Συγγραφέας:Καλαφάτη, Ελένη
 
Τίτλος:Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)
 
Υπότιτλος:Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:8
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:288
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1821-1929
 
Περίληψη:Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξη του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζεται αφενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις. Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη του ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 58.29 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 195-214 από: 372
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/195.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

τίτλον Γραφείον τεχνικής υπηρεσίας Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως"1.

Σε ό,τι αφορά τη μελέτη και την επίβλεψη της κατασκευής των σχολικών κτιρίων ο νόμος ΓΩΚΖ' συνιστά τομή εγκαθιδρύοντας το θεσμικό πλαίσιο που θα ισχύσει με μικρές μεταβολές μέχρι το 1962 και τη δημιουργία του 'Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων -ακραίο' σημείο της συγκέντρωσης και της εξειδίκευσης του μηχανισμού παραγωγής των σχολικών εγκαταστάσεων, Συγχρόνως η ύπαρξη κεντρικού σχεδιαστικού μηχανισμού επιδρά άμεσα στη λογική καθορισμού των κτιριολογικών και αρχιτεκτονικών σταθερών του σχολικού κτιρίου με σημαντικές επιπτώσεις στην ίδια την εικόνα του.

2. Ο ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ

Η νέα αυτή φάση-στο ζήτημα των σχολικών κτιρίων, εγκαινιάζεται με, την κατάργηση των τύπων Κάλλια. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου ΓΩΚΖ' : · "Οι μέχρι τούδε εφαρμοζόμενοι ενιαίοι τύποι των σχολείων καταργούνται". Το προσωπικό της τεχνικής υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας η οι κατά τόπους μηχανικοί των δημόσιων έργων θα συντάσσουν κάθε φορά ειδική μελέτη για το συγκεκριμένο υπό ανέγερση διδακτήριο, ενώ οι γενικοί τεχνικοί και υγιεινολογικοί όροι οικοδομής των διδακτηρίων θα καθοριστούν με Βασιλικό Διάταγμα. Εγκαταλείπονται λοιπόν, σύμφωνα με τη διατύπωση του νομοσχεδίου, όχι μόνο οι συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές λύσεις που επέλεξε ο Δ. Καλλίας αλλά και η ίδια η λογική του ενιαίου τύπου. Σημαντική στροφή στην αντιμετώπιση του σχολικού κτιρίου, για τη συλλογιστική της οποίας όμως η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου δεν μας παρέχει ειδικές πληροφορίες2. Ωστόσο,

1. Από το 1923 άρχισε να λειτουργεί και περιφερειακή αρχιτεκτονική υπηρεσία με · τη δημιουργία θέσεων σχολικών αρχιτεκτόνων στις κυριότερες έδρες των Γενικών Επιθεωρήσεων. Στους σχολικούς αρχιτέκτονες ανατίθεται η αμεση επίβλεψη των εκτελούμενων έργων καθώς και, σε συνεργασία με τους επιθεωρητές, η επιθεώρηση των σχολείων και η σύνταξη εκθέσεων για τη διδακτηριακή κατάσταση των περιοχών (βλ. Ν.Δ. 30/12/1923, "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του νόμου 2442 περί ιδρύσεως ταμείων Εκπαιδευτικής Προνοίας" και Β.Δ. 18/11/1925, "Περί προσόντων, διορισμού, προαγωγής των σχολικών αρχιτεκτόνων, έδρας και δικαιοδοσίας αυτών", στο Μ. Μαντούδης, Διδακτηριακή νομοθεσία..., ο.π., σ. 105-111,229-230).

2. Το πλήρες κείμενο της αιτιολογικής έκθεσης, με ημερομηνία 20 Απριλίου 1911, έχει ως εξής: "Λαμβάνω την τιμήν να υποβάλλω εις την Βουλήν σχέδιον νόμου περί διδακτηρίων της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως δι' οδ, το μεν συμπληρούνται κενά του ήδη υφισταμένου νόμου, άτινα δεκαπενταετής πείρα κατέδειξε, το δε καταργείται o μέχρι τούδε ενιαίος τύπος του σχολείου, όστις, καθά έλαβον την τιμήν να αναπτύξω κατά την εν τη Βουλή εισήγησιν : του νομοσχεδίου, τόσας επήνεγκεν υλικάς και ηθικάς ζημίας εις το Κράτος" [Εφημερίς των' Συζητήσεών της Βουλής, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), Παράρτημα, τόμος A',

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/196.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

όπως φαίνεται από μεταγενέστερες αναφορές στα πλαίσια των συζητήσεων της βουλής, αυτό που κυρίως αμφισβητείται είναι οι συγκεκριμένες λύσεις Κάλλια, και μάλιστα στις μορφολογικές τους επιλογές, και η γενικευμένη εφαρμογή τους χωρίς διάκριση αστικού και αγροτικού χώρου. Αντίθετα δεν διατυπώνονται συγκροτημένα αναλυτικά επιχειρήματα κατά της λογικής του ενιαίου διδακτηριακού τύπου καθεαυτής1.

Συνδέοντας το πρόβλημα του ενιαίου τύπου με τη συγκεκριμένη εκδοχή Κάλλια, o Αλεξανδρής θα επιχειρηματολογήσει για την κατάργηση των τύπων του 1898 κυρίως με όρους τεχνικοοικονομικούς2. Ως βασικό επιχείρημα προβάλλεται ότι οι μορφές και οι κατασκευαστικές τεχνικές που επιβάλλονται από τους τύπους "Κάλλια" ξεπερνούν την εποχή αυτή το επίπεδο τεχνογνωσίας των μαστόρων που χτίζουν στις αγροτικές περιοχές, όπου κατασκευάζονται τα περισσότερα από αυτά τα σχολεία, και αυτό με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στο κόστος όσο και στην ποιότητα της κατασκευής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, στο τέλος του 1909 η κατάσταση των σχολικών κτιρίων που έχουν κατασκευαστεί το διάστημα 1898-1909 παρουσιάζεται ως εξής: 96 σχολεία είναι σε καλή κατάσταση, 29 έχουν ανάγκη επισκευών, ενώ 16 είναι ετοιμόρροπα και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν3. Η ετήσια δαπάνη

σ. 456]. Δεν φαίνεται όμως να έγινε εισηγητική αγόρευση για το νομοσχέδιο η τουλάχιστον εμείς δεν την εντοπίσαμε στην 'Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής της αντίστοιχης βουλευτικής περιόδου. Για την ακαταστασία η οποία χαρακτηρίζει γενικά το νομοπαρασκευαστικό έργο του A. Αλεξανδρή βλ. A. Δημαράς, "Προθέσεις... στα εκπαιδευτικά (19101913)", 8.π., α. 30-31.

1. Στη συζήτηση για την ψήφιση του νομοσχεδίου κατ" άρθρο, το μόνο επιχείρημα που προβάλλει ο εισηγητής κατά του ενιαίου διδακτηριακού τύπου είναι ότι "εις ουδέν Κράτος υπάρχει ωρισμένος τύπος σχολείου" και αυτό ως επιχείρημα υπέρ της διατάξεως του νομοσχεδίου που επιτρέπει την αγορά από το δημόσιο ιδιωτικών οικοδομών για τη στέγαση σχολείων (αρθρ. 6). Αντίστοιχα η αντιπολίτευση δηλώνοντας την αντίθεση της στο προηγούμενο άρθρο θα προβάλλει την ανάγκη του να κατασκευάζονται τα διδακτήρια σε όλη τη χώρα σύμφωνα με ορισμένους τύπους, γιατί με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζονται οι όροι της υγιεινής. Αντίθετα στο θέμα της κατάργησης των τύπων Καλλία φαίνεται να υπάρχει απόλυτη συμφωνία [βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), σ. 3353-3355].

2. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής,, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), σ. 1051. Με παρόμοιους όρους θα διατυπωθεί κριτική κατά των τύπων του 1898 και κατά τη διάρκεια της συζήτησης των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων Τσιριμώκου το 1914, βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Περ. Ιθ' ( Συν. Γ', τ. A', σ. 55.

3. M. Mantoudis, "Les Bâtiments scolaires en Grèce", L'Hellénisme Contemporaine, αρ. 5/1936, σ. 454. Θα πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι η "καταστροφική" αυτή εικόνα που παρουσιάζουν τα επίσημα στοιχεία για το σύνολο της χώρας διαφοροποιείται σημαντικά στην περίπτωση της περιοχής της Αργολίδας για την όποια διαθέτουμε αναλυτικά στοιχεία σχετικά με την τύχη των σχολείων "Καλλία". Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, που

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/197.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

για τη συντήρηση και τις επισκευές αυτών των σχολείων υπολογίζεται το 1911 σε 250000 δρχ., δηλαδή περίπου το 1/5 των εσόδων από τα εκπαιδευτικά τέλη την περίοδο αυτή1. Σαν συνέπεια αυτών των διαπιστώσεων προτείνεται ο σχεδιασμός διαφορετικών αρχιτεκτονικών λύσεων για κάθε συγκεκριμένο σχολείο, απλούστερων και οικονομικότερων.

Η οικονομοτεχνική θεώρηση όμως δεν αποτελεί ούτε τη μοναδική ούτε την καθοριστική βάση για τις νέες επιλογές στον τομέα της διδακτηριακής πολιτικής. Ήδη από το 1899 έχει διατυπωθεί με σαφήνεια η πρόθεση εξορθολογισμού

 

περιέχονται στο τμήμα των αρχείων της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που βρίσκεται κατατεθειμένο στις Τεχνικές Υπηρεσίες της Νομαρχίας Αργολίδας, από τα 16 σχολεία που κατασκευάστηκαν μέχρι το 1911 σύμφωνα με τους τύπους "Καλλία", τα 13 χρησιμοποιούνται ακόμη το 1951, είτε όπως ήταν αρχικά είτε στις περισσότερες περιπτώσεις μετά από μεταρρύθμιση και προσθήκες αιθουσών, για τη στέγαση των σχολείων των οικισμών Πρόκειται για τα διδακτήρια Αλέας (διτάξιο, αποπεράτωση 1905), Αραχναίου (μονοτάξιο, 1907), Αγίας Τριάδος (μονοτάξιο, 1905), Καρυάς (μονοτάξιο, 1905), Κεφαλόβρυσο (μονοτάξιο, 1907), Τολού (μονοτάξιο, 1900), Νέας Επιδαύρου (μονοτάξιο, διτάξιο, 1901), Μάνεση (διτάξιο, 1908), Κρανιδίου (διτάξιο, 1905), Ερμιόνης (διτάξιο, ;), Λυγουριού (διτάξιο, 1899), Διδύμων (διτάξιο, 1900). Τα υπόλοιπα τρία, τα μονοτάξια διδακτήρια Διδύμων, Παλαιάς Επιδαύρου και Αυγουριού, εκποιήθηκαν η κατεδαφίσθηκαν λόγω κακής κατάστασης το 1939-1940. Στό διάστημα αυτό τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα διδακτήρια "Καλλία", εκτός από τα λειτουργικά (προσανατολισμός, χωρητικότητα) και τις φθορές λόγω συνηθισμένης χρήσης, έτσι όπως εντοπίζονται στις εκθέσεις των σχολικών αρχιτεκτόνων και στις αιτήσεις επισκευών, είναι το σάπισμα των ξύλων της στέγης και της οροφής που οφείλεται κυρίως στην κακή συντήρηση (βλ. έκθεση των αρχιτεκτόνων Ν. Μητσάκη με ημερομηνία 23 9.1928 και Σ. Σταματίου με ημερομηνία 15.10.1936 για το σχολείο της Παλαιάς Επιδαύρου) και οι ρωγμές που εμφανίζονται στην τοιχοποιία και που οφείλονται κυρίως σε κακοτεχνίες στην κατασκευή ευθύς εξαρχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις των σχολικών αρχιτεκτόνων και μηχανικών παρουσιάζει προβλήματα η θεμελίωση των σχολικών κτιρίων είτε λόγω μικρού πάχους των τοίχων των θεμελίων ε'ι'τε λόγω προβλημάτων στις απαιτούμενες επιχωματώσεις. Αυτό σε συνδυασμό με το μεγάλο ύψος των τοίχων των διδακτηρίων Καλλία (5,50μ ) και τα μεγάλα ανοίγματα (τα παράθυρα έχουν πλάτος 1,10 και ύψος 3,30 μ ) που διακόπτουν την συνοχή της τοιχοποιίας αφού φαίνεται ότι δεν κατασκευάστηκαν ξυλοδεσιές στα περισσότερα απ' αυτά, δημιουργούν κατ' αρχήν τριχοειδή ρήγματα που με την πάροδο του χρόνου και δεδομένης επίσης της σεισμοπάθειας της περιοχής διευρύνονται, οι τοίχοι αποκλίνουν από την κατακόρυφο και υπάρχει πρόβλημα κατάρρευσης

Το πρόβλημα πάντως των κακοτεχνιών με σημαντικές επιπτώσεις στη στερεότητα του κτιρίου εμφανίζεται και αργότερα παρά την εφαρμογή απλούστερων τύπων, και αποδίδεται από τους σχολικούς αρχιτέκτονες στο ότι για λόγους αριθμητικής ανεπάρκειας του προσωπικού η επίβλεψη της οικοδομής δεν γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας. Βλ. σχετικά την έκθεση του σχολικού αρχιτέκτονα Σ. Σταματίου με ημερομηνία 29 3.1938 (Α.Τ.ΥΝΑ., φάκ. Αργολίδος Γενικά).

1. Βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), σ. 1051.

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/198.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

της κατασκευής των διδακτηρίων με στόχο τη βελτιστοποίηση της χρήσης με ταυτόχρονη μείωση του κόστους. 'Ωστόσο οι όροι που το 1911 επιτρέπουν την εν ονόματι της οικονομίας αυστηρή κριτική των "κιονόκρανων" και των "αετωμάτων" συνδέονται με τις μεταβολές που σημειώνονται στο χώρο της αισθητικής ιδεολογίας σ' ο,τι αφορά την αρχιτεκτονική την εποχή αυτή. Άλλωστε, αισθητική / ιδεολογική επιλογή αποτελούσε και η εφαρμογή των τύπων Κάλλια. "Ας μην ξεχνάμε ότι οι δύο τύποι μονοτάξιων αγροτικών διδακτηρίων του διατάγματος του 1984 (εικ. 46, 47) καθώς και ο τύπος A' "αδιαιρέτου δημοτικού σχολείου" για 80 μαθητές που σχεδίασε ο Καλλίας το 1896 και ενέκρινε το υπουργείο (εικ. 48) δεν έχουν ούτε "κιονόκρανα" ούτε "αετώματα". Οι τύποι όμως αυτοί δεν εφαρμόστηκαν, όπως δεν φαίνεται να εφαρμόστηκε, εκτός από την περίπτωση του μονοτάξιου σχολείου, και η αρχική εντολή ανάθεσης στην επιτροπή επεξεργασίας των διδακτηριακών τύπων, η όποια προέβλεπε την εκπόνηση "διπλών σχεδίων" για κάθε τύπο σχολείου "τού μεν πολυτελέστερου, του δε λιτότερου"1. Οι τέσσερεις τύποι του 1898 με την αυστηρή νεοκλασική μορφολόγηση των όψεων προκρίνονται ως απάντηση στο αίτημα να είναι το δημόσιο σχολείο, είτε στην πόλη βρίσκεται είτε στην ύπαιθρο, "το λαμπρότερον οικοδόμημα" και το "περικαλλέστερον", που διατυπώνεται ακόμη με έμφαση στα 18982, ως παράσταση της δημόσιας εικόνας, ως αρχιτεκτονική έκφραση της "κοινωνικής αρμονίας"3 στην οποία τείνει και η γενικευμένη εκπαίδευση, τέλος ως ένα μέσο πολιτικής διαπαιδαγώγησης των αγροτικών πληθυσμών και μέσα από τη διάδοση των επίσημων αρχιτεκτονικών προτύπων του κράτους και της πόλης4. Πρόκειται ωστόσο για

1. Αναφέρεται στο Εκπαιδευτικά νομοσχέδια , o π., σ 34.

2 "Τα Ελβετικά σχολεία". Εθνική Αγωγή, τ. A' (1898), σ. 28-29 Πρβλ: "Καλλιπρεπή [ ] σχολικά κτίρια προέχοντα μεταξύ πάντων των οικοδομημάτων και εν αυτοίς τοις χωρίοις διατρανούσι το ενδιαφέρον των πεπολιτισμένων χωρών περί της πλήρους και υγιούς εκπαιδεύσεως της νεότητος. Ναός, σχολείον και στρατών είνε τα τρία οικοδομήματα, εφ' ων στηρίζει την πραγματικήν της υπόστασιν, το μεγαλείον και την δύναμίν της πάσα αληθώς πεπολιτισμένη πολιτεία" [Φ.Δ. Γεωργαντάς, "Το Γκαίτειον Γυμνάσιον έν Φραγκφούρτη" 'Εθνική Αγωγή, τ A' (1898), σ 68].

3. Σύμφωνα με τη διατύπωση του A. Τζώνη: "[ ] ο Ιστορικιστικός τοπικισμός στη νεοκλασσική του έκφραση, πρόσφερε στους Έλληνες μια ουτοπία. Με τους σχολαστικούς του κανόνες αρχιτεκτονικής σύνθεσης, με τις δυσκολίες του στο να πετύχει ακρίβεια στον συνδυασμό και τις ευθυγραμμίσεις των διαφόρων στοιχείων, με τη δεξιοτεχνική ρουτίνα ρυθμολόγησης, πρόσφερε ένα όραμα ανάτασης πάνω από μικρόψυχες επιδιώξεις και ατομικές ανικανότητες, μια συλλογική παράσταση της δημόσιας εικόνας, ένα παράδειγμα κοινωνικής αρμονίας, μια υπόσχεση που έπρεπε να πραγματοποιηθεί" (Α Τζώνη και L Lefaivre, "Ο κάνναβος και η πορεία Μιά εισαγωγή στο έργο του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη, και μερικές προκαταρκτικές σκέψεις γύρω από την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής κουλτούρας". Αρχιτεκτονικά θέματα, '15/198Ι, σ 165).

4. Την πρόθεση αυτή αποδίδει με έντονη αρνητική διάθεση ο βουλευτής Ν. Βελέντζας

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/199.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

μια από τις τελευταίες, αν όχι την τελευταία, εμφατική χρησιμοποίηση της νεοκλασικής εικονογραφίας για την έκφραση του δημόσιου και του εθνικού" ιδεώδους1.

Ήδη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές στη μονολιθικότητα της κλασικιστικής μορφολογίας: εισαγωγή νεομπαρόκ και νεοαναγεννησιακών στοιχείων στα δημόσια κτίρια, στις τράπεζες η στις κατοικίες των υψηλών εισοδηματικών στρωμάτων νεορωμανικά και βυζαντινά στοιχεία στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική· "γραφική αρχιτεκτονική" για την δεύτερη εξοχική κατοικία των μεγαλοαστών στα προάστια2. Η εκλεκτικιστική αυτή αισθητική με την πολλαπλότητα των προτύπων αναπτύσσεται τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σε ένα νέο αρχιτεκτονικό κώδικα που προβάλλει, στη θέση της "δογματικής ρυθμολογίας" και του προνομίου του νεοκλασικισμού να εκφράζει την "αυθεντική ελληνικότητα" επενδύοντας όλα τα κτιριολογικά προγράμματα και όλους τους τόπους, τη λογική της διαφοροποίησης και της ανάδειξης του ιδιαίτερου "χαρακτήρα" του κάθε κτιρίου μέσα από την κατάλλη7..η επιλογή του "στυλ". Ιδιαιτερότητα που μπορεί να συνδέεται με το κτιριολογικό πρόγραμμα, αλλά επίσης με τον τόπο, την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη η το συγκεκριμένο θεσμό που στεγάζει η ακόμα με την οικονομία της κατασκευής.

κατά τη συζήτηση των νομοσχεδίων Ι. Τσιριμώκου στη Βουλή το 1914: "Κατεσκευάσθησαν εις ορεινούς πληθυσμούς σχολεία με κιονόκρανα και πάσαν μηχανικήν πολυτέλειαν, ην δεν δύναμαι να περιγράψω, προωρισμένα όμως εις την πρώτην καταιγίδα να καταρρεύσωσι κατεσκευάσθησαν εν ενί λόγω σχολεία πολυτελή και άχρηστα, με την δικαιολογίαν ότι ανωκοδομήθησαν όπως χρησιμεύσωσιν ως πρότυπα οικοδομημάτων εις τους χωρικούς πληθυσμούς, ωσανεί να επρόκειτο ούτοι να μεταβάλωσι τας καλύβας αυτών εις μέγαρα" (Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Περ ΙΘ', Συν Γ', τ. Α', σ. 55).

1 Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια εποχή το αυστηρό νεοκλασικό ιδίωμα ακολουθείται με συνέπεια και σε άλλα δημόσια κτίρια που οικοδομούνται στην ελληνική επαρχία, όπως για παράδειγμα το Δικαστικό Μέγαρο Χαλκίδας και το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου (βλ σχετικά Ξ. Σκαρπιά-Χόιπελ, Η μορφολογία του γερμανικού κλασικισμού (1789-1848) και η δημιουργική του αφομοίωση από την ελληνική αρχιτεκτονική (18331897), διδακτορική διατριβή. Θεσσαλονίκη 1976, σ 183 και πίν. 59).

2 Βλ γενικά για τις τάσεις στη νεοελληνική αρχιτεκτονική του τέλους του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, τον εκλεκτικισμό και την ανακάλυψη της παραδοσιακής αρχιτεκτονική: F. Loyer, Architecture de la Grèce contemporaine, ο π., σ 250-252, 311-318, 331-342, 406-408, 421-438 Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, Αθήνα 1984, σ 112-115, 124-158, 175-180 Ειδικότερα για την εγκατάλειψη της αυστηρής νεοκλασικής μορφολογίας και τα εκλεκτικιστικά φαινόμενα στο γύρισμα του αιώνα βλ.: Ξ Σκαρπιά-Χόιπελ, Η μορφολογία του γερμανικού κλασικισμού..., ο.π , κυρίως από σ 252 κ.ε Μ Μπίρης, "Το Αθηναϊκό σπίτι κατά το 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα", Αθήνα πρωτεύουσα πόλη, Αθήνα, έκδ. Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών πόρων και Απαλλοτριώσεων, 1985, σ 114-118

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/200.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

Η ελευθερία του εκλεκτικισμού να ανατρέχει σε ετερογενή μορφολογικά ιδιώματα με βασικό κριτήριο τη δυνατότητα τους να εξυπηρετήσουν ένα συγκεκριμένο κτιριολογικό πρόγραμμα ανοίγει το δρόμο για την επαναξιολόγηση της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ξεκινώντας σαν προσπάθεια σύνθεσης του πνεύματος της "γραφικής" αρχιτεκτονικής με στοιχεία της τοπικής παράδοσης1, το ρεύμα του τοπικισμού θα προβάλλει τα "μαθήματα" της ανώνυμης λαϊκής αρχιτεκτονικής ως πρόταση για τη δημιουργία μιας "νεωτέρας αγνής ελληνικής τέχνης"2, για την επανάκτηση δηλ. της ρυθμολογικής ενότητας που χάθηκε με το τέλος του νεοκλασικισμού3. Η κίνηση αυτή για την "επιστροφή στις ρίζες" της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής θα συνδεθεί με ένα ευρύτερο κίνημα διανοουμένων που αναζήτα στη μελέτη του πρόσφατου παρελθόντος τις βάσεις για την οικοδόμηση ενός εθνικού πολιτισμού 4. Ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εκφράσεις αυτού του κινήματος5.

Με τη μεταστροφή λοιπόν των αισθητικών προτύπων, την απόρριψης της μνημειακότητας, την ανάδειξη της έννοιας της οικονομίας (οικονομία που κυρίως νοείται ως προς τη χρήση των πλαστικών μορφών και δεν ταυτίζεται πάντα

1. Βλ. σχετικά Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, ο.π., σ. 134-140. Σχεδόν προγραμματική διατύπωση βρίσκουμε στο άρθρο του Ε.,Κριεζή, "Δημώδης αρχιτεκτονική" [Αρχιμήδης, ΙΓ' (1912), σ. 1-8]: "Σήμερον μεταφυτεύονται εις τα χωρία και τας εξοχάς τα οικοδομικά υποδείγματα των πόλεων, άτινα εις ουδεμίαν σχέσιν και αρμονίαν ευρισκόμενα με την περιβάλλουσαν ταύτα φύσιν μας αναγκάζουσι να υποφέρωμεν τας μεγαλειτέρας αισθητικάς παραφωνίας. Οι δε αντιλαμβανόμενοι το τοιούτον και επιζητούντες τύπους οικοδομών περισσότερον αρμόζοντας προς την φύσιν της εξοχής, μεταφέρουσι και παρεμβάλλουσι τοιούτους εις την ελληνικήν φύσιν, εξ Ελβετίας, Τυρόλου και αναλόγων μερών η εξ Ιταλίας τας βίλλας της αναγεννήσεως, αίτινες ισχύουσιν ως Ελληνικαί. Εν τούτοις εκείνη η εξοχική οικία θα ευρίσκεται εν μεγαλειτέρα αρμονία με την περιβάλλουσαν φύσιν και θα φαίνεται ως ν' ανεφύη από του εδάφους, ήτις θα προκύψη δι' εξελίξεως από τα αρχοντόσπιτα των ελληνικών κωμοπόλεων και χωρίων, άτινα είναι &ργα, της Ελληνικής δημώδους τέχνης". Η διασύνδεση πάντως "γραφικής" αρχιτεκτονικής και τοπικισμού δεν είναι ιδιαίτερο ελληνικό φαινόμενο (βλ. σχετικά F. Loyer, "Ornement et caractère", Le siècle de l'éclectisme. Lille 1830-1930, Παρίσι-Βρυξέλλες 1979, σ. 79-94).

2. A. Ζάχος, "Ιωάννινα", Ηπειρωτικά Χρονικά, Γ' (1928), σ. 306.

3. Η νέα αυτή ενότητα θα κατακτηθεί όχι όμως μέσα από το λαϊκότροπο τοπικισμό άλλα με την υιοθέτηση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής συνδεδεμένης με ένα νέο όραμα βιομηχανικής ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας. Η σχολική αρχιτεκτονική θα αποτελέσει προνομιακό χώρο για την εφαρμογή των αρχών αυτής της αρχιτεκτονικής.

4. Βλ. Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, ο.π., σ. 105-115, 149-158.

5. Βλ. Κ.Θ. Δημαράς, "Ο τελεσφόρος συγκερασμός". Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ', Αθήνα 1978, σ. 487. Επίσης A. Δημαράς, "Εισαγωγή", στο: Αλφαβητάρι με τον Ήλιο, 8.π., σ. κα', λα', λγ'.

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/201.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

με τη φτηνότερη κατασκευή1, την ανάδειξη τέλος του τόπου και της παράδοσης, μπορεί να συνδεθεί άμεσα τόσο η απόρριψη των διδακτηριακών τύπων του 1898, όσο και η κατάργηση της ίδιας της πρακτικής του ενιαίου για όλη τη χώρα διδακτηριακού τύπου. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι το Μάιο του 1912, ο Ε. Κριεζής, σε ένα από τα πρώτα κείμενα που δημοσιεύονται για τη σημασία της ελληνικής "δημώδους" αρχιτεκτονικής, θα αναλάβει την κριτική του "προγράμματος Καλλία" από μια σκοπιά λιγότερο τεχνικοοικονομική και περισσότερο αισθητική / ιδεολογική. Αφού αναφερθεί στις βελτιώσεις που παρατηρούνται από διδακτική και υγιεινή άποψη στα νέα σχολικά κτίρια θα προσθέσει "εν τούτοις η αρμόζουσα μορφή ακόμη δεν τοις απεδόθη"2. Και θα συνεχίσει: Αλλ' ως μεγαλύτερο δυστύχημα δέον να χαρακτηρίσωμεν το ότι διά τους διαφόρους τόπους έχουσι συνταχθή και καθιερωθή ωρισμένα σχέδια δημοτικών σχολείων άτινα εφαρμόζονται αδιακρίτως εις παν μέρος της Ελλάδος όπου παρίσταται ανάγκη. Δύναται βεβαίως διά τας διαφόρους.κλάσεις των σχολείων να υπάρχωσι τα αυτά οικοδομικά προγράμματα όχι όμως και τα αυτά σχεδιαγράμματα. Θεμελιώδες αξίωμα της αρχιτεκτονικής είναι το ότι πρώτον πρέπει να καθορίζεται η θέσις της ανεγέρσεως του οικοδομήματος, οιασδήποτε σημασίας και αν είναι τούτο, και είτα επί τη βάσει αυτής να συντάσσωνται τα σχέδια [...]. Ο ικανός αρχιτέκτων δύναται να τα φέρει εις αρμονίαν με τα άλλα υπάρχοντα οικοδομήματα και το εν γένει περιβάλλον και να διατήρηση συγχρόνως τον ιδιαίτερον εις έκαστον ατομικόν χαρακτήρα"3.

Η υπεροχή αυτή του "τόπου" πάνω στον "τύπο" στην περίπτωση της σχολικής αρχιτεκτονικής ενισχύεται από έναν αναπτυσσόμενο λειτουργισμό που τροφοδοτείται από τις εργασίες του νεοσύστατου Γραφείου Σχολικής 'Υγιεινής, ειδικότερα στα θέματα της χωροθέτησης του κτιρίου μέσα στο γήπεδο έτσι ώστε να εξασφαλίζονται οι καλύτερες συνθήκες φωτισμού και ηλιασμού 4. Μπορεί δε να υιοθετηθεί ως αρχή για το σχεδιασμό των σχολικών κτιρίων, από τη

1. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αρχιτεκτονικού τμήματος το διτάξιο διδακτήριο Σπηλιάς Τριφυλίας σχεδιασμένο σύμφωνα με τα νέα απλούστερα υποδείγματα (εικ. 80), που η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1915, κόστισε συνολικά 27964 δρχ. Την ίδια εποχή και στην ίδια περιοχή η δαπάνη κατασκευής ενός διτάξιου σχολείου τύπου Καλλία ανέρχεται σε 20000 δρχ. (βλ. "Πίναξ των κατασκευασθέντων διδακτηρίων δαπάναις των εκπαιδευτικών τελών", Δελτίον Υπουργείου Παιδείας, 3/1919, σ. 13).

2. Οι παράγοντες που θα καθορίσουν την "αρμόζουσα μορφή" θα πρέπει να αναζητηθούν σύμφωνα με τον Κριεζή "εις τας τοπικάς και κλιματικάς συνθήκας, εις τα έθιμα και τάς συνηθείας των πληθυσμών, εν τη μεταβολή της αντιλήψεως των αναγκών. Εις ταύτα προστίθεται ακόμη η θέσις εν η ανεγείρεται και το διαθέσιμον χρηματικον ποσόν ως σοβαρώς επηρρεάζοντες παράγοντες".

3. Ε. Κριεζής, "Δημώδης αρχιτεκτονική", ο.π., σ. 7.

4. Βλ. Ε. Λαμπαδάριος (έκδ.), Κώδιξ σχολικής υγιεινής, Αθήνα 1922, σ. 3-16.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/202.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

στιγμή που η συγκρότηση του εξειδικευμένου κεντρικού μηχανισμού του υπουργείου -αρχιτέκτονες και γιατροί-εξασφαλίζει τόσο τον καθορισμό του γενικού προγράμματος των σχολικών κτιρίων στη βάση των "επιστημονικών" κανόνων της υγιεινής και της παιδαγωγικής όσο και την εξειδίκευση αυτού του προγράμματος στο συγκεκριμένο κτίριο", ώστε να εξυπηρετούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι καθολικοί κανόνες στη συνάντηση τους με τον τόπο,

Η δραστηριότητα του νέου τμήματος του Υπουργείου Παιδείας θα αρχίσει με την επεξεργασία το Νοέμβριο του 1911 δύο σειρών υποδειγμάτων διδακτηρίων (βλ. εικ. 72-79), που αποτελούν την πρώτη έκφραση των νέων αρχών της σχολικής αρχιτεκτονικής1. Γιατί αν η σχολική αρχιτεκτονική αποδεσμεύεται από τον "τύπο" με την έννοια του αυστηρά και μηχανικά επαναλαμβανόμενου προτύπου, δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από το μοντέλλο/υπόδειγμα,.ως πρότυπη σχεδιαστική εκδοχή των γενικών υγιεινών και παιδαγωγικών κανόνων, απαραίτητη μεταξύ των άλλων και για τον οικονομικό προγραμματισμό,

Η λογική συγκρότησης των δύο σειρών είναι όμοια με αυτή των τύπων το 1898: κάθε σειρά περιλαμβάνει ένα μονοτάξιο, ένα διτάξιο, ένα τετρατάξιο και ένα εξατάξιο διδακτήριο2, που παρουσιάζουν κοινές- αρχές οργάνωσης της κάτοψης και όμοια πλαστικά στοιχεία στη σύνθεση των όψεων. Για τη διαρρύθμιση της αίθουσας διδασκαλίας ο N, Μπαλάνος και ο Γ, Σούλης -στους οποίους οφείλονται τα σχέδια3-, υιοθετούν τις διατάξεις του διατάγματος

1. Τα σχέδια των εικ. 72-77 εντοπίσαμε στο αρχείο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας σε φάκελο που έφερε την ένδειξη "Διδακτήρια 1911", ενώ τα σχέδια των εικ. 78-79 σε άλλο φάκελο χωρίς ιδιαίτερη ένδειξη, που περιείχε μελέτες διαφόρων διδακτηρίων. Είναι όμως προφανές ότι αποτελούν σειρά με τα υποδείγματα των εικ. 76-77. Προτείνουμε την ταύτιση των δύο σειρών που δημοσιεύονται εδώ με τα "νεώτερα υποδείγματα απλουστέρου τύπου" τα οποία σύμφωνα με τον Ε. Λαμπαδάριο "εξεδόθησαν (Δεκέμβριος 1911) υπό της τεχνικής υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας" (Ε. Λαμπαδάριος, Σχολική 'Υγιεινή, 1928, σ. 23, σημ. 3). Με βάση τα υποδείγματα αυτά το αρχιτεκτονικό τμήμα προχώρησε σε μία πρώτη εκτίμηση των δαπανών που απαιτούσε η κάλυψη των διδακτηριακών αναγκών της χώρας, την οποία έφερε ο Αλεξανδρής στη Βουλή ως ενίσχυση των οικονομικών επιχειρημάτων της μεταρρύθμισης της διδακτηριακής πολιτικής [βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), σ. 1052]. Τον χαρακτηρισμό σειρά A- και σειρά Β' τον δίνουμε εμείς για να διευκολυνθεί ο σχολιασμός.

2. Είναι ενδεικτικό για τη σχετικότητα της οικονομικής θεώρησης στη μεταρρύθμιση του 1911, το γεγονός ότι επαναλαμβάνονται αυτοί ακριβώς οι τέσσερεις τύποι διδακτηρίων παρόλο που δεν επαρκούν για να καλύψουν τις διαφοροποιήσεις των σχολείων σε σχέση με τον αριθμό των μαθητών (βλ. τη σχετική επιχειρηματολογία των νομοσχεδίων του 1899, εδώ πιο πάνω).

3. Ε. Λαμπαδάριος, Σχολική Υγιεινή, ο.π., σ. 23. Ο Ν. Μπαλάνος είναι πολιτικός μηχανικός, διπλωματούχος της École Nationale des Ponts et Chaussées. Μεταξύ 1889 και 1892 διευθύνει τις εργασίες επέκτασης της σιδηροδρομικής γραμμής Σ.Α.Π.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/203.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

του 1894 (βλ. εικ. 70). Τα θρανία που χρησιμοποιούνται είναι του νέου διθέσιου τύπου που σχεδίασε τον ίδιο χρόνο η τεχνική υπηρεσία σε συνεργασία με το γραφείο σχολικής υγιεινής (βλ. εικ. 71). Ο φωτισμός είναι πάντα μονοπλάγιος ενώ η συνολική επιφάνεια των παραθύρων υπολογίζεται, όπως και στο Μωραΐτη στο 1/6 η στο 1/7 της συνολικής επιφάνειας της αίθουσας1. Στο επίπεδο λοιπόν της βασικής επαναλαμβανόμενης μονάδας που είναι η αίθουσα δεν παρουσιάζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο2.

Οι αίθουσες - ενός μόνο τύπου, διαστάσεων 6X9 για 60 μαθητές, για τα μέχρι την πλατεία Ομονοίας. Από τα 1911 ως τα 1930 είναι διευθυντής του αρχιτεκτονικού τμήματος του Υπουργείου Παιδείας, ενώ από τα 1894 διευθύνει τις εργασίες συντηρήσεως και αναστηλώσεως των μνημείων "τής Ακροπόλεως. Ο Γ. Σούλης είναι πολιτικός μηχανικός διπλ. Ε.Μ.Π. Σαν νομομηχανικός της υπηρεσίας δημοσίων έργων συμμετέχει στη μελέτη των υδραυλικών έργων Θεσσαλίας και στην κατασκευή των μονίμων δεξαμενών Πειραιώς (βλ. σχετικά: Τεχνική Επετηρίς της Ελλάδος, τ. Β', έκδ. TEE, Αθήνα 1934, τα αντίστοιχά λήμματα).

1. E. Λαμπαδάριος, Σχολική Υγιεινή, ό.π., σ. 72.

2. Μιά τελείως διαφορετική οργάνωση της αίθουσας απαιτεί το Σχολείο Εργασίας που προσπάθησαν να προωθήσουν την περίοδο 1923-Ί926 οι "δημοτικιστές" χωρίς όμως επιτυχία (βλ. σχετικά A. Δημαράς, "Εισαγωγή", στο M. Κουντουράς, Κλείστε τα σχολειά..., ό.π., σ. π'-πζ'). Ακόμη και στην πιο στοιχειώδη εφαρμογή του αποκλείονται τα θρανία και αντικαθίστανται με τραπέζια και' καθίσματα που τοποθετούνται κυκλικά η και ασύμμετρα γύρω από το κέντρο της αίθουσας όπου βρίσκεται το γραφείο του δασκάλου το οποίο δεν διαφοροποιείται από εκείνα των παιδιών (εικ. 102). Καταργείται λοιπόν το βάθρο με την έδρα στην. άκρη της τάξης και η τοποθέτηση των θρανίων σε στοίχους. Αναγκαία συνέπεια αυτής της διαρρύθμισης είναι η αύξηση του πλάτους της αίθουσας και τουλάχιστον αμφιπλάγιος φωτισμός [βλ. M. Κουντουράς, "Σχολικό κτίριο". Διδασκαλικό Βήμα, τ. Ζ', τχ. 302 (23 Νοεμβρίου 1930), σ. 2. Αναδημοσιεύεται στο M. Κουντουράς, Κλείστε τα σχολειά..., ό.π., σ. 61-68]. Μέχρι το 1928 δεν συναντήσαμε ούτε σε επίπεδο προδιαγραφών ούτε σε συγκεκριμένη μελέτη αντίστοιχες διατάξεις. Μετά το 1930 οι νεότερες εκδόσεις (3η και 4η) της Σχολικής Υγιεινής του Ε. Λαμπαδάριου περιέχουν ειδική αναφορά στις απαιτήσεις του Σχολείου Εργασίας (εικ. 103), ενώ μ' αυτήν τη λογική έχουν μελετηθεί αίθουσες αρκετών από τα σχολεία του προγράμματος Παπανδρέου όπως: διτάξιο δημοτικό σχολείο στο Καλαμάκι (αρχ. Π. Καραντινός). Δημοτικό σχολείο Κολωνού (αρχ. N. Μητσάκης,) Δημοτικό σχολείο οδού Κωλέττη (αρχ. N. Μητσάκης), Δημοτικό σχολείο Πευκακίων (αρχ. Δ. Πικιώνης) (εικ. 106), Δημοτικό σχολείο Καλλιπόλεως Πειραιώς (αρχ. Ν. Μητσάκης) (εικ. 107) κλπ. Είναι όμως αμφισβητήσιμο αν οι αίθουσες εξοπλίστηκαν και λειτούργησαν τελικά σύμφωνα με το πνεύμα του Σχολείου Εργασίας. Άλλωστε στον Γενικό Κανονισμό Ανεγέρσεως Διδακτηρίων, που εκπονήθηκε το 1930 με συνεργασία του Γνωμοδοτικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, του τμήματος Σχολικής Υγιεινής και της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας, οι προδιαγραφές των αιθουσών διδασκαλίας επαναλαμβάνουν εκείνες του 1911. Βλ. σχετικά E. Λαμπαδάριος, Σχολική Υγιεινή μετά στοιχείων Παιδολογίας, Αθήνα 1940, ;(4η έκδ.), σ. 99-113· Μ. Mantoudis, "Les Bâtiments scolaires...", ο.π., σ. 633.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/204.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

διδακτήρια της σειράς Α, τριών διαφορετικών εκδοχών (5X8, 6X8 και 6X9) για τα διδακτήρια της σειράς Β-, οι διάδρομοι / ιματιοθήκες και το γραφείο αποτελούν τα στοιχεία της σύνθεσης, ενώ η άρθρωση τους -θα λέγαμε η παράθεση τους- υπακούει καθαρά και αποκλειστικά σε λειτουργικές και υγιεινιστικές επιταγές. Η γενική σύνθεση της κάτοψης του κτιρίου για τα μονοτάξια και διτάξια σχολεία καθώς και το τετρατάξιο και εξατάξιο της σειράς Β δεν παρουσιάζει ουσιαστικές διαφορές από τις αντίστοιχες λύσεις του Μωραΐτη η του Καλλία. Είναι κυρίως στα σχολεία με τέσσερεις και έξι αίθουσες της σειράς A (βλ. εικ. 74-75) που θα εκφραστούν με μεγαλύτερη καθαρότητα οι επεξεργασίες του Γραφείου Σχολικής 'Υγιεινής στα θέματα φωτισμού και ηλιασμού. Στις περιπτώσεις αυτές τόσο η διάταξη σε πτέρυγες των σχολείων Καλλία όσο και το κλειστό σχήμα που πλησιάζει το τετράγωνο με το διάδρομο στον άξονα συμμετρίας, το οποίο συναντάται στις συνθέσεις της περιόδου 1870-1890, εγκαταλείπονται. Οι αίθουσες παρατίθενται κατά μήκος έτσι ώστε να μπορούν να έχουν τον ίδιο ευνοϊκό προσανατολισμό. Αυτός ο σωστός προσανατολισμός ορίζεται από το γραφείο σχολικής υγιεινής ως εξής: "Η κυριωτέρα πρόσοψις του διδακτηρίου πρέπει να τοποθετήται πάντοτε προς Α η ΝΑ, και εις μεν τα βορειότερα μέρη της Ελλάδος ν' αποκλίνη ο τοιούτος προσανατολισμός εφ' όσον είναι δυνατόν μάλλον προς Ν, εις δε τα μεσημβρινώτερα μάλλον προς Β"1. Η απόκλιση αυτή πρέπει να υπολογίζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με την κατεύθυνση των ανέμων. Οι αίθουσες εξυπηρετούνται από ένα διάδρομο στην άκρη του οποίου βρίσκεται το γραφείο του διευθυντή. Η διάταξη αυτή οδηγεί αυτόματα στην επέκταση σε όροφο των σχολείων με τέσσερεις η έξι αίθουσες. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η οργάνωση της κάτοψης παρουσιάζει το πλεονέκτημα της δυνατότητας επέκτασης όταν η αύξηση του μαθητικού δυναμικού και η μετάταξη του σχολείου το απαιτεί χωρίς να διασαλευτεί η λειτουργική καθαρότητα.

Η σημασία της κάτοψης στη σύνθεση του κτιρίου είναι προφανής. Η όψη δεν αποτελεί παρά απλή προβολή/συνέπεια των αποφάσεων που λαμβάνονται κατά την επεξεργασία της κάτοψης και υπακούουν σχεδόν αποκλειστικά στις επιταγές του γενικού προγράμματος των διδακτηρίων2. Η εντύπωση αυτής της μινιμαλιστικής αρχιτεκτονικής διασκεδάζεται με τη χρησιμοποίηση απλών διακοσμητικών στοιχείων όπως η οριζόντια ταινία που οργανώνει την

1. E. Λαμπαδάριος, Σχολική Υγιεινή, ο.π , σ 38

2. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την πρακτική αύτη ως μια ολοκληρωμένη εφαρμογή της αρχιτεκτονικής του ορθολογισμού έτσι όπως τη δίδαξε ο Durand και τη· ξαναβρίσκουμε αργότερα στον Guadet και στον Choisy, που αποτελούν και τις βασικέ θεωρητικές αναφορές των μηχανικών που δουλεύουν στην Ελλάδα και επανδρώνουν το κρατικό μηχανισμό την εποχή αυτή

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/205.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

όψη σε βάση, κορμό και στέψη, τα τοξωτά υπέρθυρα των παραθύρων στη σειρά A, όπου η πλινθοδομή συνδυάζεται με το μεγάλο σφηνοειδές πέτρινο κλειδί, καθώς και το στέγαστρο της εισόδου, η διαμόρφωση της προεξοχής της στέγης με ξύλινες αντηρίδες στη σειρά Β, προεξοχή που επιβάλλεται για λόγους ηλιοπροστασίας σύμφωνα με τις υποδείξεις του γραφείου σχολικής υγιεινής1, η ακόμη η ελάχιστη υποχώρηση του μεσαίου τμήματος του εξατάξιου και τετρατάξιου διδακτηρίου της ίδιας σειράς που δημιουργείται με την αύξηση του πάχους των τοίχων των δύο ακραίων αιθουσών.

Ξεκινώντας απ' αυτές τις βασικές διατάξεις και ακολουθώντας τον ίδιο "μηχανισμό" και τις ίδιες ιεραρχήσεις στη σύνθεση, το αρχιτεκτονικό τμήμα του Υπουργείου Παιδείας θα προχωρήσει, κυρίως μετά το 1921, σε μια εντυπωσιακή τουλάχιστον από ποσοτική άποψη, παραγωγή σχεδίων, ανταποκρινόμενο είτε σε παραγγελίες για συγκεκριμένα σχολεία, είτε επεξεργαζόμενο διάφορα αφηρημένα υποδείγματα. Θα συγκροτηθεί, έτσι, σύντομα ένα σώμα παραδειγμάτων το όποιο οι αρχιτέκτονες του Υπουργείου Παιδείας θα χρησιμοποιήσουν με διπλό τρόπο: αφ' ενός σαν αναφορά και υπόδειγμα για το σχεδιασμό ενός νέου κτιρίου -πρακτική ενσωματωμένη στην ίδια την παιδεία του αρχιτέκτονα- και αφ' ετέρου ως "τύπους" με την έννοια του προτύπου που προορίζεται για πιστή, μηχανική αναπαραγωγή. Γιατί, παρά τις διατάξεις του νόμου ΓΩΚΖ', πάντα σε ισχύ, η πρακτική του "τύπου" επανέρχεται στην παραγωγή των σχολικών κτιρίων μέσα στα πλαίσια μιας νέας οικονομίας του σχεδιασμού.

Κυρίως μετά το 1920, τόσο οι κατασκευές όσο και οι μεταρρυθμίσεις και επισκευές των σχολικών κτιρίων πολλαπλασιάζονται. Το αρχιτεκτονικό τμήμα του Υπουργείου Παιδείας πρέπει να επεξεργαστεί η να ελέγξει τα σχετικά διαγράμματα και προϋπολογισμούς και να παρακολουθήσει όλες τις φάσεις της κατασκευής. Επιπλέον, στις αρμοδιότητες του ίδιου τμήματος υπάγεται από το 1916 και η κεντρική υπηρεσία μισθώσεως διδακτηρίων καθώς και ο εξοπλισμός των διδακτηρίων σε έπιπλα και εποπτικό υλικό2. Σαν συνέπεια του φόρτου εργασίας και της αριθμητικής ανεπάρκειας του προσωπικού του αρχιτεκτονικού τμήματος, συγκεκριμένες μελέτες συντάσσονται μετά από επιτόπια επίσκεψη των αρχιτεκτόνων μόνο στις περιπτώσεις των πολυτάξιων διδακτηρίων -μεγαλύτερων από τετρατάξια- με σύνθετο κτιριολογικό πρόγραμμα η όταν το γήπεδο παρουσιάζει σημαντικές ιδιομορφίες. Σ' όλες τις άλλες περιπτώσεις το

1. Ε. Λαμπαδάριος, Σχολική Υγιεινή, ο π , σ. 39

2. Βλ. Β.Δ. της 29 Δεκεμβρίου 1916, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 236, 30 Δεκ. 1916. Επίσης εγκύκλιος υπ' αρ 9248/29 Μαρτίου 1917 "Περί του τρόπου ενεργείας της μισθώσεως των διδακτηρίων", στο Ε Λαμπαδάριος, Κώδιξ σχολικής Υγιεινής, ο.π., σ. 169-170

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/206.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

αρχιτεκτονικό τμήμα επιλέγει από το υφιστάμενο σώμα των διδακτηριακών τύπων, στη βάση των συγκεκριμένων κάθε φορά απαιτήσεων του γηπέδου και του προγράμματος, έτσι όπως διατυπώνονται στα διαγράμματα και τις εκθέσεις των επιθεωρητών1.

Μιλήσαμε για επαναφορά του "τύπου" στη σχολική αρχιτεκτονική. 'Ωστόσο θα πρέπει να τονίσουμε την ουσιαστική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην εκδοχή του ενιαίου τύπου της περιόδου 1895-1911 και στη χρησιμοποίηση του τύπου από το αρχιτεκτονικό τμήμα του Υπουργείου Παιδείας από το 1920· και μετά. Στην πρώτη περίπτωση ένας πολύ περιορισμένος αριθμός αρχιτεκτονικών λύσεων, που διαφοροποιούνται μόνο ως προς τον αριθμό των μαθητών, δηλαδή τον τύπο του σχολείου που θα στεγάσουν, διατίθεται σαν απάντηση σε όλες τις δυνατές κτιριολογικές ανάγκες. Αντίθετα την περίοδο του 1920, ο εντυπωσιακός πολλαπλασιασμός των "τύπων"2 στοχεύει να καλύψει όλες τις · ειδικές απαιτήσεις που μπορεί να παρουσιάσει τόσο το πρόγραμμα όσο και ο "τόπος". Ένα μικρό δείγμα αυτής της δραστηριότητας παρουσιάζουμε στις εικόνες 83-98. Πρόκειται, ωστόσο, πάντα για παραλλαγές που εγγράφονται μέσα στα αυστηρά όρια που καθορίζουν οι παιδαγωγικές και υγιεινολογικές προδιαγραφές και απαντούν στην ανάγκη της μεγαλύτερης αποδοτικότητας του κτιρίου από άποψη οικονομίας και χρήσης. Με σταθερή την οργάνωση της μονάδας / αίθουσας, με μικρές διαφοροποιήσεις στις διαστάσεις της ώστε να προσαρμόζεται στις ειδικές απαιτήσεις του μαθητικού δυναμικού, και ακολουθώντας στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων τη διάταξη των αιθουσών εν συνεχεία κατά τη μεγαλύτερη διάσταση τους3, παράγονται πολλές παραλλαγές ως προς τη σχετική θέση της εισόδου και του διαδρόμου που επιτρέπουν την κατάλληλη κάθε φορά τοποθέτηση του κτιρίου στο γήπεδο έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο νότιος προσανατολισμός των αιθουσών και του προαυλίου4 (είκ, 83, 84), Παράλληλα διάφορες προτάσεις όψεων για την ίδια κάτοψη

1. Την πρακτική αυτή κωδικοποιεί η εγκύκλιος υπ' αρ. 16742/6 Απριλίου 1927, "Περί αποστολής οδηγιών αφορωσών την ανέγερσιν κ.λ.π. των διδακτηρίων του Κράτους", στο Μ. Μαντούδης (επ.), Διδακτηριακή νομοθεσία, ό.π., σ. 263-273.

2. Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι στο Αρχείο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας εντοπίσαμε 31 τύπους και υποδείγματα διτάξιων διδακτηρίων, 23 τριτάξιων, 20 τετρατάξιων, 6 πεντατάξιων και 28 εξατάξιων διδακτηρίων, όλα της περιόδου 1920-1928.

3. Μιά διαφορετική εκδοχή συναντάμε σε περιπτώσεις συνθέτων διδακτηρίων όπου το διδακτήριο συγκροτείται από δύο όμοια σώματα που συναντώνται υπό γωνία και αρθρώνονται μεταξύ τους με την παρεμβολή πολυγωνικού στοιχειού που φιλοξενεί την κύρια είσοδο και τις κοινόχρηστες λειτουργίες.

4. Τον στόχο αυτό εξυπηρετεί και η κατά κανόνα τοποθέτηση του σχολικού κτιρίου ελεύθερα μέσα στο γήπεδο, σε αντίθεση με την πρακτική της προηγούμενης περιόδου που

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/207.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

(εικ. 86-87, 93-94) θέλουν να απαντήσουν στο αίτημα της αισθητικής προσαρμογής και διαφοροποίησης του σχολικού κτιρίου1.

Είναι αξιοσημείωτο αυτό το παιχνίδι προτυποποίησης και εξατομίκευσης, παιχνίδι που φτάνει στον παροξυσμό του αυτήν την περίοδο, όπου ο διάλογος ανάμεσα στη διοίκηση, τους αρχιτέκτονες και τους υγιεινολόγους επιτρέπει στον καθένα από αυτούς να τολμήσει χωρίς κίνδυνο στο βαθμό που αισθάνεται καλυμμένος από τους δύο άλλους. Πρακτική άλλωστε που όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν περιορίζεται μόνο στον τομέα του σχεδιασμού άλλα επεκτείνεται και στην εξασφάλιση πόρων για τη βελτίωση της διδακτηριακής κατάστασης.

3. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ

Στο επίπεδο της κατασκευής νέων κτιρίων οι πραγματοποιήσεις είναι αυτήν την περίοδο λιγότερο εντυπωσιακές από άποψη αριθμητική. Αμέσως μετά την ίδρυση του το αρχιτεκτονικό τμήμα ασχολείται κατά κύριο λόγο με τις επείγουσες επισκευές των σχολείων του προγράμματος του 1895, καθώς επίσης και με την ολοκλήρωση της κατασκευής όσων διδακτηρίων η ανέγερση είχε εγκριθεί και αρχίσει πριν από το 1911. Έτσι από το 1911 ως το 1914 με δαπάνες των εκπαιδευτικών τελών επισκευάζονται 174 σχολεία 2, ενώ αποπερατώνονται 54 νέα διδακτήρια τύπου "Κάλλια" συνολικής δαπάνης 1543053 δρχ. Μόνο το 1914 θα αρχίσει η κατασκευή σχολικών κτιρίων σχεδιασμένων

 

ήθελε την τοποθέτηση του κτιρίου στα όρια του γηπέδου και την είσοδο κατευθείαν από το δρόμο τονίζοντας έτσι τον αστικό και επίσημο χαρακτήρα του.

1. To πρόβλημα της κατάλληλης αρχιτεκτονικής λύσης και κυρίως της μορφολόγησης απασχολεί ολοένα και περισσότερο το Υπουργείο. Χαρακτηριστικά τον Ιανουάριο του 1928, ο Υπουργός Παιδείας Η. Νικολούδης συνέστησε επιτροπή ακριβώς με στόχο να εξετάσει ποιο είναι το καταλληλότερο στυλ για τα σχολικά κτίρια. Την επιτροπή αποτελούσαν ο Μ. Λούβαρης, τότε γενικός διευθυντής, του Υπουργείου, ο Ν. Μπαλάνος επικεφαλής του αρχιτεκτονικού τμήματος, ο A. Ορλάνδος διευθυντής των αναστηλώσεων των αρχαίων μνημείων, o Μιχαλόπουλος διευθυντής Δημοσίων έργων και ο αρχιτέκτονας A. Ζάχος. Σύμφώνα με τον Μ. Μαντούδη, η έκθεση που υπέβαλε η επιτροπή διαπιστώνει, αφού εξέτασε τα διάφορα σχέδια σχολικών κτιρίων στην Ελλάδα, την αισθητή βελτίωση της μορφολόγησης και τη μεγάλη ποικιλία και διαφοροποίηση. Διατυπώνει δε την ευχή να συνταχθεί ένα εγχειρίδιο σχολικής αρχιτεκτονικής προς χρήση των ελλήνων αρχιτεκτόνων, να ενημερωθεί 'ο πληθυσμός από τους δασκάλους για τη σημασία του στυλ του σχολείου και να υιοθετηθούν συγκεκριμένοι κτιριακοί τύποι που να χρησιμεύουν σαν υπόδειγμα και οδηγός (Βλ. M. Mantoudis, "Les Bâtiments scolaires en Grèce", ο'.π., σ. 631-632).

2. M. Mantoudis, "Les Bâtiments Scolaires en Grèce", ο.π., σ. 629.

3. "Πίναξ των κατασκευασθέντων διδακτηρίων δαπάναις των εκπαιδευτικών τελών", Δελτίον του Υπουργείου της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, 3/1919, σ. 13.

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/208.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

στη βάση των νέων προδιαγραφών και μέχρι το 1919 θα έχουν ολοκληρωθεί 52 από αυτά συνολικής δαπάνης 2088591 δρχ.1.

Τα χαμηλά αυτά μεγέθη μπορούν να αποδοθούν εν μέρει στους πολέμους του 1912 και του 1914 και τη στράτευση τού. προσωπικού της υπηρεσίας2, Κυρίως όμως οφείλονται στο καθεστώς χρηματοδότησης των σχολικών κατασκευών, Τα εκπαιδευτικά τέλη, μόνη πηγή προσόδων που προβλέπει ο νόμος, δεν επαρκούν. Για να εξοφληθούν τα διδακτήρια που έχουν κατασκευαστεί από το 1898 και να καλυφθούν και οι αναγκαίες επισκευές, το αρχιτεκτονικό τμήμα δεν θα συμπεριλάβει στον προϋπολογισμό του καμία νέα κατασκευή για το διάστημα 1911-19143. Μετά το 1912, οι ανάγκες διπλασιάζονται ενώ ο κρατικός προϋπολογισμός, δεν μπορεί, και λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, να συμπεριλάβει κάποια ειδική επιχορήγηση. Η ιδέα της σύναψης ειδικού δανείου για την εξυπηρέτηση του διδακτηριακού ζητήματος παρόλο που διατυπώνεται ξανά το 19144 δεν προωθείται.

Η πολιτική που εγκαινιάζεται το 1911 και θα ακολουθηθεί με συνέπεια μέχρι το 1929 στον τομέα της χρηματοδότησης των σχολικών εγκαταστάσεων, έχει σαν στόχο την όσο το δυνατόν μικρότερη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού και τη βελτίωση των υλικών συνθηκών των σχολικών κτιρίων μέσα από την "ορθολογιστική διαχείριση του ήδη υπάρχοντος", τη θεσμική δηλαδή κωδικοποίηση, την ορθολογιστικότερη οργάνωση και την υπαγωγή σε κρατικό έλεγχο των πρακτικών, μέσα από τις Οποίες απαντάται; στην πλειοψηφία του το ζήτημα της στέγασης των σχολείων και οι οποίες συχνά ξεφεύγουν από τα επίσημα σχήματα.

Στα πλαίσια αυτής της λογικής εντάσσεται το άρθρο 6 του νόμου ΓΩΚΖ' /1911, που καθορίζει τους όρους της αγοράς από το δημόσιο ιδιωτικών κτισμάτων για να χρησιμοποιηθούν ως διδακτήρια, Σύμφωνα με τον εισηγητή του νομοσχεδίου το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει τέτοιες αγορές, και ήδη έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές, χωρίς όμως να εξασφαλίζεται η καταλληλότητα των οικημάτων αυτών5, Ορίζοντας τη συγκρότηση ειδικής γνωμοδοτικής επιτροπής με συμμετοχή τεχνικών και εκπαιδευτικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας ο νόμος θέλει να απαντήσει σ' αυτό το πρόβλημα. Στη γνωμοδότηση της η επιτροπή θα πρέπει να συμπεριλάβει σχέδια και προϋπολογισμό των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων ώστε να προσαρμοστεί το υφιστάμενο οίκημα

1. στο ίδιο· Μ. Mantoudis, "Les Bâtiments scolaires en Grèce", ο'.π., σ. 629.

2. στο ίδιο, σ. 455.

3. στο ίδιο, σ. 629.

4. Βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Περ. 10', Συν. Γ', τ. Α', σ. 55.

5. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), σ. 3354.

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/209.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

στις επίσημες διδακτηριακές προδιαγραφές1.

Το ζήτημα όμως του ελέγχου της καταλληλότητας και των κριτηρίων επιλογής υπαρχόντων κτιρίων για τη στέγαση των σχολείων, τίθεται με τη μεγαλύτερη ένταση στην περίπτωση της ενοικίασης διδακτηρίων. Το 1911, σε νοικιασμένα κτίρια στεγάζεται το 45% των δημοτικών σχολείων της χώρας με μέσο ετήσιο ενοίκιο 416,80 δρχ., ενώ τα ποσά που διατέθηκαν συνολικά τη χρονιά αυτή για μισθώματα διδακτηρίων αντιπροσωπεύουν το 12% των συνολικών δαπανών λειτουργίας της δημοτικής εκπαίδευσης2. "Οπως ήδη έχουμε αναφέρει, για την επιλογή των κτιρίων που νοικιάζονται υπεύθυνες είναι οι δημοτικές αρχές. Κάποιες απόπειρες άσκησης κεντρικού ελέγχου που γίνονται μετά την ανάληψη της πληρωμής των ενοικίων από το δημόσιο ταμείο δεν αποδίδουν σημαντικά αφού δεν διατυπώνονται σαφώς ούτε η διαδικασία ούτε τα κριτήρια επιλογής του προς ενοικίαση κτιρίου. Προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις θα παρέμβει η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1912 με την εγκύκλιο αρ. 14612/2 'Ιουλίου 1912 του υπουργείου Παιδείας θα διατυπωθούν οι υγιεινοί όροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή του κτιρίου που θα στεγάσει το σχολείο "προς ως οίον τε αποτελεσματικωτέραν περιστολήν της νοσηρότητος των εις τα σχολεία φοιτώντων"3, ενώ με το νόμο 347/1914 "περί μισθώσεως ιδιωτικών οικημάτων ως διδακτηρίων των σχολείων του Κράτους"4 θα καθοριστεί η διαδικασία της ενοικίασης με δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται, όπως εντοπίζεται και στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου, στη συγκρότηση της επιτροπής που διεξάγει τη δημοπρασία "εκ

1. Το άρθρο αυτό θα καταργηθεί με το νόμο 478/1914 (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τ. Α'/1914, αρ. 374). Αργότερα οι "ίδιες διατάξεις θα εφαρμοστούν για την αγορά κτιρίων, όχι ιδιωτικών αλλά δημοτικών, κοινοτικών η εκκλησιαστικών από τα Ταμεία "Εκπαιδευτικής Προνοίας. (Βλ. Νόμος 2442 "Περί ιδρύσεως ταμείων εκπαιδευτικής προνοίας προς κατασκευήν διδακτηρίων καθ' άπαν το κράτος και προμήθειαν σχολικών επίπλων και διδακτικών όργάνων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τ. A'/1920, αρ. 181, άρθρα 7.3, 12, 27).

2. Στατιστική της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως 1910-1911, Αθήνα 1912.

3. Βλ. Ε. Λαμπαδάριος, Κώδιξ σχολικής υγιεινής, Ο.π., σ. 166-169. Σύμφωνα με την εγκύκλιο αυτή, έργο του γραφείου σχολικής υγιεινής, το κτίριο θα πρέπει να είναι ελεύθερο τουλάχιστον από τις τρεις πλευρές για να εξασφαλίζεται o απαραίτητος αερισμός, τα παράθυρα του χώρου διδασκαλίας να είναι τα περισσότερα προς τη μεσημβρινή πλευρά ώστε να υπάρχει μονοπλάγιος φωτισμός από τα αριστερά, τα μεγέθη των αιθουσών να εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο 0,90 τ.μ./μαθητή, τα υλικά του δαπέδου και τα .επιχρίσματα των τοίχων να μπορούν να καθαρίζονται εύκολα, τέλος να υπάρχει αυλή, δεξαμενή νερού και τα αποχωρητήρια να βρίσκονται σε αρκετή απόσταση από τους χώρους διδασκαλίας.

4. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 325, τ. Α'/1914. Το νομοσχέδιο ανήκει στη σειρά των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων του 1913.

14

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/210.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

προσώπων οικειοτέρων εις το σχολείον και αρμοδιωτέρων εις την εκλογήν διδακτηρίων", όπως είναι ο επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων της περιφέρειας, ο διευθυντής του σχολείου και ο πρόεδρος της οικείας σχολικής επιτροπής, ο σχολικός γιατρός και ο μηχανικός των δημόσιων έργων 1. Τα πρακτικά της δημοπρασίας μαζί με τη γνωμοδότηση του επιθεωρητή υποβάλλονται στον Υπουργό ο όποιος και διατάσσει τη μίσθωση. Η επιτροπή μισθώσεως μπορεί επίσης να προτείνει στον υπουργό το κτίριο που κρίνει το περισσότερο κατάλληλο από παιδαγωγική και υγιεινή άποψη και να διαταχθεί η μίσθωσή του αντί για εκείνο του τελευταίου μειοδότη όταν η οικονομική επιβάρυνση δεν είναι σημαντική (μέχρι και 20% πάνω από την προσφορά του τελευταίου μειοδότη). Παρέχεται επίσης η δυνατότητα σε εξαιρετικές περιπτώσεις -όταν το κτίριο που στεγάζει το σχολείο πρέπει για κάποιους ειδικούς λόγους να εγκαταληφθεί άμεσα- να παρακάμπτεται η χρονοβόρα διαδικασία του δημόσιου διαγωνισμού έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η προσωρινή (μέχρι ένα χρόνο) εγκατάσταση του σχολείου σε νοικιαζόμενο κτίριο χωρίς μακρόχρονη διακοπή των μαθημάτων. Τέλος, προσδιορίζονται ακριβώς οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η μονομερής διάλυση της μίσθωσης, πάντα με απόφαση υπουργού, ως μέτρο περιστολής των συχνών μετακινήσεων των σχολείων που αποτελούσε και την εποχή αυτή διαδεδομένο φαινόμενο με αρνητικές επιπτώσεις στην κανονική λειτουργία των σχολείων.

Η παρέμβαση όμως στον τομέα των μισθωμένων διδακτηρίων δεν περιορίζεται μόνο στην εγκαθίδρυση διαδικασιών και κριτηρίων που θα αποτελέσουν εχέγγυα για τη σωστότερη επιλογή ανάμεσα στα κτίρια που προσφέρονται. Επεκτείνεται και προσπαθεί να επηρεάσει την ίδια την προσφορά. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα "ρεαλιστική" πολιτική. Στο βαθμό που, όπως διατυπώνεται σε σχετική εγκύκλιο, "λόγω των περιστάσεων, η υπό του Κράτους ανέγερσις νέων διδακτηρίων Θέλει ατυχώς επιβραδυνθή επί τινά χρόνον εισέτι"2, όχι μόνον γίνεται αποδεκτή κατ' αρχήν η ενοικίαση ιδιωτικών οικημάτων αλλά

1 Σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του νομοσχέδιου στους μικρότερους οικισμούς η επιτροπή δημοπρασίας περιοριζόταν στο δήμαρχο η στον πρόεδρο της κοινότητας και το διευθυντή του σχολείου και σε δεύτερο βαθμό γνωμοδοτούσε ο επιθεωρητής Τελικά η διάταξη τροποποιήθηκε μετά από παρέμβαση του Κ. Γόντικα. Η συμμετοχή. των τοπικών αρχών θεωρήθηκε ότι ανοίγει το δρόμο σε διάφορες σχέσεις πελατείας "εις τα μικρά χωρία είναι μέγιστον το συμφέρον των 30, 40 και 50 δραχμών διά τα διδακτήρια. Μη αφήνετε ποτέ τον Πρόεδρον της Κοινότητος ν' αποφασίση εκείνος περί τη ενοικιάσεως του διδακτηρίου" είναι το μεγαλύτερον ρουσφέτι, το οποίον ειμπορεί να πάρ εις χωρικός" (βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Περ. ΙΘ', Συν Γ', τ Α',  (225-226).

2. Εγκύκλιος αρ. 9248/29 Μαρτίου 1917 "περί του τρόπου ενέργειας της μισθώσεως των διδακτηρίων", στο Ε. Λαμπαδάριος, Κώδιξ σχολικής υγιεινής, ο π., σ. 177

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/211.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

ενθαρρύνονται συστηματικά οι ιδιώτες προς αυτήν την κατεύθυνση, με στόχο την "άνευ αμέσου καταβολής μεγάλης δαπάνης απόκτησιν διδακτηρίων ανεκτών όπως δήποτε"1.

Ήδη με το Β.Δ. της 16 Απριλίου 1915, που καθορίζει τις λεπτομέρειες της εφαρμογής του προηγούμενου νόμου, παρέχεται η δυνατότητα να συμμετέχουν στη δημοπρασία και ιδιοκτήτες κτιρίων που αποδέχονται να τα επισκευάσουν η να τα μεταρρυθμίσουν σύμφωνα με τις υποδείξεις της επιτροπής "ίνα ούτω, εν εκάστη μισθώσει προκαλήται ως οίον τε μείζων συναγωνισμός προς το συμφέρον του Δημοσίου"2. Πάνω σ αυτόν τον άξονα θα συμπληρωθεί το θεσμικό πλαίσιο με τον νόμο 1068/19173. Σύμφωνα με το άρθρο 3: "Εις διαγωνισμόν μισθώσεως διδακτηρίων επιτρέπεται να μετάσχωσι και ιδιοκτήται γηπέδου μόνον, προσφερόμενοι ν' ανεγείρωσιν επ' αυτού ειδικόν διά διδακτήριον οίκημα, συμφώνως προς-υποβαλλόμενον εις τον διαγωνισμόν λεπτομερές διάγραμμα. Η κατασκευή-τοιούτων οικημάτων υπόκειται εις τον έλεγχον του Υπουργείου" 4'.' Για τα διδακτήρια αυτά προβλέπεται δεκαετής μίσθωση, το ανώτατο όριο που επιτρέπει ο νόμος, ενώ στους επιθεωρητές δίνονται οδηγίες να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την επιτυχία του μέτρου παρακινώντας τους ιδιώτες που έχουν κατάλληλα οικόπεδα και οικονομική δυνατότητα να επενδύσουν σε "οικήματα προς μίσθωσιν ειδικώς διά διδακτήρια", και διευκολύνοντας τους σε σχέση με την τυπική διαδικασία της δημοπρασίας5. Το μέτρο φαίνεται ότι απέδωσε στο χώρο που ήταν κυρίως ο στόχος του, δηλ. στις μεγάλες πόλεις όπου η διδακτηριακή κατάσταση είναι και η περισσότερο

1. Εγκύκλιος αρ. 6440/27 Φεβρ. 1918, στο ίδιο, σ. 182.

2. Εγκύκλιος αρ. 9248/29 Μαρτίου 1917, ο.π., σ. 175.

3. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 268, 21 Νοεμβρίου 1917.

4. Με το Β. Διάταγμα "περί ενοικιάσεως διδακτηρίων" της 26 Δεκεμβρίου 1917, καθορίζεται ότι η αίτηση για συμμετοχή στη δημοπρασία Ιδιοκτητών γηπέδων θα πρέπει να περιλαμβάνει, έκτός από τα σχέδια της κάτοψης και της όψης του κτιρίου σε κλίμακα 1/100, και τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο να σημειώνονται η ακριβής θέση του κτιρίου, οι γύρω δρόμοι, ο προσανατολισμός και τα υψόμετρα του γηπέδου καθώς και η θέση και τα ύψη των γύρω κτισμάτων (εικ. 82). Επίσης θα πρέπει να υποβάλλεται και τεχνική έκθεση για τον τρόπο κατασκευής του διδακτηρίου με ειδική αναφορά στα πατώματα, κουφώματα, την οροφή, τα αποχωρητήρια κλπ. Επίσης με εγκύκλιο καθορίζεται ότι τα παραπάνω σχέδια θα πρέπει να έχουν συνταχθεί από μηχανικό η ειδικό εμπειροτέχνη, ενώ απαιτείται και σκαρίφημα της κάτοψης για κάθε συμμετοχή σε δημοπρασία με σχετικά υψηλό μίσθωμα. Όλα αυτά τα σχέδια καθώς και οι αναλυτικές περιγραφές, που με βάση συγκεκριμένο υπόδειγμα και αυτοψία είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν οι επιθεωρητές, υποβάλλονται στο αρχιτεκτονικό τμήμα του υπουργείου, στο οποίο από το 1916 υπάγεται η κεντρική υπηρεσία των μισθώσεων των διδακτηρίων. Βλ. σχετικά E. Λαμπαδάριος, Κώδιξ σχολικής υγιεινής, ό.π., σ. 158, 169, 170, 174, 183.

5. στο ίδιο, σ. 182-183.

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/212.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

προβληματική1. Σύμφωνα με τον Μ. Μαντούδη, ιδίως στην Αθήνα και στον Πειραιά κατασκευάστηκε με αυτόν τον τρόπο ένας σημαντικός αριθμός διδακτηρίων ικανοποιητικών από παιδαγωγική και υγιεινή άποψη2.

Για τους μικρούς οικισμούς ακολουθείται μια παρόμοια στη λογική της πολιτική με διαφορετικό όμως αποδέκτη: την εκκλησία, στην όποια ανήκει το 1911 το 18% του συνόλου των σχολικών κτιρίων της χώρας, και από αυτά το 85% με ενοίκιο3. Στις περιπτώσεις οπού το σχολείο είναι ήδη εγκατεστημένο σε κάποιο κτίριο ιδιοκτησία ενοριακού ναού, οι επιθεωρητές προτείνουν στις αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και επισκευές και το υπουργείο αναλαμβάνει να αυξήσει ανάλογα το ενοίκιο, χωρίς άλλη τυπική διαδικασία πέρα από την έγκριση των σχετικών σχεδίων από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου. Στις περιπτώσεις των οικισμών που δεν διατίθεται κανένα κτίριο κατάλληλο για διδακτήριο παροτρύνεται η μεν εκκλησία να διαθέσει το γήπεδο οι δε κάτοικοι να προχωρήσουν στην οικοδομή νέου κτιρίου, σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, και το υπουργείο αναλαμβάνει εκτός από την καταβολή ικανοποιητικού ενοικίου "προς πρόσοδον του Ναού", την συνδρομή του στις δαπάνες της κατασκευής4'. Πλαισιώνεται λοιπόν μ' αυτόν τον τρόπο από τους σύγχρονους κρατικούς μηχανισμούς η παραδοσιακή σχέση των μικρών κοινοτήτων με τον ενοριακό ναό και εντάσσεται σ' ένα κεντρικό διαχειριστικό σύστημα. Και ακριβώς επειδή αντιστοιχούν σε διαδεδομένες αλλά άτυπες πρακτικές οι παροτρύνσεις αυτές φαίνεται ότι βρίσκουν ανταπόκριση τόσο από τη μεριά της εκκλησίας όσο και μέσα στον πληθυσμό5.

1. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αθήνα μέχρι το 1926 δεν έχουν κατασκευαστεί παρά μόνον τρία δημόσια διδακτήρια για τη δημοτική εκπαίδευση: το A' δημοτικό σχολείο στην οδό Αθήνας (εικ. 31), το Β' δημοτικό σχολείο στην οδό Αδριανού (εικ. 39) και το δημοτικό σχολείο στον προσφυγικό οικισμό του Βύρωνα [Ε. Λαμπαδάριος, Σχολική 'Υγιεινή, 1928 (2ηέκδ.), σ. 95-100]. Βλ. επίσης; Κ Κ.Κ., "Εντυπώσεις από τα σχολεία του Δήμου Αθηναίων", Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου, τ. Β' (1912), σ. 176-201.

2 M. Mantoudis, "Les Bâtiments scolaires en Grèce", ο.π., σ. 456

3. Στατιστική της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως 1910-1911, Αθήνα 1912.

4. Βλ. Εγκύκλιος αρ. 9248/29 Μαρτίου 1917 "περί του τρόπου ενεργείας της μισθώσεως των διδακτηρίων", στο Ε. Λαμπαδάριος, Κώδιξ σχολικής υγιεινής, ο π , σ. 177- 178.

5. Για τις ίδιες περιοχές το ποσοστό των διδακτηρίων που ανήκουν στην εκκλησία ανέρχεται το 1918 σε 20,7%-από τα οποία το 83% έχουν παραχωρηθεί στο κράτος έναντι ενοικίου-, ενώ το 1929 σε 23% (βλ. αντίστοιχα: "Τα διδακτήρια των δημοτικών σχολείων του κράτους οία ήσαν κατά Οκτώβριον 1918", Δελτίον του Υπουργείου της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, 4/1919, σ. 11' Στατιστική της εκπαιδεύσεως κατά το σχολικοί' έτος 19281929. Μέρος Α'. Δημοτική Εκπαίδευσις, Αθήνα 1933, Πίνακας V, σ. 58). Στο νομό Αργολίδος από τα 18 διδακτήρια που ανεγέρθηκαν την περίοδο 1911-1928 τα πέντε κατασκευάστηκαν σε εκκλησιαστικό γήπεδο με δαπάνες της εκκλησίας και συμμετοχή των

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/213.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

Η ίδια "ρεαλιστική" λογική διακρίνει και τις ρυθμίσεις τις σχετικές με τη χρηματοδότηση της κατασκευής, του εξοπλισμού και της συντήρησης των μόνιμων δημόσιων διδακτηρίων. Αναζητούνται οι πόροι οι απαραίτητοι για τη βελτίωση των σχολικών εγκαταστάσεων έξω από τον κρατικό προϋπολογισμό με την ενίσχυση μιας ήδη διαδεδομένης πρακτικής, τη θεσμοθέτηση της και την υπαγωγή της στο γενικό διαχειριστικό σχήμα.

Έχουμε ήδη αναφερθεί στο φαινόμενο των κοινοτικών διδακτηρίων που κατασκευάζονται από τους κατοίκους των αγροτικών οικισμών πρωτοβουλιακά και έξω από κάθε επίσημο μηχανισμό σχεδιασμού. Τα διδακτήρια αυτά αντιπροσωπεύουν το 1911 το 13% του συνόλου των διδακτηρίων της χώρας1, ενώ το ποσοστό αυτό ανέρχεται το 1918 σε 18%2. Τη διαθεσιμότητα αυτή των κατοίκων αξιοποιεί, πλαισιώνει και κατευθύνει η κυβέρνηση Βενιζέλου όταν το 1914 θεσμοθετεί την ίδρυση των σχολικών ταμείων και των σχολικών επιτροπών3. Στις σχολικές επιτροπές·, που αποτελούνται: αποκλειστικά από γονείς και κηδεμόνες των μαθητών του σχολείου, ανατίθεται "η επισκευή, η συντήρησις και η επίπλωσις του διδακτηρίου εκάστου σχολείου της δημοτικής Εκπαιδεύσεως ως και των παραρτημάτων αυτού, άτινα είναι ο σχολικός κήπος, το γυμναστήριον και η βιβλιοθήκη, η προμήθεια οργάνων διδακτικών και η λήψις εν γένει παντός μέτρου προστατεύοντος την υγείαν των μαθητών και διευκολύνοντος την πρόοδον αυτών" (αρθρ. 1). Οι σχετικές δαπάνες καλύπτονται από το σχολικό ταμείο για το όποίο, εκτός από εράνους, συνεισφορές κλπ. καθορίζονται και σταθεροί πόροι με υποχρεωτικές ετήσιες εισφορές των δήμων και κοινοτήτων και των ενοριακών ναών, ενώ προβλέπεται επίσης η δυνατότητα κρατικής αρωγής. Φυσικά οι επιτροπές αυτές βρίσκονται κάτω από άμεσο κρατικό

κατοίκων και της κοινότητας και κατόπιν νοικιάστηκαν από το κράτος. Πρόκειται για τα, διδακτήρια Γυμνού (1917, μονοτάξιο, σε σχέδιο που παραχώρησε ο επιθεωρητής), Στέρνας (1921, μονοτάξιο. χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο, βλ. εικ. 97), Ασίνης (1925-1936, τριτάξιο, βάσει σχεδίου του υπουργείου, βλ. εικ. 98), Δαλαμανάρας (1921, διτάξιο, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο), Λυρκείας (1922, διτάξιο, βάσει σχεδίου του υπουργείου, βλ. εικ. 96). Γι' αυτό το τελευταίο σχολείο σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι ανοικοδομήθηκε στη θέση παλαιότερου διδακτηρίου, επίσης ιδιοκτησία του ενοριακού ναού, ενώ οι πρώτες σχετικές αιτήσεις των κατοίκων το 1914 συναντούν την άρνηση του υπουργείου με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να εγκριθεί η οικοδομή διδακτηρίου σε γήπεδο που δεν ανήκει στο δημόσιο. Βλ. σχετικά την αλληλογραφία που περιέχεται στους φακέλους των σχολείων στο Αρχείο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Νομού Αργολίδος.

1. Στατιστική της Δημοσίας 'Εκπαιδεύσεως 1910-1911, Αθήνα 1912.

2. "Τα διδακτήρια των δημοτικών σχολείων του κράτους οία ήσαν κατά Οκτώβριον 1918", Δελτίον του Υπουργείου της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, 4/1919, σ. 11.

3. Πρόκειται για το νόμο 452 της 7 Νοεμβρίου 1914 "περί συστάσεως σχολικών επιτροπών και σχολικών ταμείων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 367, τχ. A', 9 Δεκεμβρίου 1914.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/18/gif/214.gif&w=600&h=9158. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

έλεγχο στο βαθμό που τα μέλη διορίζονται από το νομάρχη μετά από πρόταση του επιθεωρητή των δημοτικών σχολείων της περιφερείας, και για κάθε δαπάνη προαπαιτείται εγγραφή έγκριση του επιθεωρητή. Τέλος οι λογαριασμοί διαχειρίσεως ελέγχονται από το νομάρχη.

Μια διεύρυνση ουσιαστικά αυτής της ρύθμισης αποτελεί ο νόμος 2442/1920 "περί ιδρύσεως ταμείων εκπαιδευτικής προνοίας προς κατασκευήν διδακτηρίων καθ' άπαν το κράτος και προμήθειαν σχολικών επίπλων και διδακτικών οργάνων"1 με τον οποίο αποκεντρώνεται η χρηματοδότηση της κατασκευής των σχολικών κτιρίων και ενοποιείται, το σύστημα διαχειρίσεως όλων των δαπανών που αφορούν τις σχολικές εγκαταστάσεις.

Τα Ταμεία Εκπαιδευτικής Προνοίας, νομικά πρόσωπα που μπορούν" να έχουν περιουσία, ιδρύονται σε κάθε δήμο η κοινότητα με σκοπό "την απόκτησιν εν τη περιφέρεια του δήμου η της κοινότητος διδακτηρίων ευπρεπών, πληρούντων τους ορούς της υγιεινής και παιδαγωγικής και την προμήθειαν εν αυτοίς των αναγκαιούντων σχολικών επίπλων και διδακτικών οργάνων", Πόροι των ταμείων; είναι τα προϊόντα ειδικής τοπικής φορολογίας η υποχρεωτικών εράνων που επιβάλλονται από τις τοπικές αρχές.και σε περίπτωση ολιγωρίας τους από την -κεντρική διοίκηση, σταθερές ετήσιες χορηγίες από τους δήμους η τις κοινότητες και τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα της περιοχής, καθώς επίσης και εισφορές' των κατοίκων της περιοχής σε υλικά η προσωπική εργασία και εκουσίους εράνους. Για τη χρησιμοποίηση αυτών των ποσών αποφασίζει η Διοικητική Επιτροπή του ταμείου2 εκτιμώντας τις ανάγκες των σχολείων που ανήκουν στη δικαιοδοσία της, κάτω όμως από αυστηρή εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας. Έτσι ο επιθεωρητής έχει τη. δυνατότητα να συμμετέχει έστω και χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις της επιτροπής και να εισηγείται θέματα που καταγράφονται υποχρεωτικά στην ημερήσια διάταξη, ενώ ο υπουργός μπορεί να παρέμβει ανατρεπτικά στον προγραμματισμό της διοικητικής επιτροπής και οι σχετικές αποφάσεις του είναι υποχρεωτικά εκτελεστές.

Όταν ο πρώτος πυρήνας κεφαλαίου σχηματιστεί από το ταμείο εκπαιδευτικής πρόνοιας και εξασφαλιστεί το γήπεδο, κατά το δυνατόν κοινοτικό, δημοτικό η εκκλησιαστικό, τότε το κράτος έρχεται αρωγός με ποσά που κυμαίνονται από τα 3/5 έως το 1/4 της δαπάνης του υπό ανέγερση διδακτηρίου. Την υλοποίηση του έργου αναλαμβάνει η διοικητική επιτροπή του ταμείου η η σχολική

1. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 181, τχ. Α', 11 Αυγούστου 1920.

2. Κάθε Ταμείο Εκπαιδευτικής Προνοίας διοικείται από επιτροπή, επταμελή για τους δήμους και πενταμελή για τις κοινότητες, της οποίας τρία η δύο μέλη αντίστοιχα εκλέγονται από το δημοτικό η κοινοτικό συμβούλιο, ισάριθμα μέλη από τις σχολικές επιτροπές της περιοχής και ως πέμπτο η έβδομο μέλος διορίζεται από το γενικό επιθεωρητή κάποιος εκπαιδευτικός λειτουργός.

Σελ. 214
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 195
    8. Καλαφάτη, Σχολικά κτίρια

    τίτλον Γραφείον τεχνικής υπηρεσίας Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως"1.

    Σε ό,τι αφορά τη μελέτη και την επίβλεψη της κατασκευής των σχολικών κτιρίων ο νόμος ΓΩΚΖ' συνιστά τομή εγκαθιδρύοντας το θεσμικό πλαίσιο που θα ισχύσει με μικρές μεταβολές μέχρι το 1962 και τη δημιουργία του 'Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων -ακραίο' σημείο της συγκέντρωσης και της εξειδίκευσης του μηχανισμού παραγωγής των σχολικών εγκαταστάσεων, Συγχρόνως η ύπαρξη κεντρικού σχεδιαστικού μηχανισμού επιδρά άμεσα στη λογική καθορισμού των κτιριολογικών και αρχιτεκτονικών σταθερών του σχολικού κτιρίου με σημαντικές επιπτώσεις στην ίδια την εικόνα του.

    2. Ο ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ

    Η νέα αυτή φάση-στο ζήτημα των σχολικών κτιρίων, εγκαινιάζεται με, την κατάργηση των τύπων Κάλλια. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου ΓΩΚΖ' : · "Οι μέχρι τούδε εφαρμοζόμενοι ενιαίοι τύποι των σχολείων καταργούνται". Το προσωπικό της τεχνικής υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας η οι κατά τόπους μηχανικοί των δημόσιων έργων θα συντάσσουν κάθε φορά ειδική μελέτη για το συγκεκριμένο υπό ανέγερση διδακτήριο, ενώ οι γενικοί τεχνικοί και υγιεινολογικοί όροι οικοδομής των διδακτηρίων θα καθοριστούν με Βασιλικό Διάταγμα. Εγκαταλείπονται λοιπόν, σύμφωνα με τη διατύπωση του νομοσχεδίου, όχι μόνο οι συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές λύσεις που επέλεξε ο Δ. Καλλίας αλλά και η ίδια η λογική του ενιαίου τύπου. Σημαντική στροφή στην αντιμετώπιση του σχολικού κτιρίου, για τη συλλογιστική της οποίας όμως η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου δεν μας παρέχει ειδικές πληροφορίες2. Ωστόσο,

    1. Από το 1923 άρχισε να λειτουργεί και περιφερειακή αρχιτεκτονική υπηρεσία με · τη δημιουργία θέσεων σχολικών αρχιτεκτόνων στις κυριότερες έδρες των Γενικών Επιθεωρήσεων. Στους σχολικούς αρχιτέκτονες ανατίθεται η αμεση επίβλεψη των εκτελούμενων έργων καθώς και, σε συνεργασία με τους επιθεωρητές, η επιθεώρηση των σχολείων και η σύνταξη εκθέσεων για τη διδακτηριακή κατάσταση των περιοχών (βλ. Ν.Δ. 30/12/1923, "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του νόμου 2442 περί ιδρύσεως ταμείων Εκπαιδευτικής Προνοίας" και Β.Δ. 18/11/1925, "Περί προσόντων, διορισμού, προαγωγής των σχολικών αρχιτεκτόνων, έδρας και δικαιοδοσίας αυτών", στο Μ. Μαντούδης, Διδακτηριακή νομοθεσία..., ο.π., σ. 105-111,229-230).

    2. Το πλήρες κείμενο της αιτιολογικής έκθεσης, με ημερομηνία 20 Απριλίου 1911, έχει ως εξής: "Λαμβάνω την τιμήν να υποβάλλω εις την Βουλήν σχέδιον νόμου περί διδακτηρίων της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως δι' οδ, το μεν συμπληρούνται κενά του ήδη υφισταμένου νόμου, άτινα δεκαπενταετής πείρα κατέδειξε, το δε καταργείται o μέχρι τούδε ενιαίος τύπος του σχολείου, όστις, καθά έλαβον την τιμήν να αναπτύξω κατά την εν τη Βουλή εισήγησιν : του νομοσχεδίου, τόσας επήνεγκεν υλικάς και ηθικάς ζημίας εις το Κράτος" [Εφημερίς των' Συζητήσεών της Βουλής, Β' Διπλή Αναθεωρητική Βουλή (1911), Παράρτημα, τόμος A',