωρινό" είναι μια από τις ερωτήσεις τις σχετικές με το κτίριο που περιέχουν τα φύλλα των τριμηνιαίων ελέγχων. Οι άλλες αφορούν τον Ιδρυτή, την κατάσταση,, τη χωρητικότητα και την κατάσταση του υλικού.

    2. Εγκύκλιος του Υπουργείου της Δημοσίας 'Εκπαιδεύσεως αρ. 7694/20 Σεπτεμβρίου 1879, "Περί βελτιώσεως των δημοτικών σχολείων", μονόφυλλο, Δ.Α.Ν., φάκ. 0.30/ 1879.

    10